FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση στην υπόθεση 2011/2018/MIG σχετικά με την άρνηση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης να χορηγήσει δημόσια πρόσβαση σε ένα έγγραφο που καθορίζει προτεραιότητες για την ανάπτυξη στρατιωτικών δυνατοτήτων της κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Η αναφορά αφορούσε την άρνηση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (το Συμβούλιο) να χορηγήσει δημόσια πρόσβαση σε ένα έγγραφο που καθορίζει τις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) όσον αφορά τις απαιτήσεις στρατιωτικών δυνατοτήτων για την κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας. Όσον αφορά την άρνηση της πρόσβασης στο έγγραφο, το Συμβούλιο επικαλέστηκε την ανάγκη προστασίας του δημόσιου συμφέροντος για θέματα άμυνας και για στρατιωτικά θέματα.

Η Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι το Συμβούλιο βασίμως αρνήθηκε την πρόσβαση του κοινού στο αιτούμενο έγγραφο. Ως εκ τούτου, δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση και περάτωσε την εξέταση της υπόθεσης.

Ιστορικό της καταγγελίας

1. Τον Ιούνιο του 2018, ο καταγγέλλων ζήτησε από το Συμβούλιο να του παράσχει πρόσβαση σε σημείωμα της Στρατιωτικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Επιτροπή Πολιτικής και Ασφάλειας. Το παρόν έγγραφο καθορίζει προτεραιότητες όσον αφορά την ανάπτυξη στρατιωτικών δυνατοτήτων της ΕΕ στον τομέα της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΠΑΑ). Το έγγραφο χαρακτηρίζεται ως «περιορισμένο».

2. Το Συμβούλιο αρνήθηκε την πρόσβαση στο σημείωμα με βάση την ανάγκη προστασίας του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά την άμυνα και τις στρατιωτικές υποθέσεις [1].

3. Κατόπιν αιτήματος επανεξέτασης από τον καταγγέλλοντα (υποέβαλε τη λεγόμενη «επιβεβαιωτική αίτηση»), το Συμβούλιο επιβεβαίωσε την άρνησή του να χορηγήσει στο κοινό πρόσβαση στο ζητούμενο έγγραφο.

4. Δυσαρεστημένος από την απόφαση αυτή, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή τον Νοέμβριο του 2018.

Η έρευνα

5.  Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα και η ερευνητική της ομάδα συναντήθηκε με εκπροσώπους του Συμβουλίου και επιθεώρησε το ζητούμενο έγγραφο. Η Διαμεσολαβήτρια διαβίβασε στην καταγγέλλουσα την έκθεση ελέγχου της και έλαβε τις επακόλουθες παρατηρήσεις της καταγγέλλουσας.

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

6. Το Συμβούλιο δήλωσε ότι ο «περιορισμένος» χαρακτήρας του εγγράφου σήμαινε ότι η αποκάλυψη του περιεχομένου του θα μπορούσε να βλάψει τα συμφέροντα της ΕΕ ή των κρατών μελών της. Υποστήριξε ότι η δημοσίευση του εγγράφου «θα αποκαλύψει σε τρίτους τις λεπτομέρειες των τρεχουσών και των μελλοντικών στρατιωτικών επιχειρήσεων της ΕΕ. Αυτό θα επηρέαζε την αποτελεσματικότητα της δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα έθετε υπό αμφισβήτηση τη σκοπιμότητα των επιχειρήσεων της ΕΕ στο μέλλον». Ανέφερε ότι οι πληροφορίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από εχθρικές οντότητες «για την κατανόηση της διαδικασίας σχεδιασμού ανάπτυξης δυνατοτήτων της ΕΕ».

7. Το Συμβούλιο υποστήριξε επίσης ότι δεν ήταν δυνατόν να χορηγηθεί μερική πρόσβαση, δεδομένου ότι «οι πληροφορίες που περιέχονται στο έγγραφο (...) αποτελούν αδιαχώριστο σύνολο».

8. Ο καταγγέλλων αμφέβαλε ότι οι πληροφορίες του εγγράφου είναι πολύ λεπτομερείς· Τεκμαίρεται ότι πρέπει να έχει μάλλον γενικό χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, αμφισβήτησε την εκτίμηση του Συμβουλίου ότι η δημοσιοποίηση του εγγράφου θα έθετε σε κίνδυνο το οικείο δημόσιο συμφέρον. Υποπτεύθηκε επίσης ότι ορισμένες από τις πληροφορίες του εγγράφου είναι ήδη δημοσιοποιημένες.

9. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι, εάν το έγγραφο περιέχει πληροφορίες που δεν θα έπρεπε να δημοσιοποιηθούν, θα έπρεπε να είναι δυνατή η σύνταξη του εγγράφου κατά τρόπο ώστε να καθίσταται δυνατή η μερική πρόσβαση του κοινού σε ορισμένες πληροφορίες, με παράλληλη προσθήκη εμπιστευτικού υλικού σε παράρτημα.

10. Τέλος, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το έγγραφο μπορεί να ενδιαφέρει τους πολίτες και ότι το συμφέρον της διαφάνειας θα πρέπει να έχει προτεραιότητα έναντι του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά την άμυνα και τα στρατιωτικά θέματα. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η διαφάνεια στον τομέα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντική προκειμένου να καταστεί δυνατός ο δημόσιος έλεγχος των αποφάσεων των αρχών και να διασφαλιστεί η λογοδοσία.

11. Το Συμβούλιο σημείωσε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία της ΕΕ [2], ένα θεσμικό όργανο της ΕΕ υποχρεούται να αρνηθεί την πρόσβαση του κοινού σε ένα έγγραφο εάν η γνωστοποίησή του θα έθετε σε κίνδυνο το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά την άμυνα και τα στρατιωτικά θέματα.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

12. Οι κανόνες της ΕΕ σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα επιτρέπουν να λαμβάνεται υπόψη το δημόσιο συμφέρον για πρόσβαση σε ένα έγγραφο σε ορισμένες περιπτώσεις (για παράδειγμα, όταν υποστηρίζεται ότι η δημοσιοποίηση ενός εγγράφου θα υπονόμευε σοβαρά τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων ενός θεσμικού οργάνου, το έγγραφο μπορεί ακόμη να δημοσιοποιηθεί εάν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση του εγγράφου). Τα αμυντικά και στρατιωτικά θέματα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα. Ως εκ τούτου, οι κανόνες της ΕΕ για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα υιοθετούν μια πολύ πιο περιοριστική προσέγγιση όσον αφορά τη δημοσιοποίηση εγγράφων που σχετίζονται με αμυντικά και στρατιωτικά θέματα· δεν προβλέπουν τη χρήση επιχειρημάτων δημοσίου συμφέροντος για την παράκαμψη της ανάγκης προστασίας των αμυντικών και στρατιωτικών συμφερόντων. Δεδομένου αυτού του υψηλού βαθμού ευαισθησίας των εν λόγω ζητημάτων, τα δικαστήρια της ΕΕ έχουν διαπιστώσει ότι τα θεσμικά όργανα διαθέτουν ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον η δημοσιοποίηση ενός εγγράφου θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά την άμυνα και τις στρατιωτικές υποθέσεις [3]. Με άλλα λόγια, τα δικαστήρια θεωρούν ότι η απόφαση των αρμόδιων αρχών σχετικά με την πιθανή ζημία που προκύπτει από τη δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων πρέπει να έχει πολύ μεγάλη βαρύτητα.

13. Το Συμβούλιο δήλωσε ότι το έγγραφο δεν είναι γενικό, αλλά είναι εξαιρετικά τεχνικό και περιέχει ευαίσθητες πληροφορίες σε όλο το κείμενο. Εάν αποκαλυφθούν, υποστήριξε, οι πληροφορίες αυτές θα μπορούσαν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά την άμυνα και τις στρατιωτικές υποθέσεις. Αφού εξέτασε το έγγραφο, το οποίο καθορίζει τις προτεραιότητες για την ανάπτυξη της στρατιωτικής ικανότητας της ΚΠΑΑ, η Διαμεσολαβήτρια επιβεβαιώνει ότι η περιγραφή του περιεχομένου του εγγράφου από το Συμβούλιο ήταν ακριβής και ότι όλα τα μέρη του εγγράφου, συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων του, περιέχουν πολύ ευαίσθητες πληροφορίες. Ως εκ τούτου, το συμπέρασμα του Συμβουλίου ότι η γνωστοποίηση των πληροφοριών αυτών θα έθετε πολύ πιθανόν σε κίνδυνο το επίμαχο δημόσιο συμφέρον ήταν εύλογο. Δεδομένου ότι το δημόσιο συμφέρον στον τομέα της άμυνας και των στρατιωτικών υποθέσεων δεν μπορεί να σταθμιστεί με κανένα άλλο συμφέρον, το Συμβούλιο βασίμως αρνήθηκε την πρόσβαση του κοινού στο έγγραφο.

14. Σχολιάζοντας την έκθεση επιθεώρησης της Διαμεσολαβήτριας, η καταγγέλλουσα δήλωσε: «Η Διαμεσολαβήτρια είναι η μόνη που μπορεί να επαληθεύσει αν το επιχείρημα [ότι το έγγραφο είναι τεχνικό και ευαίσθητο ώστε το περιεχόμενό του να μην μπορεί να δημοσιοποιηθεί] μπορεί να υποστηριχθεί». Η Διαμεσολαβήτρια διενήργησε την εν λόγω αξιολόγηση και εξέτασε προσεκτικά το περιεχόμενο του εγγράφου και τα επιχειρήματα που της προβλήθηκαν. Βάσει των ανωτέρω, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Συμβούλιο βασίμως αρνήθηκε την πρόσβαση του κοινού.  

15. Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι το Συμβούλιο θα έπρεπε να είχε συντάξει διαφορετικό έγγραφο και να είχε συμπεριλάβει τυχόν εμπιστευτικές πληροφορίες σε εμπιστευτικό παράρτημα του εγγράφου αυτού, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι οι κανόνες της ΕΕ σχετικά με την πρόσβαση σε έγγραφα δεν απαιτούν από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να δημιουργήσουν νέο έγγραφο προκειμένου να ικανοποιήσουν αίτημα πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα. Βάσει της επιθεώρησής της, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι ο διαχωρισμός του περιεχομένου σε εμπιστευτικές και μη εμπιστευτικές πληροφορίες δεν θα ήταν εφικτός. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η μερική γνωστοποίηση δεν αποτελεί ρεαλιστική επιλογή στην προκειμένη περίπτωση.

Συμπέρασμα

Βάσει της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια περατώνει την υπόθεση με το ακόλουθο συμπέρασμα:

Το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε κακοδιοίκηση αρνούμενο την πρόσβαση του κοινού στο ζητηθέν έγγραφο.

Ο καταγγέλλων και το Συμβούλιο θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

 

η Έμιλι Ο' Ράιλι

Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής


Στρασβούργο, 14/06/2019

 

 

[1] Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) δεύτερη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, διατίθεται στη διεύθυνση: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/PDF/?uri=CELEX:32001R1049&from=EN.

[2] Απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Φεβρουαρίου 2007, Sison κατά Συμβουλίου, C-266/05 P, διαθέσιμη στη διεύθυνση: http://curia.europa.eu/juris/liste.jsf?language=en&jur=C,T,F&num=C-266/05%20P&td=ALL.

[3] Όπ.π. (σκέψη 35).

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!