Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1868/2006/ID κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 1868/2006/ID - Εκκίνηση έρευνας στις Παρασκευή | 22 Σεπτεμβρίου 2006 - Απόφαση στις Δευτέρα | 16 Ιουλίου 2007
Στρασβούργο, 16 Ιουλίου 2007
Αξιότιμε κ. K.,
Στις 19 Ιουνίου 2006, υποβάλατε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή καταγγελία κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Στις 17 Ιουλίου 2006, οι υπηρεσίες μου επικοινώνησαν με την Επιτροπή σχετικά με το μέρος της καταγγελίας σας που αφορούσε την παράλειψη απάντησης στην «επιχειρηματική πρόταση» σας με τηλεομοιοτυπία της 26ης Απριλίου 2006 και στην επακόλουθη αλληλογραφία. Η Επιτροπή σας απέστειλε την απάντησή της στις 3 Αυγούστου 2006. Στη συνέχεια συμπληρώσατε την καταγγελία σας με ηλεκτρονικά μηνύματα της 17ης Αυγούστου και της 4ης Σεπτεμβρίου 2006. Στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, ζήτησα από την Επιτροπή να υποβάλει γνώμη σχετικά με τον ισχυρισμό σας ότι δεν απάντησε εγκαίρως στην ουσία της πρότασής σας με τηλεομοιοτυπία της 26ης Απριλίου 2006 και στην επακόλουθη αλληλογραφία σας.
Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 21 Δεκεμβρίου 2006. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις. Απαντήσατε στην πρόσκληση αυτή με ηλεκτρονικό μήνυμα της 26ης Ιανουαρίου 2007, το οποίο συμπληρώθηκε με επακόλουθα ηλεκτρονικά μηνύματα.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που διενήργησα σχετικά με την καταγγελία σας.
Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΧΕΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ
Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων υπέβαλε συνοπτικά τις ακόλουθες παρατηρήσεις όσον αφορά το πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης. Στις 26 Απριλίου 2006, απέστειλε με φαξ στον Πρόεδρο Barroso έκθεση («επιχειρηματική πρόταση») «για την καλύτερη εμπορευματοποίηση της ΕΕ». Στις 2 Μαΐου 2006, το ιδιαίτερο γραφείο του Προέδρου Barroso επιβεβαίωσε την παραλαβή της εν λόγω επιστολής και ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η επιστολή του είχε τεθεί υπόψη των αρμόδιων και αρμόδιων υπηρεσιών της Επιτροπής για περαιτέρω εξέταση. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απηύθυνε στην Επιτροπή διάφορα έγγραφα τα οποία η Επιτροπή αγνόησε και δεν απέστειλε καν απόδειξη παραλαβής.
Το περιεχόμενο αυτής της αλληλογραφίας μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:
α) Φαξ της 9ης Μαΐου 2006 προς τον Πρόεδρο Barroso: Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στην απόδειξη παραλαβής της τηλεομοιοτυπίας του της 26ης Απριλίου 2006, την οποία είχε λάβει από το ιδιαίτερο γραφείο του Προέδρου Barroso· ερμήνευσε το έγγραφο αυτό ως αποδοχή της πρότασής του (1) · δήλωσε ότι αναμένει να λάβει επίσημη αποδοχή της πρότασής του, καθώς και οικονομικό αντάλλαγμα και χρονοδιάγραμμα για την ολοκλήρωση των σχετικών καθηκόντων· και κάλεσε να διατυπωθούν παρατηρήσεις σχετικά με το έργο, ενόψει της υλοποίησής του.
β) Ηλεκτρονικό μήνυμα της 16ης Μαΐου 2006 προς τον Πρόεδρο Barroso (και ηλεκτρονικό μήνυμα-υπενθύμιση της 17ης Μαΐου 2006): Ο καταγγέλλων ανέφερε ότι δεν έλαβε απόδειξη παραλαβής ή απάντηση στην τηλεομοιοτυπία του της 9ης Μαΐου 2006.
γ) Φαξ της 24ης Μαΐου 2006 προς τον Πρόεδρο Barroso (και ηλεκτρονική υπενθύμιση της 24ης Μαΐου 2006): Ο καταγγέλλων ανέφερε ότι δεν έλαβε απόδειξη παραλαβής ή απάντηση στην τηλεομοιοτυπία του της 9ης Μαΐου 2006 και στο ηλεκτρονικό μήνυμα της 16ης Μαΐου 2006.
δ) Ηλεκτρονικό μήνυμα της 1ης Ιουνίου 2006 προς τον Πρόεδρο Barroso (και τηλεομοιοτυπία-υπενθύμιση της 17ης Μαΐου 2006): Ο καταγγέλλων ανέφερε ότι δεν έλαβε απόδειξη παραλαβής ή απάντηση στην αλληλογραφία του της 9ης Μαΐου 2006, της 16ης Μαΐου 2006 και της 24ης Μαΐου 2006. Ζήτησε επίσης να λάβει έως τις 9 Ιουνίου 2006 «επιβεβαίωση» (υπογεγραμμένη από τον Πρόεδρο Barroso) σχετικά με τη μη παραβίαση των δικαιωμάτων του όσον αφορά την πρόταση που είχε υποβάλει στην Επιτροπή.
Στις 19 Ιουνίου 2006, η καταγγελία υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή. Η καταγγελία αφορούσε, κατ' ουσίαν, 1) την παράλειψη της Επιτροπής να απαντήσει στην προαναφερθείσα επιχειρηματική πρόταση του καταγγέλλοντος και να απαντήσει (και να επιβεβαιώσει την παραλαβή) της σχετικής αλληλογραφίας του· (2) εικαζόμενη «απαγωγή» από την Επιτροπή των δικαιωμάτων του καταγγέλλοντος που σχετίζονται με την επιχειρηματική του πρόταση· (3) την εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να παράσχει ορισμένες πληροφορίες. Στις 17 Ιουλίου 2006, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή επικοινώνησαν με την Επιτροπή σχετικά με το πρώτο μέρος της καταγγελίας. Μετά την παρέμβαση αυτή, η Επιτροπή απάντησε στον καταγγέλλοντα με επιστολή της 3ης Αυγούστου 2006. Στην επιστολή αυτή, η Επιτροπή ανέφερε ότι, για διάφορους λόγους, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει θετικά στην πρόταση του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η Επιτροπή είχε λάβει μέτρα για τη διευθέτηση της πτυχής της υπόθεσης που αφορούσε την αδυναμία της να απαντήσει στην επιχειρηματική πρόταση του καταγγέλλοντος (και στη συνακόλουθη σχετική αλληλογραφία).
Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 4ης Σεπτεμβρίου, το οποίο συμπλήρωσε την καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε, κατ' ουσίαν, ότι η επιστολή της Επιτροπής της 3ης Αυγούστου 2006 ήταν άκαιρη. Στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να κινήσει έρευνα σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό και ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει σχετική γνωμοδότηση.
Αντιθέτως, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να μην κινήσει έρευνα σχετικά με τους άλλους ισχυρισμούς και ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος. Η απόφαση αυτή βασίστηκε σε ανάλυση της υπόθεσης από την οποία προκύπτει ότι είτε η προϋπόθεση των «επαρκών λόγων» είτε η προϋπόθεση των «προηγούμενων κατάλληλων διοικητικών προσεγγίσεων» για την έναρξη έρευνας δεν πληρούνταν όσον αφορά αυτά τα άλλα μέρη της καταγγελίας. Η ανωτέρω απόφαση αμφισβητήθηκε από τον καταγγέλλοντα, αλλά ο Διαμεσολαβητής δεν βρήκε λόγους που να δικαιολογούν την ανάκλησή της.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή αναφέρθηκε αρχικά στο περιεχόμενο της πρότασης τηλεομοιοτυπίας του καταγγέλλοντος της 26ης Απριλίου 2006 και επανέλαβε (χωρίς να αμφισβητήσει την ακρίβεια των πραγματικών περιστατικών) το μέρος της καταγγελίας που ανέφερε το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος της 2ας Μαΐου 2006 (βεβαίωση παραλαβής) που είχε αποστείλει η Επιτροπή στον καταγγέλλοντα. Επισήμανε επίσης ότι το ιδιαίτερο γραφείο του Προέδρου Barroso μετέφερε το φαξ του καταγγέλλοντος της 26ης Απριλίου 2006 στο τμήμα αλληλογραφίας του Προέδρου της Γενικής Γραμματείας με οδηγίες για την παροχή απάντησης. Το τμήμα αυτό διαβίβασε το φαξ σε μία από τις υπηρεσίες της Επιτροπής ζητώντας να συνταχθεί η κατάλληλη απάντηση. Ωστόσο, λόγω διοικητικού σφάλματος, η εν λόγω απάντηση δεν προερχόταν στην πραγματικότητα από το τμήμα αλληλογραφίας του Προέδρου.
Τελικά, μετά την παραλαβή πληροφοριών από τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία που υπέβαλε ο καταγγέλλων, η Επιτροπή απάντησε στην πρόταση του καταγγέλλοντος, με επιστολή της 3ης Αυγούστου 2006. Στην επιστολή αυτή, η Επιτροπή, μεταξύ άλλων, εξέφρασε τη λύπη της για την καθυστερημένη απάντησή της, η οποία, όπως εξήγησε, οφειλόταν στην πολυπλοκότητα των ζητημάτων που τέθηκαν στην πρόταση του καταγγέλλοντος.
Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξέφρασε εκ νέου τη λύπη της για το γεγονός ότι ο καταγγέλλων δεν είχε λάβει ουσιαστική απάντηση στην τηλεομοιοτυπία του της 26ης Απριλίου 2006, μετά την ηλεκτρονική επιβεβαίωση παραλαβής της 2ας Μαΐου 2006 και πριν από την απάντησή της της 3ης Αυγούστου 2006. Όσον αφορά τη μεταγενέστερη αλληλογραφία του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή επισήμανε ότι αυτή συνίστατο στην πραγματικότητα σε ορισμένες υπενθυμίσεις, οι οποίες δεν προσέθεσαν τίποτα στην ουσία της αρχικής τηλεομοιοτυπίας της 26ης Απριλίου 2006 και δεν απαιτούσαν χωριστές απαντήσεις.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτην απάντησή του στην πρόσκληση του Διαμεσολαβητή για υποβολή παρατηρήσεων σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων φαίνεται να εμμένει στον ισχυρισμό του.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Ισχυρισμός ότι η Επιτροπή παρέλειψε να απαντήσει εγκαίρως επί της ουσίας της πρότασης του καταγγέλλοντος με τηλεομοιοτυπία της 26ης Απριλίου 2006 και της επακόλουθης αλληλογραφίας του1.1 Σύμφωνα με το σημείο 4 του κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς της Επιτροπής, «[η] απάντηση σε επιστολή που απευθύνεται στην Επιτροπή αποστέλλεται εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της επιστολής από την αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής. ... Εάν δεν είναι δυνατή η αποστολή απάντησης εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας, και σε όλες τις περιπτώσεις όπου η απάντηση απαιτεί άλλες εργασίες επ’ αυτής, ... ο αρμόδιος υπάλληλος θα πρέπει να αποστείλει απάντηση αναμονής...»
1.2 Στην παρούσα υπόθεση, ο καταγγέλλων απέστειλε με φαξ στην Επιτροπή «επιχειρηματική πρόταση» στις 26 Απριλίου 2006. Σύμφωνα με την απόδειξη παραλαβής που εστάλη στον καταγγέλλοντα με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 2 Μαΐου 2006, η τηλεομοιοτυπία του καταγγέλλοντος γνωστοποιήθηκε, την ίδια ημερομηνία, στις αρμόδιες και σχετικές υπηρεσίες της Επιτροπής. (Το περιεχόμενο αυτού του ηλεκτρονικού μηνύματος αναφέρεται στην καταγγελία και δεν έχει αμφισβητηθεί από την Επιτροπή.) Ωστόσο, η Επιτροπή δεν απάντησε στην ουσία της παρούσας πρότασης φαξ, ούτε απέστειλε στον καταγγέλλοντα σχετική επιστολή κράτησης, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο σημείο 4 του κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς της. Οι παραλείψεις αυτές σημειώθηκαν παρά το γεγονός ότι ο καταγγέλλων, στην τηλεομοιοτυπία του της 9ης Μαΐου 2006 προς την Επιτροπή, ερμήνευσε (λανθασμένα) την απόδειξη παραλαβής ως αποδοχή της πρότασής του, ζήτησε την επίσημη αποδοχή της από την Επιτροπή και στη συνέχεια (στις 16 Μαΐου, στις 24 Μαΐου και την 1η Ιουνίου 2006) απέστειλε ορισμένες σχετικές υπενθυμίσεις. Η Επιτροπή απέστειλε την απάντησή της μόλις στις 3 Αυγούστου 2006, μετά την υποβολή καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή και τη σχετική παρέμβαση των υπηρεσιών του Διαμεσολαβητή. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν έδωσε ικανοποιητική εξήγηση σχετικά με την καθυστέρηση της απάντησής της, η οποία, σύμφωνα με τη γνώμη της επί της παρούσας καταγγελίας, οφειλόταν σε διοικητικό σφάλμα. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι η Επιτροπή δεν απάντησε εγκαίρως στην ουσία της πρότασης του καταγγέλλοντος με τηλεομοιοτυπία της 26ης Απριλίου 2006 και στην επακόλουθη αλληλογραφία του και ότι η παράλειψη αυτή συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της, αλλά όχι τη συγγνώμη της, για την καθυστέρηση της απάντησής της, η Διαμεσολαβήτρια θα προβεί στη σχετική επικριτική παρατήρηση κατωτέρω.
2 ΣυμπέρασμαΗ Επιτροπή έλαβε μέτρα για τη διευθέτηση της πτυχής της υπόθεσης που αφορά την αδυναμία της να απαντήσει στην πρόταση του καταγγέλλοντος της 26ης Απριλίου 2006 (και στη συνακόλουθη σχετική αλληλογραφία). Ως εκ τούτου, δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες για το θέμα αυτό.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή δεν απάντησε εγκαίρως επί της ουσίας της πρότασης του καταγγέλλοντος με τηλεομοιοτυπία και της επακόλουθης αλληλογραφίας του, είναι σκόπιμο να απευθυνθεί στην Επιτροπή η ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:
Σύμφωνα με το σημείο 4 του κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς της Επιτροπής, «[η] απάντηση σε επιστολή που απευθύνεται στην Επιτροπή αποστέλλεται εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της επιστολής από την αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής. ... Εάν η απάντηση δεν μπορεί να αποσταλεί εντός της προαναφερθείσας προθεσμίας και σε όλες τις περιπτώσεις όπου η απάντηση απαιτεί άλλες εργασίες σχετικά με αυτήν, ... ο αρμόδιος υπάλληλος θα πρέπει να αποστείλει απάντηση αναμονής..." Η Επιτροπή φαίνεται να μην έχει συμμορφωθεί με τις ανωτέρω διατάξεις στην παρούσα υπόθεση. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί για την παρούσα απόφαση.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Ο καταγγέλλων δήλωσε: «Δεδομένου ότι δώσατε αρχικά την εξουσία και την έγκριση στο εκτελεστικό μέλος του ιδιαίτερου γραφείου σας και, στη συνέχεια, σε άλλα μέλη να έχουν πρόσβαση στην έκθεση (τα οποία δεν ήταν συμβαλλόμενα μέρη στην επιχειρηματική μου πρόταση της 26ης Απριλίου 2006), αυτό αποτελεί περαιτέρω έναυσμα για την αποδοχή τόσο από εσάς όσο και από την ΕΕ.»