FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 737/2003/GG κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου


Στρασβούργο, 1η Οκτωβρίου 2003

Αξιότιμε κύριε,

Στις 7 Απριλίου 2003, υποβάλατε, εξ ονόματος της πελάτισσάς σας, κας Heidelinde Pfefferle, καταγγελία κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τον χειρισμό από το τελευταίο των προσκλήσεων υποβολής προσφορών για τη λειτουργία κομμωτηρίου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο Στρασβούργο.

Στις 6 Μαΐου 2003, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο γνωμοδότησε στις 3 Ιουλίου 2003. Σας το διαβίβασα στις 15 Ιουλίου 2003 με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 28 Αυγούστου 2003.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Το 2000, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δημοσίευσε πρόσκληση υποβολής προσφορών για τη λειτουργία κομμωτηρίου στο κτίριο WIC του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο. Ο καταγγέλλων, Γερμανός υπήκοος, είναι κομμωτής ο οποίος εκμεταλλεύεται κομμωτήριο στη Γερμανία. Στις 13 Σεπτεμβρίου 2000, υπέβαλε, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο της, προσφορά προς απάντηση στην εν λόγω πρόσκληση υποβολής προσφορών. Ελλείψει περαιτέρω πληροφοριών, ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος απέστειλε επιστολή στο Κοινοβούλιο στις 20 Νοεμβρίου 2000 προκειμένου να διαπιστώσει αν είχε ήδη ληφθεί απόφαση. Με επιστολή της 22ας Νοεμβρίου 2000, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι είχε αποφασίσει να ακυρώσει την πρόσκληση υποβολής προσφορών. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ο κ. V., ο αρμόδιος για το θέμα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εξήγησε στη συνέχεια με την ευκαιρία τηλεφωνικής συνομιλίας ότι η ακύρωση οφειλόταν σε εσωτερικά προβλήματα και ότι στις αρχές του 2001 επρόκειτο να δημοσιευθεί νέα πρόσκληση υποβολής προσφορών. Ο κ. V. πρόσθεσε ότι ο καταγγέλλων θα ενημερωθεί άμεσα.

Στις 22 Φεβρουαρίου 2001, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δημοσίευσε προκήρυξη διαγωνισμού για τη λειτουργία κομμωτηρίου στο κτίριο WIC του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο στην «Mittelbadische Presse» (γερμανική εφημερίδα). Σύμφωνα με τις πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν στην εν λόγω προκήρυξη, οι αιτήσεις για την παραλαβή των τευχών δημοπράτησης έπρεπε να υποβληθούν έως τις 6 Μαρτίου 2001. Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι δεν ενημερώθηκε για την παρούσα πρόσκληση υποβολής προσφορών.

Στις 26 Απριλίου 2001, ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος απέστειλε επιστολή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προκειμένου να πληροφορηθεί πότε θα δημοσιευθεί η νέα πρόσκληση υποβολής προσφορών. Με επιστολή της 3ης Μαΐου 2001, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απέστειλε στον καταγγέλλοντα νέα πρόσκληση υποβολής προσφορών και τα σχετικά έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τα κριτήρια επιλογής και τα κριτήρια ανάθεσης. Ο καταγγέλλων υπέβαλε προσφορά εντός της προθεσμίας που ορίστηκε για το σκοπό αυτό στην πρόσκληση υποβολής προσφορών (29 Μαΐου 2001).

Με επιστολή της 13ης Αυγούστου 2001, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενημέρωσε την καταγγέλλουσα ότι η προσφορά της δεν είχε γίνει δεκτή. Ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος αμφισβήτησε την απόφαση αυτή με επιστολή της 27ης Αυγούστου 2001. Στην απάντησή του της 14ης Σεπτεμβρίου 2001, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι ο διαγωνισμός είχε ανατεθεί, «σύμφωνα με τα κριτήρια επιλογής και ανάθεσης για προσκλήσεις υποβολής προσφορών από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο», σε κομμωτήριο με την ονομασία «Haute Coiffure Duo».

Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα εξέφρασε την άποψη ότι υπήρχε ισχυρή υποψία ότι η πρόσκληση υποβολής προσφορών που διοργανώθηκε το 2000 είχε ακυρωθεί αυθαίρετα και ότι θα έπρεπε να της είχε ανατεθεί η προσφορά, δεδομένου ότι είχε υποβάλει την καλύτερη προσφορά. Η καταγγέλλουσα επέκρινε επίσης το γεγονός ότι τα έγγραφα σχετικά με τη δεύτερη ή την τρίτη πρόσκληση υποβολής προσφορών της είχαν αποσταλεί μόνο αφού είχε ζητήσει πληροφορίες, παρόλο που το Κοινοβούλιο είχε δεσμευθεί να την ενημερώσει χωρίς καθυστέρηση σχετικά με νέα πρόσκληση υποβολής προσφορών. Τέλος, η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι δεν είχε ενημερωθεί δεόντως για τους επιμέρους λόγους της απόφασης του Κοινοβουλίου. Κατά την άποψή της, μια τυποποιημένη απάντηση δεν της παρείχε τη δυνατότητα να κατανοήσει τους λόγους στους οποίους στηρίχθηκε η απόφαση.

Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων διατύπωσε τους ακόλουθους ισχυρισμούς:

(1) Η πρόσκληση υποβολής προσφορών που διοργανώθηκε το 2000 ακυρώθηκε αυθαίρετα.

(2) Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο της διαβίβασε τα έγγραφα σχετικά με τη δεύτερη ή την τρίτη πρόσκληση υποβολής προσφορών μόνο αφού είχε ζητήσει πληροφορίες, μολονότι το Κοινοβούλιο είχε δεσμευθεί να την ενημερώσει χωρίς καθυστέρηση σχετικά με νέα πρόσκληση υποβολής προσφορών.

(3) Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν την ενημέρωσε για τους λόγους της απόφασής του να αναθέσει τη σύμβαση στο κομμωτήριο που ονομάζεται «Haute Coiffure Duo» και όχι σε αυτήν.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Στη γνώμη του, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2000, ο διατάκτης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δημοσίευσε πρόσκληση υποβολής προσφορών για τη λειτουργία του κομμωτηρίου του Στρασβούργου, το οποίο στη συνέχεια διαχειριζόταν το «Haute Coiffure Duo». Η σύμβαση του εν λόγω φορέα επρόκειτο να λήξει την 1η Δεκεμβρίου 2000.

Στις 22 Νοεμβρίου 2000, ο διατάκτης απέστειλε επιστολή στους προσφέροντες που είχαν απαντήσει στην πρόσκληση υποβολής προσφορών, ενημερώνοντάς τους ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 των γενικών όρων που εφαρμόζονται στις συμβάσεις, είχε αποφασίσει να μην αναθέσει τη σύμβαση. Πράγματι, ο διατάκτης προτίμησε να αποσύρει την πρόσκληση υποβολής προσφορών διαπιστώνοντας ότι τα κριτήρια ανάθεσης που επελέγησαν για την εν λόγω προσφορά δεν έδιναν επαρκή έμφαση στην ποιότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας και ότι τα κριτήρια επιλογής δεν προσδιόριζαν την ελάχιστη απαιτούμενη πείρα.

Επομένως, ήταν προφανές ότι, κατά το στάδιο αυτό της εξελίξεως, και αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της καταγγέλλουσας, η πρώτη πρόσκληση προς υποβολή προσφορών δεν είχε αποσυρθεί αυθαίρετα και ότι η καταγγέλλουσα είχε δεόντως ενημερωθεί σχετικά.

Κατόπιν ευνοϊκής γνώμης της Συμβουλευτικής Επιτροπής Προμηθειών και Συμβάσεων (ACPC) κατά τη συνεδρίασή της στις 10 Νοεμβρίου 2000, η σύμβαση παρατάθηκε έως τις 31 Μαρτίου 2001 (γνωμοδότηση 00/0235). Στη συνέχεια, ο διατάκτης ζήτησε από τη ΣΕΑΣ, κατά τη συνεδρίασή της στις 9 Μαρτίου 2001 (γνωμοδότηση 01/046), να του επιτραπεί να παρατείνει τη σύμβαση έως τις 30 Ιουνίου 2001.

Τα έγγραφα υποβολής προσφορών για τη νέα πρόσκληση υποβολής προσφορών υποβλήθηκαν στη ΣΕΑΣ κατά τη συνεδρίασή της στις 10 Απριλίου 2001 για γνωμοδότηση, πριν διαβιβαστούν στους προσφέροντες. Η ΣΕΑΣ διατύπωσε ευνοϊκή γνώμη, με την επιφύλαξη ορισμένων αλλαγών που ενσωματώθηκαν στα έγγραφα στην τελική τους μορφή (γνωμοδότηση 01/069).

Οι προκηρύξεις του νέου διαγωνισμού δημοσιεύθηκαν στις 22 Φεβρουαρίου 2001 στις Dernières Nouvelles d'Alsace και Mittelbadische Presse. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έλαβε τέσσερις αιτήσεις για τη συγγραφή υποχρεώσεων εντός της προθεσμίας που ορίστηκε για την υποβολή τους στις 6 Μαρτίου 2001. Όπως προτείνεται στο σημείωμα προς τη ΣΕΑΣ της 2ας Απριλίου 2001, τα τεύχη δημοπράτησης απεστάλησαν στις εν λόγω επιχειρήσεις στις 3 Μαΐου 2001 καθώς και στον καταγγέλλοντα ο οποίος δεν είχε υποβάλει παρατηρήσεις σε απάντηση της τελευταίας κοινοποίησης που δημοσιεύθηκε στον Τύπο.

Κατά συνέπεια, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο καταγγέλλων δεν μπορούσε βασίμως να ισχυριστεί ότι δεν είχε ενημερωθεί από το Κοινοβούλιο για την ύπαρξη της εν λόγω προσκλήσεως υποβολής προσφορών.

Η πρόσκληση υποβολής προσφορών προέβλεπε υποχρεωτική επίσκεψη στις εγκαταστάσεις στις 18 Μαΐου 2001. Ο καταγγέλλων και δύο άλλοι προσφέροντες (συμπεριλαμβανομένου του κατεστημένου φορέα εκμετάλλευσης) απέστειλαν εκπροσώπους.

Ως προθεσμία για την υποβολή των προσφορών ορίστηκε η 29η Μαΐου 2001. Οι τρεις προαναφερθείσες επιχειρήσεις υπέβαλαν προσφορές οι οποίες επελέγησαν μετά από ανάλυση των κριτηρίων επιλογής.

Μετά την ανάλυση των προσφορών με βάση τα τέσσερα κριτήρια ανάθεσης, τα αποτελέσματα ήταν τα εξής:

Υψηλή coiffure Duo Καταγγέλλων (τρίτος πλειοδότης)
1. Επαγγελματικά προσόντα 43,60 41,20 37,25
2. Δομή στελέχωσης 15 15 0
3. Εγγύηση μακροχρόνιου προσωπικού 15 11 10
4. Τιμές υπηρεσιών 8 4 0
Σύνολο βαθμών στα 100 81,60 71,20 47,25

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο διατάκτης είχε ζητήσει η ποιότητα των υπηρεσιών να κατέχει εξέχουσα θέση στα κριτήρια ανάθεσης. Από την ανάλυση των προσφορών προέκυψε ότι το «Haute Coiffure Duo» προσέφερε προσωπικό με επαγγελματικά προσόντα και πείρα ανώτερη από εκείνη των άλλων δύο προσφερόντων.

Τα αποτελέσματα αυτά, μαζί με τους πίνακες ανάλυσης των προσφορών και τους διάφορους πίνακες αξιολόγησης που δεν χρειάζεται να κοινοποιηθούν στους προσφέροντες, υποβλήθηκαν στη ΣΕΑΣ με επεξηγηματικό σημείωμα στις 15 Ιουνίου 2001. Ο διατάκτης συνέστησε στη ΣΕΑΣ να γνωμοδοτήσει υπέρ του «Haute Coiffure Duo», το οποίο είχε την υψηλότερη βαθμολογία στον πίνακα ανάλυσης των κριτηρίων ανάθεσης.

Η ΣΕΑΣ γνωμοδότησε (αριθ. 01/123 της 29ης Ιουνίου 2001) υπέρ της ανάθεσης της σύμβασης στο «Haute Coiffure Duo» για περίοδο πέντε ετών, η οποία μπορεί να ανανεωθεί πέντε φορές για ένα έτος.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενημέρωσε την καταγγέλλουσα ότι η προσφορά της δεν έγινε δεκτή. Επιπλέον, και απαντώντας σε επιστολή της 27ης Αυγούστου 2001 που απέστειλε ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα στις 14 Σεπτεμβρίου 2001 ότι, αφού εξέτασε τα κριτήρια επιλογής και ανάθεσης για τις υποβληθείσες προσφορές, η σύμβαση ανατέθηκε στο «Haute Coiffure Duo». Επισημαίνεται ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν ήταν υποχρεωμένες να παράσχουν λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τα πλεονεκτήματα ή άλλα χαρακτηριστικά της επιλεγείσας προσφοράς.

Με επιστολή της 25ης Σεπτεμβρίου 2001, ο δικηγόρος της καταγγέλλουσας εξέφρασε την έκπληξή του για το γεγονός ότι η προσφορά της «Haute Coiffure Studio» θα μπορούσε να είχε γίνει δεκτή, δεδομένου ότι η εν λόγω εταιρεία δεν είχε, κατά τους ισχυρισμούς της, εκπροσωπηθεί κατά την υποχρεωτική επίσκεψη στις εγκαταστάσεις στις 18 Μαΐου 2001. Μολονότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν εντελώς αβάσιμος, οι αρμόδιες υπηρεσίες είχαν απαντήσει επισημαίνοντας ότι το «Haute Coiffure Duo» είχε πράγματι εκπροσωπηθεί κατά την επίσκεψη στις εγκαταστάσεις και είχε προχωρήσει μέχρι το σημείο να διαβιβάσει κατ' εξαίρεση στον δικηγόρο αντίγραφο της αλληλογραφίας σχετικά με την εν λόγω επίσκεψη, προκειμένου να συντομεύσει κάθε αβάσιμη αξίωση.

Υπό το πρίσμα της ανωτέρω ακολουθίας γεγονότων, δεν μπορούσε παρά να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε η καταγγέλλουσα στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή ήταν αβάσιμα.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα ενέμεινε στην καταγγελία της. Ισχυρίστηκε ότι, ελλείψει πληροφοριών σχετικά με τα ειδικά κριτήρια που εφαρμόστηκαν όσον αφορά τα επαγγελματικά προσόντα και την εγγύηση του προσωπικού που υπηρετεί επί μακρόν, το αποτέλεσμα της ανάλυσης των προσφορών δεν μπορούσε να ελεγχθεί και δεν ήταν διαφανές.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Αυθαίρετη ακύρωση πρόσκλησης υποβολής προσφορών

1.1 Το 2000, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δημοσίευσε πρόσκληση υποβολής προσφορών για τη λειτουργία κομμωτηρίου στο κτίριο WIC του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο. Ο καταγγέλλων, Γερμανός υπήκοος, είναι κομμωτής ο οποίος εκμεταλλεύεται κομμωτήριο στη Γερμανία. Στις 13 Σεπτεμβρίου 2000, υπέβαλε προσφορά απαντώντας στην εν λόγω πρόσκληση υποβολής προσφορών. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η πρόσκληση υποβολής προσφορών ακυρώθηκε αυθαίρετα από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

1.2 Στη γνώμη του, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επισημαίνει ότι αποφάσισε να αποσύρει την πρόσκληση υποβολής προσφορών διαπιστώνοντας ότι τα κριτήρια ανάθεσης που επελέγησαν για την εν λόγω προσφορά δεν έδιναν αρκετή έμφαση στην ποιότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας και ότι τα κριτήρια επιλογής δεν προσδιόριζαν την ελάχιστη απαιτούμενη πείρα.

1.3 Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η εξήγηση που έδωσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την ακύρωση της πρόσκλησης υποβολής προσφορών που δημοσιεύθηκε το 2000 φαίνεται εύλογη και ότι, ως εκ τούτου, η καταγγέλλουσα δεν απέδειξε τον ισχυρισμό της ότι το Κοινοβούλιο ενήργησε αυθαίρετα.

1.4 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό που υπέβαλε ο καταγγέλλων.

2 Μη αποστολή πληροφοριών χωρίς πρόσκληση

2.1 Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο της απέστειλε τα έγγραφα σχετικά με τη δεύτερη ή την τρίτη πρόσκληση υποβολής προσφορών μόνο αφού ο δικηγόρος της είχε ρωτήσει στις 26 Απριλίου 2001, μολονότι το Κοινοβούλιο είχε δεσμευθεί να την ενημερώσει χωρίς καθυστέρηση σχετικά με νέα πρόσκληση υποβολής προσφορών.

2.2 Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι οι προκηρύξεις του νέου διαγωνισμού δημοσιεύθηκαν στις 22 Φεβρουαρίου 2001 στις Dernières Nouvelles d'Alsace και Mittelbadische Presse, ότι παρελήφθησαν τέσσερις υποψηφιότητες για τη συγγραφή υποχρεώσεων και ότι τα τεύχη δημοπράτησης απεστάλησαν στις επιχειρήσεις αυτές, καθώς και στον καταγγέλλοντα, ο οποίος δεν υπέβαλε παρατηρήσεις σε απάντηση της τελευταίας ανακοίνωσης που δημοσιεύθηκε στον Τύπο.

2.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπέβαλε αντίγραφο του σημειώματος σχετικά με την πρόσκληση υποβολής προσφορών που υπέβαλαν οι υπηρεσίες του στη Συμβουλευτική Επιτροπή Προμηθειών και Συμβάσεων (ACPC) στις 2 Απριλίου 2001 (και, ως εκ τούτου, προτού ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος αποστείλει την επιστολή του της 26ης Απριλίου 2001). Στο παρόν σημείωμα προς τη ΣΕΑΣ, οι υπηρεσίες του Κοινοβουλίου προτείνουν να αποσταλούν τα τεύχη δημοπράτησης και στον καταγγέλλοντα. Ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ότι το Κοινοβούλιο δεν διαβίβασε τις σχετικές πληροφορίες χωρίς προηγούμενη πρόσκληση δεν επιβεβαιώνεται από τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή του.

2.4 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό που υπέβαλε ο καταγγέλλων.

3 Μη παροχή επαρκών πληροφοριών

3.1 Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι το Κοινοβούλιο δεν την ενημέρωσε σχετικά με τους λόγους της απόφασής του να αναθέσει τη σύμβαση σε άλλον προσφέροντα και όχι σε αυτήν. Στις παρατηρήσεις της σχετικά με τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η καταγγέλλουσα υποστηρίζει ότι, ελλείψει πληροφοριών σχετικά με τα ειδικά κριτήρια που είχαν εφαρμοστεί όσον αφορά τα επαγγελματικά προσόντα και την εγγύηση του προσωπικού που υπηρετεί επί μακρόν, το αποτέλεσμα της ανάλυσης των προσφορών δεν μπορεί να εξεταστεί και δεν είναι διαφανές.

3.2 Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επισημαίνει ότι ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα στις 14 Σεπτεμβρίου 2001 ότι, αφού εξέτασε τα κριτήρια επιλογής και ανάθεσης για τις υποβληθείσες προσφορές, η σύμβαση ανατέθηκε σε άλλον προσφέροντα. Το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι οι υπηρεσίες του δεν ήταν υποχρεωμένες να παράσχουν λεπτομέρειες σχετικά με τα πλεονεκτήματα ή άλλα χαρακτηριστικά της επιλεγείσας προσφοράς. Υποβάλλει επίσης αντίγραφο της εκθέσεως που οι υπηρεσίες της είχαν υποβάλει στη ΣΕΑΣ στις 14 Ιουνίου 2001 και αντίγραφο του επεξηγηματικού σημειώματος της 15ης Ιουνίου 2001 που υποβλήθηκε στην εν λόγω επιτροπή.

3.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το προαναφερθέν σημείωμα της 15ης Ιουνίου 2001 περιέχει πίνακα με τα σημεία που απέδωσαν οι υπηρεσίες του Κοινοβουλίου, όσον αφορά καθένα από τα τέσσερα κριτήρια που εφάρμοσαν (επαγγελματικά προσόντα, διάρθρωση του προσωπικού, εγγύηση του προσωπικού μακράς υπηρεσίας και τιμή των υπηρεσιών), σε καθεμία από τις τρεις προσφορές που εξετάστηκαν. Κατά την άποψη της Διαμεσολαβήτριας, οι πληροφορίες που παρέχονται κατ’ αυτόν τον τρόπο πρέπει να θεωρούνται επαρκείς ώστε η καταγγέλλουσα να είναι σε θέση να κατανοήσει τους λόγους στους οποίους βασίζεται η απόφαση που εξέδωσε το Κοινοβούλιο και να διατυπώσει αντιρρήσεις σε περίπτωση που θα πρέπει να θεωρήσει ότι η αξιολόγηση όσον αφορά τα επιμέρους κριτήρια ήταν εσφαλμένη ή άδικη.

3.4 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό που υπέβαλε ο καταγγέλλων.

4 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, φαίνεται ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!