Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 446/2002/ADB κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Απόφαση
Υπόθεση 446/2002/ADB - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 29 Απριλίου 2002 - Απόφαση στις Δευτέρα | 17 Φεβρουαρίου 2003
Αξιότιμη κυρία S.,
Στις 5 Μαρτίου 2002, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με δύο συμβάσεις μεταξύ εσάς και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αντίστοιχα. Σύμφωνα με αυτές τις συμβάσεις, προετοίμαζες την καθημερινή ανασκόπηση του γαλλικού Τύπου και για τα δύο θεσμικά όργανα.
Στις 29 Απριλίου 2002, διαβίβασα την καταγγελία σας στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Την ίδια ημέρα, σας ενημέρωσα επίσης ότι δεν μπορούσα να διερευνήσω την καταγγελία σας κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διότι δεν είχατε προβεί προηγουμένως σε διοικητικές ενέργειες έναντι της τελευταίας.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο γνωμοδότησε στις 6 Ιουνίου 2002. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 15 Ιουλίου 2002. Στις 14 Οκτωβρίου 2002, ζήτησα από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να υποβάλει συμπληρωματική γνώμη σχετικά με την υπόθεσή σας. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απέστειλε τη συμπληρωματική γνώμη του στις 5 Νοεμβρίου 2002 και σας τη διαβίβασα. Έλαβα τις συμπληρωματικές παρατηρήσεις σας στις 14 Φεβρουαρίου 2003.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Με την επιστολή σας της 13ης Φεβρουαρίου με ενημερώσατε ότι δεν έχετε αντίρρηση να παραλάβω την παρούσα απόφαση στην αγγλική γλώσσα.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Ο καταγγέλλων είναι δημοσιογράφος και βιβλιογράφος. Το 1995 υπέγραψε σύμβαση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την προετοιμασία της καθημερινής επιθεώρησης του γαλλικού Τύπου. Το 1999, η Επιτροπή προκήρυξε διαδικασία υποβολής προσφορών για μια νέα σύμβαση. Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, η τιμή που έπρεπε να προτείνει για να είναι ανταγωνιστική ήταν τόσο χαμηλή που δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να εργαστεί μόνο για την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων επικοινώνησε με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο τελευταίος χρησιμοποιούσε ήδη την επισκόπηση Τύπου του καταγγέλλοντος. Υπάλληλοι του Γραφείου Πληροφοριών του Κοινοβουλίου στο Παρίσι (εφεξής «Γραφείο Πληροφοριών») χρησιμοποίησαν για να αντιγράψουν την επανεξέταση που παρασχέθηκε στην Αντιπροσωπεία της Επιτροπής στο Παρίσι. Ο καταγγέλλων πρότεινε σύμβαση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και προσφέρθηκε να προσαρμόσει την επισκόπηση τύπου στις ανάγκες του Κοινοβουλίου. Το Κοινοβούλιο αποδέχθηκε και υπεγράφη τόσο η σύμβαση με την Επιτροπή όσο και η σύμβαση με το Κοινοβούλιο.
Η σύμβαση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2001. Με τη διαβεβαίωση, από υπαλλήλους του Γραφείου Πληροφοριών, ότι θα υπογραφεί νέα σύμβαση, η καταγγέλλουσα συνέχισε την εργασία της χωρίς σύμβαση έως τις 15 Ιανουαρίου 2002. Την ημερομηνία αυτή, το Γραφείο Πληροφοριών ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι το Κοινοβούλιο δεν θα ήταν σε θέση ούτε να υπογράψει νέα σύμβαση ούτε να πληρώσει για τις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν κατά τις πρώτες ημέρες του 2002. Κατά συνέπεια, ο καταγγέλλων αναγκάστηκε επίσης να καταγγείλει τη σύμβαση με την Επιτροπή, η οποία δεν ήταν πλέον βιώσιμη.
Η καταγγέλλουσα αντιτίθεται στην καταγγελία της σύμβασης και θεωρεί ότι θα πρέπει να της καταβληθεί αμοιβή για εργασίες που πραγματοποιήθηκαν μετά την ημερομηνία λήξης της αρχικής σύμβασης. Αφού επικοινώνησε με το Κοινοβούλιο υπό την έννοια αυτή, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.
Ισχυρίστηκε ότι της δόθηκαν επανειλημμένες διαβεβαιώσεις από υπαλλήλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά την κατάρτιση νέας σύμβασης. Ως εκ τούτου, μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2001, η καταγγέλλουσα εξακολούθησε να παραδίδει την καθημερινή της επισκόπηση Τύπου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και θεωρεί ότι πρόκειται για σιωπηρή ανανέωση της σύμβασής της.
Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι η σύμβασή της, η οποία ανανεώθηκε σιωπηρά τον Ιανουάριο του 2002, πρέπει να εκπληρωθεί για χρονικό διάστημα ισοδύναμο με την αρχική σύμβαση και τουλάχιστον για ένα πλήρες έτος.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη του Ευρωπαϊκού ΚοινοβουλίουΗ γνώμη του Κοινοβουλίου σχετικά με την καταγγελία ήταν η ακόλουθη:
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συνήψε σύμβαση με τον καταγγέλλοντα για την παρακολούθηση της κάλυψης της προεδρίας της Nicole Fontaine από τον γαλλικό Τύπο. Η σύμβαση τέθηκε σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 1999. Από τη φύση της, η εν λόγω σύμβαση ήταν χρονικά περιορισμένη και ανέφερε συγκεκριμένα την ημερομηνία λήξης της. Ο καταγγέλλων όφειλε να γνωρίζει πλήρως, από το άρθρο 2 της συμβάσεως, ότι η ημερομηνία αυτή ήταν η 31η Δεκεμβρίου 2001 και ότι, από νομικής απόψεως, η σύμβαση λύθηκε την ημέρα εκείνη.
Εν κατακλείδι, το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι δεν έχει αθετήσει καμία από τις συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι του καταγγέλλοντος.
Το Κοινοβούλιο επισύναψε στη γνωμοδότησή του αντίγραφο της σύμβασης.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΟ Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής διαβίβασε τη γνώμη του Κοινοβουλίου στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση να υποβάλει παρατηρήσεις. Στην απάντησή της της 15ης Ιουλίου 2002, η καταγγέλλουσα ενέμεινε στην καταγγελία της.
Η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι δεν ήταν ικανοποιημένη με τη γνώμη του Κοινοβουλίου. Ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να συνεχίσει τη μεσολάβησή του προκειμένου να κατανοήσει το Κοινοβούλιο ότι στη Γαλλία κανείς δεν μπορεί να αναγκάσει τους ανθρώπους να εργαστούν για το τίποτα ή να διακόψει τις συμβατικές σχέσεις που έχουν παραταθεί μετά την ημερομηνία λήξης της σύμβασης.
Περαιτέρω έρευνεςΜετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών. Στη γνωμοδότησή του της 6ης Ιουνίου 2002, το Κοινοβούλιο δεν είχε εξετάσει ισχυρισμό που είχε ήδη προβληθεί στην αρχική καταγγελία της 5ης Μαρτίου 2002. Υπάλληλοι του Γραφείου Πληροφοριών φέρεται να ζήτησαν ρητά από την καταγγέλλουσα να συνεχίσει τις εργασίες της για το Κοινοβούλιο μετά τη λήξη της σύμβασης. Ο καταγγέλλων το έπραξε μέχρι τις 15 Ιανουαρίου 2002.
Συμπληρωματική γνώμη του ΚοινοβουλίουΤο Κοινοβούλιο δήλωσε ότι, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της καταγγέλλουσας, το Γραφείο Πληροφοριών δεν της ζήτησε να συνεχίσει το έργο της στον Τύπο μετά τη λήξη της επίσημης σύμβασής της. Όπως προαναφέρθηκε, η συμφωνηθείσα ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης ήταν η 31η Δεκεμβρίου 2001. Είναι αληθές ότι μέχρι τις 15 Ιανουαρίου 2002 η καταγγέλλουσα διαβίβασε στο Γραφείο Πληροφοριών την επισκόπηση Τύπου που συνέτασσε για την Αντιπροσωπεία της Επιτροπής. Ωστόσο, το έπραξε με δική της πρωτοβουλία και χωρίς να της ζητηθεί.
Συμπληρωματικές παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΗ καταγγέλλουσα δήλωσε ότι, λόγω της έλλειψης καλής θέλησης που επέδειξε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, είχε χάσει κάθε ελπίδα στη διαδικασία διαμεσολάβησης. Η καταγγέλλουσα ενημέρωσε τη Διαμεσολαβήτρια ότι εξέταζε σοβαρά το ενδεχόμενο να παραπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Σιωπηρή ανανέωση της σύμβασης του καταγγέλλοντος1.1 Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συνήψε σύμβαση με τον καταγγέλλοντα για την παρακολούθηση της κάλυψης από τον γαλλικό Τύπο. Η σύμβαση έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2001. Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι της δόθηκαν επανειλημμένες διαβεβαιώσεις από υπαλλήλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά την κατάρτιση νέας σύμβασης. Ως εκ τούτου, μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2001, η καταγγέλλουσα εξακολούθησε να παραδίδει την καθημερινή της επισκόπηση Τύπου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και θεωρεί ότι πρόκειται για σιωπηρή ανανέωση της σύμβασής της.
1.2 Το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι, από τη φύση της, η σύμβαση ήταν χρονικά περιορισμένη και ανέφερε συγκεκριμένα την ημερομηνία κατά την οποία έληξε. Ο καταγγέλλων όφειλε να γνωρίζει πλήρως, από το άρθρο 2 της συμβάσεως, ότι η ημερομηνία αυτή ήταν η 31η Δεκεμβρίου 2001 και ότι, από νομικής απόψεως, η σύμβαση λύθηκε την ημέρα εκείνη. Η καταγγέλλουσα συνέχισε να παραδίδει το έργο της στο Γραφείο Πληροφοριών με δική της πρωτοβουλία και δεν της ζητήθηκε να το πράξει από τους υπαλλήλους του Κοινοβουλίου.
1.3 Σύμφωνα με το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έχει την εξουσία να λαμβάνει καταγγελίες «που αφορούν περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των κοινοτικών οργάνων ή οργανισμών». Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι κακοδιοίκηση συντρέχει όταν ένας δημόσιος φορέας δεν ενεργεί σύμφωνα με κανόνα ή αρχή που τον δεσμεύει. Επομένως, κακοδιοίκηση μπορεί επίσης να διαπιστωθεί όταν πρόκειται για την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τα όργανα ή τους οργανισμούς των Κοινοτήτων.
1.4 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η έκταση του ελέγχου που μπορεί να διενεργήσει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αναγκαστικά περιορισμένη. Ειδικότερα, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι δεν θα πρέπει να επιδιώκει να διαπιστώσει αν υπήρξε παραβίαση της σύμβασης από οποιοδήποτε από τα μέρη, εάν το ζήτημα αμφισβητείται. Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνο από αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να ακούσει τα επιχειρήματα των διαδίκων σχετικά με το σχετικό εθνικό δίκαιο και να αξιολογήσει αντικρουόμενα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τυχόν αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά.
1.5 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, σε υποθέσεις που αφορούν συμβατικές διαφορές, είναι δικαιολογημένο να περιορίζεται η έρευνά του στην εξέταση του κατά πόσον το κοινοτικό θεσμικό όργανο ή οργανισμός του έχει παράσχει συνεκτική και εύλογη εικόνα της νομικής βάσης για τις ενέργειές του και των λόγων για τους οποίους πιστεύει ότι η άποψή του σχετικά με τη συμβατική θέση είναι δικαιολογημένη. Στην περίπτωση αυτή, ο Διαμεσολαβητής θα συμπεράνει ότι από την έρευνά του δεν προέκυψε περίπτωση κακοδιοίκησης. Το συμπέρασμα αυτό δεν θίγει το δικαίωμα των μερών να εξεταστεί η συμβατική διαφορά τους και να διευθετηθεί έγκυρα από αρμόδιο δικαστήριο.
1.6 Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε τη σύμβαση που του διαβίβασε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο τρόπος με τον οποίο το Κοινοβούλιο αντιλαμβάνεται τη σύμβαση, ιδίως το άρθρο 2, το οποίο καθορίζει την ημερομηνία λήξης και τη συνδέει με την Προεδρία της Nicole Fontaine, φαίνεται να είναι ορθός.
1.7 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι δεν κατέστη δυνατό να εξακριβωθεί ότι το Κοινοβούλιο είχε δώσει εντολή στην καταγγέλλουσα να παραδώσει το έργο της στο Γραφείο Πληροφοριών μετά τη συμφωνηθείσα λήξη της σύμβασης.
1.8 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το Κοινοβούλιο έχει παράσχει συνεκτική και εύλογη περιγραφή της νομικής βάσης για τις ενέργειές του και των λόγων για τους οποίους πιστεύει ότι η άποψή του σχετικά με τη συμβατική θέση είναι δικαιολογημένη. Ως εκ τούτου, η παρούσα έρευνα δεν αποκάλυψε κρούσμα κακοδιοίκησης εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά αυτή την πτυχή της καταγγελίας.
2 Συνέχιση της σύμβασης2.1 Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι η σύμβασή της, η οποία ανανεώθηκε σιωπηρά τον Ιανουάριο του 2002, πρέπει να εκπληρωθεί για χρονικό διάστημα ισοδύναμο με την αρχική σύμβαση και τουλάχιστον για ένα πλήρες έτος.
2.2 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω διαπιστώσεων του Διαμεσολαβητή, παρέλκει η συνέχιση της έρευνάς του σχετικά με την εν λόγω πτυχή της καταγγελίας.
3 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, φαίνεται ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Jacob SÖDERMAN