FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1540/2001/JMA κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 29 Οκτωβρίου 2002

Αξιότιμε κ. F.,

Στις 28 Οκτωβρίου 2001, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εξ ονόματος της «Asociación para la Defensa de los Derechos Civiles en España». Η καταγγελία αφορούσε την εικαζόμενη παράλειψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να λάβει δεόντως υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που καταγγέλθηκαν σε επίσημη καταγγελία (00/4989).

Στείλατε συμπληρωματικές πληροφορίες στις 4, 11, 15 και 19 Νοεμβρίου 2001.Στις 5 Δεκεμβρίου 2001, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της στις 27 Φεβρουαρίου 2002. Στις 21 Μαρτίου 2002, σας διαβίβασα τη γνώμη της Επιτροπής με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις, εφόσον το επιθυμείτε. Έλαβα συμπληρωματικές πληροφορίες από εσάς στις 8 Απριλίου 2002. Στις 9 και 10 Απριλίου 2002, μου διαβιβάσατε τις παρατηρήσεις σας σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής. Ζήτησα περαιτέρω πληροφορίες από την Επιτροπή στις 24 Μαΐου 2002. Η Επιτροπή απέστειλε τη δεύτερη γνώμη της στις 2 Ιουλίου 2002, την οποία σας διαβίβασα. Μου διαβιβάσατε τις παρατηρήσεις σας σχετικά με τη δεύτερη γνώμη της Επιτροπής στις 12 Αυγούστου 2002.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για το αποτέλεσμα των ερευνών που έχουν γίνει.

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα πραγματικά περιστατικά ήταν τα εξής:

Στις 4 Μαΐου 2000, ο καταγγέλλων, εξ ονόματος μιας ένωσης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπέβαλε επίσημη καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω του γραφείου Eurojus στη Μαδρίτη. Η Επιτροπή ανέθεσε το θέμα στις αρμόδιες υπηρεσίες της ΓΔ Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων και το καταχώρισε με αριθμό φακέλου 2000/4989. Η καταγγελία αφορούσε τον φερόμενο ως εισάγοντα διακρίσεις χαρακτήρα της ισπανικής νομοθεσίας για την ασφάλιση (ισπανικός νόμος 30/1995 και οι κανόνες εφαρμογής του), ιδίως οι διατάξεις του σχετικά με τα συνταξιοδοτικά προγράμματα για τους εργαζομένους που απασχολούνται στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η ισπανική νομοθεσία δεν είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο, δεδομένου ότι περιορίζει αδικαιολόγητα την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων.

Ο καταγγέλλων εξήγησε ότι, λόγω του ισπανικού νόμου 30/1995, τα προγράμματα συμπληρωματικής ασφάλισης που καταβάλλονται από τους εργαζομένους που απασχολούνται στον χρηματοπιστωτικό τομέα δεν μπορούν να μεταβιβαστούν σε περίπτωση αλλαγής απασχόλησης. Κατά συνέπεια, τα άτομα που εργάζονται για χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στην Ισπανία εμποδίζονται να αλλάξουν επιχειρήσεις, καθώς κινδυνεύουν να χάσουν μέρος των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στα οποία συνέβαλαν. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, ο ισπανικός νόμος εισάγει διακρίσεις εις βάρος των εργαζομένων στον χρηματοπιστωτικό τομέα και, ως εκ τούτου, αντιβαίνει στη βασική αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 (νυν άρθρο 14) της συνθήκης ΕΚ. Προσέθεσε ότι η εθνική νομοθεσία συνιστά επίσης εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, κατά παράβαση του άρθρου 48 (νυν 39) της Συνθήκης ΕΚ, όπως ερμηνεύεται από τα κοινοτικά δικαστήρια. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε σε διάφορες αποφάσεις των κοινοτικών δικαστηρίων, ιδίως στις εκτιμήσεις που διατυπώνονται στο σημείο 96 της υπόθεσης Bosman (1).

Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η εν λόγω ισπανική νομοθεσία δεν τηρούσε ούτε τις διατάξεις του παράγωγου κοινοτικού δικαίου, ιδίως της οδηγίας 98/49/ΕΚ σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης των μισθωτών και των μη μισθωτών που μετακινούνται εντός της Κοινότητας.

Παρά τα νομικά επιχειρήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων, η Επιτροπή απέστειλε επιστολή στον καταγγέλλοντα στις 10 Μαΐου 2001 με την οποία τον πληροφόρησε ότι σκόπευε να θέσει την υπόθεση στο αρχείο, εκτός εάν παρείχε πρόσθετες πληροφορίες. Στην απάντησή του της 8ης Αυγούστου 2001, ο καταγγέλλων εξέθεσε τα πραγματικά και νομικά στοιχεία της καταγγελίας του και ζήτησε σαφείς εξηγήσεις από την Επιτροπή σχετικά με τη συμβατότητα του ισπανικού νόμου 30/1995 με i) διαφορετικές διατάξεις της οδηγίας 98/49/ΕΚ· ii) Τέχνες. 7 (νυν 14) και 48 (νυν 39) της Συνθήκης ΕΚ· iii) όπως ερμηνεύονται στη σχετική νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, ιδίως στην απόφαση Bosman· και iv) την πολιτική που εξήγγειλε το θεσμικό όργανο στην Πράσινη Βίβλο του για τις επικουρικές συντάξεις στην ενιαία αγορά (COM (97) 283).

Ελλείψει απάντησης από την Επιτροπή, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον Διαμεσολαβητή. Πίστευε ότι το θεσμικό όργανο προσπαθούσε να κλείσει την υπόθεση χωρίς να αξιολογήσει σωστά τους ισχυρισμούς που είχε κάνει.

Συνοπτικά, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε τον κύριο ισχυρισμό της καταγγελίας του, δηλαδή ότι η ισπανική νομοθεσία για την ασφάλιση (νόμος 30/1995 και κανόνες εφαρμογής) δεν συμμορφώνεται με το κοινοτικό δίκαιο, δεδομένου ότι περιορίζει αδικαιολόγητα την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων που απασχολούνται στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της, η Επιτροπή περιέγραψε το ιστορικό της υπόθεσης. Εξήγησε ότι ο καταγγέλλων επέστησε για πρώτη φορά την προσοχή του στα προβλήματα που θέτει ο ισπανικός νόμος περί ασφαλίσεων τον Μάιο του 2000. Στις 25 Οκτωβρίου 2000, η επιστολή του καταγγέλλοντος πρωτοκολλήθηκε ως επίσημη καταγγελία με αριθμό φακέλου 2000/4989.

Με επιστολή της 9ης Ιανουαρίου 2001, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενημέρωσαν τον καταγγέλλοντα ότι δεν θεωρούσαν τη σχετική ισπανική νομοθεσία αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο και ότι, ως εκ τούτου, σκόπευαν να θέσουν την υπόθεση στο αρχείο. Εξήγησαν ότι οι καταστάσεις που διέπονται από την οδηγία 98/49/ΕΚ είναι διαφορετικές από εκείνες του ισπανικού δικαίου. Επιπλέον, η οδηγία δεν θα είχε εφαρμογή εν προκειμένω, δεδομένου ότι οι διατάξεις της έπρεπε να ενσωματωθούν στο ισπανικό δίκαιο έως τις 25 Ιανουαρίου 2002.

Στις 9 Ιανουαρίου, στις 25 Φεβρουαρίου και στις 2 Μαρτίου 2001, ο καταγγέλλων απέστειλε εκ νέου στην Επιτροπή, μαζί με την επιστολή του, αντίγραφο της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ισπανίας σχετικά με τη νομιμότητα του ισπανικού νόμου περί ασφάλισης. Αφού εξέτασε το έγγραφο αυτό, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την προηγούμενη αξιολόγησή της σχετικά με το συμβιβάσιμο της ισπανικής νομοθεσίας με την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία με επιστολή της 7ης Μαρτίου 2001. Ο καταγγέλλων διαβίβασε σειρά αποφάσεων διαφόρων ισπανικών δικαστηρίων στις 24 Μαρτίου και στις 29 Απριλίου 2001. Η Επιτροπή αναγνώρισε τις νέες πληροφορίες με έγγραφο της 10ης Μαΐου 2001, με το οποίο επισήμανε ότι όλες οι αποφάσεις είχαν ληφθεί με βάση το ισπανικό νομικό σύστημα και, ως εκ τούτου, δεν είχαν καμία επίπτωση στην εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στο πρόβλημα. Στη βάση αυτή, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την προηγούμενη θέση της σύμφωνα με την οποία το κοινοτικό δίκαιο, με τη σημερινή του μορφή, δεν απαιτεί από τις εθνικές επιχειρήσεις να συστήσουν ειδικά αποθεματικά κεφάλαια σε περίπτωση αποχώρησης των εργαζομένων. Στις 18 Ιουλίου 2001, η Επιτροπή περάτωσε την καταγγελία 2000/4989.

Ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στην Επιτροπή με επιστολή της 8ης Αυγούστου 2001. Υπέβαλε νέα καταγγελία στο θεσμικό όργανο σχετικά με το ίδιο αντικείμενο. Κατόπιν νέας αλληλογραφίας, η Επιτροπή απάντησε στις 15 Νοεμβρίου 2001. Στην επιστολή του, το θεσμικό όργανο εξέτασε τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος και επιβεβαίωσε τη θέση του. Εξήγησε ότι η ισπανική νομοθεσία δεν παραβιάζει την οδηγία 98/49/ΕΚ, δεδομένου ότι, όπως ορίζεται στο άρθρο 4, η οδηγία εφαρμόζεται μόνο στους εργαζομένους που μετακινούνται από ένα κράτος μέλος σε άλλο και όχι σε αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις, όπως στην περίπτωση του καταγγέλλοντος. Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι οι διατάξεις της Συνθήκης δεν επιβάλλουν αυστηρότερες υποχρεώσεις στα κράτη μέλη. Όσον αφορά τη δυνητική σημασία της Πράσινης Βίβλου της Επιτροπής για τις επικουρικές συντάξεις, στην επιστολή αναφερόταν ο μη δεσμευτικός χαρακτήρας της.

Ως εκ τούτου, η γνώμη της Επιτροπής κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία που ακολούθησαν οι υπηρεσίες της στην παρούσα υπόθεση ήταν επαρκής. Τόνισε ότι οι υπηρεσίες της ενημέρωναν πάντοτε τον καταγγέλλοντα για κάθε εξέλιξη και απαντούσαν αμέσως στα ερωτήματά του. Η Επιτροπή θεώρησε ότι το πρόβλημα δεν προέκυψε από εσφαλμένη εκτίμηση των νομικών επιχειρημάτων που προέβαλε ο καταγγέλλων, αλλά μάλλον από αποκλίνουσα νομική ερμηνεία των εφαρμοστέων κοινοτικών κανόνων. Κατά την άποψη της Επιτροπής, το κοινοτικό δίκαιο, υπό τη σημερινή του μορφή, φαίνεται να θέτει υπό αμφισβήτηση το κύρος της ισπανικής νομοθεσίας περί ασφαλίσεων.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις 27 Μαρτίου 2002, ο καταγγέλλων διαβίβασε απόφαση που εξέδωσε ο Ισπανός Διαμεσολαβητής σχετικά με την υπόθεση που υπέβαλε ο καταγγέλλων στο εν λόγω θεσμικό όργανο, η οποία αφορά επίσης τον ισπανικό νόμο 30/1995 για την ασφάλιση. Στην απόφασή του, ο Ισπανός Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω νομοθεσία εισάγει ουσιαστικά διακρίσεις εις βάρος των εργαζομένων στον χρηματοπιστωτικό τομέα και, ως εκ τούτου, συνέστησε στην ισπανική κυβέρνηση να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας. Αντίγραφο της απόφασης είχε επίσης αποσταλεί από τον καταγγέλλοντα στην Επιτροπή.

Στις 10 Απριλίου 2002, ο καταγγέλλων διαβίβασε τις παρατηρήσεις του επί της γνώμης της Επιτροπής. Επανέλαβε τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν στην καταγγελία προς τον Διαμεσολαβητή και τόνισε ότι το θεσμικό όργανο δεν τους αξιολόγησε δεόντως. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι η περάτωση της καταγγελίας του ήταν αβάσιμη. Τα νομικά επιχειρήματα που προέβαλε με τα έγγραφά του, ιδίως εκείνα της 8ης Αυγούστου 2002, παραμένουν αναπάντητα. Μαζί με τις παρατηρήσεις του, περιέλαβε αντίγραφα όλων των ανταλλαγών απόψεων με την Επιτροπή.

Για τον καταγγέλλοντα, η επαναλαμβανόμενη δήλωση της Επιτροπής ότι ο ισπανικός νόμος περί ασφαλίσεων δεν ήταν αντίθετος προς το κοινοτικό δίκαιο δεν συνοδεύτηκε από κανένα επιχείρημα προς στήριξη της καταγγελίας.

Ελλείψει οποιασδήποτε αιτιολογίας, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι εμποδίστηκε να υπερασπιστεί τη θέση του και, ως εκ τούτου, να απαντήσει στη θέση της Επιτροπής. Θεωρεί περίεργο το γεγονός ότι, παρά την παραπομπή στο κοινοτικό δίκαιο που γίνεται σε διάφορες αποφάσεις ισπανικών δικαστηρίων, η Επιτροπή εξακολουθεί να θεωρεί ότι δεν υπάρχει κοινοτική πτυχή στην καταγγελία του. Μεταξύ των εγγράφων που επισυνάπτονται στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων συμπεριέλαβε απόφαση του Εργατικού Δικαστηρίου της Βαρκελώνης. Στο σημείο 21 της απόφασης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ισπανική νομοθεσία περί ασφάλισης ήταν αντίθετη προς την κοινοτική αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, διότι εμπόδιζε τους Ισπανούς εργαζομένους του χρηματοπιστωτικού τομέα να μετακινηθούν σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος. Προς υποστήριξή του, το Labour Court παρέπεμψε στην εξέταση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην απόφαση Bosman, ιδίως στη σκέψη 96.

Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, καμία από τις επιστολές της Επιτροπής δεν είχε εξετάσει το ζήτημα της συμβατότητας της ισπανικής νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο, όπως αυτό ορίζεται από τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων.

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΡΕΥΝΕΣ

Λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλε ο καταγγέλλων, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή στις 24 Μαΐου 2002. Στην επιστολή του, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις πτυχές που περιέγραψε ο καταγγέλλων στις παρατηρήσεις του. Ειδικότερα, ο Διαμεσολαβητής κάλεσε την Επιτροπή να σχολιάσει το επιχείρημα του καταγγέλλοντος σύμφωνα με το οποίο το θεσμικό όργανο δεν είχε εξετάσει κανένα σκεπτικό προς στήριξη της θέσης του.

Η δεύτερη γνώμη της Επιτροπής

Η Επιτροπή εξήγησε ότι οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος δεν προσέθεσαν κανένα νέο στοιχείο στην υπόθεση. Υπενθύμισε ότι οι υπηρεσίες της είχαν ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για τους λόγους που τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η ισπανική νομοθεσία δεν ήταν αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο. Η Επιτροπή παρέπεμψε στην επιστολή της 15ης Νοεμβρίου 2001, στην οποία είχε αιτιολογήσει λεπτομερώς τη συμβατότητα του ισπανικού δικαίου τόσο με την οδηγία 98/49/ΕΚ όσο και με τις σχετικές διατάξεις της Συνθήκης, ιδίως το άρθρο 49 (νυν άρθρο 39), όπως ερμηνεύθηκε από τα κοινοτικά δικαστήρια, ιδίως στην υπόθεση Bosman. Βάσει διεξοδικής ανάλυσης, οι υπηρεσίες της δεν είχαν εντοπίσει καμία νομική βάση για την κίνηση διαδικασίας επί παραβάσει κατά της Ισπανίας.

Το θεσμικό όργανο επανέλαβε τα συμπεράσματα που είχε διατυπώσει στην προηγούμενη γνωμοδότησή του.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με τη δεύτερη γνώμη της Επιτροπής

Στις 12 Αυγούστου 2002, ο καταγγέλλων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του σχετικά με τη δεύτερη γνώμη της Επιτροπής. Θεώρησε ότι η Επιτροπή δεν είχε προσθέσει περαιτέρω πληροφορίες στη δεύτερη γνώμη της και ότι τα νομικά ζητήματα που έθιξε με το έγγραφό του της 8ης Αυγούστου 2001 παρέμεναν αναπάντητα. Κατά την άποψή του, οι ισχυρισμοί που διατυπώθηκαν στην καταγγελία του προς την Επιτροπή είχαν απαντηθεί με γενικότητες που στερούνταν οποιασδήποτε υποστηρικτικής αιτιολογίας.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Χειρισμός από την Επιτροπή της καταγγελίας που υπέβαλε ο καταγγέλλων

1.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε τον κύριο ισχυρισμό της καταγγελίας του, δηλαδή ότι η ισπανική νομοθεσία για την ασφάλιση (νόμος 30/1995 και κανόνες εφαρμογής) δεν συμμορφώνεται με το κοινοτικό δίκαιο, δεδομένου ότι περιορίζει αδικαιολόγητα την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων που απασχολούνται στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Θεώρησε ότι η περάτωση της καταγγελίας του ήταν αβάσιμη.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι τα νομικά επιχειρήματα που προέβαλε κατά τις επαφές του με το θεσμικό όργανο, ιδίως στην επιστολή του της 8ης Αυγούστου 2001, δεν είχαν απαντηθεί. Ελλείψει αιτιολογίας, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι εμποδίστηκε να υπερασπιστεί τη θέση του και, ως εκ τούτου, να απαντήσει στη θέση της Επιτροπής.

1.2 Η Επιτροπή υποστήριξε ότι το κοινοτικό δίκαιο, υπό τη σημερινή του μορφή, φαίνεται να θέτει υπό αμφισβήτηση το κύρος της ισπανικής νομοθεσίας περί ασφαλίσεων. Υπογράμμισε ότι τα γεγονότα που κατήγγειλε ο καταγγέλλων αναφέρονταν σε μια καθαρά εσωτερική κατάσταση. Κατά την άποψή της, το πρόβλημα δεν προέκυψε από εσφαλμένη εκτίμηση των νομικών επιχειρημάτων που προέβαλε ο καταγγέλλων, αλλά μάλλον από αποκλίνουσα νομική ερμηνεία των εφαρμοστέων κοινοτικών κανόνων.

Υπενθύμισε ότι οι υπηρεσίες της είχαν ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για τους λόγους που τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η ισπανική νομοθεσία δεν ήταν αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο. Η Επιτροπή παρέπεμψε στο από 15 Νοεμβρίου 2001 έγγραφό της, με το οποίο αιτιολόγησε εμπεριστατωμένα τη θέση της.

1.3 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το επίμαχο ζήτημα είναι κατά πόσον η Επιτροπή αιτιολόγησε δεόντως την απόφασή της στην παρούσα υπόθεση. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η υποχρέωση αιτιολόγησης των αποφάσεων αποτελεί βασική συνιστώσα του δικαιώματος χρηστής διοίκησης. Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει κατοχυρώσει την αρχή αυτή στο άρθρο 41 παράγραφος 2. Ο κώδικας ορθής διοικητικής συμπεριφοράς της Επιτροπής περιλαμβάνει επίσης την υποχρέωση αιτιολόγησης των αποφάσεων, αναφέροντας ότι (2), Η ίδια αρχή ισχύει στο πλαίσιο των επίσημων καταγγελιών που απευθύνονται στην Επιτροπή, όπως συμφώνησε το θεσμικό όργανο στην τελευταία ανακοίνωσή του σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου (3).

1.4 Από τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος, οι οποίοι συνοψίζονται στην επιστολή του της 8ης Αυγούστου 2001, αναφέρονταν στην παραβίαση από τον ισπανικό νόμο περί ασφάλισης των ακόλουθων κοινοτικών κανόνων και αρχών: i) τις διατάξεις της οδηγίας 98/49/ΕΚ· ii) Τέχνες. 7 (νυν 14) και 48 (νυν 39) της Συνθήκης ΕΚ, όπως ερμηνεύονται (iii) από τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, ιδίως στην απόφαση Bosman· και iv) την πολιτική που εξήγγειλε το θεσμικό όργανο στην Πράσινη Βίβλο του για τις επικουρικές συντάξεις στην ενιαία αγορά (COM (97) 283).

Το βασικό επιχείρημα της Επιτροπής ήταν ανέκαθεν ότι το κοινοτικό δίκαιο, υπό τη σημερινή του μορφή, δεν φαίνεται να θέτει υπό αμφισβήτηση το κύρος της ισπανικής νομοθεσίας περί ασφαλίσεων. Η συλλογιστική της βασιζόταν στο γεγονός ότι οι όροι που κατήγγειλε ο καταγγέλλων αναφέρονταν σε μια αμιγώς εσωτερική κατάσταση. Στις επιστολές του της 9ης Ιανουαρίου, της 7ης Μαρτίου, της 10ης Μαΐου και της 15ης Νοεμβρίου 2001, το θεσμικό όργανο φαίνεται να έχει εξετάσει λεπτομερώς τη συμβατότητα της ισπανικής νομοθεσίας για την ασφάλιση με i) την οδηγία 98/49/ΕΚ (4), ii) τις σχετικές διατάξεις της Συνθήκης, όπως (iii) ερμηνεύονται από τα κοινοτικά δικαστήρια (5), και με (iv) διάφορες άλλες νομικές πράξεις της ΕΚ (6).

1.5 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή εξήγησε τη νομική της θέση όσον αφορά την κατάσταση και εξέτασε στην πραγματικότητα όλους τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος. Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας, προκύπτει ότι το θεσμικό όργανο παρέσχε εύλογη εξήγηση των λόγων για τους οποίους τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που προέβαλε με την καταγγελία του δεν απέδειξαν παράβαση του κοινοτικού δικαίου.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση σε σχέση με αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

2. Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Jacob SÖDERMAN


(1) Υπόθεση C-415/93 URB κατά Jean-Marc Bosman [1995] Συλλογή I-4921. Η παράγραφος 96 ορίζει τα εξής: «Διατάξεις που εμποδίζουν ή αποτρέπουν υπήκοο κράτους μέλους να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας συνιστούν, επομένως, εμπόδιο στην ελευθερία αυτή, ακόμη και αν εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της ιθαγένειας των οικείων εργαζομένων».

(2) «Η απόφαση της Επιτροπής πρέπει να αναφέρει σαφώς τους λόγους στους οποίους βασίζεται [...]. Κατά γενικό κανόνα, οι αποφάσεις πρέπει να αιτιολογούνται πλήρως»· Απόφαση της Επιτροπής, της 17ης Οκτωβρίου 2000, για την τροποποίηση του εσωτερικού κανονισμού της (2000/633/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ)· ΕΕ L 267/63 της 20.10.2000.

(3) Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου [COM(2002) 141 τελικό της 20.3.2002].

(4) Η οδηγία 98/49/ΕΚ δεν είχε εφαρμογή στην καταγγελία. Ενώ τα γεγονότα που κατήγγειλε ο καταγγέλλων αναφέρονταν σε μια αμιγώς εσωτερική κατάσταση, ο στόχος της οδηγίας -όπως ορίζεται στο άρθρο 4- είναι η προστασία των δικαιωμάτων των μελών συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης που μετακινούνται από ένα κράτος μέλος σε άλλο. Από την άλλη πλευρά, η οδηγία έπρεπε να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο έως τις 25 Ιανουαρίου 2002 και, ως εκ τούτου, δεν εφαρμοζόταν όταν ο καταγγέλλων υπέβαλε την καταγγελία του (επιστολές της Επιτροπής της 9ης Ιανουαρίου και της 15ης Νοεμβρίου 2001).

(5) Οι διατάξεις της Συνθήκης δεν μπορούν να εφαρμοστούν στα πραγματικά περιστατικά που καταγγέλλει ο καταγγέλλων, δεδομένου ότι δεν δημιουργούν αυστηρότερες υποχρεώσεις από εκείνες που απορρέουν από το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο (έγγραφο της Επιτροπής της 15ης Νοεμβρίου 2001).

(6) Η Πράσινη Βίβλος της Επιτροπής για τις επικουρικές συντάξεις στην ενιαία αγορά, καθώς και η σύστασή της 92/442/ΕΟΚ δεν έχουν νομική σημασία για την υπόθεση λόγω του μη δεσμευτικού χαρακτήρα τους (επιστολή της Επιτροπής της 15ης Νοεμβρίου 2001).

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!