Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 589/2002/GG κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 589/2002/GG - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 29 Απριλίου 2002 - Απόφαση στις Παρασκευή | 21 Μαρτίου 2003
Αγαπητέ Δόκτωρ Κ.,
Στις 7 Μαρτίου 2002, υποβάλατε, εξ ονόματος της Internationaler Hilfsfonds e.V., καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με την ακύρωση της συμφωνίας συγχρηματοδότησης αριθ. 97-2011 από το Γραφείο Συνεργασίας EuropeAid της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Στις 29 Απριλίου 2002, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της στις 7 Αυγούστου 2002. Σας το διαβίβασα στις 8 Αυγούστου 2002 με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 29 Αυγούστου 2002.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων μου απέστειλε περαιτέρω παρατηρήσεις. Στις 13 Σεπτεμβρίου 2002, υποβάλατε συμπληρωματικές παρατηρήσεις.
Στις 14 Οκτωβρίου 2002, απέστειλα στην Επιτροπή πρόταση φιλικού διακανονισμού. Ενημερωθήκατε σχετικά με επιστολή που εστάλη την ίδια ημέρα. Η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της στις 16 Δεκεμβρίου 2002. Σας το διαβίβασα στις 18 Δεκεμβρίου 2002 με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις. Στις 31 Δεκεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων μου απέστειλε αντίγραφο της επιστολής που είχε απευθύνει στην Επιτροπή εκείνη την ημέρα. Στις 28 Ιανουαρίου 2003, μου διαβιβάσατε τις παρατηρήσεις σας επί της γνώμης της Επιτροπής.
Με επιστολή που απέστειλα στις 30 Ιανουαρίου 2003, ζήτησα από την Επιτροπή συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία σας. Ενημερωθήκατε σχετικά την ίδια ημέρα. Η Επιτροπή απέστειλε την απάντησή της στις 25 Φεβρουαρίου 2003. Σας το διαβίβασα στις 3 Μαρτίου 2003 με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις. Στις 18 Μαρτίου 2003, ο καταγγέλλων απάντησε στην επιστολή μου της 3ης Μαρτίου 2003.
Στις 20 Μαρτίου 2003, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τηλεφωνικώς τις υπηρεσίες μου ότι μπορούσε να θεωρηθεί ότι είχε επιτευχθεί φιλική λύση.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Ο καταγγέλλων είναι μη κυβερνητική οργάνωση (ΜΚΟ) από τη Γερμανία που δραστηριοποιείται στον τομέα της ανθρωπιστικής βοήθειας.
Η παρούσα καταγγελία, η οποία έπεται δύο άλλων καταγγελιών σχετικά με το ίδιο αντικείμενο που απορρίφθηκαν από τον Διαμεσολαβητή (1853/2001/GG και 119/2002/MM)(1), αφορά τη συμφωνία συγχρηματοδότησης αριθ. 97-2011 («η συμφωνία») σχετικά με έργο στο Καζαχστάν με τίτλο «Οργάνωση του Κέντρου Προληπτικής, Ιατρικής και Διαγνωστικής Βοήθειας για τα παιδιά και τις μητέρες τους που πάσχουν από ιογενή ηπατίτιδα και ιικούς φορείς (βοήθεια που συνδέεται με την ιογενή ηπατίτιδα)». Η συμφωνία αυτή υπεγράφη στις 28/30 Απριλίου 1998 από τον καταγγέλλοντα, αφενός, και την IBF (φορέα με έδρα τις Βρυξέλλες) που ενεργούσε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αφετέρου. Ο καταγγέλλων, ως επικεφαλής ΜΚΟ, επρόκειτο να επικουρείται από δύο εταίρους, τη Διεθνή Ακαδημία Ιατρικής Εκπαίδευσης και Πρόληψης (IAMED) από τη Γερμανία και την Ένωση Παιδολοιμωξιολόγων (API) από το Καζακστάν. Το έργο συγχρηματοδοτήθηκε από το πρόγραμμα Phare και Tacis LIEN της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο παρέχει χρηματοδότηση με επιχορηγήσεις για την προώθηση της ανάπτυξης δημοκρατικών κοινωνιών στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και στα Νέα Ανεξάρτητα Κράτη και τη Μογγολία. Η επίβλεψη του έργου είχε ανατεθεί σε μια μονάδα τεχνικής βοήθειας, το Centre Européen du Volontariat (CEV) στις Βρυξέλλες.
Σύμφωνα με το άρθρο 6 της συμφωνίας, η Επιτροπή έπρεπε να παράσχει μη επιστρεπτέα επιχορήγηση για τις δαπάνες του έργου, η οποία δεν θα υπερέβαινε τα 127 256 ευρώ ή το 80 % του προϋπολογισμού του έργου ή το 80 % του τελικού πραγματικού κόστους του έργου, ανάλογα με το ποιο ποσό ήταν μικρότερο.
Το άρθρο 4 παράγραφος 4 της συμφωνίας προέβλεπε ότι, εάν καταστούν αναγκαίες τροποποιήσεις των παραρτημάτων Α («Περιγραφή του έργου») ή Β («Προϋπολογισμός»), ήταν ευθύνη του «Οργανισμού» (του καταγγέλλοντος) να ζητήσει την έγκριση του «Συμβαλλόμενου Μέρους» (IBF) με χωριστή επιστολή. Επιπλέον, το συμβαλλόμενο μέρος έπρεπε να ενημερώνεται για κάθε αλλαγή στη διοικητική δομή του οργανισμού ή του οργανισμού-εταίρου του. Σύμφωνα με το κείμενο που προσκόμισε ο καταγγέλλων, οι «Πληροφορίες για τους αναδόχους» (παράρτημα Γ.6 της σύμβασης) διευκρίνιζαν ότι «[ο]ι σημαντικές αλλαγές, όπως οι (…) αλλαγές των εταίρων του έργου (…), απαιτούν προσθήκη σύμβασης που καταρτίζεται από το οικονομικό και διοικητικό γραφείο του ΤΕΔ [δηλαδή το IBF] και συμφωνείται από το γραφείο τεχνικής βοήθειας και υπογράφεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Εάν σκοπεύετε να τροποποιήσετε την πρόταση έργου, παρακαλείσθε να απευθυνθείτε γραπτώς στο αρμόδιο Γραφείο Τεχνικής Βοήθειας, το οποίο στη συνέχεια θα σας συμβουλεύσει περαιτέρω και, εάν είναι αναγκαίο, θα διαβιβάσει την πρόταση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς έγκριση και στο Οικονομικό και Διοικητικό Γραφείο του ΤΕΔ για τη διεκπεραίωση των αναγκαίων διατυπώσεων.»(2)
Σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1 της συμφωνίας, κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να καταγγείλει την εν λόγω συμφωνία με γραπτή κοινοποίηση της πρόθεσής του να το πράξει. Το άρθρο 12 παράγραφος 1 όριζε περαιτέρω τα εξής: «Σε περίπτωση σοβαρής παραβίασης της παρούσας συμφωνίας από τον Οργανισμό (π.χ. μη υλοποίηση των δραστηριοτήτων που περιγράφονται στο παράρτημα Α, μη εφαρμογή τους εντός του προβλεπόμενου χρονοδιαγράμματος ή μη υποβολή των απαιτούμενων τεχνικών και οικονομικών εκθέσεων προόδου), το συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να καταγγείλει την παρούσα συμφωνία ανά πάσα στιγμή και χωρίς προειδοποίηση». Σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 2, σε περίπτωση καταγγελίας δεν οφείλονται πληρωμές, εκτός από τις υπηρεσίες, τον εξοπλισμό και τις προμήθειες που έχουν πράγματι παρασχεθεί ή αγοραστεί μέχρι την ημερομηνία της καταγγελίας. Το άρθρο 12 παράγραφος 3 προέβλεπε ότι, σε περίπτωση καταγγελίας της συμφωνίας λόγω «θεμελιώδους παραβίασης» από τον Οργανισμό, η Επιτροπή επιφυλάχθηκε του δικαιώματος να αρνηθεί οποιαδήποτε περαιτέρω πληρωμή και να κινήσει δικαστική διαδικασία για την ανάκτηση οποιουδήποτε μέρους της επιχορήγησης που είχε ήδη καταβληθεί.
Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων εξήγησε ότι σε πρώιμο στάδιο της υλοποίησης του έργου το IAMED αποδείχθηκε ανίκανο να εκπληρώσει τις οικονομικές του υποχρεώσεις. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το IAMED δεν είχε αντικατασταθεί από άλλον εταίρο και ο καταγγέλλων είχε αναλάβει την οικονομική ευθύνη για τη συμμετοχή του IAMED. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η IBF, η οποία είχε ενημερωθεί σχετικά, δεν είχε διατυπώσει αντιρρήσεις. Επισήμανε επίσης ότι, στις αρχές του 1999, είχε καταστεί αναγκαία και η αντικατάσταση της API. Ένας από τους λόγους για αυτό ήταν ότι το API στόχευε περισσότερο στην παροχή ιατρικής βοήθειας μόνο, παραμελώντας τις αντι-ηπατίτιδες και τις κοινωνικές πτυχές του έργου. Η καταγγέλλουσα πρόσθεσε ότι η API έπρεπε επίσης να αντικατασταθεί λόγω σοβαρής επίπληξης που είχε επιβληθεί από την κυβέρνηση Kazak στον Δρ K., πρόεδρο της API, και ο οποίος την είχε κατηγορήσει για οικονομική κακοδιοίκηση και απάτη. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η νέα κατάσταση είχε συζητηθεί με την IBF και τη CEV, οι οποίες δεν είχαν διατυπώσει αντιρρήσεις.
Προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο καταγγέλλων παρέπεμψε σε ορισμένα έγγραφα από τα οποία πρέπει να αντληθούν οι ακόλουθες πληροφορίες:
Στις 5 Ιανουαρίου 1999, ο τοπικός υπεύθυνος έργου του καταγγέλλοντος, Dr. M., απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην S., υπεύθυνη έργου στο CEV, στο οποίο επισήμανε ότι το IAMED είχε «απομακρυνθεί από την υλοποίηση του έργου». Σε επιστολή της 2ας Φεβρουαρίου 1999 προς την IBF (με αντίγραφο στη CEV), η IAMED επιβεβαίωσε ότι εγκατέλειψε τη συμμετοχή της στο σχέδιο λόγω οικονομικών προβλημάτων. Στις 13 Φεβρουαρίου 1999, ο Δρ. M. ενημέρωσε τον κ. T., υπεύθυνο έργου του IBF, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ότι ο καταγγέλλων σκόπευε να εμπλέξει την ένωση Kazak Anti-AIDS (AAA) στο έργο αντί του IAMED και ζήτησε από τον κ. T. συμβουλές σχετικά με την επιστολή που θα έπρεπε να αποσταλεί στο IBF «προκειμένου να λάβει την άδεια να αλλάξει τον εταίρο μας». Ο Δρ M. σημείωσε επίσης ότι το API είχε χάσει την ανεξαρτησία του και είχε γίνει μέρος του AAA. Σημείωσε ότι ο εταίρος του Καζάκ θα παραμείνει ο ίδιος· θα άλλαζε μόνο το όνομα του εξουσιοδοτημένου προσώπου. Δεδομένου ότι ανησυχούσε ότι η IBF θα θεωρούσε, παρά ταύτα, ότι υπήρξε αλλαγή συντρόφου, ζήτησε τη συμβουλή του T. Στην απάντησή του της 15ης Φεβρουαρίου 1999, ο Τ. επισήμανε ότι το ζήτημα της αλλαγής εταίρου μπορούσε εύκολα να αντιμετωπιστεί, αλλά ότι ενέπιπτε στην αρμοδιότητα της CEV και όχι της IBF. Επισημαίνει ότι, ως εκ τούτου, θα διαβιβάσει το μήνυμα του Δρ. M. στο CEV. Στις 18 Φεβρουαρίου 1999, η S. του CEV απάντησε στο μήνυμα του ιατρού M. Επισημαίνει ότι μια επικείμενη επίσκεψη του Δρ Μ. στις Βρυξέλλες θα δώσει την ευκαιρία να συζητηθεί το θέμα. Η κ. S. απαρίθμησε περαιτέρω τα έγγραφα που χρειάζονταν για να τεθεί ο φάκελος «σε τάξη». Τα έγγραφα που ζητήθηκαν περιλάμβαναν πληροφορίες σχετικά με την AAA, μια βεβαίωση από την API «που πιστοποιεί ότι η ΜΚΟ API έχει συγχωνευθεί με την Ένωση κατά των Ενισχύσεων» και μια νέα δήλωση εταιρικής σχέσης υπογεγραμμένη από όλες τις εμπλεκόμενες ΜΚΟ.
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, καταρτίστηκε νέα δήλωση εταιρικής σχέσης και παραδόθηκε στην IBF/CEV. Ούτε η IBF ούτε η CEV είχαν ζητήσει ποτέ από τον καταγγέλλοντα να υποβάλει επίσημο αίτημα για την έγκριση των εν λόγω αλλαγών ή πρότειναν να επισημοποιηθούν οι αλλαγές αυτές μέσω προσθήκης στη σύμβαση. Ως εκ τούτου, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, είχε το δικαίωμα να θεωρήσει ότι οι πληροφορίες και τα έγγραφα που παρασχέθηκαν στην IBF/CEV θα επαρκούσαν για τη συνέχιση του έργου και ότι η IBF και η CEV δεν έκριναν αναγκαία καμία προσθήκη.
Η καταγγέλλουσα τόνισε ότι η Δρ Κ. δεν ήταν ούτε συγγραφέας του έργου ούτε μολυσματικός. Ο συγγραφέας του έργου ήταν ο Δρ Ι, ο κορυφαίος μολυσματικός στο Καζακστάν, ο οποίος παρέμεινε στο έργο.
Τον Μάιο του 1999, η CEV πραγματοποίησε επίσκεψη παρακολούθησης στο Καζαχστάν. Στην προπαρασκευαστική επιστολή της με ημερομηνία 3 Μαΐου 1999, η κ. G., υπεύθυνη του CEV, ενημέρωσε τον Δρ. M. και τον καταγγέλλοντα ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι όλοι οι εταίροι ήταν ενήμεροι για την επικείμενη επίσκεψη, η επιστολή αυτή θα αποσταλεί επίσης «στην επίσημη ΜΚΟ-εταίρο σας API», η οποία εκπροσωπείται από τον Δρ. K. ως πρόεδρο της API και τον Δρ. I. ως συντονιστή έργου της API. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στο γεγονός ότι, σύμφωνα με την επιστολή, το αντικείμενο της επίσκεψης παρακολούθησης ήταν «…if necessary to offer support for the implementation of the project». Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, ο συνεχιζόμενος χαρακτήρας του έργου είχε επομένως επιβεβαιωθεί.
Η επιστολή της CEV της 3ης Μαΐου 1999 περιλαμβάνει επίσης την ακόλουθη παρατήρηση: «Λόγω της συγκρουσιακής κατάστασης και της έξωσης από το δικό σας τμήμα της API, του επίσημου συνεργάτη της σύμβασής σας για δύο νέες ΜΚΟ (η APA και η Anti Aids δεν αναγνωρίζονται στο συμβόλαιό σας ως επίσημοι εταίροι ΜΚΟ) πρέπει να συναντήσω τον Δρ [K.] και τον Δρ [I.] χωριστά κατά τη διάρκεια μιας πρώτης συνάντησης και χωρίς την παρουσία του Δρ [M.]».
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι δραστηριότητες του σχεδίου συνεχίστηκαν και υποβλήθηκαν στην IBF δύο τεχνικές και οικονομικές εκθέσεις, η πρώτη το 1998 και η δεύτερη τον Ιούνιο του 1999. Το αίτημα του καταγγέλλοντος για την καταβολή της δεύτερης δόσης της συνεισφοράς της ΕΕ διαβιβάστηκε στη CEV από την IBF (22 Ιουλίου 1999). Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, δεν του επισημάνθηκε καμία ένδειξη διαφωνίας με τις εν λόγω εκθέσεις πριν από την εν λόγω ημερομηνία. Σύμφωνα πάντα με τον καταγγέλλοντα, το πρώτο ανησυχητικό στοιχείο εμφανίστηκε όταν έλαβε την έκθεση παρακολούθησης της G. Ωστόσο, τίποτα σε αυτή την έκθεση δεν είχε υποδείξει ότι το έργο θα πρέπει να σταματήσει.
Την 1η Οκτωβρίου 1999, η IBF πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι η Επιτροπή είχε αποφασίσει να ακυρώσει το σχέδιο από εκείνη την ημέρα βάσει του άρθρου 12 της συμφωνίας. Ζητήθηκε από τον καταγγέλλοντα να υποβάλει συνολική έκθεση για την περίοδο από τις 30 Απριλίου 1998 έως την 1η Οκτωβρίου 1999, ώστε να μπορέσει η IBF να υπολογίσει την τελική οικονομική εκκαθάριση.
Όταν ο καταγγέλλων αντιτάχθηκε στη λύση της συμφωνίας, η Επιτροπή απάντησε με μη χρονολογημένη επιστολή που απέστειλε ο κ. S., γενικός διευθυντής της SCR της Επιτροπής – Κοινή Υπηρεσία Εξωτερικών Σχέσεων. Στην επιστολή του, ο S. επισήμανε ότι ο καταγγέλλων παρέδωσε, στις 3 Μαρτίου 1999, νέα δήλωση εταιρικής σχέσης στην οποία οι δύο εταίροι IAMED και API αντικαταστάθηκαν μονομερώς από δύο άλλες ΜΚΟ, την AAA και την APA αντίστοιχα. Ο κ. S. επισήμανε ότι η API αρνήθηκε να αναγνωρίσει την εν λόγω αλλαγή εταίρων, ότι ο καταγγέλλων δεν είχε υποβάλει αίτημα για προσθήκη στη σύμβαση σχετικά με την αντικατάσταση της API και ότι ούτε η Επιτροπή ούτε η CEV ή η IBF είχαν συμφωνήσει σε οποιοδήποτε στάδιο του έργου για την εν λόγω αλλαγή. Η Επιτροπή επισήμανε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4 της σύμβασης, η IBF έπρεπε να ενημερώνεται για κάθε αλλαγή στη δομή διαχείρισης του καταγγέλλοντος ή των εταίρων του. Σύμφωνα με την επιστολή της Επιτροπής, ο καταγγέλλων είχε παράσχει «βασικές πληροφορίες» σχετικά με το σχετικό ζήτημα μόνο αφού η CEV είχε ανακαλύψει ότι ο καταγγέλλων είχε προσπαθήσει να επιβάλει αυτές τις αλλαγές. Ο κ. S. εξέφρασε επίσης την άποψη ότι με την αλλαγή εταίρων χωρίς προηγούμενη συμφωνία από την API και χωρίς προηγούμενη έγκριση από την Επιτροπή ή την IBF, ο καταγγέλλων «παραβίασε σαφώς το άρθρο 12 της σύμβασης».
Οι επακόλουθες προσπάθειες του καταγγέλλοντος να αλλάξει γνώμη η Επιτροπή ήταν ανεπιτυχείς. Στις 17 Μαΐου 2001, ένα μέλος του ιδιαίτερου γραφείου του αρμόδιου Επιτρόπου ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η Επιτροπή είχε αποφασίσει να επιβεβαιώσει την απόφασή της να καταγγείλει τη σύμβαση, αλλά είχε επίσης αποφασίσει να μην ανακτήσει τα χρήματα που είχαν καταβληθεί για δαπάνες που είχαν προκύψει «πριν από την παραβίαση των όρων της σύμβασης».
Με επιστολή της 6ης Αυγούστου 2001, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε ότι θα του ζητηθεί να επιστρέψει το ποσό των 37 741,07 ευρώ, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ της προκαταβολής (50 902 ευρώ) και των εξόδων που έγιναν δεκτά από την Επιτροπή (16 451,16 ευρώ), στο βαθμό που η Επιτροπή τα είχε χρηματοδοτήσει (80 %, δηλαδή 13 160,93 ευρώ). Σε νέα επιστολή χωρίς ημερομηνία, η οποία απεστάλη προφανώς τον Οκτώβριο του 2001, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τη θέση της. Η επιστολή εξηγούσε ότι ο τερματισμός είχε προκληθεί από «τη μονομερή αλλαγή του επίσημου τοπικού εταίρου». Στην επιστολή επισυνάφθηκε έγγραφο που συνέταξε η IBF, στο οποίο η τελευταία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι υπήρχε μια πολύ συνοπτική δεύτερη οικονομική έκθεση στον φάκελο, η οποία ωστόσο δεν της είχε αποσταλεί επισήμως και ότι η IBF δεν είχε λάβει ποτέ τρίτη οικονομική έκθεση. Στις 17 Οκτωβρίου 2001, η Επιτροπή επιβεβαίωσε εκ νέου τη θέση της και εξήγησε ότι ο υπολογισμός του ποσού που έπρεπε να επιστραφεί βασιζόταν στην πρώτη έκθεση προόδου και στην οικονομική έκθεση για την περίοδο από τον Μάιο έως τον Οκτώβριο του 1998, τη μόνη έκθεση που είχε εγκρίνει. Σύμφωνα με την Επιτροπή, «επομένως, δεν υπήρχε καμία βάση επί της οποίας θα μπορούσαν εύλογα να εκτιμηθούν περαιτέρω επιλέξιμες δαπάνες».
Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής και των υπηρεσιών της όσον αφορά την προτεινόμενη αλλαγή εταίρων συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης. Επισήμανε ότι είχε παραδώσει νέα δήλωση εταιρικής σχέσης, όπως ζητήθηκε από τη CEV, ότι ούτε η IBF ούτε η CEV είχαν διατυπώσει ποτέ αντιρρήσεις για την προτεινόμενη αλλαγή και ότι οι υπηρεσίες αυτές δεν είχαν διαβιβάσει τις αλλαγές στην Επιτροπή προς έγκριση. Ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, είχε το δικαίωμα να θεωρήσει ότι οι πληροφορίες που είχε διαβιβάσει στην IBF/CEV ήταν επαρκείς για να επιτρέψουν τη συνέχιση των δραστηριοτήτων του έργου. Επισήμανε ότι πρέπει να ήταν προφανές ότι η αλλαγή εταίρου που συμμετείχε σε έρευνα των αρχών καταπολέμησης της διαφθοράς στο Καζαχστάν ήταν απολύτως αναγκαία. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων θεώρησε αδικαιολόγητη την απόφαση της Επιτροπής να ακυρώσει τη σύμβαση με την αιτιολογία ότι είχε επέλθει μη εξουσιοδοτημένη αλλαγή εταίρων.
Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η ποιότητα του έργου βελτιώθηκε σημαντικά μέσω της αλλαγής εταίρων. Ο καταγγέλλων υπέβαλε αντίγραφα επιστολών από τις αρχές του Kazak προκειμένου να αποδείξει ότι οι τελευταίες εκτιμούσαν το έργο που είχε πραγματοποιηθεί.
Ο καταγγέλλων υπέβαλε αντίγραφο «εντολής» του προϊσταμένου του τμήματος υγειονομικής περίθαλψης του κυβερνήτη του Almaty στις 5 Οκτωβρίου 1999. Η συντάκτρια του εν λόγω εγγράφου αναφέρθηκε σε έρευνες που πραγματοποιήθηκαν κατά το τρίτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους και δήλωσε ότι υπήρξε «έντονη επίπληξη» όσον αφορά τον ιατρό K. και ότι απολύθηκε από τη θέση της.
Όσον αφορά την οικονομική πτυχή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι είχε υποβάλει μια δεύτερη οικονομική έκθεση τον Ιούνιο του 1999 και μια τρίτη τον Μάρτιο του 2000. Ο καταγγέλλων τόνισε ότι συνέχισε να χρηματοδοτεί τις δραστηριότητες του έργου καλή τη πίστει. Υποστήριξε επίσης ότι δεν είχε διαπράξει καμία θεμελιώδη παράβαση των υποχρεώσεών της και ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 12 της συμφωνίας. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι το αίτημα της Επιτροπής για επιστροφή ήταν αδικαιολόγητο.
Τέλος, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, στο πλαίσιο της διαφοράς του με την ECHO, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο άλλης καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή (καταγγελία 1702/2001/GG), είχε ανακαλύψει ότι αντίγραφο της προαναφερθείσας επιστολής του κ. S. είχε συμπεριληφθεί στον φάκελο της ECHO σχετικά με τον καταγγέλλοντα. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι αυτό έδειξε ότι το Γραφείο Συνεργασίας EuropeAid ενημέρωσε άλλες μονάδες της Επιτροπής με μεροληπτικό και μη αντικειμενικό τρόπο.
Επομένως, οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
(1) Η απόφαση της Επιτροπής να ακυρώσει τη συμφωνία συγχρηματοδότησης αριθ. 97-2011 λόγω μη εξουσιοδοτημένης αλλαγής εταίρων ήταν αδικαιολόγητη, δεδομένου ότι α) η καταγγέλλουσα είχε ενημερώσει την IBF και τη CEV σχετικά με την αλλαγή, ότι β) ούτε η IBF ούτε η CEV είχαν ζητήσει από την καταγγέλλουσα να υποβάλει επίσημη αίτηση έγκρισης στην Επιτροπή ή είχαν υποβάλει οι ίδιες το θέμα στην Επιτροπή, ότι γ) η καταγγέλλουσα είχε το δικαίωμα να θεωρήσει τις πληροφορίες που είχε παράσχει στην IBF/CEV επαρκείς για να επιτρέψουν τη συνέχιση του έργου, δεδομένου ότι δεν είχε λάβει καμία αντίδραση για το αντίθετο και ότι δ) η Επιτροπή δεν μπορούσε, ως εκ τούτου, να επικαλεστεί στη συνέχεια την εικαζόμενη μη συμμόρφωση της καταγγέλλουσας με τους διαδικαστικούς κανόνες που προβλέπονται στη συμφωνία.
(2) Το αίτημα της Επιτροπής για επιστροφή του ποσού των 37 741,07 ευρώ ήταν αδικαιολόγητο, δεδομένου ότι δεν υπήρξε θεμελιώδης παραβίαση από τον καταγγέλλοντα των υποχρεώσεών του ούτε παραβίαση του άρθρου 12 της συμφωνίας.
(3) Η δήλωση στην αχρονολόγητη επιστολή του κ. S. σύμφωνα με την οποία ο καταγγέλλων είχε παράσχει «βασικές πληροφορίες» σχετικά με το σχετικό ζήτημα μόνο αφού το CEV είχε ανακαλύψει ότι ο καταγγέλλων είχε προσπαθήσει να επιβάλει αυτές τις αλλαγές ήταν εσφαλμένη και επιδίωκε μόνο τον σκοπό του αποκλεισμού του καταγγέλλοντος.
(4) Το γεγονός ότι αντίγραφο της επιστολής του S. περιλαμβανόταν σε έναν από τους φακέλους της ECHO κατέδειξε ότι το Γραφείο Συνεργασίας EuropeAid ενημέρωσε άλλες μονάδες της Επιτροπής με μεροληπτικό και μη αντικειμενικό τρόπο.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Το πρόγραμμα LIEN επικεντρώθηκε κυρίως σε μια βασική έννοια: τη δημιουργία και τη λειτουργία διεθνούς εταιρικής σχέσης μεταξύ τουλάχιστον δύο ΜΚΟ, μίας από τη δικαιούχο χώρα και μίας από κράτος μέλος της ΕΕ. Υπό το πρίσμα αυτό, οι ίδιοι οι εταίροι των ΜΚΟ ήταν ζωτικής σημασίας. Κατά συνέπεια, προστέθηκαν στη συμφωνία διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες η αλλαγή εταίρων πρέπει να έχει την προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής.
Υπήρξαν δύο ξεχωριστές αλλαγές του εταίρου που αφορούν πρώτα τον Γερμανό εταίρο, IAMED, και στη συνέχεια τον εταίρο Kazak, API. Όσον αφορά την πρώτη αλλαγή, ο καταγγέλλων είχε ανακοινώσει την πρόθεσή του να ακυρώσει την εταιρική σχέση με το IAMED τον Δεκέμβριο του 1998. Με την ευκαιρία αυτή, ζήτησε πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες και ενημερώθηκε ότι «οι αλλαγές μπορούν να αντιμετωπιστούν εύκολα». Όσον αφορά την αλλαγή του δεύτερου εταίρου, ο καταγγέλλων δεν ενημέρωσε την IBF ή το CEV σχετικά με την πρόθεσή τους να αλλάξουν τη ΔΦΟ του τοπικού εταίρου σε ΔΚΒ. Όταν η IBF και η CEV ενημερώθηκαν σχετικά, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε ότι αυτό ήταν παράνομο και θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο καταγγελίας της συμφωνίας. Αφού έλαβε εξηγήσεις από τον καταγγέλλοντα σύμφωνα με τις οποίες η API και η AAA ήταν το ίδιο νομικό πρόσωπο, η CEV ζήτησε αποδεικτικά στοιχεία για να το αποδείξει. Φάνηκε, ωστόσο, ότι ο ισχυρισμός ότι η API και η APA ήταν το ίδιο νομικό πρόσωπο ήταν αναληθής. Επιπλέον, η API δήλωσε ότι δεν γνώριζε την προτεινόμενη αλλαγή.
Η Επιτροπή υπέβαλε ορισμένα έγγραφα από τα οποία μπορούν να συγκεντρωθούν οι ακόλουθες πληροφορίες:
Στις 2 Μαρτίου 1999, η CEV έλαβε νέα δήλωση εταιρικής σχέσης από τον καταγγέλλοντα, με ημερομηνία 26 Φεβρουαρίου 1999, σύμφωνα με την οποία οι εταίροι του καταγγέλλοντος ήταν η AAA και η «Ένωση Παιδιάτρων-Λοιμωξιολόγων της Παιδιατρικής Εταιρείας του Αλμάτι (APA)». Με τηλεομοιοτυπία της 10ης Μαρτίου 1999, η S. πληροφόρησε τον M. ότι μόλις είχε παρατηρήσει ότι η API είχε εξαφανιστεί από την εταιρία. Η S. επισήμανε ότι είχε αρχικά θεωρήσει ότι ο ΔΚΒ ήταν σφάλμα πληκτρολόγησης και ότι εννοούσε API. Πρόσθεσε ότι η απόσυρση αυτή είναι παράνομη και θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναστολή της συμφωνίας. Ως εκ τούτου, η S. ζήτησε από τον ιατρό M. να έλθει σε επαφή μαζί της. Στην απάντησή του που εστάλη με τηλεομοιοτυπία την ίδια ημέρα, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι ο Δρ I. ήταν «πρόεδρος της ΔΚΒ/ΔΚΒ, η οποία είναι ένα και το αυτό θεσμικό όργανο». Με τηλεομοιοτυπία της 12ης Μαρτίου 1999, η S. ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να προσκομίσει, έως τις 26 Μαρτίου 1999, επίσημα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η API και η APA ήταν πανομοιότυποι οργανισμοί. Ο καταγγέλλων απάντησε με τηλεομοιοτυπία που εστάλη στις 13 Μαρτίου 1999, στην οποία επαναλάμβανε ότι «η API-APA είναι ένα μοναδικό νομικό πρόσωπο» και ότι το γεγονός αυτό θα επιβεβαιωνόταν επίσημα.
Στις 26 Μαρτίου 1999, η CEV έλαβε τηλεομοιοτυπία από τον ΔΚΒ, με την οποία ο πρόεδρός της, Dr. I., επιβεβαίωσε ότι ο ΔΚΒ και η API ήταν ένα και το αυτό νομικό πρόσωπο.
Στις 21 Μαΐου 1999, η Δρ Κ., πρόεδρος της API, απέστειλε επιστολή στην καταγγέλλουσα με την οποία εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι η τελευταία είχε παραπλανηθεί από τον Δρ Ι. Ενημέρωσε την καταγγέλλουσα ότι η API που είχε ιδρυθεί στις 12 Φεβρουαρίου 1996 ως παράρτημα της «Ένωσης Ιατρών και Φαρμακοποιών της Δημοκρατίας του Καζαχστάν (APP RK)» και είχε καταχωριστεί εκ νέου ως ανεξάρτητος οργανισμός στις 16 Νοεμβρίου 1998, δεν αποτελούσε μέρος της ΔΚΒ που είχε καταχωριστεί μόλις στις 23 Μαρτίου 1999. Σε επιστολή της προς την Επιτροπή με ημερομηνία 31 Μαΐου 1999, η «Ένωση Ιατρών και Φαρμακοποιών του Καζακστάν» (αναφερόμενη στον εαυτό της ως «APPK») επισήμανε ότι η API ήταν «κλάδος της APPK» και ότι η APA ήταν ανεξάρτητος οργανισμός.
Σε τηλεομοιοτυπία που εστάλη στη CEV στις 26 Ιουλίου 1999, η αντιπροσωπεία της ΕΚ στο Καζαχστάν επισήμανε ότι ο καταγγέλλων αντικατέστησε μονομερώς τον τοπικό εταίρο και πρότεινε την περάτωση του έργου.
Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες συγκεκριμένες παρατηρήσεις:
Ο καταγγέλλων έπρεπε να γνωρίζει τις σχετικές διατάξεις της συμφωνίας. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4 του τελευταίου, ήταν ευθύνη του καταγγέλλοντος να ζητήσει την έγκριση του συμβαλλόμενου μέρους με χωριστή επιστολή. Ως εκ τούτου, μόλις ο καταγγέλλων αποφάσισε να αλλάξει τον τοπικό εταίρο, θα έπρεπε να είχε ζητήσει την έγκριση της IBF μέσω χωριστής επιστολής. Η διαδικασία αυτή δεν τηρήθηκε, ούτε στην περίπτωση του IAMED ούτε στην περίπτωση του API. Το γεγονός ότι ούτε η IBF, ούτε η CEV ούτε η Επιτροπή ζήτησαν ποτέ επίσημη αίτηση έγκρισης δεν ήταν συναφές, δεδομένου ότι αυτός δεν ήταν ο τρόπος δράσης που προβλεπόταν στη συμφωνία. Λαμβανομένης υπόψη της αντίδρασης της IBF και της CEV, η καταγγέλλουσα δεν μπόρεσε να επιβεβαιώσει σοβαρά ότι νόμιζε εύλογα ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν ήταν επαρκείς για τη συνέχιση του έργου. Η IBF και η CEV ήταν πάντοτε σαφείς ως προς το γεγονός ότι το έργο δεν μπορούσε να συνεχιστεί χωρίς προηγούμενη γραπτή έγκριση των θεμελιωδών αλλαγών της σύμβασης.
Το πρόγραμμα LIEN δεν ήταν απλώς ένα μέσο επιδότησης για έργα ΜΚΟ, αλλά ακολούθησε το στόχο της προώθησης της συνεργασίας μεταξύ ΜΚΟ και της ενίσχυσης των τοπικών ΜΚΟ μέσω ορθών πρακτικών εταιρικής σχέσης. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεώρησε ότι η αλλαγή εταίρου συνιστούσε θεμελιώδη παραβίαση από τον καταγγέλλοντα των βασικών όρων συμμετοχής που προβλέπονται στη συμφωνία.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό σχετικά με την ECHO, η Επιτροπή επισήμανε ότι η διαδικασία επιλογής της ECHO για την υπογραφή της συμφωνίας-πλαισίου εταιρικής σχέσης περιλάμβανε ρητά την ανάλυση της προηγούμενης επιχειρησιακής εμπειρίας της αιτούσας οργάνωσης με άλλες υπηρεσίες της Επιτροπής. Το 1996, ο καταγγέλλων ενημέρωσε την ECHO σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να λάβει χρηματοδότηση από το πρόγραμμα LIEN. Κατά την εξέταση του φακέλου της προκειμένου να αποφασίσει σχετικά με την επιλεξιμότητα του καταγγέλλοντος να υπογράψει τη δεύτερη συμφωνία-πλαίσιο εταιρικής σχέσης, η ECHO επικοινώνησε με άλλες υπηρεσίες της Επιτροπής ζητώντας πληροφορίες σχετικά με την εν λόγω ΜΚΟ. Αυτή ήταν η τρέχουσα πρακτική της ECHO. Ο συντονισμός και η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής θα πρέπει να θεωρούνται παράδειγμα ορθής διοικητικής πρακτικής.
Με βάση όλα τα ανωτέρω, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τη θέση της και υποστήριξε ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα ορθής διοικητικής πρακτικής.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα υπέβαλε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Εν προκειμένω, η Επιτροπή χρησιμοποίησε δύο εταιρίες παροχής συμβουλών, την IBF και τη CEV. Ως εκ τούτου, είχε την ευθύνη να διασφαλίσει ότι το προσωπικό των δύο αυτών επιχειρήσεων ήταν αρκετά ικανό ώστε να ασκεί τα καθήκοντά του με ορθό τρόπο.
Όσον αφορά το IAMED, ο εν λόγω εταίρος δεν είχε αντικατασταθεί, αλλά είχε αποσυρθεί από το έργο. Ούτε η CEV ούτε η IBF είχαν διατυπώσει ποτέ επισήμως αντιρρήσεις. Ως αποτέλεσμα της απόσυρσης του IAMED, ο καταγγέλλων ανέλαβε τις υποχρεώσεις του τελευταίου. Αυτό δεν είχε αλλάξει τίποτα όσον αφορά τον τεχνικό σχεδιασμό.
Όσον αφορά την αντικατάσταση της API, διαβιβάστηκαν στην IBF επίσημες πληροφορίες. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνονταν στο ηλεκτρονικό μήνυμα του ιατρού M. της 13ης Φεβρουαρίου 1999. Η IBF, η οποία ήταν υπεύθυνη για όλα τα συμβατικά θέματα, θα έπρεπε να είχε ασχοληθεί αμέσως με το θέμα αντί να κάνει το λάθος να το παραπέμψει στο CEV. Στην απάντησή της προς τον καταγγέλλοντα της 15ης Φεβρουαρίου 1999, η IBF είχε επισημάνει ότι το ζήτημα της αλλαγής εταίρου θα μπορούσε «να αντιμετωπιστεί εύκολα». Η απάντηση αυτή αναφερόταν σαφώς στο πρόβλημα με την τοπική ΜΚΟ στο Καζαχστάν και όχι στην περίπτωση του IAMED, η οποία είχε ήδη διευθετηθεί. Η αλλαγή στη διαρθρωτική σύνθεση του εταίρου του Kazak, όπως εξηγείται στο ηλεκτρονικό μήνυμα της 13ης Φεβρουαρίου 1999, θεωρήθηκε ως «αλλαγή στη διοικητική δομή του οργανισμού ή του οργανισμού-εταίρου του». Ως εκ τούτου, οι πληροφορίες σχετικά με την αλλαγή αυτή θα ήταν καταρχήν επαρκείς. Ωστόσο, ο καταγγέλλων υπέβαλε στην πράξη επίσημο αίτημα παροχής συμβουλών σχετικά με τη διαδικασία έγκρισης. Το μήνυμα της 13ης Φεβρουαρίου 1999 αποτελούσε την αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 4 της συμφωνίας.
Η G. του CEV, η οποία είχε διενεργήσει τον έλεγχο τον Μάιο του 1999, συντάχθηκε αυθαίρετα με την API, η οποία αποτελεί αντικείμενο έρευνας για απάτη. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τις αρχές του Kazak το 2000, η API δεν είχε καν καταχωριστεί. Η κυρία G. αναφέρθηκε ότι είχε πει προηγουμένως "Θα σκοτώσω αυτό το έργο".
Η συμπεριφορά της IBF και του CEV ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τους κανόνες που παρουσιάζονται στις «Πληροφορίες για τους αναδόχους». Η IBF/CEV θα έπρεπε είτε να είχε ενημερώσει τον καταγγέλλοντα ότι το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 13ης Φεβρουαρίου 1999 δεν μπορούσε να θεωρηθεί αίτημα κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 4 της συμφωνίας, είτε να είχε υποβάλει προσθήκη σύμβασης που θα συμφωνούσε η IBF, η CEV και η Επιτροπή, είτε να είχε ενημερώσει περαιτέρω τον καταγγέλλοντα ή να τον είχε ενημερώσει ότι θα ήταν αναγκαία η διεξαγωγή έρευνας και ότι, κατά συνέπεια, η υλοποίηση του έργου και η χρήση των κονδυλίων θα έπρεπε να σταματήσουν. Τίποτα από αυτά δεν συνέβη.
Από την εξέταση του φακέλου της Επιτροπής προέκυψε ότι, κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1999, το προσωπικό της IBF/CEV εξέτασε τη δυνατότητα συνέχισης του έργου.
Η Επιτροπή είχε ορίσει αναδρομικά μια εικονική ημερομηνία (τον Φεβρουάριο ή τον Μάρτιο του 1999) κατά την οποία η συμφωνία έπρεπε να διακοπεί προκειμένου να υπερασπιστεί την αίτησή της επιστροφής. Αν η Επιτροπή είχε δίκιο, θα υπήρχε ακόμη περισσότερος λόγος να προειδοποιήσει εγκαίρως τον καταγγέλλοντα. Η θέση που έλαβε η Επιτροπή ήταν παράνομη και δεν ήταν σύμφωνη με κανέναν συμβατικό κανόνα.
Ο καταγγέλλων υπέβαλε στην Επιτροπή σημείωμα της αντιπροσωπείας της ΕΚ στο Καζαχστάν με ημερομηνία 30 Ιουλίου 2001, το οποίο περιέχει την ακόλουθη δήλωση: «Ωστόσο, δεν είμαι πεπεισμένος για την ανάγκη να ζητηθεί η επιστροφή των κονδυλίων που δαπανήθηκαν από τον ανάδοχο μετά την αλλαγή των εταίρων, αλλά πριν από την επίσημη απόρριψη των νέων εταίρων του έργου. Ανεξαρτήτως των επιφυλάξεών μας σχετικά με την ακρίβεια των δηλώσεων του αναδόχου, φαίνεται, από την περιορισμένη τεκμηρίωση που έχει στη διάθεσή της η αντιπροσωπεία, ότι τα κονδύλια αυτά χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη των στόχων του έργου και ενδέχεται να χρησιμοποιήθηκαν καλή τη πίστει, με την προϋπόθεση ότι οι αναθεωρημένοι εταίροι του έργου θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί από την Επιτροπή. Υπό τις συνθήκες αυτές, και με την επιφύλαξη περαιτέρω συμβουλών από τις νομικές μας υπηρεσίες, ενδέχεται να είναι σκόπιμο να παραιτηθούμε από την απαίτηση επιστροφής των κεφαλαίων που έχουν ήδη προκαταβληθεί στον ανάδοχο.» Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η αίτηση επιστροφής ήταν, ως εκ τούτου, αβάσιμη.
Όσον αφορά το έγγραφο του φακέλου ECHO, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η αίτησή του προς την ECHO είχε υποβληθεί το 1995/96 και ότι η ECHO είχε αναστείλει την εξέταση της αίτησης. Επομένως, δεν υπήρχε κανένας λόγος να ζητήσει η ECHO πληροφορίες από το Γραφείο Συνεργασίας EuropeAid. Εξάλλου, από τον κατάλογο των εγγράφων που παρασχέθηκαν στον καταγγέλλοντα στο πλαίσιο της προσβάσεως του τελευταίου στον φάκελο της Επιτροπής δεν προέκυπτε ότι η επιστολή του S. της 10ης Ιανουαρίου 2000 είχε διαβιβαστεί στην ECHO.
ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΕΥΞΗ ΦΙΛΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ
Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης και των παρατηρήσεων, ο Διαμεσολαβητής δεν ήταν ικανοποιημένος από το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε απαντήσει επαρκώς σε όλους τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος.
Η πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύσηΟ Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να εξετάσει τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Σημείωσε επίσης ότι το προκαταρκτικό συμπέρασμά του ήταν ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά τον τρίτο και τον τέταρτο ισχυρισμό.
Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι θα μπορούσε να υπάρξει κακοδιοίκηση όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό. Το προκαταρκτικό αυτό συμπέρασμα βασίστηκε στις ακόλουθες εκτιμήσεις:
1. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης, η Επιτροπή δεν είχε το δικαίωμα να απαιτήσει την επιστροφή του ποσού των 37 741,07 ευρώ. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν σε σχέση με τον πρώτο ισχυρισμό, δηλαδή ότι α) η καταγγέλλουσα είχε ενημερώσει την IBF και τη CEV σχετικά με την αλλαγή, ότι β) ούτε η IBF ούτε η CEV είχαν ζητήσει από την καταγγέλλουσα να υποβάλει επίσημη αίτηση έγκρισης στην Επιτροπή ή είχαν υποβάλει οι ίδιες το θέμα στην Επιτροπή, ότι γ) η καταγγέλλουσα είχε το δικαίωμα να θεωρήσει τις πληροφορίες που είχε παράσχει στην IBF/CEV επαρκείς για να επιτρέψουν τη συνέχιση του έργου, δεδομένου ότι δεν είχε λάβει καμία αντίδραση στο αντίθετο και ότι δ) η Επιτροπή δεν μπορούσε, ως εκ τούτου, να βασιστεί στη συνέχεια στην εικαζόμενη μη συμμόρφωση της καταγγέλλουσας με τους διαδικαστικούς κανόνες που προβλέπονται στη συμφωνία.
2. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι υπήρξαν δύο χωριστές αλλαγές εταίρου όσον αφορά, πρώτον, τον γερμανό εταίρο, IAMED, και, στη συνέχεια, τον εταίρο Kazak, API. Όσον αφορά την αλλαγή του δεύτερου εταίρου, ο καταγγέλλων δεν είχε ενημερώσει την IBF ή το CEV σχετικά με την πρόθεσή τους να αλλάξουν τη ΔΦΟ του τοπικού εταίρου σε ΔΚΒ. Όταν η IBF και η CEV ενημερώθηκαν σχετικά, ο καταγγέλλων είχε προειδοποιηθεί ότι αυτό ήταν παράνομο και θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο καταγγελίας της συμφωνίας. Αφού έλαβε ορισμένες εξηγήσεις από τον καταγγέλλοντα σύμφωνα με τις οποίες η API και η AAA ήταν το ίδιο νομικό πρόσωπο, η CEV ζήτησε αποδεικτικά στοιχεία για να το αποδείξει. Φάνηκε, ωστόσο, ότι ο ισχυρισμός ότι η API και η APA ήταν το ίδιο νομικό πρόσωπο ήταν αναληθής. Επιπλέον, η API δήλωσε ότι δεν γνώριζε την προτεινόμενη αλλαγή. Η Επιτροπή τόνισε ότι το πρόγραμμα LIEN επικεντρώθηκε κυρίως σε μια βασική έννοια: τη δημιουργία και τη λειτουργία διεθνούς εταιρικής σχέσης μεταξύ τουλάχιστον δύο ΜΚΟ, μίας από τη δικαιούχο χώρα και μίας από κράτος μέλος της ΕΕ. Υπό το πρίσμα αυτό, οι ίδιοι οι εταίροι των ΜΚΟ ήταν ζωτικής σημασίας. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι η αλλαγή εταίρου συνιστούσε θεμελιώδη παραβίαση από τον καταγγέλλοντα των βασικών όρων συμμετοχής που προβλέπονται στη συμφωνία. Το άρθρο 12 παράγραφος 3 της συμφωνίας προέβλεπε ότι, σε περίπτωση καταγγελίας της συμφωνίας λόγω «θεμελιώδους παραβίασης» από τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή επιφυλάχθηκε του δικαιώματος να αρνηθεί οποιαδήποτε περαιτέρω πληρωμή και να κινήσει δικαστική διαδικασία για την ανάκτηση οποιουδήποτε μέρους της επιχορήγησης που είχε ήδη καταβληθεί. Η Επιτροπή στηρίχθηκε στη διάταξη αυτή για να αιτιολογήσει την αίτησή της περί επιστροφής.
3. Ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος αφορούσε κυρίως τις υποχρεώσεις που απορρέουν από σύμβαση που συνήφθη μεταξύ της Επιτροπής (αντίστοιχα της IBF) και του καταγγέλλοντος.
4. Σύμφωνα με το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έχει την εξουσία να λαμβάνει καταγγελίες «που αφορούν περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των κοινοτικών θεσμικών οργάνων ή οργανισμών». Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι κακοδιοίκηση συντρέχει όταν ένας δημόσιος φορέας παραλείπει να ενεργήσει σύμφωνα με κανόνα ή αρχή που τον δεσμεύει (3). Επομένως, κακοδιοίκηση μπορεί επίσης να διαπιστωθεί όταν πρόκειται για την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τα όργανα ή τους οργανισμούς των Κοινοτήτων.
5. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το πεδίο του ελέγχου που μπορεί να διενεργήσει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αναγκαστικά περιορισμένο. Ειδικότερα, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι δεν θα πρέπει να επιδιώκει να διαπιστώσει αν υπήρξε παραβίαση της σύμβασης από οποιοδήποτε από τα μέρη, εάν το ζήτημα αμφισβητείται. Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνο από αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να ακούσει τα επιχειρήματα των διαδίκων σχετικά με το σχετικό εθνικό δίκαιο και να αξιολογήσει αντικρουόμενα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τυχόν αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά.
6. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, σε υποθέσεις που αφορούν συμβατικές διαφορές, δικαιολογείται να περιοριστεί η έρευνά του στην εξέταση του κατά πόσον το θεσμικό όργανο ή ο οργανισμός της Κοινότητας του παρέσχε συνεκτική και εύλογη εικόνα της νομικής βάσης για τις ενέργειές του και των λόγων για τους οποίους θεωρεί ότι η άποψή του σχετικά με τη συμβατική θέση είναι δικαιολογημένη. Στην περίπτωση αυτή, ο Διαμεσολαβητής θα συμπεράνει ότι από την έρευνά του δεν προέκυψε περίπτωση κακοδιοίκησης. Το συμπέρασμα αυτό δεν θίγει το δικαίωμα των μερών να εξεταστεί η συμβατική διαφορά τους και να διευθετηθεί έγκυρα από αρμόδιο δικαστήριο.
7. Εν προκειμένω, η διαφορά σχετικά με το αίτημα της Επιτροπής για επιστροφή αφορούσε δύο ζητήματα, ήτοι 1) το ζήτημα αν υπήρξε «θεμελιώδης παραβίαση» κατά την έννοια του άρθρου 12 παράγραφος 3 της συμφωνίας και 2) το ζήτημα αν η Επιτροπή είχε δίκιο, σε περίπτωση τέτοιας θεμελιώδους παραβίασης, να επιμείνει στην επιστροφή των ποσών που είχαν ήδη παρασχεθεί στον καταγγέλλοντα. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι στο παρόν στάδιο δεν ήταν αναγκαίο να ασχοληθεί με το πρώτο από τα ζητήματα αυτά. Ως εκ τούτου, περιόρισε την ανάλυσή του στο δεύτερο ερώτημα, σχετικά με την καθαρά προκαταρκτική και υποθετική υπόθεση ότι υπήρξε «θεμελιώδης παραβίαση», όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή. Στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 12 παράγραφος 3 παρείχε στην Επιτροπή το «δικαίωμα» να ανακτήσει οποιοδήποτε μέρος της επιχορήγησης που είχε ήδη χορηγηθεί. Ωστόσο, η εν λόγω διάταξη δεν φαίνεται να υποχρεώνει την Επιτροπή να ζητήσει την επιστροφή των ήδη χορηγηθέντων κεφαλαίων. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή φαίνεται να διαθέτει διακριτική ευχέρεια επί του θέματος. Ως εκ τούτου, έπρεπε να εξεταστεί αν η Επιτροπή άσκησε ορθώς αυτή τη διακριτική ευχέρεια όταν ενήργησε όπως ενήργησε. Ωστόσο, ήταν προφανές ότι ο Διαμεσολαβητής δεν μπορούσε να υποκαταστήσει την εκτίμηση της Επιτροπής με τη δική του. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έπρεπε να περιορίσει την εξέτασή του στην εκτίμηση του κατά πόσον η Επιτροπή υπερέβη προδήλως τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας, για παράδειγμα μη λαμβάνοντας υπόψη περιστάσεις που ήταν κρίσιμες για την εκτίμησή της.
8. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι οι αντιρρήσεις της Επιτροπής φαίνεται να αφορούν την αντικατάσταση της τοπικής (δηλαδή της Kazak) ΜΚΟ, API, από τον καταγγέλλοντα. Είναι αλήθεια ότι η Επιτροπή αναφέρθηκε επίσης στην αντικατάσταση της γερμανικής ΜΚΟ IAMED. Ωστόσο, όλα τα ουσιαστικά επιχειρήματα που υπέβαλε η Επιτροπή αναφέρονταν στη θέση της τοπικής ΜΚΟ και, στη γνώμη της, η Επιτροπή τόνισε ότι η αλλαγή του τοπικού εταίρου θεωρήθηκε ότι συνιστά τη «θεμελιώδη παραβίαση».
9. Ελλείψει ακριβέστερων ενδείξεων είτε από τον καταγγέλλοντα είτε από την Επιτροπή, ο Διαμεσολαβητής θεώρησε ότι η αντικατάσταση του τοπικού εταίρου είχε πραγματοποιηθεί ή είχε προταθεί τον Φεβρουάριο του 1999. Φαίνεται ότι η CEV είχε συνειδητοποιήσει μόνο ότι μια τέτοια αλλαγή είχε πραγματοποιηθεί ή είχε προταθεί τον Μάρτιο του 1999 και στη συνέχεια είχε ζητήσει αποδεικτικά στοιχεία για να αποδείξει την άποψη του καταγγέλλοντος ότι η APA, η ΜΚΟ που επρόκειτο να αντικαταστήσει την API, ήταν στην πραγματικότητα πανομοιότυπη με την τελευταία. Η Επιτροπή έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν υποβληθεί από τον καταγγέλλοντα στις 26 Μαρτίου 1999 ήταν ανεπαρκή. Στην περίπτωση αυτή, ωστόσο, η Επιτροπή θα έπρεπε να είναι σε θέση να αποφασίσει αν η συμφωνία έπρεπε να καταγγελθεί ήδη από τα τέλη Μαρτίου 1999. Πράγματι, αν υφίστατο ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι η Επιτροπή ενήργησε ταχέως για να καταγγείλει τη σύμβαση. Ωστόσο, η απόφαση καταγγελίας της συμφωνίας κοινοποιήθηκε στον καταγγέλλοντα μόλις τον Οκτώβριο του 1999, και μόνο μετά τη διενέργεια ελέγχου τον Μάιο του 1999. Εν τω μεταξύ, το έργο είχε επιτραπεί να συνεχιστεί και δεν φαίνεται να έχει δοθεί καμία προειδοποίηση στον καταγγέλλοντα ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι υπήρχε θεμελιώδης παραβίαση που να του επιτρέπει να διεκδικήσει τα χρήματα που δαπανήθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Η Επιτροπή δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε, παρά ταύτα, να ζητήσει την επιστροφή των κεφαλαίων που είχαν χορηγηθεί και δαπανηθεί πριν από τον Οκτώβριο του 1999. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν είχε εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους είχε αποδεχθεί δαπάνες που είχαν πραγματοποιηθεί μόνο μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου 1998, ενώ η εικαζόμενη παράβαση φαινόταν να έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο του 1999.
10. Επιπλέον, ο καταγγέλλων υπέβαλε στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η υλοποίηση του έργου, ακόμη και μετά την αλλαγή του τοπικού εταίρου, ικανοποίησε τις τοπικές αρχές στο Καζαχστάν. Σύμφωνα με το σημείωμά της της 30ής Ιουλίου 2001, η ίδια η αντιπροσωπεία της ΕΚ στο Καζαχστάν φαίνεται να υπέθεσε ότι τα κεφάλαια είχαν χρησιμοποιηθεί για την επίτευξη των στόχων του σχεδίου. Μολονότι δεν είναι κατ’ ανάγκη καθοριστικό αυτό καθεαυτό, η πτυχή αυτή θα έπρεπε ασφαλώς να ληφθεί υπόψη από την Επιτροπή κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα κάνει χρήση της διακριτικής της ευχέρειας να ζητήσει την επιστροφή κεφαλαίων.
11. Το σημαντικότερο, ωστόσο, ήταν το γεγονός ότι ο καταγγέλλων είχε υποστηρίξει επίμονα ότι η αντικατάσταση του τοπικού εταίρου ήταν αναγκαία για αντικειμενικούς λόγους. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων είχε επισημάνει ειδικότερα την έρευνα που είχε διεξαχθεί κατά του Δρ Κ., προέδρου της τοπικής ΜΚΟ, από αρχή καταπολέμησης της διαφθοράς στο Καζακστάν και η οποία είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή κυρώσεων στο εν λόγω πρόσωπο. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι ήταν προς το συμφέρον της ΕΕ ή ακόμη και αναγκαίο να αποφευχθεί η απαξίωση των έργων που υποστηρίζονται από αυτήν με τη συμμετοχή προσώπων για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες διαφθοράς και ότι, ως εκ τούτου, ο τοπικός εταίρος έπρεπε να αλλάξει. Αυτό ήταν ένα βαρύ επιχείρημα. Ωστόσο, στα έγγραφα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή δεν υπήρχαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η Επιτροπή είχε λάβει υπόψη το επιχείρημα αυτό κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το αν θα ζητήσει την επιστροφή κεφαλαίων βάσει του άρθρου 12 παράγραφος 3 της συμφωνίας. Επομένως, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορούσε να αποκλείσει ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει υπόψη όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και εκτιμήσεις κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
12. Υπό τις συνθήκες αυτές, η απόφαση της Επιτροπής να ζητήσει την επιστροφή του ποσού των 37 741,07 ευρώ θα μπορούσε να συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.
Το άρθρο 3 παράγραφος 5 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή (4) υποχρεώνει τον Διαμεσολαβητή να αναζητήσει, στο μέτρο του δυνατού, λύση με το οικείο θεσμικό όργανο για την εξάλειψη της περίπτωσης κακοδιοίκησης και την ικανοποίηση της καταγγελίας.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε στην Επιτροπή την ακόλουθη πρόταση για φιλική λύση:
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο επανεξέτασης της απόφασής της να ζητήσει από τον καταγγέλλοντα να επιστρέψει το ποσό των 37 741,07 ευρώ.
Κατά την άποψή της, η Επιτροπή ενέμεινε στη θέση της και έκρινε ότι το ζήτημα αν μπορούσε ή όχι να ζητήσει την ανάκτηση των οικείων κεφαλαίων μπορούσε να επιλυθεί μόνο ενώπιον δικαστηρίου.
Η Επιτροπή αναγνώρισε, ωστόσο, ότι τα κονδύλια ενδέχεται να δαπανήθηκαν προς το συμφέρον των τελικών δικαιούχων, δηλαδή των παιδιών και των μητέρων τους που προσβλήθηκαν από ιογενή ηπατίτιδα και στο κέντρο κατά της ηπατίτιδας στο Almaty.
Ως εκ τούτου, ήταν πρόθυμη, στο πλαίσιο οριστικής εξώδικης διευθέτησης, να παραιτηθεί από την απαίτησή της εάν και στον βαθμό που μπορούσε να αποδειχθεί ότι τα κεφάλαια είχαν χρησιμοποιηθεί προς το γενικό συμφέρον των τελικών δικαιούχων του έργου. Για τον σκοπό αυτό, ο καταγγέλλων θα πρέπει να υποβάλει συνολική οικονομική έκθεση σχετικά με το εν λόγω έργο, η οποία θα επιτρέψει στις υπηρεσίες της Επιτροπής να επαληθεύσουν τη χρήση των κονδυλίων που έχουν ήδη καταβληθεί.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα επανέλαβε την άποψή της ότι δεν είχε διαπράξει καμία παραβίαση της σύμβασης. Ο καταγγέλλων εξέφρασε επίσης την έκπληξή του για το αίτημα της Επιτροπής για συνολική οικονομική έκθεση, δεδομένου ότι είχαν ήδη αποσταλεί στην Επιτροπή πλήρεις εκθέσεις και έγγραφα.
Περαιτέρω έρευνεςΥπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι χρειαζόταν περαιτέρω πληροφορίες για την εξέταση της καταγγελίας.
Στις 30 Ιανουαρίου 2003, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή ζητώντας της να εξηγήσει αν ήταν πρόθυμη να βασίσει την επαλήθευσή της πρωτίστως στα έγγραφα που είχε ήδη προσκομίσει ο καταγγέλλων ή γιατί θα έπρεπε να ζητήσει από τον καταγγέλλοντα συνολική οικονομική έκθεση.
Στην απάντησή της, η Επιτροπή εξήγησε τους λόγους για τους οποίους θεωρούσε ότι δεν είχε λάβει ακόμη όλα τα αναγκαία έγγραφα. Η Επιτροπή 0 πρόσθεσε ότι θα απευθύνει επιστολή στον καταγγέλλοντα προκειμένου να ζητήσει συνάντηση με την ευκαιρία της οποίας ο καταγγέλλων θα μπορούσε να παρουσιάσει τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το κόστος του έργου από την αρχή έως το τέλος.
Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι στις 18 Μαρτίου 2003 είχε αποσταλεί στην Επιτροπή συνολική οικονομική έκθεση. Προέκυψε επίσης ότι ο καταγγέλλων είχε προτείνει δύο ημερομηνίες τον Απρίλιο για τον έλεγχο που η Επιτροπή είχε ζητήσει να διενεργηθεί στις εγκαταστάσεις του καταγγέλλοντος.
Στις 20 Μαρτίου 2003, η καταγγέλλουσα επιβεβαίωσε ότι, ενώ ενέμεινε στην άποψή της ότι δεν υπήρξε παραβίαση της σύμβασης εκ μέρους της, θεώρησε ότι είχε επιτευχθεί φιλική λύση.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Έλλειψη αιτιολόγησης της αίτησης επιστροφής1.1 Τον Μάρτιο του 2002, η καταγγέλλουσα, μια γερμανική ΜΚΟ, υπέβαλε καταγγελία σχετικά με την ακύρωση της συμφωνίας συγχρηματοδότησης αριθ. 97-2011 από το Γραφείο Συνεργασίας EuropeAid της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ο καταγγέλλων διατύπωσε τέσσερις ισχυρισμούς.
1.2 Κατόπιν προκαταρκτικής αξιολόγησης, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά τους δύο τελευταίους από αυτούς τους ισχυρισμούς και ότι δεν υπήρχε ανάγκη στο στάδιο αυτό να εξεταστεί περαιτέρω ο πρώτος ισχυρισμός. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι θα μπορούσε να υπάρξει κακοδιοίκηση όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό σύμφωνα με τον οποίο η απόφαση της Επιτροπής να ζητήσει από τον καταγγέλλοντα να επιστρέψει το ποσό των 37 741,07 ευρώ ήταν αδικαιολόγητη.
1.3 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε πρόταση για φιλική λύση, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο αναθεώρησης της εν λόγω απόφασης.
1.4 Στην απάντησή της, η Επιτροπή εξέφρασε τη βούλησή της να παραιτηθεί από την αξίωσή της εάν και στο βαθμό που θα μπορούσε να αποδειχθεί ότι τα κεφάλαια είχαν χρησιμοποιηθεί προς το γενικό συμφέρον των τελικών δικαιούχων του έργου. Για τον σκοπό αυτό, ο καταγγέλλων θα πρέπει να υποβάλει συνολική οικονομική έκθεση σχετικά με το εν λόγω έργο, η οποία θα επιτρέψει στις υπηρεσίες της Επιτροπής να επαληθεύσουν τη χρήση των κονδυλίων που έχουν ήδη καταβληθεί.
1.5 Φαίνεται ότι ο καταγγέλλων απέστειλε τώρα συνολική οικονομική έκθεση στην Επιτροπή και πρότεινε πιθανές ημερομηνίες για τον έλεγχο που ζήτησε η Επιτροπή.
2 ΣυμπέρασμαΜετά από πρωτοβουλία του Διαμεσολαβητή, φαίνεται ότι έχει συμφωνηθεί φιλική λύση στην καταγγελία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο καταγγέλλων είναι φυσικά ελεύθερος να ανανεώσει την καταγγελία του εάν η φιλική λύση δεν εφαρμοστεί ικανοποιητικά.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Jacob SÖDERMAN
(1) Οι δύο προηγούμενες καταγγελίες απορρίφθηκαν, δεδομένου ότι ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν λόγοι διεξαγωγής έρευνας. Το συμπέρασμα αυτό βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι ο καταγγέλλων δεν είχε υποβάλει όλα τα σχετικά έγγραφα.
(2) Το κείμενο που υποβλήθηκε στη συνέχεια από την Επιτροπή περιέχει ελαφρώς διαφορετική διατύπωση («…require a contract addendum produced by the Contracting Party and agreed by the Technical Assistance Office and the European Commission…»).
(3) Βλέπε ετήσια έκθεση 1997, σ. 22.
(4) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με τους κανονισμούς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).