Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση στην υπόθεση 246/2017/DR σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης διεξήγαγε έρευνα σχετικά με εικαζόμενη υπεξαίρεση κονδυλίων της ΕΕ στην Πολωνία
Απόφαση
Υπόθεση 246/2017/DR - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 24 Απριλίου 2018 - Απόφαση στις Παρασκευή | 07 Δεκεμβρίου 2018 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης ( Mη διαπίστωση κακοδιοίκησης ) - Χώρα Πολωνία
Η υπόθεση αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) διεξήγαγε έρευνα σχετικά με εικαζόμενη υπεξαίρεση κεφαλαίων στο πλαίσιο έργου που χρηματοδοτήθηκε από την ΕΕ στην Πολωνία. Ο καταγγέλλων, ο οποίος ήταν εκπρόσωπος πολωνικής εταιρείας που επωφελήθηκε από κονδύλια της ΕΕ, αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας από την OLAF.
Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η OLAF θα πρέπει: α) τα αποδεκτά αποδεικτικά στοιχεία που είναι αποθηκευμένα στους εξυπηρετητές της εταιρείας του καταγγέλλοντος· β) διερεύνησε τον τρόπο με τον οποίο οι πολωνικές αρχές συγκέντρωσαν αποδεικτικά στοιχεία που οδήγησαν σε διοικητική απόφαση για την ανάκτηση των κεφαλαίων που έλαβε η εταιρεία· γ) πήρε συνέντευξη από τον καταγγέλλοντα και δ) του έδωσε την ευκαιρία να σχολιάσει τα συμπεράσματα της OLAF πριν τα αποστείλει στις πολωνικές εισαγγελικές αρχές.
Ο Διαμεσολαβητής ερεύνησε το θέμα και διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση. Ωστόσο, διαπίστωσε ότι η OLAF θα μπορούσε να εξηγήσει καλύτερα τους λόγους για τους οποίους είχε λάβει ορισμένα ερευνητικά μέτρα και όχι άλλα. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την έρευνα με προτάσεις βελτίωσης προς την OLAF.
Ιστορικό της καταγγελίας
1. Ο καταγγέλλων ήταν εκπρόσωπος πολωνικής εταιρείας («η εταιρεία»), η οποία έλαβε κονδύλια της ΕΕ από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) για έργο που αποσκοπούσε στη δημιουργία ιστοτόπου οικονομικής διαχείρισης για μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
2. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) διερεύνησε τον καταγγέλλοντα για εικαζόμενη υπεξαίρεση κονδυλίων της ΕΕ[1].
3. Παράλληλα με την έρευνα της OLAF, η εταιρεία είχε νομική διαφορά με τις πολωνικές αρχές[2]. Στο πλαίσιο της διαφοράς αυτής, οι πολωνικές αρχές εξέδωσαν απόφαση για την ανάκτηση των κεφαλαίων που εισέπραξε η εταιρία, η οποία στη συνέχεια αμφισβητήθηκε από την εταιρία ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι πολωνικές αρχές είχαν προβεί σε διακρίσεις εις βάρος της εταιρείας και παραβίασαν την αρχή του θεμιτού ανταγωνισμού. Ζήτησε από την OLAF να διερευνήσει το θέμα. Η υπόθεση πυροδότησε επίσης εθνική ποινική έρευνα κατά του καταγγέλλοντος, η οποία ανεστάλη έως ότου η OLAF ολοκληρώσει τη δική της έρευνα.
4. Στις 28 Δεκεμβρίου 2016, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στην OLAF. Δήλωσε ότι η OLAF παρέλειψε να διερευνήσει και να επιλύσει τη διαφορά μεταξύ της εταιρείας και των πολωνικών αρχών. Δήλωσε επίσης ότι η OLAF, μη εξασφαλίζοντας σχετικές πληροφορίες και έγγραφα από τους διακομιστές της εταιρείας που βρίσκονται στη Μάλτα[3] και αρνούμενη να του δώσει τη δυνατότητα να κληθεί σε συνέντευξη, παρέλειψε να διεξαγάγει κατάλληλη έρευνα.
5. Στις απαντήσεις της στις 4 και 24 Ιανουαρίου 2017, η OLAF ανέφερε ότι η διαφορά μεταξύ της εταιρείας και των πολωνικών αρχών δεν ενέπιπτε στην αρμοδιότητά της. Όσον αφορά τη δική της έρευνα, η OLAF δήλωσε ότι θα καλούσε τον καταγγέλλοντα να υποβάλει παρατηρήσεις σε εύθετο χρόνο σχετικά με τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά και ότι εναπόκειται στην OLAF να καθορίσει ποια ερευνητικά μέτρα πρέπει να ληφθούν και πότε.
6. Δυσαρεστημένος από τις απαντήσεις της OLAF, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή στις 11 Φεβρουαρίου 2017.
7. Στις 25 Απριλίου 2017, ο καταγγέλλων ζήτησε από την OLAF πρόσβαση στον φάκελο της έρευνας που τον αφορούσε.
8. Στις 2 Μαΐου 2017, η OLAF απέρριψε το αίτημα του καταγγέλλοντος.
9. Στις 19 Απριλίου και στις 24 Μαΐου 2017, η OLAF έδωσε στον καταγγέλλοντα την ευκαιρία να υποβάλει γραπτώς τις παρατηρήσεις του σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν κατά την έρευνα. Στις 12 Ιουνίου 2017, ο καταγγέλλων απάντησε αμφισβητώντας τα πορίσματα της OLAF.
10. Στις 7 Ιουλίου 2017, η OLAF περάτωσε την έρευνα και διαβίβασε την «τελική έκθεσή» της στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στις πολωνικές εισαγγελικές αρχές, μαζί με συστάσεις για επακόλουθες ενέργειες.
Η έρευνα
11. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με τις ανησυχίες του καταγγέλλοντος ότι η OLAF δεν:
α) αναζήτηση και αποδοχή αποδεικτικών στοιχείων που είναι αποθηκευμένα στους εξυπηρετητές της εταιρείας του καταγγέλλοντος·
β) να διερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο οι πολωνικές αρχές συγκέντρωσαν αποδεικτικά στοιχεία που οδήγησαν στη διοικητική απόφαση ανάκτησης κεφαλαίων από την εταιρεία του καταγγέλλοντος·
γ) να καλέσει σε συνέντευξη τον καταγγέλλοντα και να του δώσει πρόσβαση στον φάκελο· και
δ) να του δοθεί η δυνατότητα να σχολιάσει τα συμπεράσματα της OLAF πριν από την αποστολή τους στις πολωνικές εισαγγελικές αρχές.
12. Η ομάδα έρευνας του Διαμεσολαβητή εξέτασε όλη την αλληλογραφία μεταξύ του καταγγέλλοντος και της OLAF και επιθεώρησε επίσης τον φάκελο της OLAF για την υπόθεση αυτή. Η έκθεση ελέγχου απεστάλη στον καταγγέλλοντα για παρατηρήσεις.
Συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων από την OLAF
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
13. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η OLAF δεν αναζήτησε και δεν δέχθηκε ως αποδεικτικά στοιχεία δεδομένα αποθηκευμένα στους διακομιστές της εταιρείας που βρίσκονται στη Μάλτα και αποφάσισε μονομερώς ποια αποδεικτικά στοιχεία είναι χρήσιμα για την έρευνά της. Η OLAF συνέλεξε μόνο πληροφορίες «υπόμορφή εγγράφων»από την εταιρεία και τους αναδόχους της στην Πολωνία και δεν συγκέντρωσε ψηφιακά αποδεικτικά στοιχεία αποθηκευμένα στους διακομιστές της στη Μάλτα. Με τον τρόπο αυτό, η OLAF παρέλειψε να ενεργήσει αμερόληπτα και να συλλέξει όλα τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, τόσο τα ενοχοποιητικά όσο και τα απαλλακτικά.
14. Στις απαντήσεις της στον καταγγέλλοντα, η OLAF δήλωσε ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό 883/2013[4] και τις εσωτερικές κατευθυντήριες γραμμές της[5], εναπόκειται στην OLAF να καθορίσει ποια ερευνητικά μέτρα πρέπει να ληφθούν και πότε. Οι ερευνητές της OLAF διεξάγουν τις ερευνητικές δραστηριότητες που κρίνονται αναγκαίες για την αναζήτηση αποδεικτικών στοιχείων υπέρ και κατά του υπό έρευνα προσώπου. Η OLAF πρόσθεσε ότι θα δώσει στον καταγγέλλοντα την ευκαιρία να σχολιάσει τα γεγονότα που τον αφορούν[6] μόλις ολοκληρωθεί η έρευνα.
15. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης ελέγχου με την ομάδα έρευνας του Διαμεσολαβητή, οι εκπρόσωποι της OLAF εξήγησαν ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν στις εγκαταστάσεις του λογιστή του καταγγέλλοντος στην Πολωνία, σε εκείνες ενός από τους προμηθευτές της εταιρείας (επίσης στην Πολωνία), καθώς και από τις πολωνικές αρχές και τον διαχειριστή αφερεγγυότητας της εταιρείας ήταν επαρκή για να καταλήξει η OLAF στα συμπεράσματά της.
16. Εξήγησαν επίσης ότι ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην OLAF δηλώνοντας ότι οι πληροφορίες που θα αποδείκνυαν την αθωότητά του αποθηκεύονταν στους διακομιστές της εταιρείας στη Μάλτα, στους οποίους ισχυρίστηκε ότι δεν θα είχε πλέον πρόσβαση μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2016. Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν παρείχε καμία ένδειξη σχετικά με το είδος των πληροφοριών που θα μπορούσαν να αποθηκευτούν στους εν λόγω διακομιστές. Επιπλέον, απέστειλε την επιστολή του στις 28 Δεκεμβρίου 2016, δηλαδή κατά την περίοδο των Χριστουγέννων του 2016, όταν η έρευνα της OLAF είχε σχεδόν ολοκληρωθεί. Τον Ιανουάριο του 2017, η OLAF απάντησε και τον ενημέρωσε ότι, μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, θα του δινόταν η δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του σχετικά με τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά. Επιπλέον, κλήθηκε να παράσχει στην OLAF κάθε σχετική πληροφορία σχετικά με την έρευνα.
17. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την έκθεση επιθεώρησης που συνέταξε η ομάδα έρευνας του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η OLAF θα έπρεπε να είχε συλλέξει όχι μόνο τα αποδεικτικά στοιχεία που τον ενοχοποιούν, αλλά και τα αποδεικτικά στοιχεία στους εξυπηρετητές στη Μάλτα, τα οποία ήταν πιθανό να τον απαλλάξουν[7]. Ο καταγγέλλων εξήγησε περαιτέρω ότι, κατά τον χρόνο που ερευνήθηκε από την OLAF, δεν του επιτρεπόταν νομικά να παραδώσει τους διακομιστές. Τέλος, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι ήταν «παράλογο»το γεγονός ότι η OLAF δεν θα διενεργούσε έρευνα λόγω των εορτών των Χριστουγέννων. Αμφισβήτησε επίσης τη δήλωση της OLAF ότι δεν είχε παράσχει καμία ένδειξη σχετικά με το είδος των πληροφοριών που θα μπορούσαν να αποθηκευτούν στους διακομιστές στη Μάλτα.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
18. Βάσει του κανονισμού 883/2013, η OLAF διαθέτει πλήρη ανεξαρτησία και ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο διεξάγει τις έρευνές της. Ωστόσο, η χρήση διακριτικής ευχέρειας δεν μπορεί να οδηγήσει σε αυθαιρεσία και, ως εκ τούτου, οι εξουσίες της OLAF υπόκεινται σε νομικά όρια, τα οποία καθορίζονται από τον κανονισμό και τη νομολογία της ΕΕ[8]. Μολονότι η OLAF διαθέτει ασφαλώς διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την επιλογή των καταλληλότερων μεθόδων και τεχνικών έρευνας, δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την υποχρέωσή της να αναζητεί αποδεικτικά στοιχεία υπέρ και κατά του υπό έρευνα προσώπου και να διεξάγει τις έρευνές της αντικειμενικά και αμερόληπτα[9]. Πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλες τις σχετικές πτυχές της υπόθεσης (τόσο τα ενοχοποιητικά όσο και τα απαλλακτικά αποδεικτικά στοιχεία), προκειμένου να διατηρηθεί η αντικειμενικότητα και η δικαιοσύνη. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν του ζητείται να διερευνήσει μια πτυχή της υπόθεσης που θα μπορούσε να απαλλάξει το υπό έρευνα πρόσωπο[10]. Εάν η OLAF αποφασίσει να μην το πράξει, πρέπει να παράσχει εύλογη αιτιολόγηση.
19. Στην προκειμένη περίπτωση, η OLAF δεν έδωσε συνέχεια στο αίτημα του καταγγέλλοντος να αναζητήσει και να συγκεντρώσει αποδεικτικά στοιχεία από τους διακομιστές της εταιρείας που βρίσκονται στη Μάλτα. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι υπάρχουν διάφοροι λόγοι που εξηγούν γιατί η OLAF επέλεξε να μην το πράξει. Πρώτον, ενώ ο καταγγέλλων υπέβαλε το αίτημα αυτό στις 28 Δεκεμβρίου 2016, δήλωσε επίσης ότι, στο τέλος του 2016, οι πληροφορίες και τα αποδεικτικά στοιχεία που ήταν αποθηκευμένα στους διακομιστές στη Μάλτα θα χάνονταν. Δεν ήταν σαφές αν η OLAF θα ήταν σε θέση να επιδιώξει τη συγκέντρωση των αποδεικτικών στοιχείων μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2016. Ως εκ τούτου, η OLAF θα μπορούσε εύλογα να θεωρήσει ότι το αίτημα του καταγγέλλοντος, το οποίο υποβλήθηκε τρεις ημέρες πριν από το τέλος του έτους και κατά τη διάρκεια των χειμερινών διακοπών, υποβλήθηκε πολύ αργά. Δεύτερον, ο καταγγέλλων δεν παρείχε διεύθυνση ούτε πληροφορίες σχετικά με τον τόπο στον οποίο βρίσκονταν οι εν λόγω διακομιστές, πέραν του ότι βρίσκονταν στη Μάλτα. Τρίτον, ο καταγγέλλων είχε αρκετές ευκαιρίες να αναφέρει το ζήτημα των εξυπηρετητών στην OLAF, αρχής γενομένης από την ημερομηνία κατά την οποία του κοινοποιήθηκε η έρευνα (9 Σεπτεμβρίου 2015). Τέλος, σε αντίθεση με όσα δήλωσε η OLAF, ο καταγγέλλων παρέσχε στην OLAF πληροφορίες σχετικά με το είδος ή τη φύση των αποδεικτικών στοιχείων που ήταν αποθηκευμένα στους εξυπηρετητές της εταιρείας στη Μάλτα[11]. Ωστόσο, δεν εξήγησε γιατί ή πώς οι πληροφορίες αυτές θα μπορούσαν να τον απαλλάξουν.
20. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια διαπιστώνει ότι η OLAF, μη επιδιώκοντας να ανακτήσει και να συλλέξει τις ψηφιακές πληροφορίες που ανέφερε ο καταγγέλλων, δεν έκανε κατάχρηση της διακριτικής της ευχέρειας. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι, σε κάθε περίπτωση, ο καταγγέλλων είχε επίσης τη δυνατότητα να θέσει το ζήτημα των εικαζόμενων απαλλακτικών αποδεικτικών στοιχείων που ήταν αποθηκευμένα στους εξυπηρετητές που βρίσκονται στη Μάλτα στις εθνικές αρχές στις οποίες η OLAF διαβίβασε την τελική της έκθεση και τις συστάσεις της.
21. Τούτου λεχθέντος, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ένας δημόσιος φορέας θα πρέπει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να συνδράμει τους πολίτες όταν υποβάλλουν εύλογα αιτήματα. Εάν δεν είναι δυνατόν να ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους, το θεσμικό όργανο θα πρέπει να εξηγήσει γιατί συμβαίνει αυτό. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής εξέτασε προσεκτικά τις εξηγήσεις που έδωσε η OLAF στον καταγγέλλοντα ως προς τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να μην αναζητήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε αναφέρει ο καταγγέλλων στα αιτήματά του. Στις απαντήσεις της προς τον καταγγέλλοντα τον Ιανουάριο του 2017, η OLAF απλώς αναφέρθηκε στη διακριτική της ευχέρεια να αποφασίζει ποια ερευνητικά μέτρα πρέπει να ληφθούν και σε ποια χρονική στιγμή, καθώς και στην αρχή ότι οι ανακριτές της διεξάγουν τις ερευνητικές δραστηριότητες που κρίνονται αναγκαίες για την αναζήτηση αποδεικτικών στοιχείων υπέρ και κατά του υπό έρευνα προσώπου. Οι δηλώσεις αυτές έχουν πολύ γενικό χαρακτήρα και δεν εξηγούν τους λόγους για τους οποίους, εν προκειμένω, οι ερευνητές δεν έκριναν αναγκαίο να επιδιώξουν τη συγκέντρωση των επίμαχων αποδεικτικών στοιχείων. Μόνο κατά τη διάρκεια της συνάντησης ελέγχου μεταξύ της ομάδας έρευνας του Διαμεσολαβητή και των εκπροσώπων της OLAF οι τελευταίοι παρείχαν λεπτομερείς εξηγήσεις συναφώς.
22. Μολονότι εναπέκειτο στην OLAF να αξιολογήσει κατά πόσον τα αποδεικτικά στοιχεία που συλλέχθηκαν στην Πολωνία ήταν επαρκή για να καταλήξει στα συμπεράσματά της, η OLAF όφειλε να εξηγήσει καλύτερα στον καταγγέλλοντα τους λόγους για τους οποίους δεν έκρινε αναγκαίο να διερευνήσει περαιτέρω τα εικαζόμενα απαλλακτικά αποδεικτικά στοιχεία που ήταν αποθηκευμένα στους διακομιστές της εταιρείας στη Μάλτα. Επιπλέον, το γεγονός ότι ζήτησε από την OLAF να αναζητήσει τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία κατά τη διάρκεια της περιόδου των διακοπών δεν σημαίνει ότι η OLAF δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στο αίτημα αυτό μετά τη διακοπή.
23. Δεδομένου ότι η έρευνα της OLAF έχει πλέον περατωθεί, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η περαιτέρω εξέταση του θέματος δεν θα εξυπηρετούσε κανένα σκοπό. Ωστόσο, θα κάνει μια πρόταση βελτίωσης για το μέλλον.
Εικαζόμενη παράλειψη διερεύνησης των πολωνικών αρχών
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
24. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η OLAF δεν κατάφερε να επιλύσει τη διαφορά μεταξύ της εταιρείας και των πολωνικών αρχών[12] και να διερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο οι πολωνικές αρχές συγκέντρωσαν τα αποδεικτικά στοιχεία που οδήγησαν στην έκδοση της απόφασης ανάκτησης κεφαλαίων από την εταιρεία.
25. Στις απαντήσεις της στον καταγγέλλοντα, η OLAF επισήμανε ότι οι πολωνικές αρχές είχαν διενεργήσει επαληθεύσεις σχετικά με έργα, οι οποίες οδήγησαν σε αποφάσεις ανάκτησης μη επιλέξιμων δαπανών και οι οποίες στη συνέχεια προσβλήθηκαν από τον καταγγέλλοντα ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών και δικαστικών αρχών. Ως εκ τούτου, η διαφορά μεταξύ της εταιρίας και των πολωνικών αρχών δεν ενέπιπτε στην αρμοδιότητα της OLAF. Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης επιθεώρησης με την ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας, οι εκπρόσωποι της OLAF εξήγησαν επίσης ότι ο καταγγέλλων είχε διατυπώσει διάφορους ισχυρισμούς περί διαφθοράς κατά των πολωνικών αρχών, οι οποίοι ήταν διαφορετικοί από το υπό έρευνα θέμα. Οι νέες αυτές ανησυχίες διαβιβάστηκαν στην αρμόδια μονάδα της OLAF για περαιτέρω αξιολόγηση[13]. Η μονάδα εξέτασε τις πληροφορίες που έλαβε και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε ανάγκη να κινηθεί έρευνα για το θέμα αυτό.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
26. Από τις πληροφορίες του φακέλου που επιθεώρησε ο Διαμεσολαβητής προκύπτει ότι η διαφορά μεταξύ του καταγγέλλοντος και των πολωνικών αρχών αφορούσε το κατά πόσον οι έλεγχοι που διενεργήθηκαν από τις εθνικές αρχές (οι οποίοι οδήγησαν στην απόφαση ανάκτησης των κεφαλαίων που έλαβε η εταιρεία) ήταν δίκαιοι και αναλογικοί. Ως εκ τούτου, η εξήγηση της OLAF προς τον καταγγέλλοντα ότι δεν ενέπιπτε στην αρμοδιότητά της για την αντιμετώπιση συγκρούσεων μεταξύ ιδιωτών και εθνικών αρχών είναι ορθή.
27. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι ο καταγγέλλων εξέφρασε ανησυχίες σχετικά με τη διαφθορά από τις πολωνικές αρχές. Η OLAF διαβίβασε τις πληροφορίες που έλαβε από τον καταγγέλλοντα στην αρμόδια μονάδα της OLAF για αξιολόγηση. Η εν λόγω μονάδα δεν έκρινε αναγκαίο να κινήσει έρευνα για το θέμα με βάση τις πληροφορίες αυτές. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την έκθεση που συντάχθηκε μετά τον έλεγχο που διενεργήθηκε από την ομάδα έρευνας του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων δεν διατύπωσε παρατηρήσεις επί του σημείου αυτού.
28. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η OLAF έχει λάβει επαρκή μέτρα σε σχέση με το ζήτημα αυτό.
Δικαίωμα υπεράσπισης
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
29. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η OLAF αρνήθηκε i) να του δώσει συνέντευξη και ii) να του παράσχει πρόσβαση στον φάκελο της έρευνας[14], κατά παράβαση του δικαιώματος υπεράσπισής του. Ως εκ τούτου, δεν γνώριζε τα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου της OLAF στα οποία η OLAF στήριξε τα πορίσματά της και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να τα σχολιάσει[15].
30. Στις απαντήσεις της στον καταγγέλλοντα, η OLAF εξήγησε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία της ΕΕ[16], η «ευκαιρία υποβολής παρατηρήσεων» επαρκεί για να διασφαλιστεί ο σεβασμός του δικαιώματος υπεράσπισης του υπό έρευνα προσώπου (άρθρο 48 παράγραφος 2 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ) και ότι η άρνηση παροχής πρόσβασης στον φάκελο της έρευνας δεν παραβιάζει το δικαίωμα χρηστής διοίκησης (άρθρο 41 παράγραφος 2 του Χάρτη). Η παροχή πρόσβασης σε έγγραφα που περιέχονται στον φάκελο της OLAF θα μπορούσε να βλάψει την ερευνητική της δραστηριότητα και να αντιβαίνει στην υποχρέωσή της να διαφυλάσσει την εμπιστευτικότητα της έρευνας, το επαγγελματικό απόρρητο και την προστασία των δεδομένων. Επιπλέον, τα συμπεράσματα των τελικών εκθέσεών της δεν μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τη νομική κατάσταση του υπό έρευνα προσώπου. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η OLAF διαβιβάζει πληροφορίες σε ενωσιακές ή εθνικές αρχές για περαιτέρω δράση και οι εν λόγω αρχές προτίθενται να εκδώσουν, βάσει στοιχείων που έχουν διαπιστωθεί κατά τη διάρκεια έρευνας της OLAF, πράξη που θίγει πρόσωπο το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας από την OLAF, το εν λόγω πρόσωπο μπορεί να ζητήσει από τις εν λόγω αρχές πρόσβαση στον φάκελο, σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες που ισχύουν στην εν λόγω χώρα.
31. Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης επιθεώρησης με την ομάδα έρευνας του Διαμεσολαβητή, οι εκπρόσωποι της OLAF ανέπτυξαν τη διαφορά μεταξύ της «συνέντευξης» (άρθρο 9 παράγραφος 2 του κανονισμού 883/2013) και της «ευκαιρίας υποβολής παρατηρήσεων» (άρθρο 9 παράγραφος 4 του κανονισμού 883/2013). Επισήμαναν ότι ο κανονισμός 883/2013 δεν παρέχει στο υπό έρευνα πρόσωπο δικαίωμα συνέντευξης. Η δυνατότητα διεξαγωγής συνεντεύξεων αποτελεί απλώς ένα από τα ερευνητικά μέτρα που έχουν στη διάθεσή τους οι ελεγκτές της OLAF. Επομένως, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της OLAF να αποφασίζει, σε κάθε περίπτωση, αν ένα τέτοιο μέτρο θα ήταν αναγκαίο. Στην περίπτωση αυτή, η OLAF έκρινε ότι, με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν, δεν θα ήταν αναγκαία η συνέντευξη με τον καταγγέλλοντα.
32. Από την άλλη πλευρά, η δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 4 του κανονισμού 883/2013 μπορεί να ασκηθεί είτε γραπτώς είτε προφορικά κατά τη διάρκεια συνέντευξης. Στην παρούσα υπόθεση, η OLAF κάλεσε τον καταγγέλλοντα να υποβάλει γραπτές παρατηρήσεις σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της έρευνας της OLAF. Ως εκ τούτου, έγινε πλήρως σεβαστό το δικαίωμα υπεράσπισης του καταγγέλλοντος.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
33. Η OLAF έδωσε στον καταγγέλλοντα την ευκαιρία να σχολιάσει τα γεγονότα που τον αφορούν[17]. Αυτό που αμφισβητεί ο καταγγέλλων είναι το γεγονός ότι η OLAF επέλεξε να το πράξει γραπτώς και όχι σε συνέντευξη.
34. Υπό το πρίσμα των εφαρμοστέων κανόνων[18], εναπόκειται σαφώς στην OLAF να αποφασίσει αν ο καταγγέλλων θα πρέπει να κληθεί να σχολιάσει τα γεγονότα γραπτώς ή σε συνέντευξη. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος ελήφθησαν υπόψη από την OLAF στην τελική της έκθεση σχετικά με την έρευνα. Εν πάση περιπτώσει, ο καταγγέλλων δεν εξήγησε γιατί το γεγονός ότι υπέβαλε τις παρατηρήσεις του γραπτώς αντί σε συνέντευξη προσέβαλε το δικαίωμα υπεράσπισής του.
35. Οι έρευνες της OLAF δεν έχουν ποινικό χαρακτήρα, στο πλαίσιο των οποίων η ακρόαση μπορεί να είναι υποχρεωτική. Έχουν διοικητικό χαρακτήρα. Όπως εξήγησε η OLAF, οι τελικές εκθέσεις της δεν είναι δεσμευτικές για τις εθνικές αρχές και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πράξη που επηρεάζει δυσμενώς το πρόσωπο το οποίο αφορά η έρευνα της OLAF[19]. Δεδομένου ότι οι τελικές συστάσεις της OLAF υποβάλλονται στις αρμόδιες εθνικές αρχές, εναπόκειται στις αρχές αυτές, εάν προτίθενται να λάβουν μέτρα που θίγουν το εν λόγω πρόσωπο, να του παράσχουν τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα υπεράσπισής του σύμφωνα με την εφαρμοστέα διοικητική ή ποινική διαδικασία[20].
36. Τούτου λεχθέντος, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, μολονότι η OLAF έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίζει ποιο ερευνητικό μέτρο είναι το καταλληλότερο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, θα πρέπει να εξηγεί σαφώς τους λόγους για τους οποίους επιλέγει να μην διενεργήσει συνέντευξη όταν το υπό έρευνα πρόσωπο το ζητεί. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα υποβάλει κατωτέρω πρόταση βελτίωσης.
37. Τέλος, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι οι λόγοι που προέβαλε η OLAF για την άρνηση πρόσβασης στον φάκελο της έρευνας είναι ορθοί και σύμφωνοι με τη σχετική νομολογία της ΕΕ. Όπως εξηγήθηκε ανωτέρω, στο πλαίσιο της εθνικής έρευνας πρέπει να παρέχεται στον καταγγέλλοντα η δυνατότητα να εξετάσει όλα τα έγγραφα ή τα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου της έρευνας που ενδέχεται να είναι σημαντικά για την υπεράσπισή του. Επιπλέον, η νομολογία που επικαλείται ο καταγγέλλων[21] δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι η τελική έκθεση της OLAF δεν αποτελεί βλαπτική πράξη για πρόσωπο που αποτελεί αντικείμενο έρευνας της OLAF.
Δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων πριν από την αποστολή της έκθεσης της OLAF στις πολωνικές εισαγγελικές αρχές
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
38. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η OLAF απέστειλε την τελική της έκθεση στις εθνικές αρχές προτού του δώσει την ευκαιρία να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του επ’ αυτής.
39. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου, οι εκπρόσωποι της OLAFεπιβεβαίωσαν ότι η OLAF είχε αποστείλει την τελική έκθεση στις πολωνικές αρχές μόνον αφού ο καταγγέλλων είχε υποβάλει τις παρατηρήσεις του.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
40. Από τον έλεγχο των εγγράφων του φακέλου της OLAF επιβεβαιώθηκε ότι η OLAF είχε αποστείλει την τελική έκθεσή της στις εθνικές αρχές, αφού έλαβε τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που τον αφορούν και αφού ενσωμάτωσε τις παρατηρήσεις αυτές στην τελική έκθεση. Σε περίπτωση που τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος έπρεπε να νοηθούν ως αναφερόμενα όχι μόνο στην τελική έκθεση, αλλά και στην επικοινωνία που είχε η OLAF με τις εθνικές αρχές κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η επικοινωνία αυτή συνίστατο απλώς στη συλλογή πληροφοριών.
41. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση στον τρόπο με τον οποίο η OLAF διεξήγαγε την έρευνά της στην παρούσα υπόθεση.
Συμπέρασμα
Βάσει της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια περατώνει την υπόθεση με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης στην υπόθεση αυτή.
Ο καταγγέλλων και η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Προτάσεις βελτίωσης
Όποτε κάνει χρήση της διακριτικής της ευχέρειας για να αποφασίσει ποια ερευνητικά μέτρα πρέπει να ληφθούν και σε ποια χρονική στιγμή, η OLAF θα πρέπει να εξηγεί σαφώς, εάν το ζητήσει το υπό έρευνα πρόσωπο, τους λόγους για τους οποίους επιλέγει να λάβει (ή όχι) συγκεκριμένο ερευνητικό μέτρο.
Η OLAF θα πρέπει να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους επιλέγει να μην διενεργήσει συνέντευξη, εάν το υπό έρευνα πρόσωπο της το ζητήσει.
η Έμιλι Ο' Ράιλι
Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής
Στρασβούργο, 07/12/2018
[1] Ο καταγγέλλων ήταν «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» στην εν λόγω έρευνα. Ως «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» νοείται «κάθεπρόσωπο ή οικονομικός φορέας για τον οποίο υπάρχουν υπόνοιες ότι έχει διαπράξει απάτη, διαφθορά ή οποιαδήποτε άλλη παράνομη δραστηριότητα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και ο οποίος, ως εκ τούτου, υπόκειται σε έρευνα» από την OLAF [άρθρο 2 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης τηςΑπάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου, ΕΕ L 248 της 18.9.2013, σ. 1-22].
[2] Με τον Οργανισμό Περιφερειακής Ανάπτυξης της Δυτικής Πομερανίας (ZARR) και με τον Πολωνικό Οργανισμό Βιομηχανικής Ανάπτυξης (PARP).
[3] Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, μετά το τέλος Δεκεμβρίου 2016, δεν θα έχει πλέον πρόσβαση στους εν λόγω διακομιστές.
[4] Βλ. υποσημείωση 1 ανωτέρω.
[5] Άρθρο 11 των κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τις διαδικασίες έρευνας για το προσωπικό της OLAF (GIPS).
[6] Όπως προβλέπεται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 του κανονισμού 883/2013.
[7] Ο καταγγέλλων παρέπεμψε στο άρθρο 8.5 των ΓΕΔΣ, το οποίο προβλέπει ότι: «Όλεςοι πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία, είτε ενοχοποιητικά είτε απαλλακτικά, που συλλέγονται κατά τη διάρκεια ερευνών ή υποθέσεων συντονισμού, συλλέγονται και καταγράφονται δεόντως.»
[8] Κατά τη νομολογία της Ένωσης, όταν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τις αποφάσεις ή τα μέτρα που λαμβάνουν, οφείλουν να σέβονται τα δικαιώματα που εγγυάται η έννομη τάξη της Ένωσης στο πλαίσιο των διοικητικών διαδικασιών. Στις εγγυήσεις αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η υποχρέωση του θεσμικού οργάνου να εξετάζει με επιμέλεια και αμεροληψία όλα τα κρίσιμα στοιχεία της συγκεκριμένης υπόθεσης, το δικαίωμα του υπό έρευνα προσώπου να γνωστοποιήσει την άποψή του και να λάβει επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Νοεμβρίου 1991, Technische Universität München κατά Hauptzollamt München-Mitte, υπόθεση C-269/90, ECLI:EU:C:1991:438, σκέψη 14).
[9] Το άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού 883/2013 προβλέπει ότι «Στιςέρευνές της, η Υπηρεσία αναζητεί αποδεικτικά στοιχεία υπέρ και κατά του ενδιαφερόμενου προσώπου. Οι έρευνες διεξάγονται αντικειμενικά και αμερόληπτα και σύμφωνα με την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας και με τις διαδικαστικές εγγυήσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο». (η υπογράμμιση δική μου)
[10] Βλ. επίσης απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 8ης Νοεμβρίου 2017, Ivanyushchenko κατά Συμβουλίου, υπόθεση T-246/15, ECLI:EU:T:2017:789, σκέψεις 74 και 117.
[11] Στην επιστολή του της 28ης Δεκεμβρίου 2016, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στην «επικοινωνίαμεταξύ διοίκησης και εργαζομένων, επικοινωνία μεταξύ της εταιρείας και των υπεργολάβων της για κάθε εργασία του έργου»,στα «αρχείαπηγαίου κώδικα, τεχνική τεκμηρίωση, σεμινάρια κατάρτισης εργαζομένων και τελικών χρηστών»και στην «τεκμηρίωσητου τρόπου με τον οποίο προέκυψε κάθε φάση, κάθε εργασία, ακόμη και κάθε έγγραφο του έργου, ποιος το διατήρησε, πώς συντηρήθηκε».
[12] Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, οι πολωνικές αρχές δεν τήρησαν το δίκαιο της ΕΕ κατά την άσκηση των καθηκόντων τους διαχείρισης και ελέγχου όσον αφορά τις δημόσιες δαπάνες σε σχέση με το εν λόγω έργο και ερμήνευσαν εσφαλμένα την αρχή του θεμιτού ανταγωνισμού.
[13] Μονάδα 0.1 - Μονάδα Εξέτασης Ερευνών και Επιλογής.
[14] Ο καταγγέλλων προέβαλε το επιχείρημα σχετικά με την άρνηση της OLAF να του παράσχει πρόσβαση στον φάκελο στις παρατηρήσεις του σχετικά με την έκθεση ελέγχου που συνέταξε η ομάδα έρευνας του Διαμεσολαβητή.
[15] Συναφώς, ο καταγγέλλων επικαλέστηκε την απόφαση Aalborg Portland A/S κ.λπ. κατά Επιτροπής, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-204/00 P, C-205/00 P, C-211/00 P, C-213/00 P, C-217/00 P και C-219/00 P, σκέψη 68.
[16] Gomez-Reino κατά Επιτροπής, υπόθεση T-215/02, ECLI:EU:T:2003:352, σκέψη 65· Νικολάου κατά Επιτροπής, υπόθεση T-259/03, ECLI:EU:T:2007:254, σκέψεις 242-246· Franchet και Byk κατά Επιτροπής, υπόθεση T-48/05, ECLI:EU:T:2008:257, σκέψεις 255-258· Catinis κατά Επιτροπής, υπόθεση T-477/11, ECLI:EU:T:2014:267, σκέψεις 63-64· και IMG κατά Επιτροπής, υπόθεση T-110/15, ECLI:EU:T:2016:322, σκέψεις 34-36.
[17] Η OLAF κάλεσε τον καταγγέλλοντα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του στις 19 Απριλίου 2017 (στα αγγλικά) και εκ νέου στις 24 Μαΐου 2017 (κατόπιν αιτήματός του, στα πολωνικά). Του έδωσε επίσης τη δυνατότητα να υποβάλει εγκαίρως γραπτές πληροφορίες, πράγμα που έπραξε με δήλωση της 5ης Ιουνίου 2016.
[18] Το άρθρο 9 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο του κανονισμού 883/2013 προβλέπει ότι «μετάτην ολοκλήρωση της έρευνας και πριν από τη σύνταξη συμπερασμάτων που αναφέρονται ονομαστικά σε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, παρέχεται στο πρόσωπο αυτό η δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που το αφορούν». Το άρθρο 9 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο πρώτη περίοδος προβλέπει ότι «Γιατον σκοπό αυτό,η Υπηρεσία απευθύνει στον ενδιαφερόμενο πρόσκληση να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του είτε γραπτώς είτε κατά τη διάρκεια συνέντευξης με το προσωπικό που έχει ορίσει η Υπηρεσία». (η υπογράμμιση δική μου) Τέλος, το άρθρο 9 παράγραφος 2 προβλέπει ότι «ΗΥπηρεσία μπορεί να εξετάσει ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή μάρτυρα ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια έρευνας». (η υπογράμμιση δική μου)
[19] Επιτροπή κατά Violetti και λοιπών, υπόθεση T-261/09 P, ECLI:EU:T:2010:215, σκέψεις 46-73.
[20] Προαναφερθείσα απόφαση Νικολάου κατά Επιτροπής, σκέψεις 243-246· Προαναφερθείσα απόφαση IMG κατά Επιτροπής (σκέψη 34).
[21] Στην υπόθεση Aalborg Portland A/S κ.λπ. κατά Επιτροπής, την οποία επικαλέστηκε ο καταγγέλλων, το Δικαστήριο έκρινε ότι, κατά τη διεξαγωγή διοικητικών ερευνών και την επιβολή προστίμων για αντίθετες προς τον ανταγωνισμό πρακτικές και συμφωνίες, η Επιτροπή πρέπει να παρέχει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση τη δυνατότητα να εξετάσει όλα τα έγγραφα του φακέλου της έρευνας που μπορεί να είναι κρίσιμα για την άμυνά της, συμπεριλαμβανομένων τόσο των επιβαρυντικών όσο και των απαλλακτικών αποδεικτικών στοιχείων (σκέψη 68).