Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 306/2002/(IP)GG κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 306/2002/IP/GG - Εκκίνηση έρευνας στις Πέμπτη | 18 Απριλίου 2002 - Απόφαση στις Παρασκευή | 14 Φεβρουαρίου 2003
Αξιότιμη κυρία D.,
Στις 20 Φεβρουαρίου 2002, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τη μη καταβολή τόκων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή επί του κόστους παραμονής σε νοσοκομείο το 1992.
Στις 18 Απριλίου 2002, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της στις 9 Αυγούστου 2002. Σας το διαβίβασα στις 26 Αυγούστου 2002 με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 19 Σεπτεμβρίου 2002.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Η καταγγέλλουσα είναι η χωρισμένη σύζυγος υπαλλήλου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το 1992 χρειάστηκε να υποβληθεί σε θεραπεία σε νοσοκομείο στην Ιταλία και στη συνέχεια ζήτησε από την Επιτροπή (ή ακριβέστερα από το RCAM, το σύστημα υγειονομικής ασφάλισης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των συγγενών τους) να της επιστρέψει τα έξοδα της θεραπείας αυτής ύψους 19,6 εκατ. LIT. Ωστόσο, τον Μάιο του 2001, η Επιτροπή δέχθηκε να καταβάλει στον καταγγέλλοντα περίπου 20 εκατ. LIT.
Στις 16 Ιουλίου 2001, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή (καταγγελία 1036/2001/IP). Ο καταγγέλλων υποστήριξε ειδικότερα ότι η Επιτροπή όφειλε να καταβάλει τόκους. Η καταγγελία απορρίφθηκε στις 23 Ιουλίου 2001 με την αιτιολογία ότι ο καταγγέλλων δεν είχε ακόμη προβεί στις κατάλληλες προηγούμενες προσεγγίσεις προς την Επιτροπή που απαιτούνται από το άρθρο 2 παράγραφος 4 του καθεστώτος του Διαμεσολαβητή.
Αφού προέβη στις ενέργειες αυτές, η καταγγέλλουσα ανανέωσε την καταγγελία της με τηλεομοιοτυπία και επιστολή της 20ής Φεβρουαρίου 2002.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Ο καταγγέλλων νοσηλεύτηκε χωρίς να ζητήσει προηγούμενη έγκριση από το RCAM. Δεδομένου ότι η καταγγέλλουσα είχε αναλάβει η ίδια επαγγελματική δραστηριότητα το 1989, η δική της ασφάλιση υγείας θα έπρεπε να είχε πληρώσει τον λογαριασμό σε πρώτο βαθμό, με το RCAM να παρεμβαίνει μόνο ως συμπληρωματικό σύστημα. Κατά συνέπεια, το RCAM αρνήθηκε να καταβάλει τον λογαριασμό ύψους 19,6 m LIT.
Μετά από αρκετά χρόνια εντατικής αλληλογραφίας, συμφωνήθηκε συμβιβασμός μεταξύ της RCAM και του κ. B., δικηγόρου που εκπροσωπεί τον καταγγέλλοντα. Προέβλεψε ότι, παρά την κατάσταση που περιγράφεται ανωτέρω, το RCAM θα επέστρεφε στην πραγματικότητα το πλήρες ποσό των 19,6 εκατ. LIT, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό θα αποτελούσε οριστική διευθέτηση της υπόθεσης και ότι δεν θα προβάλλονταν περαιτέρω απαιτήσεις.
Στις 30 Νοεμβρίου 2000, ο καταγγέλλων υπέγραψε το ακόλουθο έγγραφο:
[Ο καταγγέλλων]
Λαμβάνοντας υπόψη:
- ότι νοσηλεύτηκε (...) από τις 15 έως τις 27 Μαΐου 1992,
- ότι κακώς πίστευε, ως χωρισμένη σύζυγος υπαλλήλου της ΕΕ, ότι δικαιούται επιστροφή από την κοινοτική ασφάλιση υγείας, ότι, ως εκ τούτου, είχε υποβάλει την αίτηση επιστροφής,
- ότι, αφού έλαβε εκτενείς εξηγήσεις, κατάλαβε ότι στην πραγματικότητα δεν δικαιούνταν καμία τέτοια επιστροφή,
- ότι το RCAM, προκειμένου να τη βοηθήσει να επιλύσει τη δύσκολη κατάστασή της, είχε αποφασίσει να καταβάλει το ποσό των 20 εκατ. LIT, χωρίς η πληρωμή αυτή να συνεπάγεται ή να αποδεικνύει την αναγνώριση δικαιωμάτων ως προς αυτήν
Δηλώνει:
- ότι αποδέχεται την καταβολή του προαναφερθέντος ποσού και ευχαριστεί το RCAM για αυτή την οικειοθελή επιστροφή, αναγνωρίζοντας ότι δεν συνιστά δικαίωμα εξ ονόματός της, αλλά ότι αντιπροσωπεύει γενναιόδωρη εθελοντική παροχή. Βεβαιώνει την παραλαβή της πληρωμής και παραιτείται από τυχόν περαιτέρω αξιώσεις.
Η πληρωμή των 20 εκατ. LIT (10 329 ευρώ) είχε πραγματοποιηθεί το 2001.
Ο καταγγέλλων δεν είχε δικαίωμα επιστροφής των εξόδων νοσηλείας από το RCAM. Ωστόσο, ως χειρονομία καλής θέλησης για να βοηθηθεί ο καταγγέλλων από μια δύσκολη οικονομική κατάσταση, είχε καταβληθεί γενναιόδωρη εθελοντική πληρωμή προκειμένου να διευθετηθεί οριστικά η υπόθεση. Δεν υπήρχε ούτε νομική ούτε ηθική βάση για περαιτέρω πληρωμές.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα επανέλαβε την άποψη ότι δικαιούται επιστροφή των εξόδων νοσηλείας. Επισήμανε επίσης ότι είχε καταβάλει στο νοσοκομείο ποσό 41,5 εκατομμυρίων ιταλικών λιρών (LIT) και ότι ζητούσε τόκους και αποζημίωση από το 1992.
Η καταγγέλλουσα πρόσθεσε ότι θεώρησε ότι το έγγραφο που είχε υπογραφεί ήταν «ανυπόφορο».
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Μη καταβολή τόκων επί των εξόδων νοσηλείας1.1 Η καταγγέλλουσα, η χωρισμένη σύζυγος υπαλλήλου της ΕΕ, χρειάστηκε να υποβληθεί σε θεραπεία σε νοσοκομείο στην Ιταλία το 1992. Το μεταγενέστερο αίτημά της να της επιστραφούν τα έξοδα της περιθάλψεως αυτής, ύψους 19,6 εκατομμυρίων ιταλικών λιρών (LIT), απορρίφθηκε. Μόνο τον Μάιο του 2001 η Επιτροπή δέχθηκε να καταβάλει στον καταγγέλλοντα περίπου 20 εκατ. LIT. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή πρέπει να καταβάλει τόκους από το 1992.
1.2 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η καταγγέλλουσα δεν είχε δικαίωμα επιστροφής εξόδων, δεδομένου ότι δεν είχε ζητήσει προηγούμενη έγκριση και ότι η δική της ασφάλιση υγείας θα έπρεπε να είχε πληρώσει τον λογαριασμό σε πρώτο βαθμό. Προσθέτει ότι, ως χειρονομία καλής θέλησης για να βοηθήσει τον καταγγέλλοντα να βγει από μια δύσκολη οικονομική κατάσταση, το 2001 πραγματοποιήθηκε γενναιόδωρη εκούσια καταβολή 20 εκατ. LIT προκειμένου να διευθετηθεί οριστικά η υπόθεση. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η καταγγέλλουσα υπέγραψε δήλωση με την οποία αποδέχθηκε την πληρωμή αυτή και παραιτήθηκε από τυχόν περαιτέρω αξιώσεις. Επομένως, κατά την Επιτροπή, δεν υφίστατο ούτε νομική ούτε ηθική βάση για την πραγματοποίηση περαιτέρω πληρωμών.
1.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η καταγγέλλουσα υπέβαλε αντίγραφο της δήλωσης στην οποία παραπέμπει η Επιτροπή με την καταγγελία της 1036/2001/IP. Η δήλωση αυτή φέρει ημερομηνία 30 Νοεμβρίου 2000 και την υπογραφή του καταγγέλλοντος. Στην πράξη, ο καταγγέλλων παραιτείται από κάθε περαιτέρω αξίωση. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η δήλωση αυτή θα ήταν άκυρη.
1.4 Υπό τις συνθήκες αυτές, η άποψη της Επιτροπής ότι δεν υπάρχει βάση για περαιτέρω πληρωμές προς τον καταγγέλλοντα φαίνεται εύλογη.
2 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Jacob SÖDERMAN