Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Σχέδιο σύστασης προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην καταγγελία 3403/2004/GG
Σύσταση
Υπόθεση 3403/2004/GG - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 21 Δεκεμβρίου 2004 - Σύσταση σχετικά με Τετάρτη | 31 Μαΐου 2006 - Απόφαση στις Δευτέρα | 06 Νοεμβρίου 2006
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Το σύστημα των Ευρωπαϊκών ΣχολείωνΤα Ευρωπαϊκά Σχολεία παρέχουν προσχολική, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση στα παιδιά του προσωπικού των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Από το 1957, τα σχολεία λειτουργούν βάσει καταστατικού που υπογράφεται από τα κράτη μέλη. Το 1994, τα κράτη μέλη και οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες υπέγραψαν σύμβαση («σύμβαση»)(2), η οποία ακύρωσε και αντικατέστησε το καταστατικό του 1957. Ωστόσο, η σύμβαση αυτή τέθηκε σε ισχύ μόλις την 1η Οκτωβρίου 2002.
Το άρθρο 27 της Συμβάσεως ορίζει τα εξής:
- «Συγκροτείται επιτροπή καταγγελιών.
- Το Συμβούλιο Καταγγελιών έχει αποκλειστική δικαιοδοσία σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, αφού εξαντληθούν όλοι οι διοικητικοί δίαυλοι, για κάθε διαφορά σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας σύμβασης σε όλα τα πρόσωπα που καλύπτονται από αυτήν, με εξαίρεση το διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό, και σχετικά με τη νομιμότητα κάθε πράξης που βασίζεται στη σύμβαση ή σε κανόνες που θεσπίζονται δυνάμει αυτής, η οποία επηρεάζει δυσμενώς τα εν λόγω πρόσωπα από το Ανώτατο Συμβούλιο του Διοικητικού Συμβουλίου ενός σχολείου κατά την άσκηση των εξουσιών τους, όπως ορίζεται από την παρούσα σύμβαση. Όταν οι διαφορές αυτές έχουν οικονομικό χαρακτήρα, το Συμβούλιο Καταγγελιών έχει πλήρη δικαιοδοσία.
Οι όροι και οι λεπτομέρειες της παρούσας διαδικασίας καθορίζονται, κατά περίπτωση, από τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης του διδακτικού προσωπικού ή από τους όρους απασχόλησης των εκπαιδευτικών μερικής απασχόλησης ή από τον Γενικό Κανονισμό των Σχολείων. - (...)
- Το καταστατικό του Συμβουλίου Προσφυγών εγκρίνεται ομόφωνα από το Συμβούλιο των Διοικητών. (...)
- Το Όργανο Εκδίκασης Προσφυγών θεσπίζει τον εσωτερικό κανονισμό του, ο οποίος περιέχει τις αναγκαίες διατάξεις για την εφαρμογή του Καταστατικού. (...)
- Οι αποφάσεις του οργάνου εκδίκασης προσφυγών είναι δεσμευτικές για τα μέρη και, σε περίπτωση μη εκτέλεσής τους, καθίστανται εκτελεστές από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών σύμφωνα με το αντίστοιχο εθνικό τους δίκαιο.
- Οι λοιπές διαφορές στις οποίες συμμετέχουν τα Σχολεία εμπίπτουν στην εθνική δικαιοδοσία. Ειδικότερα, η δικαιοδοσία των εθνικών δικαστηρίων σε θέματα αστικής και ποινικής ευθύνης δεν θίγεται από το παρόν άρθρο.»
Οι καταγγέλλοντες είναι υπάλληλος της Επιτροπής και η σύζυγός του, της οποίας ο γιος παρακολούθησε το Ευρωπαϊκό Σχολείο στο Woluwe (Βρυξέλλες) μέχρι το 2003, οπότε και έλαβε μέρος στις απολυτήριες εξετάσεις («Ευρωπαϊκό Απολυτήριο»). Η συνολική του απόδοση ήταν εξαιρετική και η συνολική βαθμολογία του 88,88% σήμαινε ότι ήταν ο 9ος καλύτερος μαθητής σε σύνολο 179.
Στη γερμανική γλώσσα, ο υιός των καταγγελλόντων έλαβε μόνο βαθμολογία 8,06 (επί συνόλου 10). Ενώ η βαθμολογία του για το σχολικό έτος ήταν 9,69, έλαβε μόνο βαθμολογία 6,00 στις γραπτές εξετάσεις.
Σύμφωνα με το άρθρο 6.3.10 των κανόνων που εφαρμόζονται στα Ευρωπαϊκά Σχολεία όσον αφορά τις απολυτήριες εξετάσεις, τις διατάξεις εφαρμογής για το ευρωπαϊκό απολυτήριο («IPEB»), καθεμία από τις γραπτές εξετάσεις βαθμολογείται πρώτα από τον καθηγητή που δίδαξε το εν λόγω μάθημα και στη συνέχεια από έναν ή δύο εξωτερικούς εξεταστές. Ο πρώτος εξωτερικός εξεταστής βαθμολογεί την εξέταση χωρίς να γνωρίζει τη βαθμολογία που δίνει ο δάσκαλος. Οι βαθμοί που δίδονται από αυτούς τους δύο δείκτες συγκεντρώνονται στη συνέχεια από τον επιθεωρητή του σχολείου. Εάν ο επιθεωρητής του σχολείου κρίνει ότι η διαφορά μεταξύ των δύο βαθμών είναι σημαντική, ο εξωτερικός εξεταστής μπορεί να επανεξετάσει τη βαθμολογία του με βάση τα σχόλια που δικαιολογούν τη βαθμολογία του καθηγητή. Η τελική βαθμολογία είναι ο αριθμητικός μέσος όρος των βαθμών που απονέμονται κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Ωστόσο, όταν η διαφορά μεταξύ των δύο βαθμών εξακολουθεί να είναι αισθητή, ο επιθεωρητής του σχολείου μπορεί να καλέσει τρίτο δείκτη. Πρέπει να το κάνει όταν η διαφορά είναι μεγαλύτερη από δύο βαθμούς. Ο τρίτος δείκτης γνωρίζει τα αποτελέσματα που δίνονται από τους δύο πρώτους δείκτες. Το σημάδι που δίνει είναι το τελικό σημάδι. Ωστόσο, το σήμα αυτό πρέπει να βρίσκεται εντός του εύρους που ορίζεται από τους δύο πρώτους δείκτες.
Εν προκειμένω, ο καθηγητής είχε δώσει 9,5 («άριστα») για τη γραπτή εξέταση στη γερμανική γλώσσα που είχε ετοιμάσει ο υιός των καταγγελλόντων. Ο εξωτερικός δείκτης είχε δώσει μόνο 5,5 ("ανεπαρκής"). Ο τρίτος δείκτης είχε δώσει 6,0. Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, αυτή η απόκλιση στη σήμανση ήταν ένα μοναδικό γεγονός, πολύ πέρα από τις συνήθεις διακυμάνσεις αξιολόγησης που παρατηρήθηκαν στο εν λόγω σχολείο.
Οι καταγγέλλοντες και ο υιός τους ενημερώθηκαν για το αποτέλεσμα της εξέτασης στις 5 Ιουλίου 2003. Για να τους δοθεί η δυνατότητα να υποβάλουν καταγγελία, οι καταγγέλλοντες απηύθυναν επιστολή στο Ευρωπαϊκό Σχολείο στις 7 Ιουλίου 2003 προκειμένου να ζητήσουν πληροφορίες και πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα. Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, το αίτημα αυτό δεν απαντήθηκε ποτέ.
Στις 15 Ιουλίου 2003, οι καταγγέλλοντες άσκησαν προσφυγή δυνάμει του άρθρου 12 του IPEB. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, μια καταγγελία «μπορεί να αφορά μόνο τυπικό ελάττωμα. Οι ενστάσεις αυτές πρέπει να υποβάλλονται στον πρόεδρο της εξεταστικής επιτροπής το αργότερο δύο εβδομάδες μετά την ενημέρωση του υποψηφίου για το αποτέλεσμα της εξέτασης.
Στην εν λόγω καταγγελία, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι το γράμμα και το πνεύμα του άρθρου 6.3.10 του IPEB δεν είχαν τηρηθεί. Παραδείγματος χάρη, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η Σχολή και ο πρώτος δείκτης δεν είχαν λάβει ακόμη τους γραπτούς λόγους του δεύτερου δείκτη (όπως θα έπρεπε να είχαν λάβει σύμφωνα με το IPEB) και ότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυπτε ότι ο δεύτερος δείκτης είχε επανεξετάσει τη βαθμολογία της αφού είχε ενημερωθεί για τη βαθμολογία που είχε δώσει η δασκάλα. Υποστήριξαν επίσης ότι η μεγάλη απόκλιση των σημάτων υποδείκνυε ότι οι διορθωτές δεν είχαν εφαρμόσει το ίδιο «προκαθορισμένο σύστημα σήμανσης» που προβλεπόταν στο άρθρο 6.3.10.2 του IPEB ή ότι το εν λόγω σύστημα σήμανσης είχε θεσπιστεί με τόσο αόριστο τρόπο ώστε θα μπορούσε να οδηγήσει σε εντελώς διαφορετικές ερμηνείες από δύο ή τρεις δείκτες. Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, οι σχετικοί κανόνες αποσκοπούσαν σαφώς στην απόδοση ιδιαίτερης έμφασης στην κρίση του πρώτου διορθωτή (του καθηγητή της τάξης)· επομένως, η πλήρης παράβλεψη της πρώτης αξιολόγησης συνιστούσε καθαυτή πλημμέλεια της διαδικασίας. Ως εκ τούτου, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι υπήρχαν σοβαρά ελαττώματα όσον αφορά τη διαδικασία σήμανσης. Επίσης, επέκριναν την παράλειψη της Σχολής να παράσχει τις πληροφορίες που είχαν ζητήσει με την επιστολή τους της 7ης Ιουλίου 2003. Κατά την άποψη των καταγγελλόντων, η μη παροχή επαρκούς πρόσβασης σε έγγραφα ζωτικής σημασίας για την υποβολή καταγγελιών βάσει του άρθρου 12 του IPEB κατέστησε ουσιαστικά άκυρα τα δικαιώματα που παρέχονται από το εν λόγω άρθρο και, ως εκ τούτου, συνιστούσε σοβαρή παραβίαση του IPEB.
Στη συνέχεια, οι καταγγέλλοντες έγιναν δεκτοί σε ακρόαση από τον κ. M., πρόεδρο της εξεταστικής επιτροπής.
Με έγγραφο της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, ο M. πληροφόρησε τους καταγγέλλοντες ότι, κατόπιν διαβουλεύσεως με την Επιθεώρηση της Σχολής, η καταγγελία τους απορρίφθηκε. Ο M. υποστήριξε ότι, εν προκειμένω, τηρήθηκαν όλα τα στάδια σχετικά με τη σήμανση που προβλέπονται στο άρθρο 6.3.10 του IPEB. Επισήμανε επίσης ότι ο δεύτερος και ο τρίτος εξεταστής δεν δεσμεύονταν από τη βαθμολογία του καθηγητή, ότι είχε λάβει διαβεβαιώσεις από τις γερμανικές αρχές ότι οι εξεταστές αυτοί διέθεταν την αναγκαία εμπειρογνωμοσύνη και ότι όλοι οι εξεταστές είχαν λάβει τα ίδια κριτήρια βαθμολογίας. Οι βαθμοί και τα σχόλια των εξωτερικών εξεταστών έφθασαν στη Σχολή μόνο μετά την προφορική εξέταση. Ωστόσο, ο M. έκρινε ότι τούτο δεν επηρέαζε τη βαθμολογία των υποψηφίων. Επιβεβαίωσε επίσης ότι δεν υπήρχε πρόβλεψη για τη διάθεση των παρατηρήσεων των εξεταστών στους καταγγέλλοντες.
Στη συνέχεια, οι καταγγέλλοντες απηύθυναν επιστολή στον Γενικό Γραμματέα του Ανώτατου Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Σχολείων (ο «Γενικός Γραμματέας») προκειμένου να ζητήσουν να τους δοθεί το όνομα του εξωτερικού δικαστηρίου στο οποίο η Σχολή υπέβαλε αίτηση δικαστικού ελέγχου. Στην απάντησή του της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, ο Γενικός Γραμματέας επισήμανε ότι οι ισχύοντες κανόνες δεν προβλέπουν δικαίωμα προσφυγής κατά των αποφάσεων του προέδρου της εξεταστικής επιτροπής. Ωστόσο, ο Γενικός Γραμματέας ανέφερε την ύπαρξη του Συμβουλίου Καταγγελιών των Ευρωπαϊκών Σχολείων, παραπέμποντας στο άρθρο 27 της Σύμβασης, και εξήγησε ότι το Συμβούλιο Καταγγελιών επανεξετάζει τον εσωτερικό κανονισμό του προκειμένου να λάβει υπόψη τη νέα κατάσταση (τη Σύμβαση).
Στις 9 Νοεμβρίου 2003, οι καταγγέλλοντες ζήτησαν να εξεταστεί η καταγγελία τους από το Όργανο Εκδίκασης Καταγγελιών. Στην επιστολή τους της 9ης Νοεμβρίου 2003, οι καταγγέλλοντες ανέφεραν ότι ανακάλυψαν ότι ο δεύτερος διορθωτής είχε κατατάξει περισσότερο από το ήμισυ της κατηγορίας 22 ως ανεπαρκή. Κατά την άποψη των καταγγελλόντων, το γεγονός αυτό από μόνο του θα έπρεπε να έχει προκαλέσει άμεση και σοβαρή έρευνα από τους αρμόδιους φορείς.
Τον Ιανουάριο του 2004, και κατόπιν αιτήματός τους, δόθηκε στους καταγγέλλοντες ο εσωτερικός κανονισμός της επιτροπής καταγγελιών. Οι αιτιολογικές σκέψεις του παρόντος κανονισμού, που εγκρίθηκαν στις 30 Απριλίου 1997, παραπέμπουν στο άρθρο 80 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των μελών του αποσπασμένου προσωπικού των Ευρωπαϊκών Σχολείων. Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται μόνο σε αξιώσεις του προσωπικού των Ευρωπαϊκών Σχολείων κατά του εργοδότη τους και, ως εκ τούτου, όχι στη δική τους περίπτωση.
Στις 7 Ιανουαρίου 2004, ο πρόεδρος της επιτροπής προσφυγών αποφάσισε να ζητήσει από τον Γενικό Γραμματέα να υποβάλει, έως τις 12 Μαρτίου 2004, γνωμοδότηση επί της προσφυγής, συμπεριλαμβανομένου του ζητήματος αν η επιτροπή προσφυγών ήταν αρμόδια να επιληφθεί της υποθέσεως. Ταυτόχρονα, ο πρόεδρος αποφάσισε ότι οι καταγγέλλοντες θα πρέπει να έχουν προθεσμία έως τις 16 Απριλίου 2004 για να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την εν λόγω γνώμη.
Καταγγελία 376/2004/GG (εμπιστευτικό)Στις 3 Φεβρουαρίου 2004, οι καταγγέλλοντες υπέβαλαν καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή (καταγγελία 376/2004/GG - εμπιστευτική).
Στην καταγγελία αυτή, οι καταγγέλλοντες διατύπωσαν τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
- Η άρνηση παροχής προσβάσεως στον φάκελο κατέστησε τις εσωτερικές διαδικασίες υποβολής καταγγελιών των Ευρωπαϊκών Σχολείων εντελώς ανενεργές και στερούμενες πρακτικής σημασίας εν προκειμένω.
- Η έλλειψη ανεξάρτητης έρευνας σε περίπτωση σφαλμάτων και η άρνηση του δικαιώματος δικαστικού ελέγχου των διοικητικών διαδικασιών και αποφάσεων δημιούργησαν νομικό κενό.
- Η μετατόπιση της ευθύνης για τις εν λόγω διαδικασίες μεταξύ του συστήματος των ευρωπαϊκών σχολείων και των εθνικών εποπτικών αρχών κατέστησε αδύνατη την απόδοση ευθυνών σε οποιονδήποτε.
- Υπήρξε γενική έλλειψη λογοδοσίας, κατά σαφή παραβίαση των γενικών αρχών της χρηστής διοίκησης.
Οι καταγγέλλοντες διατύπωσαν τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
- Θα πρέπει να τους παρέχεται άμεση πρόσβαση σε όλα τα ζητούμενα έγγραφα, και ιδίως στις αιτιολογήσεις της αξιολόγησης και στις σημειωμένες εργασίες εξέτασης.
- Θα πρέπει να διασφαλιστεί η διεξαγωγή ανεξάρτητης έρευνας επί του θέματος.
- Θα πρέπει να τους δοθεί το όνομα ενός εξωτερικού δικαστηρίου στο οποίο η Σχολή υπέβαλε για δικαστικό έλεγχο.
Στην απάντησή του στην καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι τα Ευρωπαϊκά Σχολεία δεν αποτελούν κοινοτικό θεσμικό όργανο ή οργανισμό, αλλά ότι η Επιτροπή έχει κάποια ευθύνη για τη λειτουργία τους, διότι εκπροσωπείται στο Ανώτατο Συμβούλιο και συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στη χρηματοδότησή τους. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι η καταγγελία θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως στρεφόμενη κατά της Επιτροπής. Ωστόσο, σημείωσε επίσης ότι οι καταγγέλλοντες δεν φαίνεται να έχουν ακόμη προβεί σε όλες τις κατάλληλες προηγούμενες προσεγγίσεις που απαιτούνται από το άρθρο 2 παράγραφος 4 του Καταστατικού του Διαμεσολαβητή.
Κατά συνέπεια, η διοικητική ένσταση απορρίφθηκε με απόφαση της 4ης Μαρτίου 2004. Ωστόσο, οι καταγγέλλοντες ενημερώθηκαν για τη δυνατότητα υποβολής νέας καταγγελίας αφού είχαν προβεί στις κατάλληλες προηγούμενες προσεγγίσεις. Επιπλέον, εφιστάται η προσοχή τους στην αυτεπάγγελτη έρευνα του Διαμεσολαβητή OI/5/2003/IJH σχετικά με τη δραστηριότητα της Επιτροπής για την προώθηση της χρηστής διοίκησης των Ευρωπαϊκών Σχολείων.
Η εν λόγω αυτεπάγγελτη έρευνα περατώθηκε στη συνέχεια με απόφαση της 19ης Ιουλίου 2004.
Στις 20 Ιουλίου 2004, η Επιτροπή απηύθυνε ανακοίνωση προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο - Διαβούλευση σχετικά με τις επιλογές για την ανάπτυξη του συστήματος των Ευρωπαϊκών Σχολείων [COM(2004) 519 τελικό].
Στο σημείο 2.2 («Διοικητικές βελτιώσεις») του κειμένου αυτού, η Επιτροπή προέβη στην ακόλουθη δήλωση:
Επί της υπό κρίση αιτιάσεως«Σύμφωνα με τις εξελίξεις στα εκπαιδευτικά συστήματα σε όλα τα κράτη μέλη και προκειμένου να συμβαδίζει με τις βέλτιστες διοικητικές πρακτικές, προτείνεται το σύστημα των [Ευρωπαϊκών Σχολείων] να μπορεί, βραχυπρόθεσμα, να επωφεληθεί από την εφαρμογή βέλτιστων πρακτικών και πρόσφατων καινοτομιών στον διοικητικό τομέα, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς, μιας πρωτοβουλίας για την ενίσχυση και την επέκταση των υφιστάμενων διατάξεων περί διαφάνειας, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος προσφυγής κατά των αποφάσεων που λαμβάνονται από το Ανώτατο Συμβούλιο ή από μεμονωμένα σχολεία. Επιπλέον, η αρμοδιότητα του προσφάτως συσταθέντος Συμβουλίου Παραπόνων θα πρέπει να αποσαφηνιστεί και να επεκταθεί ώστε να καλύπτει όλα τα θέματα θεμιτών καταγγελιών από όσους επηρεάζονται από τις αποφάσεις κάθε Σχολείου, συμπεριλαμβανομένων των ατομικών εκπαιδευτικών θεμάτων».
Στις 15 Νοεμβρίου 2004, οι καταγγέλλοντες απευθύνθηκαν εκ νέου στον Διαμεσολαβητή.
Στη νέα τους καταγγελία, οι καταγγέλλοντες επεσήμαναν ότι, στην απόφασή του της 28ης Ιουλίου 2004, το Συμβούλιο Καταγγελιών είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν αρμόδιο να εξετάσει την προσφυγή των καταγγελλόντων. Το τμήμα προσφυγών είχε κρίνει ότι, ενώ από το άρθρο 27 της Συμβάσεως μπορούσε να συναχθεί ότι άλλα πρόσωπα πλην των εκπαιδευτικών μπορούσαν να υποβάλουν καταγγελία ενώπιον του τμήματος προσφυγών, οι ισχύουσες εκτελεστικές διατάξεις δεν επέτρεπαν την άσκηση προσφυγής ενώπιόν του σε υπόθεση όπως η υπό κρίση. Οι καταγγέλλοντες επισήμαναν ότι ο εκπρόσωπος του Γενικού Γραμματέα στην παρούσα διαδικασία εξέφρασε την άποψη ότι το Όργανο Εκδίκασης Καταγγελιών δεν ήταν σε θέση να επιληφθεί της υπόθεσης. Υποστήριξαν ότι αυτό σημαίνει ότι το ίδιο το γεγονός ότι η Γενική Γραμματεία δεν είχε προτείνει, μέχρι σήμερα, στο Συμβούλιο των Διοικητών κατάλληλες εκτελεστικές διατάξεις, επέτρεψε στη Γενική Γραμματεία να αποφύγει τη διεξαγωγή έρευνας. Κατά την άποψη των καταγγελλόντων, αυτό ήταν αλλόκοτο.
Στις 12 Σεπτεμβρίου 2004, οι καταγγέλλοντες απηύθυναν επιστολή στον Γενικό Γραμματέα προκειμένου να διατυπώσουν αντιρρήσεις ως προς τη θέση που είχε λάβει ο Γενικός Γραμματέας κατά τη διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου Εκδίκασης Προσφυγών. Του ζήτησαν επίσης να βεβαιωθεί ότι όλα τα σχετικά έγγραφα θα πρέπει να φυλάσσονται στον φάκελο, ώστε να είναι δυνατές περαιτέρω διαδικασίες. Αντίγραφο της επιστολής αυτής είχε σταλεί στην Επιτροπή. Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, δεν δόθηκε απάντηση στην επιστολή αυτή.
Οι καταγγέλλοντες ενημέρωσαν τον Διαμεσολαβητή ότι ανησυχούσαν ότι η Σχολή θα μπορούσε να καταστρέψει έγγραφα σχετικά με την υπόθεσή τους με το πρόσχημα ότι αυτό γινόταν συστηματικά μετά από ένα έτος.
Στην καταγγελία τους προς τον Διαμεσολαβητή, οι καταγγέλλοντες υποστήριξαν ότι η απόφαση του Συμβουλίου Καταγγελιών καθιστούσε άκυρα τα δικαιώματα προσφυγής των γονέων και των σπουδαστών. Οι καταγγέλλοντες έκριναν ότι η συμπεριφορά των εν λόγω αρχών δεν τήρησε την απόφαση του Διαμεσολαβητή της 19ης Ιουλίου 2004 σχετικά με την αυτεπάγγελτη έρευνα OI/5/2003/IJH. Επίσης, επέκριναν το γεγονός ότι ο Γενικός Γραμματέας, ο οποίος τους είχε συστήσει να απευθυνθούν στο Όργανο Εκδίκασης Προσφυγών, είχε στη συνέχεια υποστηρίξει ότι το τελευταίο δεν ήταν αρμόδιο να επιληφθεί της υπόθεσης.
Προς επίρρωση των επιχειρημάτων τους, οι καταγγέλλοντες αναφέρθηκαν στα αποτελέσματα της αυτεπάγγελτης έρευνας του Διαμεσολαβητή OI/5/2003/IJH.
Οι καταγγέλλοντες προέβαλαν βασικά τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
- Τα Ευρωπαϊκά Σχολεία δεν ανταποκρίθηκαν σωστά στην έκκλησή τους.
- Ο Γενικός Γραμματέας δεν είχε προτείνει κατάλληλα εκτελεστικά μέτρα για τη διαδικασία προσφυγής.
- Ο Γενικός Γραμματέας ενήργησε καταχρηστικά (προκειμένου να κερδίσει χρόνο και να αποφύγει οποιαδήποτε έρευνα) συμβουλεύοντάς τους πρώτα να προσφύγουν στο Συμβούλιο Καταγγελιών και στη συνέχεια επικαλούμενος ότι το εν λόγω όργανο δεν ήταν αρμόδιο να επιληφθεί της υπόθεσής τους.
- Ο Γενικός Γραμματέας δεν απάντησε στην επιστολή τους της 12ης Σεπτεμβρίου 2004, με την οποία του ζήτησαν να βεβαιωθεί ότι όλα τα σχετικά έγγραφα θα φυλάσσονταν στον φάκελο ώστε να είναι δυνατές περαιτέρω διαδικασίες.
Οι καταγγέλλοντες διατύπωσαν κατ’ ουσίαν τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
- Οποιεσδήποτε ελλείπουσες εκτελεστικές διατάξεις για την εφαρμογή του άρθρου 27 της Σύμβασης θα πρέπει να υποβληθούν από τον Γενικό Γραμματέα χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση προς έγκριση κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου των Διοικητών τον Ιανουάριο του 2005.
- Όλες οι υποθέσεις (συμπεριλαμβανομένης της δικής τους) που απορρίφθηκαν λόγω της έλλειψης αυτών των διατάξεων θα πρέπει να ανοίξουν εκ νέου αμέσως και να διερευνηθούν πλήρως.
- Το Ευρωπαϊκό Σχολείο θα πρέπει να τηρεί αρχείο όλων των εγγράφων που αφορούν την υπόθεσή του για τουλάχιστον τρία έτη.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Προκαταρκτικά σημείαΗ Επιτροπή ήταν προσηλωμένη στη διαφάνεια και τη χρηστή διακυβέρνηση στα Ευρωπαϊκά Σχολεία, που ήταν ένα από τα κίνητρα στα οποία βασίστηκε η πρόσφατη ανακοίνωσή της για τα Ευρωπαϊκά Σχολεία.
Στο πλαίσιο της Συνέλευσης, η Επιτροπή ήταν πλήρες μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Σχολείων. Ωστόσο, ο ρόλος της ήταν περιορισμένος, καθώς διέθετε μόνο μία ψήφο (από τις 29 μετά τη διεύρυνση) και δεν μπορούσε να επηρεάσει τα θέματα τόσο πολύ και όσο γρήγορα θα ήταν επιθυμητό.
Η Σύμβαση είχε συστήσει Επιτροπή Παραπόνων. Ωστόσο, λόγω της αργής διαδικασίας λήψης αποφάσεων, οι κανόνες εφαρμογής δεν είχαν τεθεί σε ισχύ τόσο γρήγορα όσο θα επιθυμούσαν οι καταγγέλλοντες.
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των καταγγελλόντωνΌσον αφορά τον πρώτο και τον δεύτερο ισχυρισμό, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι οι κανόνες που ίσχυαν κατά τον χρόνο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών είχαν εφαρμοστεί ορθά. Όσον αφορά τη διαδικασία προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου Καταγγελιών, η Επιτροπή, ως μέλος του Συμβουλίου των Διοικητών, δεν μπορούσε παρά να εκφράσει τη λύπη της για το γεγονός ότι όλοι οι κανόνες που σχετίζονται με τη διαδικασία αυτή δεν είχαν εγκριθεί στην αρχή της παρούσας υπόθεσης (τον Ιούλιο του 2003).
Ο τρίτος ισχυρισμός ήταν αβάσιμος. Στην επιστολή του της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, ο Γενικός Γραμματέας είχε δηλώσει σαφώς στους καταγγέλλοντες ότι με την προσφυγή τους στην εξεταστική επιτροπή «εξαντλήσατε όλες τις πιθανές διαδικασίες διοικητικής προσφυγής». Πρόσθεσε ότι «μέχρι πολύ πρόσφατα (1η Οκτωβρίου 2002, ημερομηνία έναρξης ισχύος της Σύμβασης του 1994) το Όργανο Εκδίκασης Προσφυγών δεν μπορούσε να ασχοληθεί με τέτοιες υποθέσεις. Το Συμβούλιο Καταγγελιών επανεξετάζει επί του παρόντος τον εσωτερικό κανονισμό του προκειμένου να λάβει υπόψη τη νέα κατάσταση.» Αυτό δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί πρόσκληση ή συμβουλή για προσφυγή στο Συμβούλιο Καταγγελιών. Αντιθέτως, οι καταγγέλλοντες είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων για την έλλειψη κανόνων εφαρμογής του Συμβουλίου Καταγγελιών, η οποία θα επιλυόταν με μελλοντική απόφαση του Συμβουλίου Διοικητών, και ωστόσο είχαν επιλέξει να προσφύγουν στο Συμβούλιο Καταγγελιών.
Όσον αφορά τον τέταρτο ισχυρισμό, οι καταγγέλλοντες θα έπρεπε να είχαν λάβει πλήρη απάντηση στην επιστολή τους της 12ης Σεπτεμβρίου 2004. Η Επιτροπή είχε επανειλημμένα τονίσει τη σημασία της τήρησης των προθεσμιών για τις απαντήσεις στην αλληλογραφία και ότι ο ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να λάβει πλήρη απάντηση επί της ουσίας των ερωτήσεων. Θεωρεί ότι τα Ευρωπαϊκά Σχολεία θα πρέπει να θεσπίσουν μέτρα για τη βελτίωση της παροχής υπηρεσιών παρόμοια με εκείνα που ισχύουν ήδη στα θεσμικά όργανα της ΕΕ.
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των καταγγελλόντωνΌσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, οι εν λόγω εκτελεστικές διατάξεις είχαν πλέον τεθεί σε ισχύ. Κατά τη συνεδρίαση της 1ης και 2ας Φεβρουαρίου 2005, η Επιτροπή υποστήριξε τις προτάσεις του Γενικού Γραμματέα για την εφαρμογή του άρθρου 27 της Σύμβασης. Οι κανόνες που ενέκρινε το Συμβούλιο των Διοικητών κατά την εν λόγω συνεδρίαση περιλάμβαναν ένα νέο άρθρο 67, το οποίο προβλέπει την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου Προσφυγών σε δεύτερο βαθμό για διοικητικές προσφυγές (συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων που λαμβάνονται επί των προσφυγών ενώπιον του προέδρου του Εξεταστικού Συμβουλίου).
Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, η Επιτροπή δεν ήταν υπεύθυνη για το Όργανο Εκδίκασης Καταγγελιών. Ωστόσο, σε περίπτωση που οι καταγγέλλοντες επιθυμούν να επανεξεταστεί η υπόθεσή τους, είχαν το δικαίωμα να υποβάλουν εκ νέου την προσφυγή τους στο Συμβούλιο Καταγγελιών σύμφωνα με τους νέους κανόνες.
Όσον αφορά την τρίτη αιτίαση, το Συμβούλιο των Διοικητών αποφάσισε, κατά τη συνεδρίασή του της 1ης και 2ας Φεβρουαρίου 2005, να τροποποιήσει το άρθρο 6.3.10.11 του IPEB. Η νέα έκδοση προβλέπει ότι τα σχετικά έγγραφα πρέπει να φυλάσσονται στο σχολείο για τουλάχιστον τρία έτη μετά το απολυτήριο. Ως εκ τούτου, το αίτημα των καταγγελλόντων ικανοποιήθηκε.
ΣυμπεράσματαΟι κύριες παρατηρήσεις των καταγγελλόντων κατά του συστήματος των Ευρωπαϊκών Σχολείων δεν ήταν βάσιμες. Οι ισχυρισμοί των καταγγελλόντων ικανοποιήθηκαν από διάφορες αποφάσεις που εκδόθηκαν κατά την πρόσφατη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου.
Η Επιτροπή σκόπευε να συνεχίσει να επιδιώκει τους στόχους της χρηστής διοίκησης, της διακυβέρνησης και της διαφάνειας στα Ευρωπαϊκά Σχολεία. Ως πρώτο βήμα για την επίτευξη αυτών των στόχων, η Επιτροπή είχε ήδη ασκήσει πιέσεις για συγκεκριμένες δράσεις, όπως η έγκριση κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς, η παροχή αιτιολόγησης μαζί με την κοινοποίηση των αποφάσεων που λαμβάνονται σε διάφορα επίπεδα, η μεγαλύτερη πρόσβαση σε έγγραφα και πληροφορίες και η βελτίωση της διαχείρισης και της λογοδοσίας.
Ως τελική παρατήρηση, η Επιτροπή τάχθηκε υπέρ της βελτίωσης του κοινού πίνακα σήμανσης για τις εξετάσεις. Στην έκθεσή του, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Απολυτηρίου το 2003 είχε συστήσει βελτιώσεις για την προώθηση της διαφάνειας. Η Επιτροπή θα εξετάσει προσεκτικά τη συνέχεια που δόθηκε στο θέμα αυτό από το Συμβούλιο των Διοικητών.
Παρατηρήσεις των καταγγελλόντωνΗ επιστολή των καταγγελλόντων της 23ης Απριλίου 2005
Στην επιστολή τους της 23ης Απριλίου 2005, οι καταγγέλλοντες διατύπωσαν τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Σημαντική πρόοδος σημειώθηκε όσον αφορά τη δημιουργία μεγαλύτερης διαφάνειας και καλύτερων εγκαταστάσεων χειρισμού καταγγελιών, μετά την παρέμβαση του Διαμεσολαβητή και της Επιτροπής. Η θέσπιση των διατάξεων εφαρμογής του άρθρου 27 της σύμβασης αποτέλεσε αναμφίβολα σημαντικό βήμα προόδου.
Η Επιτροπή φάνηκε να υποβαθμίζει την επιρροή της στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, τονίζοντας ότι είχε μόνο μία ψήφο από τις 29 στο Συμβούλιο των Διοικητών. Ωστόσο, η Επιτροπή παρείχε το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης των Ευρωπαϊκών Σχολείων. Δεσμευόταν από τους δικούς της δημοσιονομικούς και ελεγκτικούς κανονισμούς να διασφαλίζει ότι τα κεφάλαιά της δαπανώνταν υπό συνθήκες χρηστής διακυβέρνησης. Επομένως, όταν διαπίστωσε ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις αυτές, μπορούσε ανά πάσα στιγμή να αναστείλει τη χρηματοδότηση και, ως εκ τούτου, να ασκήσει αποφασιστικό έλεγχο στα Ευρωπαϊκά Σχολεία.
Ήταν ακατανόητο το γεγονός ότι, σχεδόν δέκα χρόνια μετά την έγκριση της Σύμβασης, η Γενική Γραμματεία δεν είχε ακόμη υποβάλει τους κατάλληλους κανόνες εφαρμογής του άρθρου 27 της εν λόγω Σύμβασης, παρά το γεγονός ότι το άρθρο αυτό είχε εισαχθεί ρητά προκειμένου να διασφαλιστούν τα δικαιώματα των μαθητών και των γονέων. Η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε κάνει περισσότερα για να επιταχύνει τη διαδικασία.
Στην επιστολή του της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, ο Γενικός Γραμματέας είχε κάνει την ακόλουθη δήλωση: «Το Συμβούλιο Καταγγελιών έχει αποκλειστική δικαιοδοσία σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, αφού εξαντληθούν όλοι οι διοικητικοί δίαυλοι, σε οποιαδήποτε διαφορά σχετικά με την εφαρμογή της Σύμβασης σε πρόσωπα που καλύπτονται από αυτήν και σχετικά με τη νομιμότητα των πράξεων που βασίζονται στην ίδια τη Σύμβαση ή σε κανόνες που θεσπίζονται βάσει αυτής. Μου φαίνεται ότι αυτό σας δίνει το δικαίωμα να προσφύγετε στο Συμβούλιο Καταγγελιών." Μια τέτοια έγκυρη δήλωση δεν θα μπορούσε να διαβαστεί διαφορετικά παρά ως συμβουλή για τη χρήση αυτής της διαδρομής.
Η έγκριση των διατάξεων εφαρμογής του άρθρου 27 της Σύμβασης ήταν ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη. Ωστόσο, η έγκριση πραγματοποιήθηκε μετά την πρόκληση πολύ σημαντικής ζημίας στους καταγγέλλοντες λόγω ακατανόητης καθυστέρησης. Δεν θα μπορούσε να είναι ότι η υπόθεση που προέβαλαν οδήγησε τελικά στη δημιουργία μιας εύλογης δομής χειρισμού καταγγελιών, χωρίς να δοθεί ανακούφιση στη δική τους περίπτωση.
Ένα από τα κύρια ζητήματα θα ήταν τώρα να εξασφαλιστεί η ταχεία εφαρμογή των νέων κανόνων και μια πραγματική προθυμία να διερευνηθεί η αποτυχία των διαδικασιών στο σχολείο με ανεξάρτητο πνεύμα. Η υπό κρίση υπόθεση θα πρέπει να αποτελέσει, συναφώς, δοκιμαστική περίπτωση.
Η Επιτροπή είχε δηλώσει ότι «σε περίπτωση που οι καταγγέλλοντες επιθυμούν να επανεξεταστεί η υπόθεσή τους, σύμφωνα με τους νέους κανόνες έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν εκ νέου την προσφυγή τους στο Συμβούλιο Καταγγελιών». Σε συνέχεια της δήλωσης αυτής, το θέμα είχε υποβληθεί εκ νέου αμέσως στο Όργανο Εκδίκασης Καταγγελιών με επιστολή της 22ας Απριλίου 2005. Ωστόσο, δεν υπήρχε καμία εγγύηση ότι θα προστατεύονταν επαρκώς έναντι μιας άλλης παρελκυστικής τακτικής, εάν προβαλλόταν το επιχείρημα ότι ο νέος κανονισμός δεν προέβλεπε ρητά μεταβατικές ρυθμίσεις σχετικά με τις καταγγελίες που υποβλήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος των νέων κανόνων. Σε αυτή την περίπτωση, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να ζητήσει από την Επιτροπή να κινήσει χωρίς καθυστέρηση συμπληρωματική διαδικασία στο Συμβούλιο των Διοικητών για την εφαρμογή των εν λόγω μεταβατικών διατάξεων.
Όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό, οι εκτελεστικές διατάξεις δέχθηκαν το αίτημα αυτό. Ήταν ιδιαίτερα ευγνώμονες στην Επιτροπή για την ανάληψη αυτής της πρωτοβουλίας. Ωστόσο, δεν ήταν ακόμη σαφές αν οι διατάξεις θα εφαρμόζονταν στην περίπτωσή τους.
Δεν υπήρχε βάσιμος λόγος να μην εγκριθεί ο κανονισμός 1049/2001 από το Ανώτατο Συμβούλιο για πλήρη εφαρμογή στο σύστημα των Ευρωπαϊκών Σχολείων, δεδομένης της στενής σχέσης του με τα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Ένα τέτοιο βήμα θα ήταν η κρίσιμη δοκιμασία για την προθυμία του συστήματος των Ευρωπαϊκών Σχολείων να διακόψει τις διαδικασίες πίσω από τις πόρτες του παρελθόντος.
Τέλος, η ανεπανόρθωτη ηθική και η ουσιαστική υλική ζημία που υπέστη ο γιος τους έπρεπε να ανακληθούν. Επαφίεται στη Διαμεσολαβήτρια και στο σύστημα των Ευρωπαϊκών Σχολείων να εξετάσουν τον τρόπο με τον οποίο η ζημία αυτή θα μπορούσε να αποκατασταθεί χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση.
Συμπληρωματική επιστολή των καταγγελλόντων της 24ης Μαΐου 2005Στις 24 Μαΐου 2005, οι καταγγέλλοντες ενημέρωσαν τον Διαμεσολαβητή ότι, με απόφαση που εκδόθηκε την ίδια ημέρα, το Συμβούλιο Καταγγελιών απέρριψε την εκ νέου προσφυγή τους ως απαράδεκτη.
(3) Οι καταγγέλλοντες υποστήριξαν ότι, λόγω αυτής της εμφανούς έλλειψης καλής πίστης στην εφαρμογή των τροποποιήσεων που εγκρίθηκαν από το διοικητικό συμβούλιο την 1η και 2α Φεβρουαρίου 2005, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να ζητήσει από την Επιτροπή να δραστηριοποιηθεί χωρίς καθυστέρηση.
ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΕΥΞΗ ΦΙΛΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ
Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης και των παρατηρήσεων, ο Διαμεσολαβητής δεν ήταν ικανοποιημένος από το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε απαντήσει επαρκώς στους ισχυρισμούς και τους ισχυρισμούς των καταγγελλόντων.
Η πρόταση για μια φιλική λύσηΤο άρθρο 3 παράγραφος 5 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή (4) δίνει εντολή στον Διαμεσολαβητή να αναζητήσει, στο μέτρο του δυνατού, λύση με το οικείο θεσμικό όργανο για την εξάλειψη του περιστατικού κακοδιοίκησης και την ικανοποίηση του καταγγέλλοντος.
Ως εκ τούτου, στις 14 Ιουνίου 2005, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε στην Επιτροπή την ακόλουθη πρόταση φιλικής λύσης:
Η Επιτροπή θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο λήψης των αναγκαίων μέτρων για την υποβολή προτάσεων στο Ανώτατο Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Σχολείων ως εξής: 1) πρόταση τροποποίησης των εκτελεστικών διατάξεων όσον αφορά το Όργανο Εκδίκασης Προσφυγών με σκοπό να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω εκτελεστικές διατάξεις θα εξασφαλίσουν την πλήρη εφαρμογή του άρθρου 27 της σύμβασης, 2) πρόταση τροποποίησης του άρθρου 6.3.10.11 του IPEB προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η διάταξη αυτή έχει αναδρομική ισχύ και 3) πρόταση θέσπισης μέτρων για τη διασφάλιση της ορθής διεκπεραίωσης της αλληλογραφίας που απευθύνεται στα Ευρωπαϊκά Σχολεία.
Η άποψη αυτή βασίστηκε στις ακόλουθες εκτιμήσεις:
1 Εισαγωγικές παρατηρήσεις1.1 Στην καταγγελία τους προς τον Διαμεσολαβητή, οι καταγγέλλοντες υπέβαλαν τέσσερις ισχυρισμούς και τρεις ισχυρισμούς.
1.2 Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, οι καταγγέλλοντες υποστήριξαν ότι δεν υπήρχε βάσιμος λόγος να μην εγκριθεί ο κανονισμός 1049/2001 από το Ανώτατο Συμβούλιο για πλήρη εφαρμογή στο σύστημα των Ευρωπαϊκών Σχολείων. Οι καταγγέλλοντες τόνισαν επίσης ότι ο γιος τους υπέστη ανεπανόρθωτη ηθική και ουσιαστική υλική ζημία και άφησαν στον Διαμεσολαβητή και στο σύστημα των Ευρωπαϊκών Σχολείων να εξετάσουν τον τρόπο με τον οποίο η ζημία αυτή θα μπορούσε να αποκατασταθεί χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση.
1.3 Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι οι καταγγέλλοντες είχαν προβάλει με τον τρόπο αυτό δύο νέους ισχυρισμούς στις παρατηρήσεις τους. Δεδομένου ότι οι δύο αυτοί ισχυρισμοί δεν φαίνεται να είχαν υποβληθεί προηγουμένως στην Επιτροπή, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν μπορούσαν να εξεταστούν στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας.
2 Η υπόθεση των καταγγελλόντων κατά της Επιτροπής2.1 Τα ίδια τα Ευρωπαϊκά Σχολεία δεν ανήκουν στα κοινοτικά θεσμικά όργανα ή οργανισμούς των οποίων τη διοικητική συμπεριφορά ο Διαμεσολαβητής έχει την εξουσία να εξετάζει δυνάμει του άρθρου 195 της Συνθήκης ΕΚ και, ως εκ τούτου, η παρούσα έρευνα απευθύνεται αποκλειστικά στην Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν ήταν σε θέση να εξετάσει τους ισχυρισμούς και τις αιτιάσεις που απευθύνονταν στα Ευρωπαϊκά Σχολεία και τα όργανά τους. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η έρευνά του έπρεπε να επικεντρωθεί στο κατά πόσον υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής όσον αφορά τα ζητήματα που έθιξαν οι καταγγέλλοντες. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι μπορούσαν να εντοπιστούν τρία τέτοια ζητήματα, τα οποία αφορούσαν (1) τη διαθεσιμότητα ικανοποιητικών εκτελεστικών διατάξεων για το άρθρο 27 της Σύμβασης που επιτρέπουν την εξέταση της υπόθεσης των καταγγελλόντων από το Συμβούλιο Καταγγελιών, (2) το καθήκον των Ευρωπαϊκών Σχολείων να διατηρούν έγγραφα και (3) το καθήκον των Ευρωπαϊκών Σχολείων όσον αφορά τις επιστολές που τους απευθύνονται.
2.2 Όσον αφορά το πρώτο από τα ζητήματα αυτά, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η Επιτροπή δεν αρνήθηκε ότι το άρθρο 27 της Σύμβασης προβλέπει ότι το Όργανο Εκδίκασης Καταγγελιών θα πρέπει να είναι αρμόδιο να επιλαμβάνεται υποθέσεων όπως αυτή που υπέβαλαν οι καταγγέλλοντες. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε επίσης ότι το άρθρο 27 παράγραφος 4 της Σύμβασης ορίζει ότι το Καταστατικό του Συμβουλίου Καταγγελιών «εγκρίνεται από το Συμβούλιο των Διοικητών, το οποίο αποφασίζει ομόφωνα». Δεν αμφισβητείται ότι η ικανότητα του Συμβουλίου Καταγγελιών να χειρίζεται υποθέσεις όπως αυτές των καταγγελλόντων εξαρτάται από τη θέσπιση των αναγκαίων εκτελεστικών διατάξεων από το Συμβούλιο των Διοικητών βάσει της εν λόγω διάταξης. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι τέτοιοι εκτελεστικοί κανόνες είχαν θεσπιστεί από το Συμβούλιο των Διοικητών κατά τη συνεδρίασή του της 1ης και 2ας Φεβρουαρίου 2005.
Όπως αναγνώρισαν οι καταγγέλλοντες, η θέσπιση αυτών των κανόνων αποτέλεσε σημαντικό βήμα προόδου. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε, ωστόσο, ότι η Σύμβαση είχε ήδη τεθεί σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 2002. Για να εξασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα του άρθρου 27 της σύμβασης, οι διατάξεις εφαρμογής θα έπρεπε, επομένως, να παρέχουν στο συμβούλιο καταγγελιών την εξουσία να εξετάζει καταγγελίες από την εν λόγω ημερομηνία. Ωστόσο, από την απόφαση του Συμβουλίου Καταγγελιών της 24ης Μαΐου 2005 προέκυψε ότι το τελευταίο έκρινε ότι οι εκτελεστικές διατάξεις που είχαν εγκριθεί από το Συμβούλιο των Διοικητών τον Φεβρουάριο του 2005 δεν έχουν αναδρομική ισχύ και, ως εκ τούτου, δεν του επιτρέπουν να ασχοληθεί με την υπόθεση των καταγγελλόντων.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι οι εκτελεστικές διατάξεις που εγκρίθηκαν από το Ανώτατο Συμβούλιο τον Φεβρουάριο του 2005 δεν εφάρμοσαν πλήρως το άρθρο 27 της Σύμβασης. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή ήταν μόνο ένα από τα 29 μέλη του Συμβουλίου των Διοικητών. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, ήταν επομένως σαφές ότι η Επιτροπή δεν θα ήταν σε θέση να αναγκάσει το διοικητικό συμβούλιο να εγκρίνει οποιαδήποτε συγκεκριμένη τροποποίηση των εκτελεστικών διατάξεων. Ωστόσο, τίποτα δεν εμπόδιζε την Επιτροπή να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει την υποβολή πρότασης για μια τέτοια τροποποίηση στο Συμβούλιο των Διοικητών. Δεδομένου ότι οι παρούσες εκτελεστικές διατάξεις δεν εξασφαλίζουν την πλήρη εφαρμογή του άρθρου 27 της Σύμβασης και λαμβάνοντας υπόψη την ειδική ευθύνη της Επιτροπής για τη διασφάλιση της ορθής λειτουργίας του συστήματος των Ευρωπαϊκών Σχολείων, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η μη δρομολόγηση μιας τέτοιας τροποποίησης θα μπορούσε να συνιστά κακοδιοίκηση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
2.3 Όσον αφορά το δεύτερο από τα προαναφερθέντα ζητήματα, η Επιτροπή είχε επισημάνει ότι η τροποποιημένη έκδοση του άρθρου 6.3.10.11 του IPEB προβλέπει ότι τα σχετικά έγγραφα πρέπει να φυλάσσονται στο σχολείο για τουλάχιστον τρία έτη μετά το απολυτήριο. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η προσφυγή στο Συμβούλιο Καταγγελιών σε μια υπόθεση όπως η παρούσα ήταν δυνατή και χρήσιμη μόνο εάν τα σχετικά έγγραφα ήταν ακόμη διαθέσιμα. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι εκτελεστικές διατάξεις σχετικά με το συμβούλιο προσφυγών που είχαν εγκριθεί από το διοικητικό συμβούλιο τον Φεβρουάριο του 2005 δεν είχαν αναδρομική ισχύ (σημείο 2.2), η ανησυχία των καταγγελλόντων ότι το ίδιο θα μπορούσε να ισχύει όσον αφορά την τροποποιημένη έκδοση του άρθρου 6.3.10.11 του IPEB ήταν κατανοητή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, για τους ίδιους λόγους με εκείνους που αναφέρονται στο τελευταίο εδάφιο του σημείου 2.5 ανωτέρω, η παράλειψη της Επιτροπής να κινήσει τροποποίηση του άρθρου 6.3.10.11 του IPEB προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η διάταξη αυτή θα έχει αναδρομική ισχύ θα μπορούσε να αποτελέσει περίπτωση κακοδιοίκησης.
2.4 Όσον αφορά το τρίτο από τα προαναφερθέντα ζητήματα, φαίνεται αδιαμφισβήτητο ότι τουλάχιστον μία επιστολή που απηύθυναν οι καταγγέλλοντες στα Ευρωπαϊκά Σχολεία δεν είχε απαντηθεί δεόντως. Η Διαμεσολαβήτρια σημείωσε ότι η Επιτροπή είχε τονίσει, στη γνώμη της, ότι η αλληλογραφία που απευθύνεται στα Ευρωπαϊκά Σχολεία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται σωστά και ότι τα Ευρωπαϊκά Σχολεία θα πρέπει να εγκρίνουν μέτρα για τη βελτίωση της παροχής υπηρεσιών παρόμοια με εκείνα που ισχύουν ήδη στα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Σημείωσε επίσης ότι στο σημείο 2.2 («Διοικητικές βελτιώσεις») της ανακοίνωσής της προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο - Διαβούλευση σχετικά με τις επιλογές για την ανάπτυξη του συστήματος των Ευρωπαϊκών Σχολείων της 20ής Ιουλίου 2004 (COM(2004) 519 τελικό), η Επιτροπή δήλωσε ότι «προτείνεται ότι το σύστημα [των Ευρωπαϊκών Σχολείων] θα μπορούσε, βραχυπρόθεσμα, να επωφεληθεί από την εφαρμογή βέλτιστων πρακτικών και πρόσφατων καινοτομιών στον διοικητικό τομέα, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς (...)». Στο σημείο 5 της ανακοίνωσης, η Επιτροπή ανακοίνωσε ότι «θα αξιοποιήσει τις ιδέες που διατυπώνονται στην παρούσα ανακοίνωση για τις εργασίες της στο πλαίσιο του [διοικητικού συμβουλίου]». Ωστόσο, η Επιτροπή δεν αναφέρθηκε σε καμία συγκεκριμένη πρωτοβουλία προς την κατεύθυνση αυτή την οποία είχε αναλάβει στο πλαίσιο του διοικητικού συμβουλίου. Λαμβανομένου υπόψη του τρόπου με τον οποίο χειρίστηκαν τα Ευρωπαϊκά Σχολεία την επιστολή των καταγγελλόντων της 12ης Σεπτεμβρίου 2004, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μη ανάληψη τέτοιας πρωτοβουλίας από την Επιτροπή θα μπορούσε να αποτελέσει άλλη μια περίπτωση κακοδιοίκησης.
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Η Επιτροπή έκρινε ότι το Όργανο Εκδίκασης Προσφυγών θα πρέπει να είναι σε θέση να εξετάζει υποθέσεις που εισήχθησαν μετά την έναρξη ισχύος της νέας σύμβασης (την 1η Οκτωβρίου 2002), αλλά πριν από την έγκριση των εκτελεστικών διατάξεων του εν λόγω Οργάνου. Ωστόσο, αυτό δεν θα πρέπει να θέτει υπό αμφισβήτηση τις υφιστάμενες αποφάσεις που έχουν ληφθεί από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία, για τις οποίες δεν είχε ασκηθεί προσφυγή πριν από τον Φεβρουάριο του 2005. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα ζητήσει από τον Γενικό Γραμματέα να υποβάλει πρόταση στο επόμενο Συμβούλιο Διοικητών προκειμένου να τροποποιηθούν οι εκτελεστικές διατάξεις του Συμβουλίου Καταγγελιών. Η τροποποίηση αυτή θα επιτρέψει στο Όργανο Εκδίκασης Καταγγελιών να εξετάσει τις υφιστάμενες καταγγελίες που υποβλήθηκαν μετά την 1η Οκτωβρίου 2002.
Στο ίδιο πνεύμα, η Επιτροπή θα ζητήσει επίσης από τον Γενικό Γραμματέα να υποβάλει πρόταση στο επόμενο Συμβούλιο Διοικητών για την τροποποίηση του άρθρου 6.3.10.11 του IPEB. Η προτεινόμενη τροποποίηση θα διασφαλίσει ότι κάθε επισημασμένο έγγραφο που θα μπορούσε να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία σε υπόθεση που διεκπεραιώνεται από το Όργανο Εκδίκασης Καταγγελιών θα διατηρείται έως την οριστική περάτωση της προσφυγής.
Η Επιτροπή δεν μπόρεσε να συμφωνήσει με τη δήλωση του Διαμεσολαβητή, σύμφωνα με την οποία δεν είχε αναφερθεί σε καμία συγκεκριμένη πρωτοβουλία που είχε αναλάβει στο Ανώτατο Συμβούλιο με σκοπό τη βελτίωση της διαφάνειας και της χρηστής διοίκησης στα Ευρωπαϊκά Σχολεία. Όπως αναφέρεται στη γνωμοδότησή της σχετικά με την καταγγελία, η Επιτροπή είχε ήδη ασκήσει πιέσεις για συγκεκριμένες δράσεις, όπως η έγκριση κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς, η παροχή αιτιολόγησης μαζί με την κοινοποίηση των αποφάσεων που λαμβάνονται σε διάφορα επίπεδα, η μεγαλύτερη πρόσβαση σε έγγραφα και πληροφορίες και η βελτίωση της διαχείρισης και της λογοδοσίας.
Κατά τη συνεδρίασή του στις 28-30 Απριλίου 2004, το Συμβούλιο των Διοικητών ενέκρινε το ακόλουθο κείμενο (5):
«Προτείνεται το Ανώτατο Συμβούλιο να λάβει υπό σημείωση το συνημμένο έγγραφο και να ζητήσει από τον Γενικό Γραμματέα να εξετάσει το ζήτημα της ορθής διοικητικής πρακτικής και ιδίως την ανάγκη για μέγιστη διαφάνεια στη διαχείριση των Ευρωπαϊκών Σχολείων όταν υποβάλλει την ετήσια έκθεσή του στο Ανώτατο Συμβούλιο.
Το παρόν έγγραφο θα παραπεμφθεί στις προπαρασκευαστικές επιτροπές με σκοπό την ενσωμάτωσή του στο έγγραφο για τη διασφάλιση της ποιότητας στα Ευρωπαϊκά Σχολεία.»
Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση στην παρούσα υπόθεση και επιβεβαίωσε ότι χρησιμοποίησε συστηματικά την επιρροή της στα Ευρωπαϊκά Σχολεία για την προώθηση της χρηστής διακυβέρνησης και της λήψης αποφάσεων με βάση τις αρχές της δικαιοσύνης και της διαφάνειας. Ωστόσο, εφιστάται εκ νέου η προσοχή του Διαμεσολαβητή στο γεγονός ότι, ως ένα από τα 29 μέλη του διοικητικού συμβουλίου, η ικανότητα της Επιτροπής να επηρεάζει τη λήψη αποφάσεων ήταν αντίστοιχα περιορισμένη.
Αντίγραφο της επιστολής με την οποία καλείται ο Γενικός Γραμματέας να υποβάλει προτάσεις σχετικά με τα δύο πρώτα σημεία που έθεσαν οι καταγγέλλοντες θα αποσταλεί στον Διαμεσολαβητή.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες διατύπωσαν τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Όσον αφορά τις δύο πρώτες από τις τρεις προτάσεις που υπέβαλε ο Διαμεσολαβητής, η αντίδραση της Επιτροπής, εάν δοθεί η δέουσα συνέχεια από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία, θα αποκαταστήσει σε μεγάλο βαθμό το δικαίωμά τους για δίκαιη διερεύνηση της αρχικής καταγγελίας τους στο Ευρωπαϊκό Σχολείο. Ωστόσο, αυτό αποτέλεσε αντικείμενο δύο επιφυλάξεων όσον αφορά το πρώτο ζήτημα (την τροποποίηση των εκτελεστικών διατάξεων όσον αφορά το Όργανο Εκδίκασης Καταγγελιών). Πρώτον, η προτεινόμενη από την Επιτροπή τροποποίηση θα πρέπει να εγκριθεί και να τεθεί σε ισχύ χωρίς καθυστέρηση. Δεύτερον, ο Γενικός Γραμματέας θα πρέπει να κληθεί να υποβάλει έκθεση στο Συμβούλιο των Διοικητών σχετικά με την ταχεία εφαρμογή της, μεταξύ άλλων όσον αφορά την καταγγελία τους, συμπεριλαμβανομένης της χωρίς καθυστέρηση σύγκλησης του Συμβουλίου Καταγγελιών για την εξέταση της καταγγελίας αυτής με ουσιαστικό τρόπο και τη διεξαγωγή της αναγκαίας διερεύνησης των πραγματικών περιστατικών. Η απόφαση του Διαμεσολαβητή θα πρέπει να αναφέρει ρητά τα δύο αυτά σημεία. Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα (διασφαλίζοντας ότι το άρθρο 6.3.10.11 του IPEB έχει αναδρομική ισχύ), η απόφαση του Διαμεσολαβητή θα πρέπει να αναφέρει ρητά την απαίτηση υποβολής εκθέσεων στο διοικητικό συμβούλιο και στους καταγγέλλοντες. Μέχρι στιγμής, ο Γενικός Γραμματέας είχε αρνηθεί να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία στους καταγγέλλοντες σχετικά με το αν τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία εξακολουθούσαν να υπάρχουν ή είχαν εν τω μεταξύ καταστραφεί.
Όσον αφορά την αντίδραση της Επιτροπής στην τρίτη πρόταση του Διαμεσολαβητή, δεν πείστηκαν ότι η δράση που ανέλαβε μέχρι στιγμής η Επιτροπή ήταν επαρκής ή ότι είχε επιδιωχθεί με επαρκή δύναμη στο Συμβούλιο των Διοικητών. Η εμπειρία των καταγγελλόντων με τα Ευρωπαϊκά Σχολεία ήταν σε μεγάλο βαθμό αρνητική. Ούτε το από 7 Ιουλίου 2003 έγγραφό τους ούτε το από 12 Σεπτεμβρίου 2004 έγγραφό τους απαντήθηκαν. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να ζητήσει από την Επιτροπή να ζητήσει περαιτέρω μέτρα διαφάνειας.
Τέλος, το επιχείρημα της Επιτροπής ότι ο ρόλος της στο Συμβούλιο των Διοικητών ήταν αρκετά περιορισμένος δεν μπορούσε να γίνει δεκτό. Η ΕΕ παρείχε το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης των Ευρωπαϊκών Σχολείων. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή είχε καθήκον να διασφαλίσει ότι τα χορηγηθέντα κονδύλια δαπανήθηκαν υπό συνθήκες χρηστής διακυβέρνησης.
Περαιτέρω έρευνεςΑφού εξέτασε τη γνώμη της Επιτροπής σχετικά με την πρότασή του για φιλική λύση και τις παρατηρήσεις των καταγγελλόντων, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι χρειαζόταν περαιτέρω πληροφορίες για να ασχοληθεί με την υπόθεση.
Πρώτο αίτημα για περαιτέρω πληροφορίεςΩς εκ τούτου, στις 4 Νοεμβρίου 2005, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή. Στην επιστολή αυτή, ζήτησε από την Επιτροπή να του παράσχει αντίγραφο της επιστολής που είχε προτείνει να αποστείλει στον Γενικό Γραμματέα σχετικά με τα δύο πρώτα ζητήματα που έθιξαν οι καταγγέλλοντες και να υποβάλει έκθεση σχετικά με τη συνέχεια που ενδεχομένως δόθηκε στην επιστολή αυτή από τον Γενικό Γραμματέα και το Συμβούλιο των Διοικητών. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε επίσης ότι το κείμενο που φαίνεται να εγκρίθηκε κατά τη συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου τον Απρίλιο του 2004 κάλεσε τον Γενικό Γραμματέα «να εξετάσει το ζήτημα της ορθής διοικητικής πρακτικής και ιδίως την ανάγκη για μέγιστη διαφάνεια (...) όταν υποβάλλει την ετήσια έκθεσή του στο Ανώτατο Συμβούλιο». Ωστόσο, φάνηκε ότι τα ζητήματα αυτά δεν εξετάστηκαν λεπτομερώς στην ετήσια έκθεση που υπέβαλε ο Γενικός Γραμματέας για το 2004, η οποία ήταν διαθέσιμη στην ιστοσελίδα των Ευρωπαϊκών Σχολείων. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την Επιτροπή να διευκρινίσει λεπτομερώς τα μέτρα που είχε λάβει για να διασφαλίσει την ορθή διεκπεραίωση της αλληλογραφίας που απευθυνόταν στα Ευρωπαϊκά Σχολεία.
Επιστολή της Επιτροπής της 27ης Οκτωβρίου 2005Στις 9 Νοεμβρίου 2005, ο Διαμεσολαβητής έλαβε επιστολή με ημερομηνία 27 Οκτωβρίου 2005, με την οποία η Επιτροπή του διαβίβασε την πρόσφατη αλληλογραφία της με τον κ. R., Γενικό Γραμματέα. Η αλληλογραφία αυτή αποτελούνταν από τρία γράμματα.
Με την πρώτη επιστολή της 29ης Ιουλίου 2005, η Επιτροπή ζήτησε από τον R. να υποβάλει προτάσεις τροποποίησης (1) των εκτελεστικών διατάξεων του συμβουλίου προσφυγών και (2) του άρθρου 6.3.10.11 του IPEB στην επόμενη συνεδρίαση του συμβουλίου διοικητών.
Στην απάντησή του της 30ής Αυγούστου 2005, ο R. επισήμανε ότι οι εκτελεστικές διατάξεις σχετικά με το Όργανο Εκδίκασης Προσφυγών δεν προέβλεπαν αναδρομική ισχύ. Κατά τον R., η αναδρομικότητα προβλεπόταν από τη νομοθεσία μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις. Ο R. εικάζει ότι, ακόμη και αν δεν υπάρχουν σχετικά στοιχεία, το Συμβούλιο των Διοικητών δεν έχει προβλέψει αναδρομική ισχύ, διότι δεν έχει διαπιστώσει τέτοιους εξαιρετικούς λόγους. Υποστήριξε ότι, ως εκ τούτου, δεν ήταν σε θέση να ακολουθήσει την πρόταση της Επιτροπής για τροποποίηση υπό την έννοια αυτή. Όσον αφορά το άρθρο 6.3.10.11, ο R. επισήμανε ότι η προσφυγή κατά απολυτηρίου πρέπει να κριθεί οριστικά έως τις 15 Απριλίου του έτους που έπεται εκείνου κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε η εξέταση. Ο R. δήλωσε ότι, ως εκ τούτου, δεν βλέπει την ανάγκη για περαιτέρω τροποποίηση. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι προκειμένου να καθησυχάσει την Επιτροπή και κάθε πιθανό καταγγέλλοντα, θα συντάξει πρόταση σύμφωνα με την οποία τα έγγραφα θα πρέπει να φυλάσσονται "για τουλάχιστον τρία χρόνια "ή για όσο διάστημα δεν αποφασίζεται τελικά προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου Καταγγελιών".
Η Επιτροπή απάντησε στην επιστολή αυτή στις 26 Σεπτεμβρίου 2005. Στην εν λόγω απάντηση, η Επιτροπή επισήμανε ότι η αντίδραση του Γενικού Γραμματέα ήταν συνολικά αρνητική, αλλά επισήμανε ότι μία πρόταση, η οποία είχε υποβληθεί (από τον Γενικό Γραμματέα) στη Διοικητική και Δημοσιονομική Επιτροπή («CAF») της 29ης Σεπτεμβρίου 2005, φαινόταν να ανταποκρίνεται στις ανησυχίες που εξέφρασαν η Επιτροπή και ο Διαμεσολαβητής. Η πρόταση αυτή φαίνεται (6) να προβλέπει τη γενική αρμοδιότητα του οργάνου εκδίκασης προσφυγών να εκδικάζει προσφυγές, καθώς και τη δυνατότητα επανεισαγωγής των προσφυγών που έχουν ήδη απορριφθεί από το όργανο εκδίκασης προσφυγών με την αιτιολογία ότι δεν ήταν αρμόδιο να τις εξετάσει ενώπιον του τελευταίου. Η Επιτροπή ζήτησε επίσης να επιβεβαιωθεί ότι έχουν ληφθεί όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλιστεί η διατήρηση των φακέλων των μαθητών των οποίων οι υποθέσεις είχαν υποβληθεί στο Όργανο Εκδίκασης Προσφυγών κατά τα τελευταία έτη, ώστε να καταστεί δυνατή η επανέναρξη της διαδικασίας ενώπιον του τελευταίου.
Δεύτερο αίτημα για περαιτέρω πληροφορίεςΣτις 11 Νοεμβρίου 2005, και αφού έλαβε γνώση της αλληλογραφίας που του διαβίβασε η Επιτροπή, ο Διαμεσολαβητής πληροφόρησε την Επιτροπή ότι εκτιμά το γεγονός ότι ενήργησε ταχέως και του διαβίβασε αντίγραφα των σχετικών επιστολών, όπως είχε ανακοινώσει προηγουμένως.
Υπό το πρίσμα της αλληλογραφίας που του διαβιβάστηκε, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε την Επιτροπή ότι θα τον παρακαλούσε, στην απάντησή της στην αίτηση παροχής πληροφοριών της 4ης Νοεμβρίου 2005, να παράσχει επίσης πληροφορίες σχετικά με οποιαδήποτε απάντηση του Γενικού Γραμματέα στην επιστολή της Επιτροπής της 26ης Σεπτεμβρίου 2005 και σχετικά με το αποτέλεσμα της συνεδρίασης της 29ης Σεπτεμβρίου 2005 (συμπεριλαμβανομένων αντιγράφων τυχόν σχετικών εγγράφων που θα μπορούσαν να είχαν εγκριθεί κατά τη συνεδρίαση αυτή).
Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι η προσέγγιση που υιοθέτησε ο Γενικός Γραμματέας στην επιστολή του της 30ής Αυγούστου 2005 επιβεβαίωσε την ανάγκη να δοθεί απάντηση στο δεύτερο ερώτημα που περιλαμβανόταν στην επιστολή της 4ης Νοεμβρίου 2005. Προσέθεσε ότι, με βάση το περιεχόμενο και τη διατύπωση της επιστολής του Γενικού Γραμματέα της 30ής Αυγούστου 2005, θα εκτιμούσε επίσης εάν η Επιτροπή μπορούσε να τον ενημερώσει (1) εάν είχε ή ήταν σε θέση να λάβει οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με το αν ο φάκελος που αφορούσε την υπόθεση των καταγγελλόντων είχε ή δεν είχε φυλαχθεί από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία και (2) εάν θα ήταν δυνατό για την Επιτροπή να λάβει αντίγραφο του φακέλου των καταγγελλόντων για ασφαλή φύλαξη.
Απάντηση της ΕπιτροπήςΣτην απάντησή της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Κατά τη σύνταξη της απάντησης (13 Δεκεμβρίου 2005), ο Γενικός Γραμματέας δεν είχε λάβει καμία απάντηση στην επιστολή της Επιτροπής της 26ης Σεπτεμβρίου 2005. Ούτε η CAF, κατά τη συνεδρίασή της στις 29 Σεπτεμβρίου 2005, ενέκρινε το κείμενο που της υποβλήθηκε, δεδομένου ότι απαιτούνταν περισσότερες πληροφορίες για μια τόσο ριζική αλλαγή της αρμοδιότητας του οργάνου εκδίκασης προσφυγών.
Οι προτεινόμενες αλλαγές συζητήθηκαν εκ νέου κατά τη συνεδρίαση της CAF στις 6-7 Δεκεμβρίου 2005, υπό το πρίσμα των πληροφοριών που παρασχέθηκαν από το γραφείο του Γενικού Γραμματέα και της γνωμοδότησης της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής, της οποίας ζητήθηκε η γνώμη επί του θέματος. Η τελευταία είχε τονίσει, στην απάντησή της, ότι οι προτεινόμενες αλλαγές θα απαιτούσαν αλλαγή της σύμβασης.
Κατά τη συνεδρίαση αυτή, η Επιτροπή επέμεινε ότι, ακόμη και αν οι εκτεταμένες αλλαγές που πρότεινε ο Γενικός Γραμματέας δεν μπορούσαν να εγκριθούν, η CAF, και αργότερα το Συμβούλιο των Διοικητών, θα έπρεπε να εγκρίνουν μια ορισμένη αναδρομικότητα της αρμοδιότητας που έχει ήδη δοθεί στο Συμβούλιο Καταγγελιών από το άρθρο 27 της Σύμβασης, έτσι ώστε να μπορεί να επανεξεταστεί η υπόθεση των καταγγελλόντων.
Λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής, ο Γενικός Γραμματέας απέσυρε την πρότασή του και η CAF ζήτησε να υποβληθεί ακριβής πρόταση σχετικά με το ζήτημα της περιορισμένης αναδρομικότητας, η οποία θα επανεξεταστεί από τη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής. Η Επιτροπή ζήτησε να καταρτιστεί η πρόταση το συντομότερο δυνατόν.
Ερωτηθείς για το ακριβές ζήτημα του κατά πόσον ο φάκελος σχετικά με την υπόθεση των καταγγελλόντων είχε διατηρηθεί ή όχι, ο Γενικός Γραμματέας έδωσε μια πολύ σαφή και θετική απάντηση: όλα τα παιδαγωγικά έγγραφα φυλάσσονταν με ασφάλεια από το Ευρωπαϊκό Σχολείο, όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με τη διοικητική προσφυγή φυλάσσονταν από τον Γενικό Γραμματέα και όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με το Συμβούλιο Καταγγελιών φυλάσσονταν από τον Γραμματέα του τελευταίου. Με βάση τα ανωτέρω, δεν ήταν αναγκαίο να ζητήσει η Επιτροπή αντίγραφο των ήδη σημαντικών φακέλων, ούτε θα αποτελούσε, κατά την άποψη της Επιτροπής, ορθή πρακτική να ζητήσει ένα τέτοιο αντίγραφο.
Όσον αφορά το αίτημα να διευκρινιστούν τα μέτρα που ελήφθησαν για να διασφαλιστεί η ορθή διεκπεραίωση της αλληλογραφίας που απευθυνόταν στα Ευρωπαϊκά Σχολεία, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά της να λάβει τέτοια ακριβή μέτρα. Ωστόσο, η Επιτροπή επισήμανε ότι το ανώτατο συμβούλιο είχε θεσπίσει κανόνες για την αξιολόγηση των διευθυντών των ευρωπαϊκών σχολείων, οι οποίοι λάμβαναν υπόψη, μεταξύ άλλων, τον τρόπο με τον οποίο οι διευθυντές χειρίζονταν την αλληλογραφία και τις σχέσεις με τους γονείς (7).
Επιπλέον, η Επιτροπή αναφέρθηκε στις πληροφορίες που είχε ήδη παράσχει στον Διαμεσολαβητή σχετικά με τις προτεινόμενες δράσεις της Επιτροπής για μεγαλύτερη διαφάνεια και χρηστή διοίκηση στα Ευρωπαϊκά Σχολεία, οι οποίες είχαν αποσταλεί στον Γενικό Γραμματέα τον Ιανουάριο του 2004 και είχαν κατατεθεί κατά τη συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου τον Απρίλιο του 2004. Το έγγραφο αυτό είχε προτείνει συγκεκριμένες δράσεις για τη διαφάνεια και τη χρηστή διοίκηση, όπως η έγκριση κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς. Όλα τα διοικητικά συμβούλια των Ευρωπαϊκών Σχολείων συζήτησαν τις προτάσεις της Επιτροπής και συμφώνησαν ως προς τη σημασία των καθορισμένων αρχών, καθώς και ως προς την αναγκαιότητα και την αποφασιστικότητα για την τήρησή τους.
Έκτοτε, οι προτάσεις της Επιτροπής που αποσκοπούσαν στη δημιουργία κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς είχαν υποβληθεί στη Μικτή Παιδαγωγική Επιτροπή (προπαρασκευαστική επιτροπή του Ανώτατου Συμβουλίου) τον Νοέμβριο του 2004, προκειμένου να ενσωματωθεί το έγγραφο στο υφιστάμενο έγγραφο σχετικά με τη «Διασφάλιση της ποιότητας στα Ευρωπαϊκά Σχολεία». Ενώ οι εκπρόσωποι των γονέων και των εκπαιδευτικών υποστήριξαν το προτεινόμενο κείμενο, ορισμένοι διευθυντές διατύπωσαν ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά, για παράδειγμα, με την ανάγκη διάκρισης μεταξύ των εγγράφων που θα μπορούσαν να δημοσιοποιηθούν από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία και των πιο ευαίσθητων εγγράφων, τα οποία δεν θα έπρεπε. Τα σημεία αυτά υποστηρίχθηκαν από ορισμένους εθνικούς εκπροσώπους.
Ωστόσο, το έγγραφο δεν παρουσιάστηκε εκ νέου σε συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου, ούτε οι προτάσεις για έναν κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς έχουν ακόμη ενσωματωθεί στο υφιστάμενο έγγραφο σχετικά με τη «διασφάλιση της ποιότητας στα ευρωπαϊκά σχολεία». Ως εκ τούτου, η Επιτροπή είχε ήδη εξετάσει το ενδεχόμενο να ζητήσει από τον Γενικό Γραμματέα να υποβάλει ειδικό έγγραφο στο Συμβούλιο των Διοικητών το αργότερο τον Ιανουάριο του 2006.
Όσον αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση των καταγγελλόντων, η Επιτροπή είχε ενημερωθεί ότι η απάντηση της Σχολής είχε δοθεί μετά από ενδελεχή εξέταση από τον Γενικό Γραμματέα και τον πρόεδρο της κριτικής επιτροπής του απολυτηρίου, ο οποίος είχε τελικά αποφασίσει να συμβουλεύσει τη Σχολή να μην παράσχει τα ζητούμενα έγγραφα.
Οι παρατηρήσεις των καταγγελλόντωνΣτις παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες εξέφρασαν την έκπληξή τους για το γεγονός ότι η πλήρης εφαρμογή της σύμβασης και των δικαιωμάτων που παρέχονται από αυτήν θα πρέπει να απαιτούν τροποποίηση της ίδιας της σύμβασης. Οι καταγγέλλοντες τόνισαν ότι, μετά από όλες τις παρελκυστικές τακτικές που είχε αναπτύξει κατά την άποψή τους το σύστημα των Ευρωπαϊκών Σχολείων, επέμειναν στο δικαίωμά τους για δίκαιη διαδικασία και στο καθήκον της Επιτροπής να διασφαλίσει μια τέτοια διαδικασία. Τόνισαν ότι, στην παρούσα υπόθεση, αντιμετώπισαν πλήρη κατάρρευση του συστήματος αξιολόγησης των Ευρωπαϊκών Σχολείων και ότι θεώρησαν ότι ήταν θεμιτό υπό αυτές τις συνθήκες να ζητήσουν τη διεξαγωγή κατάλληλης έρευνας. Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι μια τέτοια λεπτομερής επανεξέταση είχε απορριφθεί επανειλημμένα και ότι είχαν οδηγηθεί σε κύκλους.
Κατά την άποψη των καταγγελλόντων, ήταν απαράδεκτο οι υπεύθυνοι του συστήματος των ευρωπαϊκών σχολείων για τη διασφάλιση της εφαρμογής της σύμβασης (σε ισχύ από την 1η Οκτωβρίου 2002) να μπορούν τώρα να επικαλεστούν τη δική τους έλλειψη δράσης (δηλαδή τη μη έγκαιρη θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων ή την αναγκαία αναδρομική ισχύ των εν λόγω διατάξεων) προκειμένου να αποφευχθεί μια φαινομενικά ενοχλητική αμερόληπτη διερεύνηση των εν λόγω γεγονότων. Οι καταγγέλλοντες υποστήριξαν επίσης ότι δεν θα πρέπει να επιτρέπεται στην Επιτροπή να αποδέχεται μια τέτοια διοικητική δυσλειτουργία από ένα θεσμικό όργανο, την οποία χρηματοδότησε σε μεγάλο βαθμό και επί της οποίας θα μπορούσε, ως εκ τούτου, να ασκήσει καθοριστική επιρροή. Ως εκ τούτου, κάλεσαν τον Διαμεσολαβητή να ζητήσει από την Επιτροπή να ενεργήσει αποφασιστικά προκειμένου να διορθωθεί η απαράδεκτη κατάσταση.
Η εκτίμηση του ΔιαμεσολαβητήΜε βάση τις πληροφορίες που έλαβε από την Επιτροπή και τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν οι καταγγέλλοντες, η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί φιλική λύση.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Εισαγωγική παρατήρηση1.1 Οι καταγγέλλοντες είναι υπάλληλος της Επιτροπής και η σύζυγός του, της οποίας ο γιος φοίτησε στο Ευρωπαϊκό Σχολείο του Woluwe (Βρυξέλλες) μέχρι το 2003, οπότε και έλαβε μέρος στις απολυτήριες εξετάσεις («Ευρωπαϊκό Απολυτήριο»). Στη γερμανική γλώσσα, ο υιός των καταγγελλόντων έλαβε μόνο βαθμολογία 6.00 κατά τη γραπτή εξέταση.
Σύμφωνα με το άρθρο 6.3.10 των κανόνων που εφαρμόζονται στα Ευρωπαϊκά Σχολεία όσον αφορά τις απολυτήριες εξετάσεις, τις διατάξεις εφαρμογής για το ευρωπαϊκό απολυτήριο («IPEB»), καθεμία από τις γραπτές εξετάσεις βαθμολογείται πρώτα από τον καθηγητή που δίδαξε το εν λόγω μάθημα και στη συνέχεια από έναν ή δύο εξωτερικούς εξεταστές. Εάν ο επιθεωρητής του σχολείου κρίνει ότι η διαφορά μεταξύ των δύο βαθμών είναι σημαντική, ο εξωτερικός εξεταστής μπορεί να επανεξετάσει τη βαθμολογία του με βάση τα σχόλια που αιτιολογούν τη βαθμολογία του καθηγητή. Η τελική βαθμολογία είναι ο αριθμητικός μέσος όρος των βαθμών που απονέμονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ωστόσο, όταν η διαφορά μεταξύ των δύο βαθμών εξακολουθεί να είναι αισθητή, ο επιθεωρητής του σχολείου μπορεί να καλέσει τρίτο δείκτη. Πρέπει να το κάνει όταν η διαφορά είναι μεγαλύτερη από δύο βαθμούς. Ο τρίτος δείκτης γνωρίζει τα αποτελέσματα που δίνονται από τους δύο πρώτους δείκτες. Το σημάδι που δίνει είναι το τελικό σημάδι. Ωστόσο, το σήμα αυτό πρέπει να βρίσκεται εντός του εύρους που ορίζουν οι δύο πρώτοι δείκτες.
Εν προκειμένω, ο καθηγητής είχε δώσει 9,5 («άριστα») για τη γραπτή εξέταση που προετοίμασε ο υιός των καταγγελλόντων. Ο εξωτερικός δείκτης είχε δώσει μόνο 5,5 ("ανεπαρκής"). Ο τρίτος δείκτης είχε δώσει 6,0.
Οι καταγγέλλοντες ενημερώθηκαν για το αποτέλεσμα της εξέτασης στις 5 Ιουλίου 2003. Για να τους δοθεί η δυνατότητα να υποβάλουν καταγγελία, οι καταγγέλλοντες απηύθυναν επιστολή στο Ευρωπαϊκό Σχολείο στις 7 Ιουλίου 2003 προκειμένου να ζητήσουν πληροφορίες και πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα. Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, το αίτημα αυτό δεν απαντήθηκε ποτέ.
Στις 15 Ιουλίου 2003, οι καταγγέλλοντες άσκησαν προσφυγή δυνάμει του άρθρου 12 του IPEB ενώπιον του προέδρου της εξεταστικής επιτροπής. Στην εν λόγω καταγγελία, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι το γράμμα και το πνεύμα του άρθρου 6.3.10 του IPEB δεν είχαν τηρηθεί. Η καταγγελία αυτή απορρίφθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 2003.
Στη συνέχεια, οι καταγγέλλοντες απηύθυναν επιστολή στον Γενικό Γραμματέα του Ανώτατου Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Σχολείων (ο «Γενικός Γραμματέας») προκειμένου να ζητήσουν να τους δοθεί το όνομα του εξωτερικού δικαστηρίου στο οποίο η Σχολή υπέβαλε αίτηση δικαστικού ελέγχου. Στην απάντησή του της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, ο Γενικός Γραμματέας επισήμανε ότι οι ισχύοντες κανόνες δεν προβλέπουν δικαίωμα προσφυγής κατά των αποφάσεων του προέδρου της εξεταστικής επιτροπής. Ωστόσο, ο Γενικός Γραμματέας ανέφερε την ύπαρξη του Συμβουλίου Καταγγελιών των Ευρωπαϊκών Σχολείων, αναφερόμενος στο άρθρο 27 της σύμβασης που υπογράφηκε το 1994 (η «σύμβαση»)(8).
Στις 9 Νοεμβρίου 2003, οι καταγγέλλοντες ζήτησαν να εξεταστεί η καταγγελία τους από το Όργανο Εκδίκασης Καταγγελιών.
Στην απόφασή του της 28ης Ιουλίου 2004, το Όργανο Εκδίκασης Καταγγελιών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν αρμόδιο να εξετάσει την προσφυγή των καταγγελλόντων. Το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι, ενώ από το άρθρο 27 της Συμβάσεως μπορούσε να συναχθεί ότι άλλα πρόσωπα πλην των εκπαιδευτικών μπορούσαν να υποβάλουν καταγγελία ενώπιον του τμήματος προσφυγών, οι ισχύουσες εκτελεστικές διατάξεις δεν επέτρεπαν την άσκηση προσφυγής ενώπιόν του σε υπόθεση όπως η υπό κρίση. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Συμβουλίου Καταγγελιών, ο εκπρόσωπος του Γενικού Γραμματέα στην παρούσα διαδικασία εξέφρασε την άποψη ότι το Συμβούλιο Καταγγελιών δεν ήταν σε θέση να επιληφθεί της υπόθεσης.
Στις 12 Σεπτεμβρίου 2004, οι καταγγέλλοντες απηύθυναν επιστολή στο Γενικό Γραμματέα ζητώντας του να βεβαιωθεί ότι όλα τα σχετικά έγγραφα θα πρέπει να φυλάσσονται στο φάκελο ώστε να είναι δυνατές περαιτέρω διαδικασίες.
1.2 Στην καταγγελία τους προς τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, οι καταγγέλλοντες υποστήριξαν ότι η απόφαση του Συμβουλίου Καταγγελιών κατέστησε άκυρα τα δικαιώματα προσφυγής για τους γονείς και τους σπουδαστές. Οι καταγγέλλοντες έκριναν ότι η συμπεριφορά των εν λόγω αρχών δεν τήρησε την απόφαση του Διαμεσολαβητή της 19ης Ιουλίου 2004 στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης έρευνάς του OI/5/2003/IJH σχετικά με τη δραστηριότητα της Επιτροπής για την προώθηση της χρηστής διοίκησης των Ευρωπαϊκών Σχολείων.
1.3 Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, οι καταγγέλλοντες υποστήριξαν ότι δεν υπήρχε βάσιμος λόγος να μην εγκριθεί ο κανονισμός 1049/2001 από το Ανώτατο Συμβούλιο για πλήρη εφαρμογή στο σύστημα των Ευρωπαϊκών Σχολείων. Κατά την άποψή τους, ένα τέτοιο βήμα θα αποτελούσε την κρίσιμη δοκιμασία για την προθυμία του συστήματος των Ευρωπαϊκών Σχολείων να διακόψει τις διαδικασίες πίσω από τις πόρτες του παρελθόντος. Οι καταγγέλλοντες τόνισαν επίσης ότι ο γιος τους υπέστη ανεπανόρθωτη ηθική και ουσιαστική υλική ζημία και άφησαν στον Διαμεσολαβητή και στο σύστημα των Ευρωπαϊκών Σχολείων να εξετάσουν τον τρόπο με τον οποίο η ζημία αυτή θα μπορούσε να αποκατασταθεί χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση.
1.4 Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, ως εκ τούτου, οι καταγγέλλοντες είχαν υποβάλει δύο νέους ισχυρισμούς στις παρατηρήσεις τους. Δεδομένου ότι οι δύο αυτοί ισχυρισμοί δεν φαίνεται να είχαν υποβληθεί προηγουμένως στην Επιτροπή, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τους καταγγέλλοντες ότι οι νέοι αυτοί ισχυρισμοί δεν μπορούσαν να εξεταστούν στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας.
2 Η υπόθεση των καταγγελλόντων κατά της Επιτροπής2.1 Οι καταγγέλλοντες προέβαλαν βασικά τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
- Τα Ευρωπαϊκά Σχολεία δεν ανταποκρίθηκαν σωστά στην έκκλησή τους.
- Ο Γενικός Γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Σχολείων δεν είχε προτείνει κατάλληλα εκτελεστικά μέτρα για τη διαδικασία προσφυγής.
- Ο Γενικός Γραμματέας ενήργησε καταχρηστικά (προκειμένου να κερδίσει χρόνο και να αποφύγει οποιαδήποτε έρευνα) συμβουλεύοντάς τους πρώτα να προσφύγουν στο Συμβούλιο Καταγγελιών και στη συνέχεια επικαλούμενος ότι το εν λόγω όργανο δεν ήταν αρμόδιο να επιληφθεί της υπόθεσής τους.
- Ο Γενικός Γραμματέας δεν απάντησε στην επιστολή τους της 12ης Σεπτεμβρίου 2004, με την οποία του ζήτησαν να βεβαιωθεί ότι όλα τα σχετικά έγγραφα θα φυλάσσονταν στον φάκελο ώστε να είναι δυνατές περαιτέρω διαδικασίες.
Οι καταγγέλλοντες διατύπωσαν κατ’ ουσίαν τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
- Οποιεσδήποτε ελλείπουσες εκτελεστικές διατάξεις για την εφαρμογή του άρθρου 27 της Σύμβασης θα πρέπει να υποβληθούν από τον Γενικό Γραμματέα χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση προς έγκριση κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου των Διοικητών τον Ιανουάριο του 2005.
- Όλες οι υποθέσεις (συμπεριλαμβανομένης της δικής τους) που απορρίφθηκαν λόγω της έλλειψης αυτών των διατάξεων θα πρέπει να ανοίξουν εκ νέου αμέσως και να διερευνηθούν πλήρως.
- Το Ευρωπαϊκό Σχολείο θα πρέπει να τηρεί αρχείο όλων των εγγράφων που αφορούν την υπόθεσή του για τουλάχιστον τρία έτη.
2.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι, όσον αφορά τον πρώτο και τον δεύτερο ισχυρισμό, δεν μπορούσε παρά να εκφράσει τη λύπη της για το γεγονός ότι οι αναγκαίοι κανόνες για τη διαδικασία προσφυγής ενώπιον της επιτροπής προσφυγών δεν είχαν ακόμη θεσπιστεί κατά την έναρξη της παρούσας διαδικασίας (τον Ιούλιο του 2003). Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι ο τρίτος ισχυρισμός ήταν αβάσιμος, δεδομένου ότι η επιστολή του Γενικού Γραμματέα της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 δεν μπορούσε να θεωρηθεί πρόσκληση ή συμβουλή για προσφυγή στην επιτροπή καταγγελιών. Όσον αφορά τον τέταρτο ισχυρισμό, η Επιτροπή είχε επανειλημμένως τονίσει τη σημασία της τηρήσεως των προθεσμιών για την απάντηση στην αλληλογραφία και ότι ο ενδιαφερόμενος είχε το δικαίωμα να λάβει πλήρη απάντηση επί της ουσίας των ερωτήσεων. Θεωρεί ότι τα Ευρωπαϊκά Σχολεία θα πρέπει να θεσπίσουν μέτρα για τη βελτίωση της παροχής υπηρεσιών παρόμοια με εκείνα που ισχύουν ήδη στα θεσμικά όργανα της ΕΕ.
Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, η Επιτροπή επισήμανε ότι οι εν λόγω εκτελεστικές διατάξεις είχαν θεσπιστεί από το Συμβούλιο των Διοικητών κατά τη συνεδρίασή του της 1ης και 2ας Φεβρουαρίου 2005. Οι κανόνες που εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο των Διοικητών κατά την εν λόγω συνεδρίαση περιλάμβαναν ένα νέο άρθρο 67 που επέτρεπε την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου Προσφυγών σε δεύτερο βαθμό για διοικητικές προσφυγές (συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων που ελήφθησαν σχετικά με τις προσφυγές ενώπιον του προέδρου του Εξεταστικού Συμβουλίου). Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, η Επιτροπή υποστήριξε ότι δεν ήταν υπεύθυνη για το Όργανο Εκδίκασης Καταγγελιών. Ωστόσο, σε περίπτωση που οι καταγγέλλοντες επιθυμούν να επανεξεταστεί η υπόθεσή τους, είχαν το δικαίωμα να υποβάλουν εκ νέου την προσφυγή τους στο Συμβούλιο Καταγγελιών σύμφωνα με τους νέους κανόνες. Όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό, η Επιτροπή επισήμανε ότι το Συμβούλιο των Διοικητών είχε αποφασίσει, κατά τη συνεδρίασή του της 1ης και 2ας Φεβρουαρίου 2005, να τροποποιήσει το άρθρο 6.3.10.11 του IREB. Η νέα έκδοση προέβλεπε ότι τα σχετικά έγγραφα έπρεπε να φυλάσσονται στο σχολείο για τουλάχιστον τρία έτη μετά το απολυτήριο. Ως εκ τούτου, το αίτημα των καταγγελλόντων ικανοποιήθηκε.
2.3 Στις παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες δήλωσαν ότι η έγκριση των διατάξεων εφαρμογής του άρθρου 27 της Σύμβασης ήταν ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη. Οι καταγγέλλοντες επισήμαναν ότι είχαν υποβάλει αμέσως εκ νέου την υπόθεσή τους στο Συμβούλιο Καταγγελιών με επιστολή της 22ας Απριλίου 2005. Ωστόσο, κατά την άποψή τους, δεν αποκλείστηκε το ενδεχόμενο να υποστηριχθεί ότι ο νέος κανονισμός δεν προέβλεπε ρητά μεταβατικές ρυθμίσεις σχετικά με τις καταγγελίες που υποβλήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος των νέων κανόνων. Σε αυτή την περίπτωση, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να ζητήσει από την Επιτροπή να κινήσει χωρίς καθυστέρηση συμπληρωματική διαδικασία στο Συμβούλιο των Διοικητών για την εφαρμογή των εν λόγω μεταβατικών διατάξεων. Όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό, οι καταγγέλλοντες αναγνώρισαν ότι οι διατάξεις εφαρμογής είχαν δεχθεί το αίτημα αυτό. Ωστόσο, κατά την άποψή τους, δεν ήταν ακόμη σαφές αν οι διατάξεις θα εφαρμόζονταν στην περίπτωσή τους.
Οι καταγγέλλοντες τόνισαν επίσης ότι η Επιτροπή παρείχε το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης των Ευρωπαϊκών Σχολείων και ότι δεσμεύεται από τους δικούς της δημοσιονομικούς και ελεγκτικούς κανονισμούς να διασφαλίζει ότι τα κεφάλαιά της δαπανώνται υπό συνθήκες χρηστής διακυβέρνησης. Επομένως, κατά τους καταγγέλλοντες, η Επιτροπή μπορούσε ανά πάσα στιγμή να παρακρατήσει χρηματοδότηση και, ως εκ τούτου, να ασκήσει αποφασιστικό έλεγχο στα Ευρωπαϊκά Σχολεία όταν διαπίστωσε ότι δεν πληρούνταν οι εν λόγω προϋποθέσεις.
Στις 24 Μαΐου 2005, οι καταγγέλλοντες ενημέρωσαν τον Διαμεσολαβητή ότι, με απόφαση που εκδόθηκε την ίδια ημέρα, το Συμβούλιο Καταγγελιών απέρριψε την ανανεωμένη προσφυγή τους ως μη παραδεκτή.
2.4 Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι τα ίδια τα Ευρωπαϊκά Σχολεία δεν ανήκουν στα κοινοτικά θεσμικά όργανα ή οργανισμούς των οποίων τη διοικητική συμπεριφορά ο Διαμεσολαβητής είναι εξουσιοδοτημένος να εξετάζει δυνάμει του άρθρου 195 της Συνθήκης ΕΚ και ότι, ως εκ τούτου, η παρούσα έρευνα απευθύνεται αποκλειστικά στην Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν ήταν σε θέση να εξετάσει τους ισχυρισμούς και τις αιτιάσεις που αφορούν τα Ευρωπαϊκά Σχολεία και τα όργανά τους. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η έρευνά του έπρεπε να επικεντρωθεί στο κατά πόσον υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής όσον αφορά τα ζητήματα που έθιξαν οι καταγγέλλοντες. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι μπορούσαν να εντοπιστούν τρία τέτοια ζητήματα, τα οποία αφορούσαν (1) τη διαθεσιμότητα εκτελεστικών διατάξεων για το άρθρο 27 της Σύμβασης που επιτρέπουν την εξέταση της υπόθεσης των καταγγελλόντων από το Συμβούλιο Καταγγελιών, (2) το καθήκον των Ευρωπαϊκών Σχολείων να διατηρούν έγγραφα και (3) το καθήκον των Ευρωπαϊκών Σχολείων όσον αφορά τις επιστολές που τους απευθύνονται.
2.5 Στις 14 Ιουνίου 2005, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε στην Επιτροπή πρόταση φιλικού διακανονισμού. Στην εν λόγω πρόταση, η Διαμεσολαβήτρια πρότεινε στην Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο λήψης των αναγκαίων μέτρων για την υποβολή προτάσεων στο Ανώτατο Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Σχολείων ως εξής: 1) πρόταση τροποποίησης των εκτελεστικών διατάξεων όσον αφορά το Όργανο Εκδίκασης Καταγγελιών με σκοπό να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω εκτελεστικές διατάξεις θέτουν σε πλήρη εφαρμογή το άρθρο 27 της Σύμβασης, 2) πρόταση τροποποίησης του άρθρου 6.3.10.11 του IPEB προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η διάταξη αυτή έχει αναδρομική ισχύ και 3) πρόταση θέσπισης μέτρων για τη διασφάλιση της ορθής αντιμετώπισης της αλληλογραφίας που απευθύνεται στα Ευρωπαϊκά Σχολεία.
2.6 Από τη γνώμη της Επιτροπής σχετικά με την πρόταση αυτή και την απάντησή της σε δύο επιστολές με τις οποίες ο Διαμεσολαβητής ζήτησε περαιτέρω πληροφορίες, προκύπτει ότι η θέση της Επιτροπής σχετικά με τα τρία αυτά σημεία έχει ως εξής:
Όσον αφορά το πρώτο και το δεύτερο από τα θέματα αυτά, η Επιτροπή ζήτησε από τον κ. R., Γενικό Γραμματέα, με επιστολή που απέστειλε στις 29 Ιουλίου 2005, να υποβάλει προτάσεις τροποποίησης (1) των εκτελεστικών διατάξεων του Συμβουλίου Καταγγελιών και (2) του άρθρου 6.3.10.11 του IPEB στην επόμενη συνεδρίαση του Συμβουλίου των Διοικητών. Στην απάντησή του της 30ής Αυγούστου 2005, ο R. εξέφρασε την άποψη ότι, ακόμη και αν δεν υπήρχε κανένα σχετικό πρακτικό, το Συμβούλιο των Διοικητών δεν είχε προβλέψει αναδρομική ισχύ, διότι δεν είχε διαπιστώσει κανέναν λόγο για να το πράξει. Ο R. υποστήριξε ότι, ως εκ τούτου, δεν ήταν σε θέση να ακολουθήσει την πρόταση της Επιτροπής για τροποποίηση υπό την έννοια αυτή. Όσον αφορά το άρθρο 6.3.10.11, ο R. επισήμανε ότι η προσφυγή κατά απολυτηρίου πρέπει να κριθεί οριστικά έως τις 15 Απριλίου του έτους που έπεται εκείνου κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε η εξέταση. Ο R. δήλωσε ότι, ως εκ τούτου, δεν βλέπει την ανάγκη για περαιτέρω τροποποίηση. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι προκειμένου να καθησυχάσει την Επιτροπή και κάθε πιθανό καταγγέλλοντα, θα συντάξει πρόταση σύμφωνα με την οποία τα έγγραφα θα πρέπει να φυλάσσονται "για τουλάχιστον τρία χρόνια "ή για όσο διάστημα δεν αποφασίζεται τελικά προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου Καταγγελιών".
Στην απάντησή της της 26ης Σεπτεμβρίου 2005, η Επιτροπή επισήμανε ότι η αντίδραση του Γενικού Γραμματέα ήταν συνολικά αρνητική, αλλά επισήμανε ότι μια πρόταση που είχε υποβληθεί (από τον Γενικό Γραμματέα) στη Διοικητική και Δημοσιονομική Επιτροπή («CAF»)(9) της 29ης Σεπτεμβρίου 2005 φαινόταν να ανταποκρίνεται στις ανησυχίες που εξέφρασαν η Επιτροπή και ο Διαμεσολαβητής. Η πρόταση αυτή φαίνεται να προβλέπει τη γενική αρμοδιότητα του οργάνου εκδίκασης προσφυγών να εκδικάζει προσφυγές, καθώς και τη δυνατότητα να υποβάλλονται εκ νέου ενώπιόν του προσφυγές που είχαν ήδη απορριφθεί από το ίδιο όργανο με την αιτιολογία ότι δεν ήταν αρμόδιο να τις εξετάσει. Η Επιτροπή ζήτησε επίσης να επιβεβαιωθεί ότι έχουν ληφθεί όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλιστεί η διατήρηση των φακέλων των μαθητών των οποίων οι υποθέσεις είχαν υποβληθεί στο Όργανο Εκδίκασης Προσφυγών κατά τα τελευταία έτη, ώστε να καταστεί δυνατή η επανέναρξη της διαδικασίας ενώπιον του τελευταίου. Στις 13 Δεκεμβρίου 2005, η Επιτροπή δεν είχε λάβει καμία απάντηση στην επιστολή αυτή.
Κατά την Επιτροπή, οι αλλαγές που πρότεινε ο Γενικός Γραμματέας συζητήθηκαν κατά τις συνεδριάσεις της CAF στις 29 Σεπτεμβρίου και στις 6-7 Δεκεμβρίου 2005, αλλά δεν εγκρίθηκαν. Φαίνεται ότι αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι η Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής είχε εκφράσει την άποψη ότι η έγκριση αυτών των αλλαγών θα απαιτούσε αλλαγή στη Σύμβαση. Ως εκ τούτου, η σχετική πρόταση αποσύρθηκε. Η Επιτροπή σημείωσε, ωστόσο, ότι επέμεινε ότι, ακόμη και αν οι εκτεταμένες αλλαγές που πρότεινε ο Γενικός Γραμματέας δεν μπορούσαν να εγκριθούν, η CAF, και αργότερα το Συμβούλιο των Διοικητών, θα έπρεπε να εγκρίνουν μια ορισμένη αναδρομικότητα της αρμοδιότητας που έχει ήδη δοθεί στο Συμβούλιο Καταγγελιών από το άρθρο 27 της Σύμβασης, έτσι ώστε να μπορεί να επανεξεταστεί η περίπτωση των καταγγελλόντων. Σύμφωνα με την Επιτροπή, είχε ζητήσει την κατάρτιση της πρότασης το συντομότερο δυνατόν.
Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι ο Γενικός Γραμματέας, όταν ερωτήθηκε για το ακριβές ζήτημα του κατά πόσον ο φάκελος σχετικά με την υπόθεση των καταγγελλόντων είχε τηρηθεί ή όχι, είχε δώσει μια πολύ σαφή και θετική απάντηση: όλα τα παιδαγωγικά έγγραφα φυλάσσονταν με ασφάλεια από το Ευρωπαϊκό Σχολείο, όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με τη διοικητική προσφυγή φυλάσσονταν από τον Γενικό Γραμματέα και όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με το Συμβούλιο Καταγγελιών φυλάσσονταν από τον Γραμματέα του τελευταίου.
Όσον αφορά το τρίτο ζήτημα, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν ενέπιπτε στην αρμοδιότητά της να λάβει συγκεκριμένα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει την ορθή διεκπεραίωση της αλληλογραφίας που απευθυνόταν στα Ευρωπαϊκά Σχολεία. Ωστόσο, η Επιτροπή επισήμανε ότι οι κανόνες που θέσπισε το Ανώτατο Συμβούλιο για την αξιολόγηση των διευθυντών των Ευρωπαϊκών Σχολείων λάμβαναν υπόψη, μεταξύ άλλων, τον τρόπο με τον οποίο οι διευθυντές χειρίζονταν την αλληλογραφία. Αναφέρθηκε επίσης στις πληροφορίες που είχε ήδη παράσχει όσον αφορά τις δράσεις για μεγαλύτερη διαφάνεια και χρηστή διοίκηση στα Ευρωπαϊκά Σχολεία, τις οποίες είχε προτείνει τον Ιανουάριο του 2004 και είχε υποβάλει κατά τη συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου τον Απρίλιο του 2004. Το έγγραφο αυτό περιείχε συγκεκριμένες προτάσεις για δράσεις σχετικά με τη διαφάνεια και τη χρηστή διοίκηση, όπως η έγκριση κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς. Η Επιτροπή επισήμανε ότι οι προτάσεις της είχαν συζητηθεί στο πλαίσιο του συστήματος των ευρωπαϊκών σχολείων, αλλά δεν είχαν ακόμη εγκριθεί. Ως εκ τούτου, κατά την Επιτροπή, σκόπευε να ζητήσει από τον Γενικό Γραμματέα να υποβάλει ειδικό έγγραφο στο Συμβούλιο των Διοικητών το αργότερο τον Ιανουάριο του 2006.
2.7 Στις παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες τόνισαν ότι, μετά από όλες τις παρελκυστικές τακτικές που είχε αναπτύξει κατά την άποψή τους το Ευρωπαϊκό Σχολικό Σύστημα, επέμειναν στο δικαίωμά τους για δίκαιη διαδικασία και στο καθήκον της Επιτροπής να εξασφαλίσει μια τέτοια διαδικασία. Οι καταγγέλλοντες υποστήριξαν ότι είναι απαράδεκτο οι υπεύθυνοι του συστήματος των ευρωπαϊκών σχολείων για τη διασφάλιση της εφαρμογής της σύμβασης (σε ισχύ από την 1η Οκτωβρίου 2002) να μπορούν τώρα να επικαλεστούν τη δική τους έλλειψη δράσης (δηλαδή τη μη έγκαιρη θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων ή τη μη θέσπιση της αναγκαίας αναδρομικής ισχύος των εν λόγω διατάξεων) προκειμένου να αποφευχθεί μια φαινομενικά ενοχλητική αμερόληπτη διερεύνηση των εν λόγω γεγονότων. Υποστήριξαν επίσης ότι δεν θα πρέπει να επιτρέπεται στην Επιτροπή να αποδέχεται μια τέτοια διοικητική δυσλειτουργία ενός θεσμικού οργάνου την οποία χρηματοδότησε σε μεγάλο βαθμό και επί της οποίας θα μπορούσε, ως εκ τούτου, να ασκήσει καθοριστική επιρροή. Ως εκ τούτου, οι καταγγέλλοντες κάλεσαν τον Διαμεσολαβητή να ζητήσει από την Επιτροπή να ενεργήσει αποφασιστικά προκειμένου να διορθώσει την απαράδεκτη κατάσταση.
2.8 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι από τις θέσεις που υιοθέτησαν οι διάδικοι στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι δεν κατέστη δυνατή η επίτευξη φιλικής λύσεως.
2.9 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει και εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι, αφού έλαβε την πρότασή του για φιλική λύση, η Επιτροπή ζήτησε από τον Γενικό Γραμματέα να υποβάλει πρόταση (1) για τροποποίηση των εκτελεστικών διατάξεων όσον αφορά το Όργανο Εκδίκασης Καταγγελιών και (2) για τροποποίηση του άρθρου 6.3.10.11 του IPEB, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι διατάξεις αυτές έχουν αναδρομική ισχύ. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή φαίνεται να έπραξε ό,τι πρότεινε ο Διαμεσολαβητής στην πρότασή του για φιλική λύση όσον αφορά τα δύο πρώτα ζητήματα που εγείρει η παρούσα καταγγελία. Ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η προσωρινή διαπίστωση κακοδιοίκησης εξακολουθεί να ισχύει υπό τις περιστάσεις αυτές (βλ. σημεία 2.10-2.16). Ο χειρισμός από την Επιτροπή του τρίτου ζητήματος που εγείρει η παρούσα καταγγελία θα εξεταστεί στη συνέχεια (σημεία 2.17-2.18).
2.10 Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, δηλαδή τη διαθεσιμότητα ικανοποιητικών εκτελεστικών διατάξεων για το άρθρο 27 της Σύμβασης που επιτρέπουν την εξέταση της υπόθεσης των καταγγελλόντων από το Συμβούλιο Καταγγελιών, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Σύμβαση, η οποία υπεγράφη το 1994, τέθηκε σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 2002. Για την πλήρη εφαρμογή του άρθρου 27 της σύμβασης, οι διατάξεις εφαρμογής θα έπρεπε, επομένως, να παρέχουν στο συμβούλιο καταγγελιών την εξουσία να εξετάζει καταγγελίες όπως αυτή που του υπέβαλαν οι καταγγέλλοντες από την εν λόγω ημερομηνία. Ωστόσο, η απόφαση του Συμβουλίου Καταγγελιών της 28ης Ιουλίου 2004 στην υπόθεση των καταγγελλόντων κατέστησε σαφές ότι αυτό δεν ίσχυε. Στη συνέχεια, το Συμβούλιο των Διοικητών ενέκρινε κανόνες που εξουσιοδοτούσαν το Συμβούλιο Καταγγελιών να εξετάζει καταγγελίες όπως αυτή που είχαν υποβάλει οι καταγγέλλοντες. Όταν έγινε αυτό (1 ή 2 Φεβρουαρίου 2005), τόσο ο Γενικός Γραμματέας όσο και η Επιτροπή γνώριζαν την υπόθεση των καταγγελλόντων. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί πιθανό ότι η απόφαση του Γενικού Γραμματέα να υποβάλει τη σχετική πρόταση στο Ανώτατο Συμβούλιο επηρεάστηκε (εάν δεν ενεργοποιήθηκε) από την απόφαση του Συμβουλίου Καταγγελιών στην υπόθεση των καταγγελλόντων. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής δυσκολεύεται να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους το ζήτημα της χρονικής ισχύος της παρούσας τροπολογίας δεν φαίνεται να έχει εξεταστεί και αντιμετωπιστεί κατά τον χρόνο υποβολής της πρότασης. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ζητήθηκε η γνώμη της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής σχετικά με μεταγενέστερη πρόταση που υπέβαλε ο Γενικός Γραμματέας, δεν φαίνεται να ήταν αδύνατη η παροχή νομικών συμβουλών σχετικά με αυτή τη σημαντική πτυχή πριν από την έγκριση της τροπολογίας από το Συμβούλιο των Διοικητών.
2.11 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι η Επιτροπή προσπάθησε να βοηθήσει τους καταγγέλλοντες ζητώντας από τον Γενικό Γραμματέα, στην επιστολή του της 29ης Ιουλίου 2005, να υποβάλει πρόταση με αναδρομική ισχύ των κανόνων που ενέκρινε το Διοικητικό Συμβούλιο, όπως προτείνεται στην πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η πρόταση της Επιτροπής απορρίφθηκε κατηγορηματικά από τον Γενικό Γραμματέα στην απάντησή του της 30ής Αυγούστου 2005. Τίθεται, επομένως, το ερώτημα αν η Επιτροπή έπραξε ό,τι μπορούσε να αναμένεται από αυτήν υποβάλλοντας τέτοιο αίτημα ή αν οι αρχές της χρηστής διοικήσεως της επέβαλλαν, υπό τις δεδομένες περιστάσεις, να πράξει κάτι περισσότερο από αυτό.
2.12 Πριν από την εξέταση αυτού του αποφασιστικού ζητήματος, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να συζητήσει εν συντομία τα γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την επιστολή της 30ής Αυγούστου 2005. Η άποψη της Επιτροπής ότι η (ευρεία) πρόταση που υποβλήθηκε στη συνεδρίαση της CAF στις 29 Σεπτεμβρίου 2005 θα μπορούσε, εάν είχε εγκριθεί, να ανταποκριθεί στις ανησυχίες που εκφράστηκαν τόσο από την ίδια όσο και από τον Διαμεσολαβητή δεν φαίνεται παράλογη (10). Ωστόσο, η Επιτροπή εξήγησε ότι η πρόταση αυτή αποσύρθηκε τον Δεκέμβριο του 2005. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η παρούσα πρόταση δεν χρειάζεται να εξεταστεί περαιτέρω στην παρούσα υπόθεση.
2.13 Η Επιτροπή τόνισε ότι είναι μόνο ένα από τα 29 μέλη του Συμβουλίου των Διοικητών και ότι, ως εκ τούτου, η επιρροή της είναι κατ' ανάγκη περιορισμένη. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, είναι επομένως σαφές ότι η Επιτροπή δεν θα ήταν σε θέση να υποχρεώσει το διοικητικό συμβούλιο να λάβει οποιοδήποτε συγκεκριμένο μέτρο. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η σημασία της συμμετοχής της Επιτροπής είναι τέτοια που πρέπει να διαδραματίσει ενεργό ρόλο προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα Ευρωπαϊκά Σχολεία συμμορφώνονται με τις αρχές της χρηστής διοίκησης στον τομέα αυτό. Η άποψη αυτή στηρίζεται στις ακόλουθες σκέψεις: πρώτον, η σχετική τροποποίηση των διατάξεων εφαρμογής δεν αποσκοπεί παρά στο να προσδώσει πρακτική αποτελεσματικότητα στο άρθρο 27 της Συμβάσεως από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της. Εκτός αν υποτεθεί ότι τα όργανα που ιδρύονται από τη Σύμβαση έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την πλήρη εφαρμογή της, δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας βάσιμος λόγος που θα μπορούσε να εμποδίσει το Συμβούλιο των Διοικητών να δεχθεί μια τέτοια τροποποίηση. Δεύτερον, η σχετική τροποποίηση φαίνεται να είναι απλή και είναι απίθανο να απαιτήσει πολύ χρόνο και προσπάθεια για να προετοιμαστεί. Τρίτον, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από τις συμβουλές της δικής της Νομικής Υπηρεσίας, θα ήταν σαφώς σε θέση να προετοιμάσει η ίδια μια τέτοια πρόταση. Τέταρτον, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε την άποψη των καταγγελλόντων ότι παρέχει το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης των Ευρωπαϊκών Σχολείων και ότι δεσμεύεται από τους δικούς της δημοσιονομικούς και ελεγκτικούς κανονισμούς να διασφαλίζει ότι τα κονδύλια που παρέχονται από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης δαπανώνται υπό συνθήκες χρηστής διακυβέρνησης.
2.14 Ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει και χαιρετίζει (όπως προαναφέρθηκε) το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει λάβει μέτρα για να προσπαθήσει να βρει λύση στο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι καταγγέλλοντες. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στην απάντησή της στο αίτημά του για περαιτέρω πληροφορίες, η Επιτροπή δήλωσε ότι είχε επιμείνει, κατά τη συνεδρίαση της CAF στις 6-7 Δεκεμβρίου 2005, ότι το διοικητικό συμβούλιο θα έπρεπε να εγκρίνει μια ορισμένη αναδρομικότητα της αρμοδιότητας που έχει ανατεθεί στο συμβούλιο καταγγελιών, ώστε να επανεξεταστεί η υπόθεση των καταγγελλόντων. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι είχε ζητήσει την κατάρτιση της πρότασης το συντομότερο δυνατόν. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι η απάντηση της Επιτροπής στον Διαμεσολαβητή φαίνεται να έχει συνταχθεί στις 13 Δεκεμβρίου 2005. Η Επιτροπή δεν υπέβαλε περαιτέρω πληροφορίες στον Διαμεσολαβητή. Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι η Επιτροπή πρέπει να παρακολουθεί ενεργά το θέμα και να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίσει την υποβολή πρότασης τροποποίησης των εκτελεστικών διατάξεων στο διοικητικό συμβούλιο. Ελλείψει περαιτέρω πληροφοριών που να αποδεικνύουν ότι η Επιτροπή εξακολουθεί να είναι ενεργή, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει κρούσμα κακοδιοίκησης.
2.15 Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, δηλαδή το καθήκον των Ευρωπαϊκών Σχολείων να φυλάσσουν τα έγγραφα, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Επιτροπή αναφέρθηκε σε δήλωση του R., Γενικού Γραμματέα. Σύμφωνα με τη δήλωση αυτή, όλα τα σχετικά έγγραφα φυλάσσονταν με ασφάλεια από το Ευρωπαϊκό Σχολείο, τον ίδιο τον Γενικό Γραμματέα ή το Συμβούλιο Καταγγελιών. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο σκοπός της πρότασης που διατύπωσε ο Διαμεσολαβητής, στην πρότασή του για φιλική λύση, ότι η Επιτροπή θα πρέπει να προβεί σε τροποποίηση του άρθρου 6.3.10.11 του IPEB προκειμένου να προσδώσει στη διάταξη αυτή αναδρομική ισχύ, ήταν να αποφευχθεί ο κίνδυνος καταστροφής των σχετικών εγγράφων. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να λάβει τη δήλωση του κ. R. ως επαρκή διαβεβαίωση ότι τα σχετικά έγγραφα φυλάσσονταν και ότι η τροποποίηση που πρότεινε ο Διαμεσολαβητής δεν ήταν πλέον αναγκαία. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπάρχει κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα που έθεσαν οι καταγγέλλοντες.
2.16 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να σημειωθεί ότι η κατανόηση αυτή βασίζεται στην παραδοχή ότι τα σχετικά έγγραφα θα διατηρηθούν πράγματι έως ότου η υπόθεση των καταγγελλόντων υποβληθεί εκ νέου και εξεταστεί από το Συμβούλιο Καταγγελιών. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στην επιστολή της 26ης Σεπτεμβρίου 2005, η Επιτροπή ζήτησε από τον κ. R. να επιβεβαιώσει ότι είχαν ληφθεί όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλιστεί η διατήρηση των φακέλων των μαθητών των οποίων οι υποθέσεις είχαν υποβληθεί στο Όργανο Εκδίκασης Προσφυγών κατά τα τελευταία έτη, ώστε να καταστεί δυνατή η επανέναρξη της διαδικασίας ενώπιον του τελευταίου. Στην απάντησή της στο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες, η Επιτροπή επισήμανε ότι, μέχρι τις 13 Δεκεμβρίου 2005, δεν είχε λάβει καμία τέτοια επιβεβαίωση. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή μπορεί να θεωρήσει χρήσιμο να βεβαιωθεί ότι τα σχετικά έγγραφα θα φυλάσσονται έως ότου το Όργανο Εκδίκασης Καταγγελιών είναι σε θέση να εξετάσει την υπόθεση των καταγγελλόντων.
2.17 Όσον αφορά το τρίτο ζήτημα, δηλαδή το καθήκον των Ευρωπαϊκών Σχολείων σε σχέση με τις επιστολές που τους απευθύνονται, ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει ότι η Επιτροπή διατύπωσε προτάσεις για τη θέσπιση κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς στα Ευρωπαϊκά Σχολεία ήδη από το 2004. Κατά την Επιτροπή, το Ανώτατο Συμβούλιο, κατά τη συνεδρίασή του στις 28-30 Απριλίου 2004 και αφού εξέτασε το έγγραφο αυτό καθώς και άλλες προτάσεις της Επιτροπής, έλαβε γνώση του σχετικού εγγράφου και αποφάσισε ότι το ζήτημα της ορθής διοικητικής πρακτικής έπρεπε να εξεταστεί από τον Γενικό Γραμματέα στην ετήσια έκθεσή του και ότι το έγγραφο έπρεπε να παραπεμφθεί σε επιτροπές με σκοπό την ενσωμάτωσή του στο έγγραφο «Διασφάλιση της ποιότητας στα Ευρωπαϊκά Σχολεία». Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι το ζήτημα της ορθής διοικητικής πρακτικής δεν εξετάστηκε λεπτομερώς στην ετήσια έκθεση που υπέβαλε ο Γενικός Γραμματέας για το 2004 . Επιπλέον, η ίδια η Επιτροπή, στην απάντησή της στο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες, επισήμανε ότι η πρότασή της είχε συναντήσει αντιρρήσεις στην επιτροπή που την εξέτασε και δεν είχε υποβληθεί εκ νέου στο διοικητικό συμβούλιο. Επίσης, το έγγραφο δεν είχε ακόμη ενσωματωθεί στο υφιστάμενο έγγραφο σχετικά με τη «Διασφάλιση της ποιότητας στα Ευρωπαϊκά Σχολεία». Είναι αληθές ότι, με την απάντηση αυτή, η Επιτροπή παρέπεμψε σε έγγραφο το οποίο καθόριζε τους κανόνες που είχε θεσπίσει το Ανώτατο Συμβούλιο για την αξιολόγηση των διευθυντών των Ευρωπαϊκών Σχολείων. Κατά την Επιτροπή, οι κανόνες αυτοί λαμβάνουν υπόψη, μεταξύ άλλων, τον τρόπο με τον οποίο οι διευθυντές χειρίζονται την αλληλογραφία. Ωστόσο, είναι σαφές ότι ένα τέτοιο έγγραφο δεν μπορεί να αποτελέσει έγκυρο υποκατάστατο ενός κώδικα ορθής διοικητικής πρακτικής εν γένει και μιας διάταξης που απαιτεί από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία να διασφαλίζουν ότι η αλληλογραφία που απευθύνεται στα Ευρωπαϊκά Σχολεία αντιμετωπίζεται δεόντως ειδικότερα.
Για την αποφυγή αμφιβολιών, η ορθή αντιμετώπιση των επιστολών σημαίνει επίσης ότι οι επιστολές αυτές απαντώνται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Το γεγονός ότι το ζήτημα που εγείρεται σε μια τέτοια επιστολή μπορεί να έχει αντιμετωπιστεί ορθώς ως προς την ουσία του (όπως φαίνεται να προτείνει η Επιτροπή) δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να δοθεί γραπτή απάντηση. Εξάλλου, το γεγονός ότι η ίδια η Επιτροπή δεν είχε λάβει, μέχρι τις 13 Δεκεμβρίου 2005, απάντηση στην επιστολή της προς τον Γενικό Γραμματέα της 26ης Σεπτεμβρίου 2005 φαίνεται να επιβεβαιώνει την ανάγκη για περαιτέρω δράση στον τομέα αυτό.
2.18 Ο Διαμεσολαβητής έχει επίγνωση του γεγονότος ότι η ίδια η Επιτροπή δεν είναι αρμόδια να αναλάβει δράση για να διασφαλίσει την ορθή διαχείριση της αλληλογραφίας που απευθύνεται στα Ευρωπαϊκά Σχολεία. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη την ειδική ευθύνη της Επιτροπής να συμβάλλει στη διασφάλιση της χρηστής διοίκησης στα Ευρωπαϊκά Σχολεία (βλ. σημείο 2.13 ανωτέρω), ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή θα πρέπει να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στην προώθηση των αρχών της χρηστής διοίκησης στα Ευρωπαϊκά Σχολεία. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή φαίνεται να έχει υποβάλει σχετικές προτάσεις το 2004. Σημειώνει επίσης ότι, στην απάντησή της στο αίτημά του για συμπληρωματικές πληροφορίες, η Επιτροπή δήλωσε ότι σκόπευε να ζητήσει από τον Γενικό Γραμματέα να υποβάλει ειδικό έγγραφο στο Συμβούλιο των Διοικητών το αργότερο έως τον Ιανουάριο του 2006. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι επί του παρόντος δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι υπάρχει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης. Οι καταγγέλλοντες είναι φυσικά ελεύθεροι να ανανεώσουν την καταγγελία τους εάν αποδείξουν ότι η Επιτροπή δεν ασχολείται αρκετά έντονα με το θέμα αυτό.
3 ΣυμπέρασμαΜε βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στην Επιτροπή το ακόλουθο σχέδιο σύστασης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή:
Το σχέδιο σύστασηςΗ Επιτροπή θα πρέπει να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να μεριμνήσει ώστε να υποβληθεί πρόταση στο Ανώτατο Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Σχολείων για την τροποποίηση των εκτελεστικών διατάξεων όσον αφορά το Συμβούλιο Καταγγελιών, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η υπόθεση των καταγγελλόντων μπορεί να εξεταστεί από το εν λόγω όργανο.
Η Επιτροπή και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για το παρόν σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 15 Σεπτεμβρίου 2006. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή της απόφασης του Διαμεσολαβητή και στην περιγραφή των μέτρων που ελήφθησαν για την εφαρμογή του σχεδίου σύστασης.
Στρασβούργο, 31 Μαΐου 2006
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με τους κανονισμούς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).
(2) Σύμβαση για τον καθορισμό του καταστατικού των ευρωπαϊκών σχολείων (ΕΕ 1994, L 212, σ. 3).
(3) Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, το Ανώτατο Συμβούλιο είχε τροποποιήσει τον γενικό κανονισμό των σχολείων. Η επιτροπή προσφυγών επισήμανε ότι, ως εκ τούτου, θα είναι πλέον αρμόδια όσον αφορά τις προσφυγές κατά των αποφάσεων που εκδίδει ο πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής όσον αφορά τις διοικητικές προσφυγές. Θεώρησε, ωστόσο, ότι η αλλαγή αυτή δεν είχε αναδρομική ισχύ και ότι, ως εκ τούτου, δεν ήταν σε θέση να εξετάσει την υπόθεση των καταγγελλόντων.
(4) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με τους κανονισμούς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).
(5) Ωστόσο, το έγγραφο που αναφέρεται στο ακόλουθο χωρίο δεν επισυνάφθηκε στη γνώμη της Επιτροπής.
(6) Η Επιτροπή διαβίβασε αντίγραφο εγγράφου χωρίς ημερομηνία, το οποίο φαίνεται ότι καταρτίστηκε για τη συνεδρίαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2005 και στο οποίο εκτίθενται οι λόγοι της πρότασης. Η ίδια η πρόταση δεν υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή.
(7) Αντίγραφο του εγγράφου αυτού («Règlement d'application concernant la nomination et l'évaluation des directeurs et des directeurs adjoints des Ecoles européennes») υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή.
(8) Σύμβαση για τον καθορισμό του καταστατικού των ευρωπαϊκών σχολείων (ΕΕ 1994, L 212, σ. 3).
(9) Η CAF φαίνεται να είναι μία από τις επιτροπές που προετοιμάζουν τις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου.
(10) Αν η ερμηνεία της Επιτροπής είναι ορθή, φαίνεται να υπάρχει σημαντική απόκλιση μεταξύ της θέσεως που υιοθέτησε ο Γενικός Γραμματέας με το από 30 Αυγούστου 2005 έγγραφό του και της προσεγγίσεως που προτάθηκε στην CAF. Υπό το πρίσμα του συμπεράσματός του επί του σημείου αυτού, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί, ωστόσο, αναγκαίο να προσπαθήσει να βρει μια εξήγηση για την εν λόγω απόκλιση.