FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 3333/2004/MF κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 26 Σεπτεμβρίου 2005

Αξιότιμε κ. H.,

Στις 29 Οκτωβρίου 2004, μου υποβάλατε καταγγελία, εξ ονόματος της εταιρείας "Baltic Control Ltd. Aarhus" ("Baltic Control"), κατά της Αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ουκρανία (η "Αντιπροσωπεία της Επιτροπής") σχετικά με τη διαδικασία υποβολής προσφορών για τη σύμβαση "EuropeAid/119810/C/SV/UA".

Στις 15 Δεκεμβρίου 2004, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διατύπωσε τη γνώμη της στις 4 Μαρτίου 2005. Στις 23 Μαρτίου 2005, σας τη διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων πριν από τις 30 Απριλίου 2005. Μέχρι την ημερομηνία αυτή δεν λάβατε παρατηρήσεις από εσάς.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά έχουν ως εξής:

Ο καταγγέλλων είναι ο διευθύνων σύμβουλος της Baltic Control με έδρα τη Δανία.

Στις 12 Αυγούστου 2004, η αντιπροσωπεία της Επιτροπής δημοσίευσε προκήρυξη σύμβασης παροχής υπηρεσιών με αριθ. αναφοράς EuropeAid/119810/C/SV/UA για υπηρεσίες επιθεώρησης για προμήθειες καυσίμων στην Ουκρανία.

Κατά τη στιγμή της καταγγελίας, η Baltic Control ήταν ο ηγέτης μιας κοινοπραξίας, της οποίας ο δεύτερος εταίρος ήταν η εταιρεία "Alfred H. Knight International Ltd" ("Knight International") που βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στις 14 Σεπτεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων, εξ ονόματος της Baltic Control, υπέβαλε την αίτηση της κοινοπραξίας.

Στις 23 Σεπτεμβρίου 2004, η αντιπροσωπεία της Επιτροπής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η κοινοπραξία είχε κληθεί να συμμετάσχει στη διαδικασία υποβολής προσφορών. Στον καταγγέλλοντα απεστάλη ο σχετικός φάκελος του διαγωνισμού.

Την ίδια ημερομηνία, ο καταγγέλλων έλαβε τηλεομοιοτυπία από την αντιπροσωπεία της Επιτροπής με την οποία τον ενημέρωνε ότι η αίτηση της κοινοπραξίας δεν είχε περιληφθεί στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων με την αιτιολογία ότι «θεωρήθηκε ότι δεν πληρούσε το κριτήριο της οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας (ιδίως το κριτήριο 1/α)».

Στις 27 Σεπτεμβρίου 2004, η αντιπροσωπεία της Επιτροπής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι εμμένει στην απόφασή της να μην προεπιλέξει την αίτηση της κοινοπραξίας. Η αντιπροσωπεία της Επιτροπής ενημέρωσε επίσης τον καταγγέλλοντα ότι η πρόσκληση υποβολής προσφορών του είχε αποσταλεί εκ παραδρομής. Η αντιπροσωπεία της Επιτροπής ζήτησε συγγνώμη για το λάθος.

Σε επιστολή της 28ης Σεπτεμβρίου 2004 προς την αντιπροσωπεία της Επιτροπής, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι θεωρεί ότι η αίτηση της κοινοπραξίας πληροί το κριτήριο της οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας. Ο καταγγέλλων ζήτησε επίσης εξηγήσεις, δεδομένου ότι, αφενός, είχε λάβει πρόσκληση υποβολής προσφορών και, αφετέρου, είχε ενημερωθεί ότι είχε υποβληθεί εκ παραδρομής.

Στις 11 Οκτωβρίου 2004, η αντιπροσωπεία της Επιτροπής επιβεβαίωσε στον καταγγέλλοντα ότι η αίτηση της εταιρείας δεν είχε περιληφθεί στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων με την αιτιολογία ότι «τα μέσα ετήσια έσοδα της κοινοπραξίας δεν υπερέβαιναν τον μέγιστο ετήσιο προϋπολογισμό της σύμβασης (1 εκατ. ευρώ), ενώ ο προϋπολογισμός για την εξάμηνη σύμβαση ήταν 500 000 ευρώ». Στην απάντησή του που εστάλη την ίδια ημέρα, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η κοινοπραξία είχε ετήσιο κύκλο εργασιών ύψους 30 εκατ. ευρώ και ότι διαφώνησε με την απόφαση της Επιτροπής να απορρίψει την αίτησή της για συμμετοχή στη διαδικασία υποβολής προσφορών.

Στις 26 Οκτωβρίου 2004, ο καταγγέλλων απέστειλε νέα επιστολή στην αντιπροσωπεία της Επιτροπής. Υποστήριξε ότι, σύμφωνα με το κριτήριο 1/α των κριτηρίων επιλογής που δημοσιεύθηκαν στην προκήρυξη του διαγωνισμού για την παροχή υπηρεσιών, «ο μέσος ετήσιος κύκλος εργασιών του υποψηφίου έπρεπε να υπερβαίνει το τριπλάσιο του μέγιστου ετήσιου προϋπολογισμού της σύμβασης». Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, δεδομένου ότι ο ετήσιος μέγιστος προϋπολογισμός της σύμβασης για την κοινοπραξία ανερχόταν σε 500 000 ευρώ, ο κύκλος εργασιών της κοινοπραξίας έπρεπε να ανέλθει τουλάχιστον σε 1,5 εκατ. ευρώ. Δεδομένου ότι η κοινοπραξία είχε ετήσιο κύκλο εργασιών ύψους 30 εκατ. ευρώ, ο καταγγέλλων διατήρησε τη διαφωνία του με την απόφαση της Επιτροπής να μην την δεχθεί στη διαδικασία υποβολής προσφορών.

Στις 29 Οκτωβρίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή εξ ονόματος της εταιρείας. Ισχυρίστηκε ότι η αντιπροσωπεία της Επιτροπής κακώς αποφάσισε να μην περιλάβει την κοινοπραξία στον κατάλογο των προεπιλεγεισών επιχειρήσεων που κλήθηκαν να συμμετάσχουν στη διαδικασία υποβολής προσφορών.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η αίτηση της κοινοπραξίας θα πρέπει να θεωρηθεί επιλέξιμη για επιλογή.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Η γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επί της καταγγελίας συνοψίστηκε ως εξής:

Τον Ιούνιο του 2004, η αντιπροσωπεία της Επιτροπής δημοσίευσε προκήρυξη σύμβασης παροχής υπηρεσιών για τη σύμβαση «Υπηρεσίες επιθεώρησης προμηθειών καυσίμων (EuropeAid/119810/C/SV/UA)» στο πλαίσιο του προγράμματος «Χάσμα καυσίμων 2002». Δεδομένου ότι καμία από τις υποβληθείσες αιτήσεις δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλογής, η προσφορά ακυρώθηκε. Στις 12 Αυγούστου 2004 δημοσιεύθηκε νέα προκήρυξη διαγωνισμού για την παροχή υπηρεσιών σχετικά με την προαναφερθείσα σύμβαση. Το κριτήριο της οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας όριζε ότι «τα μέσα ετήσια έσοδα του υποψηφίου έπρεπε να υπερβαίνουν τον μέγιστο ετήσιο προϋπολογισμό της σύμβασης». Στις 14 Σεπτεμβρίου 2004, η Baltic Control υπέβαλε την αίτησή της, εξ ονόματος κοινοπραξίας, η οποία περιελάμβανε επίσης την «Knight International», εντός της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων που είχε οριστεί για τις 17 Σεπτεμβρίου 2004.

Στις 20 και 22 Σεπτεμβρίου 2004, η επιτροπή αξιολόγησης συνεδρίασε και έλεγξε τη συμμόρφωση όλων των υποψηφιοτήτων που παρελήφθησαν με τα κριτήρια επιλογής που καθορίζονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού. Το αποτέλεσμα της ανάλυσης έδειξε ότι η κοινοπραξία υπό την ηγεσία της Baltic Control δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλεξιμότητας όσον αφορά την οικονομική και χρηματοοικονομική της επάρκεια. Δεδομένου ότι η αξία της σύμβασης ήταν 500 000 EUR για έξι μήνες, το ελάχιστο μέσο απαιτούμενο έσοδο ήταν 1 εκατ. EUR. Τα μέσα ετήσια έσοδα που δήλωσε η κοινοπραξία ανήλθαν σε 874 035 EUR, ποσό χαμηλότερο από το μέσο ελάχιστο απαιτούμενο. Η κοινοπραξία ανέφερε σαφώς ότι τα ετήσια έσοδά της ανέρχονταν σε 705 338 ευρώ για την περίοδο 2001/2002, 895 558 ευρώ για την περίοδο 2002/2003 και 904 740 ευρώ για την περίοδο 2003/2004. Ως εκ τούτου, η επιτροπή αξιολόγησης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούσε να προεπιλέξει την αίτηση της κοινοπραξίας. Η διαδικασία προεπιλογής τεκμηριώθηκε δεόντως σε έκθεση προεπιλογής.

Με επιστολή της 23ης Σεπτεμβρίου 2004, η αντιπροσωπεία της Επιτροπής ενημέρωσε τη Baltic Control ότι η αίτηση της κοινοπραξίας δεν είχε περιληφθεί στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων, διότι δεν είχε θεωρηθεί ότι πληρούσε το κριτήριο της οικονομικής και χρηματοδοτικής επάρκειας (ιδίως το κριτήριο 1/α). Ωστόσο, επιστολή πρόσκλησης υποβολής προσφορών απεστάλη εκ παραδρομής στη Baltic Control, η οποία παραδόθηκε από εταιρεία ταχυμεταφορών στα γραφεία της εταιρείας στο Aarhus στις 27 Σεπτεμβρίου 2004 στις 10:12 (ώρα Κεντρικής Ευρώπης). Την ίδια ημέρα, μόλις διαπιστώθηκε το σφάλμα, η αντιπροσωπεία της Επιτροπής απέστειλε τηλεομοιοτυπία στη Baltic Control, η οποία παρελήφθη στις 17:56 (ώρα Κεντρικής Ευρώπης) επιβεβαιώνοντας την επιστολή της 23ης Σεπτεμβρίου 2004, με την οποία η εταιρεία είχε ενημερωθεί ότι η κοινοπραξία δεν είχε περιληφθεί στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων. Η τηλεομοιοτυπία ανέφερε επίσης ότι η πρόσκληση υποβολής προσφορών που παραλήφθηκε εκ παραδρομής δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη και ζητούσε συγγνώμη από την αντιπροσωπεία για τυχόν ταλαιπωρία που θα μπορούσε να προκαλέσει εκ παραδρομής. Η απόρριψη της αίτησης οδήγησε σε ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ του καταγγέλλοντος και της αντιπροσωπείας της Επιτροπής. Ωστόσο, αναγνωρίστηκε κάποια καθυστέρηση για την οποία η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα. Η Επιτροπή απάντησε επανειλημμένα στα αιτήματα του καταγγέλλοντος. Στις 11 Οκτωβρίου 2004, η αντιπροσωπεία της Επιτροπής επιβεβαίωσε εκ νέου ότι η κοινοπραξία δεν είχε περιληφθεί στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων και εξήγησε πώς ερμηνεύθηκε το οικονομικό κριτήριο δηλώνοντας «ότι τα μέσα ετήσια έσοδα της κοινοπραξίας σας δεν υπερβαίνουν τον μέγιστο ετήσιο προϋπολογισμό της σύμβασης (1 εκατ. ευρώ), ενώ ο προϋπολογισμός για την εξαμηνιαία σύμβαση ανέρχεται σε 500 000 ευρώ».

Η καταγγέλλουσα και ο εταίρος της κοινοπραξίας αμφισβήτησαν την απόρριψη της αίτησης της κοινοπραξίας δηλώνοντας ότι η κοινοπραξία είχε συνδυασμένο ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των 30 εκατ. EUR. Μολονότι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε το αληθές της δήλωσης αυτής, ο καταγγέλλων ουδέποτε κατά τη διάρκεια της αλληλογραφίας που προηγήθηκε της παρούσας επιστολής διόρθωσε τα αριθμητικά στοιχεία που περιλαμβάνονταν στην αίτηση ή παρέσχε στην Επιτροπή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την οικονομική του κατάσταση. Τα ετήσια έσοδα της επιχείρησης μπορούσαν να αποδειχθούν με πειστικό τρόπο από τους ετήσιους λογαριασμούς, τους οποίους ο καταγγέλλων δεν είχε παράσχει.

Εν κατακλείδι, κατά την εξέταση της διαδικασίας του διαγωνισμού, η επιτροπή αξιολόγησης είχε τηρήσει τους σχετικούς δεσμευτικούς κανόνες και αρχές και είχε εφαρμόσει τα κριτήρια που ορίζονταν στην προκήρυξη του διαγωνισμού, τα οποία ήταν σαφή και ακριβή.

Ωστόσο, η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι είχε αποστείλει εκ παραδρομής επιστολή πρόσκλησης υποβολής προσφορών στον καταγγέλλοντα. Στη γνωμοδότησή της προς τον Διαμεσολαβητή της 4ης Μαρτίου 205, η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα για την ταλαιπωρία που προκάλεσε αυτή η εσφαλμένη πρόσκληση.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις από τον καταγγέλλοντα έως την ημερομηνία που ορίστηκε για τον σκοπό αυτό.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Επί της φερομένης ως εσφαλμένης αποφάσεως της Επιτροπής να μην περιλάβει την κοινοπραξία στον κατάλογο των προεπιλεγεισών επιχειρήσεων

1.1 Ο καταγγέλλων είναι ο διευθύνων σύμβουλος της Baltic Control. Κατά τον χρόνο υποβολής της καταγγελίας, η Baltic Control ήταν επικεφαλής κοινοπραξίας. Στις 14 Σεπτεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων, εξ ονόματος της Baltic Control, υπέβαλε την αίτηση της κοινοπραξίας για τη διαδικασία υποβολής προσφορών στο πλαίσιο της σύμβασης (αριθ. αναφ. EuropeAid/119810/C/SV/UA) για υπηρεσίες επιθεώρησης για την προμήθεια καυσίμων στην Ουκρανία. Στις 23 Σεπτεμβρίου 2004, η αντιπροσωπεία της Επιτροπής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η κοινοπραξία είχε κληθεί να συμμετάσχει στη διαδικασία υποβολής προσφορών. Στον καταγγέλλοντα απεστάλη ο σχετικός φάκελος του διαγωνισμού. Σε τηλεομοιοτυπία που εστάλη την ίδια ημέρα, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε από την αντιπροσωπεία της Επιτροπής ότι η αίτηση της κοινοπραξίας δεν είχε περιληφθεί στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων με την αιτιολογία ότι «δεν θεωρήθηκε ότι πληροί το κριτήριο της οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας». Στις 11 Οκτωβρίου 2004, η αντιπροσωπεία της Επιτροπής επιβεβαίωσε στον καταγγέλλοντα ότι η αίτηση της κοινοπραξίας δεν είχε περιληφθεί στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων με την αιτιολογία ότι «τα μέσα ετήσια έσοδα της κοινοπραξίας δεν υπερέβαιναν τον μέγιστο ετήσιο προϋπολογισμό της σύμβασης (1 εκατ. ευρώ), ενώ ο προϋπολογισμός για την εξάμηνη σύμβαση ήταν 500 000 ευρώ». Στην απάντησή του που εστάλη την ίδια ημέρα, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η κοινοπραξία είχε ετήσιο κύκλο εργασιών ύψους 30 εκατ. ευρώ και ότι διαφώνησε με την απόφαση της Επιτροπής να απορρίψει την αίτησή της για συμμετοχή στη διαδικασία υποβολής προσφορών. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η αντιπροσωπεία της Επιτροπής στην Ουκρανία είχε εσφαλμένα αποφασίσει να μην συμπεριλάβει την κοινοπραξία στον κατάλογο των προεπιλεγεισών εταιρειών που κλήθηκαν να συμμετάσχουν στη διαδικασία υποβολής προσφορών.

1.2 Η Επιτροπή δήλωσε ότι η αίτηση της κοινοπραξίας δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλεξιμότητας όσον αφορά την οικονομική και χρηματοοικονομική της επάρκεια. Ως εκ τούτου, η επιτροπή αξιολόγησης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούσε να προεπιλέξει την αίτηση της κοινοπραξίας. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι, με επιστολή της 23ης Σεπτεμβρίου 2004, η αντιπροσωπεία της Επιτροπής πληροφόρησε τη Baltic Control ότι η αίτηση της κοινοπραξίας δεν είχε περιληφθεί στον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων, διότι δεν είχε θεωρηθεί ότι πληρούσε το κριτήριο της οικονομικής και χρηματοδοτικής επάρκειας (ιδίως το κριτήριο 1/α). Ωστόσο, στις 27 Σεπτεμβρίου 2004, απεστάλη εκ παραδρομής επιστολή πρόσκλησης υποβολής προσφορών στη Baltic Control. Την ίδια ημερομηνία, η αντιπροσωπεία της Επιτροπής απέστειλε τηλεομοιοτυπία στον καταγγέλλοντα αναφέροντας ότι η πρόσκληση υποβολής προσφορών είχε αποσταλεί εκ παραδρομής και δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη. Η αντιπροσωπεία της Επιτροπής ζήτησε επίσης συγγνώμη για τυχόν ενόχληση που θα μπορούσε να προκαλέσει το σφάλμα αυτό. Στη γνώμη που εξέδωσε στις 4 Μαρτίου 2005, η Επιτροπή αντέκρουσε τον ισχυρισμό ότι ο καταγγέλλων, εξ ονόματος της Baltic Control, και ο εταίρος της κοινοπραξίας αμφισβήτησαν την απόρριψη της αίτησης της κοινοπραξίας δηλώνοντας ότι η κοινοπραξία είχε ετήσιο κύκλο εργασιών πωλήσεων άνω των 30 εκατ. ευρώ. Μολονότι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε το αληθές των δηλώσεων αυτών, ο καταγγέλλων ουδέποτε κατά τη διάρκεια της αλληλογραφίας που προηγήθηκε της επιστολής της 11ης Οκτωβρίου 2004 διόρθωσε τα αριθμητικά στοιχεία που περιλαμβάνονταν στην αίτηση ή παρέσχε στην Επιτροπή ουσιαστικά αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την οικονομική του κατάσταση. Κατά την άποψη της Επιτροπής, τα ετήσια έσοδα της επιχείρησης θα μπορούσαν να αποδειχθούν με πειστικό τρόπο από τους ετήσιους λογαριασμούς, τους οποίους ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε.

1.3 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το σημείο 21(1) («Οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια του υποψηφίου») των κριτηρίων επιλογής της προκήρυξης του διαγωνισμού για την παροχή υπηρεσιών αναφέρει ότι «[τ]α μέσα ετήσια έσοδα του υποψηφίου πρέπει να υπερβαίνουν τον ετήσιο μέγιστο προϋπολογισμό της σύμβασης». Επισημαίνει επίσης ότι, σύμφωνα με την προκήρυξη του διαγωνισμού για την παροχή υπηρεσιών, ο μέγιστος προϋπολογισμός ανερχόταν σε 500 000 EUR και ότι η αρχική περίοδος εκτέλεσης ήταν 6 μήνες. Όπως αναφέρεται στη γνώμη της Επιτροπής της 4ης Μαρτίου 2005 και στην επιστολή της αντιπροσωπείας της Επιτροπής της 11ης Οκτωβρίου 2004, ο ανηγμένος σε ετήσια βάση μέγιστος προϋπολογισμός της σύμβασης ανερχόταν συνεπώς σε 1 εκατ. ευρώ.

1.4 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, στην αίτηση που υπέβαλε στις 14 Σεπτεμβρίου 2004, η κοινοπραξία ανέφερε ότι τα μέσα ετήσια έσοδά της ανέρχονταν σε 874 035 ευρώ, ποσό χαμηλότερο από το μέσο ελάχιστο απαιτούμενο στην προκήρυξη του διαγωνισμού για την παροχή υπηρεσιών.

1.5 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, εκτός από την επιστολή της 11ης Οκτωβρίου 2004, ο καταγγέλλων απέστειλε νέα επιστολή στην αντιπροσωπεία της Επιτροπής στις 26 Οκτωβρίου 2004, στην οποία υποστήριξε εκ νέου ότι η κοινοπραξία είχε ετήσιο κύκλο εργασιών ύψους 30 εκατ. ευρώ. Ο Διαμεσολαβητής παρατηρεί επίσης ότι, κατά τη γνώμη του, η Επιτροπή δήλωσε ότι, αν και δεν αμφισβήτησε την ακρίβεια των δηλώσεων αυτών, ο καταγγέλλων δεν είχε διορθώσει τα αριθμητικά στοιχεία που περιλαμβάνονταν στην αίτηση της κοινοπραξίας και δεν είχε υποβάλει ετήσιους λογαριασμούς που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν τη δήλωσή του σχετικά με την οικονομική του κατάσταση. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις από τον καταγγέλλοντα.

1.6 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων δεν τεκμηρίωσε τον ισχυρισμό του σύμφωνα με τον οποίο η αντιπροσωπεία της Επιτροπής κακώς αποφάσισε να μην περιλάβει την κοινοπραξία στον κατάλογο των επικρατέστερων επιχειρήσεων που κλήθηκαν να συμμετάσχουν στη διαδικασία υποβολής προσφορών.

1.7 Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό.

2 Ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος

2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η αίτηση της κοινοπραξίας θα πρέπει να θεωρηθεί επιλέξιμη για επιλογή.

2.2 Η Επιτροπή δεν προέβη σε καμία δήλωση σχετικά με τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.

2.3 Με βάση τα συμπεράσματα που εξέθεσε ανωτέρω (παράγραφος 1.7), ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν χρειάζεται να συνεχίσει την έρευνά του σχετικά με τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.

Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!