Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Σχέδιο σύστασης προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην καταγγελία 1844/2005/GG
Σύσταση
Υπόθεση 1844/2005/GG - Εκκίνηση έρευνας στις Πέμπτη | 26 Μαΐου 2005 - Σύσταση σχετικά με Τρίτη | 06 Ιουνίου 2006 - Απόφαση στις Τρίτη | 29 Μαΐου 2007
Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ
Στις 26 Ιουλίου 2004, ο καταγγέλλων, δημοσιογράφος που εργάζεται για τη γερμανική εβδομαδιαία εφημερίδα Stern, ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρόσβαση σε έγγραφο με αριθμό αναφοράς SEC(95) 447, το οποίο είχε ετοιμάσει η (τότε) Γενική Διεύθυνση («ΓΔ») XV της τελευταίας το 1995 ενόψει ενδεχόμενης διαδικασίας επί παραβάσει κατά της Ελλάδας, σχετικά με την κατασκευή νέου αερολιμένα στα Σπάτα.
Στις 10 Σεπτεμβρίου 2004, η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα αυτό βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (2) («κανονισμός 1049/2001»).
Στην επιβεβαιωτική του αίτηση της 20ής Σεπτεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την απόφαση αυτή, επισημαίνοντας ότι το έγγραφο ήταν σχεδόν δέκα ετών και ότι, ως εκ τούτου, η δημοσιοποίησή του δύσκολα θα μπορούσε να υπονομεύσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής. Υποστήριξε επίσης ότι υπήρχε υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων τόνισε i) ότι η Stern ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη εβδομαδιαία εφημερίδα στη Γερμανία και την Ευρώπη και είχε πολύ καλή φήμη λόγω της κριτικής και καλά ενημερωμένης κάλυψης των θεμάτων της ΕΕ· ii) ότι υπήρχε σημαντικό δημόσιο συμφέρον για την παροχή κονδυλίων της ΕΕ για το σχετικό έργο· iii) ότι πιθανές παρατυπίες σχετικά με το σχέδιο αυτό είχαν ήδη αποτελέσει αντικείμενο άρθρων σε μεγάλες εφημερίδες, όπως η Frankfurter Allgemeine Zeitung (30 Μαρτίου 1995) και η Sunday Telegraph (14 Μαρτίου 2004)· και iv) ότι αρκετοί βουλευτές του ΕΚ είχαν απευθύνει γραπτές ερωτήσεις στην Επιτροπή σχετικά με το θέμα αυτό.
Στην απόφασή της της 11ης Νοεμβρίου 2004, η Επιτροπή ενέμεινε στη θέση της και ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν μπορούσε να χορηγηθεί ούτε μερική πρόσβαση.
Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων επανέλαβε τα επιχειρήματα που είχε ήδη υποβάλει στην Επιτροπή. Προσέθεσε ότι ένας πρόσθετος λόγος για την πεποίθησή του ότι υπήρχε υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση ήταν τα πρόσφατα άρθρα στον Τύπο, ιδίως εκείνο που δημοσιεύθηκε στην Sunday Telegraph στις 24 Απριλίου 2005, σύμφωνα με το οποίο το πρόσωπο που είχε προσκαλέσει πρόσφατα τον Πρόεδρο της Επιτροπής για κρουαζιέρα ανήκε σε εταιρεία που είχε συμμετάσχει στο έργο για την κατασκευή νέου αεροδρομίου στα Σπάτα. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο η Επιτροπή δεν επιθυμούσε να αποκαλύψει το σχετικό έγγραφο ήταν ότι περιείχε πειστική υπόθεση για την κίνηση διαδικασίας επί παραβάσει κατά της Ελλάδας και ότι η Επιτροπή είχε αρνηθεί να ακολουθήσει τη συμβουλή αυτή. Επομένως, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η δημοσιοποίηση του εγγράφου δεν θα μπορούσε να επηρεάσει τις προπαρασκευαστικές εργασίες που πραγματοποίησαν οι δημόσιοι υπάλληλοι της Επιτροπής, αλλά την απόφαση της Επιτροπής, η οποία φαίνεται να βασίζεται σε αδύναμους λόγους και η οποία ενδεχομένως καθοδηγήθηκε από πολιτικές εκτιμήσεις.
Η ΕΡΕΥΝΑ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Η κατασκευή του «Νέου Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών στα Σπάτα» είχε χρηματοδοτηθεί εν μέρει από την ΕΕ, με το μέγιστο ποσό συνδρομής να έχει καθοριστεί σε 250 εκατ. ευρώ. Μετά από διαγωνισμό που προκηρύχθηκε το 1991 από το ελληνικό κράτος και επαναδιαπραγματεύθηκε το 1994, το έργο ανατέθηκε τελικά σε κοινοπραξία εταιρειών που συνήψε συμφωνία με το ελληνικό κράτος τον Ιούλιο του 1995. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν εξετάσει το ενδεχόμενο να κινήσουν ή όχι διαδικασίες επί παραβάσει κατά της Ελλάδας όσον αφορά την τροποποιημένη πρόσκληση υποβολής προσφορών. Κατά τη συνεδρίασή του της 29ης Μαρτίου 1995, το Σώμα των Επιτρόπων αποφάσισε να μην κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ελλάδας.
Τον Ιούλιο του 2004, ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση στα προπαρασκευαστικά έγγραφα της εν λόγω συνεδρίασης, δηλαδή ένα απόσπασμα από τη βάση δεδομένων (το λεγόμενο «δελτίο NIF») και ένα λεπτομερέστερο επεξηγηματικό σημείωμα που συνέταξε η ΓΔ XV για τον ίδιο σκοπό. Και τα δύο αυτά έγγραφα ήταν εσωτερικά έγγραφα και έφεραν τον αριθμό αναφοράς SEC(95) 447.
Η αίτηση του καταγγέλλοντος απορρίφθηκε για τους ακόλουθους λόγους:
Το σχετικό έγγραφο είχε συνταχθεί στο πλαίσιο της Επιτροπής ειδικά για την εξέταση καταγγελίας και για την προετοιμασία της αποφάσεως της Επιτροπής. Περιείχε πορίσματα, αξιολογήσεις και γνώμες των υπηρεσιών της Επιτροπής και αντανακλούσε τη μεταξύ τους συζήτηση. Τα στοιχεία αυτά ήταν ουσιώδη για τη συλλογική σύσκεψη του Σώματος των Επιτρόπων, όπως είχε επισημάνει το Δικαστήριο στην απόφασή του στην υπόθεση C-191/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας (3). Η γνωστοποίηση των προπαρασκευαστικών εγγράφων της αποφάσεως του Σώματος των Επιτρόπων της 29ης Μαρτίου 1995 θα έθιγε σοβαρά την άσκηση των εξουσιών της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 226 της Συνθήκης ΕΚ. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια ως προς το αν θα κινήσει ή όχι διαδικασία επί παραβάσει κατά κράτους μέλους. Ως εκ τούτου, οι συζητήσεις εντός του Σώματος των Επιτρόπων που προηγούνται μιας τέτοιας αποφάσεως θα μπορούσαν επίσης να περιλαμβάνουν διαφορετικές απόψεις.
Ως εκ τούτου, οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα πρέπει να είναι ελεύθερες να υποβάλλουν συμβουλές και γνώμες στις αρχές τους. Η ικανότητά τους να εκφράζουν τις απόψεις τους θα περιοριζόταν εάν, κατά τη σύνταξη εγγράφων όπως τα προαναφερθέντα, θα έπρεπε να λαμβάνουν υπόψη τη δυνατότητα δημοσιοποίησης των γνωμοδοτήσεων και της αξιολόγησής τους, ακόμη και μετά την περάτωση της υπόθεσης. Η προστασία αυτού του «χώρου σκέψης» ήταν θεμελιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της Επιτροπής, η οποία θα υπονομευόταν σοβαρά εάν το θεσμικό όργανο δεν μπορούσε πλέον να βασίζεται στην πλήρη και ειλικρινή συμβουλή των υπηρεσιών του.
Η απόφαση άρνησης της πρόσβασης στα δύο έγγραφα που προσδιορίστηκαν με τον αριθμό αναφοράς SEC(95) 447 βασίστηκε σε προσεκτική εξέταση του περιεχομένου τους. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή παρέπεμψε στις κατευθυντήριες γραμμές της, της 28ης Φεβρουαρίου 2003, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα που αφορούν διαδικασίες επί παραβάσει, αντίγραφο των οποίων επισύναψε. Σύμφωνα με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, τα έγγραφα που αφορούν διαδικασίες επί παραβάσει πρέπει να δημοσιοποιούνται μετά την περάτωση της υπόθεσης, δεδομένου ότι η ανάγκη προστασίας της έρευνας δεν υφίσταται πλέον, εκτός εάν άλλη ειδική εξαίρεση από το δικαίωμα πρόσβασης εμποδίζει την κοινολόγηση. Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι εξαιρέσεις αυτές εφαρμόστηκαν με περιοριστικό τρόπο, κατόπιν κατά περίπτωση αξιολόγησης. Κατά την άποψη της Επιτροπής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η δημοσιοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων θα έθιγε σοβαρά την ικανότητα της Επιτροπής να ασκεί αποτελεσματικά τις εξουσίες της δυνάμει των άρθρων 226 και 228 της συνθήκης ΕΚ.
Κατά συνέπεια, είχε εφαρμογή η εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1049/2001.
Το γεγονός ότι η απόφαση είχε ληφθεί πριν από δέκα χρόνια δεν άλλαξε το αποτέλεσμα αυτής της αξιολόγησης. Οι έλεγχοι που διενεργήθηκαν από τις υπηρεσίες της Επιτροπής όσον αφορά την κατασκευή του αερολιμένα των Σπάτων βρίσκονταν ακόμη σε εξέλιξη. Ως εκ τούτου, η υπόθεση απείχε πολύ από το να κλείσει και θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στη μελλοντική λήψη αποφάσεων.
Δεν μπορούσε να χορηγηθεί μερική πρόσβαση, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν μη ευαίσθητα τμήματα των σχετικών εγγράφων που θα μπορούσαν να δημοσιοποιηθούν.
Η υποβολή κρίσιμων εκθέσεων σχετικά με εικαζόμενα ελαττώματα στις δημόσιες συμβάσεις συνιστούσε δημόσιο συμφέρον. Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν απέδειξε ότι το συμφέρον αυτό υπερέβαινε την ανάγκη διασφάλισης της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της Επιτροπής. Το άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 24 Απριλίου 2005 δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη, δεδομένου ότι είχε δημοσιευθεί μετά την απόφαση που προσέβαλε ο καταγγέλλων.
Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι η άρνησή της να χορηγήσει πρόσβαση ήταν δικαιολογημένη βάσει των διατάξεων του κανονισμού 1049/2001.
Παρατηρήσεις των καταγγελλόντωνΟ καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις.
Περαιτέρω έρευνεςΜετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης της Επιτροπής, κρίθηκε αναγκαίο να διεξαχθούν περαιτέρω έρευνες.
Το αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίεςΣτις 18 Οκτωβρίου 2005, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες όσον αφορά τους «εν εξελίξει ελέγχους» και τους λόγους για τους οποίους θα έπρεπε να εμποδίσουν την κοινοποίηση του σχετικού εγγράφου στον καταγγέλλοντα. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι, εάν η Επιτροπή θεωρούσε ότι η απάντηση στην ερώτηση αυτή θα συνεπαγόταν την αποκάλυψη πληροφοριών που θεωρεί εμπιστευτικές, θα θεωρούσε αναγκαίο να εξετάσει τα έγγραφα που περιέχουν τις εν λόγω πληροφορίες.
Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε επίσης από την Επιτροπή να σχολιάσει τα επιχειρήματα στα οποία είχε στηριχθεί ο καταγγέλλων για να υποστηρίξει την άποψή του ότι υπήρχε υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση. Τα επιχειρήματα αυτά ήταν i) ότι η Stern ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη εβδομαδιαία εφημερίδα στη Γερμανία και την Ευρώπη και είχε πολύ καλή φήμη λόγω της κριτικής και καλά ενημερωμένης κάλυψης των εσωτερικών θεμάτων της ΕΕ· ii) ότι υπήρχε σημαντικό δημόσιο συμφέρον για την παροχή κονδυλίων της ΕΕ για το σχετικό έργο· iii) ότι πιθανές παρατυπίες σχετικά με το σχέδιο αυτό είχαν ήδη αποτελέσει αντικείμενο άρθρων σε μεγάλες εφημερίδες, όπως η Frankfurter Allgemeine Zeitung (30 Μαρτίου 1995) και η Sunday Telegraph (14 Μαρτίου 2004)· και iv) ότι αρκετοί βουλευτές του ΕΚ είχαν απευθύνει γραπτές ερωτήσεις στην Επιτροπή σχετικά με το θέμα αυτό.
Η απάντηση της ΕπιτροπήςΣτην απάντησή της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Η απόφαση της Επιτροπής να αρνηθεί την πρόσβαση στο σχετικό έγγραφο βασίστηκε στο άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001. Η Επιτροπή δεν είχε επικαλεστεί το άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση (το οποίο αφορά την προστασία του σκοπού επιθεώρησης, έρευνας και οικονομικού ελέγχου). Η αναφορά σε εν εξελίξει έλεγχο είχε περιληφθεί στη γνωμοδότηση επί της καταγγελίας ως επικουρικό επιχείρημα το οποίο δεν είχε επικαλεστεί η Επιτροπή κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο σχετικός έλεγχος είχε πλέον ολοκληρωθεί. Έκλεισε με απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης της 1ης Σεπτεμβρίου 2005. Ο έλεγχος, ο οποίος ξεκίνησε το 2003, αποσκοπούσε στον καθορισμό των δαπανών κατασκευής του αερολιμένα, στην εξέταση του εύλογου χαρακτήρα τους και του κατά πόσον η κατασκευή του αερολιμένα είχε ολοκληρωθεί σύμφωνα με την απόφαση της Επιτροπής για τη χορήγηση χρηματοδοτικής στήριξης, καθώς και στην αξιολόγηση των πραγματικών εσόδων του αερολιμένα σε σχέση με τα προβλεπόμενα. Η Ελλάδα είχε προσβάλει την απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης ενώπιον του Πρωτοδικείου (υπόθεση T-404/05).
Υπήρξε επίσης εκκρεμής υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου στην οποία αμφισβητήθηκε απόφαση της Επιτροπής με την οποία δεν επετράπη η πρόσβαση σε έγγραφα σχετικά με την κατασκευή του αερολιμένα των Σπάτων (υπόθεση T-380/04). Μολονότι τα επίμαχα στην υπόθεση εκείνη έγγραφα δεν ήταν πανομοιότυπα με τα επίμαχα στην υπό κρίση αιτίαση, αφορούσαν τις ίδιες περιστάσεις.
Αφού επανεξέτασε το ζητούμενο έγγραφο σε σχέση με τη νέα αυτή κατάσταση, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ολοκλήρωση του ελέγχου δεν μετέβαλε την προηγούμενη εκτίμησή της ότι η δημοσιοποίηση θα υπονόμευε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Πράγματι, η μελλοντική λήψη αποφάσεων για παρόμοιες υποθέσεις θα μπορούσε να επηρεαστεί σοβαρά από τη δημοσιοποίηση του ζητηθέντος εγγράφου, δεδομένου ότι θα δημοσιοποιούσε τις συζητήσεις μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής και τις συμβουλές που παρείχαν στο Σώμα των Επιτρόπων. Η γνωστοποίηση του ζητηθέντος εγγράφου, το οποίο αντανακλά ιδίως τη θέση μιας από τις υπηρεσίες της Επιτροπής, θα έθιγε την αρχή της συλλογικότητας, δεδομένου ότι η απόφαση κίνησης ή περάτωσης της διαδικασίας επί παραβάσει ελήφθη από το σώμα των επιτρόπων βάσει όλων των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για την εν λόγω απόφαση. Ως εκ τούτου, η δημοσιοποίηση θα παρεμπόδιζε την ικανότητα των υπηρεσιών της Επιτροπής να παρέχουν ειλικρινείς και πλήρεις συμβουλές και θα εξέθετε την Επιτροπή και τις υπηρεσίες της σε αδικαιολόγητη πίεση κατά την εξέταση μελλοντικών υποθέσεων στις οποίες η Επιτροπή εξετάζει το ενδεχόμενο να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει. Υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή είχε τη διακριτική ευχέρεια να λαμβάνει τέτοιες αποφάσεις.
Όσον αφορά την ύπαρξη υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος, ο Διαμεσολαβητής είχε διαπιστώσει, στην απόφασή του επί της καταγγελίας 412/2003/GG, ότι το στοιχείο αυτό έπρεπε να αποδειχθεί από τον αιτούντα πρόσβαση. Το γεγονός ότι ο καταγγέλλων εργαζόταν για το Stern αποδεικνύει ασφαλώς δημόσιο συμφέρον, αλλά δεν ισοδυναμεί με υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Ο καταγγέλλων δεν είχε τεκμηριώσει σε ποιο βαθμό οι «κρίσιμες αναφορές» συνεπάγονταν δημόσιο συμφέρον που υπερέβαινε το γενικό δημόσιο συμφέρον όσον αφορά την πρόσβαση σε έγγραφα.
Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι υπήρχε σημαντικό δημόσιο συμφέρον για τη χορήγηση χρηματοδοτικών μέσων από τα διαρθρωτικά ταμεία της Ένωσης στο σχετικό έργο. Τα άλλα σημεία που ανέφερε ο καταγγέλλων, όπως το άρθρο της εφημερίδας του 1995 και οι κοινοβουλευτικές ερωτήσεις (καμία από τις οποίες δεν είχε τεκμηριωθεί), υποτίθεται ότι έδειχναν δημόσιο ενδιαφέρον για την ορθή διαχείριση των κονδυλίων της ΕΕ. Ωστόσο, έπρεπε να αποδειχθεί ότι το συμφέρον αυτό υπερέβαινε το δημόσιο συμφέρον για την προστασία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της Επιτροπής.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του. Επισήμανε ότι η ίδια η Επιτροπή είχε επισημάνει ότι, σύμφωνα με τις δικές της κατευθυντήριες γραμμές, τα έγγραφα σχετικά με τις διαδικασίες επί παραβάσει μπορούσαν να δημοσιοποιηθούν μετά την περάτωση της σχετικής υπόθεσης. Δεδομένου ότι η διαδικασία επί παραβάσει είχε ήδη περατωθεί το 1995, μπορούσε να χορηγηθεί πρόσβαση. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, κατά τη γνώμη της, η Επιτροπή είχε αναφερθεί σε «εν εξελίξει ελέγχους». Τόνισε, ωστόσο, ότι αυτά έχουν πλέον τερματιστεί.
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση ήταν επιτακτικό, δεδομένου ότι υπήρχε λόγος να υποτεθεί ότι το Σώμα των Επιτρόπων δεν είχε ακολουθήσει τη συμβουλή που του είχε δοθεί. Επομένως, υπήρχαν υπόνοιες ότι η απόφαση ήταν καταχρηστική ή τουλάχιστον ανεπαρκώς αιτιολογημένη.
Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η Επιτροπή δεν είχε εξετάσει το αίτημα του Διαμεσολαβητή για επιθεώρηση εγγράφων και ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να επιμείνει στο αίτημα αυτό.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Εικαζόμενη παράλειψη ορθής διεκπεραίωσης της αίτησης πρόσβασης σε έγγραφα1.1 Ο καταγγέλλων, Γερμανός δημοσιογράφος, ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρόσβαση σε έγγραφο με στοιχεία αναφοράς SEC(95) 447, το οποίο είχε εκπονήσει η (τότε) Γενική Διεύθυνση («ΓΔ») XV της τελευταίας το 1995 ενόψει πιθανής διαδικασίας επί παραβάσει κατά της Ελλάδας, σχετικά με την κατασκευή νέου αερολιμένα στα Σπάτα. Το παρόν έγγραφο αποτελείται από δύο μέρη, το λεγόμενο «δελτίο NIF» και μια αιτιολογική έκθεση της ΓΔ XV. Στις 10 Σεπτεμβρίου 2004, η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα αυτό βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (4) («κανονισμός 1049/2001»).
Στην επιβεβαιωτική του αίτηση, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι το έγγραφο ήταν σχεδόν δέκα ετών και ότι, ως εκ τούτου, η δημοσιοποίησή του δύσκολα θα μπορούσε να υπονομεύσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής. Υποστήριξε επίσης ότι υπήρχε υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων τόνισε i) ότι η Stern, για την οποία εργαζόταν, ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη εβδομαδιαία εφημερίδα στη Γερμανία και την Ευρώπη και είχε πολύ καλή φήμη λόγω της κριτικής και καλά ενημερωμένης κάλυψης των θεμάτων της ΕΕ· ii) ότι υπήρχε σημαντικό δημόσιο συμφέρον για την παροχή κονδυλίων της ΕΕ για το σχετικό έργο· iii) ότι πιθανές παρατυπίες σχετικά με το σχέδιο αυτό είχαν ήδη αποτελέσει αντικείμενο άρθρων σε μεγάλες εφημερίδες, όπως η Frankfurter Allgemeine Zeitung (30 Μαρτίου 1995) και η Sunday Telegraph (14 Μαρτίου 2004)· και iv) ότι αρκετοί βουλευτές του ΕΚ είχαν απευθύνει γραπτές ερωτήσεις στην Επιτροπή σχετικά με το θέμα αυτό.
Στην απόφασή της της 11ης Νοεμβρίου 2004, η Επιτροπή ενέμεινε στη θέση της και ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν μπορούσε να χορηγηθεί ούτε μερική πρόσβαση.
1.2 Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν διεκπεραίωσε ορθά την αίτησή του για πρόσβαση.
1.3 Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε ότι η κατασκευή του «Νέου Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών στα Σπάτα» είχε χρηματοδοτηθεί εν μέρει από την ΕΕ. Μετά από διαδικασία διαγωνισμού, η οποία ξεκίνησε το 1991 και επαναδιαπραγματεύθηκε το 1994, το έργο ανατέθηκε τελικά σε κοινοπραξία εταιρειών που συνήψε συμφωνία με το ελληνικό κράτος τον Ιούλιο του 1995. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν εξετάσει το ενδεχόμενο να κινήσουν ή όχι διαδικασίες επί παραβάσει κατά της Ελλάδας όσον αφορά την τροποποιημένη πρόσκληση υποβολής προσφορών. Κατά τη συνεδρίασή του της 29ης Μαρτίου 1995, το Σώμα των Επιτρόπων αποφάσισε να μην κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ελλάδας.
Η Επιτροπή επισήμανε ότι, στην απόφασή της σχετικά με την επιβεβαιωτική αίτηση πρόσβασης, είχε παράσχει τις ακόλουθες εξηγήσεις: Το σχετικό έγγραφο περιείχε πορίσματα, αξιολογήσεις και γνώμες των υπηρεσιών της Επιτροπής και αντικατόπτριζε τη μεταξύ τους συζήτηση. Τα στοιχεία αυτά ήταν ουσιώδη για τη συλλογική σύσκεψη του Σώματος των Επιτρόπων, όπως είχε επισημάνει το Δικαστήριο στην απόφασή του στην υπόθεση C-191/95 (5). Η γνωστοποίηση των προπαρασκευαστικών εγγράφων της αποφάσεως του συλλογικού οργάνου της 29ης Μαρτίου 1995 θα έθιγε σοβαρά την άσκηση των εξουσιών της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 226 της Συνθήκης ΕΚ. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια ως προς το αν θα κινήσει ή όχι διαδικασία επί παραβάσει κατά κράτους μέλους. Ως εκ τούτου, οι συζητήσεις εντός του Σώματος των Επιτρόπων που προηγούνται μιας τέτοιας αποφάσεως θα μπορούσαν επίσης να περιλαμβάνουν διαφορετικές απόψεις. Ως εκ τούτου, οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα πρέπει να είναι ελεύθερες να υποβάλλουν συμβουλές και γνώμες στις αρχές τους. Η ικανότητά τους να εκφράζουν τις απόψεις τους θα περιοριζόταν εάν, κατά τη σύνταξη εγγράφων όπως τα προαναφερθέντα, θα έπρεπε να λαμβάνουν υπόψη τη δυνατότητα δημοσιοποίησης των γνωμοδοτήσεων και της αξιολόγησής τους, ακόμη και μετά την περάτωση της υπόθεσης. Η προστασία αυτού του «χώρου σκέψης» ήταν θεμελιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της Επιτροπής, η οποία θα υπονομευόταν σοβαρά εάν το θεσμικό όργανο δεν μπορούσε πλέον να βασίζεται στην πλήρη και ειλικρινή συμβουλή των υπηρεσιών του.
Η Επιτροπή παρέπεμψε επίσης στις κατευθυντήριες γραμμές της, της 28ης Φεβρουαρίου 2003, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα που αφορούν διαδικασίες επί παραβάσει, αντίγραφο των οποίων επισύναψε. Σύμφωνα με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, τα έγγραφα που αφορούν διαδικασίες επί παραβάσει πρέπει να δημοσιοποιούνται μετά την περάτωση της υπόθεσης, δεδομένου ότι η ανάγκη προστασίας της έρευνας δεν υφίσταται πλέον, εκτός εάν άλλη ειδική εξαίρεση από το δικαίωμα πρόσβασης εμποδίζει την κοινολόγηση. Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι εξαιρέσεις αυτές εφαρμόστηκαν με περιοριστικό τρόπο, κατόπιν κατά περίπτωση αξιολόγησης. Κατά την άποψη της Επιτροπής, στη συγκεκριμένη περίπτωση η δημοσιοποίηση του ζητηθέντος εγγράφου θα έθιγε σοβαρά την ικανότητα της Επιτροπής να ασκεί αποτελεσματικά τις εξουσίες της δυνάμει των άρθρων 226 και 228 της συνθήκης ΕΚ.
Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι το γεγονός ότι η απόφαση είχε ληφθεί πριν από δέκα χρόνια δεν άλλαξε το αποτέλεσμα αυτής της αξιολόγησης. Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι έλεγχοι σχετικά με την κατασκευή του αερολιμένα των Σπάτων βρίσκονταν ακόμη σε εξέλιξη. Ως εκ τούτου, η υπόθεση απείχε πολύ από το να κλείσει και θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στη μελλοντική λήψη αποφάσεων.
Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι δεν είχε αποδειχθεί κανένα υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση.
1.4 Στις 18 Οκτωβρίου 2005, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες όσον αφορά τους «εν εξελίξει ελέγχους» και τους λόγους για τους οποίους θα έπρεπε να εμποδίσουν την κοινοποίηση του σχετικού εγγράφου στον καταγγέλλοντα. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι, εάν η Επιτροπή θεωρήσει ότι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα συνεπάγεται την αποκάλυψη πληροφοριών που θεωρεί εμπιστευτικές, θα θεωρήσει απαραίτητο να εξετάσει τα έγγραφα που περιέχουν αυτές τις πληροφορίες. Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε επίσης από την Επιτροπή να σχολιάσει τα συγκεκριμένα επιχειρήματα στα οποία είχε στηριχθεί ο καταγγέλλων για να υποστηρίξει την άποψή του ότι υπήρχε υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση.
1.5 Στην απάντησή της, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η απόφασή της είχε βασιστεί στο άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001 και όχι στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση (το οποίο αφορά την προστασία του σκοπού επιθεώρησης, έρευνας και οικονομικού ελέγχου). Η Επιτροπή προσέθεσε ότι, στη γνώμη επί της καταγγελίας, αναφέρθηκε σε διαρκή έλεγχο ως επικουρικό επιχείρημα το οποίο δεν είχε επικαλεστεί κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Προσέθεσε ότι ο σχετικός έλεγχος είχε περατωθεί με απόφαση δημοσιονομικής διορθώσεως την 1η Σεπτεμβρίου 2005.
Η Επιτροπή επισήμανε ότι εκκρεμούσε ενώπιον του Πρωτοδικείου υπόθεση κατά της οποίας αμφισβητήθηκε απόφαση της Επιτροπής περί αρνήσεως προσβάσεως σε έγγραφα σχετικά με την κατασκευή του αερολιμένα των Σπάτων (υπόθεση T-380/04). Επισήμανε ότι, μολονότι τα επίμαχα στην υπόθεση εκείνη έγγραφα δεν ήταν πανομοιότυπα με τα επίμαχα στην υπό κρίση αιτίαση, αφορούσαν τις ίδιες περιστάσεις.
Η Επιτροπή επιβεβαίωσε την άποψή της ότι η δημοσιοποίηση του εν λόγω εγγράφου θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεών της, δεδομένου ότι θα δημοσιοποιούσε τις συζητήσεις μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής και τις συμβουλές που παρείχαν στο Σώμα των Επιτρόπων. Κατά την Επιτροπή, η δημοσιοποίηση του ζητηθέντος εγγράφου, η οποία αντανακλά ιδίως τη θέση μιας από τις υπηρεσίες της, θα έθιγε την αρχή της συλλογικότητας. Ως εκ τούτου, η δημοσιοποίηση θα παρεμπόδιζε την ικανότητα των υπηρεσιών της Επιτροπής να παρέχουν ειλικρινείς και πλήρεις συμβουλές και θα εξέθετε την Επιτροπή και τις υπηρεσίες της σε αδικαιολόγητη πίεση κατά την εξέταση μελλοντικών υποθέσεων στις οποίες η Επιτροπή εξετάζει το ενδεχόμενο να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει. Η Επιτροπή τόνισε ότι είχε διακριτική ευχέρεια να λαμβάνει τέτοιες αποφάσεις.
Όσον αφορά την ύπαρξη υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος, η Επιτροπή επισήμανε ότι ο Διαμεσολαβητής είχε διαπιστώσει, στην απόφασή του επί της καταγγελίας 412/2003/GG, ότι το στοιχείο αυτό έπρεπε να αποδειχθεί από τον αιτούντα πρόσβαση. Κατά την Επιτροπή, η ύπαρξη τέτοιου υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος δεν είχε τεκμηριωθεί από τον καταγγέλλοντα. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι ο καταγγέλλων δεν είχε τεκμηριώσει την αναφορά του στο άρθρο της εφημερίδας του 1995 και στις κοινοβουλευτικές ερωτήσεις.
1.6 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του. Υποστήριξε ότι το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση ήταν επιτακτικό, δεδομένου ότι υπήρχε λόγος να υποτεθεί ότι το Σώμα των Επιτρόπων δεν είχε ακολουθήσει τη συμβουλή που του είχε δοθεί. Επομένως, υπήρχαν υπόνοιες ότι η απόφαση ήταν καταχρηστική ή τουλάχιστον ανεπαρκώς αιτιολογημένη. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή δεν είχε εξετάσει το αίτημα του Διαμεσολαβητή για επιθεώρηση εγγράφων και ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να επιμείνει στο αίτημα αυτό.
Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η άρνηση της Επιτροπής να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στο σχετικό έγγραφο βασίστηκε αποκλειστικά στο άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, «[η] πρόσβαση σε έγγραφο που περιέχει γνώμες για εσωτερική χρήση στο πλαίσιο συζητήσεων και προκαταρκτικών διαβουλεύσεων εντός του οικείου θεσμικού οργάνου απορρίπτεται ακόμη και μετά τη λήψη της απόφασης, εάν η δημοσιοποίηση του εγγράφου θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου, εκτός εάν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση.» Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, είναι επομένως σαφές ότι το θεσμικό όργανο πρέπει να αποδείξει ότι η δημοσιοποίηση έχει ή είναι πιθανότερο να έχει τις αρνητικές επιπτώσεις που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη.
1.8 Πριν εξετάσει το ζήτημα αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί αναγκαίο να εξετάσει την αναφορά της Επιτροπής στην υπόθεση T-380/04 (6). Το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ προβλέπει ότι ο Διαμεσολαβητής διεξάγει έρευνες για τις οποίες κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι «εκτός εάν τα καταγγελλόμενα πραγματικά περιστατικά αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας». Ωστόσο, από τη σύνοψη της υπόθεσης που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα προκύπτει ότι η παρούσα αίτηση αφορά την άρνηση της Επιτροπής να χορηγήσει πρόσβαση στην «κύρια σύμβαση, τις συμβάσεις υπεργολαβίας, το κόστος των κατασκευαστικών στοιχείων, τα τιμολόγια και την τελική έκθεση σχετικά με την κατασκευή του αερολιμένα των Σπάτων». Ως εκ τούτου, είναι σαφές ότι η παρούσα αίτηση δεν αφορά τα πραγματικά περιστατικά που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο της παρούσας καταγγελίας. Κατά συνέπεια, η υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του Πρωτοδικείου δεν θίγει την εξουσία του Διαμεσολαβητή να εξετάσει την εν λόγω καταγγελία.
1.9 Στη γνώμη της, η Επιτροπή αναφέρθηκε σε «συνεχείς ελέγχους» όταν αναφέρθηκε στον κίνδυνο που θα συνεπαγόταν, κατά την άποψή της, η δημοσιοποίηση του σχετικού εγγράφου για τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Δεδομένου ότι η σημασία των εν λόγω ελεγκτικών διαδικασιών για την παρούσα υπόθεση δεν ήταν άμεσα προφανής, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή περαιτέρω εξηγήσεις. Από την απάντηση της Επιτροπής προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν είχε την πρόθεση να προβάλει άλλο λόγο απορρίψεως του αιτήματος του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στο σχετικό έγγραφο. Ωστόσο, θα ήταν χρήσιμο να σημειωθεί ότι η έρευνα του Διαμεσολαβητή αποσκοπεί στην εξέταση του κατά πόσον υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά την απόφαση της Επιτροπής της 11ης Νοεμβρίου 2004 να απορρίψει την επιβεβαιωτική αίτηση πρόσβασης. Δεδομένου ότι η απόφαση αυτή βασίστηκε αποκλειστικά στο άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001, μόνο η εξαίρεση αυτή έχει σημασία για την παρούσα έρευνα.
1.10 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Επιτροπή προέβαλε ένα γενικό επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο η δημοσιοποίηση του σχετικού εγγράφου θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Φαίνεται ότι η Επιτροπή υποθέτει ότι η δημοσιοποίηση τέτοιων εγγράφων θα έθετε σε κίνδυνο την ικανότητα των υπηρεσιών της να παρέχουν ειλικρινείς και πλήρεις συμβουλές στο Σώμα των Επιτρόπων και θα εξέθετε επίσης την Επιτροπή και τις υπηρεσίες της σε αδικαιολόγητη πίεση κατά την εξέταση μελλοντικών υποθέσεων στις οποίες η Επιτροπή εξετάζει το ενδεχόμενο να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει. Ωστόσο, αν γινόταν δεκτό αυτό το γενικό επιχείρημα, το άρθρο 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1049/2001 θα καθίστατο άνευ νοήματος. Η διάταξη αυτή προβλέπει σαφώς ότι η δημοσιοποίηση εγγράφων όπως το επίμαχο στην παρούσα υπόθεση δεν είναι μόνο δυνατή, αλλά και υποχρεωτική, εκτός εάν η Επιτροπή αποδείξει ότι κάτι τέτοιο θα «υπονόμευε σοβαρά» τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι μια γενική αναφορά στους εκλαμβανόμενους κινδύνους δημοσιοποίησης για την εσωτερική διαδικασία λήψης αποφάσεων, η οποία δεν υποστηρίζεται από καμία εύλογη αναφορά στα επιμέρους πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, δεν αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι εφαρμόζεται η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001. Η μόνη συγκεκριμένη αναφορά που έκανε η Επιτροπή στην παρούσα έρευνα ήταν στον έλεγχο που ολοκληρώθηκε την 1η Σεπτεμβρίου 2005. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν ισχυρίστηκε ούτε εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο η δημοσιοποίηση του σχετικού εγγράφου θα μπορούσε να επηρεάσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων όσον αφορά τον εν λόγω έλεγχο. Δεδομένου ότι, ως εκ τούτου, ο εν λόγω έλεγχος είναι άνευ σημασίας για την παρούσα υπόθεση, δεν είναι αναγκαίο ο Διαμεσολαβητής να ζητήσει από την Επιτροπή πρόσβαση στα έγγραφα που αφορούν τη σχετική έρευνα (7).
1.11 Η ανεπάρκεια της συλλογιστικής της Επιτροπής καθίσταται ακόμη πιο εμφανής αν ληφθεί υπόψη ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως επί της επιβεβαιωτικής αιτήσεως προσβάσεως, το σχετικό έγγραφο ήταν σχεδόν δέκα ετών. Ο Διαμεσολαβητής δυσκολεύεται πολύ να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο η δημοσιοποίηση ενός τέτοιου παλαιού εγγράφου θα μπορούσε να υπονομεύσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής όσον αφορά μελλοντικές υποθέσεις. Μπορεί να είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι κανένα από τα σημερινά μέλη της Επιτροπής δεν ήταν εν ενεργεία όταν η τότε Επιτροπή αποφάσισε να μην κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ελλάδας τον Μάρτιο του 1995. Επομένως, από κανένα στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί ότι η δημοσιοποίηση του σχετικού εγγράφου θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής όσον αφορά μελλοντικές υποθέσεις παραβάσεως.
1.12 Κατά τη γνώμη της, η Επιτροπή παρέπεμψε στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-191/95 (8). Ωστόσο, η απόφαση αυτή επιβεβαιώνει απλώς ότι οι αποφάσεις για την έκδοση αιτιολογημένης γνώμης και οι αποφάσεις για την άσκηση προσφυγής λόγω παράβασης κατά κράτους μέλους πρέπει να αποτελούν αντικείμενο συλλογικής διαβούλευσης από το σώμα των Επιτρόπων και ότι, ως εκ τούτου, οι πληροφορίες στις οποίες βασίζονται οι αποφάσεις αυτές πρέπει να είναι διαθέσιμες στα μέλη του σώματος (9). Επομένως, η παρούσα απόφαση δεν αφορά το ζήτημα αν τα έγγραφα που καταρτίζονται για την προετοιμασία τέτοιων αποφάσεων είναι προσιτά στο κοινό.
1.13 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Επιτροπή αναφέρθηκε στο γεγονός ότι διαθέτει διακριτική ευχέρεια ως προς το αν θα κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά κράτους μέλους. Αυτό είναι σίγουρα σωστό. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν εξήγησε με ποιον τρόπο το γεγονός αυτό θα μπορούσε να δικαιολογήσει την απόφασή της στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία αφορά αίτηση προσβάσεως σε έγγραφα.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η δημοσιοποίηση του σχετικού εγγράφου θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Ενόψει του συμπεράσματος αυτού, παρέλκει πλέον η εξέταση του ζητήματος αν υφίστατο επίσης δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση το οποίο θα μπορούσε να υπερισχύσει του συμφέροντος προστασίας της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής.
Βάσει αυτών των εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι δικαιούται να επικαλεστεί το άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού 1049/2001 για να δικαιολογήσει την άρνηση γνωστοποίησης του εγγράφου στο οποίο ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση.
2 ΣυμπέρασμαΜε βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στην Επιτροπή το ακόλουθο σχέδιο σύστασης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καταστατικού του:
Το σχέδιο σύστασηςΗ Επιτροπή θα πρέπει να παράσχει στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στο έγγραφο με στοιχεία αναφοράς SEC(95) 447.
Η Επιτροπή και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για το παρόν σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καθεστώτος του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 15 Σεπτεμβρίου 2006. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή της απόφασης του Διαμεσολαβητή και στην περιγραφή των μέτρων που ελήφθησαν για την εφαρμογή του σχεδίου σύστασης.
Στρασβούργο, 6 Ιουνίου 2006
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΤΟΥΡΟΣ
(1) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με το καθεστώς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).
(2) ΕΕ 2001, L 145, σ. 43.
(3) Υπόθεση C-191/95 Επιτροπή κατά Γερμανίας [1998] Συλλογή I-5449.
(4) ΕΕ 2001, L 145, σ. 43.
(5) Υπόθεση C-191/95 Επιτροπή κατά Γερμανίας [1998] Συλλογή I-5449.
(6) Υπόθεση T-380/04 Τερεζάκης κατά Επιτροπής (βλ. περίληψη που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ 2004, C 300, σ. 46).
(7) Μπορεί να είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι ο Διαμεσολαβητής είχε ενημερώσει την Επιτροπή, στην αίτησή του για περαιτέρω πληροφορίες, ότι θα της ζητούσε πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα σε περίπτωση που η Επιτροπή θεωρούσε ότι η απάντηση στην πρώτη ερώτηση θα συνεπαγόταν την αποκάλυψη πληροφοριών που θεωρούσε εμπιστευτικές. Δεδομένου ότι η Επιτροπή απάντησε στην ερώτηση του Διαμεσολαβητή, σε κάθε περίπτωση δεν υπήρχε πλέον ανάγκη ελέγχου των σχετικών εγγράφων.
(8) Υπόθεση C-191/95 Επιτροπή κατά Γερμανίας [1998] Συλλογή I-5449.
(9) Προαναφερθείσα υπόθεση C-191/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 48.