Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 395/2001/GG κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 395/2001/GG - Εκκίνηση έρευνας στις Παρασκευή | 30 Μαρτίου 2001 - Απόφαση στις Τρίτη | 02 Οκτωβρίου 2001
Αξιότιμε κ. B.,
Στις 15/16 Μαρτίου 2001, υποβάλατε, ενεργώντας για λογαριασμό της Ecole Normale Supérieure de Lyon, καταγγελία που αφορά τη σύμβαση αριθ. BMH4-CT96-0010. Ισχυριστήκατε ότι η Επιτροπή δεν είχε καταβάλει το οφειλόμενο υπόλοιπο βάσει της εν λόγω σύμβασης (550.000 ευρώ μείον 506,369,28).
Στις 30 Μαρτίου 2001, διαβίβασα την καταγγελία στην Επιτροπή για να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της.
Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία σας στις 26 Ιουνίου 2001. Σας διαβίβασα τη γνώμη της Επιτροπής στις 3 Ιουλίου 2001 με την πρόσκληση να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας, εφόσον το επιθυμείτε, το αργότερο έως τις 31 Αυγούστου 2001. Δεν λάβατε τέτοιες παρατηρήσεις από εσάς.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Το 1996, η Επιτροπή και διάφοροι ανάδοχοι συνήψαν τη σύμβαση αριθ. BMH4-CT96-0010, η οποία αφορούσε ένα σχέδιο με τίτλο «Διάδοση, διαφοροποίηση, απόπτωση: ποια είναι η διαφορά;» (αναφέρεται επίσης ως σύμβαση «Biomed 2») που πραγματοποιείται στο πλαίσιο του προγράμματος έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης στον τομέα της βιοϊατρικής και της υγείας. Συντονιστής του εν λόγω έργου ήταν ο καταγγέλλων, ένα γαλλικό πανεπιστήμιο (συγκεκριμένα, το Laboratoire de Biologie Moléculaire et Cellulaire CNRS UMR 49).
Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 της σύμβασης, η Επιτροπή «συνεισφέρει μέχρι και το 50 % των επιτρεπόμενων συνολικών δαπανών ή/και, ανάλογα με την περίπτωση, το 100 % των πρόσθετων δαπανών μέχρι το ποσό των 550.000 ECU». Το επιτρεπόμενο κόστος εκτιμήθηκε σε 1.266.384.
Το άρθρο 3 παράγραφος 2 της σύμβασης προβλέπει επίσης ότι η εκτιμώμενη κατανομή μεταξύ των συμμετεχόντων παρατίθεται σε πίνακα μετά την υπογραφή της σύμβασης. Ο πίνακας αυτός περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, αριθμητικά στοιχεία για δύο αναδόχους που εργάζονται σε βάση πλήρους κόστους, την CSIC και τη NeuroSearch. Το κόστος του CSIC εκτιμήθηκε σε 375.333, ενώ προβλεπόταν συνεισφορά της ΕΕ ύψους 104 000. Το κόστος της NeuroSearch εκτιμήθηκε σε 495.051 με συνεισφορά της ΕΕ ύψους 50.000.
Τελικά, το έργο κόστισε περίπου 940.000, δηλαδή λιγότερο από το αναμενόμενο. Η συνολική συνεισφορά που κατέβαλε η Επιτροπή ανήλθε σε 506,369,28.
Ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να καταβάλει το υπόλοιπο μεταξύ του ποσού αυτού και των 550.000 που αναφέρονται στη σύμβαση όσον αφορά τις εισφορές που οφείλονται στο CSIC και στο NeuroSearch. Η Επιτροπή αρνήθηκε να το πράξει.
Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή, υποστηρίζοντας ότι η Επιτροπή θα πρέπει να καταβάλει το προαναφερθέν υπόλοιπο.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η καταγγελία διαβιβάστηκε στην Επιτροπή για γνωμοδότηση.
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Το ποσό των 550.000 ευρώ ήταν η μέγιστη συνεισφορά που διατέθηκε για το έργο αυτό από την Επιτροπή. Ωστόσο, το ποσό αυτό δεν έπρεπε να καταβληθεί αυτομάτως. Οι επιλέξιμες δαπάνες έπρεπε να αποδειχθούν από τους αναδόχους και στη συνέχεια να γίνουν αποδεκτές από την Επιτροπή. Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή είχε αποδεχθεί δαπάνες ύψους 506,369,28. Το υπόλοιπο (550 000 μείον 506,369,28) δεν οφειλόταν, δεδομένου ότι δεν αντιστοιχούσε σε επιτρεπόμενες δαπάνες που είχαν αποδειχθεί από τους αναδόχους και είχαν γίνει δεκτές από την Επιτροπή.
Οι ανάδοχοι που εργάζονται με βάση το πλήρες κόστος θα μπορούσαν να λάβουν συνεισφορά έως 50 %. Αυτό σήμαινε ότι το ποσοστό αυτό αντιπροσώπευε το μέγιστο που μπορούσαν να λάβουν. Ωστόσο, το ποσοστό αυτό δεν ήταν δεσμευτικό. Ως εκ τούτου, ήταν δυνατόν να συμφωνηθεί χαμηλότερο ποσοστό κατά τη διαπραγμάτευση της σύμβασης και να συμπεριληφθεί αυτό το χαμηλότερο ποσοστό στον πίνακα με την εκτιμώμενη κατανομή των επιτρεπόμενων δαπανών μεταξύ των συμμετεχόντων. Μολονότι οι επιτρεπόμενες δαπάνες και η αντίστοιχη συνεισφορά της ΕΕ θα μπορούσαν να ποικίλλουν, εφόσον το συνολικό ποσό δεν υπερβαίνει τη μέγιστη συνεισφορά που προβλέπεται στη σύμβαση, η σχετική αναλογία παρέμεινε σταθερή για κάθε ανάδοχο.
Σύμφωνα με τον πίνακα που περιλαμβάνεται στη σύμβαση, οι δαπάνες του CSIC εκτιμήθηκαν σε 375.333, ενώ προβλεπόταν συνεισφορά της ΕΕ ύψους 104 000. Ως εκ τούτου, η συνεισφορά της ΕΕ ανήλθε στο 27,71 % των εκτιμώμενων δαπανών του εν λόγω αναδόχου. Τελικά, οι δαπάνες που θα μπορούσαν να γίνουν δεκτές όσον αφορά την CSIC ανήλθαν σε 337.757,57. Κατά συνέπεια, η CSIC έλαβε συνεισφορά ύψους 93 588,4 (ήτοι 27,71 % των δαπανών που έγιναν δεκτές από την Επιτροπή).
Ομοίως, το κόστος της NeuroSearch είχε εκτιμηθεί σε 495 051 με συνεισφορά της ΕΕ ύψους 50.000. Ο λόγος που προέκυψε ήταν 10,10 %. Δεδομένου ότι οι δαπάνες του 191.446,53 είχαν γίνει δεκτές για το NeuroSearch, ο εν λόγω ανάδοχος είχε λάβει συνεισφορά ύψους 19.336,05.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΔεν ελήφθησαν παρατηρήσεις από τον καταγγέλλοντα.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Μη καταβολή του οφειλόμενου ποσού1.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν κατέβαλε υπόλοιπο (550 000 μείον 506,369,28) το οποίο, κατά την άποψή του, οφειλόταν σε δύο από τους αναδόχους που είχαν εκτελέσει εργασίες στο πλαίσιο της σύμβασης αριθ. BMH4-CT96-0010.
1.2 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το ποσό των 550.000 ήταν η μέγιστη συνεισφορά που διατέθηκε για το έργο αυτό από την Επιτροπή. Σημειώνει επίσης ότι οι δύο εμπλεκόμενοι ανάδοχοι είχαν εργαστεί με βάση το πλήρες κόστος και ότι η σύμβαση προέβλεπε συνεισφορά έως και 50 % του κόστους στην περίπτωση αυτή. Ωστόσο, η Επιτροπή θεωρεί ότι είχε συμφωνηθεί διαφορετική αναλογία (27,71 % και 10,10 % των δαπανών αντίστοιχα) για τους δύο αναδόχους. Σύμφωνα με την Επιτροπή, τα ποσοστά αυτά έπρεπε να τηρηθούν και, ως εκ τούτου, η Επιτροπή είχε ορθώς συνεισφέρει το 27,71 % και το 10,10 % των αποδεκτών δαπανών αντίστοιχα όσον αφορά τους εν λόγω αναδόχους.
1.3 Ο καταγγέλλων δεν σχολίασε τη γνώμη της Επιτροπής.
1.4 Ο παρών ισχυρισμός αφορά τις υποχρεώσεις που απορρέουν από σύμβαση που έχει συναφθεί μεταξύ της Επιτροπής και του καταγγέλλοντος.
1.5 Σύμφωνα με το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έχει την εξουσία να λαμβάνει καταγγελίες "που αφορούν περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των κοινοτικών οργάνων ή οργανισμών". Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι κακοδιοίκηση συντρέχει όταν ένας δημόσιος φορέας παραλείπει να ενεργήσει σύμφωνα με κανόνα ή αρχή που τον δεσμεύει (1). Επομένως, κακοδιοίκηση μπορεί επίσης να διαπιστωθεί όταν πρόκειται για την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τα όργανα ή τους οργανισμούς των Κοινοτήτων.
1.6 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το πεδίο του ελέγχου που μπορεί να διενεργήσει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αναγκαστικά περιορισμένο. Ειδικότερα, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι δεν θα πρέπει να επιδιώκει να διαπιστώσει αν υπήρξε παραβίαση της σύμβασης από οποιοδήποτε από τα μέρη, εάν το ζήτημα αμφισβητείται. Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνο από αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να ακούσει τα επιχειρήματα των διαδίκων σχετικά με το σχετικό εθνικό δίκαιο και να αξιολογήσει αντικρουόμενα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τυχόν αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά.
1.7 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, σε υποθέσεις που αφορούν συμβατικές διαφορές, δικαιολογείται να περιοριστεί η έρευνά του στην εξέταση του κατά πόσον το θεσμικό όργανο ή ο οργανισμός της Κοινότητας του έχει παράσχει συνεκτική και εύλογη εικόνα της νομικής βάσης για τις ενέργειές του και των λόγων για τους οποίους πιστεύει ότι η άποψή του σχετικά με τη συμβατική θέση είναι δικαιολογημένη. Στην περίπτωση αυτή, ο Διαμεσολαβητής θα συμπεράνει ότι από την έρευνά του δεν προέκυψε περίπτωση κακοδιοίκησης. Το συμπέρασμα αυτό δεν θίγει το δικαίωμα των μερών να εξεταστεί η συμβατική διαφορά τους και να διευθετηθεί έγκυρα από αρμόδιο δικαστήριο.
1.8 Εν προκειμένω, η Επιτροπή εξέθεσε κατά τρόπο συνεκτικό και εύλογο τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι δεν οφείλεται η ισορροπία που επικαλείται ο καταγγέλλων.
1.9 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται να υπάρχει κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής.
2 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, φαίνεται ότι δεν υπάρχει κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Jacob SÖDERMAN
(1) Βλέπε ετήσια έκθεση 1997, σ. 22.