Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Σχέδιο σύστασης προς το Συμβούλιο στην καταγγελία 1015/2002/(PB)IJH
Σύσταση
Υπόθεση 1015/2002/IJH - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 01 Ιουλίου 2002 - Σύσταση σχετικά με Πέμπτη | 27 Μαρτίου 2003 - Απόφαση στις Τετάρτη | 17 Σεπτεμβρίου 2003
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Ένας Δανός βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπέβαλε την καταγγελία τον Μάιο του 2002. Αφορά αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα και πληροφορίες που υπέβαλε ο καταγγέλλων στο Συμβούλιο στις 3 Δεκεμβρίου 2001 δυνάμει του κανονισμού 1049/2001.(2) Ο καταγγέλλων ζήτησε έγγραφα επτά ειδών, τρία από τα οποία οδήγησαν στην παρούσα διαφορά. Ο καταγγέλλων υπέβαλε την ακόλουθη αίτηση:
Πλήρης κατάλογος όλων των επιτροπών και ομάδων εργασίας των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων στις οποίες συμμετέχουν εκπρόσωποι του Συμβουλίου ή/και των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των καταλόγων των μελών τους.
2 Κατάλογοι των προσώπων τα οποία, κατά το έτος 2000, έλαβαν από το Συμβούλιο ή τα κράτη μέλη οδοιπορικά έξοδα ή/και ημερήσιες αποζημιώσεις για τη συμμετοχή τους σε συνεδριάσεις των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων·
3 Πλήρης κατάλογος όλων των συνεδριάσεων του Συμβουλίου Υπουργών και των ομάδων εργασίας του Συμβουλίου σχετικά με τη διαφάνεια στο Συμβούλιο Υπουργών, μαζί με έγγραφα εργασίας και εκθέσεις, για την περίοδο κατά την οποία συζητήθηκε το σχέδιο κανονισμού 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα.
Στις 17 Ιανουαρίου 2002, το Συμβούλιο απάντησε στην αίτηση του καταγγέλλοντος. Αρχικά ανέφερε ότι ο κανονισμός 1049/2001 εφαρμόζεται μόνο σε υφιστάμενα έγγραφα και, ως εκ τούτου, δεν απαιτεί από το Συμβούλιο να δημιουργήσει κανένα έγγραφο.
Όσον αφορά το πρώτο από τα προαναφερθέντα είδη εγγράφων, το Συμβούλιο ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι μπορεί να βρει κατάλογο των μελών που συμμετέχουν σε κάθε σύνοδο του Συμβουλίου στα δελτία Τύπου που δημοσιεύονται αμέσως μετά από κάθε σύνοδο. Το Συμβούλιο απέστειλε επίσης έγγραφο με τίτλο «Απόσπασμα από τον διοργανικό κατάλογο - ποιος είναι ποιος στην Ευρωπαϊκή Ένωση». Περιέχει πληροφορίες σχετικά με το ίδιο το Συμβούλιο και τον τελευταίο κατάλογο των επιτροπών και των ομάδων εργασίας που συμμετέχουν στις προπαρασκευαστικές εργασίες του Συμβουλίου.
Όσον αφορά το δεύτερο είδος εγγράφου, το Συμβούλιο ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν τηρεί τέτοιους καταλόγους· ότι, στην πραγματικότητα, δεν καταβάλλει ημερήσιες αποζημιώσεις στους αντιπροσώπους· και ότι επιστρέφει τα έξοδα ταξιδίου μόνο με βάση τα πραγματικά έξοδα και με την προσκόμιση δικαιολογητικών εγγράφων.
Όσον αφορά το τρίτο είδος εγγράφου, το Συμβούλιο διαβίβασε τα ακόλουθα:
- κατάλογο των συνεδριάσεων του Συμβουλίου και των προπαρασκευαστικών οργάνων του (εν προκειμένω της ΕΜΑ ΙΙ και της Ομάδας «Ενημέρωση») που πραγματοποιήθηκαν από τις 28 Ιανουαρίου 2000, ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή υπέβαλε την πρότασή της για κανονισμό σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής·
- όλα τα έγγραφα εργασίας και τις εκθέσεις σχετικά με τις συνεδριάσεις της Ομάδας «Πληροφόρηση», της ΕΜΑ ΙΙ και του Συμβουλίου που καλύπτουν ολόκληρη την περίοδο διαπραγμάτευσης του κανονισμού 1049/2001, με εξαίρεση τις ακόλουθες γνωμοδοτήσεις της Νομικής Υπηρεσίας του Συμβουλίου:
- το έγγραφο 7594/00 σχετικά με το αποτέλεσμα, τη μορφή και το πεδίο εφαρμογής της πράξης·
- έγγραφο 7184/01 σχετικά με την επεξεργασία ευαίσθητων εγγράφων·
- έγγραφο 8002/01, το οποίο περιέχει παρατηρήσεις νομικής διατύπωσης.
Το Συμβούλιο αιτιολόγησε την απόκρυψη αυτών των νομικών γνωμοδοτήσεων αναφέροντας ότι η δημοσιοποίησή τους θα υπονόμευε την προστασία των εσωτερικών νομικών γνωμοδοτήσεων προς το Συμβούλιο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, και ότι, ελλείψει ειδικών λόγων που να υποδεικνύουν συγκεκριμένο υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση, το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, συνολικά, το συμφέρον για την προστασία των εσωτερικών νομικών γνωμοδοτήσεων υπερτερεί του δημόσιου συμφέροντος για τη δημοσιοποίηση.
Το Συμβούλιο προσέθεσε ότι, εκτός από τον αριθμό του εγγράφου και το αντικείμενο των εν λόγω νομικών γνωμοδοτήσεων, η εξαίρεση ισχύει για ολόκληρο το περιεχόμενό τους. Ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατόν να χορηγηθεί μερική πρόσβαση βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 6 του κανονισμού 1049/2001.
Στις 7 Φεβρουαρίου 2002, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση στο Συμβούλιο. Όσον αφορά τους καταλόγους των επιτροπών και των ομάδων εργασίας, επισήμανε ότι οι πληροφορίες που του διαβίβασε το Συμβούλιο δεν ήταν πλήρεις ούτε διαρθρωμένες κατά τρόπο που να καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό όλων των επιτροπών ή ομάδων εργασίας και των μελών τους. Ο καταγγέλλων επανέλαβε επίσης το αίτημά του για την κατάρτιση καταλόγων των προσώπων που, το 2000, έλαβαν από το Συμβούλιο ή τα κράτη μέλη οδοιπορικά ή/και ημερήσιες αποζημιώσεις για τη συμμετοχή τους σε συνεδριάσεις των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων. Όσον αφορά τις τρεις νομικές γνωμοδοτήσεις, ο καταγγέλλων ζήτησε τους συγκεκριμένους λόγους άρνησης της πρόσβασης.
Το Συμβούλιο απάντησε στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος στις 8 Απριλίου 2002. Επανέλαβε ότι ο κανονισμός 1049/2001 εφαρμόζεται μόνο σε υφιστάμενα έγγραφα και δεν απαιτεί από το Συμβούλιο να δημιουργήσει οποιοδήποτε έγγραφο.
Απαντώντας στα συγκεκριμένα σημεία του καταγγέλλοντος, το Συμβούλιο επανέλαβε ότι δεν υπάρχουν οι κατάλογοι των επιτροπών και των ομάδων εργασίας που ζήτησε ο καταγγέλλων. Θα ήταν αδύνατο ή εξαιρετικά επαχθές να δημιουργηθούν τέτοιοι κατάλογοι, ιδίως καθώς η σύνθεση των επιτροπών και των ομάδων εργασίας αλλάζει συχνά.
Ούτε οι ζητούμενοι κατάλογοι δικαιούχων δικαιωμάτων υπάρχουν. Το Συμβούλιο τόνισε ότι τηρούνται οι κανόνες της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και ότι η καταβολή των αποζημιώσεων υπόκειται στον έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Όσον αφορά τις τρεις νομικές γνωμοδοτήσεις, το Συμβούλιο επανέλαβε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, οι συμβουλές που παρέχονται από τη Νομική Υπηρεσία του Συμβουλίου παραμένουν ακοινοποίητες, εκτός εάν, σε τελική ανάλυση, το θεσμικό όργανο πεισθεί ότι υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση. Το Συμβούλιο επισήμανε ότι το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον δεν αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι νομικές γνωμοδοτήσεις, όπως εν προκειμένω, αφορούν την κατάρτιση νομοθεσίας. Το Συμβούλιο υποστήριξε τη θέση του παραπέμποντας στη νομολογία σύμφωνα με τους προηγούμενους κανόνες για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα.
Με βάση τα ανωτέρω, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή, προβάλλοντας τους ακόλουθους ισχυρισμούς κατά του Συμβουλίου:
- Είναι αντίθετο προς τη χρηστή διοίκηση το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν έχει καταρτίσει κατάλογο όλων των επιτροπών και ομάδων εργασίας των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων στις οποίες συμμετέχουν εκπρόσωποι του Συμβουλίου και των κρατών μελών. Ο κατάλογος θα πρέπει να περιλαμβάνει τα ονόματα των μελών των εν λόγω επιτροπών και ομάδων εργασίας·
- Είναι αντίθετο προς τη χρηστή διοίκηση το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν κατάρτισε ούτε προσδιόρισε κατάλογο όλων των προσώπων που έλαβαν αποζημιώσεις ταξιδίου ή/και ημερήσιες αποζημιώσεις από το Συμβούλιο ή τα κράτη μέλη κατά το έτος 2000 για συνεδριάσεις στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα·
- Το Συμβούλιο κακώς απέρριψε την πρόσβαση στις νομικές γνωμοδοτήσεις που ζήτησε ο καταγγέλλων. Ειδικότερα, το Συμβούλιο παραβίασε τους κανόνες για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα απορρίπτοντας την πρόσβαση στις νομικές γνωμοδοτήσεις ως ζήτημα γενικής πρακτικής, ενώ οι κανόνες απαιτούν εξατομικευμένη αξιολόγηση κάθε αίτησης.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη του ΣυμβουλίουΣτη γνώμη του Συμβουλίου διατυπώνονται συνοπτικά τα ακόλουθα σημεία:
1. Κατάλογος επιτροπών και ομάδων εργασίαςΟ κανονισμός 1049/2001 αφορά μόνο υφιστάμενα έγγραφα. Το Συμβούλιο δεν μπορεί να απαντήσει σε αίτημα για έγγραφα που δεν υπάρχουν. Επιπλέον, όταν το οικείο θεσμικό όργανο ισχυρίζεται ότι ένα έγγραφο δεν υπάρχει, τεκμαίρεται ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι ορθός.(3) Το τεκμήριο αυτό μπορεί να ανατραπεί με λυσιτελή και συγκλίνοντα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία εν προκειμένω δεν προβλήθηκαν.
Ο καταγγέλλων δεν προβάλλει επιχειρήματα για τους λόγους για τους οποίους, στο πλαίσιο της χρηστής διοίκησης, το Συμβούλιο θα πρέπει να καταρτίσει τους ζητούμενους καταλόγους. Πράγματι, το Συμβούλιο τηρεί κατάλογο των προπαρασκευαστικών οργάνων του. Ο κατάλογος είναι διαθέσιμος στο κοινό μέσω του Διαδικτύου και εστάλη στον καταγγέλλοντα. Είναι κατάλληλο και επαρκές για τους διοικητικούς σκοπούς του Συμβουλίου και παρέχει στο κοινό πλήρη επισκόπηση όλων των επιτροπών και ομάδων εργασίας που συμμετέχουν στην προετοιμασία των εργασιών του Συμβουλίου. Ο κατάλογος αυτός, μαζί με το δημόσιο μητρώο εγγράφων, επιτρέπει στους πολίτες να υποβάλλουν συγκεκριμένες αιτήσεις για έγγραφα στις εν λόγω επιτροπές και ομάδες εργασίας. Το Συμβούλιο δεν αντιλαμβάνεται την ανάγκη να τηρεί καταλόγους άλλων επιτροπών ή ομάδων εργασίας που δεν έχουν καμία σχέση με το έργο του και στις οποίες συμμετέχουν εκπρόσωποι των κρατών μελών.
Όσον αφορά τα ονόματα των αντιπροσώπων που συμμετέχουν στα προπαρασκευαστικά όργανα του Συμβουλίου, η σύνθεση των ομάδων εργασίας υπόκειται σε συνεχείς αλλαγές από τη μία συνεδρίαση στην άλλη και μερικές φορές ακόμη και κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίασης, καθώς τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να αποστέλλουν τους αντιπροσώπους της επιλογής τους. Ως εκ τούτου, η τήρηση πλήρων και επικαιροποιημένων καταλόγων όλων των συμμετεχόντων θα συνεπαγόταν μεγάλο διοικητικό φόρτο. Οι κατάλογοι αυτοί δεν είναι ούτε απαραίτητοι για τους εσωτερικούς σκοπούς της Γενικής Γραμματείας, ούτε έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει σημαντικό δημόσιο συμφέρον για την απόκτηση αυτών των πληροφοριών.
2. Κατάλογοι δικαιούχων δικαιωμάτωνεκπομπής
Το Συμβούλιο επανέλαβε τις προηγούμενες δηλώσεις του προς τον καταγγέλλοντα. Σύμφωνα με το Συμβούλιο, τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας διασφαλίζονται επαρκώς από τις διατάξεις και τους φορείς ελέγχου που έχουν ήδη συσταθεί. Ως εκ τούτου, δεν είναι αναγκαίο, προς το συμφέρον της χρηστής διοίκησης, να τηρούνται οι κατάλογοι που ζητούνται από τον καταγγέλλοντα.
3. Πρόσβαση σε νομικές γνωμοδοτήσειςΤο Συμβούλιο επιβεβαίωσε την άποψη που εξέφρασε απαντώντας στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος. Η άποψη αυτή δεν προδικάζει την εξατομικευμένη εξέταση κάθε εγγράφου, προκειμένου να καθοριστεί αν η δημοσιοποίηση είναι πράγματι ικανή να θίξει ένα από τα συμφέροντα που προστατεύονται από τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της δυνατότητας χορήγησης μερικής πρόσβασης. Μετά από επανεξέταση της απόφασής του, το Συμβούλιο αποφάσισε να επιτρέψει την πρόσβαση στα σημεία 1 έως 10 του εγγράφου 7184/01 και στην εισαγωγή και στα σημεία 1 και 2 του εγγράφου 7594/00.
Όσον αφορά τα υπόλοιπα μέρη των εγγράφων, το Συμβούλιο επιβεβαίωσε την άρνηση που περιέχεται στην απάντησή του στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΗ γνώμη του Συμβουλίου διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση να υποβάλει παρατηρήσεις, εφόσον το επιθυμούσε. Δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Κατάλογος επιτροπών και ομάδων εργασίας1.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι αντίκειται στη χρηστή διοίκηση το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν έχει καταρτίσει κατάλογο όλων των επιτροπών και ομάδων εργασίας των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων στις οποίες συμμετέχουν εκπρόσωποι του Συμβουλίου και των κρατών μελών. Ο κατάλογος θα πρέπει να περιλαμβάνει τα ονόματα των μελών των εν λόγω επιτροπών και ομάδων εργασίας.
1.2 Σύμφωνα με το Συμβούλιο, δεν χρειάζεται να τηρεί καταλόγους επιτροπών ή ομάδων εργασίας που δεν έχουν καμία σχέση με το έργο του. Το Συμβούλιο τηρεί κατάλογο των προπαρασκευαστικών οργάνων του, ο οποίος είναι κατάλληλος για τους διοικητικούς σκοπούς του Συμβουλίου. Ο κατάλογος αυτός παρέχει στο κοινό πλήρη επισκόπηση όλων των επιτροπών και των ομάδων εργασίας που συμμετέχουν στην προετοιμασία των εργασιών του Συμβουλίου και, μαζί με το δημόσιο μητρώο εγγράφων, επιτρέπει στους πολίτες να υποβάλλουν συγκεκριμένα αιτήματα για έγγραφα. Όσον αφορά τη συμπερίληψη των ονομάτων των αντιπροσώπων, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η τήρηση πλήρων και ενημερωμένων καταλόγων θα ήταν εξαιρετικά επαχθής, καθώς η σύνθεση των ομάδων εργασίας αλλάζει συχνά. Οι κατάλογοι αυτοί δεν είναι ούτε απαραίτητοι για τους εσωτερικούς σκοπούς της Γενικής Γραμματείας, ούτε έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει σημαντικό δημόσιο συμφέρον για την απόκτηση αυτών των πληροφοριών.
1.3 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει τη γενική αρχή της χρηστής διοίκησης σύμφωνα με την οποία πρέπει να παρέχονται στους πολίτες οι πληροφορίες που ζητούν.(4) Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το Συμβούλιο παρέχει μέρος των πληροφοριών που ζητεί ο καταγγέλλων με τη μορφή δημοσίως διαθέσιμου καταλόγου των προπαρασκευαστικών οργάνων του. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η εξήγηση του Συμβουλίου σχετικά με τους λόγους για τους οποίους δεν τηρεί τους άλλους καταλόγους που ζήτησε ο καταγγέλλων φαίνεται εύλογη. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της καταγγελίας.
2 Κατάλογοι δικαιούχων δικαιωμάτωνεκπομπής
2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι είναι αντίθετο προς τη χρηστή διοίκηση το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν κατάρτισε ούτε προσδιόρισε κατάλογο όλων εκείνων των προσώπων που έλαβαν αποζημιώσεις ταξιδίου ή/και ημερήσιες αποζημιώσεις από το Συμβούλιο ή τα κράτη μέλη κατά το έτος 2000 για συνεδριάσεις στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα.
2.2 Κατά το Συμβούλιο, δεν καταβάλλει ημερήσιες αποζημιώσεις στους αντιπροσώπους και δεν υπάρχουν κατάλογοι δικαιούχων αποζημιώσεων. Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας διασφαλίζονται επαρκώς από τις διατάξεις και τους φορείς ελέγχου που έχουν ήδη συσταθεί και ότι, ως εκ τούτου, δεν είναι αναγκαίο, προς το συμφέρον της χρηστής διοίκησης, να τηρούνται οι κατάλογοι που ζητούνται από τον καταγγέλλοντα.
2.3 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η καταγγελία αφορά τις αποζημιώσεις ταξιδίου και τις ημερήσιες αποζημιώσεις που καταβάλλονται είτε από το Συμβούλιο είτε από τα κράτη μέλη. Όσον αφορά τις αποζημιώσεις ταξιδίου και τις ημερήσιες αποζημιώσεις που καταβάλλουν τα κράτη μέλη, ο Διαμεσολαβητής δεν γνωρίζει κανέναν κανόνα ή αρχή που θα υποχρέωνε το Συμβούλιο να τηρεί καταλόγους των δικαιούχων των εν λόγω αποζημιώσεων.
2.4 Όσον αφορά τις αποζημιώσεις ταξιδίου που καταβάλλει το Συμβούλιο, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το Συμβούλιο αρνείται την ύπαρξη καταλόγου αποδεκτών. Ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει ότι η κατάρτιση ενός τέτοιου καταλόγου και η δημοσιοποίησή του θα μπορούσαν να προωθήσουν την αύξηση της λογοδοσίας, επιτρέποντας στους πολίτες να διενεργούν πραγματικό και αποτελεσματικό έλεγχο της άσκησης των εξουσιών που έχουν ανατεθεί στα κοινοτικά θεσμικά όργανα και, ως εκ τούτου, να αυξήσουν την εμπιστοσύνη στη διοίκηση. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν γνωρίζει κανέναν κανόνα ή αρχή δεσμευτική για το Συμβούλιο που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη διαπίστωση ότι η μη τήρηση ενός τέτοιου καταλόγου συνιστά κακοδιοίκηση.
3 Πρόσβαση σε νομικές γνωμοδοτήσεις3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο εσφαλμένα απέρριψε την πρόσβαση στις νομικές γνωμοδοτήσεις που ζήτησε ο καταγγέλλων. Ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο παραβίασε τους κανόνες για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα απορρίπτοντας την πρόσβαση στις νομικές γνωμοδοτήσεις ως ζήτημα γενικής πρακτικής, ενώ οι κανόνες απαιτούν εξατομικευμένη αξιολόγηση κάθε αιτήματος.
3.2 Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, οι συμβουλές της Νομικής Υπηρεσίας του Συμβουλίου πρέπει να παραμένουν ακοινοποίητες, εκτός εάν, σε τελική ανάλυση, το θεσμικό όργανο πεισθεί ότι υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση. Απαντώντας στην αίτηση του καταγγέλλοντος και στην επιβεβαιωτική αίτηση, το Συμβούλιο έκρινε ότι η εξαίρεση εφαρμόζεται στο σύνολο του περιεχομένου των τριών επίμαχων νομικών γνωμοδοτήσεων: έγγραφα 7594/00, 7184/01 και 8002/01. Στη γνωμοδότησή του επί της υπό κρίση αιτιάσεως, το Συμβούλιο αναφέρει ότι η γενική του θέση δεν προδικάζει την ατομική εξέταση κάθε εγγράφου και ότι, κατόπιν επανεξετάσεως, το Συμβούλιο αποφάσισε να επιτρέψει μερική πρόσβαση στα έγγραφα 7594/00 και 7184/01.
3.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η άρνηση πρόσβασης του κοινού στο έγγραφο 7594/00 αποτελεί επίσης αντικείμενο άλλης καταγγελίας που υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή κατά του Συμβουλίου: 1542/2000/(PB)(SM)IJH. Στην υπόθεση αυτή, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε σχέδιο σύστασης στο Συμβούλιο, το οποίο ακολούθησε, στις 12 Δεκεμβρίου 2002, ειδική έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έχει ακόμη λάβει θέση επί της ειδικής έκθεσης. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες στο πλαίσιο της παρούσας καταγγελίας. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θα ενημερώσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ότι το Συμβούλιο συμφώνησε να παράσχει στον καταγγέλλοντα στην παρούσα υπόθεση μερική πρόσβαση στο έγγραφο 7594/00.
3.4 Όσον αφορά τα άλλα δύο έγγραφα, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι το προαναφερθέν σχέδιο σύστασης και η ειδική έκθεση βασίζονται στην άποψη ότι θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ διαφορετικών ειδών νομικών γνωμοδοτήσεων. Οι απόψεις που διατυπώνονται στο πλαίσιο πιθανών μελλοντικών δικαστικών διαδικασιών είναι ανάλογες με την επικοινωνία μεταξύ δικηγόρου και πελάτη. Ως εκ τούτου, θα πρέπει κανονικά να εξαιρούνται από τη δημοσιοποίηση βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001. Αντιθέτως, οι γνωμοδοτήσεις επί σχεδίων νομοθετικών πράξεων θα πρέπει κανονικά να τίθενται στη διάθεση του κοινού μόλις ολοκληρωθεί η νομοθετική διαδικασία. Θα πρέπει να εξαιρούνται μόνον εάν το θεσμικό όργανο μπορεί να αποδείξει, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού 1049/2001, ότι η γνωστοποίηση θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων και ότι δεν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση.
3.5 Εφαρμόζοντας την ανωτέρω διάκριση στην παρούσα υπόθεση, φαίνεται ότι τα έγγραφα 7184/01 και 8002/01 αποτελούν γνωμοδοτήσεις επί σχεδίων νομοθετικών πράξεων και ότι η σχετική νομοθετική διαδικασία έχει καταλήξει σε συμπέρασμα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής εξετάζει σχέδιο σύστασης, παρόμοιο με εκείνο που διατυπώθηκε προηγουμένως στην υπόθεση 1542/2000/(PB)(SM)IJH:
Το σχέδιο σύστασηςΤο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να επανεξετάσει την αίτηση του καταγγέλλοντος και να παράσχει πρόσβαση στα έγγραφα 7184/01 και 8002/01, εκτός εάν ισχύει μία ή περισσότερες από τις εξαιρέσεις εκτός του άρθρου 4 παράγραφος 2 δεύτερη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.
Το Συμβούλιο και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για το παρόν σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή, το Συμβούλιο αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 30 Ιουνίου 2003. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή της απόφασης του Διαμεσολαβητή και στην περιγραφή των μέτρων που ελήφθησαν για την εφαρμογή του σχεδίου σύστασης.
Στρασβούργο, 27 Μαρτίου 2003
Jacob SÖDERMAN
(1) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με τους κανονισμούς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).
(2) Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).
(3) Υπόθεση T-311/00, British American Tobacco κατά Επιτροπής, απόφαση της 25ης Ιουνίου 2002, σκέψη 35, και υπόθεση T-123/99, JT's Corporation κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II-3269, σκέψη 58.
(4) Βλ. άρθρο 22 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, που διατίθεται στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή: http://www.ombudsman.europa.eu.