FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 292/2004/TN κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 26 Νοεμβρίου 2004

Αξιότιμε κ. M.,

Στις 20 Ιανουαρίου 2004, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή εξ ονόματος της Norrbottens Frihandelsförening (σουηδικής ένωσης ελεύθερων συναλλαγών) σχετικά με την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να θέσει στο αρχείο την «καταγγελία του άρθρου 226» κατά της Σουηδίας.

Στις 16 Φεβρουαρίου 2004, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 15 Ιουνίου 2004. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 27 Ιουλίου 2004.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.

Για να αποφευχθούν παρανοήσεις, είναι σημαντικό να υπενθυμιστεί ότι η Συνθήκη ΕΚ εξουσιοδοτεί τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή να διερευνά πιθανές περιπτώσεις κακοδιοίκησης μόνο στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών. Το καταστατικό του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή προβλέπει συγκεκριμένα ότι καμία ενέργεια οποιασδήποτε άλλης αρχής ή προσώπου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή.

Ως εκ τούτου, οι έρευνες του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία σας αποσκοπούν στην εξέταση του κατά πόσον υπήρξε κακοδιοίκηση στις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Τον Ιανουάριο του 2004, υποβλήθηκε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή εξ ονόματος της Norrbottens Frihandelsförening (σουηδικής ένωσης ελεύθερων συναλλαγών) σχετικά με την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να θέσει στο αρχείο την «καταγγελία βάσει του άρθρου 226»(1) κατά της Σουηδίας.

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά είναι, συνοπτικά, τα ακόλουθα:

Ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία βάσει του άρθρου 226 κατά της Σουηδίας σχετικά με εικαζόμενες παραβάσεις των κοινοτικών κανόνων για τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και τη μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων. Όταν αγοράζει πετρέλαιο θέρμανσης στη Φινλανδία και το μεταφέρει στη Σουηδία για ιδιωτική χρήση εκεί, η Σουηδία επιβάλλει ειδικό φόρο κατανάλωσης στο πετρέλαιο και απαιτεί η μεταφορά να καλύπτεται από συνοδευτικό έγγραφο. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η πρακτική αυτή αντιβαίνει στους κοινοτικούς κανόνες.

Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν είναι ικανοποιημένος από τον χειρισμό της καταγγελίας του από την Επιτροπή και ιδίως από την ερμηνεία του άρθρου 9 παράγραφος 3 της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης. Το άρθρο 9 παράγραφος 3 ορίζει ότι ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός στο κράτος μέλος κατανάλωσης εάν τα πετρελαιοειδή μεταφέρονται με τη χρήση άτυπων μοντέλων μεταφοράς. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η ερμηνεία της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ από την Επιτροπή, και ιδίως του άρθρου 9 παράγραφος 3, είναι υπερβολικά εκτενής. Κατά την άποψη της Επιτροπής, το άρθρο 9 παράγραφος 3 παρέχει στη Σουηδία το δικαίωμα να επιβάλλει ειδικό φόρο κατανάλωσης στο πετρέλαιο και να απαιτεί π.χ. συνοδευτικά έγγραφα σύμφωνα με το άρθρο 7. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 9 παράγραφος 3 από την Επιτροπή παρέχει στα κράτη μέλη το δικαίωμα να μην εφαρμόζουν το πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων θεωρεί ότι η ερμηνεία της Επιτροπής είναι αντίθετη και δεν λαμβάνει δεόντως υπόψη τις γενικές αρχές της συνθήκης ΕΚ σχετικά με την εσωτερική αγορά και τη φορολογία, την ευρωπαϊκή συμφωνία για τις διεθνείς οδικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων (συμφωνία ADR) και την οδηγία 94/55/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τις οδικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων. Ο καταγγέλλων θεωρεί ότι η ανάλυση της Επιτροπής σχετικά με το άρθρο 9 παράγραφος 3 της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ όσον αφορά τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και τα συνοδευτικά έγγραφα θα πρέπει να συμπληρωθεί με ανάλυση υπό το πρίσμα των γενικών αρχών του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου, της συμφωνίας ΕΕΔ και της οδηγίας 94/55/ΕΟΚ.

Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται, κατ' ουσίαν, ότι η Επιτροπή, κατά την εξέταση της καταγγελίας του βάσει του άρθρου 226 κατά της Σουηδίας, δεν έλαβε υπόψη το σύνολο της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας και των διεθνών συμφωνιών.

Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή θα πρέπει να αναλύσει την οδηγία 92/12/ΕΟΚ υπό το πρίσμα όλης της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας και των διεθνών συμφωνιών.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της, η Επιτροπή διατυπώνει τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία βάσει του άρθρου 226 στην Επιτροπή ισχυριζόμενος ότι οι σουηδικές αρχές ενεργούν κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου για τους ακόλουθους λόγους. Οι σουηδικές αρχές παρεμβαίνουν στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας επιβάλλοντας ειδικούς φόρους κατανάλωσης και διενεργώντας ελέγχους στις μεταφορές πετρελαιοειδών που αγοράζονται στη Φινλανδία και μεταφέρονται στη Σουηδία με σκοπό την ιδιωτική χρήση των αγοραστών. Σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ, οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης επί των προϊόντων που αποκτώνται από ιδιώτες για δική τους χρήση και μεταφέρονται από αυτούς θα πρέπει να επιβάλλονται στο κράτος μέλος στο οποίο αποκτώνται, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση είναι η Φινλανδία. Είναι αληθές ότι η ανωτέρω αρχή μπορεί να περιοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3 της ίδιας οδηγίας, σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός στο κράτος μέλος κατανάλωσης εάν τα πετρελαιοειδή μεταφέρονται με άτυπους τρόπους μεταφοράς από ιδιώτες ή για λογαριασμό τους. Ωστόσο, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, οι σουηδικές αρχές αντιβαίνουν στην οδηγία, θεωρώντας ότι οι τρόποι μεταφοράς, οι οποίοι είναι συνήθεις για τις ιδιωτικές μεταφορές και χρησιμοποιούνται στη σουηδική-φινλανδική παραμεθόρια περιοχή για μεγάλο χρονικό διάστημα, είναι άτυποι. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε επίσης στην εικαζόμενη παραβίαση της οδηγίας 94/55/ΕΟΚ και της συμφωνίας ΕΕΔ από τις σουηδικές αρχές.

Κατά την εξέταση της καταγγελίας κατά των σουηδικών αρχών, η Γενική Διεύθυνση Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης της Επιτροπής (εφεξής «ΓΔ TAXUD») δεν διαπίστωσε παραβίαση της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ. Όσον αφορά την εικαζόμενη παραβίαση της οδηγίας 94/55/ΕΟΚ και της συμφωνίας ΕΕΔ, η Επιτροπή επισήμανε ότι ο καταγγέλλων είχε υποβάλει παρόμοια καταγγελία, η οποία είχε ήδη εξεταστεί από τη Γενική Διεύθυνση Ενέργειας και Μεταφορών (εφεξής «ΓΔ TREN»).

Με επιστολή της 12ης Δεκεμβρίου 2003, η ΓΔ TAXUD ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα σχετικά με τα πορίσματά της όσον αφορά την οδηγία 92/12/ΕΟΚ. Ανέλυσε τη σχετική εθνική νομοθεσία υπό το πρίσμα της οδηγίας, και ιδίως υπό το πρίσμα του ορισμού των «άτυπων τρόπων μεταφοράς» στο άρθρο 9 παράγραφος 3, αλλά δεν διαπίστωσε παραβίαση της οδηγίας. Ως εκ τούτου, η ΓΔ TAXUD ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για την πρόθεσή της να θέσει την υπόθεση στο αρχείο, εάν ο καταγγέλλων δεν παρείχε πληροφορίες που θα του επέτρεπαν να διαπιστώσει την ύπαρξη παράβασης της οδηγίας. Ο καταγγέλλων είχε στη διάθεσή του τέσσερις εβδομάδες για να υποβάλει τις παρατηρήσεις του σχετικά με το θέμα. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε επίσης ότι οι ισχυρισμοί σχετικά με την οδηγία 94/55/ΕΟΚ και τη συμφωνία ΕΕΔ εξετάστηκαν χωριστά από τη ΓΔ TREN και ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν επηρέασαν τα πορίσματα της ΓΔ TAXUD όσον αφορά την οδηγία 92/12/ΕΟΚ. Δεδομένου ότι η ΓΔ TAXUD δεν έλαβε απάντηση από τον καταγγέλλοντα στην επιστολή του, η υπόθεση περατώθηκε. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε για την απόφαση περάτωσης της υπόθεσης με επιστολή της 21ης Απριλίου 2004.

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι εξέτασε την καταγγελία κατά των σουηδικών αρχών σύμφωνα με την ανακοίνωσή της προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου (2) και σύμφωνα με τον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς (3). Οι κανόνες αυτοί συνεπάγονται ότι ο καταγγέλλων μπορεί να αναμένει από την Επιτροπή να λάβει υπόψη όλα τα σχετικά επιχειρήματά του και να τον ενημερώσει για την πρόθεσή του να θέσει την υπόθεση στο αρχείο χωρίς να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες πριν από την ενέργεια αυτή. Ως εκ τούτου, εάν ένας καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι ορισμένες διατάξεις του παράγωγου δικαίου αντιβαίνουν στο πρωτογενές δίκαιο, η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει το επιχείρημα αυτό, μολονότι, στην πράξη, το παράγωγο δίκαιο μπορεί να θεωρηθεί παράνομο μόνο στο πλαίσιο προσφυγής ακύρωσης ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 230 της συνθήκης ΕΚ ή σε σχέση με αίτηση προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 234 της συνθήκης ΕΚ. Στο πλαίσιο καταγγελίας βάσει του άρθρου 226, οι αρχές της χρηστής διοικητικής συμπεριφοράς δεν απαιτούν από την Επιτροπή να διερευνήσει, με δική της πρωτοβουλία, κατά πόσον ορισμένες διατάξεις του παράγωγου δικαίου είναι σύμφωνες με το πρωτογενές δίκαιο. Οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων τεκμαίρεται ότι είναι νόμιμες μέχρις ότου ακυρωθούν ή ανακληθούν (4).

Ο καταγγέλλων δεν στήριξε την καταγγελία του βάσει του άρθρου 226 κατά της Σουηδίας στον εικαζόμενο παράνομο χαρακτήρα του άρθρου 9 παράγραφος 3 της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ. Η πτυχή της παρανομίας αναφέρθηκε μόνο στην τελευταία παράγραφο της καταγγελίας, στην οποία ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να ενεργήσει κατά της Σουηδίας ή θα έπρεπε να ζητήσει από το Δικαστήριο να ακυρώσει τα σχετικά άρθρα της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις σουηδικές αρχές, αφήνουν περιθώριο για τόσο διασταλτική ερμηνεία ώστε μια δευτερεύουσα πράξη να ακυρώνει τα αποτελέσματα ορισμένων διατάξεων του πρωτογενούς δικαίου. Η Επιτροπή αντιλήφθηκε το γεγονός αυτό απλώς υπογραμμίζοντας τη σημασία της εικαζόμενης παράβασης, δηλαδή την παράλειψη των σουηδικών αρχών να ενεργήσουν σύμφωνα με την οδηγία. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν είχε λόγο να ασχοληθεί με το ζήτημα της παρανομίας.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων εμμένει στην καταγγελία του και ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή υποχρεούται να διερευνήσει μια καταγγελία βάσει του άρθρου 226 με βάση όλη την εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία και ότι η εθνική ερμηνεία μιας οδηγίας πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της ανώτερης κοινοτικής νομοθεσίας και της κοινοτικής νομολογίας χωρίς ρητό αίτημα του καταγγέλλοντος.

Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η ιδιωτική μεταφορά πετρελαίου θέρμανσης δεν μπορεί να θεωρηθεί «άτυπη» σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3 της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ, εάν ο τρόπος μεταφοράς πληροί τις απαιτήσεις ασφάλειας της οδηγίας 94/55/ΕΟΚ και χρησιμοποιείται συνήθως για ιδιωτικές μεταφορές σε άλλο κράτος μέλος, στην προκειμένη περίπτωση στη Φινλανδία. Κατά τη διάρκεια συνεδρίασης της 4ης Μαΐου 1999, οι υπηρεσίες της Επιτροπής εξήγησαν ότι σκοπός του άρθρου 9 παράγραφος 3 είναι να αποτραπεί η μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων που δεν πληρούν τις απαιτήσεις ασφάλειας της συμφωνίας ADR. Το άρθρο 9 παράγραφος 3 πρέπει να ερμηνεύεται στενά και σύμφωνα με τις αρχές της αναλογικότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Επί της προβαλλομένης μη συνεκτιμήσεως του συνόλου της σχετικής νομοθεσίας

1.1 Η καταγγελία προς το Διαμεσολαβητή αφορά το χειρισμό από την Επιτροπή καταγγελίας βάσει του άρθρου 226 κατά της Σουηδίας σχετικά με εικαζόμενες παραβάσεις των κοινοτικών κανόνων για τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και τη μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων. Όταν αγοράζει πετρέλαιο θέρμανσης στη Φινλανδία και το μεταφέρει στη Σουηδία για ιδιωτική χρήση εκεί, η Σουηδία επιβάλλει ειδικό φόρο κατανάλωσης στο πετρέλαιο και απαιτεί η μεταφορά να καλύπτεται από συνοδευτικό έγγραφο. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η πρακτική αυτή αντιβαίνει στους κοινοτικούς κανόνες.

Ο καταγγέλλων είναι δυσαρεστημένος με τον χειρισμό της καταγγελίας του από την Επιτροπή και, ειδικότερα, με την ερμηνεία του άρθρου 9 παράγραφος 3 της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ. Ισχυρίζεται ότι η διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 9 παράγραφος 3 από την Επιτροπή παρέχει στα κράτη μέλη το δικαίωμα να μην εφαρμόζουν το πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο. Ο καταγγέλλων πιστεύει ότι η ερμηνεία της Επιτροπής είναι αντίθετη και δεν λαμβάνει δεόντως υπόψη τις γενικές αρχές της συνθήκης ΕΚ σχετικά με την εσωτερική αγορά και τη φορολογία, τη συμφωνία ΕΕΔ και την οδηγία 94/55/ΕΟΚ.

Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η ιδιωτική μεταφορά πετρελαίου θέρμανσης δεν μπορεί να θεωρηθεί «άτυπη» βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 3 της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ εάν ο τρόπος μεταφοράς πληροί τις απαιτήσεις ασφάλειας της οδηγίας 94/55/ΕΟΚ και χρησιμοποιείται συνήθως για ιδιωτικές μεταφορές σε άλλο κράτος μέλος, στην προκειμένη περίπτωση στη Φινλανδία.

Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, κατά την εξέταση της καταγγελίας του βάσει του άρθρου 226 κατά της Σουηδίας, δεν έλαβε υπόψη όλη τη σχετική κοινοτική νομοθεσία και τις διεθνείς συμφωνίες.

1.2 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι εξέτασε την καταγγελία κατά των σουηδικών αρχών σύμφωνα με τους κανόνες που τη δεσμεύουν. Εξηγεί ότι η καταγγελία αφορούσε την εικαζόμενη παραβίαση, από τις σουηδικές αρχές, ιδίως του άρθρου 9 παράγραφος 3 της οδηγίας 92/12, της οδηγίας 94/55/ΕΟΚ και της συμφωνίας ΕΕΔ. Η ΓΔ TAXUD ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για τα πορίσματά της όσον αφορά την οδηγία 92/12/ΕΟΚ, ότι οι ισχυρισμοί σχετικά με την οδηγία 94/55/ΕΟΚ και τη συμφωνία ΕΕΔ εξετάστηκαν χωριστά από τη ΓΔ TREN και ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν επηρέασαν τα πορίσματα της ΓΔ TAXUD όσον αφορά την οδηγία 92/12/ΕΟΚ. Η ΓΔ TAXUD δεν έλαβε απάντηση στην επιστολή της με την οποία να ενημερώνει τον καταγγέλλοντα για την πρόθεσή της να θέσει την υπόθεση στο αρχείο.

Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, εάν ένας καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι ορισμένες διατάξεις του παράγωγου δικαίου αντιβαίνουν στο πρωτογενές δίκαιο (5), η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει το επιχείρημα αυτό, μολονότι, στην πράξη, οι διατάξεις του παράγωγου δικαίου μπορούν να θεωρηθούν παράνομες μόνο στο πλαίσιο προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο πλαίσιο καταγγελίας βάσει του άρθρου 226, οι αρχές της χρηστής διοικητικής συμπεριφοράς δεν απαιτούν από την Επιτροπή να διερευνήσει, με δική της πρωτοβουλία, κατά πόσον ορισμένες διατάξεις του παράγωγου δικαίου είναι σύμφωνες με το πρωτογενές δίκαιο. Οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων τεκμαίρεται ότι είναι νόμιμες μέχρις ότου ακυρωθούν ή ανακληθούν (6). Επιπλέον, ο καταγγέλλων δεν στήριξε την καταγγελία του βάσει του άρθρου 226 κατά της Σουηδίας στον εικαζόμενο παράνομο χαρακτήρα του άρθρου 9 παράγραφος 3 της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ. Η πτυχή της παρανομίας αναφέρθηκε μόνο στην τελευταία παράγραφο της καταγγελίας, στην οποία ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να ενεργήσει κατά της Σουηδίας ή θα έπρεπε να ζητήσει από το Δικαστήριο να ακυρώσει τα σχετικά άρθρα της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις σουηδικές αρχές, αφήνουν περιθώριο για τόσο διασταλτική ερμηνεία ώστε μια δευτερεύουσα πράξη να ακυρώνει τα αποτελέσματα ορισμένων διατάξεων του πρωτογενούς δικαίου. Η Επιτροπή αντιλήφθηκε το γεγονός αυτό απλώς υπογραμμίζοντας τη σημασία της εικαζόμενης παράβασης, δηλαδή την παράλειψη των σουηδικών αρχών να ενεργήσουν σύμφωνα με την οδηγία. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν είχε λόγο να ασχοληθεί με το ζήτημα της παρανομίας.

1.3 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι σκοπός της έρευνάς του είναι να διαπιστωθεί κατά πόσον η Επιτροπή, κατά τον χειρισμό της καταγγελίας του καταγγέλλοντος βάσει του άρθρου 226, ενήργησε σύμφωνα με τους κανόνες και τις αρχές που τη δεσμεύουν και εντός των ορίων της νόμιμης εξουσίας της.

1.4 Ο Διαμεσολαβητής κατανοεί ότι η ουσία της ανησυχίας του καταγγέλλοντος έγκειται στο γεγονός ότι, κατά την ανάλυση της συμμόρφωσης της σουηδικής νομοθεσίας με το άρθρο 9 παράγραφος 3 της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ, η Επιτροπή παρέλειψε να εξετάσει κατά πόσον το άρθρο 9 παράγραφος 3 και η ερμηνεία του από τη Σουηδία ήταν σύμφωνα με τη λοιπή κοινοτική νομοθεσία. Η ανησυχία του καταγγέλλοντος συνεπάγεται είτε ότι το άρθρο 9 παράγραφος 3 είναι παράνομο είτε ότι η ερμηνεία του από την Επιτροπή είναι εσφαλμένη.

1.5 Όσον αφορά τον ενδεχόμενο παράνομο χαρακτήρα του άρθρου 9 παράγραφος 3 της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει την εξήγηση της Επιτροπής ότι δεν είχε λόγο να εξετάσει το ζήτημα αυτό κατά τον χειρισμό της καταγγελίας βάσει του άρθρου 226, διότι ο καταγγέλλων δεν στήριξε την καταγγελία του στον εικαζόμενο παράνομο χαρακτήρα της διάταξης, αλλά στην εικαζόμενη μη συμμόρφωση της Σουηδίας με αυτήν. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης την εξήγηση της Επιτροπής ότι αντιλαμβάνεται τη δήλωση του καταγγέλλοντος ότι, εάν η Επιτροπή δεν ενεργήσει κατά της διασταλτικής ερμηνείας των σχετικών άρθρων της οδηγίας από τις σουηδικές αρχές, θα πρέπει να ζητήσει από το δικαστήριο να ακυρώσει τα άρθρα, ως προσπάθεια να υπογραμμίσει τη σημασία της εικαζόμενης παράβασης. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί εύλογες τις εξηγήσεις της Επιτροπής, οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον καταγγέλλοντα.

Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι ο καταγγέλλων δεν αντέδρασε στην επιστολή της Επιτροπής με την οποία πρότεινε να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο, παρόλο που η επιστολή δεν έθιγε το ζήτημα του κατά πόσον η οδηγία 92/12/ΕΟΚ, και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 3, ήταν σύμφωνη με άλλη κοινοτική νομοθεσία.

Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι στόχος της διαδικασίας του άρθρου 226 είναι να διασφαλιστεί ότι το κράτος μέλος συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τη Συνθήκη. Ο Διαμεσολαβητής δεν βρίσκει τίποτα στο πλαίσιο της παρούσας καταγγελίας βάσει του άρθρου 226 που θα έπρεπε να είχε ωθήσει την Επιτροπή να εξετάσει το ζήτημα της νομιμότητας των σχετικών διατάξεων της οδηγίας.

1.6 Όσον αφορά την ενδεχομένως εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 9 παράγραφος 3 της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει την ανάλυση της Επιτροπής, όπως παρουσιάζεται στην επιστολή της 12ης Δεκεμβρίου 2003 προς τον καταγγέλλοντα. Στην επιστολή της, η Επιτροπή αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 3, επισημαίνοντας τη ρητή εξήγησή της ότι ως «άτυπη μεταφορά» νοείται η μεταφορά υγρών προϊόντων θέρμανσης εκτός από τη μεταφορά με βυτιοφόρα που χρησιμοποιούνται για λογαριασμό επαγγελματιών εμπόρων. Η Επιτροπή συνεχίζει αναφέροντας ότι το πετρέλαιο θέρμανσης που μεταφέρεται με άλλα μέσα εκτός από εκείνο που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 3 εξαιρείται από την εξαίρεση του άρθρου 8, το οποίο ορίζει ότι ο ειδικός φόρος κατανάλωσης επί των προϊόντων που αποκτώνται από ιδιώτες για δική τους χρήση και μεταφέρονται από αυτούς εισπράττεται στο κράτος μέλος στο οποίο αποκτώνται τα προϊόντα. Δεδομένου ότι το άρθρο 8 δεν εφαρμόζεται στις ιδιωτικές μεταφορές πετρελαίου θέρμανσης με άτυπους τρόπους μεταφοράς, οι μεταφορές αυτές πρέπει να διέπονται από άλλο καθεστώς, και συγκεκριμένα από το άρθρο 7 της οδηγίας. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, στην περίπτωση που περιγράφει ο καταγγέλλων στην καταγγελία του βάσει του άρθρου 226, οι σουηδικές αρχές έχουν το δικαίωμα να επιβάλλουν ειδικό φόρο κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης και να διασφαλίζουν ότι πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 7 της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ, πράγμα που σημαίνει, για παράδειγμα, ότι η μεταφορά πρέπει να καλύπτεται από συνοδευτικά έγγραφα.

Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί εύλογη την ανάλυση της Επιτροπής σχετικά με την ερμηνεία του θέματος από τις σουηδικές αρχές. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής δεν βρίσκει στοιχεία που να στηρίζουν το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι οι τρόποι μεταφοράς που χρησιμοποιούνται συνήθως σε άλλο κράτος μέλος και πληρούν τις απαιτήσεις ασφάλειας της οδηγίας 94/55/ΕΟΚ δεν μπορούν να θεωρηθούν άτυποι βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 3 της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ.

Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος, που προβλήθηκε στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ότι το άρθρο 9 παράγραφος 3 της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τις αρχές της αναλογικότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων, ο Διαμεσολαβητής δεν βρίσκει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η ερμηνεία του άρθρου 9 παράγραφος 3 από την Επιτροπή είναι δυσανάλογη ή εισάγει διακρίσεις.

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι η ανώτατη αρχή όσον αφορά την ερμηνεία της κοινοτικής νομοθεσίας.

1.7 Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή ενήργησε σύμφωνα με τους κανόνες και τις αρχές που τη δεσμεύουν και εντός των ορίων της νόμιμης εξουσίας της κατά την εξέταση της καταγγελίας παράβασης του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής.

2 Ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος

2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή θα πρέπει να αναλύσει την οδηγία 92/12/ΕΟΚ υπό το πρίσμα όλης της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας και των διεθνών συμφωνιών. Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ως αίτημα προς την Επιτροπή να διερευνήσει, σε ευρύτερο νομικό πλαίσιο, την κατάσταση στη Σουηδία όσον αφορά την ιδιωτική μεταφορά πετρελαίου θέρμανσης που αγοράζεται στη Φινλανδία. Ωστόσο, βάσει των πορισμάτων της παραγράφου 1.7 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι υπάρχει λόγος να δώσει συνέχεια στον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας.

2.2 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο καταγγέλλων έχει τη δυνατότητα να υποβάλει νέα καταγγελία στην Επιτροπή, η οποία βασίζεται ρητά στο ασυμβίβαστο της υφιστάμενης κατάστασης στη Σουηδία με τις αρχές της συνθήκης ΕΚ.

3 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Το άρθρο 226 της συνθήκης ΕΚ εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να προσφεύγει κατά κράτους μέλους για παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου. Οποιοσδήποτε μπορεί να υποβάλει καταγγελία (καταγγελία βάσει του άρθρου 226) στην Επιτροπή κατά κράτους μέλους σχετικά με κρατικό μέτρο ή διοικητική πρακτική που θεωρεί ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο.

(2) ΕΕ 2002, C 244, σ. 5.

(3) Διατίθεται στη διεύθυνση: http://www.europa.eu/comm/secretariat_general/code/index_en.htm

(4) Βλ. υπόθεση C-245/92, Chemie Linz GmbH κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I-04643, σκέψη 93.

(5) Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το πρωτογενές δίκαιο είναι οι Συνθήκες και το παράγωγο δίκαιο, το οποίο βασίζεται στις Συνθήκες, περιλαμβάνει π.χ. οδηγίες και αποφάσεις. Το παράγωγο δίκαιο πρέπει να συνάδει με τις γενικές αρχές του δικαίου, όπως ορίζονται στη νομολογία του Δικαστηρίου.

(6) Βλ. υπόθεση C-245/92, Chemie Linz GmbH κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I-04643, σκέψη 93.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!