Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
Τρέχουσα γλώσσα:
- EL Ελληνικά
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 1148/97/OV κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 1148/97/OV - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 12 Ιανουαρίου 1998 - Απόφαση στις Παρασκευή | 22 Οκτωβρίου 1999
Στρασβούργο, 22 Οκτωβρίου 1999
Αγαπητέ Χ,
Στις 2 Δεκεμβρίου 1997 υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με εικαζόμενη κακοδιοίκηση στη διαχείριση του συστήματος ασφάλισης ασθενείας των τοπικών υπαλλήλων που εργάζονται σε αντιπροσωπεία της Επιτροπής εκτός της ΕΕ.
Στις 12 Ιανουαρίου 1998, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 25 Μαρτίου 1998 και σας τη διαβίβασα με πρόσκληση να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας, εφόσον το επιθυμείτε. Στις 27 Απριλίου 1998, έλαβα τις παρατηρήσεις σας σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά έχουν ως εξής:
Ο καταγγέλλων, πολίτης της ΕΕ που εργάζεται ως τοπικός πράκτορας σε αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εκτός της ΕΕ, διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός ότι τα ιατρικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο καταγγέλλων για τη νοσηλεία στην Ευρώπη ενός μέλους της οικογένειας που πάσχει από σπάνια ασθένεια δεν αποδίδονται πλέον από το σύστημα ασφάλισης ασθενείας της Επιτροπής. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ο ασθενής πρέπει να πραγματοποιεί μία ιατρική επίσκεψη στην Ευρώπη κάθε χρόνο, δεδομένου ότι η αναγκαία ιατρική περίθαλψη δεν είναι διαθέσιμη στη χώρα διαμονής. Οι περιστάσεις της καταγγελίας αυτής ήταν οι ακόλουθες:
Μέχρι το τέλος του 1996, ο καταγγέλλων, όπως και οι άλλοι τοπικοί υπάλληλοι, καλυπτόταν από τοπική ασφάλιση η οποία επέστρεφε το 85% των ιατρικών δαπανών και η αντιπροσωπεία της Επιτροπής επέστρεφε το υπόλοιπο 15%. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την κάλυψη του κόστους κατά 100 %, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν στην Ευρώπη. Ωστόσο, τον Ιανουάριο του 1997, όταν τέθηκαν σε ισχύ οι ειδικοί όροι απασχόλησης για τους τοπικούς υπαλλήλους, ο καταγγέλλων ήταν υποχρεωμένος να προσχωρήσει στο σύστημα ασφάλισης ασθενείας της Επιτροπής για τους τοπικούς υπαλλήλους, το οποίο, σε αντίθεση με το προηγούμενο τοπικό σύστημα ασφάλισης, δεν επιστρέφει τα έξοδα που πραγματοποιήθηκαν σε χώρα που δεν συνορεύει με τη χώρα κατοικίας. Το αποτέλεσμα ήταν ότι τα έξοδα που πραγματοποίησε ο καταγγέλλων για τη νοσηλεία του ασθενούς στην Ευρώπη δεν επιστρέφονταν πλέον. Προτού καλυφθεί από το νέο ασφαλιστικό σύστημα της Επιτροπής, ο καταγγέλλων και οι άλλοι τοπικοί πράκτορες ζήτησαν την παράταση της τοπικής ασφαλιστικής σύμβασης για το έτος 1997. Ωστόσο, η Επιτροπή ενημέρωσε τους τοπικούς υπαλλήλους ότι το σύστημα ασφάλισης της Επιτροπής εφαρμοζόταν από την 1η Ιανουαρίου 1997.
Στις 29 Σεπτεμβρίου 1997, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον επικεφαλής της αντιπροσωπείας διαμαρτυρόμενος για την κατάσταση αυτή. Ο προϊστάμενος της αντιπροσωπείας ενημέρωσε τη ΓΔ ΙΑ, Διεύθυνση Ε στις Βρυξέλλες, σχετικά με τον εν λόγω καταγγέλλοντα. Στις 7 Οκτωβρίου 1997, η Επιτροπή απάντησε και επιβεβαίωσε ότι τα ιατρικά έξοδα στα οποία υποβάλλονται στην Ευρώπη οι τοπικοί υπάλληλοι της αντιπροσωπείας εκτός της ΕΕ δεν καλύπτονται από την ασφάλιση ασθενείας της Επιτροπής. Η Επιτροπή προσέθεσε επίσης ότι δεν ήταν αληθές, όπως δήλωσε η καταγγέλλουσα, ότι είχε υποχρεώσει τους τοπικούς πράκτορες να εγκαταλείψουν το προηγούμενο τοπικό ασφαλιστικό σύστημα το οποίο κάλυπτε τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν στην αλλοδαπή. Μη ικανοποιημένος από την απάντηση της Επιτροπής, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της
Επιτροπής Στις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή παρατήρησε ότι το καθεστώς του καταγγέλλοντος ως τοπικού υπαλλήλου διέπεται από τα άρθρα 4 και τον τίτλο IV («Τοπικό προσωπικό», άρθρα 79 έως 81) του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Όσον αφορά τους όρους απασχόλησης, παραπέμπουν ιδίως στους ισχύοντες κανόνες και πρακτικές στον τόπο όπου οι υπάλληλοι ασκούν τα καθήκοντά τους. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι οι ειδικοί όροι απασχόλησης («Conditions Particulières d'Emploi») για το τοπικό προσωπικό στις αντιπροσωπείες εκτός της ΕΕ όχι μόνο τηρούν το εφαρμοστέο τοπικό εργατικό δίκαιο, αλλά λαμβάνουν επίσης υπόψη τους όρους εργασίας που προσφέρουν οι εργοδότες αναφοράς, όπως πρεσβείες και άλλοι διεθνείς οργανισμοί. Οι εν λόγω ειδικοί όροι απασχόλησης θεσπίζονται μετά από διαβούλευση με την εκπροσώπηση του προσωπικού.
Η έγκριση των ειδικών όρων απασχόλησης για τις αντιπροσωπείες εκτός της ΕΕ με ισχύ από την 1η Ιουλίου 1996 οδήγησε στη σύναψη νέων συμβάσεων που αντικατέστησαν τις προηγούμενες και οι οποίες προέβλεπαν τη συμμετοχή των τοπικών υπαλλήλων στις δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης. Πριν από την ημερομηνία αυτή, οι τοπικοί υπάλληλοι καλύπτονταν από την τοπική ασφάλιση, η οποία καταβαλλόταν εξ ολοκλήρου από την Επιτροπή. Ωστόσο, όταν τέθηκαν σε ισχύ οι ειδικοί όροι απασχόλησης, το τοπικό σύστημα ασφάλισης διατηρήθηκε για έξι μήνες μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1997, προκειμένου να επιτραπεί στους τοπικούς υπαλλήλους να επιλέξουν μεταξύ της εφαρμογής του τοπικού συστήματος ασφάλισης ή του συστήματος συμπληρωματικής ασφάλισης της Επιτροπής. Με άλλα λόγια, οι τοπικοί υπάλληλοι είχαν την επιλογή μεταξύ, αφενός, του τοπικού συστήματος ασφάλισης, με την Επιτροπή να αναλαμβάνει τα 2/3 των ασφαλίστρων και το επίπεδο επιστροφής να παραμένει το ίδιο, ή, αφετέρου, του συστήματος ασφάλισης της Επιτροπής με συνεισφορά 1,37 % από τον βασικό μισθό, και η αρχική επιστροφή 100 % μειώθηκε σταδιακά στο επίπεδο που εφαρμόζεται γενικά από όλες τις αντιπροσωπείες της Επιτροπής.
Λαμβανομένων υπόψη των υψηλότερων εισφορών που πρέπει να καταβληθούν για την τοπική ασφάλιση, οι περισσότεροι τοπικοί πράκτορες, συμπεριλαμβανομένου του καταγγέλλοντος, προσχώρησαν, κατόπιν αιτήματός τους, στην ασφάλιση της Επιτροπής από την 1η Ιανουαρίου 1997. Άλλοι τοπικοί υπάλληλοι προσχώρησαν σε ιδιωτική ασφάλιση, εκτός από την τοπική ασφάλιση, και η Επιτροπή κατέβαλε τα 2/3 των ασφαλίστρων. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δήλωσε ότι ο ισχυρισμός ότι οι τοπικοί αντιπρόσωποι ήταν υποχρεωμένοι να παραιτηθούν από την τοπική ασφάλιση ήταν εσφαλμένος. Ωστόσο, η Επιτροπή παρατήρησε ότι, από την 1η Ιανουαρίου 1997, οι τοπικοί υπάλληλοι πρέπει να συμμετέχουν στην ασφαλιστική κάλυψη κατ’ εφαρμογή ενός κανόνα που ισχύει για όλες τις αντιπροσωπείες της Επιτροπής, προκειμένου να ευαισθητοποιηθούν περισσότερο οι υπάλληλοι όσον αφορά τις δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης.
Η Επιτροπή παρατήρησε επίσης ότι το σύστημα συμπληρωματικής ασφάλισης της Επιτροπής αναλαμβάνει καταρχήν μόνο τα ιατρικά έξοδα που πραγματοποιούνται στη χώρα απασχόλησης. Ο κανόνας αυτός είναι σύμφωνος με την εθνική νομοθεσία και με την πολιτική που ακολουθούν οι περισσότεροι εργοδότες αναφοράς. Ωστόσο, έχοντας επίγνωση του περιορισμού αυτού, η Επιτροπή δέχθηκε να συμμετάσχει κατά 50 % στην καταβολή ασφαλίστρων για συμβάσεις ιδιωτικής ασφάλισης που συνήψαν τοπικοί πράκτορες για την κάλυψη ιατρικών δαπανών που πραγματοποιήθηκαν στο εξωτερικό. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων ούτε συνήψε τέτοια σύμβαση, το επιχείρημα ότι καμία εταιρεία δεν ασφάλισε τα έξοδα δεν ήταν πειστικό, διότι ήταν ασφαλισμένα από την τοπική ασφάλιση.
Ωστόσο, η Επιτροπή παρεμβαίνει σε κρίσιμες καταστάσεις, ιδίως εάν δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί επείγουσα ιατρική παρέμβαση στη χώρα απασχόλησης. Στις περιπτώσεις αυτές, το ασφαλιστικό σύστημα της Επιτροπής προβλέπει ότι τρεις σύμβουλοι ιατροί πρέπει να διατυπώσουν τη γνώμη τους. Η γνώμη των συμβούλων ιατρών στην παρούσα υπόθεση ήταν ότι η θεραπεία σε αυτό το στάδιο ήταν η εγκεκριμένη και επί του παρόντος πραγματοποιείται στη χώρα διαμονής του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει ανοικτό σε συνάρτηση με την εξέλιξη της κατάστασης.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος
Ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι οι δηλώσεις της Επιτροπής δεν ήταν ορθές. Πρώτον, δεν ήταν αλήθεια ότι οι τοπικοί πράκτορες είχαν την επιλογή μεταξύ της συνέχισης της τοπικής ασφάλισης ή του συστήματος της Επιτροπής. Στις 29 Νοεμβρίου 1996, οι αντιπρόσωποι των τοπικών υπαλλήλων απέστειλαν σημείωμα στον επικεφαλής της αντιπροσωπείας ζητώντας τη διατήρηση του προηγούμενου συστήματος το 1997, αλλά δεν έλαβαν καμία απάντηση από την αντιπροσωπεία. Στις 7 Απριλίου 1997 έλαβαν σημείωμα του επικεφαλής της αντιπροσωπείας με το οποίο τους γνωστοποιήθηκε ότι είχε αποφασίσει την εφαρμογή του ασφαλιστικού καθεστώτος της Επιτροπής. Επομένως, οι τοπικοί πράκτορες υπήχθησαν σε ένα σύστημα ασφαλίσεως το οποίο είχαν αρνηθεί.
Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι δεν ήταν αλήθεια ότι η Επιτροπή κατέβαλε τα 2/3 των ασφαλίστρων για τους τοπικούς πράκτορες που προσχώρησαν σε ιδιωτική ασφάλιση εκτός της τοπικής ασφάλισης, επειδή οι Γάλλοι συνάδελφοι του καταγγέλλοντος έπρεπε να καταβάλουν οι ίδιοι όλες τις εισφορές.
Όσον αφορά την άποψη της Επιτροπής ότι το ασφαλιστικό της σύστημα ήταν σύμφωνο με την πολιτική που ακολουθούσαν οι περισσότεροι εργοδότες αναφοράς, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι οι ιδιωτικές τοπικές ασφαλιστικές εταιρείες καλύπτουν τα έξοδα που πραγματοποιούνται στο εξωτερικό. Από την άλλη πλευρά, ορισμένοι τοπικοί υπάλληλοι της ΕΕ που εργάζονται για την πρεσβεία τους στην ΕΕ επωφελούνται από το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης της χώρας καταγωγής τους. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε επίσης σε μια ιδιωτική τοπική ασφαλιστική εταιρεία που καλύπτει τα έξοδα που πραγματοποιούνται στο εξωτερικό και η οποία εφαρμόζεται σε μια συγκεκριμένη κατηγορία τοπικών πρακτόρων. Αυτό δείχνει ότι η διαχείριση των τοπικών υπαλλήλων δεν είναι συνεπής, δεδομένου ότι ισχύουν διαφορετικά ασφαλιστικά συστήματα.
Όσον αφορά τη δήλωση της Επιτροπής ότι δέχθηκε να συμμετάσχει κατά 50 % στην πληρωμή συμβάσεων ιδιωτικής ασφάλισης που συνήφθησαν από τοπικούς αντιπροσώπους για ιατρικά έξοδα που πραγματοποιήθηκαν στο εξωτερικό και ότι ο καταγγέλλων δεν είχε συνάψει τέτοια σύμβαση, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι οι τοπικοί αντιπρόσωποι δεν έλαβαν ποτέ συγκεκριμένη πρόταση υπό την έννοια αυτή.
Ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι παρατηρήσεις της Επιτροπής ήταν απαράδεκτες και ότι δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο που θα μπορούσε να στηρίξει τις παρατηρήσεις του. Τέλος, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι η ασθένεια του ασθενούς τυγχάνει προνομιακής αποζημίωσης από τις ευρωπαϊκές ασφαλιστικές εταιρείες, δεδομένου ότι είναι χρόνια και οδηγεί σε αναπηρία 100% μετά από μερικά χρόνια. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή πλήρη επιστροφή των ιατρικών δαπανών που πραγματοποιήθηκαν σε τοπικό επίπεδο και στην ΕΕ.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Η μη επιστροφή ιατρικών εξόδων που πραγματοποιήθηκαν στο εξωτερικό
1.1 Ο κύριος ισχυρισμός του καταγγέλλοντος συνίστατο στο γεγονός ότι ο καταγγέλλων ήταν υποχρεωμένος να προσχωρήσει στο νέο σύστημα ασφάλισης ασθενείας, το οποίο δεν επέστρεφε πλέον τα ιατρικά έξοδα που πραγματοποιήθηκαν στην Ευρώπη. Η Επιτροπή παρατήρησε ότι ο καταγγέλλων είχε επιλέξει να προσχωρήσει στο νέο σύστημα ασφάλισης της Επιτροπής, το οποίο είναι σύμφωνο με την εθνική νομοθεσία και με την πολιτική που ακολουθούν οι περισσότεροι εργοδότες αναφοράς.
1.2 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το καθεστώς των τοπικών υπαλλήλων διέπεται καταρχάς από τα άρθρα 79 έως 81 (Τίτλος IV, Τοπικοί υπάλληλοι) του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Όσον αφορά ειδικότερα την κοινωνική ασφάλιση, το άρθρο 80 προβλέπει ότι ο φορέας είναι υπεύθυνος για το μερίδιο του εργοδότη στις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, στον τόπο όπου ο υπάλληλος πρόκειται να ασκήσει τα καθήκοντά του. Οι γενικοί όροι απασχολήσεως των τοπικών υπαλλήλων που υπηρετούν σε τρίτες χώρες διέπονται, δεύτερον, από τους κανόνες-πλαίσια που καθορίζουν τους όρους απασχολήσεως των τοπικών υπαλλήλων της Επιτροπής που υπηρετούν σε τρίτες χώρες, οι οποίοι θεσπίστηκαν από την Επιτροπή στις 21 Νοεμβρίου 1989 και τέθηκαν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1990.
1.3 Το άρθρο 1 παράγραφος 2 των κανόνων-πλαισίων προβλέπει ότι οι ειδικοί όροι για κάθε τόπο υπηρεσίας καθορίζονται από τον γενικό διευθυντή προσωπικού και διοίκησης, μετά από διαβούλευση με την κεντρική επιτροπή προσωπικού, μετά από πρόταση του αντιπροσώπου ή του επικεφαλής αντιπροσωπείας, ο οποίος διαβουλεύεται πρώτα με τους εκπροσώπους του τοπικού προσωπικού. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καθορίζει κατά πόσον ζητήθηκε η γνώμη των εκπροσώπων του τοπικού προσωπικού της αντιπροσωπείας πριν από την έγκριση των ειδικών όρων απασχόλησης.
1.4 Οι κανόνες που καθορίζουν τους ειδικούς όρους απασχόλησης για τους τοπικούς υπαλλήλους της αντιπροσωπείας εγκρίθηκαν από τον γενικό διευθυντή της ΓΔ ΙΑ στις 12 Ιουνίου 1996 και τέθηκαν σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1996. Κατ’ εφαρμογή των ειδικών όρων απασχόλησης, συνήφθησαν νέες συμβάσεις οι οποίες αντικατέστησαν τις προηγούμενες με ισχύ από την 1η Ιουλίου 1996 και οι οποίες προέβλεπαν τη συμμετοχή των υπαλλήλων στις δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης, σε συνέχεια ενός νέου κανόνα που ίσχυε για όλες τις αντιπροσωπείες της Επιτροπής.
1.5 Από τον φάκελο της διοικητικής ενστάσεως προκύπτει ότι η επιτροπή προσωπικού συμφώνησε με τους ειδικούς όρους απασχολήσεως και, ειδικότερα, με το άρθρο 23 σχετικά με την επιστροφή των εξόδων υγείας σε περίπτωση ασθενείας (βλ. ιδίως το σημείωμα της 29ης Οκτωβρίου 1996 υπόψη του προϊσταμένου της αντιπροσωπείας). Το άρθρο 23 παράγραφος 1 προβλέπει ότι, σε περίπτωση ασθένειας, ο τοπικός υπάλληλος δικαιούται επιστροφή του 100 % των τοπικών δαπανών. Η δεύτερη παράγραφος προβλέπει, ωστόσο, ότι η αρμόδια για τη σύναψη συμβάσεων πρόσληψης αρχή μπορεί να αποφασίσει να μειώσει σταδιακά το ποσοστό επιστροφής στο 75 % ή να συνδέσει τον τοπικό πράκτορα με ασφαλιστική εταιρεία με συμμετοχή του ενδιαφερόμενου στην καταβολή του ενός τρίτου του κόστους ασφάλισης.
1.6 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι και τα δύο νέα συστήματα ασφάλισης ασθενείας που προτείνονται από τους ειδικούς όρους απασχόλησης είναι πράγματι λιγότερο ευνοϊκά από την προηγούμενη τοπική ασφάλιση, διότι η τελευταία είχε ως αποτέλεσμα την κάλυψη του κόστους κατά 100%, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν στην Ευρώπη. Ωστόσο, η εισαγωγή αυτού του νέου συστήματος ασφάλισης, το οποίο βασίζεται σε έναν νέο κανόνα της Επιτροπής που απαιτεί την αύξηση της συμμετοχής των τοπικών υπαλλήλων στις δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης, δεν συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.
1.7 Όσον αφορά την πιθανή παραβίαση της σύμβασης στην παρούσα υπόθεση, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής ασχολείται με καταγγελίες κακοδιοίκησης που προκύπτουν από συμβατικές σχέσεις. Ωστόσο, δεν επιδιώκει να εξακριβώσει αν υπήρξε παραβίαση της σύμβασης από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη. Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνο από τα τοπικά δικαστήρια τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 36 των ειδικών όρων απασχόλησης, είναι αρμόδια για τις διαφορές μεταξύ των διαδίκων και τα οποία θα είχαν τη δυνατότητα να ακούσουν τα επιχειρήματα των διαδίκων σχετικά με το σχετικό εθνικό δίκαιο και να αξιολογήσουν τα αντικρουόμενα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τυχόν αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά.
2 Συμπέρασμα
Βάσει των ερευνών της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να θέσει την υπόθεση στο αρχείο.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Jacob SÖDERMAN