Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 812/2004/MHZ κατά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού
Απόφαση
Υπόθεση 812/2004/MHZ - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 30 Μαρτίου 2004 - Απόφαση στις Τετάρτη | 05 Οκτωβρίου 2005
Στρασβούργο, 5 Οκτωβρίου 2005
Αξιότιμη κυρία Ε.,
Στις 10 Μαρτίου 2004, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού (EPSO) σχετικά με τον γενικό διαγωνισμό COM/A/3/02 για διοικητικούς υπαλλήλους στον τομέα των κοινωνικοοικονομικών και δεοντολογικών πτυχών των δραστηριοτήτων έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης.
Στις 30 Μαρτίου 2004, διαβίβασα τη διοικητική ένσταση στον διευθυντή της EPSO. Στις 10 Ιουνίου 2004, η Επιτροπή απέστειλε γνωμοδότηση, στην οποία ανέφερε ότι περιείχε τις κοινές απόψεις της Επιτροπής και της EPSO. Σας διαβίβασα τη γνωμοδότηση με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις.
Στις 30 Ιουλίου 2004, έλαβα τις παρατηρήσεις σας.
Στις 14 Δεκεμβρίου 2004, ζήτησα συμπληρωματικές πληροφορίες από την EPSO.
Στις 3 Φεβρουαρίου 2005, έλαβα απάντηση στα γαλλικά από την Επιτροπή, η οποία ανέφερε ότι περιείχε τις κοινές απόψεις της Επιτροπής και της EPSO. Στις 21 Φεβρουαρίου 2005, έλαβα τη μετάφραση της γνωμοδοτήσεως αυτής στην αγγλική γλώσσα. Σας διαβίβασα τη μετάφραση της γνωμοδότησης με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων.
Στις 28 Απριλίου 2005, έλαβα τις παρατηρήσεις σας.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά είναι, συνοπτικά, τα ακόλουθα:
Η καταγγέλλουσα έλαβε μέρος στη γραπτή δοκιμασία του διαγωνισμού COM/A/3/02 για διοικητικούς υπαλλήλους στον τομέα των κοινωνικοοικονομικών και δεοντολογικών πτυχών της έρευνας, αλλά δεν έγινε δεκτή στην προφορική δοκιμασία. Απαντά στην ερώτηση 1 της δοκιμασίας «d» στα ελληνικά (κύρια γλώσσα της) και στην ερώτηση 2 της δοκιμασίας «d», η οποία είναι κατ’ ουσίαν πανομοιότυπη με την ερώτηση 1, στα αγγλικά (δεύτερη γλώσσα της).
Κατόπιν αιτήματός της, στις 3 Φεβρουαρίου 2004, η EPSO απέστειλε στην καταγγέλλουσα αντίγραφο της γραπτής δοκιμασίας της και αντίγραφο του δελτίου αξιολόγησης που συνέταξε η εξεταστική επιτροπή.
Αφού εξέτασε τα εν λόγω έγγραφα, η καταγγέλλουσα διαπίστωσε ότι δεν συμφωνούσε με την αξιολόγηση της απάντησής της στην ελληνική γλώσσα στην ερώτηση 1 του τεστ «δ».
Στις 10 Φεβρουαρίου 2004, η καταγγέλλουσα απέστειλε επιστολή στην EPSO, με την οποία ζητούσε να επαναξιολογηθεί η απάντησή της στην ερώτηση 1 της δοκιμασίας «δ» από νέα ομάδα εξεταστών με προσόντα στον τομέα που καλύπτεται από τη δοκιμασία. Ζήτησε επίσης από την EPSO να της παράσχει πληροφορίες σχετικά με τις θέσεις εργασίας των αξιολογητών, προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι αξιολογητές των δοκιμασιών της εργάζονταν στις διευθύνσεις K και C της Γενικής Διεύθυνσης Έρευνας. Ρώτησε, επιπλέον, αν οι αξιολογητές γνώριζαν τις οδηγίες που δόθηκαν στους υποψηφίους που συμμετείχαν στη γραπτή δοκιμασία να χρησιμοποιούν τα δικαιολογητικά έγγραφα μόνο ως σημείο εκκίνησης για την απάντηση σε ερωτήσεις. Συναφώς, υποστήριξε ότι, λαμβανομένων υπόψη των παρατηρήσεων επί του δελτίου αξιολόγησής της, θα μπορούσε να τεκμαίρεται ότι οι αξιολογητές δεν γνώριζαν τις εν λόγω οδηγίες. Τέλος, επισήμανε ότι τα σχόλια των αξιολογητών ήταν υπερβολικά γενικά και ότι η βαθμολογία που έλαβε για το ίδιο θέμα στην κύρια γλώσσα της (ελληνικά) ήταν χαμηλότερη από τη βαθμολογία που έλαβε για τη δοκιμασία που πραγματοποιήθηκε στη δεύτερη γλώσσα της (αγγλικά). Στο πλαίσιο αυτό, υπενθύμισε ότι είχε ολοκληρώσει επιτυχώς πέντε πανεπιστημιακά μαθήματα στα νέα ελληνικά.
Στις 27 Φεβρουαρίου 2004, η EPSO απάντησε ότι, αφού επανεξέτασε τη δοκιμασία της, η εξεταστική επιτροπή επιβεβαίωσε την αρχική βαθμολογία της. (Η καταγγέλλουσα συμπεριέλαβε αντίγραφο της απάντησης της EPSO στα έγγραφα που επισυνάπτονται στην καταγγελία της). Η EPSO εξήγησε επίσης τους γενικούς κανόνες για την αξιολόγηση των γραπτών δοκιμασιών.
Στις 10 Μαρτίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.
Ισχυρίστηκε ότι η απάντηση της EPSO της 27ης Φεβρουαρίου 2004 στο από 10 Φεβρουαρίου 2004 έγγραφό της ήταν ελλιπής.
Ισχυρίστηκε επίσης ότι η αξιολόγηση της γραπτής δοκιμασίας της ήταν άδικη και εσφαλμένη.
Ζήτησε από την EPSO να απαντήσει διεξοδικά στην επιστολή της 10ης Φεβρουαρίου 2004, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τη σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής (1).
Ισχυρίστηκε επίσης ότι η γραπτή δοκιμασία της θα πρέπει να επαναξιολογηθεί από μια νέα ομάδα εξεταστών.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της Επιτροπής και της EPSOΗ Διαμεσολαβήτρια διαβίβασε την καταγγελία στην EPSO και έλαβε γνώμη από την Επιτροπή, η οποία ανέφερε ότι περιείχε τις κοινές απόψεις της EPSO και της Επιτροπής. Η γνωμοδότηση συνοψίζεται ως εξής:
Ο καταγγέλλων συμμετείχε στον γενικό διαγωνισμό COM/A/3/02 που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα C 177 A της 25ης Ιουλίου 2002 (με μεταγενέστερο διορθωτικό που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα C 228 A της 25ης Σεπτεμβρίου 2002) για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα διοικητικών υπαλλήλων (A7/A6) στον τομέα των κοινωνικοοικονομικών και δεοντολογικών πτυχών των δραστηριοτήτων έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης.
Δεδομένου ότι η καταγγέλλουσα έλαβε μία από τις 200 καλύτερες βαθμολογίες στη δοκιμασία προεπιλογής, κλήθηκε να υποβάλει πλήρη αίτηση υποψηφιότητας και στη συνέχεια να συμμετάσχει στις γραπτές δοκιμασίες της 11ης Σεπτεμβρίου 2003.
Η γραπτή δοκιμασία «d» συνίστατο σε περιπτωσιολογική μελέτη σχετικά με θέμα της επιλογής του υποψηφίου που σχετίζεται με τον επιλεγμένο τομέα και συνδέεται με την ερευνητική πολιτική στην Ευρώπη και σε διεθνές επίπεδο, με στόχο την αξιολόγηση των γνώσεων του επιλεγμένου τομέα, των δεξιοτήτων κατανόησης, της ικανότητας ανάλυσης και σύνοψης και της ικανότητας σύνταξης κειμένων στην κύρια και τη δεύτερη γλώσσα των υποψηφίων.
Στις 23 Ιανουαρίου 2003, η καταγγέλλουσα ενημερώθηκε για τα αποτελέσματά της. Δεδομένου ότι έλαβε 16,8 μονάδες για τη γραπτή δοκιμασία (η ελάχιστη απαιτούμενη βαθμολογία ήταν 20 μονάδες επί συνόλου 40), δεν έγινε δεκτή στην προφορική δοκιμασία.
Στις 3 Φεβρουαρίου 2004, η EPSO απέστειλε στην καταγγέλλουσα, κατόπιν αιτήματός της, αντίγραφο του εξεταστικού της εγγράφου μαζί με το φύλλο αξιολόγησης.
Στις 10 Φεβρουαρίου 2004, η καταγγέλλουσα ζήτησε να επαναξιολογηθεί η ερώτηση 1 της δοκιμασίας της «d» από αξιολογητές με προσόντα στον τομέα που καλύπτεται από τη δοκιμασία. Ζήτησε επίσης πληροφορίες σχετικά με το ιστορικό των αξιολογητών που διόρθωσαν την απάντησή της στην ερώτηση αυτή.
Με επιστολή της 27ης Φεβρουαρίου 2004, η EPSO ενημέρωσε την καταγγέλλουσα ότι, αφού εξέτασε το αίτημά της, η εξεταστική επιτροπή αποφάσισε να διατηρήσει τη βαθμολογία της. Στην εν λόγω επιστολή, η EPSO εξήγησε επίσης τους κανόνες του γενικού συστήματος αξιολόγησης (αξιολόγηση από δύο αξιολογητές βάσει «πίνακα αξιολόγησης», ανωνυμία των υποψηφίων και κριτήρια αξιολόγησης που εγκρίθηκαν πριν από τις δοκιμασίες). Η EPSO την ενημέρωσε επίσης ότι, προκειμένου να συμπεριληφθεί στον πίνακα των 85 υποψηφίων με την υψηλότερη βαθμολογία, ήταν αναγκαίο όχι μόνο να λάβει την ελάχιστη απαιτούμενη βαθμολογία των 20 (από τους 40) αλλά και να λάβει τουλάχιστον 24,8 μονάδες στη γραπτή δοκιμασία.
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς και τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, η EPSO και η Επιτροπή ανέφεραν συνοπτικά τα εξής:
Η Επιτροπή και η EPSO εξήγησαν καταρχάς λεπτομερώς τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση των γραπτών δοκιμασιών σε όλους τους γενικούς διαγωνισμούς που διοργανώνει η EPSO.
Βάσει ευρείας διακριτικής ευχέρειας, η εξεταστική επιτροπή καθορίζει τις διαδικασίες και το περιεχόμενο των δοκιμασιών υπό το πρίσμα των στόχων των δοκιμασιών και του συνολικού διαγωνισμού. Η επιτροπή καθορίζει τα κριτήρια αξιολόγησης πριν από τις δοκιμασίες και σύμφωνα με την προκήρυξη του διαγωνισμού. Με βάση τα κριτήρια αυτά, οι αξιολογητές γράφουν σχόλια και προτεινόμενη βαθμολογία για κάθε δοκιμασία σε προσωρινό φύλλο αξιολόγησης, το οποίο στη συνέχεια αποστέλλεται στο ΕΣΠΔ. Τα δελτία αυτά αποτελούν προπαρασκευαστικά έγγραφα για το ΕΣΠΔ και υπόκεινται σε διαβούλευση. Καλύπτονται από τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των εργασιών του ΕΣΠΔ, σύμφωνα με τη νομολογία (προπαρατεθείσες αποφάσεις Angioli, σκέψη 68, και Martinez Paramo, σκέψη 44). Το συμβούλιο θέτει την τελική βαθμολογία, προσθέτει τα σχόλιά του στο φύλλο και, στη συνέχεια, ο πρόεδρος του συμβουλίου υπογράφει το φύλλο και το παρέχει στους υποψηφίους κατόπιν αιτήματός τους. Για κάθε στοιχείο της δοκιμασίας, η EPSO περιλαμβάνει παρατηρήσεις σχετικά με το εν λόγω δελτίο αξιολόγησης, ώστε οι υποψήφιοι να είναι σε θέση να κατανοήσουν τους λόγους για τους οποίους έλαβαν τη βαθμολογία τους.
Όταν η εξεταστική επιτροπή ενημερώνει τους υποψηφίους για τα αποτελέσματά τους, συμμορφώνεται με την υποχρέωση παροχής εξηγήσεων όσον αφορά τις επιδόσεις τους. Η Επιτροπή και η EPSO δήλωσαν επίσης ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, κατά την αιτιολόγηση της αποτυχίας ενός υποψηφίου, η EPSO δεν υποχρεούται να αναφέρει ποιες απαντήσεις κρίθηκαν ανεπαρκείς ή να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους οι απαντήσεις αυτές κρίθηκαν ανεπαρκείς. Το φύλλο αξιολόγησης που εστάλη στον καταγγέλλοντα κατέδειξε, ως εκ τούτου, τα στοιχεία της γραπτής δοκιμασίας που αξιολογήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις της προκήρυξης του διαγωνισμού, δηλαδή τις γνώσεις του τομέα, τις δεξιότητες κατανόησης, την ικανότητα ανάλυσης και σύνοψης, καθώς και την ικανότητα σύνταξης κειμένων στην κύρια και τη δεύτερη γλώσσα. Η τελική βαθμολογία και η συνολική αξιολόγηση δόθηκαν επίσης στο φύλλο αξιολόγησης. Η Επιτροπή και η EPSO κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το φύλλο αξιολόγησης που εστάλη στην καταγγέλλουσα αντανακλούσε πλήρως την ποιότητα των επιδόσεών της.
Η Επιτροπή και η EPSO δήλωσαν ότι, απαντώντας στο αίτημα της καταγγέλλουσας να επισημανθεί εκ νέου το έγγραφό της, η εξεταστική επιτροπή έλεγξε το έγγραφο της καταγγέλλουσας. Ωστόσο, λαμβανομένης υπόψη της διττής βαθμολόγησης που είχε ήδη πραγματοποιηθεί, το τμήμα προσφυγών δεν έκρινε αναγκαία την εκ νέου βαθμολόγηση της δοκιμασίας. Μόνο το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να αποφασίσει να βαθμολογήσει μια δοκιμασία για τρίτη φορά και η σχετική αίτηση ενός υποψηφίου δεν υποχρεώνει το Συμβούλιο Εξυγίανσης να το πράξει.
Η Επιτροπή και η EPSO επισήμαναν ότι η σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα C 40 της 19ης Φεβρουαρίου 2003.
Όσον αφορά το αίτημα της καταγγέλλουσας για λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τις θέσεις αξιολογητών της δοκιμασίας της και την παραδοχή της ότι όλοι οι διαφορετικοί αξιολογητές των δοκιμασιών προέρχονταν από τη Γενική Διεύθυνση Έρευνας, η Επιτροπή και η EPSO επισήμαναν ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, στην περίπτωση ορισμένων δοκιμασιών, η εξεταστική επιτροπή έχει το δικαίωμα να διορίζει αξιολογητές με συμβουλευτική ικανότητα (αξιολογητές). Η Επιτροπή και η EPSO δήλωσαν, ως εκ τούτου, ότι οι αξιολογητές διορίζονται μετά από προσεκτική εξέταση της πείρας και των ικανοτήτων τους στον τομέα που καλύπτεται από τον διαγωνισμό. Η απόφαση να απευθυνθούν σε αξιολογητές με συμβουλευτική ικανότητα (αξιολογητές) και ο διορισμός τους από το συμβούλιο αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των εργασιών του συμβουλίου και, ως εκ τούτου, σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, είναι εμπιστευτικές, δεδομένου ότι η εμπιστευτικότητα συμβάλλει στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της αντικειμενικότητας. Ωστόσο, ο ρόλος των αξιολογητών είναι περιορισμένος, δεδομένου ότι οι παρατηρήσεις τους αποτελούν μόνο τη βάση για τον καθορισμό των τελικών βαθμών και αξιολογήσεων από την επιτροπή.
Τέλος, η Επιτροπή και η EPSO υπογράμμισαν ότι, σύμφωνα με την προκήρυξη του διαγωνισμού, η βαθμολογία που δίδεται από την εξεταστική επιτροπή για συγκεκριμένη γραπτή δοκιμασία αντικατοπτρίζει τις πραγματικές επιδόσεις του υποψηφίου στην εν λόγω δοκιμασία και δεν βασίζεται στα προσόντα του υποψηφίου. Δεδομένου ότι πρόκειται για διαγωνισμό και όχι για εξέταση, οι επιδόσεις και τα προσόντα των υποψηφίων αξιολογούνται συγκριτικά από το διοικητικό συμβούλιο.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις της της 30ής Ιουλίου 2004, η καταγγέλλουσα επανέλαβε, συνοπτικά, τους αρχικούς ισχυρισμούς και ισχυρισμούς της. Ειδικότερα, επισήμανε ότι η EPSO δεν απάντησε στο ερώτημά της σχετικά με το αν οι αξιολογητές γνώριζαν τις οδηγίες που δόθηκαν στους υποψηφίους να χρησιμοποιούν τα δικαιολογητικά έγγραφα μόνο ως σημείο εκκίνησης για την απάντηση σε ερωτήσεις. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι, εάν οι οδηγίες αυτές δεν είχαν ληφθεί υπόψη από την εξεταστική επιτροπή κατά τον καθορισμό των κριτηρίων αξιολόγησης, ο ρόλος των αξιολογητών θα μπορούσε να είναι παραπλανητικός και όχι χρήσιμος και θα μπορούσε να υπάρξει διοικητικό σφάλμα. Επισημαίνει επίσης ότι η EPSO δεν απάντησε στην ερώτησή της σχετικά με το γεγονός ότι της είχαν απονεμηθεί διαφορετικοί βαθμοί για ερωτήσεις που ήταν πανομοιότυπες στην ουσία (η μία απαντήθηκε στα ελληνικά, στην κύρια γλώσσα του καταγγέλλοντος και η άλλη στα αγγλικά, στη δεύτερη γλώσσα του καταγγέλλοντος). Εκτιμά επίσης ότι το σχόλιο στο φύλλο αξιολόγησής της, το οποίο αποτελείται από μία λέξη «καλό», είναι υπερβολικά γενικό.
Επιπλέον, επισήμανε ότι το έγγραφο της EPSO της 27ης Φεβρουαρίου 2004 δεν ανέφερε τις δυνατότητες προσφυγής και δεν παρείχε νομική βάση για την άρνησή της να επανεξετάσει τη γραπτή δοκιμασία της.
Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι η ελληνική ήταν η κύρια γλώσσα ενός μόνο μέλους της εξεταστικής επιτροπής. Στο πλαίσιο αυτό, εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με την επαγγελματική επάρκεια του εν λόγω μέλους, το οποίο, ως ο μόνος φυσικός ομιλητής ελληνικών στο Διοικητικό Συμβούλιο, πιθανώς αξιολόγησε την απάντησή της στα ελληνικά. Πρόσθεσε ότι το εν λόγω μέλος εργάζεται σε έναν τομέα που δεν σχετίζεται άμεσα με τον τομέα που καλύπτεται από τη δοκιμή. Δηλώνει επίσης ότι θα ήθελε να ενημερωθεί σχετικά με τις ικανότητες των αξιολογητών. Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η άρνηση της EPSO να αναφέρει την επαγγελματική επάρκεια των αξιολογητών περιόρισε την πρόσβασή της σε κρίσιμες πληροφορίες που θα την είχαν βοηθήσει να προσφύγει στο Πρωτοδικείο.
Ο καταγγέλλων εξέφρασε επίσης την άποψη ότι τα σχόλια των αξιολογητών και οι προτεινόμενες βαθμολογίες δεν πρέπει να είναι απόρρητα.
Τέλος, η καταγγέλλουσα ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να εξετάσει τον φάκελό της. Ζήτησε επίσης από την EPSO να παράσχει στον Διαμεσολαβητή πληροφορίες σχετικά με: την πείρα και τις ικανότητες των αξιολογητών όσον αφορά τον τομέα του ανταγωνισμού· τα σχόλια και οι βαθμοί τους· και το επίπεδο γνώσης της ελληνικής γλώσσας από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου.
Στις παρατηρήσεις της ανέφερε επίσης ότι, με το από 10 Φεβρουαρίου 2004 έγγραφό της, δεν ζήτησε να της γνωστοποιηθούν τα ονόματα των μελών της εξεταστικής επιτροπής.
Περαιτέρω έρευνεςΜετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης που διατύπωσαν η EPSO και η Επιτροπή, καθώς και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών.
Επί του αιτήματος παροχής περαιτέρω πληροφοριώνΩς εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε στην EPSO τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος και ζήτησε από την EPSO: 1) να τον ενημερώσει εάν οι αξιολογητές έλαβαν αντίγραφο των οδηγιών προς τους υποψηφίους· 2) να απαντήσει στο επιχείρημα της καταγγέλλουσας ότι η παρατήρηση στο φύλλο αξιολόγησής της ότι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που επισυνάπτονται στη δοκιμασία δεν συνάδει με τις οδηγίες που δόθηκαν στους υποψηφίους ότι τα εν λόγω έγγραφα θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο ως σημείο εκκίνησης για την απάντηση στις ερωτήσεις· 3) να τον ενημερώσει εάν ειδικοί κανόνες ή κατευθυντήριες γραμμές διέπουν τη χρήση από τις εξεταστικές επιτροπές αξιολογητών με συμβουλευτική ικανότητα (αξιολογητές) και, εάν ναι, εάν οι κανόνες ή οι κατευθυντήριες γραμμές είναι διαθέσιμοι στο κοινό· (4) να του αποστείλει αντίγραφο των οδηγιών στους υποψηφίους, συνοδευόμενο από μετάφραση στην αγγλική ή τη γαλλική γλώσσα, εφόσον υπάρχει.
Επί της απαντήσεωςΗ Διαμεσολαβήτρια έλαβε απάντηση από την Επιτροπή, η οποία ανέφερε ότι περιείχε τις κοινές απόψεις της Επιτροπής και της EPSO. Η απάντηση αναφερόταν στα ερωτήματα που υπέβαλε η Διαμεσολαβήτρια και έλαβε επίσης θέση σχετικά με τα ζητήματα που έθεσε η καταγγέλλουσα στις παρατηρήσεις της. Επισυνάπτεται αντίγραφο των «Οδηγιών προς τους υποψηφίους» στα ελληνικά, καθώς και αντίγραφα στα γαλλικά και στα αγγλικά, καθώς και αντίγραφα της γραπτής δοκιμασίας «d», στα ελληνικά, στα αγγλικά και στα γαλλικά.
Η απάντηση περιείχε, συνοπτικά, τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
1. Όσον αφορά τις οδηγίες προς τους υποψηφίους:
Την ημέρα των γραπτών δοκιμασιών, δόθηκαν στους υποψηφίους δύο διαφορετικά έγγραφα που περιείχαν τις οδηγίες: έγγραφο με τίτλο «Οδηγίες προς τους υποψηφίους» και οδηγίες για την ίδια τη γραπτή δοκιμασία, οι οποίες αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της δοκιμασίας.
Οι «Οδηγίες προς τους υποψηφίους» εξήγησαν τις οργανωτικές διαδικασίες σχετικά με τη δοκιμασία (απόδειξη ταυτότητας, έξοδα ταξιδίου, κανόνες συμπεριφοράς) και εξήγησαν επίσης το περιεχόμενο της γραπτής δοκιμασίας (η ίδια περιγραφή περιλαμβανόταν στην προκήρυξη του διαγωνισμού). Ανάλογα με τον θεματικό τομέα που επέλεξαν οι υποψήφιοι, παρασχέθηκαν πρόσθετες πληροφορίες που διευκρινίζουν, για κάθε θεματικό τομέα, τον αριθμό των επιλογών που περιλαμβάνονται στη δοκιμασία και αναφέρουν ότι οι υποψήφιοι θα πρέπει να επιλέξουν μία επιλογή και να απαντήσουν στις σχετικές ερωτήσεις. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι οι «Οδηγίες προς τους υποψηφίους» δεν περιείχαν συγκεκριμένα σημεία που θα ήταν χρήσιμα για την αξιολόγηση των δοκιμασιών, οι αξιολογητές δεν έλαβαν αντίγραφο των εν λόγω οδηγιών.
Η γραπτή δοκιμασία «d» περιείχε επίσης ένα μέρος με την ονομασία «Οδηγίες», το οποίο είχε ως εξής: «Τα συνημμένα έγγραφα παρέχονται για να σας βοηθήσουν να απαντήσετε στις ερωτήσεις. Όταν απαντάτε στις ερωτήσεις θα πρέπει επίσης να βασίζεστε στις δικές σας γνώσεις»(υπογραμμίζοντας όπως στο αρχικό κείμενο).
Στους αξιολογητές παρασχέθηκε αντίγραφο του αντικειμένου της γραπτής δοκιμασίας και άλλα έγγραφα (όπως η προκήρυξη του διαγωνισμού).
2. Όσον αφορά την αξιολόγηση των επιδόσεων του καταγγέλλοντος:
Η γραπτή δοκιμασία «d» προσέφερε τέσσερις επιλογές, από τις οποίες οι υποψήφιοι έπρεπε να επιλέξουν μία: επιλογή Α «Εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο»· επιλογή Β «Πολιτική καινοτομίας σε μια κοινωνία της γνώσης»· επιλογή Γ «Τα πανεπιστήμια σε μια Ευρώπη της γνώσης»· επιλογή Δ «Ηθική και διακυβέρνηση».
Ο καταγγέλλων επέλεξε την επιλογή Γ, στην οποία τέθηκαν δύο ερωτήσεις.
Ερώτημα 1: «Απαντήστε στην ερώτηση αυτή στην κύρια γλώσσα σας, λαμβάνοντας ως σημείο εκκίνησης το συνημμένο έγγραφο 4. Η απάντησή σας πρέπει να αφορά και τα δύο μέρη της ερώτησης. (...) Βάσει του συνημμένου αποσπάσματος (έγγραφο 4): α) να εξηγήσουν τον ιδιαίτερο ρόλο που διαδραματίζουν τα πανεπιστήμια στην ευρωπαϊκή έρευνα· β) να δώσετε τη δική σας προοπτική σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η νέα γνώση μπορεί να ωφελήσει την οικονομία και την κοινωνία στην Ευρώπη».
Ερώτημα 2: «Απαντήστε στην ερώτηση αυτή στη δεύτερη γλώσσα σας. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής συνομιλεί με δημοσιογράφους σε συνέντευξη Τύπου. Προτείνετε ορισμένες ερωτήσεις που μπορούν να τεθούν σχετικά με τα προαναφερθέντα θέματα, καθώς και τις πιθανές απαντήσεις.»
Οι απαντήσεις στην πρώτη ερώτηση έπρεπε να βασίζονται όχι μόνο στα έγγραφα που επισυνάπτονταν στη δοκιμασία, αλλά και στις ιδέες των ίδιων των υποψηφίων σχετικά με το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων. Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, μετά την προκήρυξη του διαγωνισμού, σκοπός του ήταν να εξεταστεί η ικανότητα των υποψηφίων να συντάξουν στη δεύτερη γλώσσα τους.
Επομένως, μολονότι το αντικείμενο του πρώτου και του δεύτερου ερωτήματος ήταν το ίδιο, η αξιολόγηση της γραπτής δοκιμασίας δεν βασιζόταν στα ίδια κριτήρια, δεδομένου ότι ο σκοπός των δύο ερωτημάτων ήταν διαφορετικός. Ως εκ τούτου, οι βαθμοί που ελήφθησαν για τα δύο ερωτήματα θα μπορούσαν λογικά να είναι διαφορετικοί.
Η χρήση από την εξεταστική επιτροπή μίας μόνο λέξης «καλή» για την αξιολόγηση της γνώσης της δεύτερης γλώσσας από τον καταγγέλλοντα δεν σημαίνει ότι η εξεταστική επιτροπή δεν παρέσχε στον καταγγέλλοντα επαρκή αιτιολόγηση.
3. Όσον αφορά τα μέλη του συμβουλίου και τους αξιολογητές με συμβουλευτική ιδιότητα (αξιολογητές):
Οι πληροφορίες που παρέσχε η καταγγέλλουσα στις παρατηρήσεις της ότι ένα από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου εργάζεται σε τομέα που δεν συμμετέχει ενεργά στον τομέα του διαγωνισμού αναφέρονται στην τρέχουσα θέση του εν λόγω προσώπου. Το εν λόγω μέλος της εξεταστικής επιτροπής είχε άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας και, ως εκ τούτου, ήταν σε θέση να αξιολογεί και να ελέγχει το έργο των αξιολογητών (αξιολογητών) όσον αφορά όλες τις γραπτές δοκιμασίες στην ελληνική γλώσσα.
Η EPSO επισήμανε επίσης ότι οι αξιολογητές (αξιολογητές) επιλέγονται βάσει των ικανοτήτων τους σε σχέση με τις διατάξεις της προκήρυξης του διαγωνισμού. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η εξεταστική επιτροπή έχει την αποκλειστική ευθύνη όσον αφορά την επιλογή των εν λόγω αξιολογητών. Ωστόσο, ο ρόλος των αξιολογητών είναι πολύ περιορισμένος, δεδομένου ότι μπορούν μόνο να παρέχουν συμβουλές, αλλά δεν μπορούν να αποφασίζουν σχετικά με τα προσόντα των υποψηφίων. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, το συμβούλιο μπορεί να επικουρείται από αξιολογητές με συμβουλευτική ικανότητα (αξιολογητές) σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το κρίνει αναγκαίο και τηρούνται οι διαδικαστικοί κανόνες, υπό την προϋπόθεση ότι οι αξιολογητές χρησιμοποιούν τις ίδιες μεθόδους για όλους τους υποψηφίους και ότι το συμβούλιο διατηρεί την εξουσία τελικής αξιολόγησης.
Οι αξιολογητές διατυπώνουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τα προσωρινά δελτία αξιολόγησης τα οποία αποτελούν προπαρασκευαστικά έγγραφα των εργασιών της επιτροπής και, ως εκ τούτου, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των συζητήσεων της επιτροπής και είναι εμπιστευτικά. Με βάση τις παρατηρήσεις αυτές, το ΕΣΠΔ λαμβάνει την απόφαση σχετικά με την τελική βαθμολογία και τις παρατηρήσεις, οι οποίες σημειώνονται στο τελικό φύλλο αξιολόγησης που υπογράφεται από τον πρόεδρο του ΕΣΠΔ. Το συμβούλιο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των υποψηφίων και δικαιούται επίσης να μην λαμβάνει καθόλου υπόψη τις παρατηρήσεις των αξιολογητών.
Η απάντηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ένα παράρτημα της προκήρυξης του διαγωνισμού αναφέρει όλες τις δυνατότητες προσφυγής για τους υποψηφίους σε περίπτωση που επιθυμούν να προσβάλουν μια απόφαση.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα ανέφερε συνοπτικά τα εξής:
Το γεγονός ότι οι πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες προσφυγής περιελήφθησαν στην προκήρυξη του διαγωνισμού δεν σημαίνει ότι ένα θεσμικό όργανο έχει το δικαίωμα να μην ενημερώσει λεπτομερώς ένα άτομο σχετικά με αυτές τις δυνατότητες προσφυγής.
Παρόλο που στη σελίδα 2 της δοκιμασίας δ δόθηκε η οδηγία ότι, κατά την απάντηση στις ερωτήσεις, οι υποψήφιοι θα πρέπει επίσης να εφαρμόσουν τις δικές τους γνώσεις, στη σελίδα 5 υπήρχε μια οδηγία ότι το συνημμένο έγγραφο θα πρέπει να ληφθεί ως σημείο εκκίνησης. Ο καταγγέλλων θεωρεί ότι αυτό σημαίνει ότι οι υποψήφιοι έπρεπε να χρησιμοποιήσουν τα συνημμένα έγγραφα μόνο ως σημείο εκκίνησης και έπρεπε να αξιοποιήσουν τις γνώσεις τους σε άλλα έγγραφα για να απαντήσουν στις ερωτήσεις. Θεωρεί επίσης ότι, κατά την αξιολόγηση των δοκιμασιών, η εξεταστική επιτροπή και οι αξιολογητές δεν έλαβαν υπόψη τις εν λόγω οδηγίες και ότι οι οδηγίες αυτές δεν εστάλησαν στους αξιολογητές.
Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι ένα μέλος της εξεταστικής επιτροπής από την Ελλάδα (το οποίο κατονομάστηκε από την καταγγέλλουσα) δεν εργαζόταν στον τομέα που σχετίζεται με τον τομέα του διαγωνισμού και, ως εκ τούτου, δεν ήταν αρμόδιο να αξιολογήσει κατ’ ουσίαν την απάντησή της στην ελληνική γλώσσα. Επιπλέον, δεδομένου ότι ήταν το μόνο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου που γνώριζε ελληνικά, δεν ήταν υπόλογος σε άλλα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου για την αξιολόγησή του (συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης των σχολίων των αξιολογητών). Επισημαίνει, ως εκ τούτου, ότι η αξιολόγηση των επιδόσεών της μπορεί να γίνει μόνο από ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου, ενώ οι υποψήφιοι που έδωσαν τις απαντήσεις τους στην αγγλική ή τη γαλλική γλώσσα μπορούν να αξιολογηθούν από περισσότερα του ενός μέλη.
Η καταγγέλλουσα επέμεινε ότι θα πρέπει να της παρασχεθούν πληροφορίες σχετικά με την επαγγελματική επάρκεια των αξιολογητών.
Τέλος, ζήτησε από την EPSO να υποβάλει τη δοκιμασία επανεξέτασής της από επαγγελματίες με τα κατάλληλα προσόντα και, σε αντίθετη περίπτωση, να της καταβάλει αποζημίωση ύψους 366 248,79 ευρώ.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις1.1 Στις παρατηρήσεις της σχετικά με τη γνώμη της EPSO και της Επιτροπής, η καταγγέλλουσα ζήτησε από τη Διαμεσολαβήτρια να εξετάσει τον φάκελό της.
1.2 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι πληροφορίες που παρέχονται από τα μέρη, οι οποίες περιλαμβάνουν αντίγραφα των εγγράφων εξέτασης του καταγγέλλοντος, το φύλλο αξιολόγησης και τις ερωτήσεις της δοκιμασίας "δ" με δικαιολογητικά έγγραφα, είναι επαρκείς για να του επιτρέψουν να λάβει απόφαση σχετικά με τους ισχυρισμούς και τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί χρήσιμο στην παρούσα υπόθεση να εξετάσει τον φάκελο της EPSO σχετικά με την υπόθεση του καταγγέλλοντος.
2 Ποιότητα της απάντησης και της σχετικής αίτησης της EPSO2.1 Ο καταγγέλλων έλαβε μέρος στη γραπτή δοκιμασία του διαγωνισμού COM/A/3/02 για διοικητικούς υπαλλήλους στον τομέα των κοινωνικοοικονομικών και δεοντολογικών πτυχών της έρευνας, αλλά δεν έγινε δεκτός στην προφορική δοκιμασία. Στις 10 Φεβρουαρίου 2004, η καταγγέλλουσα απευθύνθηκε στην EPSO, ζητώντας να επαναξιολογηθεί η απάντησή της στην ερώτηση 1 της δοκιμασίας «δ» από νέα ομάδα εξεταστών με προσόντα στον τομέα που καλύπτεται από τη δοκιμασία. Ζήτησε επίσης από την EPSO να της παράσχει, συνοπτικά, πληροφορίες σχετικά με το επαγγελματικό υπόβαθρο των αξιολογητών της δοκιμασίας «d» και τις οδηγίες που είχαν λάβει. Επισημαίνει επίσης τη διαφορά μεταξύ των βαθμών που έλαβε για τις απαντήσεις της στο ίδιο θέμα στην κύρια γλώσσα της και στη δεύτερη γλώσσα της και υποστηρίζει ότι τα σχόλια στο φύλλο αξιολόγησής της είναι υπερβολικά γενικά.
Στις 27 Φεβρουαρίου 2004, η EPSO απάντησε ότι, αφού επανεξέτασε τη δοκιμασία της, η εξεταστική επιτροπή επιβεβαίωσε την αρχική βαθμολογία της. Η EPSO εξήγησε επίσης τους γενικούς κανόνες για την αξιολόγηση των γραπτών δοκιμασιών.
Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι η απάντηση της EPSO της 27ης Φεβρουαρίου 2004 στην επιστολή της της 10ης Φεβρουαρίου 2004 ήταν ελλιπής.
Ζητεί από την EPSO να της παράσχει εμπεριστατωμένη απάντηση στην επιστολή της της 10ης Φεβρουαρίου 2004 και να συμπεριλάβει πληροφορίες σχετικά με τη σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής (2). Στις παρατηρήσεις της της 30ής Ιουλίου 2004, η καταγγέλλουσα διευκρίνισε ότι δεν επιθυμεί να γνωρίζει τα ονόματα των μελών της εξεταστικής επιτροπής.
2.2 Επιπλέον, η καταγγέλλουσα επισημαίνει στις παρατηρήσεις της σχετικά με τη γνώμη της EPSO και της Επιτροπής ότι, στην επιστολή της της 27ης Φεβρουαρίου 2004, η EPSO δεν την ενημέρωσε σχετικά με τις δυνατότητες προσφυγής. Αμφισβητεί επίσης την άποψη της Επιτροπής και της EPSO σχετικά με την εμπιστευτικότητα των σχολίων των αξιολογητών και αμφισβητεί το γεγονός ότι η EPSO δεν κοινοποίησε τις πληροφορίες που είχε ζητήσει σχετικά με την επαγγελματική επάρκεια των αξιολογητών.
2.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στην απάντησή της της 27ης Φεβρουαρίου 2004, η EPSO δεν αναφέρθηκε στις ερωτήσεις της καταγγέλλουσας σχετικά με το ιστορικό των αξιολογητών, ούτε εξέτασε το ζήτημα των σχολίων και της βαθμολογίας στο φύλλο αξιολόγησής της και τις οδηγίες που δόθηκαν στους υποψηφίους. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί λυπηρές τις παραλείψεις αυτές. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή και η EPSO, στην κοινή γνώμη τους της 10ης Ιουνίου 2004 και στην κοινή απάντησή τους στις περαιτέρω έρευνες του Διαμεσολαβητή της 21ης Φεβρουαρίου 2005, αναφέρθηκαν λεπτομερώς στα ζητήματα που έθεσε η καταγγέλλουσα στην επιστολή της προς την EPSO της 10ης Φεβρουαρίου 2004, γνωρίζοντας ότι η κοινή γνώμη και η εν λόγω απάντηση θα διαβιβάζονταν στην καταγγέλλουσα στο πλαίσιο της συνήθους διαδικασίας έρευνας του Διαμεσολαβητή.
Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η EPSO έλαβε τα κατάλληλα μέτρα ανταποκρινόμενη σε αυτή την πτυχή της καταγγελίας, απαντώντας στα ερωτήματα του καταγγέλλοντος κατά τη διάρκεια της έρευνας της Διαμεσολαβήτριας.
2.4 Όσον αφορά την ουσία των απαντήσεων που δόθηκαν από την EPSO και εξ ονόματός της, η Διαμεσολαβήτρια θα εξετάσει κατωτέρω, στο παρόν μέρος της απόφασης, καθένα από τα ζητήματα που έθεσε η καταγγέλλουσα στην επιστολή της με ημερομηνία 10 Φεβρουαρίου 2004 (εκτός από το ζήτημα των οδηγιών, το οποίο θα εξετάσει η Διαμεσολαβήτρια στα τμήματα 3.9-3.13 της απόφασης). Η Διαμεσολαβήτρια θα εξετάσει επίσης τον περαιτέρω ισχυρισμό της καταγγέλλουσας ότι η EPSO δεν την ενημέρωσε για τις δυνατότητες προσφυγής (στην οποία η Επιτροπή και η EPSO απάντησαν στην απάντησή τους στις περαιτέρω έρευνες της Διαμεσολαβήτριας).
Αίτημα του καταγγέλλοντος για παροχή πληροφοριών σχετικά με τους αξιολογητές2.5 Στη γνώμη τους και στην απάντησή τους στις περαιτέρω έρευνες του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή και η EPSO δήλωσαν αρχικά ότι η σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα C 40 της 19ης Φεβρουαρίου 2003. Η Επιτροπή και η EPSO υποστήριξαν επίσης ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, η επιτροπή έχει το δικαίωμα να επιλέγει και να διορίζει αξιολογητές με συμβουλευτική ικανότητα (αξιολογητές). Ωστόσο, ο ρόλος αυτών των αξιολογητών είναι πολύ περιορισμένος, δεδομένου ότι μπορούν μόνο να παρέχουν συμβουλές, αλλά δεν μπορούν να αποφασίσουν σχετικά με τα προσόντα των υποψηφίων, κάτι που αποτελεί ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου. Επιλέγονται βάσει των ικανοτήτων τους σε σχέση με τις διατάξεις της προκήρυξης του διαγωνισμού. Η απόφαση να απευθυνθούν σε αξιολογητές με συμβουλευτική ικανότητα (αξιολογητές) και ο διορισμός τους από το συμβούλιο αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των εργασιών του συμβουλίου και, ως εκ τούτου, σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, είναι εμπιστευτικές.
2.6 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι είναι αναγκαίο να επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ της γενικής αρχής της διαφάνειας και των θεμιτών αναγκών εμπιστευτικότητας στις εργασίες των εξεταστικών επιτροπών. Ο Διαμεσολαβητής κατανοεί ότι η τρέχουσα πρακτική της EPSO είναι να δημοσιεύει τα ονόματα των μελών των διοικητικών συμβουλίων, αλλά όχι να εντοπίζει ή να παρέχει οποιαδήποτε άλλη πληροφορία σχετικά με τους αξιολογητές. Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας σχετικά με τον ρόλο των αξιολογητών, στην οποία παραπέμπουν η EPSO και η Επιτροπή, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι η τρέχουσα πρακτική της EPSO είναι προδήλως παράλογη όσον αφορά την ισορροπία μεταξύ των δύο επίμαχων συμφερόντων. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνει κρούσμα κακοδιοίκησης ως προς το σημείο αυτό. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι οι απόψεις των κοινοτικών θεσμικών οργάνων όσον αφορά την ορθή ισορροπία μεταξύ της διαφάνειας και των θεμιτών αναγκών εμπιστευτικότητας στο έργο των διοικητικών συμβουλίων έχουν εξελιχθεί προς την κατεύθυνση της απόδοσης μεγαλύτερης βαρύτητας στη διαφάνεια, όπως καταδεικνύεται από την απόφαση δημοσίευσης των ονομάτων των μελών των διοικητικών συμβουλίων. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια προτείνει στην EPSO να εξετάσει κατά πόσον θα ήταν σκόπιμο στο μέλλον να εντοπίζει και αξιολογητές, ενδεχομένως μετά την ολοκλήρωση των εργασιών τους. Στη συνέχεια θα διατυπωθούν περαιτέρω παρατηρήσεις σχετικά με το θέμα αυτό.
Οι παρατηρήσεις επί του φύλλου αξιολόγησης και οι βαθμολογίες που ελήφθησαν2.7 Η Επιτροπή και η EPSO διευκρινίζουν ότι, μολονότι οι δύο ερωτήσεις της γραπτής δοκιμασίας στις οποίες ο καταγγέλλων έπρεπε να απαντήσει αντιστοίχως στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα ήταν κατ’ ουσίαν οι ίδιες, τα κριτήρια αξιολόγησης ήταν διαφορετικά και, ως εκ τούτου, οι βαθμοί που ελήφθησαν για τις δύο ερωτήσεις θα μπορούσαν λογικά να είναι διαφορετικοί: η ερώτηση που έπρεπε να απαντηθεί στη δεύτερη γλώσσα είχε ως αντικείμενο τον έλεγχο της ικανότητας των υποψηφίων να συντάξουν στη γλώσσα αυτή, ενώ η ερώτηση που έπρεπε να απαντηθεί στην κύρια γλώσσα είχε ως αντικείμενο τον έλεγχο των ουσιαστικών γνώσεων των υποψηφίων.
Η Επιτροπή και η EPSO είναι επίσης της άποψης ότι η χρήση από το συμβούλιο της μοναδικής λέξης «καλή» για την αξιολόγηση των γνώσεων του καταγγέλλοντος στη δεύτερη γλώσσα (αγγλικά) δεν σημαίνει ότι το συμβούλιο παρέλειψε να παράσχει στον καταγγέλλοντα επαρκή αιτιολόγηση.
2.8 Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε το φύλλο αξιολόγησης που του υπέβαλε ο καταγγέλλων.
Σημειώνει ότι η καταγγέλλουσα έλαβε βαθμολογία 11,6 (μέγιστη βαθμολογία 32) για τη δοκιμασία της στα ελληνικά, συνοδευόμενη από τις ακόλουθες παρατηρήσεις της εξεταστικής επιτροπής στο φύλλο αξιολόγησής της: (1) όσον αφορά τη γνώση του τομέα: «Λυπάμαι για την έλλειψη γνώσεων, την παράβλεψη των δεδομένων εγγράφων, την αδυναμία αντιμετώπισης των ζητημάτων, την έλλειψη διορατικότητας και την απλοϊκή προσέγγιση»· 2) όσον αφορά τις δεξιότητες κατανόησης και την ικανότητα ανάλυσης και σύνοψης: «Δεν αντιλήφθηκα τα πραγματικά ζητήματα. Αλλά μέση ικανότητα συνοπτικής παρουσίασης»· (3) όσον αφορά την ικανότητα σύνταξης στην κύρια γλώσσα: "Στοιχειώδες".
Για τη δοκιμασία της στην αγγλική γλώσσα που αποσκοπούσε στην εξέταση της ικανότητάς της να συντάσσει στη δεύτερη κοινοτική γλώσσα, η καταγγέλλουσα έλαβε βαθμολογία 5,2 (μέγιστη βαθμολογία 8) και το τμήμα διατύπωσε την ακόλουθη παρατήρηση σχετικά με το φύλλο αξιολόγησής της: "Καλά".
Συνολικά, για τις δοκιμασίες που πραγματοποίησε στην ελληνική και την αγγλική γλώσσα, η καταγγέλλουσα έλαβε βαθμολογία 16,8 επί συνόλου 40, συνοδευόμενη από την ακόλουθη συνολική αξιολόγηση της δοκιμασίας: «Επιφανειακή και απλοϊκή προσέγγιση, αποτυγχάνοντας να κατανοήσει τα ζητήματα που περιβάλλουν το θέμα, υπερβολικά γενικές απαντήσεις και έλλειψη προσωπικών ιδεών».
2.9 Όσον αφορά τη δοκιμασία της καταγγέλλουσας στα αγγλικά, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το σχόλιο «καλό» είναι λακωνικό, αλλά δεν είναι ασυμβίβαστο με τη βαθμολογία που έλαβε και ότι η καταγγέλλουσα δεν φαίνεται να έχει προβάλει επιχειρήματα κατά της βαθμολογίας που έλαβε για τη δοκιμασία στα αγγλικά.
2.10 Όσον αφορά τη δοκιμασία του καταγγέλλοντος στα ελληνικά, ο Συνήγορος του Πολίτη θεωρεί ότι οι παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν ενημερώνουν επαρκώς τον καταγγέλλοντα σχετικά με τους λόγους της εξεταστικής επιτροπής για τη βαθμολογία που έλαβε. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση ως προς το σημείο αυτό.
Οι πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες προσφυγής2.11 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, όπως ορθώς επισημάνθηκε από την Επιτροπή και την EPSO, ότι οι δυνατότητες προσφυγής κατά των αποφάσεων της EPSO αναφέρονταν στην προκήρυξη του διαγωνισμού (Παράρτημα «Αιτήσεις επανεξέτασης - Διαδικασίες προσφυγής - Καταγγελίες στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή»)(3). Ο Διαμεσολαβητής παρατηρεί επίσης ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού προορίζεται να αποτελέσει την κύρια πηγή πληροφόρησης των υποψηφίων σχετικά με τον διαγωνισμό και τις διαδικασίες του. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, αν και θα ήταν χρήσιμο για την EPSO να επαναλάβει στην απάντησή της της 27ης Φεβρουαρίου 2004 στην επιστολή του καταγγέλλοντος τις πληροφορίες που είχαν ήδη δοθεί στην προκήρυξη του διαγωνισμού σχετικά με τις δυνατότητες προσφυγής, η EPSO δεν ήταν υποχρεωμένη να το πράξει. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο καταγγέλλων φαίνεται να είναι πλήρως ενημερωμένος σχετικά με τις δυνατότητες προσφυγής. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κρούσμα κακοδιοίκησης όσον αφορά την εν λόγω πτυχή της καταγγελίας.
3 Εικαζόμενη άδικη και εσφαλμένη αξιολόγηση και συναφής αξίωση3.1 Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι η αξιολόγηση της γραπτής δοκιμασίας της ήταν άδικη και εσφαλμένη.
Προς στήριξη του ισχυρισμού της, υποστηρίζει ότι: (1) η σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής ήταν παράτυπη (μόνο ένα μέλος της επιτροπής γνώριζε ελληνικά και δεν κατείχε θέση σε τομέα σχετικό με τον διαγωνισμό)· (2) οι οδηγίες προς τους υποψηφίους ήταν παραπλανητικές και οι αξιολογητές δεν τις γνώριζαν.
Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι η γραπτή δοκιμασία της θα πρέπει να επαναξιολογηθεί από νέα ομάδα εξεταστών. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα αναπτύσσει το αίτημά της, δηλώνοντας ότι η EPSO θα πρέπει να της καταβάλει αποζημίωση εάν δεν προβεί σε επαναξιολόγηση της δοκιμασίας της.
Στις παρατηρήσεις της, αναφέρει επίσης ότι η EPSO δεν αιτιολόγησε γιατί δεν επανεξέτασε τη δοκιμασία της.
3.2 Η Επιτροπή και η EPSO ενημέρωσαν τον Διαμεσολαβητή, στην απάντησή τους της 21ης Φεβρουαρίου 2005, ότι το μέλος της εξεταστικής επιτροπής στο οποίο αναφέρθηκε η καταγγέλλουσα στις παρατηρήσεις της, δηλώνοντας ότι δεν ασχολείται με το έργο του στον τομέα του διαγωνισμού, δεν το πράττει προς το παρόν. Η Επιτροπή και η EPSO, στην απάντησή τους της 21ης Φεβρουαρίου 2005, επισημαίνουν επίσης ότι το εν λόγω μέλος του διοικητικού συμβουλίου έχει άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας και, ως εκ τούτου, ήταν σε θέση να αξιολογεί και να ελέγχει το έργο των αξιολογητών με συμβουλευτική ικανότητα (αξιολογητές) όλων των γραπτών δοκιμασιών στην ελληνική γλώσσα. Ωστόσο, σύμφωνα με την Επιτροπή και την EPSO, η τελική αξιολόγηση των επιδόσεων του καταγγέλλοντος υποβλήθηκε στη σύσκεψη ολόκληρης της επιτροπής, η οποία έλαβε την τελική απόφαση σχετικά με τα αποτελέσματα του καταγγέλλοντος και ο πρόεδρος της επιτροπής επιβεβαίωσε τα αποτελέσματα αυτά υπογράφοντας το δελτίο αξιολόγησης.
Στην απάντησή τους της 21ης Φεβρουαρίου 2005, η Επιτροπή και η EPSO διευκρινίζουν επίσης ότι οι υποψήφιοι έλαβαν, ως χωριστό έγγραφο, τις οδηγίες σχετικά με τη διαδικαστική οργάνωση των δοκιμασιών. Έλαβαν επίσης τις οδηγίες σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης του τεστ "d", οι οποίες συμπεριλήφθηκαν στο ίδιο το τεστ. Στην ίδια απάντηση, η Επιτροπή και η EPSO αναφέρονται λεπτομερώς στις εν λόγω οδηγίες. Απέστειλαν επίσης στον Διαμεσολαβητή αντίγραφο των οδηγιών σχετικά με τη διαδικαστική οργάνωση των δοκιμασιών και αντίγραφο της γραπτής δοκιμασίας «d» (αποτελούμενης από τέσσερα θέματα, καθένα από τα οποία περιείχε δύο ερωτήσεις), σε τρεις γλωσσικές εκδόσεις, ήτοι στην ελληνική, τη γαλλική και την αγγλική γλώσσα. Η Επιτροπή και η EPSO διευκρινίζουν ότι στους αξιολογητές διαβιβάστηκε αντίγραφο του αντικειμένου της γραπτής δοκιμασίας μαζί με άλλα έγγραφα (συμπεριλαμβανομένης της προκήρυξης του διαγωνισμού). Η Επιτροπή και η EPSO είναι της άποψης ότι, σύμφωνα με τις οδηγίες σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης της δοκιμασίας «δ», οι απαντήσεις θα πρέπει να βασίζονται όχι μόνο στα έγγραφα που επισυνάπτονται στη δοκιμασία, αλλά και στις ιδέες των ίδιων των υποψηφίων σχετικά με το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων.
Τέλος, στη γνώμη τους της 10ης Ιουνίου 2004, η Επιτροπή και η EPSO δήλωσαν ότι, κατόπιν αιτήματος του καταγγέλλοντος για επανεξέταση που απευθυνόταν στην εξεταστική επιτροπή, η εξεταστική επιτροπή έλεγξε το έγγραφο του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, λαμβανομένης υπόψη της διττής σήμανσης που είχε ήδη πραγματοποιηθεί, το τμήμα προσφυγών δεν έκρινε αναγκαίο να βαθμολογήσει εκ νέου τη δοκιμή. Μόνο το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να αποφασίσει να βαθμολογήσει μια δοκιμασία για τρίτη φορά και η σχετική αίτηση ενός υποψηφίου δεν υποχρεώνει το Συμβούλιο Εξυγίανσης να το πράξει.
Επί της επάρκειας των προσώπων που διενεργούν την αξιολόγηση3.3 Προκαταρκτικώς, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 τρίτο εδάφιο του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η εξεταστική επιτροπή μπορεί, για ορισμένες δοκιμασίες, να επικουρείται από έναν ή περισσότερους εξεταστές που ασκούν καθήκοντα συμβούλου (αξιολογητές).
3.4 Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία, οι εξεταστικές επιτροπές μπορούν να προσφεύγουν στη συνδρομή αξιολογητών όποτε το κρίνουν αναγκαίο. Όπως επισήμαναν επίσης η Επιτροπή και η EPSO, δεν υπάρχει παρατυπία, υπό την προϋπόθεση ότι οι μέθοδοι βαθμολόγησης δεν διαφέρουν μεταξύ των υποψηφίων και ότι το διοικητικό συμβούλιο διατηρεί την εξουσία να προβεί στην τελική αξιολόγηση (4).
3.5 Επιπλέον, η εξεταστική επιτροπή πρέπει να συγκροτείται κατά τρόπο που να εγγυάται την ικανότητά της να αξιολογεί αντικειμενικά τα επαγγελματικά προσόντα των υποψηφίων, όπως αποδεικνύεται από τις επιδόσεις τους στις δοκιμασίες (5). Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά την αξιολόγηση των ικανοτήτων των προσώπων τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 3 του παραρτήματος II του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, καλούνται να διορίσουν ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου (6).
3.6 Αναφερόμενος στην ανωτέρω απόφαση (7), ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, ακόμη και στις περιπτώσεις διαγωνισμών για «γλωσσικές» θέσεις, το Πρωτοδικείο έχει αποφανθεί ότι δεν είναι απαραίτητο κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου να έχει άριστη γνώση της γλώσσας της δοκιμασίας που πρέπει να αξιολογήσει. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι σκοπός του επίμαχου διαγωνισμού στην υπό κρίση υπόθεση δεν ήταν η πρόσληψη ατόμων από επαγγέλματα που σχετίζονται με τις γλώσσες, αλλά η πρόσληψη διοικητικών υπαλλήλων ειδικευμένων στον τομέα των κοινωνικοοικονομικών και δεοντολογικών πτυχών των δραστηριοτήτων έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης.
3.7 Ο Διαμεσολαβητής είναι επίσης της άποψης ότι, μολονότι η ανωτέρω νομολογία συνεπάγεται ότι τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής πρέπει να γνωρίζουν τον τομέα του διαγωνισμού, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει κατ’ ανάγκη να εργάζονται επί του παρόντος σε θέσεις που σχετίζονται με τον εν λόγω τομέα.
3.8 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, αν υποτεθεί ότι η καταγγέλλουσα είναι ορθή όσον αφορά τον ισχυρισμό της ότι η εξεταστική επιτροπή είχε μόνο ένα μέλος με γνώση της ελληνικής γλώσσας και ότι, επιπλέον, δεν εργαζόταν στον τομέα του διαγωνισμού, τα γεγονότα αυτά δεν μπορούν να θεωρηθούν παρατυπία που επηρέασε τα αποτελέσματα του διαγωνισμού.
Οι οδηγίες σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης του τεστ "δ"3.9 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει, πρώτον, ότι, κατά πάγια νομολογία, η εξεταστική επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τις ρυθμίσεις και το λεπτομερές περιεχόμενο των δοκιμασιών που προβλέπονται στο πλαίσιο του διαγωνισμού (8).
3.10 Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε προσεκτικά τη δοκιμασία «d», αντίγραφα της οποίας του απεστάλησαν στην ελληνική, αγγλική και γαλλική γλώσσα από την Επιτροπή και την EPSO (δηλαδή: σελίδες 1 και 2 με τίτλο «Οδηγίες» και σελίδες 3, 4, 5 και 6, καθεμία με τίτλο που αναφέρεται σε ένα θέμα της δοκιμασίας (σελίδα 3-Επιλογή Α, Εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο· σελίδα 4 - Επιλογή Β, Πολιτική καινοτομίας· σελίδα 5 - Επιλογή Γ, Πανεπιστήμια στην Ευρώπη της γνώσης· σελίδα 6 - Επιλογή Δ, Δεοντολογία και διακυβέρνηση). Κάθε θέμα είχε δύο ερωτήσεις.
Σημειώνει ότι οι οδηγίες σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης της δοκιμής συμπεριλήφθηκαν στην ίδια τη δοκιμή και τοποθετήθηκαν ως εξής:
1) Οι δύο χωριστές σελίδες με τον τίτλο «Οδηγίες», που προηγήθηκαν των ερωτημάτων, έχουν, μεταξύ άλλων, ως εξής: «Τα συνημμένα έγγραφα παρέχονται για να σας βοηθήσουν να απαντήσετε στις ερωτήσεις. Όταν απαντάτε στις ερωτήσεις, θα πρέπει επίσης να αξιοποιείτε τις γνώσεις σας»·
2) Η εισαγωγική φράση του πρώτου ερωτήματος σε κάθε σελίδα με την επικεφαλίδα που αναφέρεται στο αντικείμενο της δοκιμασίας περιελάμβανε τα εξής: «(...) απαντήστε στην ερώτηση αυτή στην κύρια γλώσσα σας, λαμβάνοντας ως σημείο εκκίνησης το συνημμένο έγγραφο 4 (...)»·
3) Η διατύπωση του πρώτου ερωτήματος περιείχε την ακόλουθη οδηγία: «(...) Βάσει του συνημμένου αποσπάσματος (...) εξηγήστε (...)».
Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται από τα ανωτέρω ότι οι υποψήφιοι κλήθηκαν να παραπέμψουν στα συνημμένα έγγραφα και επίσης να υποβάλουν τις δικές τους προτάσεις για την αντιμετώπιση των κύριων ζητημάτων.
3.11 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει την ελαφρά ανακρίβεια που προκύπτει από το γεγονός ότι υπήρχαν τρεις μη ταυτόσημες, αν και συνεπείς, οδηγίες προς τους υποψηφίους. Θεωρεί ότι μια τέτοια ελαφρά ανακρίβεια δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιώδες σφάλμα ικανό να επηρεάσει τα αποτελέσματα του διαγωνισμού.
3.12 Όσον αφορά τις γνώσεις των αξιολογητών σχετικά με τις οδηγίες, ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται από τις εξηγήσεις της EPSO ότι οι αξιολογητές έλαβαν και τις τρεις οδηγίες που αναφέρονται στο σημείο 3.9 ανωτέρω. Επιπλέον, δεδομένης της παρατήρησης σχετικά με το φύλλο αξιολόγησης της καταγγέλλουσας όσον αφορά τις γνώσεις της στον τομέα (δοκιμή στα ελληνικά) ότι «δεν έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα έγγραφα» και της τελικής παρατήρησης ότι οι απαντήσεις της κατέδειξαν «έλλειψη προσωπικών ιδεών», φαίνεται ότι οι αξιολογητές γνώριζαν ότι οι υποψήφιοι έπρεπε να παραπέμψουν στα συνημμένα έγγραφα και επίσης να υποβάλουν τις δικές τους προτάσεις για την αντιμετώπιση των κύριων ζητημάτων.
3.13 Βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι ο καταγγέλλων κατόρθωσε να αποδείξει είτε ότι οι οδηγίες ήταν παραπλανητικές είτε ότι οι αξιολογητές δεν τις γνώριζαν.
Επανεκτίμηση του κριτηρίου του καταγγέλλοντος3.14 Με βάση τις εξηγήσεις που παρείχαν η Επιτροπή και η EPSO, ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι, κατόπιν αιτήματος του καταγγέλλοντος, το ΕΣΠΔ εξέτασε τη δοκιμασία του καταγγέλλοντος, αλλά υπό το πρίσμα της διπλής βαθμολογίας που έχει ήδη πραγματοποιηθεί και της συνέπειας των βαθμών που απονέμονται σε κάθε περίπτωση, δεν βρήκε λόγους να βαθμολογήσει τη δοκιμασία για τρίτη φορά.
3.15 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την κοινοτική νομολογία (9), κατά την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των δοκιμασιών, η εξεταστική επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια.
3.16 Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού προβλέπει ότι ο υποψήφιος μπορεί να υποβάλει αίτηση επανεξέτασης αποστέλλοντας επιστολή στην οποία εκτίθενται οι λόγοι της αίτησης αυτής και ότι το διοικητικό συμβούλιο θα απαντήσει το συντομότερο δυνατόν. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν γνωρίζει κανέναν κανόνα ή αρχή που θα απαιτούσε την παρατήρηση της δοκιμής από νέα ομάδα αξιολογητών.
3.17 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της καταγγελίας. Επομένως, ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
4 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την EPSO. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο πρόεδρος της Επιτροπής και ο διευθυντής της EPSO θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ
Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι οι απόψεις των κοινοτικών θεσμικών οργάνων όσον αφορά την ορθή ισορροπία μεταξύ του ανοικτού χαρακτήρα και των θεμιτών αναγκών εμπιστευτικότητας στο έργο των εξεταστικών επιτροπών έχουν εξελιχθεί προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης βαρύτητας του ανοικτού χαρακτήρα, όπως καταδεικνύεται από την απόφαση δημοσίευσης των ονομάτων των μελών των επιτροπών. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια προτείνει στην EPSO να εξετάσει κατά πόσον θα ήταν σκόπιμο στο μέλλον να προσδιορίζονται επίσης οι αξιολογητές, ενδεχομένως μετά την ολοκλήρωση των εργασιών τους.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι οι συμβολές των μερών στην έρευνα δείχνουν ότι έχουν κατανοήσει ότι ο ισχυρισμός αυτός αναφέρεται κυρίως σε πληροφορίες σχετικά με τους αξιολογητές.
(2) Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι οι συμβολές των μερών στην έρευνα δείχνουν ότι έχουν κατανοήσει ότι ο ισχυρισμός αυτός αναφέρεται κυρίως σε πληροφορίες σχετικά με τους αξιολογητές.
(3) ΕΕ C 177 A/33 της 25ης Ιουλίου 2002.
(4) Βλ. υπόθεση T-33/00 Martinez Paramo κ.λπ. κατά Επιτροπής (2003) II-541, σκέψη 58· Υπόθεση T-153/95 Kaps κατά Δικαστηρίου (1996) II-663, σκέψη 26.
(5) Βλέπε υπόθεση T-156/89, Mordt κατά Δικαστηρίου (1991) II-00407, σκέψη 105 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
(6) Προπαρατεθείσα απόφαση Supra (σκέψη 107).
(7) Προπαρατεθείσα απόφαση Supra (σκέψη 106), καθώς και τα εξής: Υπόθεση T-160/99 Svantesson, Hellsten, Haegg κατά Συμβουλίου (2001) IA-00175, σκέψη 33.
(8) Προπαρατεθείσα απόφαση Supra (σκέψη 121). Βλέπε επίσης υπόθεση T-146/99 Teixeira Neves κατά Δικαστηρίου (2000) IA-00159, σκέψεις 37 και T-173/99 Elkaim, Mazuel κατά Επιτροπής (2000) IA-00101, σκέψη 35.
(9) Βλέπε υπόθεση T-53/00 Angioli κατά Επιτροπής, απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2003, σκέψεις 91-94 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.