FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση στην υπόθεση 1166/2006/WP - Ισχυρισμός για παράλειψη ανάληψης δράσης για ποινική υπόθεση

Ο καταγγέλλων, Γερμανός πολίτης, καταδικάστηκε το 1997 από γερμανικό δικαστήριο για παράνομη κατοχή όπλων, αλλά πήρε αναστολή εκτέλεσης της ποινής του. Εντούτοις, το 1998, καταδικάστηκε ερήμην από ιταλικό δικαστήριο σε 16 χρόνια κάθειρξης. Το 2002, συνελήφθη με βάση διεθνές ένταλμα σύλληψης και έκτοτε βρίσκεται στη φυλακή.

Το 2003, ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος ενημέρωσε την Επιτροπή για την υπόθεση. Ισχυρίστηκε ότι το ιταλικό δικαστήριο είχε παραβιάσει την αρχή του «ου δις δικάζειν», η οποία απαγορεύει την άσκηση δικαστικής δίωξης δύο φορές για την ίδια αιτία. Η Επιτροπή έδειξε ενδιαφέρον για την υπόθεση. Ωστόσο, εξήγησε ότι δεν ήταν αρμόδια να επανεξετάσει τις αποφάσεις των εισαγγελικών αρχών και ότι δεν υπήρχε πιθανότητα να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά κάποιου Κράτους-Μέλους για ποινικές υποθέσεις. Η μόνη ενέργεια στην οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να προβεί θα ήταν να παραπέμψει τη διαφορά, βάσει του άρθρου 35, παράγραφος 7 της Συνθήκης της ΕΕ, στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όσον αφορά την ερμηνεία μιας συμφωνίας, για παράδειγμα της Σύμβασης εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν, η οποία θεσπίζει την αρχή του «ου δις δικάζειν» σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, ελλείψει ορισμένων στοιχείων, η Επιτροπή συμβούλευσε το δικηγόρο να επιδιώξει να δοθεί συνέχεια στην υπόθεση σε εθνικό επίπεδο. Το 2005, και μετά από την αρνητική απόφαση που έλαβε ιταλικό εφετείο, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν επαρκείς λόγοι για να αναλάβει δράση.

Στην καταγγελία που υπέβαλε στο Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή έπρεπε να είχε αναλάβει δράση. Πρόσθεσε δε ότι είχε ακολουθήσει τη συμβουλή της Επιτροπής με μοναδικό σκοπό να της παράσχει την απαιτούμενη για την ανάληψη δράσης βάση. Το γεγονός ότι η Επιτροπή παρέλειψε να αναλάβει δράση, είχε ως αποτέλεσμα ο καταγγέλλων να δαπανήσει μεγάλο ποσό χρημάτων για τη νομική του εκπροσώπηση.

Στη γνώμη της σχετικά με το θέμα, η Επιτροπή εξήγησε ότι αναφέρθηκε στο άρθρο 35, παράγραφος 7 της Συνθήκης της ΕΕ γιατί το 1998 το ιταλικό δικαστήριο είχε υποστηρίξει ότι η αρχή του «ου δις δικάζειν» δεν είχε ισχύ στην Ιταλία. Ωστόσο, η δήλωση αυτή δεν επικυρώθηκε από μεταγενέστερες αποφάσεις των ιταλικών δικαστηρίων. Ως εκ τούτου, δεν υπήρχαν ενδείξεις γενικής διαφωνίας μεταξύ της Επιτροπής και της Ιταλίας. Η Επιτροπή τόνισε το γεγονός ότι δεν είχε υποσχεθεί να αναλάβει δράση κατά της Ιταλίας στην περίπτωση αρνητικής απόφασης εκ μέρους του ιταλικού εφετείου και ότι μια τέτοια αρνητική απόφαση δεν συνεπαγόταν ότι η συμβουλή της δεν ήταν σωστή και προς όφελος του καταγγέλλοντος.

Ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι, στον τομέα της ευρωπαϊκής νομοθεσίας που σχετίζεται με τη δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, οι αποφάσεις, στη μεγάλη τους πλειονότητα, εξακολουθούν να λαμβάνονται μέσω διακυβερνητικών διαδικασιών, με αποτέλεσμα η δυνατότητα ανάληψης δράσης εκ μέρους της Επιτροπής να είναι σχετικά περιορισμένη. Σημείωσε ότι η διατύπωση των επιστολών της Επιτροπής ήταν εξαιρετικά προσεκτική. Η Επιτροπή δεν δεσμεύτηκε να αναλάβει δράση, ανακοίνωσε όμως ότι θα μελετούσε την ανάληψη περαιτέρω μέτρων, αφού θα είχε στη διάθεσή της περαιτέρω στοιχεία. Εκτός αυτού, το επιχείρημα που προέβαλε η Επιτροπή για να θέσει τέρμα στην υπόθεση, δηλαδή το επιχείρημα ότι όλα τα ιταλικά δικαστήρια δέχονταν πλέον την εφαρμογή της αρχής του «ου δις δικάζειν», ήταν λογικοφανές.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την εξέταση της υπόθεσης χωρίς να διαπιστώσει κακοδιοίκηση.


Στρασβούργο, 24 Απριλίου 2007

Αξιότιμε κ. B.,

Με επιστολή της 15ης Μαρτίου 2006, την οποία έλαβα στις 25 Απριλίου 2006, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με την εικαζόμενη παράλειψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να ενεργήσει σε υπόθεση που αφορά πιθανή παραβίαση διεθνούς σύμβασης και θεμελιωδών νομικών αρχών.

Στις 22 Μαΐου 2006, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 18 Οκτωβρίου 2006. Στις 19 Οκτωβρίου 2006, σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 12 Νοεμβρίου 2006.

Με επιστολές της 7ης Ιανουαρίου και της 13ης Απριλίου 2007, με ενημερώσατε για τις αλλαγές της διεύθυνσής σας.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Ο καταγγέλλων είναι Γερμανός πολίτης ο οποίος, κατά τον χρόνο υποβολής της καταγγελίας του, είχε φυλακιστεί στην Ιταλία. Τον Ιανουάριο του 2007 μεταφέρθηκε σε γερμανική φυλακή.

Από τα έγγραφα που υποβλήθηκαν με την καταγγελία του, φάνηκε ότι, το 1997, ένα γερμανικό δικαστήριο έκρινε τον καταγγέλλοντα ένοχο για παράνομη κατοχή όπλων και τον καταδίκασε σε δέκα μήνες φυλάκιση. Ωστόσο, η ποινή ανεστάλη. Οι διαδικασίες σχετικά με άλλα μέρη του κατηγορητηρίου κατά του καταγγέλλοντος διακόπηκαν. Το 1998, ο καταγγέλλων καταδικάστηκε επίσης (ερήμην) από ιταλικό δικαστήριο σε ποινή φυλάκισης 16 ετών και χρηματική ποινή. Το 2002 συνελήφθη στο Βέλγιο βάσει διεθνούς εντάλματος σύλληψης.

Στην καταγγελία του προς τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η διαδικασία ενώπιον του ιταλικού δικαστηρίου παραβιάζει θεμελιώδεις νομικές αρχές. Υποστήριξε ότι οι αποφάσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας στηρίζονταν στα ίδια πραγματικά περιστατικά και ότι, ως εκ τούτου, το ιταλικό δικαστήριο παραβίασε την αρχή ne bis in idem, η οποία απαγορεύει την άσκηση αγωγής δύο φορές για την ίδια αιτία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η διαδικασία ενώπιον του ιταλικού δικαστηρίου ήταν εσφαλμένη επειδή δεν ήταν παρών στη διαδικασία και επειδή δεν είχε ακουστεί. Αναφέρει ότι ο δικηγόρος του απευθύνθηκε εν προκειμένω στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ότι η τελευταία εκδήλωσε ενδιαφέρον για την υπόθεση, αλλά ότι τελικά αποφάσισε να μην προβεί σε περαιτέρω ενέργειες. Ο καταγγέλλων διατύπωσε τους ακόλουθους ισχυρισμούς:

  1. Η ιταλική δικαιοσύνη παραβίασε το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο στην περίπτωσή του.
  2. Η Επιτροπή δεν έλαβε μέτρα εν προκειμένω.
  3. Ο Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραβίασε την αρχή της ισότητας, διότι οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων σε ποινικές υποθέσεις δεν μπορούν να υποβληθούν στο Δικαστήριο.
  4. Υπήρξε έλλειψη ελέγχου της ΕΕ όσον αφορά τον χειρισμό των ενταλμάτων σύλληψης από την Ιντερπόλ και την Ευρωπόλ.

Ο Διαμεσολαβητής δεν μπορούσε να εξετάσει τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, διότι δεν στρεφόταν κατά κοινοτικού θεσμικού οργάνου ή οργανισμού (άρθρο 2 παράγραφος 1 του καταστατικού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή) και διότι ο καταγγέλλων επιδίωκε να προσβάλει την απόφαση εθνικού δικαστηρίου (άρθρο 1 παράγραφος 3 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή). Επιπλέον, ο τρίτος και ο τέταρτος ισχυρισμός του καταγγέλλοντος δεν ενέπιπταν στην εντολή του Διαμεσολαβητή, διότι αφορούσαν την κοινοτική νομοθεσία και όχι πιθανή κακοδιοίκηση, όπως απαιτείται από το άρθρο 2 παράγραφος 2 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή.

Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος. Τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό είναι τα ακόλουθα:

Με επιστολή της 7ης Οκτωβρίου 2003, ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος ενημέρωσε την Επιτροπή σχετικά με την υπόθεση του καταγγέλλοντος. Θεώρησε ότι η αρχή ne bis in idem, όπως ορίζεται στη Σύμβαση εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν (1) («ΣΕΣΣ»), είχε παραβιαστεί από τα ιταλικά δικαστήρια, διότι οι αποφάσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας στην υπόθεση του καταγγέλλοντος βασίζονταν στα ίδια πραγματικά περιστατικά. Σύμφωνα με τον δικηγόρο, ήταν απολύτως σαφές, από τις κατηγορίες όπως ορίστηκαν στη γερμανική διαδικασία και από την ιταλική καταδίκη, ότι τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προήλθαν τόσο η γερμανική όσο και η ιταλική διαδικασία ήταν τα ίδια.

Με επιστολή της 28ης Οκτωβρίου 2003, η Γενική Διεύθυνση Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων της Επιτροπής πληροφόρησε τον δικηγόρο ότι είχε λάβει γνώση της υπόθεσης «με μεγάλο ενδιαφέρον». Λαμβάνοντας υπόψη τα έγγραφα που είχε επισυνάψει, δεν μπορούσε πράγματι να αποκλειστεί ότι οι αποφάσεις των γερμανικών και ιταλικών δικαστηρίων στην υπόθεση του καταγγέλλοντος αφορούσαν το ίδιο θέμα. Ωστόσο, αυτό δεν μπορούσε να επαληθευτεί λεπτομερώς με βάση τις πληροφορίες που είχε υποβάλει ο δικηγόρος. Η Επιτροπή παρέπεμψε σε ορισμένα εκκρεμή ζητήματα. Επιπλέον, μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν υπήρχε ορισμός της ΕΕ ως προς το τι συνιστά «τα ίδια πραγματικά περιστατικά» στο πλαίσιο αυτό, οπότε θα μπορούσε να απαιτηθεί περαιτέρω ανάλυση του γερμανικού και του ιταλικού δικαίου. Η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν ήταν καθήκον της να εξετάζει μεμονωμένες περιπτώσεις και ότι δεν θα ήταν επίσης σε θέση να το πράξει λόγω των περιορισμένων πόρων της. Επιπλέον, ούτε η Επιτροπή ούτε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν αρμόδια για την επανεξέταση των αποφάσεων των εισαγγελικών αρχών. Επίσης, δεν υπήρχε δυνατότητα διεξαγωγής διαδικασιών επί παραβάσει κατά κράτους μέλους σε ποινικές υποθέσεις, δεδομένου ότι το άρθρο 226 και τα ακόλουθα άρθρα της συνθήκης ΕΚ, στα οποία προβλέπεται η διαδικασία επί παραβάσει, δεν εφαρμόζονταν σε ποινικές υποθέσεις. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να ενεργήσει η Επιτροπή θα ήταν να υποβάλει, σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 7 της Συνθήκης ΕΕ, διαφορά στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την ερμηνεία μιας συμφωνίας, για παράδειγμα της ΣΕΣΣ. Ωστόσο, η Επιτροπή εξήγησε ότι η υπόθεση του καταγγέλλοντος ήταν ωστόσο ενδιαφέρουσα για την Επιτροπή, διότι το ιταλικό δικαστήριο είχε κρίνει ότι η διεθνής αρχή ne bis in idem δεν εφαρμοζόταν στην ιταλική έννομη τάξη. Στην πραγματικότητα, αυτό δεν ίσχυε πλέον, δεδομένου ότι, το αργότερο, τέθηκε σε ισχύ η ΣΕΣΣ, η οποία αποτελούσε πλέον και μέρος του δικαίου της Ένωσης. Ως εκ τούτου, η δήλωση του ιταλικού δικαστηρίου θα μπορούσε να παράσχει στην Επιτροπή την ευκαιρία να ρωτήσει το κράτος μέλος πώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη ΣΕΣΣ. Ωστόσο, δεν ήταν σαφές αν η δήλωση του ιταλικού δικαστηρίου ήταν καθοριστική στην υπό κρίση υπόθεση. Το εν λόγω δικαστήριο είχε δηλώσει ότι η γερμανική απόφαση «δεν μπορούσε να βρεθεί». Η Επιτροπή δήλωσε ότι θα είχε ενδιαφέρον να πληροφορηθεί αν, μετά από διαβούλευση με τη γερμανική απόφαση, το δικαστήριο θα άλλαζε την άποψή του. Ως εκ τούτου, και προτού εξετάσει αν θα ήταν χρήσιμο να προσεγγίσει το κράτος μέλος εν προκειμένω, η Επιτροπή ζήτησε περισσότερες πληροφορίες από τον δικηγόρο του καταγγέλλοντος.

Με έγγραφο της 27ης Νοεμβρίου 2003, ο δικηγόρος υπέβαλε συμπληρωματικές πληροφορίες στην Επιτροπή. Επισήμανε επίσης ότι, κατά την άποψή του, το σύνολο της διαδικασίας στην Ιταλία δεν ήταν σύμφωνο με τις θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου.

Στις 22 Δεκεμβρίου 2003, η Επιτροπή απέστειλε επιστολή στον δικηγόρο του καταγγέλλοντος δηλώνοντας ότι, εφόσον φαινόταν ότι το ιταλικό δικαστήριο δεν γνώριζε το περιεχόμενο της γερμανικής απόφασης, φαινόταν πιθανό ότι το δικαστήριο θα άλλαζε την άποψή του εάν ο δικηγόρος του υπέβαλλε τη γερμανική απόφαση. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή συνέστησε ένθερμα στον δικηγόρο να επιδιώξει περαιτέρω τα συμφέροντα του καταγγέλλοντος σε εθνικό επίπεδο, εάν αυτό ήταν δυνατό. Σε περίπτωση που το ιταλικό δικαστήριο μεταβάλει την άποψή του, η συλλογιστική του θα πρέπει να εξεταστεί προκειμένου να διαπιστωθεί αν είναι συμβατή με το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ, τη σχετική διάταξη στο πλαίσιο αυτό. Ειδικότερα, η Επιτροπή ενημέρωσε τον δικηγόρο σχετικά με τη δυνατότητα να ζητήσει από το εθνικό δικαστήριο να ζητήσει την έκδοση προδικαστικής απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Επιτροπή δήλωσε ότι το νωρίτερο χρονικό σημείο κατά το οποίο σκόπευε να λάβει μέτρα ήταν αφότου κατέστη σαφές πώς το ιταλικό δικαστήριο χειρίστηκε την αρχή ne bis in idem σε διασυνοριακές υποθέσεις. Προς το παρόν, δεν φαινόταν χρήσιμο να ζητηθούν πληροφορίες από την Ιταλία, δεδομένου ότι το ιταλικό δικαστήριο δεν είχε ερμηνεύσει επί της ουσίας το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ. Όσον αφορά τα διαδικαστικά ζητήματα που έθιξε ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή τον ενημέρωσε ότι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου μπορεί να σχετίζεται με τις ανησυχίες του πελάτη του.

Με επιστολή της 10ης Φεβρουαρίου 2004, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή του δικηγόρου του καταγγέλλοντος σε δύο υποθέσεις που εκκρεμούσαν ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και αφορούσαν την αρχή ne bis in idem, και συγκεκριμένα στις υποθέσεις C-469/03 Miraglia (2) και C-493/03 Hiebeler (3). Δήλωσε εκ νέου ότι, προς το παρόν, δεν υπήρχε λόγος να χρησιμοποιηθεί η «θεωρητική δυνατότητα» παραπομπής στο Δικαστήριο διαφοράς μεταξύ της Επιτροπής και κράτους μέλους σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της ΣΕΣΣ.

Στις 8 Απριλίου 2005, ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος ενημέρωσε την Επιτροπή ότι ένα ιταλικό εφετείο είχε αποφανθεί επί της έφεσης στην υπόθεση του καταγγέλλοντος. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαία η υποβολή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την έκδοση προδικαστικής απόφασης και ότι η αρχή ne bis in idem δεν είχε εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση, διότι η γερμανική δικαστική απόφαση και η ιταλική απόφαση δεν βασίζονταν στα ίδια πραγματικά περιστατικά. Ο δικηγόρος θεώρησε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να υποτεθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίστηκαν οι αποφάσεις δεν ήταν πανομοιότυπα και ότι, ως εκ τούτου, η Επιτροπή είχε λόγους να ενεργήσει.

Στις 10 Ιουνίου 2005, η Επιτροπή απάντησε ότι παρακολούθησε την υπόθεση με ενδιαφέρον και εξέφρασε την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι από την απόφαση προκύπτει ότι το ιταλικό εφετείο αναγνώρισε, για πρώτη φορά, την ένσταση ne bis in idem σε σχέση με την εκτέλεση ποινής. Ωστόσο, αφού εξέτασε εκ νέου την υπόθεση, η Επιτροπή δεν θεώρησε ότι υπήρχε λόγος να αποκλίνει από την προηγούμενη εκτίμησή της για την υπόθεση. Τονίζει εκ νέου ότι δεν είναι αρμόδιο να εξετάζει μεμονωμένες υποθέσεις. Όσον αφορά τη «θεωρητική δυνατότητα» υποβολής μιας διαφοράς στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν, ή σε κάθε περίπτωση δεν υπήρχαν επαρκείς, λόγοι για να γίνει αυτό. Κατά την Επιτροπή, η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στηριζόταν κυρίως σε πραγματικά περιστατικά. Η γενική αντίληψη του δικαστηρίου σχετικά με την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem φαίνεται να είναι συμβατή με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή δεν μπορούσε να δει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι το δικαστήριο είχε στηριχθεί σε εσφαλμένη ερμηνεία της ΣΕΣΣ. Θα ήταν λυπηρό το γεγονός ότι το δικαστήριο δεν έκρινε αναγκαίο να παραπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, η εξέταση του ζητήματος αν αυτό θα ήταν αναγκαίο θα απαιτούσε εκ νέου αξιολόγηση της ουσίας της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε δυστυχώς να παράσχει περαιτέρω βοήθεια.

Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις και τις συμβουλές του στις επιστολές που απέστειλε το 2003, η Επιτροπή θα έπρεπε να ενεργήσει το 2005, δεδομένου ότι ήταν σαφές σε εκείνο το σημείο ότι το ιταλικό δικαστικό σώμα είχε παραβιάσει το δίκαιο της ΕΕ. Η Επιτροπή είχε ανακοινώσει ότι θα μπορούσε να λάβει μέτρα μόνο μετά την τελική απόφαση του ιταλικού δικαστικού σώματος. Ωστόσο, όταν ελήφθη η απόφαση αυτή, η Επιτροπή εξακολουθούσε να μην επιθυμεί να αναλάβει δράση σε αυτή τη σημαντική υπόθεση που αφορούσε τα θεμελιώδη δικαιώματα. Επιπλέον, φάνηκε ότι ο Ιταλός Επίτροπος αρμόδιος για τη Δικαιοσύνη, την Ελευθερία και την Ασφάλεια προστάτευσε «το» ιταλικό δικαστικό του σύστημα από δυσάρεστες αποφάσεις της ΕΕ.

Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι ακολούθησε τη συμβουλή της Επιτροπής να απευθυνθεί εκ νέου στα εθνικά δικαστήρια προκειμένου να της δώσει τη βάση για να ενεργήσει. Ωστόσο, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει μέτρα σχετικά με το αποτέλεσμα των προσπαθειών του καταγγέλλοντος, τον είχε κάνει να σπαταλήσει χρήματα για νομική εκπροσώπηση.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι είχε απαντήσει επανειλημμένα στις επιστολές του καταγγέλλοντος με παρατηρήσεις και συστάσεις βάσει αντικειμενικής και αμερόληπτης αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, όπως παρουσιάστηκαν από τον δικηγόρο του καταγγέλλοντος. Από την αρχή, η Επιτροπή είχε καταστήσει σαφές ότι δεν είχε αρμοδιότητα να εξετάζει μεμονωμένες υποθέσεις ή να τις παραπέμπει μεμονωμένα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ούτε ο τρίτος πυλώνας (4) προέβλεπε τη δυνατότητα κίνησης διαδικασιών επί παραβάσει. Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων βάσει του άρθρου 35 παράγραφος 7 της Συνθήκης ΕΕ είχε αναφερθεί μετά την απόφαση του ιταλικού δικαστηρίου το 1998 ότι η αρχή ne bis in idem δεν είχε εφαρμογή στην Ιταλία, δήλωση που δεν επικυρώθηκε από μεταγενέστερες αποφάσεις των ιταλικών δικαστηρίων. Ως εκ τούτου, δεν υπήρξε καμία ένδειξη γενικής διαφωνίας μεταξύ της Επιτροπής και κράτους μέλους σχετικά με την εφαρμογή ή την ερμηνεία σύμβασης που έχει συναφθεί σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΕ ούτε ενδείξεις προδήλως εσφαλμένης εφαρμογής μιας τέτοιας σύμβασης.

Στην επιστολή της με ημερομηνία 10 Ιουνίου 2005, η Επιτροπή είχε εξηγήσει ότι η ερμηνεία του ιταλικού εφετείου φαινόταν συμβατή με απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ότι, επιπλέον, η απόφαση του δικαστηρίου βασιζόταν κυρίως σε πραγματικά περιστατικά. Δεν υπήρχε ατομικό δικαίωμα ενός πολίτη να ζητήσει την παραπομπή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης οποιασδήποτε διαφοράς στην οποία μια σύμβαση διαδραματίζει κάποιο ρόλο και στην οποία θα μπορούσαν να υπάρχουν ενδείξεις ότι η σύμβαση θα μπορούσε να έχει ερμηνευθεί διαφορετικά.

Η Επιτροπή δήλωσε ότι, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, δεν είχε υποσχεθεί να λάβει μέτρα κατά της Ιταλίας σε περίπτωση αρνητικής απόφασης του αρμόδιου ιταλικού δικαστηρίου. Αντιθέτως, είχε δηλώσει ότι θα εξεταστεί περαιτέρω το ενδεχόμενο λήψης μέτρων σε σχέση με την υπόθεση του καταγγέλλοντος μετά την κοινοποίηση πρόσθετων πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τη γερμανική απόφαση, στο ιταλικό δικαστήριο. Στην επιστολή της 22ας Δεκεμβρίου 2003, η προσφυγή της Επιτροπής αναφέρθηκε εκ νέου μόνο ως δυνατότητα εξέτασης, το νωρίτερο, όταν αποσαφηνίστηκε αν και με ποιον τρόπο τα ιταλικά δικαστήρια εφάρμοσαν την αρχή ne bis in idem.

Όσον αφορά την άποψη του καταγγέλλοντος ότι η σύσταση της Επιτροπής να παρουσιάσει τη γερμανική απόφαση στα ιταλικά δικαστήρια κόστισε σημαντικό χρηματικό ποσό χωρίς επιτυχία, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η σύστασή της ήταν χρήσιμη διότι η πρώτη ιταλική απόφαση ήταν ερήμην απόφαση. Με την απόφαση αυτή, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το περιεχόμενο της γερμανικής αποφάσεως. Αυτό αποδείχθηκε από το γεγονός ότι τόσο το δικαστήριο όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είχαν αναλάβει εκ νέου την υπόθεση και είχαν λάβει αποφάσεις που έλαβαν υπόψη τόσο τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίστηκε η γερμανική διαδικασία όσο και την αρχή ne bis in idem. Το γεγονός ότι το αποτέλεσμα αυτών των αποφάσεων ήταν δυσμενές για τον καταγγέλλοντα δεν σημαίνει ότι τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή δεν ήταν ορθά και δεν ήταν προς το συμφέρον του καταγγέλλοντος.

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι η καταγγελία δεν ήταν τεκμηριωμένη και ότι δεν είχε παραβιάσει κανόνες ορθής διοικητικής συμπεριφοράς.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι ορισμένες από τις δηλώσεις της Επιτροπής είχαν καταστεί παρωχημένες από τότε που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εξέδωσε περαιτέρω αποφάσεις σχετικά με το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ. Οι αποφάσεις αυτές ήταν ευνοϊκές για τους ενδιαφερόμενους προσφεύγοντες, για παράδειγμα, σχετικά με το ερώτημα ως προς το τι συνιστά «τα ίδια πραγματικά περιστατικά». Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή είχε επιλέξει σκόπιμα να μην εξετάσει τις εν λόγω αποφάσεις. Διευκρίνισε ότι οι δύο υποθέσεις στις οποίες η Επιτροπή, με το από 10 Φεβρουαρίου 2004 έγγραφό της, είχε επιστήσει την προσοχή του δικηγόρου του ήταν άνευ σημασίας για την κατάστασή του. Ως εκ τούτου, οι πληροφορίες αυτές ήταν άνευ αξίας και χρησίμευσαν μόνο για να αποσπάσουν την προσοχή από το πραγματικό πρόβλημα, το οποίο η Επιτροπή δεν επιθυμούσε να αντιμετωπίσει. Η Επιτροπή δεν είχε αναφερθεί σε υποθέσεις που ήταν πράγματι καθοριστικές στο πλαίσιο αυτό, ιδίως στις υποθέσεις C-436/04 Van Esbroeck (5) και C-467/04 Gasparini (6). Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι, παρόλο που οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν μετά την επιστολή της Επιτροπής της 10ης Ιουνίου 2005, έπρεπε να ληφθεί υπόψη ότι οι υποθέσεις εκκρεμούσαν εκείνη την περίοδο και ότι η Επιτροπή είχε ενημερωθεί σχετικά.

Επιπλέον, ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι η Επιτροπή, στην επιστολή της της 10ης Ιουνίου 2005, ερμήνευσε εσφαλμένα μια σχετική απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η κατανόηση του ιταλικού εφετείου δεν ήταν στην πραγματικότητα συμβατή με την απόφαση του Δικαστηρίου. Επιπλέον, και σε αντίθεση με όσα είχε δηλώσει η Επιτροπή, η απόφαση του εφετείου δεν είχε βασιστεί κυρίως σε πραγματικά περιστατικά, αλλά ήταν μάλλον προσανατολισμένη στα αποτελέσματα, δεδομένου ότι είχε βασιστεί στο «πνεύμα και το πεδίο εφαρμογής του ιταλικού δικαστικού συστήματος»(«Geist und Sinn der italienischen Justiz»). Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η Επιτροπή κακώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι, εάν η Επιτροπή είχε αναλάβει αμέσως δράση κατά της Ιταλίας στην υπόθεσή του και είχε κινήσει διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της Ιταλίας, θα είχε επιτύχει την έκδοση ευνοϊκής απόφασης. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η Επιτροπή ήταν εν μέρει υπεύθυνη για τη διάρκεια της θητείας του στη φυλακή.

Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι η καταγγελία του δεν αφορούσε κακοδιοίκηση, αλλά την παράλειψη της Επιτροπής να ενεργήσει σε σχέση με προφανή παράβαση του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ από το ιταλικό δικαστικό σώμα. Ήταν σωστό ότι η Επιτροπή δεν είχε υποσχεθεί να ενεργήσει. Ωστόσο, είχε δημιουργήσει τη σαφή εντύπωση ότι θα ενεργούσε εάν ο καταγγέλλων προέβαινε σε περαιτέρω νομικές ενέργειες σε εθνικό επίπεδο. Ήταν σαφές σε αυτόν πριν στραφεί και πάλι στα δικαστήρια ότι αυτό θα ήταν άχρηστο σε εθνικό επίπεδο. Το έπραξε μόνο για να μπορέσει η Επιτροπή να ενεργήσει.

Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι η δήλωση της Επιτροπής ότι δεν μπορούσε να αναλάβει δράση σε μεμονωμένες περιπτώσεις ήταν ψέμα και χρησίμευσε μόνο για να αποδείξει ότι η ελευθερία και η ζωή των πολιτών δεν εκτιμήθηκαν από τη γραφειοκρατία της ΕΕ. Στην πραγματικότητα, η Επιτροπή άσκησε προσφυγές ενώπιον του Δικαστηρίου, σε πολλές μεμονωμένες υποθέσεις, κατά εταιρειών λόγω «γελοίων παραβιάσεων» του δικαίου της ΕΕ, και τις ενήγαγε για πρόστιμα. Η Επιτροπή, επιφυλάσσοντας διαφορετική μεταχείριση στις υποθέσεις που αφορούν την ελευθερία και τη ζωή των ιδιωτών, παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι ο Ιταλός Επίτροπος που είναι αρμόδιος για τη Δικαιοσύνη, την Ελευθερία και την Ασφάλεια δεν έλαβε μέτρα στον τομέα αυτό, διότι αφορούσε τη χώρα του.

Σε νέα επιστολή της 7ης Ιανουαρίου 2007, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι είχε μεταφερθεί σε γερμανικό σωφρονιστικό κατάστημα και δήλωσε ότι ανυπομονούσε να λάβει την απόφαση του Διαμεσολαβητή στην υπόθεσή του.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Εισαγωγικές παρατηρήσεις

1.1 Ο καταγγέλλων, Γερμανός πολίτης, καταδικάστηκε για παράνομη κατοχή όπλων από γερμανικό δικαστήριο το 1997. Η ποινή ανεστάλη. Το 1998, ο καταγγέλλων καταδικάστηκε επίσης (ερήμην) σε ποινή φυλάκισης από ιταλικό δικαστήριο. Το 2002 συνελήφθη στο Βέλγιο βάσει διεθνούς εντάλματος σύλληψης και έκτοτε έχει φυλακιστεί.

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι αποφάσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας βασίστηκαν στα ίδια πραγματικά περιστατικά, γεγονός που σήμαινε ότι το ιταλικό δικαστήριο είχε παραβιάσει την αρχή ne bis in idem. Ο καταγγέλλων ανέφερε ότι ο δικηγόρος του απευθύνθηκε εν προκειμένω στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το 2003, η Επιτροπή είχε εγείρει τη δυνατότητα να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 7 της Συνθήκης ΕΕ, διαφορά μεταξύ της Επιτροπής και ενός κράτους μέλους σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή συμβάσεων. Ωστόσο, το 2005, η Επιτροπή αποφάσισε να μην κάνει χρήση αυτής της δυνατότητας. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη συμβουλή που έδωσε η Επιτροπή στον δικηγόρο του με τις επιστολές που απέστειλε το 2003, θα έπρεπε να είχε λάβει μέτρα το 2005.

1.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν είχε παραβιάσει κανέναν κανόνα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η καταγγελία του δεν αφορούσε κακοδιοίκηση, αλλά την εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να ενεργήσει σε σχέση με προφανή παραβίαση του δικαίου της ΕΕ από το ιταλικό δικαστικό σώμα.

Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ, είναι μόνο «εξουσιοδοτημένος να λαμβάνει καταγγελίες (...) σχετικά με περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των κοινοτικών θεσμικών οργάνων ή οργανισμών». Επομένως, εάν μια καταγγελία δεν αφορά πιθανή κακοδιοίκηση, ο Διαμεσολαβητής δεν θα έχει το δικαίωμα να την εξετάσει. Ωστόσο, σύμφωνα με τον ορισμό του Διαμεσολαβητή για τον όρο «κακοδιοίκηση», ο οποίος εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, «υπάρχει διοίκηση όταν ένας δημόσιος οργανισμός παραλείπει να ενεργήσει σύμφωνα με κανόνα ή αρχή που τον δεσμεύει.» Είναι σαφές ότι ο ισχυρισμός ότι ένα θεσμικό όργανο παρέλειψε να ενεργήσει, πράγμα που συνεπάγεται ότι υπάρχει κανόνας ή αρχή σύμφωνα με την οποία το θεσμικό όργανο θα έπρεπε να έχει ενεργήσει, εμπίπτει στον ορισμό μιας πιθανής περίπτωσης «κακοδιοίκησης». Συνεπώς, παρά την παρατήρηση του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής έχει το δικαίωμα να εξετάσει την παρούσα καταγγελία.

1.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή παρέλειψε να συμβουλεύσει δεόντως τον δικηγόρο του. Σύμφωνα με τον ίδιο, παρέλειψε να αναφέρει ορισμένες νέες υποθέσεις που εκδικάστηκαν από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι οι αποφάσεις στις οποίες η Επιτροπή είχε επιστήσει την προσοχή του δικηγόρου του ήταν άνευ σημασίας για την κατάστασή του.

1.4 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να επεκτείνει την έρευνά του ώστε να συμπεριλάβει αυτόν τον νέο ισχυρισμό. Και οι δύο υποθέσεις στις οποίες η Επιτροπή επέστησε την προσοχή του δικηγόρου του καταγγέλλοντος, και συγκεκριμένα οι υποθέσεις C-469/03 Miraglia (7) και C-493/03 Hiebeler (8), αφορούν την εφαρμογή του άρθρου 54 της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν (9) («ΣΕΣΣ»), σχετικά με την αρχή ne bis in idem και, εκ πρώτης όψεως, δεν φαίνεται να είναι άνευ σημασίας για την κατάσταση του καταγγέλλοντος. Όσον αφορά τις δύο υποθέσεις στις οποίες, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, θα έπρεπε να είχε αναφερθεί η Επιτροπή, πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή δεν είχε άμεση επαφή με τον καταγγέλλοντα, αλλά με τον δικηγόρο του καταγγέλλοντος, ο οποίος θα έπρεπε να γνωρίζει τις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου και οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν σημασία για την κατάσταση του πελάτη του. Επιπλέον, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο δικηγόρος ζήτησε τέτοιες πληροφορίες από την Επιτροπή.

1.5 Οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος φαίνεται επίσης να περιέχουν έναν δεύτερο νέο ισχυρισμό, ότι δηλαδή η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης επειδή, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, διερεύνησε μεμονωμένες υποθέσεις σε ορισμένους τομείς του δικαίου αλλά όχι σε άλλους. Ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη των πορισμάτων του Διαμεσολαβητή στο σημείο 2.5 κατωτέρω, δεν φαίνεται αναγκαίο να εξεταστεί χωριστά ο νέος αυτός ισχυρισμός.

2 Επί της προβαλλόμενης παραλείψεως της Επιτροπής να ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 7, της Συνθήκης ΕΕ

2.1 Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη συμβουλή που έδωσε η Επιτροπή στον δικηγόρο του το 2003, θα έπρεπε να αναλάβει δράση στην υπόθεσή του το 2005, δεδομένου ότι ήταν σαφές σε εκείνο το σημείο ότι το ιταλικό δικαστικό σώμα είχε παραβιάσει το δίκαιο της ΕΕ. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή τον είχε κάνει να σπαταλήσει χρήματα για τη νομική εκπροσώπησή του επειδή τον είχε συμβουλεύσει να συνεχίσει περαιτέρω το θέμα σε εθνικό επίπεδο, αλλά δεν είχε λάβει μέτρα αφού το είχε πράξει. Πρόσθεσε ότι του φαινόταν ότι ο Ιταλός Επίτροπος αρμόδιος για τη Δικαιοσύνη, την Ελευθερία και την Ασφάλεια προστάτευε «το» ιταλικό δικαστικό του σύστημα από δυσάρεστες αποφάσεις της ΕΕ.

2.2 Η Επιτροπή υποστήριξε ότι είχε διατυπώσει τις παρατηρήσεις και τις συστάσεις της βάσει αντικειμενικής και αμερόληπτης εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης. Κατέστησε εξαρχής σαφές ότι δεν είχε την αρμοδιότητα να εξετάζει μεμονωμένες υποθέσεις στον εν λόγω τομέα δικαίου ή να τις παραπέμπει μεμονωμένα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 35 παράγραφος 7 της Συνθήκης ΕΕ είχε αναφερθεί αφού το ιταλικό δικαστήριο είχε κρίνει, το 1998, ότι η αρχή ne bis in idem δεν είχε εφαρμογή στην Ιταλία, δήλωση η οποία δεν είχε επιβεβαιωθεί σε μεταγενέστερες αποφάσεις των ιταλικών δικαστηρίων. Επομένως, κατά την Επιτροπή, δεν υπήρχαν ενδείξεις γενικής διαφωνίας μεταξύ αυτού και κράτους μέλους ως προς την εφαρμογή ή την ερμηνεία μιας συμβάσεως ή ενδείξεις προδήλως εσφαλμένης εφαρμογής μιας τέτοιας συμβάσεως. Στην επιστολή της 10ης Ιουνίου 2005, η Επιτροπή είχε εξηγήσει ότι η αντίληψη του ιταλικού εφετείου φαινόταν συμβατή με απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και, επιπλέον, ότι η απόφαση του δικαστηρίου βασιζόταν κυρίως σε πραγματικά περιστατικά. Η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν είχε υποσχεθεί να αναλάβει δράση σε περίπτωση αρνητικής απόφασης του ιταλικού δικαστηρίου. Είχε μάλλον πει ότι περαιτέρω εκτιμήσεις σχετικά με τα πιθανά βήματα θα γίνονταν μετά από πρόσθετες πληροφορίες που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου.

2.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι, σε αντίθεση με τη θέση της Επιτροπής, η αντίληψη του ιταλικού εφετείου δεν ήταν στην πραγματικότητα συμβατή με την απόφαση του Δικαστηρίου. Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι η απόφαση του ιταλικού δικαστηρίου δεν βασίστηκε σε πραγματικά περιστατικά, αλλά ήταν μάλλον προσανατολισμένη στα αποτελέσματα, με αποτέλεσμα να υπάρχει διαφορά, όπως προβλέπεται στο άρθρο 35 παράγραφος 7 της Συνθήκης ΕΕ. Θεωρεί ότι η δήλωση της Επιτροπής ότι δεν μπορεί να αναλάβει δράση σε μεμονωμένες περιπτώσεις είναι ψευδής. Κατά την άποψή του, η Επιτροπή δεν είχε υποσχεθεί να ενεργήσει. Ωστόσο, είχε δημιουργήσει τη σαφή εντύπωση ότι θα δρούσε.

2.4 Το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ ορίζει τα εξής: «Πρόσωπο του οποίου η δίκη έχει περατωθεί αμετάκλητα σε ένα συμβαλλόμενο μέρος δεν μπορεί να διωχθεί σε άλλο συμβαλλόμενο μέρος για τις ίδιες πράξεις, υπό τον όρο ότι, εάν έχει επιβληθεί ποινή, έχει ήδη εκτελεστεί, βρίσκεται σε διαδικασία εκτέλεσης ή δεν μπορεί πλέον να εκτελεστεί σύμφωνα με τη νομοθεσία του συμβαλλόμενου μέρους που επέβαλε την ποινή.»

Το άρθρο 35, παράγραφος 7, της Συνθήκης ΕΕ ορίζει τα εξής: «(...) Το Δικαστήριο είναι επίσης αρμόδιο να αποφαίνεται επί οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή των συμβάσεων που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 34 παράγραφος 2 στοιχείο δ).»

2.5 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι ο τομέας δικαίου τον οποίο αφορά η παρούσα υπόθεση, δηλαδή η δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, ανήκει στον Τίτλο VI της Συνθήκης ΕΕ και, ως εκ τούτου, στον λεγόμενο «τρίτο πυλώνα» της ΕΕ, ο οποίος εξακολουθεί να αποφασίζεται κυρίως μέσω διακυβερνητικών διαδικασιών (10). Η Επιτροπή εξήγησε στον δικηγόρο του καταγγέλλοντος ότι δεν υπάρχει δυνατότητα κίνησης διαδικασίας επί παραβάσει στον τομέα αυτό και ότι η Επιτροπή δεν είναι αρμόδια για τη διερεύνηση μεμονωμένων υποθέσεων. Η Επιτροπή εξήγησε επίσης ότι, για τους λόγους αυτούς, η μόνη δυνατότητα της Επιτροπής να αναλάβει δράση θα ήταν να υποβάλει, σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 7 της Συνθήκης ΕΕ, πιθανή διαφορά με το εν λόγω κράτος μέλος στο Δικαστήριο. Αυτή η εξήγηση είναι σωστή. Επομένως, η άποψη του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή προέβη σε εσφαλμένες δηλώσεις σχετικά με την αρμοδιότητά της πρέπει να απορριφθεί.

2.6 Όσον αφορά την άποψη του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή δημιούργησε προσδοκίες ότι θα υποβάλει το θέμα στο Δικαστήριο, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή δεν δεσμεύτηκε ποτέ να αναλάβει τέτοια δράση. Αντιθέτως, η διατύπωση των επιστολών που απέστειλε η Επιτροπή στον δικηγόρο του καταγγέλλοντος το 2003 είναι εξαιρετικά προσεκτική. Στην επιστολή της 28ης Οκτωβρίου 2003, η Επιτροπή εξήγησε λεπτομερώς την έκταση των αρμοδιοτήτων της. Επισήμανε ορισμένα αναπάντητα ερωτήματα και δήλωσε ότι, προτού εξετάσει αν θα ήταν χρήσιμο να προσεγγίσει το κράτος μέλος, θα χρειαζόταν περαιτέρω πληροφορίες. Με το από 22 Δεκεμβρίου 2003 έγγραφό της, συνέστησε στον δικηγόρο να συνεχίσει την εξέταση της υποθέσεως σε εθνικό επίπεδο, αν αυτό ήταν δυνατό. Διευκρίνισε επίσης ότι, από την πλευρά της, το νωρίτερο χρονικό σημείο κατά το οποίο θα μπορούσε να λάβει μέτρα θα ήταν το χρονικό σημείο κατά το οποίο θα ήταν σαφής ο τρόπος με τον οποίο το ιταλικό δικαστήριο χειρίστηκε την αρχή ne bis in idem σε διασυνοριακές υποθέσεις. Η Επιτροπή εξήγησε σαφέστατα ότι, αν τα ιταλικά δικαστήρια, αφού συμβουλεύθηκαν τη γερμανική απόφαση, εξακολουθούσαν να θεωρούν ότι η γερμανική και η ιταλική απόφαση αφορούσαν διαφορετικές πράξεις, θα έπρεπε να εξεταστεί αν η συλλογιστική τους ήταν σύμφωνη με το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ. Στην επιστολή της με ημερομηνία 10 Ιουνίου 2005, η Επιτροπή ενημέρωσε τον δικηγόρο του καταγγέλλοντος σχετικά με την εξέταση αυτή, η οποία, σύμφωνα με την Επιτροπή, οδήγησε στο συμπέρασμα ότι το σκεπτικό ήταν πράγματι σύμφωνο με το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η διατύπωση των επιστολών της Επιτροπής δεν στηρίζει το συμπέρασμα του καταγγέλλοντος ότι, εάν τα εθνικά δικαστήρια λάμβαναν αρνητική γι' αυτόν απόφαση, η Επιτροπή θα αναλάμβανε οπωσδήποτε δράση.

2.7 Τόσο από τις επιστολές της Επιτροπής προς τον δικηγόρο του καταγγέλλοντος όσο και από τη γνώμη της, φαίνεται ότι η Επιτροπή αναγνώρισε τη δυνατότητα αμφισβήτησης σε σχέση με τη δήλωση ιταλικού δικαστηρίου το 1998 ότι η αρχή ne bis in idem δεν εφαρμοζόταν στην Ιταλία. Ωστόσο, φαίνεται επίσης ότι τα ιταλικά δικαστήρια δεν ενέμειναν στη θέση αυτή σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Στην επιστολή της προς τον δικηγόρο του καταγγέλλοντος με ημερομηνία 10 Ιουνίου 2005, η Επιτροπή εξέφρασε την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι το ιταλικό εφετείο είχε αναγνωρίσει ότι η ένσταση ne bis in idem μπορούσε, για πρώτη φορά, να προβληθεί σε σχέση με την εκτέλεση αποφάσεων. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις γενικής διαφωνίας μεταξύ της ίδιας και της Ιταλίας. Ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναγνώρισε γενικά την αρχή ne bis in idem. Ωστόσο, υποστήριξε ότι η αντίληψη του ιταλικού εφετείου δεν ήταν στην πραγματικότητα συμβατή με την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην οποία είχε αναφερθεί η Επιτροπή. Ως εκ τούτου, κατά την άποψή του, υφίστατο διαφορά.

2.8 Η σχετική απόφαση του ιταλικού δικαστηρίου δεν έχει υποβληθεί στον Διαμεσολαβητή. Ωστόσο, βάσει των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή του ο Διαμεσολαβητής, το επιχείρημα της Επιτροπής ότι δεν επεδίωξε τη δυνατότητα που προβλέπεται στο άρθρο 35 παράγραφος 7 της Συνθήκης ΕΕ, δηλαδή ότι τα ιταλικά δικαστήρια αποδέχθηκαν πλέον γενικά την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem, φαίνεται εύλογο.

2.9 Όσον αφορά την άποψη του καταγγέλλοντος ότι φαινόταν ότι ο ιταλός επίτροπος που είναι αρμόδιος για τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και την ασφάλεια προστάτευε το δικαστικό του σύστημα στην Ιταλία, η Επιτροπή δεν διατύπωσε παρατηρήσεις. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε στοιχεία που να τεκμηριώνουν την υποψία του σχετικά με τον εν λόγω Επίτροπο, γεγονός που στην πραγματικότητα συνεπάγεται ισχυρισμό για σοβαρό παράπτωμα κατά την άσκηση επίσημων καθηκόντων. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι η Επιτροπή χειρίστηκε ορθά την υπόθεση του καταγγέλλοντος, δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση σε σχέση με αυτή την πτυχή της καταγγελίας.

2.10 Όσον αφορά την άποψη του καταγγέλλοντος ότι η σύσταση της Επιτροπής να δοθεί συνέχεια στο θέμα σε εθνικό επίπεδο ήταν άχρηστη εάν δεν έδινε συνέχεια στο θέμα μετά την απόφαση στη σχετική υπόθεση, η Επιτροπή υποστήριξε, κατά τη γνώμη της, ότι η σύστασή της ήταν χρήσιμη. Ειδικότερα, η Επιτροπή δήλωσε ότι η άποψή της αποδείχθηκε από το γεγονός ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ανέπτυξαν εκ νέου την υπόθεση και εξέδωσαν αποφάσεις που έλαβαν υπόψη τόσο τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίστηκε η γερμανική διαδικασία όσο και την αρχή ne bis in idem. Το γεγονός ότι το αποτέλεσμα των αποφάσεων αυτών ήταν δυσμενές για τον καταγγέλλοντα δεν σήμαινε ότι τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή δεν ήταν ορθά ή ότι δεν ήταν προς το συμφέρον του καταγγέλλοντος. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης, η σύσταση της Επιτροπής να υποβάλει τη γερμανική απόφαση στο ιταλικό δικαστήριο, την οποία το τελευταίο φαίνεται να μην έχει λάβει υπόψη στο παρελθόν, φαίνεται πράγματι εύλογη. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, όπως καταδεικνύεται στο σημείο 2.6 ανωτέρω, ο καταγγέλλων δεν μπορούσε να βασιστεί στην προσδοκία ότι η Επιτροπή θα αναλάμβανε οπωσδήποτε δράση μετά την παραλαβή άλλης απόφασης από το εθνικό δικαστήριο. Για τον λόγο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι εναπόκειται στον καταγγέλλοντα να αποφασίσει αν επιθυμεί να ακολουθήσει την εν λόγω σύσταση και ότι, ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για το γεγονός ότι η νέα αυτή υποβολή δεν ήταν επιτυχής.

2.11 Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων δεν τεκμηρίωσε την άποψή του ότι η Επιτροπή παρέλειψε αδικαιολόγητα να λάβει μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 7 της Συνθήκης ΕΕ. Δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση σε σχέση με την παρούσα καταγγελία.

3 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Σύμβαση εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν, της 14ης Ιουνίου 1985, μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα (ΕΕ 2000, L 239, σ. 19).

(2) Υπόθεση C-469/03 Miraglia [2003] Συλλογή I-2009.

(3) Υπόθεση C-493/03, Hiebeler. Η υπόθεση αυτή διαγράφηκε από το πρωτόκολλο με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 30ής Μαρτίου 2004.

(4) Ο όρος «τρίτος πυλώνας» αναφέρεται στον Τίτλο VI της Συνθήκης ΕΕ, ο οποίος περιέχει διατάξεις σχετικά με την αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις (άρθρα 29 έως 42).

(5) Υπόθεση C-436/04 Van Esbroeck [2006] Συλλογή I-2333.

(6) Υπόθεση C-467/04 Gasparini, απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί.

(7) Υπόθεση C-469/03 Miraglia [2003] Συλλογή I-2009.

(8) Υπόθεση C-493/03, Hiebeler. Η υπόθεση αυτή διαγράφηκε από το πρωτόκολλο με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 30ής Μαρτίου 2004.

(9) Σύμβαση εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν, της 14ης Ιουνίου 1985, μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα (ΕΕ 2000, L 239, σ. 19).

(10) Τον Δεκέμβριο του 2005, η Επιτροπή δημοσίευσε Πράσινη Βίβλο με τίτλο «Σύγκρουση δικαιοδοσίας και αρχή ne bis in idem στις ποινικές διαδικασίες» [COM(2005) 696 τελικό], στην οποία δρομολόγησε διαβούλευση σχετικά με ορισμένα θεμελιώδη ζητήματα που αφορούν την αρχή ne bis in idem. Αυτό δείχνει ότι η Επιτροπή έχει επίγνωση των προβλημάτων που ενδέχεται να ανακύψουν στο πλαίσιο αυτό. Ωστόσο, δείχνει επίσης ότι η εξέλιξη του δικαίου της ΕΕ στον τομέα αυτό βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!