Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 1263/2001/PB κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 1263/2001/PB - Εκκίνηση έρευνας στις Πέμπτη | 06 Σεπτεμβρίου 2001 - Απόφαση στις Παρασκευή | 03 Μαΐου 2002
Αγαπητοί Dr. W και Dr. T.,
Στις 3 Σεπτεμβρίου 2001, έλαβα καταγγελία που υποβάλατε εσείς, εξ ονόματος της Harress Pickel Consult (HPC), κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η καταγγελία σας αφορά διαφορά πληρωμής σχετικά με τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών αριθ. 98-0462.00.
Στις 6 Σεπτεμβρίου 2001, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή διατύπωσε τη γνώμη της στις 16 Νοεμβρίου 2001. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις. Στις 20 Δεκεμβρίου 2001, το γραφείο μου ενημερώθηκε ότι θα εκπροσωπηθείτε από δικηγόρους. Μετά από αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων σας και του προσωπικού μου, έλαβα τις παρατηρήσεις σας σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής στις 18 Απριλίου 2002.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Τον Σεπτέμβριο του 2001, οι καταγγέλλοντες υπέβαλαν τους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις τους κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η καταγγελία τους υποβλήθηκε εξ ονόματος της εταιρείας τους Harress Pickel Consult (HPC) και αφορούσε διαφορά πληρωμής σχετικά με τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών PHARE αριθ. 98-0462.00.
Οι καταγγέλλοντες θεώρησαν ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εσφαλμένα αρνήθηκε να καταβάλει στην εταιρεία τους 16, 224, 50 για έξοδα αμοιβής που πραγματοποιήθηκαν βάσει σύμβασης.
Η διαφορά αφορά τον αριθμό των κατηγοριών του προϋπολογισμού. Οι καταγγέλλοντες θεώρησαν ότι υπήρχαν μόνο τρεις κατηγορίες του προϋπολογισμού στη σύμβαση: Α. Τέλη, Β. Άμεσα έξοδα και Γ. Αποζημιώσεις. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία της σύμβασης, η κατηγορία προϋπολογισμού Α θα ήταν αρκετά μεγάλη ώστε να καλύπτει τόσο τα τέλη όσο και τις άμεσες ημερήσιες αποζημιώσεις (DSA) που ζητεί ο καταγγέλλων. Από την άλλη πλευρά, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν υπήρχαν τρία αλλά τέσσερα στοιχεία: Α. Τέλη, Β. Ημερήσια αποζημίωση, Γ. Άλλες άμεσες δαπάνες, και Δ. Αποζημιώσεις. Αυτό θα σήμαινε ότι η θέση Α του προϋπολογισμού δεν θα ήταν αρκετά μεγάλη για να καλύψει τις δαπάνες που δηλώθηκαν από τον καταγγέλλοντα.
- Ως εκ τούτου, οι καταγγέλλοντες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή κακώς έκρινε ότι η εταιρεία τους υπερέβαινε τη γραμμή του προϋπολογισμού για τα τέλη. Αναφέρουν ότι, σύμφωνα με την προσθήκη στη σύμβαση της 14ης Δεκεμβρίου 1999, τα «τέλη» ανέρχονται συνολικά σε 285 490 (247,450 ευρώ συν 38,040 για την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες).
- Οι καταγγέλλοντες ζητούν την καταβολή του ποσού που θεωρούν ανεξόφλητο, δηλαδή 16.224,50.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΗ καταγγελία διαβιβάστηκε στην Επιτροπή, η οποία διατύπωσε συνοπτικά την ακόλουθη γνώμη.
Το επιχείρημα που προέβαλαν οι καταγγέλλοντες βασίζεται σε εσφαλμένη παραδοχή. Ο προϋπολογισμός που διατέθηκε για τη σύμβαση δεν χωρίστηκε σε τρεις κατηγορίες, αλλά σε τέσσερις [όπως προαναφέρθηκε ]. Οι κατηγορίες αυτές αναφέρονται σαφώς στην αρχική σύμβαση και στις διαδοχικές προσθήκες. Τα ποσά που αναφέρονται σε αυτό είναι ανώτατα ποσά.
Το επιχείρημα των καταγγελλόντων βασίζεται αποκλειστικά σε ένα έγγραφο: Παράρτημα Δ1 «Κατανομή των τιμών» της Προσθήκης Ι. Στο παρόν έγγραφο, τα ποσά που διατίθενται στις γραμμές του προϋπολογισμού «αμοιβή» και «ημερήσιες αποζημιώσεις» συγχωνεύονται σε ένα ενιαίο υποσύνολο. Ωστόσο, ακόμη και μια επιφανειακή εξέταση του παρόντος παραρτήματος Δ1 δείχνει ότι υπάρχει σαφής διαχωρισμός μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών («Α.1.1. Honoraria» και «A.1.2. Επιδόματα»). Μπορεί πράγματι να είναι λυπηρό το γεγονός ότι το έγγραφο δεν παρουσιάζει υποσύνολο ανά κατηγορία, αλλά είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει πηγή σύγχυσης. Είναι λάθος να συμπεράνουμε ότι αυτή η παράλειψη επιτρέπει σιωπηρά τη συγχώνευση των δύο γραμμών του προϋπολογισμού. Συγκριτικά, όλες οι συμβάσεις υπηρεσιών του προγράμματος PHARE έχουν συνταχθεί κατ' αυτόν τον τρόπο και κανένας άλλος ανάδοχος δεν έχει καταλήξει, εξ όσων γνωρίζει η Επιτροπή, στο ίδιο συμπέρασμα με τους καταγγέλλοντες.
Ως εκ τούτου, δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό το αίτημα πληρωμής υπολοίπου 16, 224, 50. Από τον πίνακα που συνέταξε η υπηρεσία οικονομικών προκύπτει σαφώς ότι η θέση του προϋπολογισμού «τέλη» έχει εξαντληθεί. Το άρθρο 26 των Γενικών Όρων αναφέρει ότι οι πληρωμές δεν μπορούν να υπερβαίνουν το συνολικό ανώτατο ποσό που αναφέρεται στη σύμβαση. Επιπλέον, καμία πληρωμή για «τέλη», «άμεσα έξοδα» ή «επιστρεπτέα έξοδα» δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέγιστο ποσό που διατίθεται για καθεμία από αυτές τις κατηγορίες. Το κείμενο αυτού του άρθρου είναι απολύτως σαφές.
Η Επιτροπή θεώρησε ότι είχε ήδη εξηγήσει τους κανόνες στους καταγγέλλοντες (με επιστολή της 20ής Φεβρουαρίου 2001) και έκρινε ότι η άρνησή της να καταβάλει το 16.224, 50 βασιζόταν εξ ολοκλήρου στη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση και ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις της σύμβασης που υπεγράφη μεταξύ της Επιτροπής και των καταγγελλόντων.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΗ γνώμη της Επιτροπής διαβιβάστηκε στους καταγγέλλοντες, των οποίων οι δικηγόροι υπέβαλαν παρατηρήσεις. Συνοπτικά, οι παρατηρήσεις παρουσιάζουν τα ακόλουθα σημεία και επιχειρήματα.
Η σύμβαση περιλάμβανε τρεις και όχι τέσσερις κατηγορίες προϋπολογισμού, δηλαδή α) τέλη και αποζημιώσεις, β) δαπάνες και γ) επιστρεπτέα ποσά. Οι τρεις κατηγορίες του προϋπολογισμού αναφέρονται σε ορισμένα έγγραφα σχετικά με τη σύμβαση, π.χ.:
1) Το άρθρο 26 των γενικών όρων για τις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών που χρηματοδοτούνται από τα ταμεία Phare/Tacis («ποσό της σύμβασης») αναφέρεται σε αμοιβές, άμεσες δαπάνες και επιστρεπτέα έξοδα.
2) Παράρτημα Δ της σύμβασης («χρονοδιάγραμμα πληρωμών») που αναφέρεται σε αμοιβές, άμεσες δαπάνες και επιστρεπτέα έξοδα.
3) Παράρτημα Δ της σύμβασης («κατανομή των τιμών») που αναφέρεται σε Α. αμοιβές (Α.1.1 αμοιβές, Α.1.2 αποζημιώσεις), Β. άμεσες δαπάνες και Γ: αποζημιώσεις .
4) Παράρτημα Δ1 της προσθήκης αριθ. 1 της σύμβασης, το οποίο αναφέρεται στα Α. τέλη (A.1.1 αμοιβές, Α.1.2 αποζημιώσεις), Β. άμεσες δαπάνες και Γ: αποζημιώσεις .
5) Γενικοί κανονισμοί για τους διαγωνισμούς και την ανάθεση συμβάσεων παροχής υπηρεσιών που χρηματοδοτούνται από τα ταμεία Phare/Tacis, και ιδίως το παράρτημα Δ, το οποίο αναφέρεται στα τέλη A. (αμοιβές A.1.1, αποζημιώσεις A.1.2), B. άμεσες δαπάνες και C. επιστρεπτέες δαπάνες.
Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη διατύπωση και το σύστημα στο οποίο βασίστηκαν τα προαναφερθέντα τμήματα, οι θέσεις «τέλη» και «επιδόματα» πρέπει να θεωρούνται ενιαία κατηγορία του προϋπολογισμού, η οποία αναφέρεται συλλογικά ως «τέλη». Οι άλλες δύο κατηγορίες του προϋπολογισμού είναι οι «άμεσες δαπάνες» και οι «επιστρεπτέες δαπάνες».
Αντιθέτως, η Επιτροπή παραπέμπει στο άρθρο 5, παράγραφος 2, της συμβάσεως (1), προκειμένου να αποδείξει ότι ο προϋπολογισμός που διατέθηκε χωρίζεται σε τέσσερις κατηγορίες. Ωστόσο, ο κατάλογος του άρθρου 5 παράγραφος 2 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη των κατηγοριών του προϋπολογισμού, διαφορετικά θα ερχόταν σε αντίθεση με το άρθρο 5 παράγραφος 1 σημείο 2 που θεσπίζει τον ορισμό του διατιθέμενου προϋπολογισμού και των διαφόρων κατηγοριών του προϋπολογισμού. Αντιθέτως, μπορεί να εκληφθεί μόνο ως διαφορετικές θέσεις που μπορούν να αποτελέσουν μεμονωμένα ή από κοινού την κατηγορία του προϋπολογισμού για τους σκοπούς της σύμβασης. Το άθροισμα αυτών των στοιχείων είναι το συνολικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί βάσει της σύμβασης.
Η Επιτροπή ορθώς παραπέμπει στο άρθρο 26 των γενικών όρων για τις συμβάσεις υπηρεσιών που χρηματοδοτούνται από τα ταμεία Phare/Tacis (παράρτημα Ε της σύμβασης), το οποίο προβλέπει ότι «οι πληρωμές δεν μπορούν να υπερβαίνουν το μέγιστο συνολικό ποσό που αναφέρεται στη σύμβαση» και ότι οι πληρωμές για «αμοιβές, άμεσες δαπάνες και επιστρεπτέα έξοδα δεν μπορούν να υπερβαίνουν το μέγιστο ποσό που ορίζεται στη σύμβαση για καθεμία από αυτές τις κατηγορίες». Αλλά και εδώ, η σύμβαση αναφέρεται μόνο σε τρεις κατηγορίες προϋπολογισμού. Ως εκ τούτου, κάθε κατηγορία μπορεί να αποτελείται από διάφορα στοιχεία. Ως εκ τούτου, κάθε θέση μπορεί να υπερβαίνει το επιμέρους ποσό που καθορίζεται από τη σύμβαση και να αντισταθμίζεται με τα μη δαπανηθέντα κονδύλια που διατίθενται στην ίδια κατηγορία του προϋπολογισμού. Κατά συνέπεια, ο καταγγέλλων δεν συμφωνεί με την άποψη της Επιτροπής ότι, σύμφωνα με το άρθρο 26, «το υπόλοιπο του 16 244,50 δεν είναι δυνατό». Το συμπέρασμα αυτό είναι δυνατό μόνο εάν η Επιτροπή αντιληφθεί ότι το άρθρο 26 αναφέρεται σε τέσσερις κατηγορίες του προϋπολογισμού (τέλη, αποζημιώσεις, άμεσες δαπάνες και επιστρεπτέα έξοδα) και ότι δεν μπορεί να υπάρξει υπέρβαση καμίας από αυτές τις τέσσερις κατηγορίες. Ωστόσο, έχει αποδειχθεί ανωτέρω ότι αυτό δεν συμβαίνει.
Για λόγους πληρότητας, γίνεται αναφορά στο άρθρο 10 παράγραφος 3 της σύμβασης που θεσπίζει τη διαδικασία πληρωμής. Η διάταξη αυτή, στην οποία η Επιτροπή στήριξε την ερμηνεία της σύμβασης, είναι η μόνη που αναφέρεται σε περισσότερες από τρεις «κατηγορίες», δηλαδή τέλη, ημερήσιες αποζημιώσεις, άλλα άμεσα έξοδα και αποζημιώσεις και ειδικά ταμεία. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 10 περιγράφει μόνο τη διαδικασία πληρωμής. Αντιθέτως, ο καθορισμός της αμοιβής διέπεται από το άρθρο 5 της συμβάσεως. Οι διατάξεις σχετικά με το ποσό της σύμβασης απορρέουν από το άρθρο 26 των γενικών όρων.
Με βάση τις ανωτέρω παρατηρήσεις, η κακοδιοίκηση που διέπραξε η Επιτροπή συνίσταται στη χρήση παραπλανητικής σύμβασης και στην αδυναμία της να απαντήσει στα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος και να παράσχει στον καταγγέλλοντα συνεκτική περιγραφή της νομικής βάσης για τις ενέργειές της και των λόγων για τους οποίους πιστεύει ότι η άποψή της σχετικά με τη συμβατική θέση είναι δικαιολογημένη.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Ερμηνεία της σύμβασης1.1 Οι καταγγέλλοντες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή θεωρεί εσφαλμένα ότι η εταιρεία τους υπερέβη τη γραμμή του προϋπολογισμού για τα «τέλη». Αναφέρουν ότι, σύμφωνα με την προσθήκη στη σύμβαση της 14ης Δεκεμβρίου 1999, τα τέλη ανέρχονται συνολικά σε 285 490 (247,450 ευρώ συν 38,040 για ημερήσιες αποζημιώσεις). Οι καταγγέλλοντες θεωρούν ότι υπήρχαν μόνο τρεις κατηγορίες προϋπολογισμού στη σύμβαση: Α. Τέλη, Β. Άμεσες δαπάνες, και Γ. Αποζημιώσεις. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία της σύμβασης, η κατηγορία προϋπολογισμού Α θα ήταν αρκετά μεγάλη ώστε να καλύπτει τις δαπάνες που δηλώνονται από τον καταγγέλλοντα.
1.2 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν υπήρχαν τρία αλλά τέσσερα στοιχεία: Α. Τέλη, Β. Ημερήσιες αποζημιώσεις, Γ. Άλλες άμεσες δαπάνες, και Δ. Αποζημιώσεις. Η ερμηνεία αυτή θα σήμαινε ότι η θέση Α του προϋπολογισμού δεν θα ήταν αρκετά μεγάλη για να καλύψει τις δαπάνες που δηλώνονται από τον καταγγέλλοντα.
1.3 Από τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν προκύπτει ότι η διαφορά αφορά δύο αντικρουόμενες ερμηνείες της συμβάσεως. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει την προσέγγισή του όσον αφορά τις συμβατικές διαφορές:
Σύμφωνα με το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έχει την εξουσία να λαμβάνει καταγγελίες «που αφορούν περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των κοινοτικών θεσμικών οργάνων ή οργανισμών». Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι κακοδιοίκηση συντρέχει όταν ένας δημόσιος φορέας δεν ενεργεί σύμφωνα με κανόνα ή αρχή που τον δεσμεύει. Επομένως, κακοδιοίκηση μπορεί επίσης να διαπιστωθεί όταν πρόκειται για την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τα όργανα ή τους οργανισμούς των Κοινοτήτων.
Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το πεδίο του ελέγχου που μπορεί να διενεργήσει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αναγκαστικά περιορισμένο. Ειδικότερα, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι δεν θα πρέπει να επιδιώκει να διαπιστώσει αν υπήρξε παραβίαση της σύμβασης από οποιοδήποτε από τα μέρη, εάν το ζήτημα αμφισβητείται. Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνο από αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να ακούσει τα επιχειρήματα των διαδίκων σχετικά με το σχετικό εθνικό δίκαιο και να αξιολογήσει αντικρουόμενα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τυχόν αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, σε υποθέσεις που αφορούν συμβατικές διαφορές, δικαιολογείται να περιοριστεί η έρευνά του στην εξέταση του κατά πόσον το θεσμικό όργανο ή ο οργανισμός της Κοινότητας του παρέσχε συνεκτική και εύλογη εικόνα της νομικής βάσης για τις ενέργειές του και των λόγων για τους οποίους θεωρεί ότι η άποψή του σχετικά με τη συμβατική θέση είναι δικαιολογημένη. Στην περίπτωση αυτή, ο Διαμεσολαβητής θα συμπεράνει ότι από την έρευνά του δεν προέκυψε περίπτωση κακοδιοίκησης. Το συμπέρασμα αυτό δεν θίγει το δικαίωμα των μερών να εξεταστεί η συμβατική διαφορά τους και να διευθετηθεί έγκυρα από αρμόδιο δικαστήριο.
1.4 Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή αναφέρθηκε στην προσθήκη 1 στην αλληλογραφία της με τον καταγγέλλοντα και στη γνώμη της στην παρούσα έρευνα. Το άρθρο 4 της προσθήκης ορίζει τα εξής:
(...)
2. Το συνολικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί βάσει της σύμβασης δεν υπερβαίνει το ποσό των 395.250 ευρώ [ ], το οποίο περιλαμβάνει πληρωμή για:
Τέλη: 247.450 μέγιστο.
DSA [Ημερήσιες αποζημιώσεις ]: 38.040 μέγιστο.
Άλλες άμεσες δαπάνες: 26.700 μέγιστο.
Επιστρεπτέα ποσά: 83.060 μέγιστο.
Το άρθρο 5 της προσθήκης επαναλαμβάνει αυτόν τον επιμερισμό του κόστους.
1.5 Λαμβανομένου υπόψη αυτού του καταμερισμού του κόστους στην Προσθήκη 1, η Επιτροπή δεν φαίνεται να αιτιολόγησε ασυνάρτητα την άποψή της ότι η σύμβαση περιλαμβάνει τέσσερις κατηγορίες προϋπολογισμού. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής.
2 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Jacob SÖDERMAN
(1) Το άρθρο 5, παράγραφος 2, έχει ως εξής: "το συνολικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί στο πλαίσιο της σύμβασης δεν υπερβαίνει τα 395.250 ECU [ ], συμπεριλαμβανομένων των πληρωμών για τέλη 247,450 ECU [ ] max., ημερήσιες αποζημιώσεις 9.600 ECU [ ] max., άλλες άμεσες δαπάνες, επιστρεπτέα ποσά 26.700 ECU [ ] max. και ειδικά κεφάλαια 0 ECU [ ] max."
(2) Το άρθρο 5, παράγραφος 1, έχει ως εξής: «Λαμβάνοντας υπόψη την εκτέλεση από τον αντισυμβαλλόμενο των υπηρεσιών που προσδιορίζονται στην παρούσα σύμβαση, το συμβαλλόμενο μέρος καταβάλλει στον αντισυμβαλλόμενο το αντίτιμο για τις παρεχόμενες υπηρεσίες (αμοιβές/επιδόματα), τις άμεσες δαπάνες και τα επιστρεπτέα ποσά σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης ...».