FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 926/2000/IP κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 27 Απριλίου 2001

Αξιότιμε κ. A.,

Στις 17 Ιουλίου 2000, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, εξ ονόματος της ENEA (Ente per le nuove tecnologie, l'energia e l'ambiente), Υπηρεσίας για τις νέες τεχνολογίες, την ενέργεια και το περιβάλλον, κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σχετικά με τη συμμετοχή της ENEA στο έργο LIFE - Φύση «B4-3200/97/272» στο πλαίσιο του προγράμματος NATURE 2000.

Στις 18 Οκτωβρίου 2000, διαβίβασα την καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για γνωμοδότηση. Η Επιτροπή διαβίβασε τη μετάφραση της γνωμοδότησής της στα ιταλικά στις 12 Δεκεμβρίου 2000 και σας τη διαβίβασα με πρόσκληση να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας, εφόσον το επιθυμείτε. Έλαβα τις παρατηρήσεις σας την 1η Φεβρουαρίου 2001.

Για να αποφευχθούν παρανοήσεις, είναι σημαντικό να υπενθυμιστεί ότι η Συνθήκη ΕΚ εξουσιοδοτεί τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή να διερευνά πιθανές περιπτώσεις κακοδιοίκησης μόνο στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών. Το καταστατικό του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή προβλέπει συγκεκριμένα ότι καμία ενέργεια οποιασδήποτε άλλης αρχής ή προσώπου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή.

Ως εκ τούτου, οι έρευνες του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία κατευθύνθηκαν προς την εξέταση του κατά πόσον υπήρξε κακοδιοίκηση στις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Η ENEA, η υπηρεσία του καταγγέλλοντος για λογαριασμό της οποίας υποβλήθηκε η καταγγελία, ήταν δικαιούχος του έργου LIFE-Nature B4-3200/97/272 στο πλαίσιο του προγράμματος NATURA 2000. Οι περιοχές τις οποίες αφορούσε το σχέδιο ήταν οι Bosco Pantano di Policoro, S. Vittorino και Palo Laziale, στην Ιταλία.

Στις 28 Μαρτίου 2000, λόγω ορισμένων δυσχερειών που ανέκυψαν κατά την υλοποίηση του σχεδίου, η ENEA ζήτησε από την Επιτροπή παράταση της προθεσμίας για την εκτέλεσή του μέχρι την 1η Μαρτίου 2002.

Με έγγραφο της 22ας Μαΐου 2000, η Επιτροπή αρνήθηκε να δεχθεί την παράταση. Σύμφωνα με το θεσμικό όργανο, δεν υπήρχε λόγος να γίνει δεκτή η αιτηθείσα παράταση, ιδίως λόγω των πολύ περιορισμένων δραστηριοτήτων που ασκούσε ο δικαιούχος σε όλους τους σχετικούς τομείς. Επιπλέον, στην εν λόγω επιστολή, η Επιτροπή διατύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με την ενδιάμεση έκθεση που είχε διαβιβάσει ο δικαιούχος και είχε κριθεί μη ικανοποιητική από το θεσμικό όργανο. Στον καταγγέλλοντα δόθηκαν ορισμένες ενδείξεις για τη σύνταξη της τελικής έκθεσης.

Στις 19 Ιουνίου 2000, ο καταγγέλλων ζήτησε από το θεσμικό όργανο να επανεξετάσει τη θέση του. Η Επιτροπή του απάντησε στις 4 Ιουλίου 2000 και επιβεβαίωσε την αρχική της απόφαση.

Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, στην οποία διατύπωσε τους ακόλουθους ισχυρισμούς:

  1. Η απόφαση να μην γίνει δεκτό το αίτημα παράτασης της προθεσμίας ήταν άδικη και η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη όλες τις σχετικές πτυχές που προέβαλε ο καταγγέλλων στην αλληλογραφία του.
  2. Η Επιτροπή παρέλειψε να σχολιάσει τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος στην επιστολή του της 19ης Ιουνίου 2000.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της επί της καταγγελίας, η Επιτροπή ανέφερε συνοπτικά τα εξής:

Στις 22 Μαΐου 2000, η Επιτροπή απηύθυνε επιστολή στον δικαιούχο, με την οποία περιέγραφε λεπτομερώς την κατάσταση όσον αφορά τους τρεις τόπους τους οποίους αφορούσε το σχέδιο (S. Vittorino, Bosco Pantano di Policoro και PaloLaziale).

Όσον αφορά την περιοχή του S. Vittorino, η Επιτροπή επισήμανε ότι ένας τρίτος υπέβαλε καταγγελία για εσφαλμένη εφαρμογή, από τις ιταλικές αρχές, των οδηγιών 92/43/ΕΟΚ για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (1), και 85/337/ΕΟΚ για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (2). Η υπόθεση αφορούσε μονάδα παραγωγής πέστροφας που κατασκευάστηκε στην περιοχή αυτή από ιδιωτική εταιρεία.

Με έγγραφο της 11ης Δεκεμβρίου 1998, της 1ης Φεβρουαρίου 1999 και με τηλεομοιοτυπία της 1ης Απριλίου 1999, η Επιτροπή ζήτησε από την ENEA, ως δικαιούχο του σχεδίου που επρόκειτο να υλοποιηθεί στην οικεία περιοχή, να πληροφορηθεί αν το εργοστάσιο πέστροφας μπορούσε να έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στον στόχο του σχεδίου LIFE. Στις 31 Μαρτίου 1999, η ENEA απάντησε ότι ο αντίκτυπος αυτής της υποδομής θα αποτελούσε σοβαρό εμπόδιο για την επίτευξη του στόχου που καθορίστηκε στο έργο LIFE.

Στις 7 Απριλίου 1999, καταχωρίστηκε επίσημη καταγγελία και, ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε να αναστείλει όλες τις ενέργειες που σχετίζονται με το σχέδιο έως ότου επιλυθεί η υπόθεση.

Στις 4 Αυγούστου 1999, απεστάλη προειδοποιητική επιστολή στις ιταλικές αρχές. Λόγω της μη ικανοποιητικής απάντησης που ελήφθη και προκειμένου να εξευρεθεί λύση, πραγματοποιήθηκε επιτόπια συνεδρίαση στις 7 Μαρτίου 2000. Ωστόσο, δεν κατέστη δυνατή η επίτευξη λύσης και, όταν ο καταγγέλλων ζήτησε παράταση της προθεσμίας, οι λόγοι για τους οποίους όλες οι δράσεις που στόχευαν τον εν λόγω τόπο είχαν ανασταλεί εξακολουθούσαν να ισχύουν. Ως εκ τούτου, η παράταση της προθεσμίας για την εκτέλεση του έργου δεν ήταν δικαιολογημένη, δεδομένου ότι η ENEA δεν θα ήταν σε θέση να συνεχίσει καμία εργασία στον εν λόγω χώρο.

Όσον αφορά τον Bosco Pantano di Policoro, η Επιτροπή δήλωσε ότι είχε υλοποιηθεί μόνο μια περιορισμένη δέσμη δράσεων.

Όσον αφορά τον τόπο Palo Laziale, η Επιτροπή υποστήριξε ότι, με βάση τις πληροφορίες που παρέσχε ο καταγγέλλων, δεν είχε αναληφθεί σχεδόν καμία δράση.

Όσον αφορά το ποσοστό των δαπανών, η Επιτροπή τόνισε ότι λιγότερο από το 1/3 του προϋπολογισμού είχε δαπανηθεί μέχρι το τέλος του έργου.

Επιπλέον, το θεσμικό όργανο υπογράμμισε ότι η ENEA δεν είχε παράσχει επαρκή στοιχεία εγγύησης ότι, σε περίπτωση χορήγησης παράτασης, η νέα προθεσμία θα είχε τηρηθεί.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή παρέλειψε να σχολιάσει τα σημεία που έθιξε στην επιστολή της 19ης Ιουνίου 2000, με την οποία ζήτησε από την Επιτροπή να επανεξετάσει την απόφασή της, το θεσμικό όργανο επισήμανε ότι στην επιστολή αυτή η ENEA δεν προσέθεσε κανένα ουσιαστικό πραγματικό στοιχείο. Με έγγραφο της 4ης Ιουλίου 2000, η Επιτροπή δεν μπορούσε παρά να επιβεβαιώσει την αρχική της απόφαση.

Επιπλέον, η Επιτροπή επισήμανε ότι, με το από 22 Μαΐου 2000 έγγραφό της, παρέσχε στην ENEA ορισμένες συμβουλές για τη σύνταξη της τελικής εκθέσεως, οι οποίες έπρεπε να υποβληθούν εντός 30 ημερών από την παραλαβή του εγγράφου αυτού. Ωστόσο, στις 19 Ιουνίου 2000, η ENEA ζήτησε από την Επιτροπή να αναβάλει την προθεσμία. Η Επιτροπή δέχθηκε το αίτημα και ορίστηκε νέα προθεσμία έως τις 31 Ιουλίου 2000. Στις 6 Οκτωβρίου 2000, εστάλη νέα επιστολή στην ENEA, στην οποία η Επιτροπή ανέφερε ότι η προθεσμία των 30 ημερών μετά την παραλαβή της επιστολής αυτής θα ήταν η τελευταία προθεσμία για την παραλαβή της τελικής έκθεσης από την ENEA. Αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 22 των τυποποιημένων διοικητικών διατάξεων LlFE-Nature που επισυνάπτονται στην απόφαση C (97) 2114 τελικό V39 της Επιτροπής, η οποία κοινοποιήθηκε στην ENEA την 1η Αυγούστου 1997 και έγινε δεκτή από την ENEA με το σημείωμά της της 23ης Σεπτεμβρίου 1997 αριθ. 6522/CON. Στις 14 Νοεμβρίου 2000, η Επιτροπή δεν είχε λάβει ακόμη την έκθεση.

Επισυνάπτοντας τη γνώμη της, η Επιτροπή διαβίβασε επίσης πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα. Ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να υπογραμμίσει ότι δεν μπορεί να λάβει θέση βάσει πληροφοριών, για τις οποίες δεν μπορεί να δοθεί στον καταγγέλλοντα η δυνατότητα να υποβάλει παρατηρήσεις. Τούτο θα συνιστούσε παραβίαση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως. Ως εκ τούτου, οι πληροφορίες αυτές δεν θα ληφθούν υπόψη από τον Διαμεσολαβητή κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με την εν λόγω καταγγελία.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε τη γνώμη της Επιτροπής στον καταγγέλλοντα καλώντας τον να υποβάλει παρατηρήσεις. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων τόνισε συνοπτικά τα εξής:

Όσον αφορά τον τόπο του San Vittorino, ο καταγγέλλων υπογράμμισε ότι η Επιτροπή παρείχε ορισμένες αντιφατικές πληροφορίες στη γνώμη της. Εξέφρασε την έκπληξή του για το γεγονός ότι το θεσμικό όργανο, σχεδόν τέσσερις μήνες πριν από την καταχώριση της καταγγελίας που υπέβαλε τρίτος στις 7 Απριλίου 1999, είχε ήδη ζητήσει από την ENEA να σχολιάσει τους ίδιους ισχυρισμούς.

Όσον αφορά την τοποθεσία Bosco Pantano di Policoro, ο καταγγέλλων τόνισε ότι το καταφύγιο άγριων ζώων «Bosco Pantano di Policoro» δημιουργήθηκε με διάταγμα της περιφέρειας Basilicata. Υπογράμμισε τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει ο ENEA για την επίτευξη αυτού του στόχου. Ο καταγγέλλων αναγνώρισε ότι, μετά από αυτά τα νέα γεγονότα, το έργο έπρεπε να συζητηθεί εκ νέου σε οργανωτικό και οικονομικό επίπεδο, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα κάποια καθυστέρηση.

Όσον αφορά την τοποθεσία Polo Laziale, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η ENEA δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί υπεύθυνη για τα προβλήματα που ανέκυψαν μεταξύ των περιφερειακών αρχών του Λάτσιο και της WWF Ιταλίας που διαχειρίζονταν εξ ολοκλήρου την εν λόγω περιοχή. Επιπλέον, ο καταγγέλλων τόνισε ότι η στάση του WWF έναντι της ENEA δεν ήταν πάντοτε συνεργάσιμη, αν και ήταν τυπικά ένας από τους υποστηρικτές του έργου.

Σε σχέση με την επιστολή που απέστειλε η Επιτροπή στις 6 Οκτωβρίου 2000, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η σφραγίδα στον φάκελο έδειχνε ότι είχε αναρτηθεί στις 26 Οκτωβρίου 2000 και ότι η ENEA είχε τηρήσει την υποχρεωτική προθεσμία, αποστέλλοντας την τελική έκθεση εντός 30 ημερών από την παραλαβή της επιστολής.

Αυτό δεν αμφισβητήθηκε στην αρχική καταγγελία προς τον Διαμεσολαβητή και δεν φαίνεται να έχει σημασία για την απόφαση της Επιτροπής σχετικά με το αίτημα παράτασης της προθεσμίας. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν θα ασχοληθεί με το θέμα αυτό στην απόφασή του.

Επιπλέον, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι ο ρόλος των συμβουλευτικών εταιρειών και της παρακολούθησης των έργων κατά την εφαρμογή του προγράμματος Life-Nature αποτέλεσε αντικείμενο γραπτής κοινοβουλευτικής ερώτησης που απηύθυνε στην Επιτροπή η βουλευτής του ΕΚ Luciana SBARBATI, αντιπρόεδρος της Επιτροπής Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στις 9 Ιουνίου 2000. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν είχε απαντήσει ακόμη.

Ως γενικό συμπέρασμα, επανέλαβε τη δυσαρέσκειά του για την εξέταση από την Επιτροπή του αιτήματος παράτασης της προθεσμίας που υπέβαλε η ENEA.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Η απόφαση της Επιτροπής να μην κάνει δεκτό το αίτημα παράτασης της προθεσμίας

1.1 Στις 28 Μαρτίου 2000, η ENEA, δικαιούχος σχεδίου LIFE-Φύση στο πλαίσιο του προγράμματος NATURE 2000, ζήτησε από την Επιτροπή παράταση της προθεσμίας για την εκτέλεσή του. Η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η απόφαση να μην γίνει δεκτό το αίτημα παράτασης της προθεσμίας ήταν άδικη και ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε όλα τα σχετικά επιχειρήματα που προέβαλε.

1.2 Στη γνώμη της επί της καταγγελίας, η Επιτροπή αιτιολόγησε λεπτομερώς την απόφασή της. Εξήγησε ότι δεν είχαν πραγματοποιηθεί σχετικές ενέργειες σε δύο από τους σχετικούς τόπους, τον Bosco Pantano di Policoro και τον Palo Laziale.

1.3 Όσον αφορά την τρίτη, την υπόθεση San Vittorino, το θεσμικό όργανο επισήμανε ότι στις 7 Απριλίου 1999 καταχωρίστηκε καταγγελία σχετικά με την εικαζόμενη εσφαλμένη εφαρμογή των οδηγιών 92/43/ΕΟΚ και 85/337/ΕΟΚ. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αποφάσισε να αναστείλει όλες τις δράσεις που σχετίζονται με το έργο έως ότου επιλυθεί η υπόθεση.

Όταν ο καταγγέλλων ζήτησε παράταση της προθεσμίας, οι λόγοι για τους οποίους ανεστάλησαν όλες οι δράσεις που στόχευαν τον εν λόγω ιστότοπο εξακολουθούσαν να ισχύουν. Η παράταση της προθεσμίας για την εκτέλεση του έργου δεν ήταν δικαιολογημένη, δεδομένου ότι η ENEA δεν θα ήταν σε θέση να συνεχίσει καμία εργασία στον εν λόγω χώρο.

1.4 Η νομική βάση Στις 21 Μαΐου 1992, ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1973/92 του Συμβουλίου θέσπισε ένα χρηματοδοτικό μέσο για το περιβάλλον (LIFE)(3), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1404/96 (4). Σύμφωνα με το άρθρο 6 του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι οι δράσεις που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού είναι συνεπείς με εκείνες που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων ή άλλων κοινοτικών χρηματοδοτικών μέσων.

1.5 Από τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν στον Διαμεσολαβητή προκύπτει ότι η Επιτροπή αιτιολόγησε δεόντως την απόφασή της να μην παρατείνει την προθεσμία. Ο Διαμεσολαβητής δεν διαθέτει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η Επιτροπή δεν ενήργησε κατ’ αυτόν τον τρόπο για να διασφαλίσει τη χρηστή διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων.

1.6 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η Επιτροπή παρείχε ορισμένες αντιφατικές πληροφορίες στη γνώμη της. Εξέφρασε την έκπληξή του για το γεγονός ότι το θεσμικό όργανο, σχεδόν τέσσερις μήνες πριν από την καταχώριση της καταγγελίας που υπέβαλε τρίτος στις 7 Απριλίου 1999, είχε ήδη ζητήσει από την ENEA να σχολιάσει τους ίδιους ισχυρισμούς. Εν προκειμένω, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η ιταλική μετάφραση της γνώμης της Επιτροπής θα μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση, καθώς αναφέρει ότι «il 7 aprile é pervenuto da terzi un esposto» ενώ η αγγλική απόδοση αναφέρει ότι «μια καταγγελία, που εκδόθηκε από τρίτο μέρος, καταχωρίστηκε στις 7 Απριλίου 1999» (η έμφαση προστέθηκε από τον Διαμεσολαβητή), βάσει τόσο της καταγγελίας του τρίτου μέρους όσο και της απάντησης του καταγγέλλοντος της 31ης Μαρτίου 1999. Είναι ατυχές το γεγονός ότι η μετάφραση προκαλεί σύγχυση ως προς το σημείο αυτό.

1.7 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπάρχει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

2 Η Επιτροπή εξετάζει επιστολή καταγγέλλοντος

2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή παρέλειψε να σχολιάσει τις παρατηρήσεις που διατύπωσε στην επιστολή της 19ης Ιουνίου 2000.

2.2 Η Επιτροπή τόνισε ότι, αφού εξέτασε προσεκτικά την εν λόγω επιστολή, φάνηκε ότι δεν είχαν προστεθεί πραγματικά στοιχεία. Ως εκ τούτου, το θεσμικό όργανο έκρινε ότι δεν υπήρχαν λόγοι να τροποποιήσει την προηγούμενη απόφασή του να μην χορηγήσει παράταση της προθεσμίας.

2.3 Λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που διαβίβασε η Επιτροπή στον καταγγέλλοντα και, κατά τη γνώμη της, στον Διαμεσολαβητή, φαίνεται ότι το θεσμικό όργανο έχει πλέον αιτιολογήσει την απόφασή του. Ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί αναγκαία την περαιτέρω εξέταση του θέματος.

3 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επεσήμανε ότι η Επιτροπή δεν είχε απαντήσει στη γραπτή κοινοβουλευτική ερώτηση που απηύθυνε στην Επιτροπή η βουλευτής του ΕΚ Luciana SBARBATI, αντιπρόεδρος της Επιτροπής Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στις 9 Ιουνίου 2000. Ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα ότι η Επιτροπή απάντησε σε αυτή την κοινοβουλευτική ερώτηση στις 11 Ιουλίου 2000.

Αντίγραφο της απάντησης επισυνάπτεται στην παρούσα απόφαση προς ενημέρωση του καταγγέλλοντος.

Με εκτίμηση,

 

Jacob SÖDERMAN


(1) ΕΕ L 206 της 22/07/1992, σ. 7

(2) ΕΕ L 175 της 5.7.1985, σ. 40.

(3) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1973/92 του Συμβουλίου , που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ L 206 της 22/07/1992, σ. 0001-0006

(4) ΕΕ L 181 της 20/07/96, σ. 1.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!