Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 652/2000/GG κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 652/2000/GG - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 23 Μαΐου 2000 - Απόφαση στις Δευτέρα | 14 Μαΐου 2001
Αξιότιμε κ. C.,
Στις 4 Μαΐου 2000, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στην οποία ισχυριστήκατε ότι είχατε υποστεί διακρίσεις, δεδομένου ότι η τελευταία δεν σας είχε απονείμει βαθμό καλύτερο από τον βαθμό Β3, κλιμάκιο 3, όταν σας ανέλαβε ως έκτακτος υπάλληλος.
Στις 23 Μαΐου 2000, διαβίβασα την καταγγελία στην Επιτροπή. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 10 Οκτωβρίου 2000 και σας τη διαβίβασα στις 12 Οκτωβρίου 2000 με πρόσκληση να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας, εφόσον το επιθυμείτε. Στις 18 Οκτωβρίου 2000, μου διαβιβάσατε τις παρατηρήσεις σας σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, τις οποίες όμως παρέλαβα μόλις στις 28 Νοεμβρίου 2000.
Στις 5 Δεκεμβρίου 2000, απέστειλα στην Επιτροπή αίτηση παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών. Η Επιτροπή απάντησε την 1η Μαρτίου 2001 και σας διαβίβασα την απάντηση αυτή στις 5 Μαρτίου 2001, καλώντας σας να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας. Στις 23 Απριλίου 2001, έλαβα τις παρατηρήσεις σας.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Το 1997, η Επιτροπή προκήρυξε προσωρινές θέσεις Β3/Β2 για επιθεωρητές αλιείας. Ο καταγγέλλων είναι Ιρλανδός υπήκοος, ο οποίος επελέγη για μία από αυτές τις θέσεις. Λόγω των προσόντων και της πείρας του, η Επιτροπή αποφάσισε να τον κατατάξει στο κλιμάκιο 3 του βαθμού Β3.
Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι θα έπρεπε να είχε λάβει καλύτερο βαθμό. Ως εκ τούτου, υπέβαλε διοικητική ένσταση σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, με την οποία υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι διέθετε πρακτική πείρα 23 ετών τόσο στη θάλασσα όσο και στην ξηρά, ότι διηύθυνε εθνικό κέντρο ελέγχου της αλιείας στην Ιρλανδία για περισσότερα από δύο έτη και ότι είχε εφαρμόσει και χρησιμοποιήσει την κοινοτική νομοθεσία για την αλιεία σε διάφορα επίπεδα καθ' όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του. Ωστόσο, η Επιτροπή απέρριψε την καταγγελία αυτή με λεπτομερή απόφαση της 20ής Ιουλίου 1999.
Στη συνέχεια, ο ενδιαφερόμενος απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή, ισχυριζόμενος ότι είχε υποστεί διακρίσεις με τρεις τρόπους: 1) Η διοικητική ένσταση που υπέβαλε κατ' εφαρμογή του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (ΚΥΚ) απορρίφθηκε. 2) Παραβίαση του άρθρου 31 παράγραφος 2 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, δεδομένου ότι ένας συνάδελφος που είχε επίσης υποβάλει καταγγελία είχε αναβαθμιστεί σε Β2· και 3) ένας συνάδελφος από το ίδιο κράτος μέλος με το ίδιο προφίλ σταδιοδρομίας είχε λάβει την υψηλότερη βαθμολογία που ήταν διαθέσιμη κατά τον διορισμό του ένα έτος νωρίτερα.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η καταγγελία διαβιβάστηκε στην Επιτροπή για να υποβάλει τις παρατηρήσεις της.
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Το άρθρο 31 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης προβλέπει ότι οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό διορίζονται στον αρχικό βαθμό για τη θέση για την οποία έχουν προσληφθεί· ωστόσο, το άρθρο 31 παράγραφος 2 επιτρέπει την κατάταξη από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας.
Όσον αφορά τη δεύτερη δυνατότητα, το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ότι η κατάταξη στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής και επιτρέπεται μόνον κατ’ εξαίρεση, όταν οι ειδικές ανάγκες της υπηρεσίας είναι τέτοιες ώστε το προς πρόσληψη πρόσωπο να πρέπει να διαθέτει ιδιαίτερα προσόντα ή όταν το προσληφθέν πρόσωπο διαθέτει εξαιρετικά προσόντα. Επιπλέον, το Δικαστήριο είχε επίσης διευκρινίσει ότι, ακόμη και αν ο υποψήφιος διέθετε εξαιρετικά προσόντα, η ΑΔΑ διέθετε διακριτική ευχέρεια και δεν ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόσει το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.
Η Επιτροπή εφάρμοσε τα κριτήρια κατάταξης που διέπουν την εφαρμογή του άρθρου 31 παράγραφος 2 στην περίπτωση του καταγγέλλοντος και προέβη σε συγκρίσεις με όλους τους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό που προσλήφθηκαν στη σταδιοδρομία Β3/Β2. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον έλεγχο
- το επίπεδο και την καταλληλότητα των διπλωμάτων που αποκτήθηκαν μετά το δίπλωμα που παρέχει πρόσβαση στην κατηγορία,
- το επίπεδο και την ποιότητα της επαγγελματικής πείρας σε σχέση με τα καθήκοντα που πρέπει να ασκηθούν,
- τη διάρκεια της επαγγελματικής πείρας και τη συνάφειά της με την προς πλήρωση θέση και
- την ειδική κατάσταση της αγοράς εργασίας για την επιδιωκόμενη εξειδίκευση,
Στην παρούσα υπόθεση, η αρμόδια αρχή δεν θεώρησε ότι ο καταγγέλλων πληρούσε επαρκή αριθμό αυτών των προϋποθέσεων για την εφαρμογή του άρθρου 31 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ούτε θεώρησε ότι σε σχέση με όλους τους επιτυχόντες από αυτό το είδος διαγωνισμού ή διαδικασίας επιλογής για τη σταδιοδρομία Β3/Β2 η περίπτωση του καταγγέλλοντος ήταν καθ' οιονδήποτε τρόπο εξαιρετική.
Αντιθέτως, ένας άλλος επιθεωρητής αλιείας (ο P.) ο οποίος, όπως και ο καταγγέλλων, είχε επιτύχει σε διαδικασία επιλογής B3/B2 και είχε αρχικά καταταγεί στον βαθμό B3, είχε στη συνέχεια καταταγεί στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας. Η Επιτροπή συνέκρινε δεόντως τις δύο υποθέσεις. Και οι δύο επιθεωρητές αλιείας είχαν ένα κορυφαίο προφίλ κατάρτισης και μπορούσαν, κατά την είσοδό τους στην Επιτροπή, δικαιολογημένα να διεκδικήσουν ιστορικό σταδιοδρομίας συνέπειας και αριστείας. Εντούτοις, από το βιογραφικό σημείωμα του P. προέκυπτε ότι ολόκληρη η σταδιοδρομία του είχε αφιερωθεί αποκλειστικά στις αλιευτικές δραστηριότητες, και ιδίως στην πτυχή της επιστημονικής έρευνας. Το ίδιο δεν μπορεί να λεχθεί για τον καταγγέλλοντα. Η παρακολούθηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων αποτελούσε επίσης συχνό μέρος των αρμοδιοτήτων του καταγγέλλοντος, αλλά ποτέ το κύριο καθήκον του. Ούτε οι αρμοδιότητές του απαιτούσαν ποτέ το ίδιο επίπεδο επιστημονικών γνώσεων με εκείνες του P. Ούτε είχε ασκήσει ερευνητικές δραστηριότητες. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεώρησε δικαιολογημένη την απόφασή της να επιλέξει τον P. για την κατάταξη στον βαθμό Β2.
Όσον αφορά την άλλη περίπτωση που ανέφερε ο καταγγέλλων, η Επιτροπή δεν μπόρεσε να βρει λόγους άνισης μεταχείρισης, δεδομένου ότι δεν γνώριζε σε ποιον συνάδελφο αναφερόταν ο καταγγέλλων.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιχειρήματα και αποδεικτικά στοιχεία για να αντικρούσει τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η παρακολούθηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων δεν ήταν ποτέ το κύριο καθήκον του. Ισχυρίστηκε ότι διέθετε το επίπεδο και την ειδική ποιότητα της επαγγελματικής πείρας σε σχέση με τα καθήκοντα που έπρεπε να εκτελέσει, ότι διέθετε την πρόσθετη πείρα στη διαχείριση βάσεων δεδομένων, ότι η διάρκεια και η συνάφεια της επαγγελματικής πείρας του ήταν μεγαλύτερη από ό,τι απαιτούνταν, ότι όλη η επακόλουθη εκπαίδευσή του και τα πτυχία του ήταν συναφή με τη θέση και ότι υπήρχε περιορισμένη διαθεσιμότητα εκπαιδευμένων επαγγελματιών στην αγορά εργασίας για τους επιθεωρητές αλιείας. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι διέθετε εξαιρετικά προσόντα κατά την έννοια της νομολογίας των κοινοτικών δικαστηρίων.
Ο καταγγέλλων δέχθηκε ότι η εφαρμογή του άρθρου 31 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης από την Επιτροπή ήταν διακριτική και κατά περίπτωση. Ωστόσο, πιστεύει ότι έχει υποστεί διακρίσεις. Ο καταγγέλλων διευκρίνισε ότι ο άλλος συνάδελφος στον οποίο αναφερόταν στην καταγγελία του ήταν ο κ. Α. ο οποίος είχε καταταγεί στον βαθμό Β1. Ισχυρίστηκε επίσης ότι είχε υποπέσει στην αντίληψή του ότι ένας άλλος συνάδελφος (ο F.) είχε επιτύχει στην αίτησή του για ανακατάταξη στον βαθμό Β2.
Περαιτέρω έρευνεςΑίτημα για περαιτέρω πληροφορίες
Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι χρειαζόταν περαιτέρω πληροφορίες για την εξέταση της καταγγελίας. Ως εκ τούτου, ζήτησε από την Επιτροπή να σχολιάσει, υπό το πρίσμα των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, τον ισχυρισμό του ότι υφίσταται δυσμενή διάκριση.
Απάντηση της ΕπιτροπήςΣτην απάντησή της, η Επιτροπή παρέσχε τις ακόλουθες πληροφορίες:
Οι επιθεωρητές αλιείας προσλήφθηκαν ως έκτακτοι υπάλληλοι σε επίπεδο «Β» και εντοπίστηκαν μέσω ειδικών διαδικασιών επιλογής. Κατά την τελευταία δεκαετία, διοργανώθηκαν πέντε διαδικασίες επιλογής, εκ των οποίων δύο ορίστηκαν σε επίπεδο σταδιοδρομίας B5/B4, δύο σε επίπεδο B3/B2 και μία σε επίπεδο σταδιοδρομίας B5/B1. Ο καταγγέλλων έλαβε μέρος σε διαδικασία επιλογής για τη σταδιοδρομία Β3/Β2.
Όπως ορθώς ανέφερε ο καταγγέλλων, η Επιτροπή αποφάσισε πρόσφατα να χορηγήσει σε άλλον επιθεωρητή αλιείας, τον κ. P., το υψηλότερο επίπεδο της σχετικής σταδιοδρομίας, δηλαδή B2. Παρόμοια μεταχείριση προβλεπόταν όσον αφορά έναν άλλο επιθεωρητή αλιείας, τον F. Το άρθρο 31 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης παρέχει στο θεσμικό όργανο ευρεία διακριτική ευχέρεια. Εν πάση περιπτώσει, η σύγκριση μεταξύ του καταγγέλλοντος και του F. ήταν υπέρ του τελευταίου, δεδομένου ότι τα προσόντα και η πείρα του ήταν κατάλληλα για ένα ευρύτερο φάσμα καθηκόντων. Εν ολίγοις, ο F., ο οποίος διέθετε επαγγελματική πείρα παρόμοια με εκείνη του καταγγέλλοντος, είχε πανεπιστημιακό πτυχίο μηχανολόγου μηχανικού, είχε εργαστεί επί πολλά έτη στο πορτογαλικό ερευνητικό ινστιτούτο στον τομέα της αλιείας και είχε διατελέσει προϊστάμενος μονάδας ελέγχου στην πορτογαλική επιθεώρηση αλιείας. Είχε επίσης σχεδόν άριστη γνώση μιας δεύτερης γλώσσας. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι ο F. διέθετε εξαιρετικά υψηλά προσόντα για τη θέση αυτή.
Το άλλο πρόσωπο στο οποίο παρέπεμψε ο καταγγέλλων, ο A., είχε προσληφθεί το 1997 κατόπιν διαδικασίας επιλογής του 1992. Η εν λόγω διαδικασία επιλογής προέβλεπε ότι η κατάταξη θα βασιζόταν στη διάρκεια της επαγγελματικής πείρας, με ελάχιστα επίπεδα εισόδου τα 22 έτη για το B1, τα 12 έτη για το B3 και τα 3 έτη για το B5. Η περίπτωση του κ. Α. δεν ήταν συγκρίσιμη, δεδομένου ότι ο ίδιος και ο καταγγέλλων είχαν απασχοληθεί σε διαφορετικές σταδιοδρομίες. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη μεταχείριση που επιφυλάχθηκε στον Α. για να στηρίξει το αίτημά του να καταταγεί στον βαθμό Β2. Ούτε μπορούσε να τύχει της ίδιας μεταχειρίσεως με τον A. και να καταταγεί στην κατηγορία Β1, δεδομένου ότι η διαδικασία επιλογής στην οποία συμμετείχε δεν κάλυπτε την κατηγορία σταδιοδρομίας Β1. Διαφορετικά, όλα τα άλλα πρόσωπα που θα συμμετείχαν στη μεταγενέστερη διαδικασία επιλογής θα υφίσταντο άδικη μεταχείριση.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή είχε εφαρμόσει τη διακριτική της ευχέρεια με πολύ υποκειμενικό τρόπο. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι ο F., ο P. και ο ίδιος είχαν εξαιρετικά προσόντα. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι τα επαγγελματικά προσόντα του F. δεν σχετίζονταν απαραιτήτως με την αλιευτική σταδιοδρομία που ακολούθησε αργότερα. Όσον αφορά το δικό του ιστορικό, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι ήταν καπετάνιος πλοίου και ότι η θέση αυτή θα μπορούσε να συγκριθεί με τη θέση του επικεφαλής αντιπροσωπείας μεσαίου μεγέθους της ΕΕ.
Ο καταγγέλλων βασίστηκε επίσης στην πρόσθετη πείρα του όσον αφορά ιδίως τις πληροφορίες της βάσης δεδομένων και τα συστήματα γεωγραφικών πληροφοριών και υπέβαλε βεβαίωση του προϊσταμένου της μονάδας του στην Επιτροπή.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Απόρριψη της καταγγελίας του άρθρου 901.1 Το 1997, η Επιτροπή προκήρυξε προσωρινές θέσεις Β3/Β2 για επιθεωρητές αλιείας. Ο καταγγέλλων επιλέχθηκε για μία από αυτές τις θέσεις και κατατάχθηκε στο κλιμάκιο 3 του βαθμού Β3. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι, λόγω των προσόντων του και της πείρας του, θα έπρεπε να είχε λάβει καλύτερο βαθμό και, ως εκ τούτου, υπέβαλε ένσταση σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Η καταγγελία αυτή απορρίφθηκε από την Επιτροπή στις 20 Ιουλίου 1999. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η απόφαση αυτή ήταν εσφαλμένη. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων υποστηρίζει ότι η Επιτροπή όφειλε να κάνει χρήση του άρθρου 31 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης στην παρούσα υπόθεση.
1.2 Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το άρθρο 31 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης προβλέπει ότι οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό διορίζονται στον αρχικό βαθμό της θέσης για την οποία έχουν προσληφθεί· ωστόσο, το άρθρο 31 παράγραφος 2 επιτρέπει την κατάταξη από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας. Όσον αφορά τη δεύτερη δυνατότητα, το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ότι η κατάταξη στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής και επιτρέπεται μόνον κατ’ εξαίρεση, όταν οι ειδικές ανάγκες της υπηρεσίας είναι τέτοιες ώστε το προς πρόσληψη πρόσωπο να πρέπει να διαθέτει ιδιαίτερα προσόντα ή όταν το προσληφθέν πρόσωπο διαθέτει εξαιρετικά προσόντα. Επιπλέον, το Δικαστήριο είχε επίσης διευκρινίσει ότι, ακόμη και αν ο υποψήφιος διέθετε εξαιρετικά προσόντα, η ΑΔΑ διέθετε διακριτική ευχέρεια και δεν ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόσει το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι εξέτασε την περίπτωση του καταγγέλλοντος υπό το πρίσμα αυτής της νομολογίας, αλλά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν επρόκειτο για εξαίρεση.
1.3 Κατά πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, η δυνατότητα που παρέχει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ να διορίσει νεοπροσληφθέντα υπάλληλο στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας πρέπει να νοηθεί ως εξαίρεση από τους γενικούς κανόνες κατατάξεως. Σε ειδικές περιπτώσεις, όπως όταν ένας υποψήφιος διαθέτει εξαιρετικά προσόντα, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή οφείλει να αξιολογήσει την ενδεχόμενη εφαρμογή του άρθρου 31 παράγραφος 2. Εντούτοις, η απόφαση περί κατατάξεως υπαλλήλου σε ορισμένο βαθμό, βάσει του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, εμπίπτει στην ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Ο δικαστικός έλεγχος δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εκτίμηση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, αλλά πρέπει να περιορίζεται στο ζήτημα αν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή άσκησε τις εξουσίες της κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο (1).
1.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή εξήγησε τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι το άρθρο 31 παράγραφος 2 δεν πρέπει να εφαρμοστεί στην περίπτωση του καταγγέλλοντος στη γνώμη της και ακόμη λεπτομερέστερα στην απόφασή της να απορρίψει την καταγγελία του καταγγέλλοντος βάσει του άρθρου 90. Το συμπέρασμα της Επιτροπής ήταν ότι, ενώ ο καταγγέλλων διέθετε τα κατάλληλα προσόντα για τη θέση για την οποία είχε επιλεγεί, δεν διέθετε εξαιρετικά προσόντα που να δικαιολογούν την εφαρμογή του άρθρου 31 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι (χωρίς να λαμβάνει υπόψη προς το παρόν το ζήτημα των διακρίσεων που θα συζητηθεί κατωτέρω) ο καταγγέλλων δεν απέδειξε ότι, καταλήγοντας στο συμπέρασμα αυτό, η Επιτροπή άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο.
1.5 Βάσει των ανωτέρω, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.
2 Διακρίσεις σε σχέση με τη μεταχείριση των P. και F.2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι υφίσταται δυσμενή διάκριση, δεδομένου ότι δύο άλλοι επιθεωρητές αλιείας (ο P. και ο F.) οι οποίοι προσλήφθηκαν αμφότεροι στο πλαίσιο διαδικασίας επιλογής B3/B2 ανακατατάχθηκαν στη συνέχεια ως B2 σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
2.2 Η Επιτροπή επιβεβαιώνει ότι οι P. και F. ανακατατάχθηκαν (ή πρόκειται να ανακαταταχθούν) στον βαθμό Β2. Υποστηρίζει, ωστόσο, ότι υπάρχουν διαφορές που δικαιολογούν αυτή τη διαφορετική μεταχείριση. Κατά την Επιτροπή, από το βιογραφικό σημείωμα του P. προέκυπτε ότι ολόκληρη η σταδιοδρομία του είχε αφιερωθεί αποκλειστικά στις αλιευτικές δραστηριότητες και, ειδικότερα, στην πτυχή της επιστημονικής έρευνας. Το ίδιο δεν μπορεί να λεχθεί για τον καταγγέλλοντα. Η παρακολούθηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων αποτελούσε επίσης συχνό μέρος των αρμοδιοτήτων του καταγγέλλοντος, αλλά ποτέ το κύριο καθήκον του. Ούτε οι αρμοδιότητές του απαιτούσαν ποτέ το ίδιο επίπεδο επιστημονικών γνώσεων με εκείνες του P. Ούτε είχε ασκήσει ερευνητικές δραστηριότητες. Ο F., ο οποίος διέθετε επαγγελματική πείρα παρόμοια με εκείνη του καταγγέλλοντος, είχε πανεπιστημιακό πτυχίο μηχανολόγου μηχανικού, είχε εργαστεί επί πολλά έτη στο πορτογαλικό ερευνητικό ινστιτούτο στον τομέα της αλιείας και είχε διατελέσει προϊστάμενος μονάδας ελέγχου στην πορτογαλική επιθεώρηση αλιείας. Είχε επίσης σχεδόν άριστη γνώση μιας δεύτερης γλώσσας. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι ο F. διέθετε εξαιρετικά υψηλά προσόντα για τη θέση αυτή.
2.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή άσκησε τις εξουσίες της κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο P. και ο F., αλλά όχι ο καταγγέλλων, διέθεταν εξαιρετικά προσόντα που δικαιολογούσαν την εφαρμογή του άρθρου 31 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Ο ίδιος ο καταγγέλλων, στις παρατηρήσεις του επί της απαντήσεως της Επιτροπής στην αίτηση παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών, θεωρεί ότι οι F. και P. (και ο ίδιος) διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο καταγγέλλων να έχει δίκιο ισχυριζόμενος ότι η Επιτροπή (συγκρίνοντας τα προσόντα του με αυτά του P) κακώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο έλεγχος των αλιευτικών δραστηριοτήτων δεν ήταν ποτέ το κύριο καθήκον του. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι η Επιτροπή στήριξε το συμπέρασμά της ότι το άρθρο 31 παράγραφος 2 είχε εφαρμογή μόνο σε σχέση με τους F. και P. και σε μια σειρά άλλων εκτιμήσεων (π.χ. επίπεδο επιστημονικών γνώσεων, γλωσσικές δεξιότητες) τις οποίες ο καταγγέλλων δεν μπόρεσε να αντικρούσει.
2.4 Βάσει των ανωτέρω, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.
3 Διακρίσεις σε σχέση με τη μεταχείριση του A.3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται περαιτέρω ότι υφίσταται δυσμενή διάκριση σε σχέση με άλλον επιθεωρητή αλιείας, τον κ. Α., ο οποίος προσελήφθη στον βαθμό Β1.
3.2 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι επιθεωρητές αλιείας προσλαμβάνονται μέσω ειδικών διαδικασιών επιλογής. Κατά την τελευταία δεκαετία, διοργανώθηκαν πέντε διαδικασίες επιλογής, εκ των οποίων δύο ορίστηκαν σε επίπεδο σταδιοδρομίας B5/B4, δύο σε επίπεδο B3/B2 και μία σε επίπεδο σταδιοδρομίας B5/B1. Ο A. προσελήφθη κατόπιν διαδικασίας επιλογής το 1992, η οποία καθορίστηκε στο επίπεδο σταδιοδρομίας B5/B1. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η περίπτωση του A. δεν είναι συγκρίσιμη, δεδομένου ότι ο ίδιος και ο καταγγέλλων είχαν διαφορετικές σταδιοδρομίες. Επομένως, κατά την άποψη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τη μεταχείριση που επιφυλάχθηκε στον Α. για να στηρίξει το αίτημά του να καταταγεί στο Β2. Ούτε θα μπορούσε να τύχει της ίδιας μεταχειρίσεως με τον A. και να καταταγεί στην κατηγορία Β1. Διαφορετικά, όλα τα άλλα πρόσωπα που θα συμμετείχαν στη μεταγενέστερη διαδικασία επιλογής θα υφίσταντο άδικη μεταχείριση.
3.3 Ο καταγγέλλων που έλαβε μέρος στη διαδικασία επιλογής που διοργανώθηκε το 1997/98 για τη σταδιοδρομία Β3/Β2 επιθυμεί να ανακαταταχθεί στον βαθμό Β2. Επομένως, η κατάσταση του Α., ο οποίος έλαβε μέρος σε διαφορετική διαδικασία επιλογής που διοργανώθηκε αρκετά έτη πριν από εκείνη στην οποία έλαβε μέρος ο καταγγέλλων και κατατάχθηκε στον βαθμό Β1, δεν είναι άμεσα συγκρίσιμη με την κατάστασή του. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων δεν απέδειξε ότι υφίσταται διακρίσεις.
3.4 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν από την Επιτροπή κατέδειξαν ορισμένες ανωμαλίες όσον αφορά τις διαδικασίες που χρησιμοποιούνται για την πρόσληψη επιθεωρητών αλιείας, οι οποίες, ωστόσο, δεν επηρεάζουν τον καταγγέλλοντα. Μολονότι οι προς πλήρωση θέσεις φαίνεται να είναι συγκρίσιμες, ο Α. κατατάχθηκε στον βαθμό Β1, ενώ στην καλύτερη περίπτωση θα μπορούσε να προσδοκά τον βαθμό Β2 αν είχε μετάσχει στη διαδικασία επιλογής βάσει της οποίας επελέγη ο καταγγέλλων. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της έρευνας του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 109/98/ME (2) (η οποία αφορούσε επίσης την ταξινόμηση των επιθεωρητών αλιείας), η Επιτροπή εξήγησε ότι το 1996 είχε αλλάξει την πολιτική της στον τομέα αυτό και ότι οι μελλοντικές διαδικασίες επιλογής δεν θα καλύπτουν πλέον όλες τις βαθμίδες μιας κατηγορίας. Η Επιτροπή δέχθηκε επίσης ότι οι καταγγέλλοντες στην εν λόγω υπόθεση δεν θα πρέπει να βρίσκονται σε μειονεκτική θέση σε σύγκριση με τους αιτούντες που συμμετέχουν σε μεταγενέστερες διαδικασίες επιλογής. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπάρχει ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης του εν λόγω ζητήματος.
3.5 Βάσει των ανωτέρω, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.
4 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κλείνει τον φάκελο.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Jacob SÖDERMAN
(1) Υπόθεση T-17/95, Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. II-683, σκέψεις 19-21· Υπόθεση T-12/97 Barnett κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. II-863, σκέψεις 48-51.
(2) Διατίθεται στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).