Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση στην υπόθεση 1217/2004/OV - Προβαλλόμενη εσφαλμένη αξιολόγηση δοκιμασιών διαγωνισμού
Απόφαση
Υπόθεση 1217/2004/OV - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 18 Μαΐου 2004 - Απόφαση στις Πέμπτη | 30 Νοεμβρίου 2006
Ο καταγγέλλων, ο οποίος συμμετείχε στον ανοιχτό διαγωνισμό COM/A/9/01, που διοργανώθηκε από την EPSO, ενημερώθηκε ότι δεν συγκαταλεγόταν στους 200 υποψηφίους με τις καλύτερες βαθμολογίες στη γραπτή δοκιμασία ε) και στην προφορική δοκιμασία στ). Ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην EPSO ζητώντας την επανεξέταση των αποτελεσμάτων του διότι, δεδομένης της σοβαρής προετοιμασίας του για τις εξετάσεις, των γλωσσικών δεξιοτήτων του και της εμπειρίας του στον χώρο, ήταν πεπεισμένος ότι υπήρξαν λάθη κατά τη βαθμολόγηση. Απέστειλε επίσης στην EPSO δέμα που περιλάμβανε ένα CD ήχου και τετρασέλιδη «μεταγραφή» της προφορικής δοκιμασίας του προς απόδειξη της ορθότητας των απαντήσεών του στην προφορική δοκιμασία. Η Εξεταστική Επιτροπή επέμεινε στην απόφασή της. Ο καταγγέλλων υπέβαλε προσφυγή δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, στην οποία η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή απάντησε στις 2 Μαρτίου 2004. Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν έλαβε μετάφραση της απόφασης στη μητρική του γλώσσα, τα ολλανδικά.
Στην καταγγελία προς τον Διαμεσολαβητή αμφισβητήθηκε η αξιολόγηση των δοκιμασιών του καταγγέλλοντος από την Επιτροπή Επιλογής και προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τα στοιχεία που προσκόμισε ο καταγγέλλων και δεν αιτιολόγησε τις απαντήσεις της. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η EPSO απάντησε εκπρόθεσμα στην προσφυγή που υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2 και παρέλειψε να του απαντήσει στα ολλανδικά.
Στην κοινή τους απόφαση, η Επιτροπή και η EPSO υπενθύμισαν ότι η αξιολόγηση των υποψηφίων είναι συγκριτική και υποστήριξαν ότι το δέμα που εστάλη από τον καταγγέλλοντα περιείχε έγγραφα άσχετα με την επανεξέταση των δοκιμασιών του. Η EPSO επισήμανε επίσης ότι την 1η Ιουνίου 2004 εστάλη απάντηση στα ολλανδικά στην προσφυγή που υπέβαλε ο καταγγέλλων δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, και εξέφρασε τη λύπη της για την καθυστέρηση.
Απαντώντας σε περαιτέρω ερωτήματα, η EPSO προέβη σε διάκριση μεταξύ του διοικητικού έργου που εκτελείται από το προσωπικό της, στο πλαίσιο του οποίου είναι δυνατή η στοιχειοθέτηση κρούσματος κακοδιοίκησης, και των αποφάσεων που λαμβάνονται από την Επιτροπή Επιλογής, οι οποίες, όπως υποστήριξε, μπορούν να επανεξεταστούν μόνο από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης.
Στην απόφαση του Διαμεσολαβητή, στην οποία γίνεται αναφορά στη νομολογία του Δικαστηρίου, υπογραμμίζεται ότι και ο Διαμεσολαβητής μπορεί να εξετάσει τη νομιμότητα των αποφάσεων της Επιτροπής, την τελική ευθύνη των οποίων έχει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.
Όσον αφορά την αξιολόγηση των δοκιμασιών του καταγγέλλοντα, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει πρόδηλο σφάλμα στην αξιολόγηση της Επιτροπής, η οποία αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή της. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε επίσης ότι η «μεταγραφή» της προφορικής δοκιμασίας δεν αποτελούσε παράγοντα ουσιαστικής σημασίας ως προς την αξιολόγηση της επίδοσης του καταγγέλλοντος από το Συμβούλιο γιατί βασιζόταν στη δική του εκδοχή για τη δοκιμασία.
Όσον αφορά την απάντηση στην προσφυγή που υπέβαλε ο καταγγέλλων δυνάμει του άρθρου 90, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η EPSO εξέφρασε τη λύπη της για την καθυστέρηση στην αποστολή της απάντησής της και της μετάφρασής της στα ολλανδικά, δεν είναι αναγκαία η διενέργεια περαιτέρω έρευνας. Ωστόσο, διατύπωσε συμπληρωματική παρατήρηση, προτρέποντας την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να αποστέλλει ενδιάμεση απάντηση όταν διαβλέπει ότι η απάντησή της πρόκειται να αποσταλεί μετά την εκπνοή της προβλεπόμενης τετράμηνης προθεσμίας.
Στρασβούργο, 30 Νοεμβρίου 2006
Αξιότιμε κ. X.,
Στις 16 Απριλίου 2004, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού («EPSO») σχετικά με τη συμμετοχή σας στον γενικό διαγωνισμό COM/A/9/01. Στις 5 Μαΐου 2004, είχατε τηλεφωνική συνομιλία με το γραφείο μου σχετικά με τις διαδικαστικές πτυχές της καταγγελίας σας και τη δυνατότητα κίνησης δικαστικής διαδικασίας.
Στις 18 Μαΐου 2004, διαβίβασα τη διοικητική ένσταση στον διευθυντή της EPSO. Η Επιτροπή και η EPSO διαβίβασαν την κοινή γνώμη τους στις 8 Σεπτεμβρίου 2004. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 5 Νοεμβρίου 2004.
Στις 15 Δεκεμβρίου 2005 απέστειλα στον διευθυντή της EPSO συμπληρωματική επιστολή ερωτήσεων. Η EPSO απέστειλε τη συμπληρωματική γνωμοδότησή της στις 24 Ιανουαρίου 2006. Σας τη διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 28 Φεβρουαρίου 2006.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Ζητώ συγγνώμη για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για την εξέταση της καταγγελίας σας.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά είναι, συνοπτικά, τα ακόλουθα:
Ο καταγγέλλων συμμετείχε στον γενικό διαγωνισμό COM/A/9/01 (Διοικητικοί υπάλληλοι A7/A6 στους τομείς της οικονομίας και της στατιστικής)(1), στον τομέα της οικονομίας. Ο καταγγέλλων κλήθηκε στην προφορική δοκιμασία αφού είχε επιτύχει στις δοκιμασίες προεπιλογής και στη γραπτή δοκιμασία. Με επιστολή της 11ης Ιουνίου 2003, ο ενδιαφερόμενος ενημερώθηκε από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού («EPSO») ότι το όνομά του δεν είχε εγγραφεί στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων, διότι δεν συγκαταλεγόταν μεταξύ των 200 υποψηφίων που είχαν λάβει την υψηλότερη συνδυασμένη βαθμολογία για τις δοκιμασίες ε) (περιπτωσιολογική μελέτη) και στ) (προφορική δοκιμασία). Για τις δοκιμασίες ε) και στ), ο καταγγέλλων έλαβε συνδυασμένη βαθμολογία 42/80 (21/40 για τη δοκιμασία ε) και 21/40 για τη δοκιμασία στ)), ενώ η ελάχιστη βαθμολογία των 200 καλύτερων υποψηφίων ήταν 44/80. Ο καταγγέλλων, ο οποίος εξεπλάγη που έλαβε ακριβώς την ίδια βαθμολογία 21/40 και για τις δύο δοκιμασίες, συνειδητοποίησε αμέσως ότι η βαθμολογία του για την προφορική δοκιμασία ήταν πολύ χαμηλή, ιδίως επειδή θεώρησε ότι είχε επιτύχει σχεδόν τέλεια απόδοση στην προφορική δοκιμασία του. Ο καταγγέλλων ήταν καλά προετοιμασμένος, χαλαρός και δεν μπορούσε να ελπίζει σε καλύτερες ερωτήσεις από αυτές που του είχαν τεθεί.
Στις 12 Ιουνίου 2003, ο ενδιαφερόμενος απέστειλε σύντομη επιστολή στην EPSO ζητώντας επανεξέταση των αποτελεσμάτων του στις δοκιμασίες ε) και στ) επειδή ήταν πεπεισμένος, δεδομένης της σοβαρής προετοιμασίας του για τις δοκιμασίες, των γλωσσικών του δεξιοτήτων και της πείρας του στον τομέα, ότι είχαν γίνει λάθη στη διόρθωση των δοκιμασιών ε) και στ). Ο καταγγέλλων επιθυμούσε επίσης να λάβει αντίγραφο του δελτίου αξιολόγησης, των κριτηρίων αξιολόγησης, των βαθμών ανά τμήμα, καθώς και του υπολογισμού των συνόλων και των υποσυνόλων. Η επιστολή αυτή ήταν σύντομη, καθώς ο καταγγέλλων είχε ετοιμάσει μια άλλη, μακρύτερη επιστολή με ένα τεράστιο αρχείο (με υποφάκελους που περιείχαν παραρτήματα, συμπεριλαμβανομένης μιας τετρασέλιδης περιγραφής της προφορικής δοκιμασίας, καθώς και ένα CD ήχου) για να αποδείξει ότι οι απαντήσεις του ήταν σωστές. Έφερε προσωπικά τον φάκελο αυτό στην EPSO.
Η εξεταστική επιτροπή απάντησε με επιστολή της 8ης Ιουλίου 2003, με την οποία επιβεβαίωσε την προηγούμενη απόφασή της και επισύναψε αντίγραφο της γραπτής δοκιμασίας του καταγγέλλοντος και του δελτίου αξιολόγησής του. Ο καταγγέλλων δεν έλαβε καμία πληροφορία σχετικά με την προφορική εξέταση. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το φύλλο αξιολόγησης σχετικά με τη γραπτή δοκιμασία δεν αποσαφήνισε επαρκώς την αξιολόγηση και συντάχθηκε κατά τρόπο ώστε να μπορεί να ερμηνευθεί με οποιονδήποτε τρόπο. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι διαπίστωσε ασυνέπειες στο δελτίο αξιολόγησης όσον αφορά τα κριτήρια 2 και 3 και θεώρησε ότι οι βαθμοί ήταν πολύ χαμηλοί. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, είχε διαπραχθεί σφάλμα κρίσης όσον αφορά τη διόρθωση της γραπτής δοκιμασίας. Η διόρθωση αυτού του σφάλματος από μόνη της θα αρκούσε για την εγγραφή του καταγγέλλοντος στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων.
Το ΕΣΠΔ επέστρεψε επίσης στον καταγγέλλοντα τα έγγραφα που είχε αποστείλει προς υποστήριξη της αίτησής του για επανεξέταση. Φαίνεται ότι δεν είχε ανοίξει τα επιμέρους κονδύλια. Στην επιστολή του, το ΕΣΠΔ επισήμανε ότι το απόρρητο των εργασιών του ΕΣΠΔ δεν του επέτρεπε να κοινοποιήσει στον καταγγέλλοντα τα άλλα στοιχεία που είχε ζητήσει. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η απάντηση του ΕΣΠΔ ήταν μια απλή τυποποιημένη απάντηση, η οποία, επιπλέον, παρέλειψε να σχολιάσει την προφορική δοκιμασία. Επίσης, το φύλλο αξιολόγησης για τη γραπτή δοκιμασία δεν έριξε αρκετό φως στην αξιολόγηση.
Στις 4 Αυγούστου 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε δεύτερη αίτηση επανεξέτασης, επαναλαμβάνοντας τα επιχειρήματά του, προσθέτοντας την παρατήρηση ότι οι περιορισμένες πληροφορίες στο φύλλο αξιολόγησης για το γραπτό μέρος περιείχαν εσφαλμένες εκτιμήσεις για ορισμένα κριτήρια. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν έλαβε απάντηση, άσκησε προσφυγή στις 4 Σεπτεμβρίου 2003 βάσει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Στις 3 Οκτωβρίου 2003, η εξεταστική επιτροπή απάντησε στο έγγραφο της 4ης Αυγούστου 2003 εμμένοντας στην απόφασή της. Με απόφαση της 1ης Μαρτίου 2004, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή απέρριψε την προσφυγή του καταγγέλλοντος της 4ης Σεπτεμβρίου 2003. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε για την απόφαση με επιστολή της Γενικής Διεύθυνσης Προσωπικού και Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής («ΓΔ Προσωπικού»), η οποία εστάλη με συστημένη επιστολή στις 8 Μαρτίου 2004, δηλαδή δύο μήνες μετά τη λήξη της προθεσμίας απάντησης. Η επιστολή ανέφερε ότι η ολλανδική μετάφραση της απόφασης θα σταλεί το συντομότερο δυνατόν, αλλά ο καταγγέλλων δεν την παρέλαβε ποτέ.
Στις 16 Απριλίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
(1) Η εξεταστική επιτροπή αξιολόγησε εσφαλμένα και εσφαλμένα τη γραπτή δοκιμασία ε) και την προφορική δοκιμασία στ) του καταγγέλλοντος, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα αυτό που ο καταγγέλλων περιγράφει ως «γελοία χαμηλή βαθμολογία» και τον αποκλεισμό του από τον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων·
(2) η EPSO δεν τήρησε την προθεσμία απάντησης στην προσφυγή του καταγγέλλοντος βάσει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·
(3) Η εξεταστική επιτροπή δεν παρείχε στον καταγγέλλοντα αιτιολογημένες απαντήσεις και δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο καταγγέλλων· και
(4) Η EPSO δεν απάντησε στον καταγγέλλοντα στα ολλανδικά.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Κοινή γνώμη της Επιτροπής και της EPSOΟ Διαμεσολαβητής απέστειλε την καταγγελία στην EPSO για γνωμοδότηση. Η γνώμη που διαβιβάστηκε στον Διαμεσολαβητή ήταν κοινή γνώμη της EPSO και της Επιτροπής και περιείχε, συνοπτικά, τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Οι βαθμοί 21/40 του καταγγέλλοντος στη γραπτή δοκιμασία ε) και 21/40 στην προφορική δοκιμασία στ) ήταν ανεπαρκείς για την εγγραφή του στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων, δεδομένου ότι δεν τον κατέταξαν μεταξύ των 200 κορυφαίων υποψηφίων στον τομέα των οικονομικών (ο ελάχιστος βαθμός που έπρεπε να είναι μεταξύ των 200 καλύτερων υποψηφίων ήταν 44/80, ενώ ο καταγγέλλων είχε λάβει 42/80). Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε για τη βαθμολογία του με επιστολή της 11ης Ιουνίου 2003.
Ο ενδιαφερόμενος ζήτησε αρχικά από την EPSO να επανεξετάσει τον φάκελό του με επιστολή της 12ης Ιουνίου 2003. Ο ενδιαφερόμενος παρέδωσε διάφορα μη χρονολογημένα πακέτα στην υπηρεσία διαγωνισμών της EPSO, συμπεριλαμβανομένης δέσμης εγγράφων σχετικά με την επαγγελματική του πείρα, προκειμένου να στηρίξει το αίτημά του για επανεξέταση των αποτελεσμάτων του στις γραπτές και προφορικές δοκιμασίες. Το πακέτο αυτό, το οποίο περιείχε έγγραφα άσχετα με την επανεξέταση των δοκιμασιών του, του επιστράφηκε. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπήρχε CD ήχου.
Αφού επανεξέτασε διεξοδικά τον φάκελο, η εξεταστική επιτροπή απέστειλε απάντηση στον καταγγέλλοντα στις 8 Ιουλίου 2003, επιβεβαιώνοντας τη βαθμολογία του στις δοκιμασίες ε) και στ) και τη μη εγγραφή του στον εφεδρικό πίνακα επιτυχόντων. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων άσκησε προσφυγή βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2003. Η απάντηση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής του απεστάλη στις 2 Μαρτίου 2004 και η ολλανδική μετάφραση την 1η Ιουνίου 2004.
Όσον αφορά τον πρώτο και τον τρίτο ισχυρισμό, η Επιτροπή και η EPSO παρατήρησαν ότι η πεποίθηση του καταγγέλλοντος ότι η προφορική δοκιμασία του ήταν σχεδόν τέλεια ήταν μόνο η γνώμη του και δεν αντικατοπτρίζει την κρίση της εξεταστικής επιτροπής σχετικά με τις επιδόσεις του σε σύγκριση με εκείνη όλων των άλλων υποψηφίων. Στην απόφασή του στην υπόθεση T-53/00 Angioli, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι «η πεποίθηση (ενάγοντος) ότι απάντησε ορθά στις υποβαλλόμενες ερωτήσεις (…) δεν συνιστά αδιάψευστη απόδειξη σφάλματος σήμανσης»(2).
Για να υποστηρίξει την ένστασή του, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιχειρήματα και τεκμηρίωση προκειμένου να αποδείξει την αριστεία της προφορικής δοκιμασίας του, αλλά αυτά δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη. Πρώτον, η τεκμηρίωση βασίστηκε μόνο στη μνήμη του για την προφορική εξέταση και σε μια έκθεση που έγραψε μετά την προφορική εξέταση. Δεύτερον, επρόκειτο για διαγωνισμό και ο καταγγέλλων δεν είχε υπόψη του ότι το επίπεδο των επιδόσεων των άλλων υποψηφίων μπορεί να σημαίνει ότι ένα επίπεδο το οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει, μεμονωμένα, ως «άριστο» μπορεί να μην είναι τέτοιο σε σύγκριση με το επίπεδο των επιδόσεων των άλλων υποψηφίων στην προφορική δοκιμασία. Επιπλέον, η εμπειρία και οι αναφορές του καταγγέλλοντος δεν είχαν σχέση με την απόδοσή του στην προφορική εξέταση. Τα έγγραφα αυτά συνιστούσαν την αξιολόγηση των ανωτέρων του σε σχέση με την εργασία που εκτελούνταν υπό την εποπτεία τους.
Ισχυριζόμενος ότι η γραπτή δοκιμασία του ήταν εσφαλμένη, ο καταγγέλλων ισχυριζόταν ότι τα αποτελέσματα της δοκιμασίας έπρεπε να αντιστοιχούν στη δική του αξιολόγηση των επιδόσεών του. Ο ισχυρισμός ότι, σε αυτή τη βάση, η εξεταστική επιτροπή έπρεπε να διορθώσει το υποτιθέμενο σφάλμα της μη απονομής στον καταγγέλλοντα της βαθμολογίας που θεωρούσε ότι του άξιζε σημαίνει ότι η εξεταστική επιτροπή θα έπρεπε να τροποποιήσει τη σχετική αξιολόγησή της, εις βάρος των άλλων υποψηφίων.
Μολονότι η απογοήτευση του καταγγέλλοντος είναι κατανοητή, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι ο σκοπός ενός διαγωνισμού είναι η επιλογή, πράγμα που σημαίνει ότι δεν θα επιτύχουν όλοι όσοι συμμετέχουν στις δοκιμασίες. Ο κοινοτικός δικαστής διαπίστωσε σαφώς ότι η αξιολόγηση των υποψηφίων πρέπει να πραγματοποιείται σε σχέση με όλους τους άλλους υποψηφίους. Σύμφωνα με τη νομολογία, η αξιολόγηση ενός υποψηφίου από την εξεταστική επιτροπή μπορεί να επικριθεί μόνο σε περίπτωση πρόδηλου σφάλματος βαθμολόγησης, η απόδειξη του οποίου δεν αποδεικνύεται εν προκειμένω.
Η εξεταστική επιτροπή του γενικού διαγωνισμού COM/A/9/01 διάβασε τις διάφορες επιστολές του καταγγέλλοντος. Το γεγονός ότι το συμβούλιο επιβεβαίωσε την απόφασή του δεν συνιστά σφάλμα. Η υποχρέωση απαντήσεως σε αίτηση παροχής περαιτέρω διευκρινίσεων ή επανεξετάσεως ενός κριτηρίου προβλέπεται στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού και δεν συνεπάγεται, κατά τη νομολογία, ότι το τμήμα προσφυγών οφείλει να δικαιολογήσει κάθε στοιχείο της αποφάσεώς του. Το ΕΣΠΔ πρέπει να επανεξετάσει τον φάκελο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι υποχρεωμένο να τροποποιήσει τη γνώμη του (υπόθεση 225/87 Belardinelli (3)).
Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, η ΑΔΑ απάντησε την 1η Μαρτίου 2004 στην προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2003. Η Επιτροπή και η EPSO εκφράζουν τη λύπη τους για το γεγονός ότι χρειάστηκε τόσος χρόνος για την εξέταση της εν λόγω καταγγελίας. Ωστόσο, μολονότι είναι αληθές ότι η απόφαση δεν διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα εντός τεσσάρων μηνών, αυτό δεν έβλαψε σε καμία περίπτωση την υπόθεση του καταγγέλλοντος, δεδομένου ότι ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης προβλέπει ότι, μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, η απουσία απάντησης μπορεί να θεωρηθεί ως απόφαση απόρριψης αίτησης, κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων. Ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης δεν ορίζει ότι όλες οι προσφυγές πρέπει να εξετάζονται εντός τεσσάρων μηνών, αλλά καθορίζει έναν στόχο, τον οποίο προσπαθεί να επιτύχει η EPSO, και προβλέπει έναν πρόσθετο κανόνα που επιτρέπει τη λήψη σιωπηρών αρνητικών αποφάσεων.
Όσον αφορά τον τέταρτο ισχυρισμό, η Επιτροπή και η EPSO επισήμαναν ότι η απόφαση στα γαλλικά απεστάλη στις 2 Μαρτίου 2004, η δε ολλανδική μετάφραση της αποφάσεως απεστάλη την 1η Ιουνίου 2004, συνοδευόμενη από συγγνώμη της Επιτροπής για την καθυστέρηση της αποστολής της.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής και της EPSO, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του. Όσον αφορά την προφορική δοκιμασία, αναφέρθηκε στη δέσμη εγγράφων που απέστειλε στην Επιτροπή, τα οποία περιελάμβαναν αυτό που ονόμασε «μεταγραφή»(4) των ερωτήσεων και απαντήσεων της προφορικής δοκιμασίας, καθώς και CD (5). Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, αφού έλεγξε τις απαντήσεις του από κοινού με συναδέλφους που ασχολούνται με τα συγκεκριμένα θέματα, είναι σαφές ότι οι βαθμοί ήταν «γελοία χαμηλοί», τουλάχιστον για το προφορικό μέρος, για το οποίο ο καταγγέλλων είχε δώσει σωστές και πλήρεις απαντήσεις. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, άλλοι υποψήφιοι έλαβαν άλλες ερωτήσεις, οι οποίες μπορούν να κατατεθούν γραπτώς από τουλάχιστον έναν ακόμη υποψήφιο που συμπεριλήφθηκε στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων. Η Επιτροπή και η EPSO δεν απέδειξαν ότι ο καταγγέλλων ήταν εσφαλμένος. Το γεγονός και μόνον ότι η Επιτροπή και η EPSO έκριναν ότι ορισμένα από τα έγγραφα ήταν άνευ σημασίας δεν δικαιολογούσε την επιστροφή ολόκληρου του πακέτου στον καταγγέλλοντα χωρίς καν να κρατήσουν αντίγραφο του περιεχομένου του. Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν κράτησε αντίγραφο των στοιχείων αυτών σημαίνει ότι η υπόθεση δεν εξετάστηκε όπως θα έπρεπε. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις με 200 υποψηφίους σε διάστημα αρκετών ημερών. Δεν τέθηκαν σε όλους τους υποψηφίους οι ίδιες ερωτήσεις και, ως εκ τούτου, η σύγκριση μεταξύ των επιδόσεών τους πρέπει να βασίζεται σε γραπτά αποδεικτικά στοιχεία.
Οι βαθμοί στη γραπτή δοκιμασία ε) αναπαρίστανται ως συνολική βαθμολογία. Ο καταγγέλλων δεν κατανοεί τον τρόπο με τον οποίο συντάχθηκαν οι βαθμοί. Οι παρατηρήσεις στο φύλλο ήταν ασαφείς και, σε κάποιο βαθμό, εσφαλμένες και δεν αντιστοιχούσαν στο περιεχόμενο της απάντησης του καταγγέλλοντος. Η Επιτροπή και η EPSO δεν αποσαφήνισαν περαιτέρω το σημείο αυτό και ο ενδιαφερόμενος δεν μπόρεσε να συμφωνήσει με την τελική βαθμολογία. Ως εκ τούτου, θα αντιταχθεί στα αποτελέσματα, εφόσον η εξεταστική επιτροπή δεν παρέχει σαφή αποδεικτικά στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η αξιολόγηση ή σαφή αποδεικτικά στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο συγκρίθηκαν και συγκεντρώθηκαν οι βαθμοί του.
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ο συνδυασμός των σφαλμάτων που διαπιστώθηκαν στη δοκιμή ε) θα ήταν υπεραρκετός για την εγγραφή του στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων. Η διαδικασία επιλογής ήταν θέμα αρχής για τον καταγγέλλοντα. Ο καταγγέλλων, ο οποίος έχει συμμετάσχει σε πολλούς διαγωνισμούς, αντιτάχθηκε ιδίως στην αποτυχία του εν λόγω γενικού διαγωνισμού.
Όσον αφορά την προσφυγή του, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι η μη απάντηση εντός της προθεσμίας μπορεί να ερμηνευθεί ως άρνηση. Ωστόσο, ο καταγγέλλων έλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα από την Επιτροπή στο οποίο αναφερόταν ότι θα λάμβανε απάντηση στην καταγγελία του.
Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η υπόθεση 225/87 Belardinelli δεν συνεπάγεται εξ αντιδιαστολής ότι η εξεταστική επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να αιτιολογήσει κανένα στοιχείο της απόφασής της.
Περαιτέρω έρευνεςΜετά από προσεκτική εξέταση της κοινής γνώμης της Επιτροπής και της EPSO και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι απαιτούνται περαιτέρω έρευνες όσον αφορά την προφορική δοκιμασία. Ως εκ τούτου, απηύθυνε επιστολή στον διευθυντή της EPSO στις 15 Δεκεμβρίου 2005 ζητώντας από την EPSO να απαντήσει στις ακόλουθες δύο ερωτήσεις:
Δεύτερη γνώμη της EPSO(1) Ο καταγγέλλων υπέβαλε «μεταγραφή» των ερωτήσεων που, κατά την άποψή του, τέθηκαν και των απαντήσεων που, κατά την άποψή του, έδωσε στην προφορική εξέταση. Η EPSO δεν φαίνεται να αμφισβητεί ότι το περιεχόμενο του παρόντος εγγράφου αντικατοπτρίζει ορθά την προφορική δοκιμασία. Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι σχεδόν όλες οι απαντήσεις του καταγγέλλοντος ήταν σωστές. Υπό τις συνθήκες αυτές, θα μπορούσε η EPSO να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η εξεταστική επιτροπή δεν αξιολόγησε την προφορική δοκιμασία του καταγγέλλοντος κατά τρόπο ανακριβή και εσφαλμένο;
(2) Θα μπορούσε η EPSO να εξηγήσει γιατί η εξεταστική επιτροπή δεν έκρινε αναγκαίο να λάβει υπόψη την «μεταγραφή» της προφορικής δοκιμασίας όταν ο ενδιαφερόμενος της ζήτησε να επανεξετάσει τα αποτελέσματά του;
Στη δεύτερη γνώμη της, η EPSO απάντησε στις ερωτήσεις ως εξής:
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, η EPSO τόνισε ότι ούτε η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ούτε το Δικαστήριο μπορούν να υποκαταστήσουν την εξεταστική επιτροπή κατά την άσκηση των ευρέων εξουσιών αξιολόγησης που διαθέτει. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο δικαστής δεν μπορεί να επικρίνει το περιεχόμενο των εξετάσεων του διαγωνισμού παρά μόνον αν αποκλίνει από την περιγραφή που περιλαμβάνεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού ή αν δεν ανταποκρίνεται στους σκοπούς της δοκιμασίας (6). Η EPSO επέμεινε επίσης στην ανάγκη να διασφαλιστεί η ανεξαρτησία του διοικητικού συμβουλίου κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του. Η EPSO δεν μπορεί να διατάξει το διοικητικό συμβούλιο να πράξει κάτι ούτε μπορεί να εκπροσωπήσει το διοικητικό συμβούλιο κατά την άσκηση των καθηκόντων του, πράγμα που θα έπραττε εάν ήταν σε θέση να κρίνει ότι το διοικητικό συμβούλιο είχε αξιολογήσει εσφαλμένα τις επιδόσεις του καταγγέλλοντος.
Η EPSO πρόσθεσε επίσης ότι το έργο της εξεταστικής επιτροπής δεν αποτελεί διοικητικό καθήκον με την πραγματική έννοια του όρου. Πρόκειται μάλλον για καθήκον συλλογικού οργάνου που ορίζεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, αλλά είναι ανεξάρτητο από την εν λόγω αρχή κατά την άσκηση των εξουσιών που του έχουν ανατεθεί για την αξιολόγηση των επιδόσεων των υποψηφίων. Ο δίκαιος και αμερόληπτος χαρακτήρας των αποφάσεων ενός Διοικητικού Συμβουλίου διασφαλίζεται από τον συλλογικό του χαρακτήρα. Μόλις συγκροτηθεί επίσημα το διοικητικό συμβούλιο, οι διοικητικές εργασίες (επικοινωνίες με τους υποψηφίους, προσκλήσεις και όλες οι γραμματειακές εργασίες) εκτελούνται από το προσωπικό της EPSO, αλλά οι αποφάσεις που εγκρίνονται από το διοικητικό συμβούλιο εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του διοικητικού συμβουλίου (η υπογράμμιση προστίθεται από την EPSO). Κατά συνέπεια, είναι δυνατός ο εντοπισμός πιθανής περίπτωσης κακοδιοίκησης μόνο εάν αφορά τυπικά προβλήματα που συνδέονται με τον χρόνο ή τις συνθήκες υπό τις οποίες εκτελέστηκαν οι εν λόγω διοικητικές εργασίες - και αυτό δεν ισχύει για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Όταν πρόκειται για αποφάσεις που λαμβάνονται από επιτροπή, εναπόκειται στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης να αποφαίνεται σχετικά με την τήρηση ή μη των κανόνων και των γενικών αρχών που διέπουν τους διαγωνισμούς.
Όσον αφορά τη δεύτερη ερώτηση, η EPSO τόνισε ότι ο ρόλος της εξεταστικής επιτροπής είναι να αξιολογεί τις επιδόσεις ενός υποψηφίου και δεν εναπόκειται σε έναν υποψήφιο να υπαγορεύει σε μια εξεταστική επιτροπή ποιοι παράγοντες θα πρέπει να αναζητά για την αξιολόγηση των επιδόσεών του.
Υπάρχει θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της δοκιμασίας επάρκειας και του διαγωνισμού κατά τη διάρκεια του οποίου η εξεταστική επιτροπή προβαίνει σε συγκριτική αξιολόγηση των γνώσεων και των ικανοτήτων των υποψηφίων. Ως εκ τούτου, οι γνώμες που έλαβε ο καταγγέλλων από «συνάδελφους ειδικευμένους στον τομέα που επιβεβαίωσαν την ορθότητα των απαντήσεών του» δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, δεδομένου ότι επρόκειτο για διαγωνισμό. Μόνο το διοικητικό συμβούλιο είναι σε θέση να αξιολογήσει την ποιότητα των επιδόσεων ενός υποψηφίου, διότι μόνο το εν λόγω διοικητικό συμβούλιο έχει άποψη για όλες τις επιδόσεις των διαφόρων υποψηφίων.
Σε απάντηση στον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής δεν ήταν αιτιολογημένη, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, ενημερώνοντας τον υποψήφιο για τον αριθμό των βαθμών που έλαβε για κάθε εξέταση μετά την προφορική εξέταση, η εξεταστική επιτροπή - μέσω της EPSO - συμμορφώθηκε πλήρως με την υποχρέωση που προβλέπεται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης όσον αφορά την ανάγκη αιτιολόγησης των αποφάσεών της. Η υποχρέωση αυτή έχει επιβεβαιωθεί από τη σχετική νομολογία.
Η EPSO επισήμανε επίσης ότι η ίδια η φύση της προφορικής εξέτασης είναι λιγότερο τυποποιημένη από τη γραπτή εξέταση, γεγονός που διευρύνει περαιτέρω τις εξουσίες αξιολόγησης της εξεταστικής επιτροπής. Εν πάση περιπτώσει, η EPSO θεωρεί ότι το συμβούλιο του επίμαχου διαγωνισμού ουδόλως παρεξέκλινε από τη σχετική προκήρυξη του διαγωνισμού όσον αφορά το περιεχόμενο της προφορικής εξέτασης.
Η EPSO πρόσθεσε επίσης ότι, κατά τη διάρκεια της προφορικής εξέτασης, η εξεταστική επιτροπή δεν περιορίζεται στην επισήμανση του κατά πόσον ένας υποψήφιος έχει δώσει «δικαίωμα» ή «λάθος» απάντηση, αλλά πρέπει επίσης να αξιολογήσει με την ευρύτερη έννοια την ικανότητα των υποψηφίων να καλύψουν τις θέσεις που αναφέρονται στο σημείο VI.B της προκήρυξης του διαγωνισμού.
Όπως επιβεβαιώνει η νομολογία, το έργο της εξεταστικής επιτροπής κατά τη διάρκεια προφορικής εξέτασης δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση αυτόματη διαδικασία, αλλά καθήκον αξιολόγησης που συνεπάγεται πραγματικό περιθώριο διακριτικής ευχέρειας.
Οι δεύτερες παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΟ καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του και δήλωσε ότι οι πληροφορίες που αποστέλλει η EPSO στους απορριφθέντες υποψηφίους δεν είναι πειστικές, διότι είναι ελλιπείς, άσχετες και ασαφείς. Ο καταγγέλλων ζήτησε πληροφορίες σχετικά με το σκεπτικό της απόφασης της εξεταστικής επιτροπής και δεν έχει λάβει ακόμη κατάλληλη απάντηση.
Ο ενδιαφερόμενος αντέδρασε επίσης στην παράγραφο της γνώμης της EPSO στην οποία η EPSO κάνει διάκριση μεταξύ των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής και του διοικητικού έργου που επιτελεί το προσωπικό της EPSO. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι αυτό δεν εξαλείφει την υποχρέωση του ίδιου του Συμβουλίου Εξυγίανσης να εκδίδει αιτιολογημένες αποφάσεις. Ο ενδιαφερόμενος δήλωσε ότι η EPSO θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο εκτύπωσης της εν λόγω παραγράφου στην κορυφή της προκήρυξης του διαγωνισμού, προκειμένου να διαπιστώσει πόσους υποψηφίους θα εξακολουθούσε να προσελκύει.
Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι δεν κατανοεί τον τρόπο με τον οποίο κάποιος που απαντά σωστά σε όλες τις ερωτήσεις, μιλάει πέντε γλώσσες, έχει πολύγλωσση και πολυπολιτισμική εργασιακή εμπειρία και ο οποίος προηγουμένως φαινόταν να έχει κριθεί σε διαγωνισμό της EPSO ικανός να εργαστεί στο περιβάλλον της ΕΕ, αποκτά 21/40.
Ο ενδιαφερόμενος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο μπορούσε να σκεφτεί γιατί η EPSO συμπεριφέρθηκε με τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε είναι επειδή είχε δίκιο. Σε αντίθετη περίπτωση, η EPSO δεν θα πρέπει να φοβάται να αποκαλύψει τον φάκελό της.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Προκαταρκτική παρατήρηση σχετικά με τη δεύτερη γνώμη της EPSO1.1 Στη δεύτερη γνώμη της, η EPSO δήλωσε ότι το έργο της εξεταστικής επιτροπής δεν αποτελεί διοικητικό καθήκον υπό την πραγματική έννοια του όρου. Πρόκειται μάλλον για καθήκον συλλογικού οργάνου που ορίζεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, αλλά είναι ανεξάρτητο από την εν λόγω αρχή κατά την άσκηση των εξουσιών που του έχουν ανατεθεί για την αξιολόγηση των επιδόσεων των υποψηφίων. Ο δίκαιος και αμερόληπτος χαρακτήρας των αποφάσεων ενός Διοικητικού Συμβουλίου διασφαλίζεται από τον συλλογικό του χαρακτήρα. Μόλις συγκροτηθεί επίσημα το διοικητικό συμβούλιο, οι διοικητικές εργασίες (επικοινωνίες με τους υποψηφίους, προσκλήσεις και όλες οι γραμματειακές εργασίες) εκτελούνται από το προσωπικό της EPSO, αλλά οι αποφάσεις που εγκρίνονται από το διοικητικό συμβούλιο εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του διοικητικού συμβουλίου (η υπογράμμιση προστίθεται από την EPSO). Η EPSO δήλωσε ότι, κατά συνέπεια, είναι δυνατός ο εντοπισμός πιθανής περίπτωσης κακοδιοίκησης μόνο εάν αφορά τυπικά προβλήματα που συνδέονται με τον χρόνο ή τις συνθήκες υπό τις οποίες εκτελέστηκαν οι εν λόγω διοικητικές εργασίες - και αυτό δεν ισχύει για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Όταν πρόκειται για αποφάσεις που λαμβάνονται από επιτροπή, εναπόκειται στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης να αποφαίνεται σχετικά με την τήρηση ή μη των κανόνων και των γενικών αρχών που διέπουν τους διαγωνισμούς.
1.2 Όσον αφορά τις παρατηρήσεις αυτές της EPSO, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε καταρχάς να επισημάνει ότι όλες οι προκηρύξεις διαγωνισμών, συμπεριλαμβανομένης της παρούσας, περιλαμβάνουν παράρτημα με τίτλο «Αιτήσεις παροχής διευκρινίσεων - Διαδικασίες προσφυγής - Καταγγελίες στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή». Στο παρόν παράρτημα αναφέρεται ότι «εάν, σε οποιοδήποτε στάδιο του διαγωνισμού, θεωρείτε ότι μια απόφαση σας επηρεάζει δυσμενώς, μπορείτε (...) να κινήσετε μία από τις διαδικασίες προσφυγής ή να υποβάλετε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή» (η υπογράμμιση προστέθηκε από τον Διαμεσολαβητή. Η δυνατότητα άσκησης προσφυγής, σύμφωνα με το άρθρο 236 της συνθήκης ΕΚ, στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης (πρώην Πρωτοδικείο) ή υποβολής καταγγελίας, σύμφωνα με το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ, στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, αναφέρεται σαφώς ως εναλλακτική λύση στα παραρτήματα αυτά. Η εντολή του Διαμεσολαβητή για την εξέταση καταγγελιών σχετικά με κακοδιοίκηση εν προκειμένω δεν περιορίζεται στο απλό διοικητικό έργο που επιτελεί η EPSO και το προσωπικό της όσον αφορά τους διαγωνισμούς, αλλά καλύπτει επίσης την εικαζόμενη κακοδιοίκηση στις αποφάσεις που λαμβάνουν οι ίδιες οι εξεταστικές επιτροπές.
1.3 Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να υπενθυμίσει, ειδικότερα, ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, σε αρκετές υποθέσεις που αφορούν την άρνηση εξεταστικής επιτροπής να δεχθεί υποψηφίους σε διαγωνισμό, ότι «σύμφωνα με την πάγια νομολογία που βασίζεται στην αρχή της ανεξαρτησίας των εξεταστικών επιτροπών, το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν έχει την εξουσία να ακυρώσει ή να τροποποιήσει μια τέτοια [n] [παράνομη] απόφαση (...). Ωστόσο, κατά την άσκηση των εξουσιών της, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή υποχρεούται να λαμβάνει αποφάσεις που δεν ενέχουν πλάνη περί το δίκαιο. Επομένως, δεν μπορεί να δεσμεύεται από αποφάσεις των εξεταστικών επιτροπών των οποίων ο παράνομος χαρακτήρας θα μπορούσε να καταστήσει πλημμελείς τις δικές της αποφάσεις. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή υποχρεούται να ελέγχει τη νομιμότητα των αποφάσεων που λαμβάνει η εξεταστική επιτροπή, ιδίως όσον αφορά τη δυνατότητα συμμετοχής των υποψηφίων σε διαγωνισμούς (...)»(7). Στις ίδιες υποθέσεις, το Δικαστήριο έκρινε περαιτέρω ότι «όταν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή θεωρεί (...) ότι μία ή περισσότερες αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής με τις οποίες αρνείται να δεχθεί υποψηφίους στον διαγωνισμό είναι παράνομες και ότι, ως εκ τούτου, ολόκληρος ο διαγωνισμός ακυρώνεται, δεν μπορεί να προβεί σε διορισμό. Στη συνέχεια, οφείλει να λάβει γνώση της καταστάσεως αυτής με αιτιολογημένη απόφαση και να κινήσει εκ νέου ολόκληρη τη διαδικασία του διαγωνισμού μετά τη δημοσίευση νέας προκηρύξεως και, ενδεχομένως, τον διορισμό νέας εξεταστικής επιτροπής (...)»(8).
1.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι οι εξεταστικές επιτροπές διορίζονται για να ενεργούν εξ ονόματος και για λογαριασμό των αρμόδιων για τους διορισμούς αρχών και ότι η ανεξαρτησία τους προβλέπεται προκειμένου να διασφαλίζεται η αμεροληψία και η αντικειμενικότητα της επιλογής. Ωστόσο, από την ανωτέρω νομολογία προκύπτει ότι, μολονότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή που ορίζει το ΕΣΠΔ δεν έχει την εξουσία να ακυρώνει ή να τροποποιεί τις αποφάσεις που λαμβάνει, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του θεσμικού οργάνου, εν προκειμένω η EPSO, διατηρεί την τελική ευθύνη για τη νομιμότητα των αποφάσεων του ΕΣΠΔ που λαμβάνονται στο πλαίσιο διαγωνισμού. Η νομιμότητα αυτή προϋποθέτει προφανώς την τήρηση από το συμβούλιο των κανόνων που καθορίζονται στη σχετική προκήρυξη του διαγωνισμού. Στο πλαίσιο αυτό, και σε αντίθεση με ό,τι υπονοείται στη γνώμη της EPSO, τόσο ο Διαμεσολαβητής όσο και το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, και όχι μόνο το τελευταίο, μπορούν να εξετάζουν τη νομιμότητα των αποφάσεων του συμβουλίου, καθώς και των αποφάσεων της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής βάσει των αποφάσεων του συμβουλίου.
2 Η φερόμενη ως ανακριβής και εσφαλμένη αξιολόγηση των δοκιμασιών του καταγγέλλοντος και η φερόμενη παράλειψη της EPSO να αιτιολογήσει τις απαντήσεις της2.1 Ο καταγγέλλων, πρώτον, ισχυρίστηκε ότι η εξεταστική επιτροπή είχε αξιολογήσει εσφαλμένα και εσφαλμένα τη γραπτή δοκιμασία ε) και την προφορική δοκιμασία στ), γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα αυτό που περιέγραψε ως «γελοία χαμηλή βαθμολογία» και τον αποκλεισμό του από τον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι είχε επιτύχει σχεδόν τέλεια απόδοση στην προφορική δοκιμασία του, ότι ήταν καλά προετοιμασμένος και χαλαρός και ότι δεν θα μπορούσε να ελπίζει σε καλύτερες ερωτήσεις από αυτές που του είχαν τεθεί. Όσον αφορά τη γραπτή δοκιμασία, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι το φύλλο αξιολόγησης σχετικά με τη γραπτή δοκιμασία δεν αποσαφήνισε επαρκώς την αξιολόγηση και συντάχθηκε κατά τρόπο ώστε να μπορεί να ερμηνευθεί με οποιονδήποτε τρόπο. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι είχε διαπιστώσει ασυνέπειες στο δελτίο αξιολόγησης όσον αφορά τα κριτήρια 2 και 3 και ότι θεωρούσε ότι οι βαθμοί ήταν πολύ χαμηλοί. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, είχε διαπραχθεί σφάλμα κρίσης σε σχέση με τη διόρθωση της γραπτής δοκιμασίας και μόνο η διόρθωση του σφάλματος αυτού θα αρκούσε για την εγγραφή του στον εφεδρικό πίνακα επιτυχόντων.
Σε σχέση με τα ανωτέρω, ο καταγγέλλων, δεύτερον, ισχυρίστηκε ότι η εξεταστική επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς τις απαντήσεις της και δεν εξέτασε τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι δεν είχε λάβει καμία πληροφορία από την επιτροπή σχετικά με την προφορική δοκιμασία, αλλά μόνο σχετικά με τη γραπτή δοκιμασία. Υποστήριξε επίσης ότι η απάντηση του ΕΣΠΔ της 8ης Ιουλίου 2003 ήταν μια απλή τυποποιημένη απάντηση.
2.2 Στην κοινή τους γνώμη, η Επιτροπή και η EPSO υποστήριξαν, όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, ότι η πεποίθηση του καταγγέλλοντος ότι η προφορική δοκιμασία του ήταν σχεδόν τέλεια ήταν απλώς η γνώμη του και δεν αντανακλούσε την κρίση της εξεταστικής επιτροπής σχετικά με τις επιδόσεις του βάσει σύγκρισης με όλους τους άλλους υποψηφίους. Επιπλέον, η πεποίθηση του καταγγέλλοντος δεν αποτελούσε αδιάψευστη απόδειξη σφάλματος σήμανσης. Η Επιτροπή και η EPSO ισχυρίστηκαν επίσης ότι ο καταγγέλλων, ισχυριζόμενος ότι η γραπτή δοκιμασία του είχε βαθμολογηθεί εσφαλμένα, ισχυριζόταν ότι τα αποτελέσματα της δοκιμασίας έπρεπε να αντιστοιχούν στη δική του αξιολόγηση των επιδόσεών του στην προφορική δοκιμασία. Ο ισχυρισμός ότι, σε αυτή τη βάση, το συμβούλιο έπρεπε να διορθώσει το υποτιθέμενο σφάλμα του να μην απονείμει στον καταγγέλλοντα τη βαθμολογία που θεωρούσε ότι του άξιζε σήμαινε ότι το συμβούλιο θα έπρεπε να τροποποιήσει τη σχετική εκτίμησή του, εις βάρος των άλλων υποψηφίων. Η Επιτροπή και η EPSO επισήμαναν περαιτέρω ότι τα έγγραφα που απέστειλε ο ενδιαφερόμενος βασίζονταν μόνο στη μνήμη του για την προφορική δοκιμασία και σε έκθεση που είχε συντάξει μετά τη δοκιμασία.
Η Επιτροπή και η EPSO δήλωσαν ότι ο καταγγέλλων δεν είχε υπόψη του ότι το επίπεδο των επιδόσεων των άλλων υποψηφίων μπορεί να σημαίνει ότι ένα επίπεδο το οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει, μεμονωμένα, ως «άριστο» μπορεί να μην είναι το ίδιο σε σύγκριση με το επίπεδο των επιδόσεων των άλλων υποψηφίων στην προφορική δοκιμασία. Τα κοινοτικά δικαστήρια είχαν σαφώς διαπιστώσει ότι η αξιολόγηση των υποψηφίων έπρεπε να γίνει σε σύγκριση με όλους τους άλλους υποψηφίους. Η Επιτροπή και η EPSO κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, σύμφωνα με τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, η αξιολόγηση ενός υποψηφίου από την εξεταστική επιτροπή δεν μπορεί να επικριθεί παρά μόνο στην περίπτωση πρόδηλου σφάλματος βαθμολόγησης, η απόδειξη του οποίου δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω.
Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, η Επιτροπή και η EPSO δήλωσαν ότι, προς στήριξη του αιτήματός του της 12ης Ιουνίου 2003 για επανεξέταση του φακέλου του, ο καταγγέλλων είχε παραδώσει διάφορα μη χρονολογημένα δέματα στην υπηρεσία διαγωνισμών της EPSO, συμπεριλαμβανομένης δέσμης εγγράφων σχετικά με την επαγγελματική του πείρα. Ωστόσο, το πακέτο αυτό, το οποίο περιείχε έγγραφα άσχετα με την επανεξέταση των δοκιμασιών του, του είχε επιστραφεί. Η Επιτροπή και η EPSO επισήμαναν περαιτέρω ότι η εξεταστική επιτροπή του εν λόγω διαγωνισμού είχε διαβάσει τις διάφορες επιστολές του καταγγέλλοντος. Το γεγονός ότι το συμβούλιο επιβεβαίωσε, παρά ταύτα, την απόφασή του δεν συνιστά σφάλμα. Η υποχρέωση απαντήσεως σε αίτηση παροχής περαιτέρω διευκρινίσεων ή επανεξετάσεως ενός κριτηρίου προβλεπόταν στην προκήρυξη του διαγωνισμού, αλλά δεν σήμαινε, κατά τη νομολογία, ότι το τμήμα έπρεπε να δικαιολογήσει κάθε στοιχείο της αποφάσεώς του. Η Επιτροπή και η EPSO υποστήριξαν ότι το συμβούλιο προσφυγών έπρεπε να επανεξετάσει τον φάκελο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήταν υποχρεωμένο να τροποποιήσει τη γνώμη του (υπόθεση 225/87, Belardinelli)(9).
2.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισήμανε περαιτέρω ότι οι βαθμοί στη γραπτή δοκιμασία ε) είχαν αναπαρασταθεί ως συνολική βαθμολογία και ότι δεν κατανοούσε τον τρόπο με τον οποίο είχαν συγκεντρωθεί. Επιπλέον, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι η υπόθεση 225/87 Belardinelli δεν συνεπαγόταν ότι η εξεταστική επιτροπή δεν έπρεπε να αιτιολογήσει κανένα στοιχείο της απόφασής της.
2.4 Στις απαντήσεις της στις περαιτέρω ερωτήσεις του Διαμεσολαβητή, η EPSO τόνισε, στη δεύτερη γνώμη της, ότι ούτε η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ούτε το Δικαστήριο είναι σε θέση να εκπροσωπήσουν την εξεταστική επιτροπή κατά την άσκηση των ευρέων εξουσιών αξιολόγησης που διαθέτει. Η EPSO δεν μπορεί να διατάξει τα συμβούλια να πράξουν κάτι ούτε μπορεί να τα αντικαταστήσει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, πράγμα που θα έπραττε εάν ήταν σε θέση να κρίνει ότι το συμβούλιο είχε αξιολογήσει εσφαλμένα τις επιδόσεις του καταγγέλλοντος. Η EPSO τόνισε επίσης ότι ο ρόλος της επιτροπής είναι να αξιολογεί τις επιδόσεις ενός υποψηφίου και δεν εναπόκειται σε έναν υποψήφιο να υπαγορεύει σε μια επιτροπή ποιοι παράγοντες θα πρέπει να αναζητά για την αξιολόγηση των επιδόσεών του. Ως εκ τούτου, οι γνώμες που έλαβε ο καταγγέλλων από «συνάδελφους ειδικευμένους στον τομέα που επιβεβαίωσαν την ορθότητα των απαντήσεών του» δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, δεδομένου ότι επρόκειτο για διαγωνισμό. Μόνο το διοικητικό συμβούλιο είναι σε θέση να αξιολογήσει την ποιότητα των επιδόσεων ενός υποψηφίου, διότι μόνο το εν λόγω διοικητικό συμβούλιο έχει άποψη για όλες τις επιδόσεις των διαφόρων υποψηφίων. Η EPSO επισήμανε επίσης ότι η ίδια η φύση της προφορικής εξέτασης είναι λιγότερο τυποποιημένη από τη γραπτή εξέταση, γεγονός που διευρύνει περαιτέρω τις εξουσίες αξιολόγησης της επιτροπής. Εν πάση περιπτώσει, η EPSO θεωρεί ότι το συμβούλιο του επίμαχου διαγωνισμού ουδόλως παρεξέκλινε από την προκήρυξη του διαγωνισμού όσον αφορά το περιεχόμενο της προφορικής εξέτασης.
2.5 Στις δεύτερες παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι δεν κατανοεί πώς κάποιος που απαντά σωστά σε όλες τις ερωτήσεις, μιλάει πέντε γλώσσες, έχει πολύγλωσση και πολυπολιτισμική εργασιακή εμπειρία και ο οποίος προηγουμένως φαινόταν να έχει κριθεί σε διαγωνισμό της EPSO ικανός να εργαστεί στο περιβάλλον της ΕΕ, αποκτά μόνο 21/40. Ο ενδιαφερόμενος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο μπορούσε να σκεφτεί γιατί η EPSO συμπεριφέρθηκε με τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε είναι επειδή είχε δίκιο. Σε αντίθετη περίπτωση, η EPSO δεν θα πρέπει να φοβάται να αποκαλύψει τον φάκελό της.
2.6 Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, σύμφωνα με τον οποίο η εξεταστική επιτροπή αξιολόγησε εσφαλμένα και εσφαλμένως τη γραπτή δοκιμασία ε) και την προφορική δοκιμασία στ) του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η δοκιμασία ε) συνίστατο, σύμφωνα με την προκήρυξη του διαγωνισμού, σε «περιπτωσιολογική μελέτη στον τομέα που επιλέξατε, σχεδιασμένη για να ελέγξει τις γνώσεις, τις δεξιότητες κατανόησης και την ικανότητά σας να αναλύετε, να συντάσσετε και να συνοψίζετε σε σχέση με τα καθήκοντα που περιγράφονται στο τμήμα II ανωτέρω. Η δοκιμασία αυτή βαθμολογείται με άριστα το 40 (βάση: 20). Εάν λάβετε βαθμολογία χαμηλότερη από την ελάχιστη απαιτούμενη, θα εξαλειφθείτε». Ο καταγγέλλων έλαβε 21/40 για τη δοκιμή αυτή.
Η προφορική δοκιμασία στ) συνίστατο σε «συνομιλία με την εξεταστική επιτροπή για να μπορέσει να ολοκληρώσει την αξιολόγησή της σχετικά με την καταλληλότητά σας για την άσκηση των καθηκόντων που περιγράφονται στο τμήμα ΙΙ ανωτέρω. Η συνέντευξη θα επικεντρωθεί επίσης στις εξειδικευμένες γνώσεις σας, στις γνώσεις σας σχετικά με τις κύριες εξελίξεις της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και των κοινοτικών πολιτικών, στις γνώσεις σας σχετικά με τις γλώσσες που απαιτούνται από την προκήρυξη του διαγωνισμού (βλ. σημείο III.B.4 ανωτέρω) και στην ικανότητά σας να προσαρμοστείτε σε ένα πολυπολιτισμικό εργασιακό περιβάλλον. Η δοκιμασία αυτή βαθμολογείται με άριστα το 40 (βάση: 20). Εάν λάβετε βαθμό χαμηλότερο από τον ελάχιστο βαθμό, θα εξαλειφθείτε». Ο καταγγέλλων έλαβε 21/40 για τη δοκιμή αυτή.
2.7 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, οι εκτιμήσεις στις οποίες προβαίνει μια εξεταστική επιτροπή στο πλαίσιο διαγωνισμού, όταν αξιολογεί τις γνώσεις και τις ικανότητες των υποψηφίων, αποτελούν έκφραση αξιολογικής κρίσης. Εμπίπτουν στην ευρεία διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου Εξυγίανσης και μπορούν να ελεγχθούν από τον κοινοτικό δικαστή μόνο σε περίπτωση κατάφωρης παράβασης των κανόνων που διέπουν τις εργασίες του Συμβουλίου Εξυγίανσης (10). Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής επιδιώκει να εξακριβώσει κατά πόσον, στην παρούσα υπόθεση, έχει αποδειχθεί κατάφωρη παραβίαση των εν λόγω κανόνων.
2.8 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο κύριος λόγος για τον οποίο ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω δοκιμασίες αξιολογήθηκαν εσφαλμένα και εσφαλμένα φαίνεται να είναι ότι η βαθμολογία του ήταν χαμηλή, λαμβανομένων υπόψη της σχεδόν τέλειας προφορικής δοκιμασίας του, του γεγονότος ότι ήταν καλά προετοιμασμένος, των γλωσσικών του γνώσεων και της πείρας του στον τομέα (11). Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων εξέφρασε την έκπληξή του για το γεγονός ότι έλαβε ακριβώς την ίδια βαθμολογία 21/40 και στις δύο δοκιμασίες ε) και στ). Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η τετρασέλιδη «μεταγραφή» της προφορικής δοκιμασίας κατέδειξε ότι είχε απαντήσει σωστά σε όλες τις ερωτήσεις που του είχαν υποβληθεί και ότι, ως εκ τούτου, θα έπρεπε να λάβει βαθμό υψηλότερο από 21/40, ο οποίος δεν αντανακλούσε την πείρα του στον τομέα. Ένας άλλος λόγος που επικαλείται ο καταγγέλλων, αυτή τη φορά στις παρατηρήσεις του, είναι ότι οι βαθμοί που έλαβε, τουλάχιστον για την προφορική εξέταση, του φάνηκαν «γελοία χαμηλοί». Έφτασε στο συμπέρασμα αφού έλεγξε τις απαντήσεις του με τους συναδέλφους του. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι οι παρατηρήσεις σχετικά με το φύλλο αξιολόγησης για τη γραπτή δοκιμασία ε) ήταν εσφαλμένες και περιείχαν ασυνέπειες όσον αφορά τα κριτήρια 2 και 3.
2.9 Όσον αφορά τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος για την υποστήριξη του ισχυρισμού του, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, η πεποίθηση του υποψηφίου ότι τα πήγε καλά στις δοκιμασίες, την οποία στην προκειμένη περίπτωση ο καταγγέλλων προσπάθησε να αποδείξει παρέχοντας μια «μεταγραφή» της προφορικής δοκιμασίας f), δεν αποτελεί απόδειξη σφάλματος εκτίμησης από την εξεταστική επιτροπή (12). Το Πρωτοδικείο έκρινε επίσης ότι η προηγούμενη άσκηση καθηκόντων που αποτέλεσαν αντικείμενο ερωτήσεων κατά τη διάρκεια της προφορικής δοκιμασίας, η ικανοποίηση που έδωσε ο υποψήφιος στους ιεραρχικά προϊσταμένους του και οι υποτιθέμενες γλωσσικές γνώσεις - το πρώτο και το τρίτο στοιχείο των οποίων επικαλέστηκε επίσης ο καταγγέλλων στην παρούσα υπόθεση - δεν μπορούν να αποτελέσουν αδιάψευστη απόδειξη πρόδηλης πλάνης κατά την εκτίμηση του συμβουλίου σχετικά με τις επιδόσεις ενός υποψηφίου σε δοκιμασία (13). Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι έλαβε την ίδια βαθμολογία 21/40 και στις δύο δοκιμασίες ε) και στ), ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να επισημάνει ότι, ακόμη και αν ο καταγγέλλων θεώρησε ότι αυτό προκαλεί έκπληξη, δεν μπορεί από μόνο του να αποτελέσει απόδειξη πρόδηλης πλάνης κατά την αξιολόγηση από το ΕΣΠΔ.
2.10 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει στη συνέχεια τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο καταγγέλλων, προκειμένου να επαληθεύσει κατά πόσον αποτελούν απόδειξη πρόδηλου σφάλματος στην αξιολόγηση του ΕΣΠΔ σχετικά με τις επιδόσεις του καταγγέλλοντος στις δοκιμές ε) και στ).
2.11 Όσον αφορά τη γραπτή δοκιμασία ε), ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει από την απόφαση της 1ης Μαρτίου 2004 της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, ήτοι του διευθυντή της EPSO, ότι οι γραπτές δοκιμασίες διορθώθηκαν ανώνυμα από δύο διορθωτές/αξιολογητές σύμφωνα με τα κριτήρια που καθόρισε η εξεταστική επιτροπή και ότι η εξεταστική επιτροπή, βάσει των παρατηρήσεών τους, αποφάσισε συλλογικά για την τελική βαθμολογία κάθε δοκιμασίας. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το τελικό φύλλο αξιολόγησης που καταρτίστηκε όσον αφορά τη γραπτή δοκιμασία ε) περιείχε τις ακόλουθες παρατηρήσεις σχετικά με τις επιδόσεις του καταγγέλλοντος:
«- Δεξιότητες κατανόησης, λογική δομή της παρουσίασης, ικανότητα σύνταξης:
Ανομοιόμορφη λογική δομή (ασαφής στη δοκιμή Α, πολύ καλύτερη στη δοκιμή Β). Ωστόσο, όλα τα βασικά σημεία που υποβάλλονται σε επεξεργασία στο πλαίσιο της δοκιμής Α.
- Ικανότητα ανάλυσης, ποιότητα επιχειρηματολογίας:
Καλά δομημένες απαντήσεις στο πλαίσιο των δοκιμών B & C, αλλά χωρίς βασικά στοιχεία στην επιχειρηματολογία (δεν σημειώνει μη αντιγραφή [sic] με [...] στο πλαίσιο της δοκιμής B)
- Γνώση του πεδίου:
Βασικές γνώσεις ΟΚ, αλλά έλλειψη μακροοικονομικών πολιτικών της ΕΕ
- Συνολική αξιολόγηση της δοκιμής:
Απλά περνά τις απαιτήσεις
(...) ΣΗΜΑΔΙΑ: 21/40».
2.12 Ο Διαμεσολαβητής ανέλυσε προσεκτικά την ανωτέρω διατύπωση στο δελτίο αξιολόγησης. Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κριτήρια 2 και 3 αφορούσαν δύο διαφορετικές πτυχές της αξιολόγησης, δηλαδή, αφενός, την ικανότητα ανάλυσης και την ποιότητα των επιχειρημάτων και, αφετέρου, τη γνώση του τομέα, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι η διατύπωση της αξιολόγησης των επιδόσεων του καταγγέλλοντος στα σημεία αυτά περιείχε ασυνέπειες. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε άλλα αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να αποδείξει ότι υπήρχαν ανακριβείς ή εσφαλμένες αξιολογήσεις από την εξεταστική επιτροπή όσον αφορά τη γραπτή δοκιμασία ε).
2.13 Όσον αφορά την προφορική δοκιμασία στ), ο Διαμεσολαβητής προφανώς δεν είναι σε θέση να αξιολογήσει την αξιολόγηση από την εξεταστική επιτροπή όλων των επιδόσεων των υποψηφίων κατά τη διάρκεια της προφορικής δοκιμασίας. Ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι ο βαθμός 21/40 φαίνεται να είναι πράγματι πολύ χαμηλός για κάποιον που θεωρεί ότι έχει επιτύχει σχεδόν τέλεια απόδοση στο εν λόγω τεστ, δηλαδή λίγο πάνω από το όριο 20/40. Ωστόσο, δεδομένου ότι η εξεταστική επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά τη συγκριτική αξιολόγηση των υποψηφίων, για τις επιδόσεις των οποίων ο Διαμεσολαβητής δεν διαθέτει πληροφορίες, αυτός ο χαμηλός βαθμός, από μόνος του, δεν συνιστά επαρκή απόδειξη πρόδηλου σφάλματος κατά την αξιολόγηση από την εξεταστική επιτροπή.
2.14 Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, φαίνεται ότι ο καταγγέλλων δεν τεκμηρίωσε τον ισχυρισμό του ότι η γραπτή δοκιμασία ε) και η προφορική δοκιμασία στ) αξιολογήθηκαν ανακριβώς και εσφαλμένα. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν απέδειξε ότι η εξεταστική επιτροπή υπερέβη τα όρια της νόμιμης εξουσίας της. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
2.15 Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η εξεταστική επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς τις απαντήσεις της και δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο καταγγέλλων, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει από τον φάκελο ότι, με επιστολή της 11ης Ιουνίου 2003, η εξεταστική επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για τη βαθμολογία του στις διάφορες δοκιμασίες και για το γεγονός ότι το όνομά του δεν είχε εγγραφεί στον εφεδρικό πίνακα επιτυχόντων. Με επιστολή της 8ης Ιουλίου 2003, το ΕΣΠΔ επιβεβαίωσε τους βαθμούς αυτούς και, επιπλέον, συμπεριέλαβε αντίγραφο της γραπτής δοκιμασίας του καταγγέλλοντος συνοδευόμενο από το φύλλο αξιολόγησης. Όσον αφορά την προφορική δοκιμασία, η επιτροπή, στην επιστολή της προς τον καταγγέλλοντα, υπενθύμισε ότι στόχος της ήταν να μπορέσει να ολοκληρώσει την αξιολόγηση της καταλληλότητας του καταγγέλλοντος για την εκτέλεση των καθηκόντων που περιγράφονται στο τμήμα ΙΙ της προκήρυξης του διαγωνισμού και ότι η συνέντευξη αφορούσε επίσης τις εξειδικευμένες γνώσεις του καταγγέλλοντος, τις γνώσεις του σχετικά με τις κύριες εξελίξεις της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και των κοινοτικών πολιτικών, τις γλωσσικές του γνώσεις και την ικανότητά του να προσαρμοστεί σε ένα πολυπολιτισμικό εργασιακό περιβάλλον. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει από τον φάκελο ότι, στην απόφασή της της 1ης Μαρτίου 2004, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δήλωσε, όσον αφορά την προφορική εξέταση, ότι οι ερωτήσεις που τέθηκαν ήταν χρήσιμες για τη διενέργεια της ανωτέρω αξιολόγησης. Ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε την ακρίβεια της δήλωσης αυτής.
2.16 Όσον αφορά την έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας των απαντήσεών του, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι η γνωστοποίηση της βαθμολογίας που συγκεντρώθηκε στις διάφορες δοκιμασίες συνιστά, κατά τη νομολογία, επαρκή αιτιολογία των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής (14). Στην παρούσα υπόθεση, δόθηκαν στον καταγγέλλοντα οι βαθμοί που έλαβε στη γραπτή δοκιμασία ε) και στην προφορική δοκιμασία στ). Επιπλέον, όσον αφορά τη γραπτή δοκιμασία ε), ο καταγγέλλων έλαβε επιπλέον, εκτός από την κοινοποίηση της βαθμολογίας του, αντίγραφο της δοκιμασίας του και του δελτίου αξιολόγησης, το οποίο περιείχε συγκεκριμένες παρατηρήσεις και πληροφορίες σχετικά με τις επιδόσεις του. Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το Συμβούλιο Εξυγίανσης έχει εκδώσει επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση όσον αφορά τις επιδόσεις του καταγγέλλοντος στη γραπτή δοκιμασία ε) και στην προφορική δοκιμασία στ).
2.17 Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η EPSO δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο καταγγέλλων στην επιστολή που υπέβαλε στην EPSO τον Ιούνιο του 2003, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία συνίσταντο σε έγγραφα σχετικά με την προηγούμενη επαγγελματική πείρα του καταγγέλλοντος και σε αυτό που αποκάλεσε «μεταγραφή» της προφορικής δοκιμασίας του.
2.18 Όσον αφορά τα έγγραφα που σχετίζονται με την επαγγελματική πείρα του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής είναι της γνώμης ότι, δεδομένου ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν έχουν καμία σημασία σε σχέση με τις επιδόσεις στις δοκιμασίες αυτές καθαυτές, η εξεταστική επιτροπή ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είχαν σημασία για την επαναξιολόγηση της αξιολόγησης των γραπτών και προφορικών δοκιμασιών του καταγγέλλοντος.
2.19 Όσον αφορά την «μεταγραφή» της προφορικής δοκιμασίας, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν, κατά τη λήψη αποφάσεων, τα θεσμικά όργανα να λαμβάνουν υπόψη τους σχετικούς παράγοντες και να αποδίδουν σε καθέναν από αυτούς τη δέουσα βαρύτητα στην απόφαση, αποκλείοντας κάθε άσχετο στοιχείο από την εξέταση (15). Εν προκειμένω, από το ίδιο το έγγραφο προκύπτει ότι η «μεταγραφή» της προφορικής δοκιμασίας δεν ήταν μεταγραφή strictu sensu (πράγμα που θα σήμαινε ότι η προφορική δοκιμασία είχε καταγραφεί), αλλά μάλλον μια εκ των υστέρων ανάμνηση από τον καταγγέλλοντα των ερωτήσεων που τέθηκαν και των απαντήσεων που δόθηκαν κατά την προφορική δοκιμασία. Στις παρατηρήσεις του, ο ενδιαφερόμενος δεν αντέκρουσε τη δήλωση της EPSO ότι το έγγραφο αυτό συντάχθηκε μετά την προφορική δοκιμασία και βασίστηκε μόνο στη μνήμη του για τη δοκιμασία αυτή. Επιπλέον, και λόγω του ουσιαστικά συγκριτικού χαρακτήρα της αξιολόγησης των υποψηφίων που συμμετέχουν στις προφορικές εξετάσεις, η απλή μεταγραφή των αναμνήσεων ενός υποψηφίου για την εν λόγω εξέταση δεν μπορεί να αποτελέσει κατάλληλη βάση για να ζητηθεί από το συμβούλιο να επανεξετάσει την αξιολόγησή του. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το παρόν έγγραφο δεν αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την αξιολόγηση από το Συμβούλιο Εξυγίανσης των επιδόσεων του καταγγέλλοντος κατά την προφορική του εξέταση. Επομένως, η παράλειψη του διοικητικού συμβουλίου να το λάβει υπόψη δεν συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.
2.20 Βάσει των ανωτέρω παρατηρήσεων, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος ότι η εξεταστική επιτροπή αξιολόγησε εσφαλμένα και εσφαλμένως τη γραπτή δοκιμασία ε) και την προφορική δοκιμασία στ) και δεν αιτιολόγησε τις απαντήσεις της και δεν εξέτασε τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώθηκε περίπτωση κακοδιοίκησης από την EPSO.
3 Εικαζόμενη μη τήρηση της προθεσμίας και μη απάντηση στα ολλανδικά3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η EPSO δεν τήρησε την προθεσμία απάντησης στην προσφυγή του βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Ο ενδιαφερόμενος ισχυρίστηκε επίσης ότι η EPSO δεν του απάντησε στα ολλανδικά.
3.2 Η Επιτροπή και η EPSO δήλωσαν ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή απάντησε στις 2 Μαρτίου 2004 στην προσφυγή του καταγγέλλοντος, η οποία καταχωρίστηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2003. Εκφράζουν τη λύπη τους για το γεγονός ότι χρειάστηκε τόσος χρόνος για την εξέταση της καταγγελίας. Ωστόσο, ενώ ήταν αλήθεια ότι η απόφαση δεν διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα εντός τεσσάρων μηνών, αυτό δεν έβλαψε την υπόθεση του καταγγέλλοντος με κανέναν τρόπο, δεδομένου ότι ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης προβλέπει ότι, μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, η απουσία απάντησης μπορεί να ληφθεί ως απόφαση απόρριψης μιας αίτησης, κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων. Ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης δεν ορίζει ότι όλες οι προσφυγές πρέπει να εξετάζονται εντός τεσσάρων μηνών, αλλά καθορίζει έναν στόχο τον οποίο προσπαθεί να επιτύχει η EPSO και θεσπίζει έναν πρόσθετο κανόνα που επιτρέπει σιωπηρές αρνητικές αποφάσεις.
Η Επιτροπή και η EPSO επισήμαναν περαιτέρω ότι η ολλανδική μετάφραση εστάλη την 1η Ιουνίου 2004, συνοδευόμενη από συγγνώμη της Επιτροπής για την καθυστέρηση. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε περαιτέρω παρατηρήσεις σχετικά με αυτή την πτυχή της καταγγελίας.
3.3 Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για τη δήλωση της EPSO ότι προσπαθεί να απαντήσει σε όλες τις προσφυγές εντός τεσσάρων μηνών και ενθαρρύνει την EPSO να συνεχίσει τις προσπάθειές της για την επίτευξη αυτού του στόχου. Όσον αφορά το επιχείρημα που προέβαλαν η Επιτροπή και η EPSO ότι η καθυστέρηση στην απάντηση στην προσφυγή δεν έθιξε τα δικαιώματα του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε επίσης να υπενθυμίσει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κοινοποιεί την αιτιολογημένη απόφασή της στο πρόσωπο που υπέβαλε εσωτερική ένσταση εντός τεσσάρων μηνών. Αυτό συνάδει με τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Είναι αληθές ότι το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ προβλέπει ότι η μη απάντηση εντός της προθεσμίας των τεσσάρων μηνών που προβλέπει η διάταξη αυτή θεωρείται αρνητική απόφαση. Ωστόσο, ο κανόνας αυτός αποσκοπεί στην προστασία του πολίτη όταν μια διοίκηση δεν συμμορφώνεται με τις νομικές υποχρεώσεις της. Σε καμία περίπτωση δεν παρέχει στη διοίκηση το δικαίωμα να παρεκκλίνει από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις αρχές της χρηστής διοίκησης (16). Ο Διαμεσολαβητής ενθαρρύνει επίσης την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, κάθε φορά που αναμένει ότι η απάντησή της θα αποσταλεί μετά τη λήξη της τετράμηνης προθεσμίας, να αποστείλει επιστολή αναμονής στον καταγγέλλοντα. Με τον τρόπο αυτό, ο καταγγέλλων μπορεί επίσης να προετοιμαστεί για την κατάσταση που προβλέπεται στο άρθρο 91 παράγραφος 3 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το οποίο προβλέπει ότι «όταν μια ένσταση απορρίπτεται με ρητή απόφαση μετά την απόρριψή της με σιωπηρή απόφαση, αλλά πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής [δηλαδή πριν από την παρέλευση τριών μηνών από τη σιωπηρή απορριπτική απόφαση], η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής αρχίζει εκ νέου».
3.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει από τον φάκελο ότι ο καταγγέλλων άσκησε την προσφυγή του βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης στις 4 Σεπτεμβρίου 2003, στην ολλανδική γλώσσα, και ότι η προσφυγή του καταχωρίστηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2003. Κατά το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, η αιτιολογημένη απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής έπρεπε να κοινοποιηθεί στον καταγγέλλοντα εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία υποβολής της διοικητικής ενστάσεως, ήτοι το αργότερο έως τις 9 Ιανουαρίου 2004, αν η ημερομηνία καταχωρίσεως θεωρείται ως η κρίσιμη ημερομηνία για τον υπολογισμό της προθεσμίας. Η απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, δηλαδή του διευθυντή της EPSO, στη γαλλική γλώσσα, εκδόθηκε την 1η Μαρτίου 2004 και εστάλη στον καταγγέλλοντα με επιστολή της 2ας Μαρτίου 2004, σχεδόν δύο μήνες μετά τη λήξη της προθεσμίας. Όσον αφορά την καθυστέρηση αυτή, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, ωστόσο, ότι, στην κοινή τους γνώμη, η EPSO και η Επιτροπή εξέφρασαν τη λύπη τους για το γεγονός ότι χρειάστηκε τόσος χρόνος για την εξέταση της εν λόγω καταγγελίας. Επομένως, δεν φαίνεται αναγκαία η περαιτέρω διερεύνηση αυτής της πτυχής της καταγγελίας. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να προβεί σε περαιτέρω παρατήρηση σχετικά με το θέμα αυτό.
3.5 Όσον αφορά την εικαζόμενη παράλειψη απάντησης στον καταγγέλλοντα στα ολλανδικά, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει την αρχή σύμφωνα με την οποία, όταν οι πολίτες απευθύνονται γραπτώς στα θεσμικά όργανα σε μία από τις γλώσσες της Συνθήκης, τα θεσμικά όργανα απαντούν στην ίδια γλώσσα (17). Η επιστολή της 2ας Μαρτίου 2004 με την οποία διαβιβάστηκε το γαλλικό κείμενο της απόφασης της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής ανέφερε ότι η μετάφραση θα διαβιβαζόταν λίγο αργότερα. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η ολλανδική μετάφραση της απόφασης εστάλη στον καταγγέλλοντα μόλις την 1η Ιουνίου 2004. Ωστόσο, η επιστολή αυτή περιείχε μια συγγνώμη για αυτή την πρόσθετη καθυστέρηση. Λαμβανομένου υπόψη ότι ο καταγγέλλων έλαβε τελικά το ολλανδικό κείμενο της απόφασης και ότι υποβλήθηκε συγγνώμη, δεν φαίνεται επομένως αναγκαία η διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών σχετικά με την εν λόγω πτυχή της υπόθεσης.
4 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την EPSO.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ
Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για τη δήλωση της EPSO ότι προσπαθεί να απαντήσει σε όλες τις προσφυγές εντός τεσσάρων μηνών. Σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κοινοποιεί στο πρόσωπο που υπέβαλε εσωτερική ένσταση την αιτιολογημένη απόφασή της εντός τεσσάρων μηνών. Αυτό συνάδει με τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Είναι αληθές ότι το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ προβλέπει ότι η μη απάντηση εντός της προθεσμίας των τεσσάρων μηνών που προβλέπει η διάταξη αυτή θεωρείται αρνητική απόφαση. Ωστόσο, ο κανόνας αυτός αποσκοπεί στην προστασία του πολίτη όταν μια διοίκηση δεν συμμορφώνεται με τις νομικές υποχρεώσεις της. Σε καμία περίπτωση δεν παρέχει στη διοίκηση το δικαίωμα να παρεκκλίνει από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα θεωρούσε χρήσιμο να μπορούν η Επιτροπή και η EPSO να ενεργούν αναλόγως και να το λαμβάνουν υπόψη σε παρόμοιες υποθέσεις.
Ο Διαμεσολαβητής ενθαρρύνει επίσης την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, κάθε φορά που αναμένει ότι η απάντησή της θα αποσταλεί μετά τη λήξη της τετράμηνης προθεσμίας, να αποστείλει επιστολή αναμονής στον καταγγέλλοντα. Με τον τρόπο αυτό, ο καταγγέλλων μπορεί επίσης να προετοιμαστεί για την κατάσταση που προβλέπεται στο άρθρο 91 παράγραφος 3 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το οποίο προβλέπει ότι «όταν μια ένσταση απορρίπτεται με ρητή απόφαση μετά την απόρριψή της με σιωπηρή απόφαση, αλλά πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής (δηλαδή πριν από την περίοδο των τριών μηνών από τη σιωπηρή απορριπτική απόφαση), η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής αρχίζει εκ νέου».
Ο διευθυντής της EPSO θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) ΕΕ 2001, C 240 A, σ. 12.
(2) Υπόθεση T-53/00, Angioli κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I-A-13 και II-73, σκέψη 94.
(3) Υπόθεση 225/87 Belardinelli κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1989, σ. 2353, σκέψη 10.
(4) Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το εν λόγω έγγραφο δεν αποτελεί «μεταγραφή» της προφορικής δοκιμασίας, αλλά μάλλον περιγραφή των ερωτήσεων που τέθηκαν και των απαντήσεων που δόθηκαν από τον καταγγέλλοντα.
(5) Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η EPSO αμφισβήτησε επισήμως ότι ένα CD ήχου συμπεριλήφθηκε στη δέσμη εγγράφων που απέστειλε ο καταγγέλλων.
(6) Υπόθεση T-285/02 και T-395/02 Vega Rodriguez κατά Επιτροπής, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2004, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί.
(7) Υπόθεση 142/85 Schwiering κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1986, σ. 3177, σκέψεις 19-20.
(8) Υπόθεση 321/85 Schwiering κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1986, σ. 3199, σκέψη 13· Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 322/85 και 323/85, Hoyer κ.λπ. κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1986, σ. 3215, σκέψη 14.
(9) Υπόθεση 225/87 Belardinelli κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1989, σ. 2353, σκέψη 10.
(10) Βλ. υπόθεση T-371/03 Le Voci κατά Συμβουλίου, απόφαση της 14ης Ιουλίου 2004, μη δημοσιευθείσα ακόμη, σκέψη 102· Υπόθεση T-102/98 Παπαδέας κατά Επιτροπής των Περιφερειών [1999] Συλλογή Υπ.Υπ. I-A-211 και II-1091 , σκέψη 54· Υπόθεση T-95/98, Γκόγκος κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I-A-51 και II-219, σκέψη 36· Υπόθεση T-193/00 Felix κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I-A-23 και II-101, σκέψη 36.
(11) Στην επιστολή του της 12ης Ιουνίου 2003, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι «λαμβανομένης υπόψη της εκτεταμένης προετοιμασίας μου για τα εν λόγω εξεταστικά τμήματα, των γλωσσικών μου γνώσεων και της πείρας μου στον τομέα αυτό, καθώς και της Επιτροπής, είμαι πεπεισμένος ότι υπήρξαν λάθη στη διόρθωση των εν λόγω εξεταστικών τμημάτων».
(12) «La conviction de la requérante d'avoir correctement répondu aux questions posées, les bons résultats qu'elle a obtenus aux épreuves écrites, l'exercice préalable de fonctions qui ont fait l'objet de questions au cours de l'épreuve orale, la satisfaction que la requérante a pu donner à ses supérieurs hiérarchiques ou son niveau allégué de connaissance de la langue française ne sauraient constituer des preuves irréfutables d'une erreur manifeste d'appréciation» (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 2003, T-53/00, Angioli κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I-A-13 και II-73, σκέψη 94).
(13) Υπόθεση T-53/00 Angioli κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I-A-13 και II-73, σκέψη 94.
(14) Βλ. υπόθεση T-294/03 Gibault κατά Επιτροπής, απόφαση της 31ης Μαΐου 2005, μη δημοσιευθείσα ακόμη, σκέψη 39· και υπόθεση T-53/00 Angioli κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I-A-13 και II-73, σκέψεις 67 έως 69.
(15) Βλ. άρθρο 9 του ευρωπαϊκού κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς, ο οποίος είναι διαθέσιμος στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu/code/en/default.htm).
(16) Βλέπε επίσης την απόφαση του Διαμεσολαβητή στην υπόθεση 1733/2004/OV, η οποία είναι διαθέσιμη στον δικτυακό τόπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu/decision/en/041733.htm).
(17) Βλ. άρθρο 21 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ και άρθρο 13 του ευρωπαϊκού κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς, τα οποία είναι διαθέσιμα στον δικτυακό τόπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu/code/en/default.htm).