Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Το βάζεις σωστά; - Παράρτημα - Λεπτομερής ανάλυση των απαντήσεων στις παρατηρήσεις, τις συστάσεις και τις προτάσεις του Διαμεσολαβητή το 2013
Παρακολούθηση - Hμερομηνία Τρίτη | 25 Νοεμβρίου 2014
Α. Περιπτώσεις αστεριών
Υπόθεση 2097/2011/RA: Διάλογος με εκκλησίες, θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες, φιλοσοφικές και μη ομολογιακές οργανώσεις
Το άρθρο 17 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαιτεί από την Ένωση να «διατηρεί ανοικτό, διαφανή και τακτικό διάλογο» με τις εκκλησίες, τις θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες, τις φιλοσοφικές και μη ομολογιακές οργανώσεις.
Η Ευρωπαϊκή Ανθρωπιστική Ομοσπονδία στράφηκε στον Διαμεσολαβητή ισχυριζόμενη ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εσφαλμένα απέρριψε την πρότασή της για ένα «σεμινάριο διαλόγου» σύμφωνα με το άρθρο 17 της ΣΛΕΕ. Ο Διαμεσολαβητής, μη βλέποντας πώς η συμμετοχή σε συζήτηση με τον καταγγέλλοντα θα μπορούσε να παραβιάσει τη Συνθήκη με τον τρόπο που περιγράφει η Επιτροπή στη γνωμοδότησή της, επέκρινε μέρος του σκεπτικού που προβλήθηκε για την άρνηση του σεμιναρίου διαλόγου. Στην απόφαση περάτωσης της υπόθεσης, η Διαμεσολαβήτρια κάλεσε επίσης την Επιτροπή i) να αποσαφηνίσει τις πρακτικές και τους κανόνες της στον τομέα αυτό και, εάν χρειαστεί, ii) να καταρτίσει κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τον ακριβή τρόπο με τον οποίο σχεδιάζει να εφαρμόσει το άρθρο 17 της ΣΛΕΕ.
Σε απάντηση, η Επιτροπή κατάρτισε κατευθυντήριες γραμμές και τις δημοσίευσε στον ιστότοπό της που είναι αφιερωμένος στον διάλογο, ως εξής:
1. Ανοικτό
1.1. Συνομιλητές
Εταίροι του διαλόγου μπορούν να είναι εκκλησίες, θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες, καθώς και φιλοσοφικές και μη ομολογιακές οργανώσεις που αναγνωρίζονται ή καταχωρίζονται ως τέτοιες σε εθνικό επίπεδο και τηρούν τις ευρωπαϊκές αξίες. Δεν υπάρχει επίσημη αναγνώριση ή καταχώριση των συνομιλητών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Ανεξάρτητα από τον διάλογο, όλοι οι συνομιλητές της ΕΕ ενθαρρύνονται να καταχωρίζουν τις οργανώσεις τους στο κατάλληλο τμήμα του Ευρωπαϊκού Μητρώου Διαφάνειας (http://europa.eu/transparencyregister).
1.2. Θέματα συζήτησης
Όλα τα σχετικά θέματα που σχετίζονται με το θεματολόγιο της ΕΕ μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο αυτού του διαλόγου. Τα θέματα αυτά μπορούν να τεθούν τόσο από την Επιτροπή όσο και από τους συνομιλητές της, υπό την προϋπόθεση ότι συμφωνούν και τα δύο μέρη. Υπό το πρίσμα των προτεραιοτήτων πολιτικής της, η Επιτροπή μπορεί να επιλέξει να προτείνει θέματα προτεραιότητας προς συζήτηση για ορισμένο χρονικό διάστημα με διάφορους συνομιλητές. Ωστόσο, αυτό δεν θα πρέπει να εμποδίζει και τις δύο πλευρές να αντιμετωπίζουν επίκαιρα ζητήματα ανά πάσα στιγμή. Το θέμα και η μορφή μιας συγκεκριμένης πρωτοβουλίας επιλέγονται από κοινού από την Επιτροπή και τον αντίστοιχο συνομιλητή με πνεύμα εποικοδομητικής αμοιβαίας κατανόησης. Το γεγονός ότι η Επιτροπή επιλέγει να μην χρηματοδοτήσει μια συγκεκριμένη πρωτοβουλία ή ο συνομιλητής προτιμά να μην συμμετάσχει σε μια συγκεκριμένη πρωτοβουλία της Επιτροπής δεν θα πρέπει να συνεπάγεται ότι είτε αθετούν τις υποχρεώσεις τους είτε δεν επιθυμούν να ξεκινήσουν διάλογο.
2. Διαφανής
Η Επιτροπή διαβιβάζει στο κοινό όλες τις σχετικές πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες στο πλαίσιο του διαλόγου στον ακόλουθο ιστότοπο: http://ec.europa.eu/bepa/activities/outreachteam/dialogue/index_en.htm
Οι προσπάθειες αυτές μπορούν να συμπληρώνονται, κατά περίπτωση, από δελτία Τύπου και συνεντεύξεις Τύπου, καθώς και από άλλα εργαλεία επικοινωνίας.
Η πρόσβαση σε άλλα έγγραφα της Επιτροπής υπόκειται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 https://commission.europa.eu/about-european-commission/service-standards-and-principles/transparency/access-documents/how-access-commission-documents_el.
3. Τακτική
Η Επιτροπή διατηρεί τακτικό διάλογο με τους συνομιλητές σε διάφορα επίπεδα με τη μορφή γραπτών ανταλλαγών, συνεδριάσεων ή ειδικών εκδηλώσεων. Οι συνομιλητές καλούνται να συμβάλουν στη διαδικασία χάραξης πολιτικής της Ένωσης μέσω των διαφόρων γραπτών διαδικασιών διαβούλευσης που δρομολογεί η Επιτροπή.
Ο διάλογος αυτός μπορεί να διεξάγεται, μεταξύ άλλων, μέσω άτυπων συναντήσεων που διοργανώνει ο Πρόεδρος της Επιτροπής, διμερών συναντήσεων με εκπροσώπους της Επιτροπής σε όλα τα επίπεδα και, ιδίως, συναντήσεων με τον αρμόδιο σύμβουλο για τον διάλογο.
Περαιτέρω μέσα σε αυτόν τον μη εξαντλητικό κατάλογο μπορούν να περιλαμβάνουν σεμινάρια διαλόγου και ad hoc διαδικασίες διαβούλευσης για συγκεκριμένα και επίκαιρα ζητήματα πολιτικής.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για την εξαιρετικά εποικοδομητική απάντηση της Επιτροπής.
Υπόθεση 1339/2012/FOR: Βελτίωση της διαφάνειας και της επικοινωνίας στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα
Ο καταγγέλλων, μια ΜΚΟ, ισχυρίστηκε ότι η συμμετοχή του Προέδρου της ΕΚΤ στην Ομάδα των Τριάντα ήταν ασυμβίβαστη με την ανεξαρτησία, τη φήμη και την ακεραιότητα της ΕΚΤ. Υποστήριξε ότι η ΕΚΤ θα πρέπει να ζητήσει από τον Πρόεδρό της να αποχωρήσει από την Ομάδα.
Μετά από έρευνα, η Διαμεσολαβήτρια σημείωσε ότι, δεδομένων των αρχικά ανεπαρκών απαντήσεων της ΕΚΤ στον καταγγέλλοντα, ο τελευταίος ορθώς εξέφρασε ανησυχίες σχετικά με το θέμα. Ωστόσο, υπό το πρίσμα των επιχειρημάτων και των εξηγήσεων που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση από την ΕΚΤ.
Κλείνοντας την υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής προσέφερε στην ΕΚΤ δύο συμβουλές με τη μορφή περαιτέρω παρατηρήσεων. Το πρώτο ήταν ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί η διαφάνεια, η ΕΚΤ θα πρέπει να περιλαμβάνει στον δικτυακό της τόπο τις πληροφορίες ότι ο Πρόεδρός της είναι μέλος της Ομάδας των Τριάντα. Το δεύτερο ήταν ότι, λόγω της αυξημένης προβολής και των αρμοδιοτήτων της, η ΕΚΤ θα πρέπει να λάβει μέτρα για την περαιτέρω βελτίωση της ποιότητας της επικοινωνίας της με το κοινό.
Σε απάντηση, η ΕΚΤ ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι είχε δημοσιεύσει επικαιροποιημένη έκδοση του βιογραφικού σημειώματος του Προέδρου στον δικτυακό της τόπο στις αρχές Μαρτίου 2013, η οποία περιλαμβάνει τη συμμετοχή του στην Ομάδα των Τριάντα. Επιπλέον, η Εκτελεστική Επιτροπή και το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισαν να καταστήσουν τη βελτίωση της επικοινωνίας μία από τις βασικές προτεραιότητες του μεσοπρόθεσμου στρατηγικού σχεδιασμού της ΕΚΤ για την περίοδο 2013-2015. Η ΕΚΤ ξεκίνησε επανεξέταση της επικοινωνιακής πολιτικής της, η οποία περιλάμβανε επίσης ζητήματα επικοινωνίας που προέκυψαν από την επικείμενη θέσπιση του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (ΕΕΜ). Η ΕΚΤ τόνισε επίσης ότι έχει ήδη αναλάβει ευρύ φάσμα πρωτοβουλιών που απευθύνονται στο ευρύ κοινό. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται επίσης στις ερωτήσεις που λαμβάνονται απευθείας από τους πολίτες μέσω διαφόρων διαύλων. Ενόψει του ΕΕΜ, η λειτουργία αυτή θα διευρυνθεί. Όλες αυτές οι πρωτοβουλίες επεξηγούνται και περιγράφονται λεπτομερέστερα προς όφελος των πολιτών στο Κεφάλαιο 6 της Ετήσιας Έκθεσης της ΕΚΤ για το 2012.
Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για τη θετική συνέχεια που έδωσε η ΕΚΤ στις περαιτέρω παρατηρήσεις.
Υπόθεση 2575/2009/RA: Κανόνες της ΕΕ για την προστασία της υγείας των παιδιών
Η υπόθεση αυτή αφορούσε τις διαδικασίες του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων για να αποφασιστεί εάν οι φαρμακευτικές εταιρείες θα πρέπει να υποχρεούνται να διεξάγουν μελέτες για να διερευνήσουν εάν και πώς το προϊόν τους θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία παιδιών. Οι διαδικασίες αυτές, οι οποίες απορρέουν από τον κανονισμό της ΕΕ για τα παιδιατρικά φάρμακα, αποσκοπούν στη βελτίωση της διαθεσιμότητας φαρμάκων για παιδιά. Ενώ ο κανονισμός θεσπίζει έναν γενικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο οι φαρμακευτικές εταιρείες πρέπει να διεξάγουν μελέτες για να καθορίσουν εάν και με ποιον τρόπο το προϊόν τους θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία παιδιών, επιτρέπει στον Οργανισμό να άρει την υποχρέωση αυτή σε ορισμένες περιπτώσεις.
Ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ο Οργανισμός είχε το δικαίωμα να αρνηθεί την απαλλαγή. Ωστόσο, δεν διασφάλισε επαρκή διαφάνεια της διαδικασίας μέσω της οποίας έλαβε τις κρίσιμες εν προκειμένω αποφάσεις και, ως εκ τούτου, δεν αιτιολόγησε επαρκώς τις αποφάσεις αυτές.
Για να αποφευχθούν παρόμοια προβλήματα στο μέλλον, η Διαμεσολαβήτρια υπέβαλε σχέδιο σύστασης, καλώντας τον Οργανισμό να λάβει μέτρα για να καταστήσει το έργο του στον τομέα αυτό πιο διαφανές. Ο Οργανισμός συμφώνησε, αναφέροντας τις πρωτοβουλίες που είχε ήδη αναλάβει και εκείνες που βρίσκονται στο στάδιο της προετοιμασίας.
Συγκεκριμένα, ο Οργανισμός εξήγησε ότι θα δημοσιεύσει στον ιστότοπό του περίληψη σε απλή γλώσσα της διαδικασίας βάσει του κανονισμού για τα παιδιατρικά φάρμακα και το αποτέλεσμά της, όπως εγκρίθηκε από την Παιδιατρική Επιτροπή. Σύμφωνα με τον Οργανισμό, η περίληψη αυτή θα βοηθήσει τα ενδιαφερόμενα μέρη να κατανοήσουν το γενικό σκεπτικό της Παιδιατρικής Επιτροπής. Οι λεπτομερέστεροι επιστημονικοί λόγοι στους οποίους βασίζεται η γνώμη της Παιδιατρικής Επιτροπής θα εξακολουθήσουν να αποτελούν μέρος της Συνοπτικής Έκθεσης, η οποία, σύμφωνα με τον Οργανισμό, δημοσιοποιείται αφού η Επιτροπή αποφασίσει σχετικά με την άδεια κυκλοφορίας του προϊόντος.
Ο Οργανισμός ενημέρωσε επίσης τη Διαμεσολαβήτρια ότι εργάζεται για τη βελτίωση των κατευθυντήριων γραμμών του προς την Παιδιατρική Επιτροπή, με σκοπό να διασφαλιστεί ότι η συμφωνία ή η άρνηση των προγραμμάτων παιδιατρικής έρευνας, των παρεκκλίσεων και των αναβολών δικαιολογείται καλύτερα.
Τέλος, ο Οργανισμός περιέγραψε τις προσπάθειές του να συμπεριλάβει λεπτομερέστερες εξηγήσεις στις γνώμες της Παιδιατρικής Επιτροπής, στις οποίες θα περιγράφονται οι λόγοι για τη χορήγηση ή την άρνηση απαλλαγής.
Ο Διαμεσολαβητής χαιρετίζει θερμά τη θετική ανταπόκριση του Οργανισμού στην υπόθεση αυτή. Το ευρύ φάσμα μέτρων που θεσπίζει ο Οργανισμός αναμένεται να συμβάλει στην πρόληψη προβλημάτων όπως αυτά που ανέκυψαν στην παρούσα υπόθεση και, γενικότερα, στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο έργο του.
Υπόθεση 962/2011/AN: Καλύτερη ενημέρωση σχετικά με τα διπλώματα και τα επαγγελματικά προσόντα
Η καταγγέλλουσα δεν συμπεριλήφθηκε στον πίνακα επιτυχόντων διαγωνισμού που διοργάνωσε η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού, διότι το επαγγελματικό πιστοποιητικό που εξέδωσε ο εργοδότης της δεν συνιστούσε «δίπλωμα». Μετά από διεξοδική έρευνα, η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής να μην εγγράψει το όνομα του καταγγέλλοντος στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων δεν ήταν προδήλως εσφαλμένη. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια διατύπωσε περαιτέρω την παρατήρηση ότι η EPSO θα πρέπει να διασφαλίζει τη νομιμότητα της διαδικασίας επιλογής υπενθυμίζοντας στις εξεταστικές επιτροπές τη νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία απαιτεί από αυτές να αιτιολογούν δεόντως και επαρκώς όλες τις αποφάσεις αποκλεισμού υποψηφίων βάσει των προσόντων και των πτυχίων τους.
Απαντώντας, η EPSO δήλωσε ότι συμμερίζεται πλήρως την άποψη του Διαμεσολαβητή σχετικά με τη σημασία της επαρκούς αιτιολόγησης των αποφάσεων και της παροχής κατάλληλης νομικής υποστήριξης στις εξεταστικές επιτροπές. Η EPSO αναδιάρθρωσε πρόσφατα τις υπηρεσίες της για να δημιουργήσει έναν νέο τομέα, την Υπηρεσία Εισδοχής Επιχειρήσεων, προκειμένου να συνδράμει καλύτερα τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής στην αξιολόγηση των προσόντων και των διπλωμάτων των υποψηφίων. Για τον σκοπό αυτό, επικοινωνεί με τις αρμόδιες εθνικές αρχές, και συγκεκριμένα με το NARIC, για να ζητήσει συμβουλές σχετικά με ζητήματα που αφορούν την αναγνώριση των πτυχίων και των εκπαιδευτικών συστημάτων στην ΕΕ. Ως εκ τούτου, η EPSO κατόρθωσε να βελτιώσει σημαντικά τη βάση δεδομένων της για τα διπλώματα, η οποία δημοσιεύεται ως παράρτημα του οδηγού για τους γενικούς διαγωνισμούς: «Παραδείγματα προσόντων που αντιστοιχούν, κατ’ αρχήν, σε εκείνα που απαιτούνται από τις προκηρύξεις διαγωνισμών».
Η απάντηση της EPSO ανέφερε επίσης ότι η ΓΔ Εκπαίδευσης και Πολιτισμού της Επιτροπής δημιούργησε το γλωσσάριο Eurydice, σε συνεργασία με τα υπουργεία Παιδείας σε όλα τα κράτη μέλη, προκειμένου να παρέχει αξιόπιστες και συγκρίσιμες πληροφορίες σχετικά με τα εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα και πολιτικές. Η EPSO θέτει το γλωσσάριο Ευρυδίκη στη διάθεση των υποψηφίων, όταν συμπληρώνουν την ηλεκτρονική αίτηση υποψηφιότητάς τους, και των εξεταστικών επιτροπών κατά το στάδιο αποδοχής των διαγωνισμών. Κάθε όρος στην πρωτότυπη γλώσσα συνοδεύεται από δομημένη συνοπτική περιγραφή που παρέχει γρήγορη κατανόηση και σύγκριση των πληροφοριών.
Η EPSO ολοκλήρωσε την απάντησή της δηλώνοντας ότι το αποτέλεσμα των διαφόρων βελτιώσεων που επήλθαν είναι ότι καμία από τις καταγγελίες βάσει του άρθρου 90 που υπέβαλαν οι υποψήφιοι το 2013 δεν αφορούσε ζητήματα διπλωμάτων.
Ο Διαμεσολαβητής επικροτεί τα μέτρα που έλαβε η EPSO, τα οποία οδήγησαν σε σαφέστερη ενημέρωση των υποψηφίων και, κατά συνέπεια, σε λιγότερες καταγγελίες.
Υπόθεση 434/2012/VL: Υποχρέωση απάντησης στην αλληλογραφία
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ασφάλειας της Αεροπορίας (EASA) απέρριψε αίτημα κατασκευαστή αεροσκαφών για πτητική άδεια όσον αφορά ένα από τα αεροσκάφη του, διότι η σχετική διαδικασία πιστοποίησης βρισκόταν σε εξέλιξη. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι ο EASA i) εργάστηκε αναποτελεσματικά και δεν πιστοποίησε το σχετικό αεροσκάφος εντός εύλογου χρονικού διαστήματος· ii) παρέλειψε να επικοινωνήσει ορθά με τη μητρική εταιρεία του καταγγέλλοντος, ιδίως μη απαντώντας σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε και μη παρέχοντάς της χρονοδιάγραμμα για την πιστοποίηση του σχετικού αεροσκάφους· και iii) αγνόησε τη θετική πρακτική εμπειρία σε σχέση με το υδραυλικό σύστημα που χρησιμοποιείται στο αεροσκάφος.
Η Διαμεσολαβήτρια δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση όσον αφορά τα σημεία i) και iii), αλλά επέκρινε την παράλειψη του EASA να απαντήσει στο ηλεκτρονικό μήνυμα.
Απαντώντας, ο EASA δήλωσε ότι, προκειμένου να αποφευχθούν παρόμοιες καταστάσεις στο μέλλον, i) θα συνεχίσει να παρέχει κατάρτιση στα μέλη του προσωπικού του σχετικά με την εφαρμογή του κώδικα δεοντολογίας για το προσωπικό του EASA, ii) θα επανεξετάζει συνεχώς την πρακτική εφαρμογή της αρχής της ορθής διοικητικής πρακτικής και iii) θα εξετάσει το ενδεχόμενο κριτικής επανεξέτασης του άρθρου 16 του κώδικα δεοντολογίας για το προσωπικό του EASA και των εξαιρέσεων που αναφέρονται σε αυτό.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για τα προβλεπόμενα μέτρα παρακολούθησης που ανακοίνωσε ο EASA ως μέσο για να διασφαλιστεί ότι δεν θα επαναληφθεί η περίπτωση κακοδιοίκησης που διαπιστώθηκε στην παρούσα υπόθεση.
Β. Αποδεκτές φιλικές λύσεις
1. Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Υπόθεση 2178/2011/KM: Άρνηση επιστροφής του συνόλου των εξόδων ταξιδίου που πραγματοποιήθηκαν για τη συμμετοχή σε συνέντευξη
Ο καταγγέλλων, Γερμανός υπήκοος, συμμετείχε σε διαγωνισμό για μια θέση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Στις 15 Απριλίου 2011, μετά τη γραπτή δοκιμασία, πληροφορήθηκε ότι οι προσκλήσεις για τις συνεντεύξεις θα στέλνονταν πιθανότατα στα μέσα Ιουνίου. Έτσι, πήγε διακοπές, όπως είχε προγραμματιστεί, τον Μάιο. Ωστόσο, στις 13 Μαΐου 2011, έλαβε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (το οποίο διάβασε μόλις στις 26 Μαΐου 2011) με το οποίο τον καλούσε να παραστεί σε συνέντευξη στις Βρυξέλλες στις 30 Μαΐου 2011. Ως εκ τούτου, αναγκάστηκε να κάνει κράτηση πτήσης από τη Ρώμη σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Ζήτησε να του επιστραφούν τα έξοδα της εν λόγω πτήσεως, ήτοι 559,60 ευρώ. Το Κοινοβούλιο απέρριψε το αίτημά του. Υποστήριξε ότι, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν είχε ζητήσει την αλλαγή της διεύθυνσής του στα αρχεία του Κοινοβουλίου, μπορούσε να του επιστρέψει τα έξοδα μόνο βάσει της απόστασης μεταξύ του τόπου κατοικίας του στη Γερμανία και των Βρυξελλών, δηλαδή 221,08 ευρώ. Ο ενδιαφερόμενος απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, ο οποίος κίνησε έρευνα.
Στη γνώμη του, το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι είχε εφαρμόσει ορθά τους σχετικούς κανόνες. Λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης, ο Διαμεσολαβητής της ζήτησε να εξετάσει το ζήτημα της δικαιοσύνης. Σε απάντηση, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι είχε αντιμετωπίσει δίκαια τον καταγγέλλοντα και υπογράμμισε ότι δεν μπορούσε να καταβάλει υψηλότερο ποσό επειδή δεν είχε λάβει γραπτή κοινοποίηση από τον καταγγέλλοντα.
Ο Διαμεσολαβητής συμφώνησε ότι οι κανόνες επιβάλλουν τρεις προϋποθέσεις για να είναι αποδεκτή η αλλαγή διεύθυνσης: i) οι περιστάσεις πρέπει να είναι εξαιρετικές· ii) η μεταβολή πρέπει να επέρχεται τουλάχιστον 15 ημέρες πριν από τη δοκιμή· και iii) πρέπει να υποβληθεί γραπτή αίτηση. Εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο δέχθηκε ότι πληρούται η πρώτη προϋπόθεση και επέδειξε κάποια ευελιξία επιλέγοντας να μην εφαρμόσει τη δεύτερη προϋπόθεση. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο επέμεινε στην τρίτη προϋπόθεση. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η θέση αυτή ήταν αδικαιολόγητα τυπολατρική και δεν έλαβε επαρκώς υπόψη την ιδιαίτερη κατάσταση του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, προτείνει στο Κοινοβούλιο να επανεξετάσει το αίτημα του καταγγέλλοντος για πλήρη επιστροφή των εξόδων.
Το Κοινοβούλιο αποδέχθηκε την πρόταση του Διαμεσολαβητή και κατέβαλε στον καταγγέλλοντα το υπόλοιπο των εξόδων ταξιδίου του. Ο καταγγέλλων εξέφρασε την ικανοποίησή του για το αποτέλεσμα αυτό.
2. Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Υπόθεση 1519/2011/AN: Ειδοποίηση απόλυσης που επιδόθηκε κατά τη διάρκεια αναρρωτικής άδειας
Ο καταγγέλλων εργαζόταν για τη στρατιωτική αποστολή της ΕΕ στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη «EUFOR Althea». Η εν λόγω αποστολή του γνωστοποίησε την καταγγελία της συμβάσεώς του εργασίας και του επέτρεψε να τηρήσει την προθεσμία προειδοποιήσεως ενόσω βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια.
Η έρευνα της Διαμεσολαβήτριας κατέδειξε ότι η EUFOR Althea, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, παραβίασε τα δικαιώματα υπεράσπισης του καταγγέλλοντος. Επιπλέον, δεδομένου ότι βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια άνευ αποδοχών κατά την έναρξη της προθεσμίας καταγγελίας, στερήθηκε μέρος των εσόδων τα οποία, σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης της EUFOR, δικαιούνταν πριν από την απόλυσή του. Η Διαμεσολαβήτρια υπέβαλε πρόταση φιλικής λύσης στο Συμβούλιο, προτείνοντας στην EUFOR Althea να εξετάσει το ενδεχόμενο καταβολής του σχετικού ποσού στον καταγγέλλοντα.
Στην απάντησή του στην πρόταση φιλικής λύσης της Διαμεσολαβήτριας, το Συμβούλιο δήλωσε ότι δεν είναι αρμόδιο να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης και ότι η πρόταση θα πρέπει να απευθύνεται απευθείας στον Διοικητή Επιχείρησης. Λόγω ευγένειας και με σκοπό να συνδράμει τον Διαμεσολαβητή στην έρευνά του, το Συμβούλιο διαβίβασε την πρόταση φιλικής λύσης του Διαμεσολαβητή στον Διοικητή Επιχείρησης για απάντηση.
Ο Διοικητής Επιχείρησης συμφώνησε με τον Διαμεσολαβητή ότι η EUFOR παραβίασε τα δικαιώματα υπεράσπισης του καταγγέλλοντος κατά τον χειρισμό της υπόθεσής του. Αποδέχθηκε την πρόταση φιλικής λύσης του Διαμεσολαβητή.
Ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι ο Διοικητής Επιχείρησης αποδέχθηκε την πρότασή του για φιλική λύση. Ευχαριστεί το Συμβούλιο για τη λειτουργία του ως γέφυρας μεταξύ του Διαμεσολαβητή και του Διοικητή Επιχείρησης και λαμβάνει υπό σημείωση την πρότασή του να απευθυνθεί απευθείας στον Διοικητή Επιχείρησης, την οποία θα ακολουθήσει ο Διαμεσολαβητής σε μελλοντικές υποθέσεις που αφορούν στρατιωτικές αποστολές. Τέλος, η Διαμεσολαβήτρια υπενθύμισε ότι το γενικό ζήτημα του ποιος είναι υπεύθυνος για περιπτώσεις κακοδιοίκησης στις δραστηριότητες αποστολών που δημιουργούνται σε τρίτες χώρες υπό την αιγίδα της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας της ΕΕ αποτελεί αντικείμενο αυτεπάγγελτης έρευνας [1].
3. Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Υπόθεση 828/2010/JF: Παράλειψη έγκαιρης απάντησης σε αίτημα
Ο καταγγέλλων, μια ΜΚΟ με έδρα τη Γαλλία, εκτέλεσε ένα χρηματοδοτούμενο από την ΕΕ έργο στην Αγκόλα, υπό τη γενική εποπτεία της (τότε) αντιπροσωπείας της Επιτροπής στη Λουάντα. Όταν συνειδητοποίησε ότι τα προβλεπόμενα αποτελέσματα του έργου δεν μπορούσαν να επιτευχθούν εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, ο καταγγέλλων ζήτησε από την αντιπροσωπεία να συμφωνήσει σε παράταση, σύμφωνα με τη σύμβαση που υπεγράφη και από τα δύο μέρη. Ωστόσο, η αντιπροσωπεία δεν ήταν σε θέση να αποφασίσει σχετικά με το αίτημα αυτό πριν από τη συμβατική λήξη του έργου, λόγω της εικαζόμενης παράλειψης του καταγγέλλοντος να υποβάλει εγκαίρως αίτημα συμβατό με τις απαιτήσεις της σύμβασης. Ο καταγγέλλων διαφώνησε και υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.
Από την έρευνα του Διαμεσολαβητή προέκυψε ότι ο καταγγέλλων υπέβαλε ορθά το αίτημά του και ότι η αντιπροσωπεία το χειρίστηκε κατά τρόπο που θα μπορούσε να εκληφθεί ως αμέλεια. Ως εκ τούτου, η αντιπροσωπεία θα μπορούσε ενδεχομένως να έχει διαπράξει περίπτωση κακοδιοίκησης, με αποτέλεσμα την καταβολή αποζημίωσης από την ΕΕ λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια πρότεινε στην Επιτροπή μια φιλική λύση την οποία εξετάζει για να αποζημιώσει τον καταγγέλλοντα. Η Επιτροπή δέχθηκε να επιστρέψει στον καταγγέλλοντα το ποσό των σχεδόν 48 000 ευρώ, κίνηση την οποία ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε την ικανοποίησή του. Ωστόσο, αρνήθηκε να καταβάλει τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο καταγγέλλων και ο τοπικός εταίρος του μετά τη συμβατική λήξη του έργου. Ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε συμπληρωματική πρόταση για φιλική λύση στο θέμα αυτό.
Η Επιτροπή δέχθηκε τελικά να επιστρέψει τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν μετά τη λήξη του έργου, αλλά μόνο όσον αφορά τον εταίρο του καταγγέλλοντος. Όσον αφορά τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή υπέβαλε αντιπρόταση στην οποία εκθέτει τον βαθμό στον οποίο ήταν έτοιμη να επιστρέψει τα σχετικά έξοδα. Ο Διαμεσολαβητής κάλεσε την Επιτροπή να αποδείξει περαιτέρω τη δέσμευσή της για χρηστή διοίκηση και να προβεί χωρίς καθυστέρηση στην επιστροφή του υπολοίπου των εξόδων του καταγγέλλοντος σύμφωνα με την αντιπρόταση. Προέβη σε περαιτέρω σχετική παρατήρηση και περάτωσε την υπόθεση.
Σε συνέχεια της περαιτέρω παρατήρησης, η Επιτροπή ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι είχε συμφωνήσει με τον καταγγέλλοντα ποσό που είναι ικανοποιητικό και για τα δύο μέρη.
Υπόθεση 1682/2010/BEH: Η λειτουργία των ομάδων εμπειρογνωμόνων
Ο καταγγέλλων είναι οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών. Σύμφωνα με τον ιστότοπό της, είναι ένας συνασπισμός σχεδόν 200 ομάδων δημοσίου συμφέροντος, συνδικαλιστικών οργανώσεων, ακαδημαϊκών και εταιρειών δημοσίων υποθέσεων. Η καταγγελία της στον Διαμεσολαβητή αφορούσε τη λειτουργία ομάδων εμπειρογνωμόνων που είχαν συσταθεί από την Επιτροπή. Ο βασικός ισχυρισμός ήταν ότι η Επιτροπή δεν διασφάλισε την ισόρροπη σύνθεση των εν λόγω ομίλων. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, στην πλειονότητα των ομάδων που προσδιόρισε, οι εκπρόσωποι της βιομηχανίας αποτελούν την πλειοψηφία, ενώ όλα τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως οι ομάδες καταναλωτών, οι πανεπιστημιακοί και η κοινωνία των πολιτών, υποεκπροσωπούνται. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης έλλειψη διαφάνειας στη λειτουργία των ομάδων εμπειρογνωμόνων.
Ο Διαμεσολαβητής πρότεινε φιλική λύση. Ζητεί, μεταξύ άλλων, από την Επιτροπή να λάβει περαιτέρω μέτρα για τη διασφάλιση ισόρροπης εκπροσώπησης των σχετικών τομέων εμπειρογνωμοσύνης και ενδιαφέροντος στις ομάδες εμπειρογνωμόνων. Προτείνει επίσης στην Επιτροπή να συμπληρώσει το επιγραμμικό μητρώο ομάδων εμπειρογνωμόνων, διασφαλίζοντας ότι περιλαμβάνει όλους τους εμπειρογνώμονες και όλες τις ομάδες εμπειρογνωμόνων και παρέχει επαρκές επίπεδο λεπτομέρειας όσον αφορά τα πρακτικά και/ή τις εκθέσεις των συνεδριάσεων.
Η Επιτροπή αποδέχθηκε την πρόταση. Εξήγησε ότι ολοκλήρωσε το ηλεκτρονικό μητρώο ομάδων εμπειρογνωμόνων στις αρχές του 2012 και έκτοτε προέβη σε περαιτέρω βελτιώσεις. Όσον αφορά τη σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων, η Επιτροπή παρουσίασε λεπτομερώς ορισμένα συγκεκριμένα μέτρα που είχε λάβει για τη διασφάλιση ισόρροπης εκπροσώπησης, τη διόρθωση εσφαλμένων ταξινομήσεων και την πρόληψη συγκρούσεων συμφερόντων. Τα μέτρα αυτά περιλάμβαναν, για παράδειγμα, συνολική επανεξέταση των ομάδων εμπειρογνωμόνων. Ως αποτέλεσμα, η σύνθεση ορισμένων ομάδων τροποποιήθηκε ή βρίσκεται σε διαδικασία τροποποίησης. Ο καταγγέλλων αναγνώρισε τις βελτιώσεις που επήλθαν, αλλά υποστήριξε ότι τα εταιρικά συμφέροντα εξακολουθούν να κυριαρχούν στις ομάδες εμπειρογνωμόνων που συστάθηκαν από τον Σεπτέμβριο του 2012 και μετά.
Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι είναι επιτακτική ανάγκη να παρακολουθεί προσεκτικά την κατάσταση. Ως εκ τούτου, ανακοίνωσε την πρόθεσή της να κινήσει αυτεπάγγελτη έρευνα, πράγμα που έπραξε τον Μάιο του 2014. Αυτό θα της επιτρέψει να εξετάσει προσεκτικά τυχόν περαιτέρω εξελίξεις στην πρακτική της Επιτροπής όσον αφορά τη σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων και θα δώσει σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη την ευκαιρία να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους.
Υπόθεση 1817/2010/RA: Άρνηση παροχής πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα σχετικά με πρόσκληση υποβολής προτάσεων
Η καταγγελία αφορά άρνηση της Επιτροπής να παράσχει πρόσβαση σε έγγραφα. Ο καταγγέλλων είναι δημόσιος φορέας με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, ο οποίος επικεντρώνεται στην ανάπτυξη μέσων για τη διασφάλιση ασφαλέστερης χρήσης του διαδικτύου από τα παιδιά. Μετά την απόρριψη της πρότασής του για χρηματοδότηση, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή πρόσβαση του κοινού στη συνοπτική έκθεση αξιολόγησης σχετικά με ανταγωνιστική πρόταση. Η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα, υποστηρίζοντας ότι η δημοσιοποίηση της έκθεσης θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων και θα έθιγε την προστασία των εμπορικών συμφερόντων της κοινοπραξίας της οποίας η πρόταση χρηματοδοτήθηκε.
Μετά τη διεξαγωγή έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια υπέβαλε πρόταση για φιλική λύση, καλώντας την Επιτροπή να επανεξετάσει την άρνησή της. Η Επιτροπή απάντησε παρέχοντας πρόσβαση στο έγγραφο. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την υπόθεση διαπιστώνοντας ότι η φιλική του λύση είχε γίνει δεκτή. Δράττεται της ευκαιρίας για να προβεί σε ορισμένες περαιτέρω παρατηρήσεις με σκοπό τη βελτίωση των διαδικασιών της Επιτροπής για το μέλλον.
Υπόθεση 513/2011/EIS: Εικαζόμενη παράλειψη ενημέρωσης του καταγγέλλοντος σχετικά με τα χαρακτηριστικά και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς
Η καταγγέλλουσα, ιταλική εταιρεία που ειδικεύεται στην παρακολούθηση και τη διαχείριση του περιβάλλοντος, συμμετείχε σε διαδικασία υποβολής προσφορών που δημοσίευσε η αντιπροσωπεία της ΕΕ στην Αλβανία. Η προσφορά του καταγγέλλοντος αποκλείστηκε από τη διαδικασία του διαγωνισμού επειδή δεν πληρούσε μια συγκεκριμένη πτυχή των τεχνικών προδιαγραφών. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή αντίγραφο της επιλεγείσας προσφοράς. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν ήταν ικανοποιημένος με τις απαντήσεις που έλαβε, απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή, ο οποίος κίνησε έρευνα. Στην εναρκτήρια επιστολή του, ο Διαμεσολαβητής κατέστησε σαφές ότι θεωρούσε επίσης ότι ο καταγγέλλων επέκρινε το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν του παρείχε πληροφορίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς.
Στη γνώμη της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι το αίτημα του καταγγέλλοντος δεν περιείχε καμία ρητή αναφορά στα χαρακτηριστικά και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς. Ωστόσο, πρόσθεσε ότι θα ήταν διατεθειμένη να παράσχει τις πληροφορίες αυτές, εάν, σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό, ο καταγγέλλων τις ζητούσε.
Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η άρνηση παροχής στον καταγγέλλοντα αντιγράφου της σχετικής προσφοράς ήταν δικαιολογημένη. Ωστόσο, έκρινε επίσης ότι η Επιτροπή όφειλε να κατανοήσει ότι ο καταγγέλλων ενδιαφερόταν επίσης να λάβει τις πληροφορίες που η αναθέτουσα αρχή υποχρεούται να παράσχει, κατόπιν αιτήματος, στους απορριφθέντες προσφέροντες. Ως εκ τούτου, υπέβαλε πρόταση για φιλική λύση, προτείνοντας στην Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο να παράσχει στον καταγγέλλοντα γενικές πληροφορίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς.
Η Επιτροπή αποδέχθηκε την πρόταση του Διαμεσολαβητή παρέχοντας λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς.
Υπόθεση 940/2011/JF: Επιστροφή επιλέξιμων δαπανών στους δικαιούχους επιχορηγήσεων της Επιτροπής
Ο καταγγέλλων συντόνισε μια κοινοπραξία στην οποία χορηγήθηκε επιχορήγηση από την Επιτροπή για την ανάληψη δράσης στον τομέα των φιλικών προς το περιβάλλον κατασκευών. Κατά την εκτέλεση της δράσης, η κοινοπραξία ζήτησε την επιστροφή των επιλέξιμων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν κατά τις διάφορες περιόδους αναφοράς, σύμφωνα με τη σύμβαση που υπεγράφη με την Επιτροπή. Ωστόσο, η Επιτροπή δέχθηκε να καταβάλει μόνον το 45,75 % των εξόδων αυτών. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η Επιτροπή έσφαλε περιορίζοντας τις επιστροφές στο ανωτέρω ποσοστό και υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.
Ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι, βάσει της σύμβασης, το ποσοστό επιστροφής 45,75 % εφαρμοζόταν στη συνολική συνεισφορά της Ένωσης στη δράση. Η σύμβαση δεν περιείχε καμία αναφορά σε κανένα επιτόκιο για ενδιάμεσες πληρωμές. Επιπλέον, πριν η κοινοπραξία ζητήσει την καταβολή των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν κατά την πρώτη περίοδο αναφοράς, υπάλληλος της Επιτροπής την ενημέρωσε ότι οι ενδιάμεσες πληρωμές μπορούσαν να πραγματοποιηθούν με διαφορετικά ποσοστά επιστροφής. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια πρότεινε φιλική λύση στην Επιτροπή, καλώντας την i) να εξηγήσει δεόντως τους λόγους για τους οποίους εφάρμοσε το προαναφερθέν ποσοστό στις ενδιάμεσες πληρωμές προς την κοινοπραξία· και ii) να διασφαλίσει ότι θα καταβάλει στην κοινοπραξία το υπόλοιπο, σύμφωνα με τη σύμβαση, μετά το πέρας της ενέργειας.
Η Επιτροπή υποστήριξε ότι εφάρμοζε συστηματικά το ποσοστό 45,75 % στις ενδιάμεσες πληρωμές, προκειμένου να διασφαλιστεί η χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της ΕΕ και να αποφευχθούν στο μέλλον περίπλοκες διαδικασίες ανάκτησης. Ο Διαμεσολαβητής δεν έμεινε ικανοποιημένος από την απάντηση αυτή, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι η Επιτροπή μπορούσε να καταρτίσει κατευθυντήριες γραμμές που θα επέτρεπαν στην κοινοπραξία να ερμηνεύσει ορθώς τη σύμβαση ως προς το σημείο αυτό. Ωστόσο, δεδομένου ότι όλες οι συμφωνίες επιχορήγησης περιλαμβάνουν πλέον μια πολύ σαφή διάταξη που αναφέρει ότι οι ενδιάμεσες επιστροφές θα πραγματοποιούνται με το ποσοστό που ισχύει για τη συνολική συνεισφορά της Ένωσης στη δράση, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν δικαιολογημένες περαιτέρω έρευνες σχετικά με το θέμα αυτό. Τέλος, σε περαιτέρω παρατήρηση, ο Διαμεσολαβητής κάλεσε την Επιτροπή να τον ενημερώσει σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο συμμορφώθηκε με τις διαβεβαιώσεις της ότι θα καταβάλει στην κοινοπραξία όλα τα εκκρεμή ποσά στο τέλος της δράσης (βλ. ενότητα E.3 κατωτέρω).
4. Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Υπόθεση 2252/2011/BEH: Εικαζόμενη παράλειψη πλήρους απάντησης στο αίτημα παροχής πληροφοριών
Τον Σεπτέμβριο του 2011, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου. Στην επιστολή του, έθεσε διάφορα ερωτήματα σχετικά με τη νομική κατάσταση των διαδίκων σε διαδικασίες ενώπιον των δικαστηρίων (του Δικαστηρίου, του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης) σε σχέση με τη σύνθεση των τμημάτων που εκδικάζουν μια υπόθεση, ιδίως όταν οι εν λόγω διάδικοι υποπτεύονται πιθανή μεροληψία των δικαστών. Το Δικαστήριο περιόρισε την απάντησή του στην παροχή στον καταγγέλλοντα ορισμένων πληροφοριών σχετικά με τη σύνθεση των τμημάτων και τους λόγους που εκτίθενται στον Οργανισμό του Δικαστηρίου, για τους οποίους οι δικαστές δεν μπορούν να μετάσχουν στην εκδίκαση μιας υπόθεσης.
Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν απάντησε πλήρως στις ερωτήσεις που έθεσε στην επιστολή του και ζήτησε από το Ελεγκτικό Συνέδριο να δώσει πλήρη και ολοκληρωμένη απάντηση στις ερωτήσεις του. Οι πρώτες επαφές μεταξύ των υπηρεσιών του Ελεγκτικού Συνεδρίου και εκείνων του Διαμεσολαβητή οδήγησαν στην έναρξη έρευνας, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Διαμεσολαβητής πρότεινε, ως φιλική λύση, να παράσχει το Ελεγκτικό Συνέδριο περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά, για παράδειγμα, με τις πηγές ορισμένων διαδικαστικών κανόνων.
Το Δικαστήριο δέχθηκε την πρόταση του Διαμεσολαβητή και παρέσχε περαιτέρω πληροφορίες που ικανοποιούν τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την υπόθεση.
5. Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (EMA)
Υπόθεση 693/2011/RA: Άρνηση παροχής πρόσβασης του κοινού σε κλινικές μελέτες που έχουν διεξαχθεί σχετικά με φάρμακο κατά της σκλήρυνσης κατά πλάκας
Η παρούσα καταγγελία αφορά αίτημα πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMA) και σχετίζονται με κλινικές μελέτες που διενεργήθηκαν για το Avonex, ένα φαρμακευτικό προϊόν που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της σκλήρυνσης κατά πλάκας. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι ο EMA δεν του παρέσχε κανένα από τα έγγραφα που ζήτησε, ιδίως την άδεια κυκλοφορίας.
Ο Οργανισμός αιτιολόγησε την άρνησή του να παράσχει στο κοινό πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν ήταν σε θέση να τα βρει στα εκτός των εγκαταστάσεων αρχεία του.
Η Διαμεσολαβήτρια υπέβαλε πρόταση φιλικής λύσης, σύμφωνα με την οποία ο EMA θα πρέπει i) να ερευνά επιμελώς τα αρχεία του για τα έγγραφα που ζητεί ο καταγγέλλων· ii) εάν βρεθούν τα έγγραφα, να παράσχει στον καταγγέλλοντα πλήρη πρόσβαση σε αυτά ή να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ισχύει μία από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001· iii) παρέχει στον Διαμεσολαβητή λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με το σχέδιο ηλεκτρονικής αρχειοθέτησης.
Ο EMA αποδέχθηκε πλήρως την πρόταση φιλικής λύσης του Διαμεσολαβητή. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι ορισμένα από τα ζητηθέντα έγγραφα δεν βρίσκονταν στην κατοχή της. Ενώ ο καταγγέλλων εξέφρασε ανησυχίες σχετικά με το επιχείρημα του EMA ότι δεν διέθετε όλα τα έγγραφα που ζήτησε, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι η παρούσα έρευνα αφορούσε μόνο την άρνηση παροχής πρόσβασης σε έγγραφα και όχι τη μη συγκέντρωση εγγράφων.
Γ. Τα σχέδια συστάσεων έγιναν δεκτά
1. Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Υπόθεση 2398/2009/EIS: Καθήκον έναντι πρώην υπαλλήλου
Ο καταγγέλλων, υπάλληλος της Επιτροπής που έχει πλέον συνταξιοδοτηθεί, καταβάλλει διατροφή σε τρία άτομα.
Μέχρι τον Ιανουάριο του 2006, η Επιτροπή παρείχε στον καταγγέλλοντα λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα ποσά που καταβλήθηκαν σε καθένα από τα τρία πρόσωπα, όπως φαίνεται στο δελτίο συντάξεών του. Στη συνέχεια, ωστόσο, λόγω αλλαγής στο σύστημα ΤΠ της, η Επιτροπή ανέφερε μόνο το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή και ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή i) δεν ανταποκρίθηκε επαρκώς στα αιτήματά του σχετικά με τα καταβληθέντα ποσά και ii) έκρινε εσφαλμένα ότι δεν υποχρεούται να ελέγξει την ακρίβεια των υπολογισμών που της υπέβαλαν τα τρία ενδιαφερόμενα πρόσωπα.
Αφού εξέτασε τον φάκελο της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η Επιτροπή δεν παρείχε στον καταγγέλλοντα πλήρεις και λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα ποσά που καταβλήθηκαν στα τρία πρόσωπα από τον Φεβρουάριο του 2006. Ως εκ τούτου, υπέβαλε σχέδιο σύστασης στην Επιτροπή, ζητώντας της να παράσχει το ίδιο είδος λεπτομερών πληροφοριών με αυτό που παρείχε έως τον Ιανουάριο του 2006, όταν τέθηκε σε εφαρμογή το παλαιό σύστημα ΤΠ. Όσον αφορά την άποψη του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή δεν έλεγξε σωστά τους υπολογισμούς που της υποβλήθηκαν, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση.
Η Επιτροπή αποδέχθηκε το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή και παρέσχε στον καταγγέλλοντα τις ζητούμενες πληροφορίες.
Υπόθεση 2558/2009/DK: Εικαζόμενες παρατυπίες στη σύσταση και λειτουργία επιστημονικής επιτροπής
Το 2008, η Επιτροπή ζήτησε από την επιστημονική επιτροπή της για την υγεία και τους περιβαλλοντικούς κινδύνους («ΕΕΥΠΚ») να καταρτίσει γνώμη σχετικά με τη χρήση πρωτευόντων πλην του ανθρώπου στην έρευνα. Δεδομένου του ιδιαίτερα εξειδικευμένου τομέα, η ΕΕΥΠΚ αποφάσισε να συστήσει ομάδα εργασίας αποτελούμενη από εμπειρογνώμονες που θα την επικουρούν στην εκπόνηση της γνωμοδότησης. Η τελική γνωμοδότηση εγκρίθηκε και εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 2009.
Τον Οκτώβριο του 2009, ο καταγγέλλων, ο Ευρωπαϊκός Συνασπισμός για την Εξάλειψη των Πειραμάτων σε Ζώα, απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή για να καταγγείλει ότι, κατά την άποψή του, η ΕΕΥΠΚ, μέσω της ομάδας εργασίας της, i) δεν διέθετε την αναγκαία εμπειρογνωμοσύνη για να γνωμοδοτήσει επί του θέματος και ii) δεν έλαβε υπόψη, στην τελική της γνώμη, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν.
Βάσει της έρευνάς του, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε προκηρύξει δημόσια πρόσκληση ειδικά για τον εντοπισμό σχετικών εμπειρογνωμόνων που θα συνδράμουν την ΕΕΥΠΚ. Προέβη σε σχέδιο σύστασης σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο τροποποίησης των κανόνων της σχετικά με τη σύσταση επιστημονικών επιτροπών, ώστε να απαιτείται η δημοσίευση πρόσκλησης που θα καλεί εμπειρογνώμονες να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους με στόχο τον εντοπισμό των καλύτερων δυνατών υποψηφίων.
Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι εξέδωσε νέα απόφαση η οποία προβλέπει ότι, κατά την επιλογή εμπειρογνωμόνων για τις ομάδες εργασίας, θα προβεί σε αναζήτηση στο «Pool of Scientific Advisors on Risk Assessment», το οποίο συστάθηκε με την απόφαση αυτή, καθώς και στη βάση δεδομένων εξωτερικών εμπειρογνωμόνων. Θα εκδώσει επίσης διαδικτυακή πρόσκληση για εμπειρογνώμονες. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή είχε αποδεχθεί το σχέδιο σύστασής του.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η ΕΕΥΠΚ δεν έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση.
Υπόθεση 846/2010/PB: Επί του ισχυρισμού της Επιτροπής περί εσφαλμένου χειρισμού καταγγελίας λόγω παραβάσεως
Η υπόθεση αυτή αφορούσε τον χειρισμό από την Επιτροπή καταγγελίας παράβασης που της υποβλήθηκε από μέλος της δανικής κοινωνίας των πολιτών. Η αιτίαση αυτή αφορούσε τη συμβατότητα με το ευρωπαϊκό περιβαλλοντικό δίκαιο ενός συστήματος επέκτασης της σιδηροδρομικής χωρητικότητας στη Δανία. Το κύριο ζήτημα στην υπόθεση ήταν η ποιότητα των εξηγήσεων της Επιτροπής για τους λόγους για τους οποίους διαπίστωσε ότι η οδηγία της ΕΕ για τη στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση (η «οδηγία ΣΠΕ») δεν εφαρμοζόταν στο εν λόγω σύστημα επέκτασης της σιδηροδρομικής χωρητικότητας.
Σε σχέδιο σύστασης, η Διαμεσολαβήτρια κάλεσε την Επιτροπή να εξηγήσει καλύτερα τους λόγους για τους οποίους κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η οδηγία ΣΕΠΕ δεν εφαρμόζεται στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Η Επιτροπή το έπραξε. Στην απόφαση περάτωσης της υπόθεσης, η Διαμεσολαβήτρια επαίνεσε επίσης την Επιτροπή για τη δέουσα συνεκτίμηση των συστημικών ζητημάτων που τέθηκαν, ιδίως της ασαφούς διατύπωσης της οδηγίας ΣΕΠΕ. Η Επιτροπή αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες βελτιώσεις που σκόπευε να εισαγάγει με σκοπό την επιδίωξη του στόχου της μεγαλύτερης ασφάλειας και διαφάνειας κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας.
Υπόθεση 1013/2012/MHZ: Άρνηση παροχής πρόσβασης σε έγγραφα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα
Ο καταγγέλλων απολύθηκε από τη θέση του βασικού εμπειρογνώμονα και επικεφαλής ομάδας ενός χρηματοδοτούμενου από την ΕΕ έργου στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Ζήτησε πρόσβαση σε έγγραφα που σχετίζονται με την απόλυσή του, σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα, αλλά η Επιτροπή αρνήθηκε. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν απάντησε στο αίτημά του για πρόσβαση στο ηλεκτρονικό μητρώο των εγγράφων που έχει στην κατοχή της η αντιπροσωπεία της ΕΕ στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Κατά τη διάρκεια της έρευνας του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων διευκρίνισε ότι η αίτησή του για πρόσβαση κάλυπτε, μεταξύ άλλων, όλα τα έγγραφα που περιείχαν επικριτικές παρατηρήσεις σχετικά με τις επιδόσεις του και όλα τα έγγραφα/πληροφορίες που περιείχαν τα προσωπικά του δεδομένα κατά την έννοια του κανονισμού της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων (κανονισμός 45/2001).
Μετά από έλεγχο των σχετικών εγγράφων της Επιτροπής, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι η Επιτροπή δεν χειρίστηκε επαρκώς και εγκαίρως το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση. Κατήρτισε σχέδιο σύστασης σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή θα πρέπει πρώτα να προσδιορίσει και στη συνέχεια να δημοσιοποιήσει τα σχετικά έγγραφα/πληροφορίες. Η Επιτροπή αποδέχθηκε το σχέδιο σύστασης και, βάσει του άρθρου 13 στοιχείο γ) του κανονισμού 45/2001, κοινοποίησε στον καταγγέλλοντα αποσπάσματα όλων των εγγράφων που περιέχουν τα προσωπικά του δεδομένα. Ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε την ικανοποίησή του για τη δράση που ανέλαβε η Επιτροπή, καθώς και για την εξήγηση της Επιτροπής ότι το σύστημα που χρησιμοποιείται για την καταχώριση εισερχόμενων και εξερχόμενων επιστολών στην αντιπροσωπεία δεν είναι σύστημα που περιέχει ηλεκτρονικά αρχεία.
2. Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ)
Υπόθεση 706/2010/RT: Επί της προβαλλομένης ελλείψεως πειστικών λόγων για την απόρριψη αιτήσεως μερικής απασχολήσεως
Το 2001, ο επικεφαλής αντιπροσωπείας της ΕΕ εξουσιοδότησε τρεις τοπικούς υπαλλήλους να εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης. Το 2009, οι τρεις υπάλληλοι ζήτησαν από τον επικεφαλής της αντιπροσωπείας παράταση της εν λόγω εξουσιοδότησης. Το αίτημά τους απορρίφθηκε. Κατ’ εξαίρεση, χορηγήθηκε παράταση έως το τέλος του 2010. Στην καταγγελία τους προς τη Διαμεσολαβήτρια, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν κυρίως ότι η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης («ΕΥΕΔ») δεν είχε παράσχει πειστικούς λόγους για την απόφασή της να τους αρνηθεί την άδεια να εργαστούν με καθεστώς μερικής απασχόλησης.
Η έρευνα του Διαμεσολαβητή κινήθηκε αρχικά κατά της Επιτροπής. Από την 1η Ιανουαρίου 2011, μετά από μεταφορά αρμοδιοτήτων, η ΕΥΕΔ κατέστη το αρμόδιο όργανο για τη διεκπεραίωση όλων των αποφάσεων που αφορούν το προσωπικό των αντιπροσωπειών της ΕΕ. Ως εκ τούτου, η ΕΥΕΔ αντικατέστησε την Επιτροπή για τους σκοπούς της παρούσας έρευνας.
Στη γνωμοδότησή της, η ΕΥΕΔ εξήγησε ότι δεν μπορούσε να παρατείνει την άδεια που είχε χορηγήσει στους τρεις τοπικούς υπαλλήλους να εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης για τους ακόλουθους λόγους: i) η τοπική νομοθεσία δεν προβλέπει κοινή πρακτική για τη χορήγηση εργασίας μερικής απασχόλησης και δεν υπάρχουν «δεσμευτικές διατάξεις» εν προκειμένω· ii) οι ειδικοί κανόνες της ΕΕ σχετικά με τους τοπικούς υπαλλήλους δεν περιλαμβάνουν διατάξεις σχετικά με τη χορήγηση εργασίας μερικής απασχόλησης· και iii) δεν υπάρχει «συμφέρον της υπηρεσίας» που να επιτρέπει την εργασία μερικής απασχόλησης.
Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε αδικαιολόγητη την άρνηση της ΕΥΕΔ να παρατείνει την άδεια εργασίας μερικής απασχόλησης για τους τρεις τοπικούς υπαλλήλους. Κατά την άποψή του, η εργασία μερικής απασχόλησης αποτελούσε, τουλάχιστον, συνήθη επιλογή που επιτρεπόταν από την τοπική νομοθεσία. Ακόμη και αν δεν υπάρχουν γενικές «δεσμευτικές διατάξεις» στον τοπικό νόμο που να ορίζουν ότι η εργασία μερικής απασχόλησης θα πρέπει να χορηγείται υποχρεωτικά κατόπιν αιτήματος, τα μέρη των συμφωνιών εργασίας είναι ελεύθερα να διαπραγματεύονται και να επιτρέπουν τη δυνατότητα αυτή. Επιπλέον, ακόμη και αν οι ειδικοί κανόνες της Ένωσης σχετικά με τους τοπικούς υπαλλήλους σιωπούν όσον αφορά την εργασία μερικής απασχόλησης, δεν απαγορεύουν τη σύναψη τέτοιας συμφωνίας. Τέλος, ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε τους σχετικούς κανόνες της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, οι οποίοι αναγνωρίζουν όλοι την εργασία μερικής απασχόλησης ως κατάλληλη μορφή απασχόλησης για τους εργαζομένους με οικογενειακές ευθύνες.
Η Διαμεσολαβήτρια υπέβαλε αρχικά πρόταση για φιλική λύση στην ΕΥΕΔ και, στη συνέχεια, σχέδιο σύστασης. Μετά το σχέδιο σύστασής του, η ΕΥΕΔ εξήγησε τους λόγους για τους οποίους ήταν προς το συμφέρον της υπηρεσίας να απορρίψει τα αιτήματα. Επιπλέον, η ΕΥΕΔ ενημέρωσε τη Διαμεσολαβήτρια ότι είχε ξεκινήσει εκ νέου συζητήσεις με την Επιτροπή σχετικά με τη δυνατότητα χορήγησης αδειών για εργασία μερικής απασχόλησης σε τοπικούς υπαλλήλους. Ο Διαμεσολαβητής αποδέχθηκε την εξήγηση αυτή και έκρινε ότι η ΕΥΕΔ είχε λάβει επαρκή μέτρα για την εφαρμογή του σχεδίου σύστασής του.
3. Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA)
Υπόθεση 775/2010/ANA: Χειρισμός δυνητικής σύγκρουσης συμφερόντων που προκύπτει από τη μετακίνηση μέλους του προσωπικού στον ιδιωτικό τομέα
Η καταγγελία υποβλήθηκε από μη κυβερνητική οργάνωση και αφορά τον χειρισμό από την EFSA μιας πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων που προκύπτει από μια κατάσταση που αναφέρεται ως «μεταπήδηση από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα».
Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με τον ισχυρισμό ότι η EFSA δεν αντιμετώπισε επαρκώς το ζήτημα της πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων κατά τη μετακίνηση πρώην μέλους του προσωπικού της στον ιδιωτικό τομέα και σχετικά αιτήματα.
Μετά την έρευνά του σχετικά με την καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε τρία σχέδια συστάσεων στην EFSA. Στην εμπεριστατωμένη γνώμη της, η EFSA επέμεινε ότι είχε συμμορφωθεί με τα σχέδια συστάσεων του Διαμεσολαβητή.
Στην απόφασή του με την οποία περατώθηκε η υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι:
θ) Η EFSA έχει λάβει μέτρα για την ενίσχυση των κανόνων και των διαδικασιών της όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις, υπηρετώντας μέλη του προσωπικού σχετικά με μελλοντικές θέσεις εργασίας του τύπου «μεταπήδηση από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα» και απαιτώντας από τα εν ενεργεία μέλη του προσωπικού να τις γνωστοποιούν εγκαίρως. Ωστόσο, επειδή η EFSA περιόρισε αδικαιολόγητα το πεδίο εφαρμογής του τι θα μπορούσε να ισοδυναμεί με πιθανή σύγκρουση συμφερόντων σε τέτοιες περιστάσεις, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η EFSA αποδέχθηκε μόνο εν μέρει το πρώτο σχέδιο σύστασής του.
ii) Η EFSA δεν αναγνώρισε δεόντως τη μη τήρηση των σχετικών διαδικαστικών κανόνων και τη μη διενέργεια επαρκώς εμπεριστατωμένης αξιολόγησης της δυνητικής σύγκρουσης συμφερόντων που προκύπτει στην παρούσα υπόθεση και, κατά συνέπεια, δεν εφάρμοσε το δεύτερο σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή.
iii) Η EFSA έχει λάβει μέτρα για να διασφαλίσει ότι, εάν προκύψει παρόμοια περίπτωση στο μέλλον, α) λαμβάνει επαρκείς πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων, τουλάχιστον, της δέουσας συνεκτίμησης των καθηκόντων που εκτελούνται στην EFSA, ακριβούς περιγραφής της προτεινόμενης νέας απασχόλησης και πληροφοριών σχετικά με πιθανούς δεσμούς μεταξύ της νέας και της προηγούμενης απασχόλησης, β) προβαίνει σε όσο το δυνατόν διεξοδικότερη αξιολόγηση και γ) καταγράφει δεόντως τα αποτελέσματα της αξιολόγησής της. Ως εκ τούτου, η EFSA αποδέχθηκε και εφάρμοσε το τρίτο σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή.
Προκειμένου να βελτιώσει την εφαρμογή του πρώτου σχεδίου σύστασης, η Διαμεσολαβήτρια διατύπωσε τέσσερις περαιτέρω παρατηρήσεις ζητώντας από την EFSA να εξετάσει το ενδεχόμενο πραγματοποίησης πρόσθετων αλλαγών στις διαδικασίες και τα έντυπα.
4. Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (EMA)
Βλ. υπόθεση 2575/2009/RA ανωτέρω στην ενότητα «Star cases».
Δ. Σχέδια συστάσεων που έγιναν εν μέρει δεκτά από το θεσμικό όργανο
1. Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA)
Βλ. υπόθεση 775/2010/ANA ανωτέρω στο τμήμα Γ.3.
2. Ευρωπαϊκός Οργανισμός για τη Διαχείριση της Επιχειρησιακής Συνεργασίας στα Εξωτερικά Σύνορα (Frontex)
Υπόθεση OI/5/2012/BEH-MHZ: Συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα θεμελιώδη δικαιώματα
Ο κανονισμός 1168/2011/ΕΕ που απαιτεί από τον Frontex να θεσπίσει διοικητικούς μηχανισμούς και μέσα για την προώθηση και την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις του όσον αφορά τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων τέθηκε σε ισχύ το 2011. Ταυτόχρονα, η κοινωνία των πολιτών εξέφρασε ανησυχίες σχετικά με τις επιπτώσεις των δραστηριοτήτων του Frontex στα ανθρώπινα δικαιώματα. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Διαμεσολαβήτρια αποφάσισε να κινήσει αυτεπάγγελτη έρευνα προκειμένου να ελέγξει τον τρόπο με τον οποίο ο Frontex εφαρμόζει τον κανονισμό του 2011. Η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε διευκρινίσεις από τον Frontex όσον αφορά τη στρατηγική για τα θεμελιώδη δικαιώματα, τους κώδικες δεοντολογίας, τον υπεύθυνο θεμελιωδών δικαιωμάτων, τις ευρωπαϊκές ομάδες συνοριοφυλάκων και τον συντονιστή, καθώς και τον τερματισμό των κοινών επιχειρήσεων και των πιλοτικών σχεδίων.
Ο Διαμεσολαβητής απέστειλε την απάντηση του Frontex για σχόλια στον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και δρομολόγησε δημόσια διαβούλευση στην οποία συμμετείχαν διεθνείς οργανισμοί, ΜΚΟ, εθνικός Διαμεσολαβητής και ενδιαφερόμενα άτομα.
Αφού ανέλυσε όλες τις εισηγήσεις και τη γνώμη του Frontex, η Διαμεσολαβήτρια υπέβαλε λεπτομερές σχέδιο σύστασης σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο Frontex θα μπορούσε να βελτιώσει και να καταστήσει αποτελεσματικότερο τον μηχανισμό του για την παρακολούθηση του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε όλες τις δραστηριότητές του.
Μολονότι ο Frontex ανταποκρίθηκε θετικά στις συστάσεις της Διαμεσολαβήτριας όσον αφορά α) τη στρατηγική για τα θεμελιώδη δικαιώματα, το σχέδιο δράσης, τους κώδικες δεοντολογίας, τον τερματισμό/αναστολή των επιχειρήσεων και το συμβουλευτικό φόρουμ, δεν έλαβε υπόψη τη σύσταση της Διαμεσολαβήτριας ότι β) ο υπεύθυνος θεμελιωδών δικαιωμάτων θα πρέπει να εξετάζει το ενδεχόμενο διεκπεραίωσης καταγγελιών για παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε όλες τις δραστηριότητες του Frontex που υποβάλλονται από πρόσωπα τα οποία θίγονται ατομικά από παραβιάσεις, καθώς και προς το δημόσιο συμφέρον.
Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια αποφάσισε να περατώσει την έρευνα και να εξετάσει τις πτυχές του στοιχείου α) όπως διευθετήθηκαν από τον Frontex, καθώς και να υποβάλει ειδική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσον αφορά την πτυχή β).
Ε. Παρακολούθηση επικριτικών και περαιτέρω παρατηρήσεων ανά θεσμικό όργανο
1. Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Υπόθεση 2393/2011/RA: Διαφάνεια των διεθνών εμπορικών διαπραγματεύσεων
Τον Δεκέμβριο του 2011, 28 ενώσεις ψηφιακών πολιτικών δικαιωμάτων από 18 ευρωπαϊκές χώρες διαμαρτυρήθηκαν για την άρνηση του Κοινοβουλίου να αποκαλύψει διάφορα έγγραφα σχετικά με τις διαπραγματεύσεις για την εμπορική συμφωνία για την καταπολέμηση της παραποίησης/απομίμησης (ACTA). Το Κοινοβούλιο εξηγεί ότι δεσμεύεται από συμφωνία εμπιστευτικότητας, την οποία διαπραγματεύτηκε η Επιτροπή. Ο Διαμεσολαβητής αποδέχθηκε αυτή την εξήγηση, αλλά σε μια περαιτέρω παρατήρηση συνέστησε στο Κοινοβούλιο να διασφαλίσει ότι η Επιτροπή και το Συμβούλιο δεν θα υπογράψουν στο μέλλον συμφωνίες εμπιστευτικότητας που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την ικανότητα του Κοινοβουλίου να συσκέπτεται ανοιχτά για τέτοια θέματα.
Στην απάντησή του, το Κοινοβούλιο επεσήμανε τις επακόλουθες θετικές εξελίξεις. Ειδικότερα, η Συνθήκη της Λισαβόνας έδωσε στο Κοινοβούλιο πλήρεις εξουσίες συννομοθεσίας για την έγκριση εμπορικής νομοθεσίας, η Επιτροπή πρέπει να ενημερώνει τακτικά το Κοινοβούλιο για τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις και απαιτείται πλέον η έγκριση του Κοινοβουλίου για την επικύρωση όλων των εμπορικών συμφωνιών. Στο πλαίσιο αυτό, το Κοινοβούλιο έχει επανειλημμένα ζητήσει μεγαλύτερη διαφάνεια, ενημέρωση και συμμετοχή των σχετικών ενδιαφερόμενων μερών κατά τη διάρκεια των εμπορικών διαπραγματεύσεων. Με βάση την εμπειρία της ACTA και σύμφωνα με τα αιτήματα του Κοινοβουλίου, η Επιτροπή υιοθετεί διαφορετική προσέγγιση όσον αφορά την προετοιμασία των μελλοντικών διαπραγματεύσεων, ιδίως των διαπραγματεύσεων για τη Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων (TTIP).
Δεν υπεγράφη συμφωνία εμπιστευτικότητας στο πλαίσιο της TTIP και η δημόσια δήλωση του επικεφαλής διαπραγματευτή της ΕΕ σχετικά με την προστασία των διαπραγματευτικών εγγράφων λαμβάνει πλήρως υπόψη το γεγονός ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ πρέπει να συμμορφώνονται με τον κανονισμό 1049/2001 κατά την εξέταση τυχόν αιτήσεων πρόσβασης του κοινού.
Ορισμένα από τα αρχικά έγγραφα θέσης της ΕΕ και πληροφορίες σχετικά με τις σημαντικές διαπραγματευτικές συνεδριάσεις καθώς και την πρόοδο των διαπραγματεύσεων διατίθενται στους ειδικούς δικτυακούς τόπους της Επιτροπής [2]. Επιπλέον, για λόγους διαφάνειας, η Επιτροπή δεσμεύτηκε να δημοσιοποιήσει ορισμένα έγγραφα που αντικατοπτρίζουν αποκλειστικά τη θέση της ΕΕ σχετικά με τις διαπραγματεύσεις για την TTIP, κατόπιν διαβούλευσης με τους διαπραγματευτικούς εταίρους των ΗΠΑ.
Οι απόψεις της κοινωνίας των πολιτών λαμβάνονται υπόψη μέσω δημόσιων διαβουλεύσεων και διαλόγου κατά την προπαρασκευαστική φάση της διαπραγματευτικής διαδικασίας και μέσω συνεδριάσεων στο τελικό της στάδιο, όταν εξετάζεται το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων, πριν από την έγκρισή τους από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο.
Το Κοινοβούλιο συνέβαλε στην προετοιμασία των διαπραγματεύσεων και έστειλε πολιτικό μήνυμα μέσω ψηφίσματος [3]. Το Κοινοβούλιο θα συνεχίσει να υπενθυμίζει στην Επιτροπή την ανάγκη να λάβει προορατική θέση όσον αφορά την προβολή και τη διαφανή συμμετοχή στις διεθνείς εμπορικές διαπραγματεύσεις.
Σε δελτίο Τύπου που εξέδωσε στις 28 Ιανουαρίου 2014, η Διαμεσολαβήτρια εξέφρασε την ικανοποίησή της για την ανακοίνωση ότι οι μελλοντικές εμπορικές διαπραγματεύσεις, ιδίως οι εν εξελίξει διαπραγματεύσεις για την TTIP, θα είναι πιο διαφανείς και ανοικτές στη συμμετοχή των ενδιαφερόμενων μερών. Αφού έλαβε υπόψη τις ανησυχίες που εξέφρασε η κοινωνία των πολιτών, και παρά τις προαναφερθείσες βελτιώσεις, η Διαμεσολαβήτρια κίνησε στη συνέχεια αυτεπάγγελτη έρευνα σχετικά με τη διαφάνεια και τη συμμετοχή του κοινού στις διαπραγματεύσεις για την TTIP (OI/10/2014/RA). Η έρευνα αυτή βρισκόταν σε εξέλιξη κατά τον χρόνο οριστικοποίησης της παρούσας έκθεσης.
Υπόθεση 2407/2011/CK: Εικαζόμενες παρατυπίες κατά τη διεκπεραίωση ορισμένων αιτημάτων που υπέβαλε βουλευτής του ΕΚ
Η υπόθεση αφορούσε την αντίδραση του Κοινοβουλίου σε ορισμένα αιτήματα που του υπέβαλε ο καταγγέλλων μετά τη δημοσίευση άρθρου εφημερίδας με τίτλο «Ευρωβουλευτές που βρέθηκαν εκτεθειμένοι σε σκάνδαλο "cash-for-laws"». Η καταγγελία στον Διαμεσολαβητή αφορούσε i) την αδυναμία του Κοινοβουλίου να αποτρέψει και να αντιδράσει στην είσοδο των δημοσιογράφων στους χώρους του και στις μη εξουσιοδοτημένες μαγνητοσκοπήσεις τους, ii) την αδυναμία του Κοινοβουλίου να παράσχει βοήθεια στον καταγγέλλοντα προκειμένου να τον υπερασπιστεί από τις φερόμενες δυσφημιστικές κατηγορίες των δημοσιογράφων και iii) την απόφαση του Κοινοβουλίου να σφραγίσει τα γραφεία του καταγγέλλοντος στο Κοινοβούλιο, λίγο μετά τη δημοσίευση του άρθρου.
Μετά τη διεξαγωγή έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση. Όσον αφορά (i) δεν υπήρξε παραβίαση των κανόνων ασφαλείας του Κοινοβουλίου για την οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνες οι υπηρεσίες του, (ii) το Κοινοβούλιο δεν είχε καμία υποχρέωση να υπερασπιστεί τους βουλευτές του ΕΚ από δυσφημιστικές κατηγορίες ή να συστήσει εξειδικευμένο όργανο στο θέμα αυτό και (iii) η απόφαση του Κοινοβουλίου να σφραγίσει τα γραφεία του καταγγέλλοντος ήταν νόμιμη. Ο Διαμεσολαβητής προέβη επίσης σε δύο περαιτέρω παρατηρήσεις προκειμένου να βοηθήσει το Κοινοβούλιο να αποφύγει προβλήματα στο μέλλον. Ειδικότερα, η Διαμεσολαβήτρια κάλεσε το Κοινοβούλιο να επανεξετάσει τους κανόνες του σχετικά με τις κρυφές κάμερες και συσκευές εγγραφής και να αποφασίσει αν θα πρέπει να απαγορευτεί η χρήση τους για όλους τους επισκέπτες του. Ο Διαμεσολαβητής πρότεινε επίσης στο Κοινοβούλιο να εξετάσει το ενδεχόμενο θέσπισης ειδικών κανόνων σχετικά με τη σφράγιση των γραφείων εντός των εγκαταστάσεών του.
Στην απάντησή του, το Κοινοβούλιο ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι, όσον αφορά την πρώτη παρατήρηση, το Κοινοβούλιο αποφάσισε να απαγορεύσει τη χρήση κρυφών καμερών και συσκευών καταγραφής. Όσον αφορά τη δεύτερη παρατήρηση, το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι είναι προτιμότερο να μην θεσπιστούν κανόνες, αλλά να συνεχιστεί η εξέταση κάθε περίπτωσης σε ad hoc βάση. Σύμφωνα με το Κοινοβούλιο, οι αιτήσεις για τη σφράγιση γραφείου προέρχονται από δικαστικές αρχές ή την OLAF και θα ήταν δύσκολο να καταρτιστεί γενικός κανόνας που θα διέπει την απάντηση σε τέτοιες αιτήσεις.
Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για την αντίδραση του Κοινοβουλίου στην πρώτη περαιτέρω παρατήρηση. Όσον αφορά την απάντηση στη δεύτερη παρατήρηση, ο Διαμεσολαβητής δέχεται ότι, αν και θα ήταν προς το συμφέρον της νομικής σαφήνειας και της χρηστής διοίκησης να υιοθετηθεί ένας γενικός κανόνας, ενδέχεται να υπάρχουν πρακτικά εμπόδια για να γίνει αυτό.
Υπόθεση 1040/2012/VL: Η χρηστή διοίκηση απαιτεί κατάλληλη τεκμηρίωση των διαδικασιών πρόσληψης
Υπάλληλος του Κοινοβουλίου διαμαρτυρήθηκε για τον τρόπο με τον οποίο το Κοινοβούλιο χειρίστηκε διαδικασία επιλογής με στόχο την πρόσληψη βοηθού σε γραφείο πληροφοριών στην πρωτεύουσα κράτους μέλους. Μετά τη διεξαγωγή έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση, αλλά συνέστησε στο Κοινοβούλιο να βελτιώσει τις εσωτερικές του διαδικασίες πρόσληψης διασφαλίζοντας ότι όλα τα διαδικαστικά στάδια και στάδια είναι δεόντως τεκμηριωμένα.
Σε απάντηση, το Κοινοβούλιο εξέφρασε την άποψη ότι δεν απαιτείται καμία ενέργεια, δεδομένου ότι οι εσωτερικές διαδικασίες πρόσληψης είναι ήδη δεόντως τεκμηριωμένες. Σύμφωνα με την απάντηση, οι επιτροπές συνέντευξης συντάσσουν εκθέσεις που αποτελούν τον πυρήνα του σχεδίου σημειώματος προς υπογραφή από τον Γενικό Διευθυντή Προσωπικού, ο οποίος προτείνει την πρόσληψη του επιτυχόντος υποψηφίου.
Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε τον φάκελο του Κοινοβουλίου κατά τη διάρκεια της έρευνας και διαπίστωσε ότι δεν περιείχε έγγραφα στα οποία βασίστηκε το σημείωμα του Γενικού Διευθυντή. Αυτός ήταν ο λόγος για την περαιτέρω παρατήρηση, όπως εξηγείται στην απόφαση περάτωσης της υπόθεσης. Είναι λυπηρό το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο δεν αντέδρασε εποικοδομητικά στην περαιτέρω παρατήρηση.
Υπόθεση 1283/2012/AN: Καλύτερος χειρισμός υποθέσεων σεξουαλικής παρενόχλησης
Η καταγγελία αφορούσε την έλλειψη δράσης από την Επιτροπή Παρενόχλησης του Κοινοβουλίου μετά από καταγγελία σχετικά με σεξουαλική παρενόχληση που υποβλήθηκε από πρώην ασκούμενο. Μετά την έναρξη έρευνας από τη Διαμεσολαβήτρια, η Επιτροπή Παρενόχλησης συνέχισε την έρευνά της. Αποφασίζοντας να βασιστεί στην εμπιστοσύνη και όχι στην επίρριψη ευθυνών, η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίες περαιτέρω έρευνες και περάτωσε την υπόθεση. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια τόνισε τη ζωτική σημασία που έχει για τα εικαζόμενα θύματα σεξουαλικής παρενόχλησης η ύπαρξη αξιόπιστου υπεύθυνου επικοινωνίας που ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στα παράπονά τους. Ελλείψει ενός τέτοιου ατόμου, τα θύματα μπορούν μόνο να αισθάνονται πιο αβοήθητα. Η τελική απόφαση περιείχε επίσης δύο περαιτέρω παρατηρήσεις, οι οποίες παρότρυναν την επιτροπή να ενεργήσει με επιμέλεια και ευαισθησία στις σχέσεις της με τον καταγγέλλοντα, να λάβει απόφαση το συντομότερο δυνατόν και, στο μέλλον, να εφαρμόσει τα διδάγματα που αντλήθηκαν από την εν λόγω υπόθεση.
Σε απάντηση, το Κοινοβούλιο ενημέρωσε τη Διαμεσολαβήτρια ότι η έρευνα έχει πλέον περατωθεί και ότι ο νέος πρόεδρος της επιτροπής παρενόχλησης έχει αναλάβει σταθερή δέσμευση να επιταχύνει τη διαδικασία έρευνας, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες.
Ο Διαμεσολαβητής επαινεί την εποικοδομητική συνέχεια που δόθηκε από το Κοινοβούλιο.
2. Συμβούλιο της ΕΕ
Υπόθεση 1649/2012/RA: Συμμετοχή της ΕΕ στην εταιρική σχέση για την ανοικτή διακυβέρνηση
Η καταγγελία αυτή αφορούσε την άρνηση του Συμβουλίου να χορηγήσει στο κοινό πρόσβαση σε έγγραφο που περιέχει κοινά μέτρα για την κατάργηση της υποχρέωσης θεώρησης για τα ταξίδια μικρής διάρκειας των Ρώσων πολιτών και των πολιτών της ΕΕ. Αφού οι ρωσικές αρχές συμφώνησαν με την πρόταση της ΕΕ για παροχή δημόσιας πρόσβασης στο έγγραφο, το Συμβούλιο το δημοσίευσε στο δημόσιο μητρώο εγγράφων της. Σε περαιτέρω παρατήρηση, η Διαμεσολαβήτρια κάλεσε το Συμβούλιο να εξετάσει το ενδεχόμενο λήψης μέτρων για τη συμμετοχή της ΕΕ στην εταιρική σχέση για την ανοικτή διακυβέρνηση (OGP)[1], μια πολυμερή πρωτοβουλία που αποσκοπεί στην αύξηση της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της ανταπόκρισης των κυβερνήσεων στους πολίτες. Αυτό θα μπορούσε να αυξήσει την αξιοπιστία της Ένωσης στον τομέα αυτό και να παράσχει ένα φόρουμ για την ενθάρρυνση μεγαλύτερου ανοίγματος από τη Ρωσία, η οποία, αφού δήλωσε την πρόθεσή της να προσχωρήσει στο OGP, απέσυρε στη συνέχεια την επιστολή προθέσεων.
Η απάντηση του Συμβουλίου αναφερόταν στο γεγονός ότι η εξωτερική δράση της Ένωσης μπορεί να ολοκληρωθεί μέσω πρωτοβουλιών που αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη της ΕΕ σε διεθνή φόρουμ στα οποία η ΕΕ δεν είναι μέλος ή δεν συμμετέχει. Αυτό ισχύει για οργανώσεις, όπως το OGP, το οποίο είναι μια διεθνής πλατφόρμα στην οποία συμμετέχουν ορισμένα κράτη μέλη της ΕΕ και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Ωστόσο, το Συμβούλιο δεν απάντησε στο ζήτημα της πιθανής συμμετοχής της ΕΕ στο OGP.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν αξιοποίησε την ευκαιρία αυτή για να ασχοληθεί με το ζήτημα της πιθανής συμμετοχής της ΕΕ στην εταιρική σχέση για την ανοικτή διακυβέρνηση. Τον Μάιο του 2014, η Διαμεσολαβήτρια μίλησε στην ευρωπαϊκή συνεδρίαση του OGP. Ανακοίνωσε την πρόθεσή της να κάνει ό,τι μπορεί για να βοηθήσει τη διοίκηση της ΕΕ να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του ανοικτού χαρακτήρα, της λογοδοσίας και της συμμετοχής των πολιτών, σύμφωνα με τις διατάξεις των Συνθηκών της Ένωσης.
3. Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Υπόθεση 217/2008/FOR: Πρόσβαση του κοινού στα σημειώματα πολιτικής της ΓΔ Εμπορίου
Η καταγγελία αφορούσε την άρνηση της Επιτροπής να παράσχει στο κοινό πρόσβαση σε σημειώματα πολιτικής που χρησιμοποιούνται από τη Γενική Διεύθυνση Εμπορίου για την καθοδήγηση του προσωπικού που διενεργεί έρευνες εμπορικού δικαίου.
Η Διαμεσολαβήτρια δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση όσον αφορά την εικαζόμενη άρνηση, αλλά συνέστησε στην Επιτροπή να εντοπίσει σε δημόσιο μητρώο τα έγγραφα που περιλαμβάνουν τις εσωτερικές κατευθυντήριες γραμμές της προς το προσωπικό σχετικά με τη χρήση μέσων εμπορικής άμυνας. Με μια δεύτερη περαιτέρω παρατήρηση ζητήθηκε από την Επιτροπή να προσδιορίσει καταλλήλως τα ζητηθέντα έγγραφα όταν λαμβάνει αιτήσεις πρόσβασης του κοινού.
Σε απάντηση, η Επιτροπή διαβεβαίωσε τον Διαμεσολαβητή ότι πάντα βοηθά τα πρόσωπα να εντοπίζουν έγγραφα για τα οποία ζητείται πρόσβαση του κοινού και ότι έχει καταβάλει προσπάθειες για τον εντοπισμό των σημαντικότερων εγγράφων που έχει στην κατοχή της σε δημόσιο μητρώο. Πρότεινε να γίνουν περαιτέρω βελτιώσεις στο θέμα αυτό.
Η Διαμεσολαβήτρια χαιρετίζει τις προσπάθειες της Επιτροπής να βοηθήσει το κοινό να εντοπίσει τα έγγραφα που έχει στην κατοχή της και ενθαρρύνει την Επιτροπή να ανανεώσει τις προσπάθειές της στο θέμα αυτό.
Υπόθεση 2335/2008/CK: Πρόσβαση σε έγγραφα σχετικά με προτεινόμενες επενδύσεις στην πυρηνική ενέργεια
Ο καταγγέλλων, παγκόσμιος οργανισμός που διεξάγει εκστρατείες για την προστασία και τη διατήρηση του περιβάλλοντος, απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή προκειμένου να αμφισβητήσει την άρνηση της Επιτροπής να κοινοποιήσει έγγραφα σχετικά με προτεινόμενο επενδυτικό σχέδιο για την κατασκευή νέου πυρηνικού σταθμού στη Βουλγαρία. Κατά την άποψη της Επιτροπής, το άρθρο 44 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας («Συνθήκη Ευρατόμ») σήμαινε ότι η πρόσβαση σε έγγραφα που αφορούν επενδυτικό έργο πρέπει να απαγορεύεται εφόσον τόσο ο επενδυτής όσο και το οικείο κράτος μέλος δεν έχουν δώσει τη ρητή συγκατάθεσή τους για τη γνωστοποίηση. Ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι η θέση της Επιτροπής δεν ήταν πειστική και κάλεσε το θεσμικό όργανο να επαναξιολογήσει την ερμηνεία του άρθρου 44 της Συνθήκης Ευρατόμ και να εξετάσει το ενδεχόμενο υιοθέτησης μιας πιο προορατικής προσέγγισης για τη δημοσιοποίηση των εγγράφων που αναφέρονται στα άρθρα 43 και 44 της Συνθήκης Ευρατόμ. Στην απάντησή της, η Επιτροπή επανέλαβε τις απόψεις που είχε εκφράσει προηγουμένως και η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την υπόθεση με επικριτικές παρατηρήσεις και δύο ακόμη παρατηρήσεις.
Στην επικριτική παρατήρηση, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τις πρόσφατες εξελίξεις στο δίκαιο της ΕΕ όσον αφορά την αρχή της διαφάνειας και το θεμελιώδες δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρου 44 της Συνθήκης Ευρατόμ και του άρθρου 15 της ΣΛΕΕ. Στις δύο περαιτέρω παρατηρήσεις, η Διαμεσολαβήτρια κάλεσε την Επιτροπή i) να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές που καθορίζουν τους διαδικαστικούς κανόνες που πρέπει να εφαρμόζονται κατά την εξέταση αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα της Ευρατόμ και ii) να αναπτύξει μια προορατική προσέγγιση για τη δημοσιοποίηση εγγράφων της Ευρατόμ.
Απαντώντας, η Επιτροπή ενέμεινε στην άποψή της ότι το άρθρο 44 υπερισχύει του άρθρου 15 ΣΛΕΕ και ότι η απαίτηση συγκατάθεσης του άρθρου 44 αποτελεί απόλυτη απαίτηση γνωστοποίησης. Ωστόσο, δεσμεύτηκε να επεξεργαστεί και να εγκρίνει ένα σύνολο διαδικαστικών κανόνων για την πρόσβαση στα έγγραφα της Ευρατόμ με τη μορφή δημοσίως διαθέσιμων κατευθυντήριων γραμμών. Ενημέρωσε επίσης τη Διαμεσολαβήτρια για την προορατική προσέγγισή της όσον αφορά: i) τη σύνταξη των απόψεών της και ii) τη δημοσίευση στον ιστότοπό της πληροφοριών σχετικά με τις πυρηνικές εγκαταστάσεις.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η Επιτροπή διατηρεί τη στενή ερμηνεία του άρθρου 44 της Συνθήκης Ευρατόμ, η οποία εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη συμμόρφωση της Ένωσης με τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τη σύμβαση του Aarhus.
Η θετική και εποικοδομητική συνέχεια που έδωσε η Επιτροπή στις περαιτέρω παρατηρήσεις είναι ευπρόσδεκτη.
Υπόθεση 2781/2008/FOR: Πρόσβαση σε εκθέσεις εμπειρογνωμόνων σχετικά με αιτήσεις χρηματοδότησης
Ο καταγγέλλων ζήτησε ανεπιτυχώς χρηματοδότηση από την ΕΕ για ένα έργο τεχνολογίας των πληροφοριών. Ζήτησε πρόσβαση στις εκθέσεις των μεμονωμένων εμπειρογνωμόνων που αξιολόγησαν την πρότασή του. Η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση, υποστηρίζοντας ότι η γνωστοποίηση θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Ειδικότερα, εξέφρασε τον φόβο ότι θα θιγεί ο συλλογικός χαρακτήρας της απόφασης και ότι οι αδικαιολόγητες εξωτερικές πιέσεις ενδέχεται να εμποδίσουν τους εμπειρογνώμονες να διατυπώσουν την πλήρη και ειλικρινή γνώμη τους.
Ο Διαμεσολαβητής δεν πείστηκε από το σκεπτικό αυτό και επέκρινε το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή της. Διατυπώθηκε περαιτέρω παρατήρηση με την οποία ενθαρρύνεται η Επιτροπή να επανεξετάσει τη συνολική προσέγγισή της όσον αφορά τη δημοσίευση ατομικών εκθέσεων εμπειρογνωμόνων και να εξετάσει το ενδεχόμενο χορήγησης πρόσβασης του κοινού σε ανωνυμοποιημένες ατομικές εκθέσεις εμπειρογνωμόνων.
Σε απάντηση, η Επιτροπή παρέπεμψε στον κώδικα δεοντολογίας της για τους ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, ο οποίος προσαρτήθηκε στους κανόνες για την υποβολή προτάσεων. Αυτό δηλώνει ρητά ότι "το t ζητώ από ένα e xp ert είναι να p ένα rti cip έφαγε σε ένα con fid enti al [...] ev alu ation".
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η Επιτροπή αναφέρθηκε απλώς στις υφιστάμενες πρακτικές της αντί να αξιοποιήσει την ευκαιρία για να επανεξετάσει τις πρακτικές αυτές.
Υπόθεση 563/2009/VL: Ανεπαρκής αιτιολόγηση της απόφασης περάτωσης της διαδικασίας επί παραβάσει
Μέλος γερμανικής ορνιθολογικής εταιρείας κατήγγειλε την απόφαση της Επιτροπής να περατώσει τη διαδικασία επί παραβάσει κατά της Γερμανίας σχετικά με τις υποχρεώσεις της να δημιουργήσει ζώνη ειδικής προστασίας (ΖΕΠ) για ορισμένα άγρια πτηνά που απαριθμούνται στην οδηγία 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών.
Ο Διαμεσολαβητής επέκρινε την παράλειψη της Επιτροπής να παράσχει πειστική και εύλογη εξήγηση της θέσης της όσον αφορά τη μεθοδολογία για την οριοθέτηση της ΖΕΠ.
Απαντώντας, η Επιτροπή απλώς επανέλαβε την άποψή της ότι αξιολόγησε όλα τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος και παρέσχε πλήρεις εξηγήσεις σχετικά με την απόφασή της.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν έχει αντλήσει διδάγματα από την υπόθεση αυτή.
Υπόθεση OI/10/2010/JF: Αποδεικτικά στοιχεία του χρόνου εργασίας σε έργα της ΕΕ
Η καταγγελία αφορούσε συμφωνία επιχορήγησης μεταξύ της ΓΔ Περιβάλλοντος και πανεπιστημίου του Λιβάνου για την υλοποίηση έργου που αποσκοπούσε στην ενίσχυση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας του Λιβάνου. Η Επιτροπή δήλωσε ότι το ολοκληρωμένο έργο ήταν επιτυχές, αλλά αρνήθηκε να πληρώσει για τον χρόνο εργασίας του αντιπροέδρου του Πανεπιστημίου, ο οποίος ενεργούσε ως συντονιστής του έργου, επειδή δεν είχαν υποβληθεί κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία για τον χρόνο εργασίας. Στη συνέχεια, ο Αντιπρόεδρος δημοσιοποίησε την προσωπική του ημερήσια διάταξη, σε μια προσπάθεια να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία για τον χρόνο που αφιέρωσε στο έργο.
Η ΓΔ Περιβάλλοντος αρνήθηκε να θεωρήσει την ημερήσια διάταξη επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή, υποστηρίζοντας ότι η Επιτροπή είχε προηγουμένως αποδεχθεί το ίδιο είδος αποδεικτικών στοιχείων από άλλους δικαιούχους έργων της Επιτροπής στον Λίβανο. Μετά από έρευνα, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε πρόταση για φιλική λύση και, όταν η Επιτροπή απέρριψε την πρόταση αυτή, υπέβαλε σχέδιο σύστασης, προτείνοντας να επανεκτιμηθεί η αποδεικτική αξία της ημερήσιας διάταξης σε σχέση με τα αποτελέσματα του έργου και να επανεξεταστούν τα έξοδα του καταγγέλλοντος. Ο Διαμεσολαβητής κάλεσε την Επιτροπή να λάβει υπόψη, κατά τη λήψη απόφασης επί του θέματος, τη μακροχρόνια σχέση εμπιστοσύνης της με τον καταγγέλλοντα και τον κίνδυνο να θεωρηθεί ότι η Ένωση ενήργησε αθέμιτα. Η Επιτροπή απέρριψε τη σύσταση και η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την υπόθεση με επικριτική παρατήρηση.
Απαντώντας, η Επιτροπή ενημέρωσε τη Διαμεσολαβήτρια ότι, προκειμένου να αποφευχθούν παρόμοιες καταστάσεις στο μέλλον, έλαβε διάφορα μέτρα για να τονίσει την ανάγκη και να βελτιώσει τη χρήση δελτίων χρόνου εργασίας για την αιτιολόγηση των δαπανών προσωπικού ως επιλέξιμων δαπανών για έργα του LIFE. Διευκρίνισε στους οικονομικούς φορείς, στους εκ των υστέρων ελεγκτές και σε όλους τους δικαιούχους τι θα μπορούσε να γίνει δεκτό ως δελτία καταγραφής χρόνου εργασίας. Δημοσίευσε επίσης σειρά κατευθυντήριων γραμμών στον ιστότοπο LIFE+, οι οποίες περιέχουν οδηγίες σχετικά με τα φύλλα κατανομής χρόνου. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια των εναρκτήριων συναντήσεων με τους δικαιούχους, η Επιτροπή δίνει πρόσθετη έμφαση στο ζήτημα των φύλλων χρόνου εργασίας. Εξωτερικές ομάδες παρακολούθησης διενεργούν ειδικούς και συστηματικούς ελέγχους των φύλλων κατανομής χρόνου κατά τη διάρκεια των επισκέψεών τους σε έργα LIFE. Η Επιτροπή ελέγχει επίσης δείγματα φύλλων κατανομής χρόνου κατά τη διάρκεια των επισκέψεών της σε έργα LIFE.
Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι τα μέτρα που περιγράφονται από την Επιτροπή θα πρέπει να μειώσουν τον κίνδυνο παρόμοιας κακοδιοίκησης στο μέλλον σε αποδεκτό επίπεδο.
Υπόθεση 202/2010/VL: Γνωστοποίηση της ταυτότητας των αξιολογητών για έργα που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ
Η καταγγέλλουσα εταιρεία υπέβαλε αίτηση για χρηματοδότηση της έρευνας στο πλαίσιο του έκτου προγράμματος-πλαισίου της Επιτροπής («ΠΠ6») και του έβδομου προγράμματος-πλαισίου («ΠΠ7»). Οι προτάσεις του καταγγέλλοντος για το 7ο ΠΠ έλαβαν χαμηλή βαθμολογία, ενώ η ίδια πρόταση για το 6ο ΠΠ είχε λάβει πολύ καλή βαθμολογία. Απευθυνόμενος στον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων έθιξε επίσης ορισμένα ζητήματα σχετικά με την αξιολόγηση των προτάσεων επιστημονικής έρευνας από την Επιτροπή, ιδίως το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν της κοινοποίησε τα ονόματα των αξιολογητών και ότι οι τελευταίοι ενδέχεται να αντιμετώπιζαν σύγκρουση συμφερόντων.
Αφού εξέτασε τον φάκελο της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένων των βιογραφικών σημειωμάτων των αξιολογητών, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση όσον αφορά την αξιολόγηση των προτάσεων του καταγγέλλοντος. Η απόφαση για την περάτωση της διαδικασίας περιλάμβανε πρόταση σύμφωνα με την οποία, προκειμένου να βελτιωθεί η διαφάνεια, η Επιτροπή θα εξέταζε το ενδεχόμενο τροποποίησης των κανόνων της ώστε να επιτρέπεται η γνωστοποίηση της ταυτότητας των αξιολογητών στους αιτούντες μετά τη διενέργεια των αξιολογήσεων και την κοινοποίηση των αποτελεσμάτων στους αιτούντες.
Σε απάντηση, η Επιτροπή συμφώνησε ότι η πρόταση του Διαμεσολαβητή θα επέτρεπε σε έναν αιτούντα να κρίνει εάν οι εμπειρογνώμονες υπόκεινται σε συγκρούσεις συμφερόντων και ότι θα μπορούσε να αυξήσει τη λογοδοσία των εμπειρογνωμόνων. Ωστόσο, θεωρεί ότι μια τέτοια πρόταση θα αντέβαινε σε ζητήματα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και αποτελεσματικότητας των διαδικασιών. Στο πλαίσιο αυτό, υποστήριξε ότι i) τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα μπορούσαν να διαβιβαστούν σε τρίτο μόνο εάν ο αποδέκτης αποδείκνυε την αναγκαιότητα της διαβίβασης των δεδομένων και εάν δεν υπήρχε λόγος να υποτεθεί ότι θα μπορούσε να θιγεί το έννομο συμφέρον του υποκειμένου των δεδομένων, ii) η γνωστοποίηση θα μπορούσε δυνητικά να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην προσωπική και επαγγελματική ζωή των ενδιαφερόμενων εμπειρογνωμόνων λόγω του μεγέθους των ερευνητικών/βιομηχανικών κοινοτήτων, iii) ενώ υπήρχε εναλλαγή εμπειρογνωμόνων, υπήρχε ένα ορισμένο ποσοστό εμπειρογνωμόνων που παρέμεινε, οι οποίοι θα μπορούσαν να υποστούν πιέσεις κατά το επόμενο έτος, και iv) θα μπορούσε να καλέσει εκατοντάδες αιτούντες να υποβάλουν κάθε είδους υποκειμενικούς και ψευδείς ισχυρισμούς, οι οποίοι θα ήταν σχεδόν αδύνατο να αξιολογηθούν και να επιλυθούν εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
Ο Διαμεσολαβητής δεν πείθεται από τα επιχειρήματα που προβάλλει η Επιτροπή. Το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα μπορούσε να διασφαλιστεί με την εκ των προτέρων παροχή επαρκούς ενημέρωσης στους εμπειρογνώμονες και με την παροχή σε αυτούς του δικαιώματος να αντιταχθούν στην αποκάλυψη της ταυτότητάς τους για επιτακτικούς λόγους. Οι προσπάθειες άσκησης πίεσης στους εμπειρογνώμονες θα μπορούσαν να εντοπιστούν και να αποτραπούν με κατάλληλα μέτρα. Τέλος, οι υποκειμενικοί και ψευδείς ισχυρισμοί θα μπορούσαν εύκολα να εντοπιστούν και να απαντηθούν γρήγορα.
Υπόθεση 768/2010/VL: Αναγνώριση τίτλων σπουδών για τους σκοπούς εσωτερικού διαγωνισμού
Ο καταγγέλλων, ο οποίος εργαζόταν ως έκτακτος υπάλληλος, αποκλείστηκε από εσωτερικό διαγωνισμό με την αιτιολογία ότι τα εκπαιδευτικά του προσόντα δεν πληρούσαν τις απαιτήσεις της προκήρυξης του διαγωνισμού. Η καταγγελία στον Διαμεσολαβητή βασίστηκε στο γεγονός ότι είχε προσκομίσει δήλωση και πιστοποιητικό από το Εθνικό Κέντρο Πληροφοριών για την Αναγνώριση του Ηνωμένου Βασιλείου (NARIC), που πιστοποιούσαν ότι τα προσόντα του αντιστοιχούσαν σε πτυχίο Bachelors (Honours) του Ηνωμένου Βασιλείου.
Δεδομένου ότι ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η διαδικασία πρόσληψης δεν είχε λάβει επαρκώς υπόψη το πιστοποιητικό που εξέδωσε η αρμόδια εθνική αρχή, πρότεινε φιλική λύση, καλώντας την Επιτροπή να επανεξετάσει τη θέση της. Δεδομένου ότι η Επιτροπή αρνήθηκε να το πράξει, η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την υπόθεση με επικριτική παρατήρηση.
Απαντώντας, η Επιτροπή περιορίστηκε να επαναλάβει την άποψή της ότι είχε εφαρμόσει ορθώς τους σχετικούς κανόνες και διατάξεις.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν κατέβαλε καμία προσπάθεια να αντλήσει διδάγματα από την υπόθεση αυτή και δεν έκανε τίποτα για να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης παρόμοιας κακοδιοίκησης στο μέλλον. Η προσέγγιση της Επιτροπής στην παρούσα υπόθεση έρχεται σε δυσμενή αντίθεση με την υπόθεση αστεριού 962/2011/AN της EPSO.
Βλ. υπόθεση 828/2010/JF στο τμήμα B.3 ανωτέρω.
Υπόθεση 1533/2010/MMN: Καθήκον των πρώην Επιτρόπων να συμπεριφέρονται με ακεραιότητα και διακριτικότητα
Το άρθρο 245 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ επιβάλλει στα μέλη της Επιτροπής το «καθήκον να συμπεριφέρονται με ακεραιότητα και διακριτικότητα όσον αφορά την αποδοχή, μετά τη λήξη των καθηκόντων τους, ορισμένων διορισμών ή πλεονεκτημάτων».
Η υπό κρίση υπόθεση αφορούσε την άδεια που χορήγησε η Επιτροπή σε πρώην επίτροπο να αναλάβει συγκεκριμένη θέση στον ιδιωτικό τομέα μετά την αποχώρησή του από την Επιτροπή.
Η καταγγέλλουσα ΜΚΟ ήταν της γνώμης ότι η Επιτροπή δεν ασχολήθηκε σωστά με το θέμα και απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή. Μετά από έρευνα, η οποία περιλάμβανε δύο επιθεωρήσεις του φακέλου της Επιτροπής, η Διαμεσολαβήτρια δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση. Η Επιτροπή τήρησε τη διαδικασία που είχε θεσπίσει για τις περιπτώσεις αυτές, ζητώντας από την ειδική επιτροπή δεοντολογίας της να εξετάσει το θέμα πριν λάβει σχετική απόφαση. Η εν λόγω επιτροπή ζήτησε και έλαβε ορισμένες διευκρινίσεις. Επιπλέον, η Επιτροπή επανεξέτασε το θέμα αφού ο καταγγέλλων, μεταξύ άλλων, εξέφρασε ανησυχίες.
Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ένα εσωτερικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο οποίο ένας υπάλληλος της Επιτροπής ζήτησε από έναν άλλο υπάλληλο, ο οποίος ήταν εξοικειωμένος με τις δραστηριότητες του πρώην επιτρόπου, να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την εικαζόμενη συμμετοχή του πρώην επιτρόπου σε συγκεκριμένο έργο στο οποίο συμμετείχε ο προβλεπόμενος εργοδότης. Το αίτημα αυτό παρέμενε αναπάντητο. Ο Διαμεσολαβητής προέβη σε περαιτέρω παρατήρηση ως εξής:
«Κατά τη διενέργεια της αναγκαίας εμπεριστατωμένης αξιολόγησης πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων που επηρεάζουν πρώην Επιτρόπους, θα ήταν σκόπιμο η Επιτροπή να διασφαλίζει ότι όλες οι αναγκαίες έρευνες ή άλλα ερευνητικά μέτρα που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο της εν λόγω αξιολόγησης έχουν ολοκληρωθεί δεόντως και ότι τηρούνται επαρκή αρχεία όσον αφορά όλα αυτά τα στάδια.»
Στην απάντησή της, η Επιτροπή ανέφερε ότι το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα εστάλη στα τέλη Φεβρουαρίου 2010, ενώ η Επιτροπή εξέδωσε την απόφασή της σχετικά με τη συμβατότητα των δραστηριοτήτων του πρώην επιτρόπου στα τέλη Ιανουαρίου 2010. Το ηλεκτρονικό μήνυμα εστάλη με σκοπό την παροχή πληροφοριών στον εκπρόσωπο της Επιτροπής για να απαντήσει σε πιθανές ερωτήσεις δημοσιογράφων στην αίθουσα Τύπου.
Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η απάντηση της Επιτροπής φαίνεται να βασίζεται στην εσφαλμένη υπόθεση ότι, επειδή είχε ήδη εκδώσει την απόφαση με την οποία κρίθηκε η προβλεπόμενη κατοχή συμβατή με τη Συνθήκη, οτιδήποτε θα μπορούσε να προκύψει στη συνέχεια θα είχε σημασία μόνο για την παρουσίαση και δεν θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση την ίδια την απόφαση. Το εν λόγω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αφορούσε την εικαζόμενη συμμετοχή του πρώην επιτρόπου σε συγκεκριμένο έργο στο οποίο συμμετείχε ο προβλεπόμενος εργοδότης. Έτσι, αν επιβεβαιωνόταν, αυτό θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση την απόφαση της Επιτροπής ότι η (προβλεπόμενη) κατοχή ήταν συμβατή με τη Συνθήκη. Ως εκ τούτου, είναι σαφές ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε δώσει συνέχεια σε αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα, το οποίο έθεσε ένα δυνητικά πολύ σημαντικό ζήτημα.
Ο Διαμεσολαβητής εξακολουθεί να ενδιαφέρεται ενεργά για τον χειρισμό από την Επιτροπή ζητημάτων δεοντολογίας, όπως πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων.
Υπόθεση 1817/2010/RA: Προθεσμίες για απαντήσεις σε αιτήσεις πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα
Η έρευνα της Διαμεσολαβήτριας στην υπόθεση αυτή περατώθηκε αφού η Επιτροπή συμφώνησε να παράσχει πρόσβαση στο εν λόγω έγγραφο (βλ. ενότητα Β.3 ανωτέρω). Έγιναν τρεις ακόμη παρατηρήσεις με σκοπό τη βελτίωση των διαδικασιών της Επιτροπής για το μέλλον. Αφορούσαν διαβουλεύσεις με τρίτους συντάκτες σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001, προθεσμίες απάντησης σε αρχικές και επιβεβαιωτικές αιτήσεις και πληροφορίες σχετικά με τα ένδικα μέσα.
Απαντώντας στην πρώτη παρατήρηση, η Επιτροπή υποσχέθηκε να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να διαβουλευθεί με τρίτους συντάκτες το συντομότερο δυνατόν, αλλά επισήμανε ότι η ανάγκη διαβούλευσης μπορεί να διαπιστωθεί μόνο μέσω προηγούμενης ανάλυσης των εγγράφων. Ο χρόνος που απαιτείται ποικίλλει ανάλογα με τους παράγοντες που αφορούν ειδικά τα ζητούμενα έγγραφα (όπως ο αριθμός και η διάρκειά τους) και τον γενικό φόρτο εργασίας.
Όσον αφορά τη δεύτερη παρατήρηση, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι ακολουθεί συστηματικά τη σύσταση του Διαμεσολαβητή, η οποία διατυπώθηκε στο πλαίσιο της υπόθεσης 87/2012/KM, αναφέροντας, στη βεβαίωση παραλαβής, την ημερομηνία καταχώρισης του αιτήματος και την ημερομηνία κατά την οποία αναμένεται η απάντησή του.
Απαντώντας στην τρίτη παρατήρηση, η Επιτροπή εξήγησε ότι δεν είναι πάντοτε σε θέση να παράσχει ακριβή εκτίμηση της ημερομηνίας κατά την οποία ο αιτών μπορεί να αναμένει απόφαση, αλλά υποσχέθηκε ότι θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια, σύμφωνα με το πνεύμα της παρατήρησης, για να ενημερώνει όσο το δυνατόν καλύτερα τους αιτούντες σχετικά με τη διεκπεραίωση των αιτήσεών τους, συμπεριλαμβανομένων τυχόν καθυστερήσεων και των αιτιολογήσεών τους. Όσον αφορά τις πληροφορίες σχετικά με τα διορθωτικά μέτρα, η Επιτροπή θεωρεί ότι θα ήταν πρόωρο να της παρέχεται κάθε φορά που γνωρίζει ότι δεν θα τηρήσει τις προθεσμίες, δεδομένου ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται γενικά σε τέτοιες περιπτώσεις αμέσως μετά την αρχική ή την παραταθείσα προθεσμία. Οι πληροφορίες αυτές θα ήταν επίσης παραπλανητικές σε περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή κατορθώνει τελικά να λάβει απόφαση εντός της προθεσμίας. Οι επιβεβαιωτικές αποφάσεις αναφέρουν συστηματικά τις διαθέσιμες διαδικασίες καταγγελίας και προσφυγής, επιτρέποντας έτσι στους αιτούντες να επιτύχουν επανεξέταση, όχι μόνο του βαθμού στον οποίο η Επιτροπή έχει τηρήσει τις εφαρμοστέες διαδικασίες, αλλά και της ουσίας της απόφασής της. Η Επιτροπή επέστησε επίσης την προσοχή στην απόφαση στην υπόθεση T-494/08, η οποία επιβεβαιώνει ότι όταν ένα θεσμικό όργανο λαμβάνει ρητή επιβεβαιωτική απόφαση μετά την παράταση της προθεσμίας, αυτή καθίσταται πράξη δεκτική προσφυγής και οι προσφεύγοντες χάνουν το έννομο συμφέρον τους για την ακύρωση της σιωπηρής άρνησης.
Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για τις υποσχέσεις της Επιτροπής να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την επίτευξη των στόχων της πρώτης και της τρίτης παρατήρησης. Η απάντηση της Επιτροπής στη δεύτερη συμπληρωματική παρατήρηση είναι επίσης χρήσιμη και εύλογη. Όσον αφορά την παροχή πληροφοριών σχετικά με τα ένδικα μέσα, ο Διαμεσολαβητής δέχεται ότι η ανάγκη για εσωτερικές και εξωτερικές διαβουλεύσεις σημαίνει ότι η υπηρεσία που είναι αρμόδια για την αποστολή της απόφασης ενδέχεται να μην είναι πάντοτε σε θέση να γνωρίζει, αρκετά νωρίτερα ώστε να είναι χρήσιμη, εάν θα τηρήσει απλώς μια προθεσμία ή απλώς θα την χάσει.
Είναι σημαντικό η νομολογία στην οποία αναφέρεται η Επιτροπή να μην ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι οι προθεσμίες βάσει του κανονισμού 1049/2001 δεν έχουν σημασία εφόσον το οικείο θεσμικό όργανο απαντήσει τελικά. Στις 11 Δεκεμβρίου 2013, η Διαμεσολαβήτρια απηύθυνε αυτεπάγγελτη έρευνα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με την τήρηση των προθεσμιών για την εξέταση των αρχικών και επιβεβαιωτικών αιτήσεων πρόσβασης (OI/6/2013/KM).
Υπόθεση 10/2011/AN: Οι υποψήφιοι θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τα θεσμικά όργανα που επιτρέπεται να τους προσλάβουν
Ο καταγγέλλων πέτυχε σε διαγωνισμό που αποσκοπούσε στη δημιουργία βάσης δεδομένων των υποψηφίων που ήταν επιλέξιμοι για πρόσληψη από τις (τότε) αντιπροσωπείες της Επιτροπής σε τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς. Στην επιστολή με την οποία γνωστοποιήθηκε στον καταγγέλλοντα ότι το όνομά του περιλαμβανόταν στη βάση δεδομένων αναφερόταν ότι θα ήταν επιλέξιμος για πρόσληψη από όλα τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ. Με βάση τις πληροφορίες αυτές και γνωρίζοντας ότι αρκετοί υποψήφιοι από τη βάση δεδομένων προσλήφθηκαν πράγματι από φορείς εκτός των αντιπροσωπειών, ο καταγγέλλων συμμετείχε επιτυχώς σε διαδικασίες πρόσληψης που διοργανώθηκαν από οργανισμούς της ΕΕ. Ωστόσο, η Επιτροπή ενημέρωσε όλους τους οργανισμούς της ΕΕ ότι δεν μπορούσαν να προσλάβουν υποψηφίους από την εν λόγω βάση δεδομένων.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας της Διαμεσολαβήτριας, η Επιτροπή άνοιξε τη βάση δεδομένων σε όλα τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της ΕΕ, διευθετώντας έτσι το ζήτημα. Ωστόσο, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή για το αποτέλεσμα αυτό, ούτε δημοσίευσε σαφείς πληροφορίες προς τους υποψηφίους, ο Διαμεσολαβητής προέβη σε δύο περαιτέρω παρατηρήσεις. Η πρώτη παρατήρηση ήταν ότι, στο μέλλον, η Επιτροπή θα πρέπει να παρέχει στον Διαμεσολαβητή πληροφορίες σχετικές με το αποτέλεσμα μιας εν εξελίξει έρευνας. Η δεύτερη παρατήρηση ήταν ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί η δίκαιη και ίση μεταχείριση, η Επιτροπή θα πρέπει να ενημερώσει όλους τους υποψηφίους στη βάση δεδομένων ότι είναι ανοικτή σε όλα τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της ΕΕ.
Στη συνέχεια που δόθηκε, η Επιτροπή ενημέρωσε τη Διαμεσολαβήτρια ότι είχε δημοσιεύσει τις απαιτούμενες πληροφορίες στον ιστότοπο της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού (EPSO).
Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι δεν απαιτείται ειδική συνέχεια στην πρώτη περαιτέρω παρατήρηση και ότι η συνέχεια που δόθηκε στη δεύτερη περαιτέρω παρατήρηση είναι ικανοποιητική.
Υπόθεση 851/2011/KM: Καθυστέρηση απάντησης σε καταγγελία παράβασης σχετικά με θεωρήσεις πολλαπλών εισόδων
Ο καταγγέλλων, Γερμανός υπήκοος, υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή στις 9 Απριλίου 2010 σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Γερμανία χειρίζεται τις αιτήσεις θεώρησης πολλαπλών εισόδων. Στις 25 Νοεμβρίου 2010, υπενθύμισε στην Επιτροπή την καταγγελία του. Η Επιτροπή απάντησε τελικά στις 4 Απριλίου 2011, δηλώνοντας ότι οι σχετικοί κανόνες επέτρεπαν στα κράτη μέλη να ελέγχουν κατά πόσον οι αιτούντες θεώρηση διέθεταν επαρκή μέσα. Δεν μπόρεσε να εξακριβώσει, από τις πληροφορίες που υπέβαλε ο καταγγέλλων, αν υπήρξε παραβίαση των κανόνων της ΕΕ.
Στη γνωμοδότησή της προς τον Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή εξήγησε λεπτομερέστερα τη θέση της και πρόσθεσε ότι οι γερμανικές αρχές είχαν αναγνωρίσει ότι είχαν διαπράξει σφάλμα. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, εφόσον οι εθνικές αρχές είχαν αποδεχθεί το σφάλμα τους, δεν συνέτρεχαν λόγοι για περαιτέρω ενέργειες. Ωστόσο, διατυπώθηκε επικριτική παρατήρηση σχετικά με το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε απαντήσει σχεδόν ένα έτος μετά το πρώτο ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος και περισσότερο από τέσσερις μήνες μετά το δεύτερο ηλεκτρονικό μήνυμά του, χωρίς να εξηγήσει την καθυστέρηση αυτή.
Ανταποκρινόμενη, η Επιτροπή υποσχέθηκε να βελτιώσει τις διαδικασίες απάντησης προς τους πολίτες με στόχο να απαντήσει το συντομότερο δυνατόν.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για τη δέσμευση της Επιτροπής να επανεξετάσει τις διαδικασίες της προκειμένου να διασφαλίσει ότι απαντά σε επιστολές πολιτών εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
Υπόθεση 875/2011/JF: Εργασίες της Επιτροπής στον τομέα των μηχανοκίνητων δικύκλων
Ο καταγγέλλων, μοτοσικλετιστής, ανταποκρίθηκε στην Επιτροπή σχετικά με μια νέα πολιτική για την οδική ασφάλεια. Κατά την άποψή του, η Επιτροπή δεν διεξήγαγε σωστά έρευνα για να συγκεντρώσει τις απόψεις των ενδιαφερόμενων μερών. Όταν η Επιτροπή αρνήθηκε να επικοινωνήσει περαιτέρω με τον καταγγέλλοντα, απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή. Κατόπιν έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια i) κάλεσε την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο παροχής καθοδήγησης στο προσωπικό της όσον αφορά τις περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί νομίμως να γίνει επίκληση του κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς για τη διακοπή της αλληλογραφίας· (ii) ενθάρρυνε την Επιτροπή να αναγνωρίσει εν προκειμένω ότι θα ήταν προτιμότερο να μην είχε περιορίσει την έρευνα στην αγγλική γλώσσα και να εξετάσει αν υπάρχουν διδάγματα που πρέπει να αντληθούν για το μέλλον· και iii) κάλεσε την Επιτροπή να επιβεβαιώσει ότι διαβίβασε τις παρατηρήσεις και τις γνώμες του καταγγέλλοντος σχετικά με τις κανονιστικές προτάσεις του στις ομάδες εμπειρογνωμόνων που εργάζονται για τη σχετική νομοθεσία, προς εξέταση.
Απαντώντας, η Επιτροπή εξήγησε ότι παρέχει καθοδήγηση όσον αφορά την εφαρμογή του κώδικα, τόσο στα υποχρεωτικά σεμινάρια κατάρτισης για το προσωπικό της όσο και στον ιστότοπό της «MyIntracom». Οι ανταποκριτές δεοντολογίας και η Γενική Διεύθυνση Ανθρωπίνων Πόρων και Ασφάλειας παρέχουν περαιτέρω καθοδήγηση όταν χρειάζεται. Η Επιτροπή αναγνώρισε επίσης ότι θα ήταν προτιμότερο να διεξαγάγει την έρευνα και σε άλλες γλώσσες εκτός της αγγλικής. Τέλος, δήλωσε ότι είχε υποβάλει τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, οι οποίες ήταν ευρέως γνωστές, στους εμπειρογνώμονές της που ασχολούνται με τη σχετική νομοθεσία.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για τη χρήσιμη συνέχεια που έδωσε η Επιτροπή στις περαιτέρω παρατηρήσεις.
Υπόθεση 940/2011/JF: Καθυστερημένη πληρωμή για χρηματοδοτούμενη από την ΕΕ δράση
Ο καταγγέλλων ήταν ο συντονιστής κοινοπραξίας που ανέλαβε δράση χρηματοδοτούμενη από την ΕΕ στον τομέα των φιλικών προς το περιβάλλον κατασκευών. Ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή με διαφορά σχετικά με το ποσοστό των επιλέξιμων δαπανών που θα έπρεπε να καταβάλει η Επιτροπή σε προσωρινή βάση.
Μετά από έρευνα που περιλάμβανε πρόταση για φιλική λύση, η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν δικαιολογημένες περαιτέρω έρευνες. Σε περαιτέρω παρατήρηση, η Διαμεσολαβήτρια κάλεσε την Επιτροπή να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο συμμορφώθηκε με τις διαβεβαιώσεις που έδωσε κατά τη διάρκεια της έρευνας ότι θα καταβάλει το υπόλοιπο στην κοινοπραξία στο τέλος της δράσης χωρίς περιττές καθυστερήσεις.
Στην απάντησή της, η Επιτροπή εξήγησε ότι έλαβε την τελευταία δέσμη οικονομικών αποδεικτικών στοιχείων από τον καταγγέλλοντα στις 4 Ιουλίου 2013. Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά αποδείχθηκαν ελλιπή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, εσφαλμένα. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ζήτησε από την κοινοπραξία να παράσχει τα οικονομικά έγγραφα που έλειπαν και να αποσαφηνίσει εσφαλμένες ή ασυνεπείς πληροφορίες. Η κοινοπραξία υπέβαλε τα τελευταία εκκρεμή έγγραφα και διευκρινίσεις στις 13 Δεκεμβρίου 2013. Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή ήταν διατεθειμένη να καταβάλει αμέσως το υπόλοιπο στην κοινοπραξία. Δυστυχώς, σε αυτό το στάδιο, δεν υπήρχαν επαρκείς πιστώσεις για την πραγματοποίηση της πληρωμής πριν από το τέλος του έτους. Ως εκ τούτου, η πληρωμή έπρεπε να αναβληθεί για το 2014. Ωστόσο, η Επιτροπή της έδωσε προτεραιότητα και, μετά από μια τελευταία ήσσονος σημασίας διευκρίνιση από την κοινοπραξία και την υποβολή της τελικής ενοποιημένης δήλωσης δαπανών από την κοινοπραξία στις 24 Ιανουαρίου 2014, κατέβαλε στην κοινοπραξία το υπόλοιπο ποσό των 643 037,11 ευρώ στις 3 Φεβρουαρίου 2014. Επιπλέον, στις 14 Φεβρουαρίου 2014, η Επιτροπή κατέβαλε στην κοινοπραξία τόκους υπερημερίας ύψους 402,88 ευρώ.
Ο Διαμεσολαβητής λαμβάνει υπό σημείωση τις πραγματικές προσπάθειες της Επιτροπής να δώσει εποικοδομητική συνέχεια στην υπόθεση αυτή.
Υπόθεση 1235/2011/MMN: Συμμόρφωση με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία
Ο ενδιαφερόμενος πέτυχε σε διαγωνισμό της EPSO και κατέλαβε θέση συμβασιούχου υπαλλήλου στην Υπηρεσία Εκδόσεων στο Λουξεμβούργο. Λίγα χρόνια αργότερα, ο καταγγέλλων έλαβε προσωρινή σύμβαση μέσω βελγικής εταιρείας στο Γραφείο Υποδομών της Επιτροπής στις Βρυξέλλες. Αργότερα το ίδιο έτος, ο καταγγέλλων συμμετείχε σε συνεντεύξεις που πραγματοποιήθηκαν για την πλήρωση μόνιμης θέσης στην Επιτροπή. Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν επελέγη και συμπεριλήφθηκε σε εφεδρικό πίνακα προσλήψεων.
Ο καταγγέλλων και ο δικηγόρος του απηύθυναν διάφορες επιστολές στην Επιτροπή. Στις επιστολές αυτές, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι i) η Επιτροπή θα έπρεπε να του είχε προτείνει σύμβαση αορίστου χρόνου όταν άρχισε να εργάζεται για το Γραφείο Υποδομών στις Βρυξέλλες και ότι ii) η Επιτροπή θα έπρεπε να του είχε προτείνει μόνιμη θέση λόγω της αναπηρίας του. Η Επιτροπή απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς, αλλά διαβεβαίωσε τον καταγγέλλοντα ότι θα τον κρατούσε ενήμερο για τις ενδεχόμενες δυνατότητες πρόσληψης στην Επιτροπή. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή, ο οποίος δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση.
Σε περαιτέρω παρατήρηση, η Διαμεσολαβήτρια συνέστησε στην Επιτροπή να εξετάσει κατά πόσον ο κώδικας ορθής πρακτικής της για την απασχόληση των ατόμων με αναπηρία συμμορφώνεται πλήρως με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία (CRPD).
Σε απάντηση, η Επιτροπή δήλωσε ότι είχε διενεργήσει την ανάλυση που ζήτησε η Διαμεσολαβήτρια και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κώδικας συμμορφώνεται πλήρως με τη CRPD.
Η απάντηση της Επιτροπής είναι ικανοποιητική.
Υπόθεση 1325/2011/VL: Η απόφαση προσφυγής στη διαδικασία με διαπραγμάτευση μετά την ακύρωση μιας προσφοράς θα πρέπει να είναι διαφανής
Σλοβενική εταιρεία συμμετείχε ανεπιτυχώς σε διαδικασία υποβολής προσφορών την οποία διεκπεραίωσε η αντιπροσωπεία της ΕΕ στο Μαυροβούνιο. Στη συνέχεια, η αντιπροσωπεία ακύρωσε τη διαδικασία υποβολής προσφορών. Η σλοβενική εταιρεία επιθυμούσε να συμμετάσχει στη νέα διαδικασία υποβολής προσφορών. Ωστόσο, αντί να προκηρύξει νέα πρόσκληση υποβολής προσφορών, η αντιπροσωπεία ανέθεσε τη σύμβαση μέσω διαδικασίας με διαπραγμάτευση. Η σλοβενική εταιρεία απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή ισχυριζόμενη ότι η αντιπροσωπεία ενήργησε με μεροληπτικό τρόπο, άδικα και κατά παράβαση των κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις.
Από την έρευνα του Διαμεσολαβητή δεν διαπιστώθηκε κακοδιοίκηση. Κλείνοντας την υπόθεση, η Διαμεσολαβήτρια διατύπωσε μια περαιτέρω παρατήρηση, σύμφωνα με την οποία, όταν μια αντιπροσωπεία της ΕΕ ακυρώνει μια διαδικασία υποβολής προσφορών και στη συνέχεια εισέρχεται σε διαδικασία με διαπραγμάτευση με ορισμένους από τους αρχικούς προσφέροντες, θα ήταν σκόπιμο να ενημερώνονται οι απορριφθέντες προσφέροντες ανοικτά και προορατικά σχετικά με την εξέλιξη αυτή. Κάτι τέτοιο θα ενίσχυε περαιτέρω την αντίληψη της νομιμότητας και της διαφάνειας των διαδικασιών υποβολής προσφορών που εφαρμόζουν οι αντιπροσωπείες της ΕΕ.
Απαντώντας, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η αλληλογραφία με τους απορριφθέντες προσφέροντες θα πρέπει να διεκπεραιώνεται με διαφανή και προσεχή τρόπο. Επισήμανε, ωστόσο, ότι δεν είναι προς το συμφέρον της χρηστής διοίκησης οι διαδικασίες υποβολής προσφορών και επιχορηγήσεων να καθίστανται ατελείωτες και να καταναλώνουν πόρους. Επιπλέον, οι εφαρμοστέες διατάξεις δεν επιβάλλουν καμία υποχρέωση ενημέρωσης των απορριφθέντων προσφερόντων σχετικά με μεταγενέστερη διαδικασία με διαπραγμάτευση.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε την πρόταση στην περαιτέρω παρατήρηση, η οποία θα ήταν εύκολο να εφαρμοστεί. Μολονότι η Επιτροπή επικαλέστηκε την αρχή της χρηστής διοικήσεως, η απάντησή της αφήνει να εννοηθεί ότι θα πράξει μόνον ό,τι της επιβάλλουν ρητώς οι ισχύοντες κανόνες. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, αυτή δεν είναι η στάση που πρέπει να υιοθετήσει ένα θεσμικό όργανο που ενδιαφέρεται για τη χρηστή διοίκηση.
Υπόθεση 1640/2011/MMN: Αποσαφήνιση της έννοιας της αιγίδας της Επιτροπής για εκδηλώσεις και δραστηριότητες
Η καταγγελία αφορούσε έκθεση φωτογραφίας υπό την αιγίδα της Αντιπροέδρου της Επιτροπής Reding και φιλοξενήθηκε σε κτίριο της Επιτροπής. Η έκθεση αφορούσε ομόφυλα ζευγάρια. Ο Διαμεσολαβητής δεν επικύρωσε τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή υπερέβη τις αρμοδιότητές της και ότι προσέβαλε και εισήγαγε διακρίσεις εις βάρος των πολιτών της ΕΕ που δεν συμμερίζονται τις απόψεις που προωθεί η έκθεση. Αφού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες, ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε δύο περαιτέρω παρατηρήσεις.
Η πρώτη συνέστησε στην Επιτροπή να συμπεριλάβει κατάλληλη δήλωση αποποίησης ευθύνης όταν αποφασίζει να φιλοξενήσει, να χρηματοδοτήσει ή να θέσει εκδηλώσεις ή δραστηριότητες υπό την αιγίδα της, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος να δοθεί στο κοινό η παραπλανητική εντύπωση ότι έχει εγκρίνει το συγκεκριμένο περιεχόμενο ή μήνυμα της εν λόγω εκδήλωσης ή δραστηριότητας. Αυτό θα ήταν ιδιαίτερα ενδεδειγμένο εάν το περιεχόμενο της εκδήλωσης ή της έκθεσης μπορεί αναμφισβήτητα να υπερβαίνει τουλάχιστον εν μέρει το πεδίο των αρμοδιοτήτων της ή εάν το περιεχόμενο ή το μήνυμα μπορεί να είναι αμφιλεγόμενο.
Η δεύτερη περαιτέρω παρατήρηση ήταν ότι, κάθε φορά που η Επιτροπή λαμβάνει αίτημα παροχής πληροφοριών σχετικά με τη χρήση κονδυλίων της ΕΕ, θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο να παράσχει εξαρχής όσο το δυνατόν πληρέστερες πληροφορίες σχετικά με τα σχετικά πραγματικά περιστατικά και τη νομική βάση της εν λόγω χρηματοδότησης.
Ανταποκρινόμενη, η Επιτροπή δεσμεύτηκε να επικαιροποιήσει τις κατευθυντήριες γραμμές της σχετικά με την αιγίδα, ώστε να συμπεριλάβει σύσταση σχετικά με τη χρήση κατάλληλων δηλώσεων αποποίησης ευθύνης. Η Επιτροπή εξέφρασε επίσης τη συμφωνία της με τη δεύτερη περαιτέρω παρατήρηση. Αποφάσισε να δημοσιεύσει και τις δύο παρατηρήσεις εσωτερικά, ιδίως στο πλαίσιο των ιδιαίτερων γραφείων των Επιτρόπων και άλλων υπηρεσιών που ασχολούνται με την αιγίδα εκδηλώσεων ή δραστηριοτήτων.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για την εποικοδομητική συνέχεια που δόθηκε από την Επιτροπή.
Υπόθεση 1786/2011/MHZ: Εικαζόμενη απάτη κατά την εκτέλεση κονδυλίων της ΕΕ
Ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία επί παραβάσει στην Επιτροπή κατά της Πολωνίας σχετικά με κατασκευαστικό έργο που συγχρηματοδοτήθηκε από κονδύλια της ΕΕ. Ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν κρυφοί λόγοι (απάτη και πολιτική πίεση) πίσω από την επιλογή της τοποθεσίας για το έργο. Η Επιτροπή περάτωσε την καταγγελία με την αιτιολογία ότι δεν υπήρξε παραβίαση του δικαίου της ΕΕ. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή, αμφισβητώντας τόσο τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή χειρίστηκε την καταγγελία του όσο και την απόφασή της να συγχρηματοδοτήσει το έργο.
Η έρευνα της Διαμεσολαβήτριας αποσαφήνισε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή δεν διαπίστωσε παράβαση. Ωστόσο, κατέστη επίσης σαφές κατά τη διάρκεια της έρευνας ότι η Επιτροπή δεν περάτωσε την υπόθεση όταν προέβη στη διαπίστωση αυτή τον Ιούλιο του 2011. Αντ’ αυτού, ανέστειλε τις έρευνες επί παραβάσει έως τις 20 Δεκεμβρίου 2012, ημερομηνία κατά την οποία απέστειλε την επιστολή πριν από την περάτωση της υπόθεσης στον καταγγέλλοντα.
Ο Διαμεσολαβητής επέκρινε το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πειστικά τους λόγους για τους οποίους δεν περάτωσε την υπόθεση παράβασης νωρίτερα, όταν κατέληξε στη διαπίστωση ότι δεν υπήρξε παράβαση.
Όσον αφορά την έγκριση της πολωνικής αίτησης συγχρηματοδότησης από την Επιτροπή, η Διαμεσολαβήτρια δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση. Διατυπώθηκε περαιτέρω παρατήρηση με την οποία συνιστάται στην Επιτροπή, κατά την εξέταση αίτησης συγχρηματοδότησης, να εξετάζει τυχόν ισχυρισμούς για απάτη ή διαφθορά αμέσως μετά την υποβολή τους και πριν από την έκδοση της τελικής απόφασης σχετικά με την αίτηση συγχρηματοδότησης.
Στην απάντησή της στην επικριτική παρατήρηση, η Επιτροπή εξήγησε ότι ανέστειλε τις έρευνες έως τις 20 Δεκεμβρίου 2012, διότι εκκρεμούσε ενώπιον της αρμόδιας εθνικής αρχής προσφυγή κατά της απόφασης σχετικά με τους περιβαλλοντικούς όρους του έργου.
Απαντώντας στην περαιτέρω παρατήρηση, η Επιτροπή εξήγησε, κατ’ ουσίαν, ότι ο κανονισμός 1083/2006 προβλέπει ότι η Επιτροπή εκδίδει απόφαση το αργότερο τρεις μήνες μετά την υποβολή ενός έργου. Μια απλή υποψία απάτης ή ακόμη και μια εν εξελίξει έρευνα δεν αρκεί για την απόρριψη ενός έργου. Εάν στη συνέχεια επιβεβαιωθούν ισχυρισμοί για απάτη ή διαφθορά, η Επιτροπή μπορεί να αναστείλει τις πληρωμές ή να ζητήσει από το κράτος μέλος να προβεί σε δημοσιονομικές διορθώσεις. Εάν το κράτος μέλος δεν το πράξει, η Επιτροπή μπορεί να μειώσει τη συνεισφορά της ΕΕ στο επιχειρησιακό πρόγραμμα. Η Επιτροπή διευκρίνισε επίσης ότι, εν προκειμένω, η OLAF είχε απορρίψει τους ισχυρισμούς περί απάτης.
Ο Διαμεσολαβητής είναι ικανοποιημένος με τη συνέχεια που έδωσε η Επιτροπή και στις δύο παρατηρήσεις.
Υπόθεση 2086/2011/ER: Αναφορά των δυνατοτήτων προσφυγής κατά απόφασης που επηρεάζει την επιστροφή ιατρικών εξόδων.
Υπάλληλος της ΕΕ ζήτησε να αναγνωριστεί η πάθησή του ως σοβαρή ασθένεια. Η αναγνώριση αυτή σημαίνει ότι τα σχετικά ιατρικά έξοδα επιστρέφονται πλήρως στο πλαίσιο του συστήματος ασφάλισης ασθενείας. Η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση του καταγγέλλοντος με την αιτιολογία ότι η κατάστασή του δεν πληρούσε τα σχετικά κριτήρια. Αφού εξάντλησε τα εσωτερικά διοικητικά ένδικα μέσα, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή, ο οποίος δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση όσον αφορά τα περισσότερα από τα ζητήματα που τέθηκαν. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επέκρινε την παράλειψη της Επιτροπής να παράσχει στον καταγγέλλοντα πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες προσφυγής που διαθέτει για την προσβολή της απόφασης.
Σε απάντηση, η Επιτροπή δεσμεύτηκε να αναφέρει τις δυνατότητες προσφυγής σε τέτοιες αποφάσεις στο μέλλον και ξεκίνησε τη διαδικασία των αναγκαίων προσαρμογών ΤΠ.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για τη θετική απάντηση της Επιτροπής.
Βλ. υπόθεση 2097/2011/RA ανωτέρω στην ενότητα «Star cases».
Υπόθεση 47/2012/AN: Η διερεύνηση της παράβασης διήρκεσε υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα
Το 2006, ένας Ισπανός πολίτης υπέβαλε καταγγελία επί παραβάσει κατά των ισπανικών αρχών για εικαζόμενες παρατυπίες στη διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης σχετικά με την κατασκευή λιμένα στη Λα Κορούνια. Στο τέλος του 2011, η Επιτροπή δεν είχε ακόμη λάβει απόφαση επί της καταγγελίας. Ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή, ο οποίος κίνησε έρευνα.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Επιτροπή αποφάσισε να περατώσει την υπόθεση παράβασης. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η αιτιολόγηση της απόφασης της Επιτροπής ήταν εύλογη. Ωστόσο, η διάρκεια της έρευνας της Επιτροπής, η οποία ήταν εξίμισι έτη, δεν ήταν εύλογη κατά την έννοια του άρθρου 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Επιπλέον, μέχρι την παρέμβαση του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή δεν είχε ενημερώσει εγκαίρως τον καταγγέλλοντα για τα μέτρα που έλαβε κατά τη διάρκεια της έρευνάς της.
Απαντώντας στην επικριτική παρατήρηση, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η διάρκεια της έρευνάς της ήταν ακατάλληλη, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη οι δυσκολίες της υπόθεσης και η ανάγκη ενδελεχούς εξέτασης των πραγματικών περιστατικών. Αναγνώρισε επίσης ότι θα μπορούσε να έχει επαφές με τον καταγγέλλοντα πιο τακτικά.
Η απάντηση της Επιτροπής στην επικριτική παρατήρηση καταδεικνύει την προθυμία της να διδαχθεί από τα λάθη.
Υπόθεση 452/2012/CK: Σαφέστερη καθοδήγηση σχετικά με τις διαδικασίες υποβολής προσφορών
Η καταγγέλλουσα εταιρεία ηγήθηκε κοινοπραξίας που έλαβε μέρος σε διαδικασία υποβολής προσφορών. Αμφισβήτησε τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή ερμήνευσε τα κριτήρια επιλογής σχετικά με την τεχνική ικανότητα των υποψηφίων. Μετά από έρευνα, η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, παρόλο που η απόφαση να μην συμπεριληφθεί ο καταγγέλλων μεταξύ των επικρατέστερων προσφερόντων ήταν ορθή, η Επιτροπή δεν παρέσχε στον καταγγέλλοντα, με σαφή, συνεκτικό και μη διφορούμενο τρόπο, επαρκή αιτιολόγηση της απόφασης.
Σε απάντηση, η Επιτροπή ενημέρωσε τη Διαμεσολαβήτρια ότι ο πρακτικός οδηγός για τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων για τις εξωτερικές δράσεις της ΕΕ (PRAG) τροποποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2012 και τον Ιανουάριο του 2013. Η νέα έκδοση της PRAG περιέχει σαφέστερη καθοδήγηση σχετικά με την κατάρτιση καταλόγου επικρατέστερων υποψηφίων και τον τρόπο εφαρμογής των κριτηρίων επιλογής. Οι τροποποιημένες διατάξεις αναμένεται να συμβάλουν στην αποφυγή παρόμοιων καταστάσεων στο μέλλον και να συνδράμουν τις επιτροπές αξιολόγησης στις αποφάσεις τους και την Επιτροπή στην παροχή σαφών απαντήσεων στους προσφέροντες.
Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το τμήμα 2.4.11.1.3 του PRAG («Έλεγχος της τεχνικής και επαγγελματικής ικανότητας των υποψηφίων ή των προσφερόντων») έχει τροποποιηθεί και εξηγεί πλέον με σαφή τρόπο πότε και πώς ένας αιτών μπορεί να χρησιμοποιήσει ολοκληρωμένα τμήματα ελλιπών έργων ως έγκυρες αναφορές.
Υπόθεση 277/2012/RA: Λειτουργία του Μητρώου Διαφάνειας
Ο καταγγέλλων, μια ΜΚΟ, ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν είχε διεκπεραιώσει σωστά τις καταγγελίες της σχετικά με την ακρίβεια των δηλώσεων δύο πολυεθνικών στο μητρώο εκπροσώπων συμφερόντων της Επιτροπής. Η ΜΚΟ ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή δεν είχε διεκπεραιώσει σωστά το αίτημά της για πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα.
Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε τον φάκελο και διαπίστωσε ότι η Επιτροπή είχε βάσιμους λόγους να απορρίψει τις καταγγελίες. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επέκρινε την Επιτροπή για το γεγονός ότι δεν εξήγησε επαρκώς τους λόγους αυτούς στον καταγγέλλοντα. Η Διαμεσολαβήτρια επέκρινε επίσης το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε απαλείψει πληροφορίες από τα ζητηθέντα έγγραφα ως «άσχετες». Με τον τρόπο αυτό, δεν εφάρμοσε ορθά τον κανονισμό 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα.
Δεδομένου ότι η Επιτροπή και το Κοινοβούλιο βρίσκονταν στη διαδικασία αναθεώρησης του σημερινού Κοινού Μητρώου Διαφάνειας, η Διαμεσολαβήτρια υπέβαλε τρεις προτάσεις:
i) η επανεξέταση θα πρέπει να λαμβάνει πλήρως υπόψη τις αρχές του ΟΟΣΑ για τη διαφάνεια και την ακεραιότητα στην άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων·
ii) θα μπορούσε να εξετάσει κατά πόσον θα μπορούσαν να παρασχεθούν κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη μεθοδολογία ώστε να διασφαλιστεί όχι μόνο μεγαλύτερη ακρίβεια, αλλά και εφικτός βαθμός συγκρισιμότητας των δηλώσεων στο μητρώο·
iii) οι καταγγελίες συμβάλλουν σημαντικά στην αποτελεσματική εφαρμογή του Μητρώου και θα πρέπει να είναι ευπρόσδεκτες ως ευκαιρία για την ενίσχυση της ακρίβειας των πληροφοριών που περιέχει. Οι καταγγελίες αυτές θα πρέπει να διερευνώνται διεξοδικά και οι απαντήσεις σε αυτές θα πρέπει να εξετάζουν με επαρκείς λεπτομέρειες τα επιχειρήματα που προβάλλει ο καταγγέλλων.
Η Διαμεσολαβήτρια κάλεσε την Επιτροπή να λάβει υπόψη τις απόψεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη συνέχεια που θα δώσει στις προτάσεις αυτές.
Τέλος, η Διαμεσολαβήτρια πρότεινε να μπορεί η Επιτροπή να ενημερώνει συστηματικά τους εκπροσώπους συμφερόντων, πριν από τις συναντήσεις με μέλη του προσωπικού της Επιτροπής, ότι η Επιτροπή προτίθεται να δημοσιοποιεί τα ονόματα των εκπροσώπων συμφερόντων, εφόσον ζητηθεί στο πλαίσιο αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα δυνάμει του κανονισμού 1049/2001.
Στην απάντησή της στην πρώτη επικριτική παρατήρηση, η Επιτροπή δήλωσε ότι η παροχή λεπτομερέστερης αιτιολόγησης στον καταγγέλλοντα θα συνεπαγόταν τη δημοσιοποίηση πληροφοριών που οι εν λόγω εταιρείες δεν ήταν υποχρεωμένες να αποκαλύψουν στο πλαίσιο των δηλώσεών τους στο μητρώο εκπροσώπων συμφερόντων.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν κατανόησε την επικριτική παρατήρηση. Ο Διαμεσολαβητής δεν ανέμενε από την Επιτροπή να αποκαλύψει στον καταγγέλλοντα πληροφορίες που δεν θα αναμενόταν να αποκαλύψουν οι εν λόγω εταιρείες στο πλαίσιο των δηλώσεών τους στο μητρώο. Η απόφαση του Διαμεσολαβητή στην υπόθεση αυτή επέστησε την προσοχή σε στοιχεία του σκεπτικού της Επιτροπής που θα μπορούσαν να είχαν παρασχεθεί στον καταγγέλλοντα. Για παράδειγμα, στην εσωτερική της αξιολόγηση, η Επιτροπή παραπέμπει αρκετές φορές στις συχνές ερωτήσεις της, ένα έγγραφο διαθέσιμο στο κοινό, αφήνοντας τις πληροφορίες αυτές εκτός της απάντησής της στον καταγγέλλοντα.
Όσον αφορά τη δεύτερη επικριτική παρατήρηση, η Επιτροπή επέμεινε ότι εφάρμοσε ορθά τους κανόνες για την πρόσβαση στα έγγραφα με την απαλοιφή τμημάτων των εγγράφων και τη σαφή επισήμανση των απαλειφθέντων τμημάτων ως «εκτός πεδίου εφαρμογής».
Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η Επιτροπή έχασε την ευκαιρία να μάθει πώς οι διαδικασίες που προβλέπονται στον κανονισμό 1049/2001 της επιτρέπουν να επιτύχει αποτελεσματικότητα, με παράλληλο σεβασμό των δικαιωμάτων των αιτούντων. Το άρθρο 6 παράγραφος 3 του κανονισμού επιτρέπει σε ένα θεσμικό όργανο να συνεννοηθεί με τον αιτούντα προκειμένου να ζητήσει τη συγκατάθεσή του για την παροχή πρόσβασης μόνο σε ορισμένα τμήματα ενός πολύ ογκώδους εγγράφου. Με τον τρόπο αυτό, το θεσμικό όργανο μπορεί να απαλείψει τμήματα του/των εγγράφου/-ων που δεν σχετίζονται με το αίτημα του αιτούντος, χωρίς να χρειάζεται να διενεργήσει διεξοδική (και ενδεχομένως χρονοβόρα) ανάλυση σχετικά με το αν ισχύουν εξαιρέσεις. Ωστόσο, για την ορθή εφαρμογή του άρθρου αυτού, το θεσμικό όργανο πρέπει να τηρεί ορισμένες σημαντικές διαδικαστικές απαιτήσεις. Ειδικότερα, θα πρέπει να εξηγεί σαφώς στον αιτούντα ότι, κατά την άποψή του, μέρη του/των επίμαχου/-ων εγγράφου/-ων δεν αφορούν τον αιτούντα. Επιπλέον, θα πρέπει να εξηγεί, σε γενικές γραμμές, τι αφορούν τα εν λόγω μέρη των εγγράφων, προκειμένου να παρέχεται στον αιτούντα η δυνατότητα να προβεί σε τεκμηριωμένη επιλογή σχετικά με το αν επιθυμεί ή όχι να ζητήσει επίσης πρόσβαση στα εν λόγω μέρη [1].
Όσον αφορά τις προτάσεις του Διαμεσολαβητή για το κοινό μητρώο, η Επιτροπή ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι είχε ήδη βελτιώσει το σύστημα. Συγκεκριμένα, η Κοινή Γραμματεία του Μητρώου έχει παράσχει στους εγγεγραμμένους ειδικές κατευθυντήριες γραμμές, συμπεριλαμβανομένης σαφούς μεθοδολογίας για τις δηλώσεις. Όσον αφορά τις αρχές του ΟΟΣΑ για τη διαφάνεια και την ακεραιότητα στην άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων, η Επιτροπή ενημέρωσε τη Διαμεσολαβήτρια ότι οι υπηρεσίες της συνέβαλαν στο έργο που οδήγησε στις αρχές αυτές και ότι συμμερίζεται τις ιδέες που απορρέουν από τις εν λόγω αρχές. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν προέβη σε καμία συγκεκριμένη ενέργεια σε σχέση με την πρόταση δημοσιοποίησης των ονομάτων των εκπροσώπων ομάδων συμφερόντων στο μέλλον.
Η θετική απάντηση της Επιτροπής στις τρεις πρώτες προτάσεις είναι ευπρόσδεκτη. Ο Διαμεσολαβητής θα συνεχίσει να ενδιαφέρεται έντονα για τη λειτουργία του κοινού μητρώου και τον χειρισμό καταγγελιών και αιτημάτων πρόσβασης σε πληροφορίες και έγγραφα, καθώς και για προτάσεις που ενδέχεται να προκύψουν από τη δημόσια συζήτηση σχετικά με ένα πιθανό υποχρεωτικό μητρώο.
Υπόθεση 295/2012/MMN: Η Επιτροπή θα πρέπει να εξηγεί τις καθυστερήσεις στις διαδικασίες επί παραβάσει
Το 2002, η Επιτροπή κίνησε διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ισπανίας με δική της πρωτοβουλία. Τον Μάιο του 2008, η Επιτροπή απέστειλε αιτιολογημένη γνώμη στην Ισπανία. Τον Δεκέμβριο του 2010, ο καταγγέλλων ρώτησε την Επιτροπή σχετικά με την πορεία της έρευνας. Η Επιτροπή απάντησε ότι δεν είχε ακόμη αποφασίσει αν θα παραπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο.
Ο Διαμεσολαβητής διερεύνησε τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή δεν ανέλαβε δράση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, είτε προσφεύγοντας στο Δικαστήριο είτε περατώνοντας την υπόθεση, καθώς και σχετικό αίτημα. Επί της ουσίας, ο Διαμεσολαβητής θεώρησε τις εξηγήσεις της Επιτροπής εύλογες και περάτωσε την υπόθεση. Ωστόσο, θα ήταν προτιμότερο να είχε δώσει η Επιτροπή αυτές τις εξηγήσεις στον καταγγέλλοντα νωρίτερα, αντί να το πράξει μόνο κατά τη διάρκεια της έρευνας του Διαμεσολαβητή. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια προέβη σε περαιτέρω παρατήρηση καλώντας την Επιτροπή στο μέλλον να εξετάσει το ενδεχόμενο να παράσχει στους πολίτες επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τους λόγους για τους οποίους αναστέλλει τη διερεύνηση μιας διαδικασίας επί παραβάσει.
Σε απάντηση, μολονότι η Επιτροπή αναγνώρισε τα οφέλη της αυξημένης διαφάνειας και της βελτιωμένης επικοινωνίας, απέρριψε την πρόταση του Διαμεσολαβητή.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει τη λύπη της για τη μη εποικοδομητική συνέχεια που έδωσε η Επιτροπή στην υπόθεση αυτή.
Υπόθεση 412/2012/MHZ: Αποφυγή καθυστερήσεων και διασφάλιση της διαφάνειας στις διαδικασίες επί παραβάσει
Ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία επί παραβάσει στην Επιτροπή κατά της Πολωνίας. Στην καταγγελία προς τη Διαμεσολαβήτρια προβαλλόταν ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή δεν χειρίστηκε την καταγγελία παράβασης με τη δέουσα επιμέλεια και δεν αιτιολόγησε δεόντως την περάτωση της υπόθεσης.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας του Διαμεσολαβητή, η οποία περιλάμβανε επιθεώρηση του φακέλου της Επιτροπής επί του θέματος, η Επιτροπή απέδειξε ότι είχε ενημερώσει δεόντως τον καταγγέλλοντα. Επιπλέον, εν τω μεταξύ, πολωνικό δικαστήριο είχε παραπέμψει το αντικείμενο της καταγγελίας για παράβαση στο Δικαστήριο για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Για τους λόγους αυτούς, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι δεν ήταν δικαιολογημένες περαιτέρω έρευνες σχετικά με την καταγγελία. Προκειμένου να βοηθήσει την Επιτροπή να βελτιώσει τον χειρισμό των μελλοντικών υποθέσεων επί παραβάσει, η Διαμεσολαβήτρια διατύπωσε δύο περαιτέρω παρατηρήσεις, με βάση τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όπως αποκαλύφθηκαν από τον έλεγχο.
Η πρώτη παρατήρηση αφορούσε την ενδεικτική προθεσμία ενός έτους για τη λήψη απόφασης σχετικά με την κίνηση διαδικασίας επί παραβάσει (που ορίζεται στο σημείο 8 της ανακοίνωσης της Επιτροπής του 2012). Η Διαμεσολαβήτρια πρότεινε στην Επιτροπή να καταστήσει σαφές στις υπηρεσίες της ότι η ανάγκη διυπηρεσιακών διαβουλεύσεων δεν δικαιολογεί, από μόνη της, την υπέρβαση της προθεσμίας του ενός έτους.
Η δεύτερη παρατήρηση ήταν ότι, κατά την αιτιολόγηση των αποφάσεών της σε υποθέσεις παράβασης, η Επιτροπή θα μπορούσε να λάβει υπόψη ότι η προορατική γνωστοποίηση, τουλάχιστον σε γενικές γραμμές, των διαφορετικών απόψεων που έλαβαν οι υπηρεσίες της θα μπορούσε να συμβάλει στο να πειστούν οι καταγγέλλοντες και οι πολίτες γενικά ότι οι λόγοι στους οποίους βασίζεται η περάτωση της υπόθεσης είναι πραγματικοί.
Η απάντηση της Επιτροπής στην πρώτη παρατήρηση αφορούσε κυρίως τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης.
Απαντώντας στη δεύτερη παρατήρηση, η Επιτροπή δήλωσε ότι η απόφαση για την κίνηση ή την περάτωση διαδικασίας επί παραβάσει λαμβάνεται από την Επιτροπή ως συλλογικό όργανο. Οι διαφορετικές απόψεις των αρμόδιων μονάδων που συμμετέχουν στη διαδικασία διαβούλευσης πριν από την έκδοση αποφάσεων σε υποθέσεις παράβασης αποτελούν αποκλειστικά εσωτερικό ζήτημα.
Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι έχει επίγνωση του γεγονότος ότι η αύξηση της διαφάνειας και η βελτίωση της επικοινωνίας είναι καίριας σημασίας για τις σχέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και των ευρωπαίων πολιτών. Τούτο ισχύει και όσον αφορά το καθήκον του «θεματοφύλακα των Συνθηκών» που ανατίθεται στην Επιτροπή με το άρθρο 17, παράγραφος 1, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό έχει αναγνωριστεί δημοσίως από την Επιτροπή στην ανακοίνωσή της με τίτλο «Μια Ευρώπη αποτελεσμάτων – Εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου». Οι ετήσιες εκθέσεις που δημοσιεύει η Επιτροπή σχετικά με την ετήσια εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ, οι συνοπτικές πληροφορίες που παρέχονται στους καταγγέλλοντες σχετικά με όλα τα κύρια μέτρα που λαμβάνονται στις καταγγελίες τους ή τα δελτία Τύπου που εκδίδονται σχετικά με τις αιτιολογημένες γνώμες που αποστέλλονται στα κράτη μέλη αποτελούν επαρκή απόδειξη αυτού.
Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι η διαδικασία επί παραβάσει δεν αποσκοπεί πρωτίστως στην παροχή ένδικων μέσων στους ιδιώτες, αλλά στη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ από το κράτος μέλος. Όπως έχει αναγνωρίσει δημοσίως η Επιτροπή, αυτό θα μπορούσε μερικές φορές να προκαλέσει απογοήτευση στους καταγγέλλοντες. Γεγονός παραμένει, ωστόσο, ότι δεν μετέχουν στη διαδικασία και ότι η ικανοποίηση των ατομικών συμφερόντων τους δεν είναι ο επιδιωκόμενος σκοπός.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ασχολήθηκε με την ουσία της πρώτης περαιτέρω παρατήρησης.
Όσον αφορά τη δεύτερη περαιτέρω παρατήρηση, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι καταγγέλλοντες ενημερώθηκαν πρώτα για την πρόθεσή τους, αν και προσωρινή, να αποστείλουν προειδοποιητική επιστολή στις πολωνικές αρχές. Στη συνέχεια, ενημερώθηκαν ότι δεν επρόκειτο να αποσταλεί τέτοια επιστολή. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την έκπληξή της για το γεγονός ότι η Επιτροπή θα πρέπει να αντιδράσει αρνητικά στην πρόταση σύμφωνα με την οποία η προορατική δημοσιοποίηση, τουλάχιστον σε γενικές γραμμές, των διαφορετικών απόψεων των υπηρεσιών της θα μπορούσε να συμβάλει στο να πειστούν οι καταγγέλλοντες και οι πολίτες γενικά ότι οι λόγοι στους οποίους βασίζεται το κλείσιμο της υπόθεσης είναι πραγματικοί.
Υποθέσεις 519/2012/AN και 547/2012/AN: Η Επιτροπή θα πρέπει να ενημερώνει τους καταγγέλλοντες παράβαση σχετικά με την αναβολή της παύσης λειτουργίας
Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε κοινή έρευνα σχετικά με δύο καταγγελίες που αφορούσαν την απόφαση της Επιτροπής να περατώσει μια καταγγελία επί παραβάσει. Στη γνώμη της, η Επιτροπή ενημέρωσε τη Διαμεσολαβήτρια ότι, αφού ανακοίνωσε στους καταγγέλλοντες την πρόθεσή της να θέσει την υπόθεση στο αρχείο, είχε στην πραγματικότητα αναβάλει την απόφαση για το κλείσιμο της υπόθεσης. Σε περαιτέρω παρατήρηση, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, θα ήταν χρήσιμο, φιλικό προς τον πολίτη και σύμφωνο με μια διοικητική νοοτροπία εξυπηρέτησης των πολιτών, η Επιτροπή i) να ενημερώνει εγκαίρως τους καταγγέλλοντες σχετικά με την αναβολή και ii) να αιτιολογεί την αναβολή.
Σε απάντηση, η Επιτροπή αναφέρθηκε στην εμπιστευτικότητα των διαπραγματεύσεων με το κράτος μέλος ως λόγο για τη μη ενημέρωση των καταγγελλόντων ότι η υπόθεσή τους εξακολουθεί να εκκρεμεί.
Η απάντηση της Επιτροπής δεν είναι πειστική. Το γεγονός ότι ανέβαλε το κλείσιμο δεν συνιστά από μόνο του εμπιστευτική πληροφορία. Επιπλέον, η Επιτροπή θα μπορούσε να αιτιολογήσει την αναβολή χωρίς να αποκαλύψει εμπιστευτικές πληροφορίες.
Υπόθεση 984/2012/EIS: Ανάκτηση οικογενειακών επιδομάτων
Ο καταγγέλλων ήταν μέλος του προσωπικού της Επιτροπής. Όταν υπέβαλε αίτηση για το επίδομα τέκνου που προβλέπεται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, δήλωσε οικογενειακή παροχή που έλαβε από τις εθνικές αρχές. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής έκριναν ότι το επίδομα τέκνου δεν θα πρέπει να μειωθεί ώστε να ληφθεί υπόψη το εν λόγω όφελος. Δύο χρόνια αργότερα, δήλωσαν ότι η απόφαση αυτή ήταν λάθος και προχώρησαν στην ανάκτηση των αντίστοιχων ποσών από τον μηνιαίο μισθό του καταγγέλλοντος. Η καταγγέλλουσα απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή για να αμφισβητήσει τόσο την αναθεωρημένη απόφαση σχετικά με τη φύση της παροχής όσο και το χρονοδιάγραμμα για την ανάκτηση των σχετικών ποσών, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα μηνιαία έκπτωση που την έφερε σε δύσκολη οικονομική θέση.
Κατά την έναρξη της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια κάλεσε την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο αναστολής ή μείωσης του ποσού των μηνιαίων κρατήσεων. Η Επιτροπή δεν το έπραξε ούτε εξέτασε το ζήτημα στη γνώμη της.
Μετά την έρευνα, η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι η απόφαση ανάκτησης των σχετικών ποσών ήταν εύλογη και σύμφωνη με τη σχετική νομολογία. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια επέκρινε το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε το ενδεχόμενο καθορισμού του μηνιαίου ποσού που παρακρατείται από τον μισθό της καταγγέλλουσας σε ποσό δίκαιο και εύλογο υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της.
Σε απάντηση, η Επιτροπή παρέπεμψε στους εσωτερικούς κανόνες της. Έκρινε ότι τα αιτήματα της καταγγέλλουσας, με βάση την οικονομική της κατάσταση, δεν αποτελούσαν αποδεκτή αιτιολόγηση για τη μείωση του μηνιαίου ποσού. Ωστόσο, δεν εξήγησε γιατί οι εσωτερικοί κανόνες της δεν της επέτρεπαν να λάβει υπόψη την κατάσταση του καταγγέλλοντος.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ενήργησε για να μειώσει τον κίνδυνο να επαναληφθεί παρόμοια κατάσταση. Αντιθέτως, από την απάντηση της Επιτροπής προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν έμαθε τίποτα από την υπόθεση.
Υπόθεση 1108/2012/RT: Διεκπεραίωση αιτήσεων πρόσβασης του κοινού όταν ο αιτών έχει επίσης δικαίωμα πρόσβασης ως υποκείμενο των δεδομένων
Ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή πρόσβαση σε έγγραφο δυνάμει του κανονισμού 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα. Το εν λόγω έγγραφο αφορούσε την απασχόλησή της σε έργο χρηματοδοτούμενο από την Επιτροπή. Κατά τη διάρκεια της έρευνας του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή διαβίβασε το έγγραφο στον καταγγέλλοντα. Εξήγησε ότι η νομική βάση για τον σκοπό αυτό ήταν ο κανονισμός 45/2001 σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. (Το άρθρο 13 του κανονισμού 45/2001 προβλέπει ότι τα υποκείμενα των δεδομένων έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε δεδομένα που τα αφορούν). Η Επιτροπή εξήγησε ότι, λόγω διοικητικού σφάλματος, το έγγραφο δεν επισυνάφθηκε στην απόφασή της σχετικά με προηγούμενο αίτημα που υπέβαλε ο καταγγέλλων βάσει του κανονισμού 45/2001. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι δεν απαιτούνταν περαιτέρω έρευνες για την υπόθεση.
Σε περαιτέρω παρατήρηση, ο Διαμεσολαβητής παρείχε γενικές οδηγίες σχετικά με τον τρόπο διεκπεραίωσης των αιτήσεων στις οποίες θα μπορούσε να ζητηθεί πρόσβαση είτε βάσει του κανονισμού 45/2001 είτε βάσει του κανονισμού 1049/2001.
Σε απάντηση, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι, εάν ο αιτών στον οποίο έχει ήδη χορηγηθεί πρόσβαση σε έγγραφο βάσει του κανονισμού 45/2001 υποβάλει μεταγενέστερη αίτηση βάσει του κανονισμού 1049/2001 για πρόσβαση στο ίδιο έγγραφο, η Επιτροπή θα προβεί σε αξιολόγηση βάσει του τελευταίου κανονισμού εάν, αλλά μόνο εάν, ο αιτών το ζητήσει ρητά.
Η Επιτροπή επιβεβαίωσε επίσης ότι, όταν υποβάλλεται αίτηση βάσει του κανονισμού 1049/2001, αλλά μπορεί να παρασχεθεί στον αιτούντα ευρύτερη ή πλήρης πρόσβαση βάσει του κανονισμού 45/2001, θα χρησιμοποιήσει τον τελευταίο κανονισμό ως βάση για την απόφασή της.
Τέλος, σε σπάνιες περιπτώσεις στις οποίες ο αιτών ζητεί πρόσβαση σε συγκεκριμένο έγγραφο χρησιμοποιώντας τις διαδικασίες που προβλέπονται τόσο στον κανονισμό 45/2001 όσο και στον κανονισμό 1049/2001, η Επιτροπή θα εφαρμόζει τη διαδικασία που οδηγεί στην ευρύτερη δυνατή πρόσβαση του αιτούντος.
Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για την εποικοδομητική απάντηση της Επιτροπής, η οποία διασφαλίζει ότι τα σχετικά θεμελιώδη δικαιώματα μπορούν να ασκούνται αποτελεσματικά και κατά τρόπο αποτελεσματικό τόσο για τον αιτούντα όσο και για το θεσμικό όργανο.
Υπόθεση 1111/2012/AN: Καθυστέρηση στη διεκπεραίωση των αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα
Ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι η Επιτροπή είχε παραβιάσει τα διαδικαστικά δικαιώματα του καταγγέλλοντος ως αιτούντος πρόσβαση σε έγγραφα δυνάμει του κανονισμού 1049/2001. Στην επικριτική παρατήρηση του Διαμεσολαβητή επισημάνθηκε ότι η Επιτροπή i) παρέτεινε δύο φορές την προθεσμία απάντησης στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος και ii) δεν παρέσχε εκτιμώμενη ημερομηνία για την έκδοση απόφασης όταν απέστειλε τη δεύτερη ενδιάμεση απάντηση.
Ο Διαμεσολαβητής προέβη επίσης σε δύο περαιτέρω παρατηρήσεις με σκοπό να βοηθήσει την Επιτροπή να διεκπεραιώσει μελλοντικά αιτήματα. Με την πρώτη παρατήρηση επισημάνθηκε ότι το παράρτημα εγγράφου στο οποίο ζητείται πρόσβαση δεν αποτελεί χωριστό έγγραφο, αλλά αναπόσπαστο μέρος του εγγράφου στο οποίο επισυνάπτεται. Επομένως, η εκτίμηση σχετικά με το αν πρέπει ή όχι να δημοσιοποιηθεί πρέπει να πραγματοποιηθεί ταυτόχρονα με την εκτίμηση σχετικά με το κύριο έγγραφο. Η δεύτερη παρατήρηση ήταν ότι οι διαβουλεύσεις σχετικά με τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να πραγματοποιούνται το συντομότερο δυνατόν, προκειμένου να τηρούνται οι προθεσμίες του κανονισμού 1049/2001.
Απαντώντας στην επικριτική παρατήρηση, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι δεν χειρίστηκε εμπρόθεσμα την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος. Ανέφερε ότι, γενικά, οι παράγοντες που οδηγούν σε υπέρβαση των προθεσμιών (όπως ο αριθμός, το μέγεθος, η έκταση και η πολυπλοκότητα των ζητηθέντων εγγράφων και, όπως εν προκειμένω, η ανάγκη διαβούλευσης με τρίτους) δεν της επιτρέπουν επίσης να εκτιμήσει με ακρίβεια τον χρόνο που θα απαιτηθεί για την αποστολή ουσιαστικής απάντησης στον αιτούντα. Ωστόσο, η Επιτροπή δήλωσε ότι προσπαθεί να ενημερώνει τους αιτούντες για την πρόοδο των αιτήσεών τους με τον πληρέστερο δυνατό τρόπο.
Απαντώντας στην πρώτη περαιτέρω παρατήρηση, η Επιτροπή ανέφερε ότι είχε εξετάσει την υπό εξέταση υπόθεση σύμφωνα με την παρατήρηση του Διαμεσολαβητή.
Απαντώντας στη δεύτερη συμπληρωματική παρατήρηση, η Επιτροπή επισήμανε ότι η ανάγκη διαβούλευσης καθίσταται σαφής μόνο μετά την αξιολόγηση των ζητηθέντων εγγράφων. Ωστόσο, η Επιτροπή συμμερίζεται πλήρως την άποψη του Διαμεσολαβητή ότι οι διαβουλεύσεις πρέπει να πραγματοποιούνται το συντομότερο δυνατόν και προσπαθεί να το πράξει το συντομότερο δυνατόν.
Ο Διαμεσολαβητής είναι ικανοποιημένος από την απάντηση της Επιτροπής στην παρούσα υπόθεση. Το γενικό ζήτημα της τήρησης των προθεσμιών για την εξέταση των αιτήσεων πρόσβασης βάσει του κανονισμού 1049/2001 αποτελεί αντικείμενο αυτεπάγγελτης έρευνας προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή (OI/6/2013/KM). Η έρευνα βρισκόταν σε εξέλιξη κατά την ολοκλήρωση της παρούσας μελέτης.
Υπόθεση 1146/2012/AN: Διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ισπανίας
Τον Δεκέμβριο του 2009, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία επί παραβάσει στην Επιτροπή κατά των ισπανικών αρχών. Η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία EU Pilot. Τον Ιούνιο του 2012, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή καταγγέλλοντας την καθυστέρηση της Επιτροπής να ασχοληθεί με το θέμα. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Επιτροπή δήλωσε ότι είχε διατηρήσει ανοικτή τη διαδικασία EU Pilot επειδή επιθυμούσε να επιλύσει τα προβλήματα που έθεσε ο καταγγέλλων μέσω της συνεργασίας με το κράτος μέλος. Η διάρκεια της διαδικασίας οφειλόταν στις καθυστερήσεις των ισπανικών αρχών να απαντήσουν στα αιτήματά τους για πληροφορίες και στον ελλιπή χαρακτήρα των απαντήσεων που δόθηκαν.
Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι υπήρξε μεγάλη υπέρβαση των συνήθων προθεσμιών στο πλαίσιο της διαδικασίας EU Pilot και ότι πάνω από τρία έτη μετά την υποβολή της καταγγελίας του καταγγέλλοντος για παράβαση, η κατάσταση παρέμεινε ακριβώς η ίδια. Ο Διαμεσολαβητής επέκρινε την Επιτροπή για μη τήρηση της κανονικής προθεσμίας του ενός έτους για τη λήψη απόφασης σχετικά με την κίνηση ή μη διαδικασιών επί παραβάσει και για καθυστερήσεις στην ενημέρωση του καταγγέλλοντος.
Στην απάντησή της, η Επιτροπή ενημέρωσε τη Διαμεσολαβήτρια ότι κίνησε τη διαδικασία επί παραβάσει αποστέλλοντας προειδοποιητική επιστολή στις ισπανικές αρχές, διότι δεν είχε σημειωθεί απτή πρόοδος στο πλαίσιο του EU Pilot. Επιπλέον, αναγνώρισε ότι οι καταγγέλλοντες έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία τους, ακόμη και αν δεν έχει σημειωθεί πρόοδος ως αποτέλεσμα παραγόντων που εκφεύγουν του ελέγχου της Επιτροπής.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για την εποικοδομητική απάντηση της Επιτροπής στην επικριτική παρατήρηση.
Υπόθεση 1832/2012/EIS: Παροχή βοήθειας στους αιτούντες επιχορήγηση για να κατανοήσουν τις απαιτήσεις της Επιτροπής
Η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση επιχορήγησης του καταγγέλλοντος λόγω μη υποβολής τεχνικής/αφηγηματικής έκθεσης. Μετά από έρευνα, η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ερμηνεία της Επιτροπής σχετικά με το τι συνιστά τεχνική/αφηγηματική έκθεση φαινόταν εύλογη λαμβανομένων υπόψη των εφαρμοστέων διατάξεων του δημοσιονομικού κανονισμού και των κανόνων εφαρμογής. Ωστόσο, δεδομένου ότι η παρούσα υπόθεση είχε αποκαλύψει ότι ο όρος θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο παρερμηνείας, ο Διαμεσολαβητής κάλεσε την Επιτροπή να εξετάσει τη δυνατότητα να συμπεριλάβει στις μελλοντικές προσκλήσεις υποβολής προτάσεων και/ή στους οδηγούς για τους αιτούντες επεξήγηση ή περιγραφή του τι πρέπει να νοείται με τον όρο «τεχνική/αφηγηματική έκθεση».
Απαντώντας, η Επιτροπή εξήγησε ότι η αρμόδια Γενική Διεύθυνση (ΓΔ Δικαιοσύνης) έχει συμπεριλάβει επεξήγηση του όρου «τεχνική/αφηγηματική έκθεση» στον οδηγό του 2013 για τους αιτούντες.
Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το κείμενο του σχετικού οδηγού για τους αιτούντες περιγράφει και εξηγεί λεπτομερώς την κατανόηση της έννοιας αυτής από την Επιτροπή. Αυτή η άμεση συνέχεια στην περαιτέρω παρατήρηση είναι ευπρόσδεκτη.
Υπόθεση 2347/2012/PMC: Η ισχύς των προσφορών που έχουν ήδη λήξει δεν μπορεί να παραταθεί
Η καταγγέλλουσα εταιρεία υπέβαλε ανεπιτυχώς προσφορά για σύμβαση που αφορά τεχνική βοήθεια για την ανάπτυξη ικανοτήτων κρατικών και μη κρατικών φορέων σε όλες τις χώρες της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης.
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή είχε ζητήσει από τους προσφέροντες να παρατείνουν την ισχύ των προσφορών τους, οι οποίες είχαν ήδη λήξει, και ότι αυτό ήταν αντίθετο προς τον πρακτικό οδηγό για τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων για τις εξωτερικές δράσεις της ΕΕ και τις οδηγίες προς τους προσφέροντες (PRAG). Υποστήριξε ότι η Επιτροπή όφειλε να ακυρώσει τη διαδικασία του διαγωνισμού και να κινήσει νέα διαδικασία.
Ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι ο ισχυρισμός ήταν δικαιολογημένος. Η PRAG αναφέρει σαφώς ότι μια τέτοια αίτηση μπορεί να υποβληθεί μόνο πριν από τη λήξη της περιόδου ισχύος.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή τόνισε ότι όλοι οι προσφέροντες αντιμετωπίστηκαν με τον ίδιο τρόπο. Ο Διαμεσολαβητής δεν ήταν πεπεισμένος ότι αυτό αποτελούσε επαρκή αιτιολόγηση για τη συνέχιση της διαδικασίας υποβολής προσφορών από την Επιτροπή. Ωστόσο, η ακύρωση του διαγωνισμού θα σήμαινε ότι τα 5,5 εκατ. ευρώ που είχαν εγγραφεί στον προϋπολογισμό για το 2012 δεν θα είχαν δαπανηθεί, διότι δεν υπήρχε αρκετός χρόνος για την έναρξη νέας διαδικασίας υποβολής προσφορών. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν ήταν παράλογο να λάβει η Επιτροπή τη θέση ότι η αποδοχή του ισχυρισμού του καταγγέλλοντος θα ήταν δυσανάλογη. Ως εκ τούτου, η υπόθεση περατώθηκε με μια επικριτική παρατήρηση όσον αφορά τη μη συμμόρφωση με τον PRAG.
Σε απάντηση, η Επιτροπή δήλωσε ότι οι υφιστάμενες διαδικασίες και οι διαδικαστικές κατευθυντήριες γραμμές είναι σαφείς όσον αφορά τη διαπίστωση κακοδιοίκησης από τον Διαμεσολαβητή και εξέφρασε τη λύπη της για το σφάλμα που είχε προκύψει. Λόγω της σαφήνειας των κανόνων, η Επιτροπή δεν έκρινε αναγκαία την τροποποίησή τους. Ωστόσο, η Επιτροπή δήλωσε ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες της θα ενημερώσουν το προσωπικό τους σχετικά με την παρούσα υπόθεση και θα τους υπενθυμίσουν να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή στις προθεσμίες σε τέτοιες περιπτώσεις.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι η Επιτροπή αναγνώρισε το σφάλμα της και έδωσε θετική και εποικοδομητική συνέχεια στην επικριτική παρατήρηση.
Υπόθεση 297/2013/FOR: Συγκρούσεις συμφερόντων και η ειδική επιτροπή δεοντολογίας της Επιτροπής
Ο καταγγέλλων, μια εταιρική ομάδα συμφερόντων, υπέβαλε καταγγελία σχετικά με την ειδική επιτροπή δεοντολογίας της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, ο καταγγέλλων έθεσε το ζήτημα της συμμετοχής στην επιτροπή του πρώην προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής.
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι i) η απόφαση της Επιτροπής να διορίσει εκ νέου ένα από τα μέλη της ειδικής επιτροπής δεοντολογίας της παραβίασε το άρθρο 4 της απόφασης της Επιτροπής του 2003 για τη σύσταση της επιτροπής· και ii) οι δραστηριότητες της ειδικής επιτροπής δεοντολογίας δεν ήταν επαρκώς διαφανείς.
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι: i) η Επιτροπή θα πρέπει να ανακαλέσει τον εν λόγω επαναδιορισμό και να διορίσει αντικαταστάτη που πληροί την απαίτηση ανεξαρτησίας· ii) η Επιτροπή θα πρέπει να θεσπίσει μια προορατική πολιτική διαφάνειας α) με τη δημοσίευση στο διαδίκτυο των βιογραφικών σημειωμάτων και των δηλώσεων συμφερόντων των μελών της ad hoc επιτροπής δεοντολογίας· β) βελτίωση της διαφάνειας στο διαδίκτυο όσον αφορά τόσο τα μέλη της ειδικής επιτροπής δεοντολογίας όσο και τις αποφάσεις της· και iii) η Επιτροπή θα πρέπει —μακροπρόθεσμα— να συστήσει ανεξάρτητη επιτροπή δεοντολογίας, με ευρύτερη και καλύτερα καθορισμένη εντολή από την υφιστάμενη επιτροπή, η οποία θα πρέπει να είναι πλήρως ανεξάρτητη και να απαρτίζεται από εμπειρογνώμονες σε θέματα δεοντολογίας της δημόσιας διοίκησης.
Μετά από έρευνα, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι, αντικαθιστώντας τον ενδιαφερόμενο βουλευτή, η Επιτροπή είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη διευθέτηση του πρώτου ισχυρισμού. Δεν κρίθηκαν αναγκαίες περαιτέρω έρευνες όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό και τον δεύτερο και τον τρίτο ισχυρισμό.
Κλείνοντας την υπόθεση, η Διαμεσολαβήτρια προέβη σε περαιτέρω παρατήρηση, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή θα πρέπει να συμμορφωθεί με τη δέσμευσή της να δημιουργήσει ειδική σελίδα στον ιστότοπο EUROPA σχετικά με την ad hoc επιτροπή δεοντολογίας και το έργο της.
Σε απάντηση, η Επιτροπή ενημέρωσε τη Διαμεσολαβήτρια ότι προτίθεται να δημιουργήσει μια τέτοια ιστοσελίδα, η οποία θα περιέχει τις σχετικές αποφάσεις της Επιτροπής για τη σύσταση της επιτροπής και τον διορισμό των μελών της, καθώς και τα βιογραφικά τους σημειώματα και τις «υπεύθυνες δηλώσεις» που βεβαιώνουν την απουσία σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ των καθηκόντων τους ως μελών της επιτροπής και των άλλων δραστηριοτήτων ή συμφερόντων τους.
Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η εν λόγω ιστοσελίδα είναι πλέον διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://commission.europa.eu/about-european-commission/service-standards-and-principles/ethics-and-good-administration/commissioners-and-ethics/code-conduct-members-european-commission_el
Υπόθεση 349/2013/EIS: Υπηρεσιακό πνεύμα έναντι των καταγγελλόντων παράβαση
Ιταλός πολίτης κατήγγειλε στην Επιτροπή ότι η Ιταλία δεν είχε λάβει μέτρα για την ορθή εφαρμογή της οδηγίας της ΕΕ για τις ομαδικές απολύσεις (οδηγία 98/59/ΕΚ). Η Επιτροπή αποφάσισε να παραπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο στις 24 Οκτωβρίου 2012 και δημοσίευσε σχετικό δελτίο Τύπου την ίδια ημέρα.
Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν τον ενημέρωσε σχετικά με την παραπομπή της υπόθεσης παράβασης στο Δικαστήριο.
Η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Επιτροπή είχε λάβει μέτρα για τη διευθέτηση του ζητήματος και, ως εκ τούτου, περάτωσε την υπόθεση. Ωστόσο, σε μια περαιτέρω παρατήρηση, η Διαμεσολαβήτρια πρότεινε ότι, εάν ανακύψουν παρόμοιες καταστάσεις στο μέλλον, θα ήταν σύμφωνο με μια νοοτροπία παροχής υπηρεσιών να ζητήσει η Επιτροπή συγγνώμη για την καθυστέρηση στην απάντηση στον ενδιαφερόμενο πολίτη.
Στην απάντησή της στην περαιτέρω παρατήρηση, η Επιτροπή εξήγησε ότι i) ενημερώνει τους καταγγέλλοντες για κάθε διαδικαστικό βήμα σχετικά με την υπόθεσή τους· και ii) αποτελεί κοινή πρακτική των υπηρεσιών της Επιτροπής να ζητούν συγγνώμη όταν σημειώνονται σχετικές καθυστερήσεις.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για τη δέσμευση της Επιτροπής να ακολουθεί μια προσέγγιση προσανατολισμένη στις υπηρεσίες έναντι των καταγγελλόντων σε υποθέσεις επί παραβάσει.
Υπόθεση 583/2013/MHZ: Ρόλος των εθνικών διαμεσολαβητών στην εξασφάλιση έννομης προστασίας σε υποθέσεις παράβασης
Ο καταγγέλλων, πολωνός οικολογικός γεωργός, υπέβαλε δύο καταγγελίες επί παραβάσει στην Επιτροπή κατά της Πολωνίας. Επισήμανε ότι απαιτείται ταχεία δράση επειδή τα προστατευόμενα είδη βρίσκονται σε κίνδυνο. Αφού δεν άκουσε τίποτα από την Επιτροπή, απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή, ο οποίος κίνησε έρευνα. Ως αποτέλεσμα της έρευνας, η Επιτροπή επικοινώνησε με τον καταγγέλλοντα και κίνησε τη διαδικασία «EU-Pilot». Ωστόσο, μέχρι τη στιγμή που το έπραξε, είχαν περάσει 11 μήνες χωρίς δράση. Ο Διαμεσολαβητής επέκρινε την καθυστέρηση, την οποία η Επιτροπή δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει. Η τελική απόφαση περιείχε επίσης μια περαιτέρω παρατήρηση με στόχο τη βελτίωση των τυποποιημένων επιστολών που χρησιμοποίησε η Επιτροπή για να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με τη διαδικασία EU-Pilot:
Ο Διαμεσολαβητής ενθαρρύνει την Επιτροπή να προσθέσει στις τυποποιημένες επιστολές της με τις οποίες ενημερώνει τους καταγγέλλοντες σχετικά με την πιλοτική διαδικασία ότι μπορούν να υποβάλουν καταγγελία σε εθνικούς διαμεσολαβητές ή παρόμοιους φορείς, οι διαδικασίες των οποίων γενικά δεν συνεπάγονται κανένα κόστος, όσον αφορά εικαζόμενες παραβιάσεις του δικαίου της ΕΕ από τις εθνικές διοικήσεις.
Η απάντηση της Επιτροπής στην επικριτική παρατήρηση επιβεβαίωσε τη δέσμευση στην ανακοίνωσή της σχετικά με το θέμα αυτό να καταλήξει σε απόφαση για την έκδοση προειδοποιητικής επιστολής ή να θέσει την υπόθεση στο αρχείο εντός ενός έτους από την ημερομηνία καταχώρισης μιας καταγγελίας, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας EU Pilot, και να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σε περίπτωση υπέρβασης της εν λόγω προθεσμίας.
Η επιβεβαίωση εκ μέρους της Επιτροπής της δέσμευσής της για τον έγκαιρο χειρισμό των καταγγελιών επί παραβάσει είναι ευπρόσδεκτη. Ο Διαμεσολαβητής θα συνεχίσει να ενδιαφέρεται ενεργά για το θέμα.
Όσον αφορά την περαιτέρω παρατήρηση, η Επιτροπή εξήγησε ότι συμβούλευσε τους καταγγέλλοντες να ασκήσουν ένδικα μέσα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων «καθώς μόνο τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να αποφασίσουν σχετικά με το δικαίωμα αποζημίωσης του καταγγέλλοντος. Στο πλαίσιο αυτό, οι εθνικοί διαμεσολαβητές δεν είναι ο κατάλληλος αποδέκτης για την εξασφάλιση έννομης προστασίας. Επιπλέον, το άρθρο 47 του Χάρτη υποχρεώνει τα κράτη μέλη, μεταξύ άλλων, να παρέχουν νομική συνδρομή σε όσους δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους, στον βαθμό που η συνδρομή αυτή είναι αναγκαία για τη διασφάλιση αποτελεσματικής πρόσβασης στη δικαιοσύνη, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη, οι διατάξεις του Χάρτη εφαρμόζονται στα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ.» Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι λαμβάνει υπόψη την πρόταση να επισημανθεί η δυνατότητα προσφυγής και στους εθνικούς διαμεσολαβητές, κατά περίπτωση.
Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν φαίνεται να κατανοεί ότι οι εθνικοί διαμεσολαβητές συχνά επιτυγχάνουν να εξασφαλίσουν επανόρθωση για τους ιδιώτες. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι αυτό προκαλεί έκπληξη, δεδομένου ότι η ίδια η Επιτροπή προωθεί ενεργά εξωδικαστικές μεθόδους επίλυσης διαφορών σε επίπεδο κρατών μελών σε διάφορα πλαίσια, συμπεριλαμβανομένου του Solvit και του ίδιου του EU Pilot. Ο Διαμεσολαβητής θα καταβάλει περαιτέρω προσπάθειες για να βοηθήσει την Επιτροπή να κατανοήσει τον ρόλο της εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών και να διαμορφώσει μια συνεκτική πολιτική εν προκειμένω.
Υπόθεση 1745/2013/TN: Πληροφορίες σχετικά με την επιστροφή ιατρικών εξόδων
Ο καταγγέλλων, συνταξιούχος υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ζήτησε την επιστροφή ορισμένων ιατρικών εξόδων στο πλαίσιο του κοινού συστήματος ασφάλισης ασθενείας για τους υπαλλήλους των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Το αίτημά του απορρίφθηκε και υπέβαλε διοικητική ένσταση στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Δεν έλαβε καμία απάντηση.
Μετά από επαφή μεταξύ των υπηρεσιών του Διαμεσολαβητή και των υπηρεσιών της Επιτροπής, επεστράφησαν στον καταγγέλλοντα τα έξοδα. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή διευθέτησε το ζήτημα και η υπόθεση περατώθηκε. Ωστόσο, ο καταγγέλλων, ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε το 1987, ανησυχούσε για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν τον είχε ενημερώσει σχετικά με τους ισχύοντες κανόνες και τα έντυπα επιστροφής εξόδων. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής προέβη σε περαιτέρω παρατήρηση καλώντας την Επιτροπή να παράσχει στον καταγγέλλοντα πλήρεις πληροφορίες, στη γλώσσα του, σχετικά με τους ισχύοντες κανόνες, τις διαδικασίες και τα έντυπα για τις αιτήσεις επιστροφής εξόδων στο πλαίσιο του κοινού συστήματος ασφάλισης ασθενείας.
Η Επιτροπή διαβίβασε τις σχετικές πληροφορίες στον καταγγέλλοντα.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για τη θετική απάντηση της Επιτροπής.
Καθυστερημένη παρακολούθηση υπόθεσης που περατώθηκε το 2012
Υπόθεση 914/2009/ER: Καθήκον καλόπιστης συνεργασίας στις έρευνες του Διαμεσολαβητή
Ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα σχετικά με τη θέσπιση και την εφαρμογή του καθεστώτος πριμοδότησης ποιότητας που παρέχει χρηματική στήριξη στους γεωργούς που παράγουν ορισμένες ποικιλίες σκληρού σίτου. Αφού δεν έλαβε απάντηση, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή. Η Επιτροπή αποδέχθηκε την πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση και ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι είχε χορηγήσει στον καταγγέλλοντα πρόσβαση σε όλα τα διαθέσιμα έγγραφα. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων υπέβαλε νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, στην οποία ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή παρείχε ανακριβείς πληροφορίες ως απάντηση στην πρόταση φιλικής λύσης του Διαμεσολαβητή και δεν ανταποκρίθηκε επαρκώς στο αίτημά του για πρόσβαση.
Μετά από έρευνα, η Διαμεσολαβήτρια υπογράμμισε ότι το καθήκον καλόπιστης συνεργασίας απαιτεί από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να παρέχουν ακριβείς πληροφορίες όταν απαντούν σε πρόταση φιλικής λύσης. Η Επιτροπή δεν το έπραξε εν προκειμένω, δηλώνοντας ότι είχε κοινοποιήσει όλα τα διαθέσιμα έγγραφα, πράγμα που αποδείχθηκε ότι δεν συνέβαινε. Η έλλειψη πλήρους γνωστοποίησης συνιστούσε επίσης μη συμμόρφωση με τον κανονισμό 1049/2001.
Σε απάντηση, η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι η Διαμεσολαβήτρια θεώρησε ότι η συμπεριφορά της παραβιάζει το καθήκον της διοργανικής καλόπιστης συνεργασίας και τόνισε ότι δεσμεύεται να τηρεί το καθήκον αυτό. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης τη δέσμευσή της για θετική έκβαση της υπόθεσης και, ειδικότερα, την προθυμία της να παράσχει στον καταγγέλλοντα κάθε περαιτέρω διαθέσιμο έγγραφο.
Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ικανοποιητική την απάντηση της Επιτροπής.
4. Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ)
Βλ. υπόθεση 1339/2012/FOR ανωτέρω υπό τον τίτλο «Star cases».
5. Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ)
Υπόθεση 532/2011/CK: Διακρίσεις λόγω ηλικίας από αποστολή της ΕΕ
Η καταγγελία αφορούσε την άρνηση της αποστολής EULEX-Κοσσυφοπεδίου να επιτρέψει στον καταγγέλλοντα να συνεχίσει να εργάζεται μετά την ηλικία των 65 ετών. Αφού εξέτασε τη γνώμη της ΕΥΕΔ, η Διαμεσολαβήτρια πρότεινε φιλική λύση, την οποία η ΕΥΕΔ απέρριψε. Η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την υπόθεση με δύο επικριτικές παρατηρήσεις.
Η πρώτη επικριτική παρατήρηση αφορούσε την παράλειψη της ΕΥΕΔ να αιτιολογήσει επαρκώς την απόφασή της να μην ανανεώσει τη σύμβαση του καταγγέλλοντος πέραν της ηλικίας των 65 ετών. Στη δεύτερη παρατήρηση, ο Διαμεσολαβητής επέκρινε την αποτυχία της ΕΥΕΔ i) να αναγνωρίσει τα σφάλματα που σημειώθηκαν κατά τον χειρισμό της υπόθεσης του καταγγέλλοντος και ii) να ζητήσει πλήρη και αποτελεσματική συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα.
Σε απάντηση, η ΕΥΕΔ επέμεινε ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για την κακοδιοίκηση που διαπίστωσε η Διαμεσολαβήτρια. Υποστήριξε ότι ο επικεφαλής της αποστολής είναι υπεύθυνος για τη διοίκηση και την υλικοτεχνική υποστήριξη της αποστολής. Σημείωσε επίσης ότι τα μέλη του προσωπικού της αποστολής δεν είναι μέλη του προσωπικού της ΕΥΕΔ.
Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει την άρνηση της ΕΥΕΔ να αναλάβει την ευθύνη για την κακοδιοίκηση που σημειώθηκε. Στο πλαίσιο του OI/12/2010/MMN, η Ύπατη Εκπρόσωπος και η ΕΥΕΔ συμφώνησαν να αναλάβουν τη διαδικαστική ευθύνη για καταγγελίες που αφορούν αποστολές της ΕΕ.
Η παρούσα υπόθεση δείχνει ότι κανείς δεν είναι πρόθυμος να αναλάβει την ευθύνη όταν ο Διαμεσολαβητής διαπιστώσει κακοδιοίκηση σε σχέση με αποστολή της ΕΕ. Αυτό υποδηλώνει συστημικό πρόβλημα όσον αφορά την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων έναντι των αποστολών της ΕΕ. Ο Διαμεσολαβητής θα επιστήσει την προσοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο πρόβλημα αυτό.
6. Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ)
Υπόθεση 48/2012/MHZ: Η ΕΤΕπ βελτιώνει την ενημέρωση των καταγγελλόντων σχετικά με τις καθυστερήσεις
Ο μηχανισμός καταγγελιών της ΕΤΕπ διερεύνησε καταγγελία σχετικά με κατασκευαστικό έργο στην Πολωνία. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή επειδή δεν συμφωνούσε με τα πορίσματα της CM. Κατήγγειλε επίσης ότι το CM καθυστέρησε την απόφασή του επί της καταγγελίας του.
Μετά τη διεξαγωγή έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια δεν βρήκε λόγο να αμφισβητήσει τα πορίσματα της CM. Όσον αφορά την καθυστέρηση, η γνώμη της ΕΤΕπ σχετικά με την καταγγελία εξήγησε δεόντως τους λόγους της καθυστέρησης. Ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση. Μια περαιτέρω παρατήρηση ενθάρρυνε την ΕΤΕπ να εξηγήσει τους λόγους για οποιαδήποτε τέτοια καθυστέρηση στο μέλλον σε προγενέστερο στάδιο· δηλαδή, όταν ενημερώνει τον καταγγέλλοντα ότι θα υπάρξει καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της καταγγελίας.
Σε απάντηση, η ΕΤΕπ επικαιροποίησε τις επιχειρησιακές διαδικασίες του μηχανισμού καταγγελιών προσθέτοντας το ακόλουθο κείμενο στην παράγραφο 4.11:
«Όταν η ΕΤΕπ-ΜΣ δεν είναι σε θέση να απαντήσει στους καταγγέλλοντες εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, η ΕΤΕπ-ΜΣ ενημερώνει σχετικά τον καταγγέλλοντα/τους καταγγέλλοντες πριν από τη λήξη της προθεσμίας και αναφέρει τους λόγους της καθυστέρησης.»
Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για τη δράση της ΕΤΕπ. Η αλλαγή στις επιχειρησιακές διαδικασίες συνάδει πλήρως με τις αρχές της χρηστής διοίκησης.
Υπόθεση 526/2012/ER: Πληροφορίες σχετικά με τα σχολικά επιδόματα
Ο καταγγέλλων είναι συνταξιούχος υπάλληλος της ΕΤΕπ που κατοικεί στο Λουξεμβούργο. Και τα δύο τέκνα της λαμβάνουν σχολικά επιδόματα από την ΕΤΕπ. Το 2012, η ΕΤΕπ άρχισε να αφαιρεί από τα σχολικά επιδόματα ποσό που αντιστοιχούσε στο λουξεμβουργιανό «επίδομα CEDIES».
Ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχε βάση για την έκπτωση, διότι το επίδομα CEDIES και το σχολικό επίδομα της ΕΤΕπ δεν είναι παρόμοιας φύσης.
Ο Διαμεσολαβητής έκρινε εύλογη τη θέση της ΕΤΕπ ότι τα δύο επιδόματα είναι παρόμοιας φύσης. Στην απόφαση περάτωσης της υπόθεσης, η Διαμεσολαβήτρια διατύπωσε περαιτέρω παρατήρηση εκφράζοντας την ικανοποίησή της για την προθυμία της ΕΤΕπ να συνεχίσει τις προσπάθειές της για την προώθηση της διοργανικής ανταλλαγής πληροφοριών με σκοπό τη μείωση του διοικητικού φόρτου για τους δικαιούχους χρηματοδοτικής συνδρομής CEDIES που δικαιούνται επιδόματα της ΕΤΕπ. Η Διαμεσολαβήτρια ενθάρρυνε την ΕΤΕπ να επιδιώξει αυτόν τον στόχο και να ενημερώσει σχετικά το σημερινό και το πρώην προσωπικό της.
Σε απάντηση, η ΕΤΕπ έλαβε ορισμένα μέτρα για να ενημερώσει το σημερινό και το πρώην προσωπικό της σχετικά με τις αλλαγές που έγιναν στο πρόγραμμα CEDIES από τον Σεπτέμβριο του 2013.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για την εποικοδομητική αντίδραση της ΕΤΕπ.
7. Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (EPSO)
Βλ. υπόθεση 962/2011/AN ανωτέρω υπό τον τίτλο «Star cases».
Υπόθεση 1906/2011/TN: Χειρισμός των αιτήσεων παροχής πληροφοριών και επανεξέτασης από την EPSO
Η καταγγελία αφορούσε τη διεκπεραίωση από την EPSO των αιτήσεων παροχής πληροφοριών και των αιτήσεων επανεξέτασης που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο γενικού διαγωνισμού. Η Διαμεσολαβήτρια επέκρινε το γεγονός ότι η EPSO δεν ενημέρωσε την καταγγέλλουσα για την ημερομηνία των ασκήσεων αξιολόγησής της τουλάχιστον δύο εβδομάδες νωρίτερα. Διατυπώθηκε επίσης η παρατήρηση ότι θα ήταν σκόπιμο η EPSO να καταρτίσει γενικές κατευθυντήριες γραμμές που θα συμβουλεύουν τις εξεταστικές επιτροπές να λαμβάνουν τις αποφάσεις τους σχετικά με τις αιτήσεις επανεξέτασης κατά τρόπο που να επιτρέπει στην EPSO να ενημερώνει τους υποψηφίους για την ημερομηνία των ασκήσεων αξιολόγησής τους τουλάχιστον δύο εβδομάδες νωρίτερα.
Σε απάντηση, η EPSO ζήτησε συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα για την ταλαιπωρία που προκάλεσε. Δεσμεύτηκε να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε οι υποψήφιοι να ειδοποιούνται όσο το δυνατόν νωρίτερα και να τηρείται η ελάχιστη προθεσμία των δύο εβδομάδων.
Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για την εποικοδομητική απάντηση της EPSO στις παρατηρήσεις.
Υπόθεση 2006/2011/ER: Πληροφορίες σχετικά με τη βαθμολόγηση των γραπτών δοκιμασιών
Ο καταγγέλλων συμμετείχε σε γενικό διαγωνισμό για την επιλογή βοηθών στον τομέα της γραμματείας. Κατήγγειλε ότι η EPSO δεν του παρέσχε επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τη βαθμολογία των πρακτικών δοκιμασιών γ) και δ).
Η έρευνα της Διαμεσολαβήτριας διαπίστωσε ότι η EPSO δεν είχε καταγράψει και αναφέρει, στα κατάλληλα δελτία αξιολόγησης ή στο διαβατήριο ικανοτήτων α) τα κριτήρια αξιολόγησης/τις ικανότητες που αξιολογήθηκαν σε σχέση με τις πρακτικές δοκιμασίες και β) τη μερική βαθμολογία για τα εν λόγω κριτήρια/ικανότητες. Η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η EPSO δεν συμμορφώθηκε με δέσμευση που είχε αναλάβει στο πλαίσιο προηγούμενης αυτεπάγγελτης έρευνας σχετικά με τον βαθμό λεπτομέρειας των πληροφοριών που παρασχέθηκαν στους υποψηφίους.
Απαντώντας στην επικριτική παρατήρηση, η EPSO αναγνώρισε την ανεπάρκεια και ζήτησε συγγνώμη για αυτήν. Η EPSO δήλωσε επίσης ότι έχει εν τω μεταξύ λάβει μέτρα για να διασφαλίσει ότι τα διαβατήρια ικανοτήτων περιέχουν κατάλληλες περιγραφικές παρατηρήσεις τόσο για τις γενικές όσο και για τις ειδικές ικανότητες της θέσης εργασίας.
Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για τη θετική ανταπόκριση της EPSO.
Υποθέσεις 2022/2011/RT και 2430/2011/RT: Ανατροφοδότηση σχετικά με τις επιδόσεις σε πρακτικές δοκιμασίες
Οι καταγγέλλοντες συμμετείχαν σε διαγωνισμό που διοργάνωσε η EPSO για βοηθούς στον τομέα της γραμματείας. Κατήγγειλαν ότι η EPSO δεν τους παρείχε επαρκή ενημέρωση σχετικά με τις επιδόσεις τους στις πρακτικές δοκιμασίες.
Η EPSO εξήγησε ότι η εξεταστική επιτροπή αποφάσισε ότι, λόγω του «τεχνικού χαρακτήρα» των δοκιμασιών, δεν θα συμπεριλάβει συγκεκριμένες παρατηρήσεις σχετικά με αυτές στο διαβατήριο ικανοτήτων. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι η δέσμευση που ανέλαβε η EPSO στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης έρευνας OI/05/2005/PB σήμαινε ότι θα πρέπει να καταγράφει και να αναφέρει, στα κατάλληλα δελτία αξιολόγησης ή στο διαβατήριο ικανοτήτων α) τα κριτήρια αξιολόγησης/τις ικανότητες που αξιολογήθηκαν σε σχέση με τις πρακτικές δοκιμασίες και β) τη μερική βαθμολογία για τα εν λόγω κριτήρια/ικανότητες. Δεδομένου ότι η EPSO δεν το έπραξε, η Διαμεσολαβήτρια διατύπωσε επικριτική παρατήρηση.
Απαντώντας, η EPSO υπογράμμισε τη σημασία που αποδίδει στη διαφάνεια των διαδικασιών της και εξήγησε ότι το διαβατήριο ικανοτήτων αποσκοπεί στην παροχή ουσιαστικής (ποσοτικής και ποιοτικής) ανατροφοδότησης στους υποψηφίους. Αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό βήμα προόδου σε σύγκριση με την προηγούμενη πρακτική, γεγονός που κατέστησε πολύ δύσκολο για τους υποψηφίους να κατανοήσουν τις επιδόσεις τους. Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, η εξεταστική επιτροπή δεν συμπεριέλαβε παρατηρήσεις στο διαβατήριο ικανοτήτων για τις πρακτικές δοκιμασίες γ) και δ) του γενικού διαγωνισμού EPSO/AST/111/10. Η EPSO δεσμεύτηκε να λάβει υπόψη τις επικριτικές παρατηρήσεις του Διαμεσολαβητή σε μελλοντικές διαδικασίες και τόνισε την αποφασιστικότητά της να συνεχίσει να βελτιώνει την ποιότητα της ανατροφοδότησης που παρέχεται στους υποψηφίους.
Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η EPSO αναγνωρίζει ότι είναι χρηστή διοίκηση να παρέχει στους υποψηφίους επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις επιδόσεις τους στις πρακτικές δοκιμασίες και ευελπιστεί ότι η EPSO θα ενημερώσει σχετικά τις εξεταστικές επιτροπές.
Υπόθεση 2163/2011/ER: Εικαζόμενη σύγχυση μεταξύ της γραπτής δοκιμασίας ενός υποψηφίου και εκείνης ενός άλλου υποψηφίου
Ο καταγγέλλων, ρουμάνος πολίτης, έλαβε μέρος σε γενικό διαγωνισμό γλωσσομαθών νομικών που διοργάνωσε η EPSO. Κατήγγειλε στον Διαμεσολαβητή ότι η EPSO μπέρδεψε τη γραπτή δοκιμασία της με τη δοκιμασία άλλου υποψηφίου και αρνήθηκε να της παράσχει πληροφορίες σχετικά με την ανωνυμοποίηση των δοκιμασιών.
Μετά από έρευνα, συμπεριλαμβανομένης επιθεώρησης, η Διαμεσολαβήτρια δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση όσον αφορά την εικαζόμενη σύγχυση εγγράφων. Επιπλέον, δεν υπήρχαν λόγοι για περαιτέρω έρευνες όσον αφορά την παροχή πληροφοριών στον καταγγέλλοντα, δεδομένου ότι η EPSO είχε παράσχει τέτοιες πληροφορίες κατά τη διάρκεια της έρευνας. Ωστόσο, σε περαιτέρω παρατήρηση, η Διαμεσολαβήτρια πρότεινε, στο μέλλον, η EPSO να παρέχει στους υποψηφίους που εκφράζουν την άποψη ότι τα δοκιμαστικά τους έγγραφα ενδέχεται να έχουν αναμειχθεί με εκείνα άλλων υποψηφίων, κατάλληλη περιγραφή των μέτρων που έχει λάβει για την αποφυγή ενός τέτοιου κινδύνου.
Στην απάντησή της, η EPSO εξέφρασε την προθυμία της να παράσχει πληροφορίες στους υποψηφίους, κατόπιν αιτήματος, σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνει για να διασφαλίσει ότι οι γραπτές δοκιμασίες και τα αποτελέσματά τους συνδέονται ορθά με τους υποψηφίους. Η EPSO κατέστησε επίσης σαφές ότι, με βάση την πείρα της, οι υποψήφιοι που εκφράζουν αμφιβολίες σχετικά με τον πιθανό συνδυασμό γραπτών δοκιμασιών, είναι γενικά καθησυχασμένοι μόλις λάβουν το αντίγραφο της γραπτής εργασίας τους χωρίς σφραγίδα.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για τις εξηγήσεις της EPSO σχετικά με την προσέγγισή της σε τέτοιες περιπτώσεις.
Υπόθεση 2383/2011/ER: Έλεγχος δικαιολογητικών εγγράφων
Η καταγγελία αφορούσε τη διαδικασία προεπιλογής στο πλαίσιο γενικού διαγωνισμού που διοργάνωσε η EPSO για διοικητικούς υπαλλήλους στον τομέα της διαχείρισης των διαρθρωτικών ταμείων. Ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση, αλλά διατύπωσε περαιτέρω παρατήρηση καλώντας την EPSO να εξετάσει τη δυνατότητα ελέγχου των δικαιολογητικών εγγράφων των υποψηφίων σε προγενέστερο στάδιο του διαγωνισμού.
Η απάντηση της EPSO διέκρινε μεταξύ διαγωνισμών που βασίζονταν αποκλειστικά σε δοκιμασίες και διαγωνισμών που βασίζονταν τόσο σε τίτλους σπουδών όσο και σε δοκιμασίες. Όσον αφορά το πρώτο, ο οδηγός για τους γενικούς διαγωνισμούς προβλέπει τη δυνατότητα διενέργειας ελέγχου απευθείας βάσει δικαιολογητικών εγγράφων. Ωστόσο, η EPSO προβαίνει σε προκαταρκτικό έλεγχο μόνον εφόσον το επιθυμεί το θεσμικό όργανο που ζητεί τη διοργάνωση του διαγωνισμού. Στην περίπτωση αυτή, η προκήρυξη του διαγωνισμού συντάσσεται αναλόγως. Στην περίπτωση διαγωνισμών που βασίζονται τόσο σε τίτλους σπουδών όσο και σε δοκιμασίες, ο οδηγός και η προκήρυξη του διαγωνισμού αναφέρουν σαφώς ότι ο πρώτος έλεγχος πραγματοποιείται αποκλειστικά βάσει των πληροφοριών που παρέχουν οι υποψήφιοι στην ηλεκτρονική αίτηση υποψηφιότητας. Ωστόσο, η εξεταστική επιτροπή έχει την υποχρέωση να επαληθεύσει, σε μεταγενέστερο στάδιο, αν οι πληροφορίες αυτές υποστηρίζονται από έγγραφα. Κατά την EPSO, η διαδικασία αυτή έγινε δεκτή από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης με την απόφασή του της 24ης Απριλίου 2013 στην υπόθεση F-73/11. Η EPSO κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, στην περίπτωση διαγωνισμών που βασίζονται μόνο σε δοκιμασίες, θα ακολουθήσει τις επιθυμίες του αιτούντος θεσμικού οργάνου, ενώ, στην περίπτωση διαγωνισμών που βασίζονται τόσο σε τίτλους σπουδών όσο και σε δοκιμασίες, θα διατηρήσει την τρέχουσα διαδικασία.
Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η σχετική διάταξη του οδηγού για τους γενικούς διαγωνισμούς, άρθρο 5.1, είναι διατυπωμένη με γενικούς όρους και δεν θα εμπόδιζε την EPSO να ακολουθήσει την πρόταση του Διαμεσολαβητή.
Κατά τη σκέψη 83 της εν λόγω αποφάσεως, διαδικασία η οποία συνίσταται στην εξακρίβωση, μόνον μετά τις δοκιμασίες προεπιλογής, του αν οι υποψήφιοι πληρούν τις ειδικές προϋποθέσεις συμμετοχής στον διαγωνισμό συνάδει, αφενός, με τα άρθρα 4 και 5 του παραρτήματος III του ΚΥΚ, δεύτερον, με το συμφέρον της Επιτροπής να διασφαλίσει τη συμμετοχή στις δοκιμασίες μόνον των υποψηφίων που πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές και, τρίτον, με την αρχή της χρηστής διοικήσεως. Επισημαίνεται ότι η διαπίστωση αυτή έγινε στο πλαίσιο του αιτήματος της προσφεύγουσας για ακύρωση της διαδικασίας επιλογής με το σκεπτικό ότι ευνοούσε τους υποψηφίους που υπερεκτίμησαν την εμπειρία τους στην ηλεκτρονική αίτηση.
Η άποψη του Διαμεσολαβητή είναι ότι η EPSO παραμόρφωσε την εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου παρουσιάζοντάς την ως δικαιολογία για την άρνηση θέσπισης διαδικασίας που θα μείωνε, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, τον κίνδυνο αποκλεισμού των υποψηφίων στο πρώτο στάδιο ενός διαγωνισμού επειδή λαμβάνουν χαμηλότερη βαθμολογία από τους υποψηφίους οι οποίοι στη συνέχεια αποκλείονται οι ίδιοι από τον διαγωνισμό λόγω έλλειψης κατάλληλης τεκμηρίωσης.
Υπόθεση 2518/2011/MHZ: Διαδικασία «αίτησης επανεξέτασης» της EPSO
Ο ενδιαφερόμενος πέτυχε στις δοκιμασίες γενικού διαγωνισμού που διοργάνωσε η EPSO. Η εξεταστική επιτροπή αποφάσισε να μην την εγγράψει στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων με την αιτιολογία ότι δεν προσκόμισε έγγραφα που να αποδεικνύουν την απαιτούμενη επαγγελματική πείρα. Ζήτησε επανεξέταση της εν λόγω απόφασης και δεν έμεινε ικανοποιημένη από την εξήγηση για τη διατήρησή της. Στη συνέχεια απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή, ισχυριζόμενη ότι το σκεπτικό της απόφασης της εξεταστικής επιτροπής ήταν εσφαλμένο. Ζήτησε από την EPSO να παρέμβει στο διοικητικό συμβούλιο. Κατά τη διάρκεια της έρευνας της Διαμεσολαβήτριας, η EPSO έλαβε πρόσθετες πληροφορίες από την εξεταστική επιτροπή και παρείχε λεπτομερή εξήγηση για την απόφασή της. Ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε ουσιαστικό σφάλμα και ότι δεν ήταν δικαιολογημένες περαιτέρω έρευνες. Κλείνοντας την υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής προέβη σε δύο περαιτέρω παρατηρήσεις.
Η πρώτη παρατήρηση ενθάρρυνε την EPSO να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίσει ότι οι υποψήφιοι που δεν είναι ικανοποιημένοι με τις αποφάσεις των εξεταστικών επιτροπών έχουν πρόσβαση σε αποτελεσματική διαδικασία εσωτερικής επανεξέτασης, η οποία παρέχει επαρκή και σαφή αιτιολόγηση των συμπερασμάτων της. Η δεύτερη παρατήρηση ενθάρρυνε την EPSO να λάβει τα κατάλληλα μέτρα στο στάδιο της διαδικασίας εσωτερικής επανεξέτασης, εάν η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής είναι νομικά εσφαλμένη. Ο Διαμεσολαβητής τόνισε επίσης ότι ένας αποτελεσματικός μηχανισμός εσωτερικής επανεξέτασης θα επιτρέψει στον Διαμεσολαβητή να αξιολογήσει κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για την έναρξη έρευνας εάν ο υποψήφιος εξακολουθεί να είναι δυσαρεστημένος και θα συμβάλει στην αποφυγή της επαχθούς διαδικασίας προσφυγής δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Σε απάντηση, η EPSO εξήγησε τις αλλαγές που επέφερε στη διαδικασία «αίτησης επανεξέτασης», μέσω της οποίας οι υποψήφιοι μπορούν να ζητήσουν από την εξεταστική επιτροπή να επαναξιολογήσει αποφάσεις και να διορθώσει σφάλματα.
Σύμφωνα με την EPSO, η διαδικασία πριν από τις αλλαγές είχε δύο κύριες αδυναμίες. Πρώτον, δεν υπήρξε εναρμόνιση της προσέγγισης του ελέγχου μεταξύ των διαφόρων διαγωνισμών. Δεύτερον, οι εξεταστικές επιτροπές δεν είχαν πρόσβαση σε νομική εμπειρογνωμοσύνη, με αποτέλεσμα λακωνικές απαντήσεις που συχνά αγνόησαν τα νομικά επιχειρήματα των υποψηφίων και άφησαν νομικά ελαττώματα στις αποφάσεις που δεν εντοπίστηκαν και δεν διορθώθηκαν. Λόγω αυτών των αδυναμιών, οι υποψήφιοι ήταν συχνά δυσαρεστημένοι με τις απαντήσεις των διοικητικών συμβουλίων στις αιτήσεις επανεξέτασης και κλιμάκωσαν το θέμα στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή στον Διαμεσολαβητή ή υπέβαλαν καταγγελία βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Τον Νοέμβριο του 2012, έγιναν αλλαγές με στόχο να διασφαλιστεί ότι i) όλες οι εξερχόμενες απαντήσεις βασίζονται σε νομικά ορθές αποφάσεις· ii) οι αιτήσεις επανεξέτασης λαμβάνουν επαρκείς, σαφείς και πειστικές απαντήσεις· και iii) εφαρμόζονται ενιαία πρότυπα για την ανταπόκριση σε αιτήματα σε όλες τις διαδικασίες ανταγωνισμού.
Για την επίτευξη αυτών των αποτελεσμάτων, τέθηκε σε εφαρμογή μια νέα διαδικασία ροής εργασιών, την οποία διαχειρίζεται εξειδικευμένη ομάδα του τομέα νομικών υποθέσεων της EPSO. Μόλις παρέλθει η προθεσμία υποβολής αιτήσεων που αφορούν συγκεκριμένο διαγωνισμό, ο αρμόδιος για τη διεκπεραίωση της υπόθεσης από την ομάδα προσδιορίζει τα έγκυρα επιχειρήματα όλων των υποψηφίων και διαχωρίζει εκείνα που χρειάζονται συγκεκριμένη συμβολή από την εξεταστική επιτροπή και/ή έναν δικηγόρο της EPSO από εκείνα που μπορούν να απαντηθούν με τη χρήση καταλόγου τυποποιημένων απαντήσεων βάσει της νομολογίας. Ο χειριστής της υπόθεσης συντάσσει τις απαντήσεις για την εξεταστική επιτροπή και τις παρουσιάζει σε συνεδρίαση της εξεταστικής επιτροπής. Η επιτροπή συνήθως αποδέχεται τις προτάσεις του διεκπεραιωτή της υπόθεσης, μερικές φορές με πρόσθετη αιτιολόγηση. Καταγράφει την απόφασή του για κάθε μεμονωμένη περίπτωση σε ένα φύλλο αναθεώρησης, το οποίο περιλαμβάνεται στον φάκελο του υποψηφίου. Στη συνέχεια, ο χειριστής της υπόθεσης επικαιροποιεί κάθε σχέδιο απάντησης ώστε να αντικατοπτρίζει την απόφαση του συμβουλίου που ελήφθη κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Στη συνέχεια, το σχέδιο απάντησης υποβάλλεται σε δικηγόρο της EPSO για τελικό έλεγχο ποιότητας και προσυπογραφή. Στο στάδιο αυτό, ο δικηγόρος μπορεί ακόμη να ενισχύσει και/ή να προσαρμόσει την αιτιολογία που παρατίθεται στο υπόμνημα απαντήσεως, χωρίς ωστόσο να μεταβάλει την ουσία της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου.
Εάν η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου φαίνεται εσφαλμένη ή εάν το σκεπτικό της είναι ελλιπές ή εγείρει νομικές ανησυχίες, ο δικηγόρος είτε αναπέμπει την υπόθεση στο διοικητικό συμβούλιο με γραπτά σχόλια είτε ζητεί συνάντηση με το διοικητικό συμβούλιο με σκοπό την επίλυση του προβλήματος μέσω συζήτησης. Τα συμβούλια συνήθως ακολουθούν τις νομικές συμβουλές της EPSO. Σε περίπτωση που μια εξεταστική επιτροπή δεν το πράξει, ο διευθυντής της EPSO (ως αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής του διαγωνισμού) μπορεί να αποφασίσει σχετικά με την κατάλληλη συνέχεια, υπό το πρίσμα της νομολογίας σύμφωνα με την οποία η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν μπορεί να δεσμεύεται από παράνομες αποφάσεις που λαμβάνονται από εξεταστική επιτροπή.
Ένας βασικός παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση του τι μπορεί να κάνει η EPSO για την παροχή ενός αποτελεσματικού μηχανισμού εσωτερικής επανεξέτασης για τους υποψηφίους είναι η ανεξαρτησία των εξεταστικών επιτροπών. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (εν προκειμένω η EPSO) δεν μπορεί να υποκαταστήσει με την κρίση της την κρίση της εξεταστικής επιτροπής κατά την αξιολόγηση της επιλεξιμότητας ή των επιδόσεων των υποψηφίων. (Οι ίδιοι περιορισμοί ισχύουν όταν οι υποψήφιοι υποβάλλουν ένσταση βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης). Ωστόσο, όπως ορθώς επισήμανε η EPSO, η νομολογία αναγνωρίζει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή την εξουσία και την ευθύνη να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα σε περίπτωση που η εξεταστική επιτροπή λάβει παράνομη απόφαση.
Στο πλαίσιο αυτό, η νέα διαδικασία «αίτησης επανεξέτασης» της EPSO φαίνεται να είναι καλά σχεδιασμένη ώστε i) να βοηθά τις εξεταστικές επιτροπές να εντοπίζουν και να διορθώνουν πιθανά σφάλματα στις αποφάσεις τους· ii) να διασφαλίσει ότι οι υποψήφιοι που υποβάλλουν αίτηση επανεξέτασης λαμβάνουν έγκαιρη και δεόντως αιτιολογημένη απάντηση· και iii) να δοθεί στην EPSO η δυνατότητα να εντοπίζει και να διορθώνει τυχόν περιπτώσεις στις οποίες μια εξεταστική επιτροπή ενεργεί παράνομα.
Η νέα διαδικασία τέθηκε σε εφαρμογή προς το τέλος του 2012. Μια ισχυρή ένδειξη ότι φαίνεται να λειτουργεί καλά παρέχεται από τη μείωση κατά 65 % του αριθμού των καταγγελιών στον Διαμεσολαβητή, η οποία παρείχε λόγους για την υποβολή έρευνας στην EPSO το 2013.
Η Διαμεσολαβήτρια λαμβάνει υπόψη τη διαδικασία αίτησης επανεξέτασης κατά την εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 4 του Καταστατικού της, σύμφωνα με το οποίο πριν από τις καταγγελίες πρέπει να προηγούνται «κατάλληλες διοικητικές προσεγγίσεις» προς το οικείο θεσμικό όργανο. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι, πριν από την υποβολή καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή κατά της EPSO σε σχέση με την απόφαση εξεταστικής επιτροπής, ο καταγγέλλων θα πρέπει κανονικά να έχει κάνει χρήση της διαδικασίας αίτησης επανεξέτασης. Επιπλέον, η καταγγελία θα πρέπει να παρέχει λόγους για να θεωρηθεί ότι η αίτηση επανεξέτασης δεν αντιμετωπίστηκε δεόντως.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για τη θετική και εποικοδομητική συνέχεια που έδωσε η EPSO στις περαιτέρω παρατηρήσεις.
Υπόθεση 688/2012/MHZ: Θόρυβος σε εξεταστικό κέντρο
Ένας υποψήφιος σε διαγωνισμό της EPSO ενοχλήθηκε από τον θόρυβο που προκαλούσαν οι κατασκευαστικές εργασίες που πραγματοποιούνταν δίπλα στο εξεταστικό κέντρο της Βαρκελώνης. Μετά από έρευνα, η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η EPSO δεν απάντησε επαρκώς και εγκαίρως στον καταγγέλλοντα, με αποτέλεσμα να χαθεί η ευκαιρία να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα και να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το ζήτημα. Σε περαιτέρω παρατήρηση, η Διαμεσολαβήτρια πρότεινε στην EPSO να υιοθετήσει προορατική προσέγγιση για την αντιμετώπιση παρόμοιων καταστάσεων που ενδέχεται να προκύψουν στο μέλλον. Συγκεκριμένα, η EPSO θα μπορούσε να θεσπίσει γενικούς κανόνες που θα εφαρμόζονται σε περιπτώσεις στις οποίες οι δοκιμασίες δεν μπορούν να διεξαχθούν με τον βέλτιστο τρόπο λόγω περιστάσεων που εκφεύγουν του ελέγχου της EPSO. Οι κανόνες αυτοί όχι μόνο θα αποτελέσουν χρήσιμη καθοδήγηση για τον ανάδοχο της EPSO που είναι υπεύθυνος για τα εξεταστικά κέντρα, αλλά θα ενισχύσουν επίσης τη διαφάνεια των διαδικασιών επιλογής, παρέχοντας στους υποψηφίους τη δυνατότητα να γνωρίζουν ποια μέτρα πρέπει να αναμένουν σε περίπτωση διαταραχής κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών.
Απαντώντας, η EPSO δήλωσε ότι ζήτησε συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα και ότι θα συνεχίσει να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει την πλήρη συμμόρφωση και δίκαιες συνθήκες δοκιμασίας σε όλα τα εξεταστικά κέντρα, προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν δυσμενείς επιπτώσεις στις επιδόσεις των υποψηφίων. Η EPSO συμφώνησε ότι οι γενικοί κανόνες που πρότεινε ο Διαμεσολαβητής θα ήταν χρήσιμοι και ανέλαβε να αξιολογήσει διεξοδικά το σχετικό πρακτικό και επιχειρησιακό πλαίσιο.
Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για τη θετική και εποικοδομητική απάντηση της EPSO.
Υπόθεση 717/2012/CK: Αντιμετώπιση ειδικών αναγκών
Η καταγγέλλουσα ήταν οκτώ μηνών έγκυος όταν η EPSO την κάλεσε να συμμετάσχει σε δοκιμασία στο κέντρο αξιολόγησης στις Βρυξέλλες. Η καταγγέλλουσα, η οποία δεν ήταν σε θέση να ταξιδέψει, ζήτησε από την EPSO να καλύψει τις ειδικές ανάγκες της. Μετά την άρνηση της EPSO να προγραμματίσει εκ νέου την προφορική δοκιμασία ή να της επιτρέψει να συμμετάσχει σε αυτήν μέσω βιντεοδιάσκεψης, η καταγγέλλουσα απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή. Μετά από έρευνα, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι, ενώ η EPSO ορθώς απέρριψε την αίτηση συμμετοχής μέσω βιντεοδιάσκεψης, δεν εξήγησε πειστικά τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να ικανοποιήσει το αίτημα του καταγγέλλοντος για σύντομη παράταση της προθεσμίας για τη διεξαγωγή των δοκιμασιών.
Σε απάντηση, η EPSO δεσμεύτηκε ότι, στο μέλλον, θα εξετάσει τη σκοπιμότητα παράτασης της περιόδου δοκιμασίας για εύλογο χρονικό διάστημα, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες των εγκύων υποψηφίων και να δοθεί μεγαλύτερη ευελιξία στον αρχικό προγραμματισμό.
Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για τη θετική και εποικοδομητική απάντηση της EPSO.
Υπόθεση 2302/2012/RT: Η EPSO ενεργεί για την πρόληψη των διαφορών
Μια υποψήφια σε διαγωνισμό που διοργάνωσε η EPSO παραπονέθηκε ότι η EPSO είχε χάσει μία από τις σελίδες της πρακτικής δοκιμασίας της, η οποία αφορούσε την επεξεργασία κειμένου ενός εγγράφου. Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε τον φάκελο, διαπίστωσε ότι δεν έλειπε τίποτα και έκλεισε την υπόθεση.
Ο Διαμεσολαβητής πρότεινε, ωστόσο, ότι σε μελλοντικές δοκιμασίες, η EPSO θα μπορούσε να ζητήσει από κάθε υποψήφιο να συμπεριλάβει ιδιοχείρως, σε κάθε σελίδα του γραπτού της εξέτασης, εκτός από το ονοματεπώνυμο, την υπογραφή και τον αριθμό υποψηφίου, τον αριθμό σελίδας και τον συνολικό αριθμό σελίδων (για παράδειγμα, «1/7» στην πρώτη σελίδα ενός γραπτού που αποτελείται από 7 σελίδες).
Σε απάντηση, η EPSO εξέφρασε την ικανοποίησή της για την περαιτέρω παρατήρηση και δήλωσε ότι θα ληφθεί υπόψη για παρόμοιες δοκιμασίες σε γενικούς διαγωνισμούς που θα διοργανωθούν στο μέλλον.
Η απάντηση της EPSO είναι ικανοποιητική.
8. Υπηρεσία Εκδόσεων
Υπόθεση 2741/2008/CK: Οι ανεπαρκείς εξηγήσεις οδήγησαν στην αντίληψη της άδικης μεταχείρισης
Η Υπηρεσία Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνήψε σύμβαση-πλαίσιο βάσει της οποίας ο καταγγέλλων θα του παρείχε υπηρεσίες σχετικές με εφαρμογή ΤΠ («η εφαρμογή»). Ο καταγγέλλων υπέβαλε ορισμένες αιτιάσεις στην Υπηρεσία Εκδόσεων όσον αφορά, ειδικότερα, i) την απόφαση της Υπηρεσίας Εκδόσεων να διατάξει τη μετάβαση της εφαρμογής σε νέα τεχνολογία από τον προηγούμενο ανάδοχο πριν μεταβιβάσει την εφαρμογή στον καταγγέλλοντα· ii) καθυστερήσεις στην έναρξη και iii) έλλειψη πληροφοριών σχετικά με τη διαδικασία ανάληψης. Μη ικανοποιημένος από την απάντηση της Υπηρεσίας, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.
Μετά τη διεξαγωγή έρευνας, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι η Υπηρεσία Εκδόσεων δεν είχε παράσχει πλήρεις και επαρκείς εξηγήσεις ως απάντηση στις αιτιάσεις του καταγγέλλοντος και ότι αυτό είχε οδηγήσει τον καταγγέλλοντα να πιστέψει ότι η Υπηρεσία ενεργούσε με καταχρηστικό, άδικο ή μερικό τρόπο.
Ανταποκρινόμενη στις επικρίσεις του Διαμεσολαβητή, η Υπηρεσία Εκδόσεων ανέλαβε να δώσει μεγαλύτερη προσοχή στην ορθή επικοινωνία με τους αναδόχους, προκειμένου να διασφαλίσει ότι είναι επαρκώς ενημερωμένοι και κατανοούν τη λειτουργία και τα μέτρα που λαμβάνει η Υπηρεσία. Υποσχέθηκε επίσης να συνεχίσει τις προσπάθειές της για τη διασφάλιση δίκαιης μεταχείρισης των αναδόχων της.
Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για τη θετική και εποικοδομητική συνέχεια που έδωσε η Υπηρεσία Εκδόσεων στην επικριτική παρατήρηση.
Υπόθεση 1859/2010/ER: Χρήση της διαδικασίας με διαπραγμάτευση
Το 2009, η Υπηρεσία Εκδόσεων ανέθεσε σύμβαση για την παροχή υπηρεσιών σχετικών με το λογισμικό που χρησιμοποιείται για τη διαδικτυακή πύλη EU Bookshop. Αντί να προκηρύξει διαγωνισμό, ανέθεσε τη σύμβαση μέσω της διαδικασίας με διαπραγμάτευση. Η καταγγέλλουσα, ελληνική εταιρεία που δραστηριοποιείται στον τομέα της τεχνολογίας των πληροφοριών και των επικοινωνιών, αντιτάχθηκε στη χρήση αυτής της διαδικασίας.
Μετά από έρευνα, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι οι σχετικοί κανόνες ορίζουν ότι τα θεσμικά όργανα μπορούν να προσφύγουν στη διαδικασία με διαπραγμάτευση μόνο εάν είναι απολύτως αναγκαίο, για τεχνικούς ή καλλιτεχνικούς λόγους ή για λόγους που συνδέονται με την προστασία αποκλειστικών δικαιωμάτων, να αναθέσουν μια σύμβαση σε συγκεκριμένο ανάδοχο. Εν προκειμένω, η Υπηρεσία Εκδόσεων δεν προσκόμισε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι ήταν απολύτως αναγκαίο να ανατεθεί η σύμβαση παροχής υπηρεσιών στον κατασκευαστή λογισμικού στον οποίο ανατέθηκε η σύμβαση.
Η απάντηση της Υπηρεσίας Εκδόσεων στην επικριτική παρατήρηση αναφερόταν σε γεγονότα και περιστάσεις που σχετίζονται με τη σύναψη διαφορετικής σύμβασης, σε σχέση με την οποία προκηρύχθηκε μια πρώτη πρόσκληση υποβολής προσφορών στα τέλη του 2012.
Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η απάντηση της Υπηρεσίας Εκδόσεων δεν αντιμετώπισε τα ζητήματα που τέθηκαν με την επικριτική παρατήρηση.
Υπόθεση 1922/2010/ER: Μη ανανέωση σύμβασης
Η καταγγέλλουσα εταιρεία κέρδισε πρόσκληση υποβολής προσφορών για την ανάπτυξη, συντήρηση και υποστήριξη πληροφοριακών συστημάτων. Η σύμβαση προέβλεπε ότι θα διαρκούσε δύο έτη με τη δυνατότητα, εκτός εάν η Υπηρεσία Εκδόσεων αποφάσιζε διαφορετικά, δύο αυτόματων ανανεώσεων, εκάστη για ένα έτος. Η σύμβαση ανανεώθηκε μία φορά. Μετά από συνάντηση με τον υπάλληλο της Υπηρεσίας Εκδόσεων που είναι αρμόδιος για τη διαχείριση της σύμβασης, ο επιχειρηματικός διευθυντής του καταγγέλλοντος του απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα παρακολούθησης. Ευχαριστεί τον υπάλληλο για τη συνάντηση και δηλώνει ότι είχε πει στους συναδέλφους του ότι η Υπηρεσία Εκδόσεων σχεδιάζει να ανανεώσει εκ νέου τη σύμβαση. Τον επόμενο μήνα, η Υπηρεσία Εκδόσεων ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν επιθυμούσε να ανανεώσει τη σύμβαση.
Ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή, ο οποίος κίνησε έρευνα. Η Υπηρεσία Εκδόσεων έλαβε τη θέση ότι δεν δόθηκαν διαβεβαιώσεις όσον αφορά την παράταση της σύμβασης κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Από την εξέταση του φακέλου προέκυψαν εσωτερικά σημειώματα, από τα οποία προέκυψε ότι οι εσωτερικές συζητήσεις κατά τη συνεδρίαση προέβλεπαν τη μη ανανέωση της σύμβασης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε απίθανο ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος να είχε παράσχει τις εικαζόμενες διαβεβαιώσεις κατά τη συνεδρίαση. Επιπλέον, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, η έλλειψη αντίδρασης από την Υπηρεσία Εκδόσεων στο ηλεκτρονικό μήνυμα παρακολούθησης του καταγγέλλοντος δεν μπορούσε να θεωρηθεί σιωπηρή συμφωνία.
Ταυτόχρονα, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι τίποτα δεν θα εμπόδιζε την Υπηρεσία Εκδόσεων να απαντήσει στο ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος. Στην εν λόγω απάντηση, θα μπορούσε να είχε ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με το χρονοδιάγραμμα για τη λήψη απόφασης σχετικά με την ανανέωση ή μη της σύμβασης. Αυτό θα μπορούσε να είχε γίνει χωρίς να γνωστοποιηθεί η τότε εν εξελίξει εσωτερική διαδικασία λήψης αποφάσεων. Ο Διαμεσολαβητής προέβη σε περαιτέρω σχετική παρατήρηση προκειμένου να παράσχει καθοδήγηση σε περίπτωση που προκύψουν παρόμοιες υποθέσεις στο μέλλον.
Σε απάντηση, η Υπηρεσία Εκδόσεων επέστησε την προσοχή της διοίκησής της στην περαιτέρω παρατήρηση του Διαμεσολαβητή και στην ανάγκη διασφάλισης επαρκούς και έγκαιρης επικοινωνίας με τους αναδόχους.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για τη θετική αυτή συνέχεια.
9. Ευρωπαϊκός Οργανισμός για τη Διαχείριση της Επιχειρησιακής Συνεργασίας στα Εξωτερικά Σύνορα (Frontex)
Υπόθεση 2053/2012/AN: Ανάγκη για διαδικαστική δικαιοσύνη κατά την αντιμετώπιση ζητημάτων προσωπικού
Ο καταγγέλλων εργάστηκε ως διερμηνέας σε κοινές επιχειρήσεις του Frontex, βάσει συμφωνίας μεταξύ του Frontex και του κράτους μέλους του. Ο Frontex ζήτησε από το κράτος μέλος να μην τον αποστείλει εκ νέου. Ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή ισχυριζόμενος ότι υπήρξε θύμα άδικης μεταχείρισης. Μετά από έρευνα, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος περί άδικης μεταχείρισης ήταν δικαιολογημένος.
Απαντώντας στις επικρίσεις της Διαμεσολαβήτριας, ο Frontex παρείχε περαιτέρω εξηγήσεις για τις ενέργειές του στη συγκεκριμένη υπόθεση και εξέφρασε την προθυμία του να συνεργαστεί με τη Διαμεσολαβήτρια για την εξεύρεση συστημικών λύσεων για τη δίκαιη και αποτελεσματική αντιμετώπιση τέτοιων υποθέσεων.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για την εποικοδομητική αντίδραση του Frontex.
10. Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ασφάλειας της Αεροπορίας (EASA)
Υπόθεση 51/2011/AN: Πολιτικές του EASA σχετικά με την καταγγελία δυσλειτουργιών και τις συγκρούσεις συμφερόντων
Ο καταγγέλλων εξέφρασε ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια και τη σύγκρουση συμφερόντων με τον EASA σε σχέση με συγκεκριμένο τύπο αεροσκάφους. Ο Διαμεσολαβητής επέκρινε την αδυναμία του EASA να αντιμετωπίσει επαρκώς τις ανησυχίες του καταγγέλλοντος σχετικά με σύγκρουση συμφερόντων στη διαδικασία πιστοποίησης. Επιπλέον, η Διαμεσολαβήτρια ενθάρρυνε τον EASA να τροποποιήσει ή να ερμηνεύσει τους εσωτερικούς κανόνες του, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος λαμβάνουν ουσιαστική ανατροφοδότηση όσον αφορά το αποτέλεσμα των ερευνών του EASA με βάση τις ανησυχίες τους. Μια δεύτερη περαιτέρω παρατήρηση ενθάρρυνε τον EASA να θέσει σε εφαρμογή μια νέα πολιτική για τη διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων.
Απαντώντας, ο EASA εξήγησε ότι σκοπός της διαδικασίας του για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος είναι να λαμβάνει πληροφορίες σχετικά με ζητήματα ασφάλειας από εξωτερικές πηγές. Κατά την άποψη του EASA, διαφέρει ουσιαστικά από τις διαδικασίες που βασίζονται στο άρθρο 22β του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Η διαδικασία επανεξετάζεται επί του παρόντος και θα μετονομαστεί επίσης σε «εμπιστευτική αναφορά ασφάλειας», ώστε να αποφευχθούν παρανοήσεις και σύγχυση. Όσον αφορά τις συγκρούσεις συμφερόντων, ο EASA αναφέρθηκε στην εφαρμογή της πολιτικής που ενέκρινε τον Αύγουστο του 2012 για την πρόληψη και τον μετριασμό των συγκρούσεων συμφερόντων. Ειδικότερα, ο κώδικας δεοντολογίας για το προσωπικό περιλαμβάνει πλέον ειδική ενότητα με τίτλο «Πολιτική για την αμεροληψία και την ανεξαρτησία: πρόληψη και μετριασμός της σύγκρουσης συμφερόντων».
Ο Διαμεσολαβητής κατανοεί ότι η διαδικασία του EASA για την εμπιστευτική αναφορά ανησυχιών σχετικά με την ασφάλεια έχει συγκεκριμένο σκοπό. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια εμμένει στην άποψη ότι ο EASA θα πρέπει να παρέχει επαρκή ανατροφοδότηση στα πρόσωπα που αναφέρουν σοβαρές ανησυχίες. Οι παρατηρήσεις αυτές παρέχουν τη διαβεβαίωση ότι ο EASA ασχολήθηκε δεόντως με το θέμα και κατέληξε σε τεκμηριωμένο συμπέρασμα. Ως εκ τούτου, διασφαλίζει τη λογοδοσία και ενθαρρύνει επίσης την υποβολή εκθέσεων, κάτι που είναι προς το δημόσιο συμφέρον.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για τις νέες διατάξεις σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων που περιέχονται στον κώδικα δεοντολογίας του EASA για το προσωπικό.
Βλ. υπόθεση 434/2012/VL ανωτέρω υπό τον τίτλο «Star cases».
11. Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ)
Υποθέσεις 1321/2011/LP, 1875/2011/LP, 1876/2011/LP και 1966/2011/LP: Σύνθεση ομάδας συμφεροντούχων
Οι καταγγελίες αφορούσαν την απόφαση που έλαβε το 2011 η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) σχετικά με τη σύνθεση της 30μελούς ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων (BSG). Η απόφαση αυτή ελήφθη σύμφωνα με τον ιδρυτικό κανονισμό της ΕΑΤ.
Αφού διερεύνησε τις καταγγελίες, η Διαμεσολαβήτρια επέκρινε την ΕΑΤ για την εφαρμογή της απαίτησης που ορίζεται στο άρθρο 37 παράγραφος 3 του κανονισμού για τη διασφάλιση, στο μέτρο του δυνατού, «κατάλληλης γεωγραφικής ισορροπίας και ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων και εκπροσώπησης των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση» μόνο όσον αφορά τη σύνθεση της ΟΟΣ στο σύνολό της και όχι επίσης στο πλαίσιο κάθε κατηγορίας μελών. Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε επίσης ότι η ΕΑΤ, διορίζοντας μόνο έναν εκπρόσωπο των εργαζομένων στην ΟΕΥΕ, δεν συμμορφώθηκε με την απαίτηση του άρθρου 37 παράγραφος 2 του κανονισμού για τη διασφάλιση, στο μέτρο του δυνατού, ισόρροπης εκπροσώπησης των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση. Τέλος, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι, συμπεριλαμβάνοντας στην κατηγορία «χρήστες» αιτήσεις από εκπροσώπους οντοτήτων που σαφώς δεν είναι χρήστες λιανικής των υπηρεσιών που παρέχονται από τον χρηματοπιστωτικό/τραπεζικό τομέα, αλλά πάροχοι αμειβόμενων υπηρεσιών στον τελευταίο, η ΕΑΤ διέπραξε άλλη μια περίπτωση κακοδιοίκησης.
Η Διαμεσολαβήτρια συνέστησε επίσης στην ΕΑΤ: i) να αποφευχθεί στο μέλλον ο κίνδυνος να φαίνεται ότι ένα ή περισσότερα κράτη μέλη υπερεκπροσωπούνται· ii) δημοσίευση μελλοντικών προσκλήσεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την απόκτηση της ιδιότητας του μέλους της ΟΣΒ όχι μόνο στον ιστότοπό της, αλλά και στον εξειδικευμένο οικονομικό Τύπο, και χρήση, εν γένει, οποιουδήποτε άλλου διαύλου επικοινωνίας που θα μπορούσε να αυξήσει την ευαισθητοποίηση και το ενδιαφέρον των γυναικών υποψηφίων· iii) να απαιτούν από τους μελλοντικούς αιτούντες να αναφέρουν μόνο μία από τις έξι κατηγορίες για τις οποίες θα ήθελαν να ληφθούν υπόψη· και iv) να δημοσιεύει στο μέλλον, μετά τον διορισμό των μελών της ΟΣΕ, ουσιαστικές πληροφορίες που θα μπορούσαν να καταδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο, υπό το πρίσμα των διαφόρων αιτήσεων που ελήφθησαν, η ΕΑΤ συμμορφώθηκε με την απαίτηση διασφάλισης ισόρροπης εκπροσώπησης όλων των διαφόρων κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών και τον τρόπο με τον οποίο, με τον τρόπο αυτό, εξασφάλισε επίσης «στο μέτρο του δυνατού (...) κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία και ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων και εκπροσώπηση των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση».
Στην απάντησή της, η ΕΑΤ δήλωσε ότι είναι πρόθυμη να εφαρμόσει όλες τις προτάσεις της Διαμεσολαβήτριας κατά τη σύσταση νέας δημοσιονομικής ομάδας.
Η Διαμεσολαβήτρια χαιρετίζει τη θετική και εποικοδομητική απάντηση της ΕΑΤ.
12. Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων (ECHA)
Υπόθεση 1826/2010/VL: Δημόσια διάδοση πληροφοριών βάσει του κανονισμού REACH
Ο κανονισμός REACH (κανονισμός 1907/2006 για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων) απαιτεί από τους παρασκευαστές και τους εισαγωγείς χημικών ουσιών να καταχωρίζουν τις ουσίες στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Χημικών Προϊόντων (ECHA). Η καταγγελία στην παρούσα υπόθεση, η οποία υποβλήθηκε από εταιρεία που ενεργεί προς το συμφέρον των θυγατρικών της στη χημική βιομηχανία, αφορούσε τον χειρισμό από τον ECHA αίτησης, υποβληθείσας από τρίτο δυνάμει του κανονισμού 1049/2001, για πρόσβαση του κοινού στον φάκελο καταχώρισής του.
Μετά από έρευνα, η Διαμεσολαβήτρια δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση. Κλείνοντας την υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής προέβη σε δύο περαιτέρω παρατηρήσεις. Ο πρώτος κάλεσε τον ECHA, εάν δεν το πράττει ήδη, να προειδοποιήσει τους καταχωρίζοντες να μην εισάγουν πληροφορίες που θεωρούν εμπιστευτικές σε πεδία που πρέπει να δημοσιεύονται σύμφωνα με τον κανονισμό REACH. Η δεύτερη παρατήρηση αφορούσε το γεγονός ότι, όταν ο ECHA διαβουλεύεται με τρίτους συντάκτες εγγράφων για τα οποία έχει λάβει αίτηση πρόσβασης του κοινού, πρέπει να παρέχει στους εν λόγω τρίτους ελάχιστη προθεσμία πέντε εργάσιμων ημερών για να εκφράσουν τις απόψεις τους. Η παρατήρηση ήταν ότι, σε μελλοντικές περιπτώσεις, ο ECHA θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η σχετική προθεσμία περιλαμβάνει πράγματι πέντε εργάσιμες ημέρες.
Η απάντηση του ECHA εξήγησε τα υφιστάμενα μέτρα που προειδοποιούν τους καταχωρίζοντες να μην εισάγουν πληροφορίες που θεωρούνται εμπιστευτικές σε πεδία που δημοσιεύονται σύμφωνα με τον κανονισμό REACH. Εξήγγειλε επίσης διάφορες νέες δράσεις που αποσκοπούν στη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής της απαίτησης των πέντε εργάσιμων ημερών.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για τη θετική απάντηση του ECHA στις περαιτέρω παρατηρήσεις.
13. Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA)
Υπόθεση 775/2010/ANA: Χειρισμός δυνητικής σύγκρουσης συμφερόντων που προκύπτει από τη μετακίνηση μέλους του προσωπικού στον ιδιωτικό τομέα
Πρώην υπάλληλος της EFSA μετακόμισε στον ιδιωτικό τομέα δύο μήνες μετά τη λήξη της σύμβασής του με την EFSA. Κατόπιν έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια διατύπωσε τρία σχέδια συστάσεων, εκ των οποίων δύο έγιναν δεκτά από την EFSA (βλ. ενότητα Γ.3 ανωτέρω).
Το σχέδιο σύστασης που δεν έγινε δεκτό καλούσε την EFSA να αναγνωρίσει τη μη τήρηση των σχετικών διαδικαστικών κανόνων και να διενεργήσει αξιολόγηση της σύγκρουσης συμφερόντων. Η απόφαση της Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώθηκε η έρευνα επέκρινε τη μη αποδοχή του σχεδίου σύστασης από την EFSA. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής προέβη σε τέσσερις περαιτέρω παρατηρήσεις. Οι παρατηρήσεις αυτές παρείχαν λεπτομερή καθοδήγηση στην EFSA όσον αφορά την εφαρμογή του πρώτου σχεδίου σύστασης που έγινε δεκτό από την EFSA.
Σε απάντηση, η EFSA δεσμεύτηκε να τροφοδοτήσει τις τρεις πρώτες περαιτέρω παρατηρήσεις κατά την επανεξέταση των διαδικασιών της που ήταν σε εξέλιξη. Όσον αφορά την τέταρτη περαιτέρω παρατήρηση, η EFSA εξήγησε τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι οι ισχύοντες κανόνες είναι επαρκείς.
Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί εύλογη την απάντηση της EFSA στις περαιτέρω παρατηρήσεις και σημειώνει ότι η EFSA έχει βελτιώσει σημαντικά τους κανόνες και τις διαδικασίες της σε θέματα σύγκρουσης συμφερόντων και μεταπήδησης από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα. Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει, ωστόσο, τη λύπη της για το γεγονός ότι η EFSA δεν απάντησε στην επικριτική παρατήρηση στην παρούσα υπόθεση.
Υπόθεση 1228/2011/MMN: Ανάκτηση αποζημίωσης εγκατάστασης
Η EFSA προσέλαβε την καταγγέλλουσα ως συμβασιούχο υπάλληλο και της κατέβαλε αποζημίωση εγκατάστασης. Μετά τη λήξη της δοκιμαστικής περιόδου, η EFSA αποφάσισε να μην επιβεβαιώσει τη σύμβαση του καταγγέλλοντος και να ανακτήσει το σύνολο της αποζημίωσης εγκατάστασης. Ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή όσον αφορά την ανάκτηση.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια υπέβαλε αιτιολογημένη πρόταση στην EFSA να εξετάσει το ενδεχόμενο καταβολής χαριστικής αποζημίωσης που αντιστοιχεί σε κατάλληλο ποσοστό της αποζημίωσης εγκατάστασης. Η EFSA απέρριψε την πρόταση φιλικής λύσης. Δεδομένου ότι η εξήγησή της δεν ήταν πειστική και δεν εξέτασε ορισμένες από τις εκτιμήσεις που διατυπώθηκαν στην πρόταση, η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την υπόθεση με επικριτική παρατήρηση.
Στην απάντησή της, η EFSA επιβεβαίωσε ότι είχε τροποποιήσει την πρακτική της και ότι καταβάλλει πλέον την αποζημίωση εγκατάστασης μόνο στο τέλος της δοκιμαστικής περιόδου, εκτός εάν ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος υποβάλει ρητό αίτημα για προκαταβολή.
Ο Διαμεσολαβητής εξακολουθεί να εκφράζει τη λύπη του για το πείσμα της EFSA στη συγκεκριμένη περίπτωση του καταγγέλλοντος. Η τροποποίηση της πρακτικής της θα πρέπει, ωστόσο, να διασφαλίσει ότι παρόμοια προβλήματα δεν θα εμφανιστούν ξανά στο μέλλον.
Υπόθεση 622/2012/ANA: Χειρισμός εικαζόμενης σύγκρουσης συμφερόντων
Η καταγγελία αφορούσε τον χειρισμό από την EFSA εικαζόμενης σύγκρουσης συμφερόντων όσον αφορά τον πρόεδρο επιστημονικής ομάδας της EFSA («ο πρόεδρος»). Ο καταγγέλλων, μια ΜΚΟ, ισχυρίστηκε ότι ο πρόεδρος είχε συνεχιζόμενο ενδιαφέρον για ένα Ινστιτούτο («το Ινστιτούτο»), το οποίο η EFSA παρέλειψε να αντιμετωπίσει.
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η εικαζόμενη σύγκρουση συμφερόντων κάλυψε την περίοδο από το 2003 έως το 2012. Ωστόσο, οι κανόνες που διέπουν τις συγκρούσεις συμφερόντων στην EFSA είχαν αλλάξει το 2009 και η προσοχή της EFSA επιστήθηκε στο θέμα μόλις το 2010. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα αυτά, η έρευνα της Διαμεσολαβήτριας επικεντρώθηκε στα έτη 2009-2012.
Κατόπιν έρευνας, η οποία περιλάμβανε έλεγχο του φακέλου της EFSA, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, από ουσιαστικής απόψεως, η EFSA βασίμως θεώρησε ότι δεν υφίστατο σύγκρουση συμφερόντων κατά την περίοδο που κάλυπτε η έρευνα.
Όσον αφορά τη διαδικασία, η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, παρόλο που η συμμετοχή του προέδρου στο Ινστιτούτο φαινόταν να έχει λήξει το 2005, οι ετήσιες δηλώσεις συμφερόντων του προέδρου δεν αντανακλούσαν το γεγονός αυτό μέχρι την επικαιροποίηση που πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 2010. Ήταν επίσης σαφές ότι η EFSA δεν είχε παρατηρήσει αυτό το σφάλμα. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε, βάσει του ελέγχου, ότι επρόκειτο για έκτακτο σφάλμα, το οποίο η EFSA είχε εν τω μεταξύ διορθώσει.
Κλείνοντας την έρευνα διαπιστώνοντας ότι δεν χρειάζονταν περαιτέρω έρευνες, η Διαμεσολαβήτρια διατύπωσε ωστόσο μια περαιτέρω παρατήρηση:
Σύμφωνα με τη νοοτροπία λογοδοσίας που επιδιώκει να εμφυσήσει η Διαμεσολαβήτρια στα θεσμικά όργανα της ΕΕ στις σχέσεις τους με τους πολίτες και την κοινωνία των πολιτών, η EFSA θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο να ενημερώσει τις υπηρεσίες της ότι, όταν διαπράττεται σφάλμα, εκτός από τη λήψη διορθωτικών μέτρων για τη διόρθωσή του, θα ήταν σκόπιμο να αναγνωριστεί το σφάλμα αυτό και να ζητηθεί συγγνώμη για αυτό.
Σε απάντηση, η EFSA απέστειλε επιστολή συγγνώμης στον καταγγέλλοντα. Η EFSA δεσμεύτηκε επίσης να συνεχίσει τις προσπάθειές της για την αύξηση της ευαισθητοποίησης του προσωπικού σχετικά με τις ορθές διοικητικές αρχές και τα δεοντολογικά πρότυπα.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για τη θετική συνέχεια που δόθηκε από την EFSA.
14. Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (EMA)
Υπόθεση 1701/2011/ANA: Πρόσβαση του κοινού σε μακροπρόθεσμη επιδημιολογική μελέτη
Η παρούσα υπόθεση αφορά αίτηση πρόσβασης του κοινού σε μακροπρόθεσμη επιδημιολογική μελέτη («μελέτη SAGhE»). Ο Γαλλικός Οργανισμός Φαρμάκων (στο εξής: AFSSAPS) διαβίβασε τη μελέτη στον EMA, κινώντας διαδικασία παραπομπής σχετικά με ένα φάρμακο που ονομάζεται Genotropin. Η καταγγέλλουσα, φαρμακευτική εταιρεία που διαθέτει άδεια κυκλοφορίας στην ΕΕ για το Genotropin, υπέβαλε αίτηση πρόσβασης του κοινού στη μελέτη, επικαλούμενη τον κανονισμό 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα. Ο EMA αρνήθηκε την πρόσβαση με την αιτιολογία ότι η μελέτη του διαβιβάστηκε εμπιστευτικά και ότι η γνωστοποίησή της θα έθιγε τα εμπορικά συμφέροντα των επιστημονικών ερευνητών που συμμετείχαν σε αυτήν. Ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας, προέκυψε ότι ο πραγματικός στόχος του καταγγέλλοντος ήταν να έχει πρόσβαση στη μελέτη SAGhE σε βάση διαφορετική από εκείνη του κανονισμού 1049/2001. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την υπόθεση. Προηγουμένως, η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι ο EMA δεν είχε παράσχει επαρκώς λεπτομερείς εξηγήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η δημοσιοποίηση της μελέτης SAGhE θα έθιγε τα εμπορικά συμφέροντα των εμπλεκόμενων επιστημονικών ερευνητών. Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε το γεγονός αυτό σε περαιτέρω παρατήρηση και κάλεσε τον EMA να αντλήσει τα κατάλληλα διδάγματα για το μέλλον.
Απαντώντας, ο EMA δήλωσε ότι κατανοεί τους λόγους για τους οποίους οι αιτούντες των οποίων οι αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα απορρίπτονται θα πρέπει να λαμβάνουν λεπτομερή αιτιολόγηση και δεσμεύτηκε να παράσχει καλύτερη αιτιολόγηση στο μέλλον.
Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για τη θετική απάντηση και δέσμευση του EMA.
Υπόθεση 1877/2010/FOR: Πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα και δημόσιο μητρώο
ο EMA απέρριψε αιτήσεις για πρόσβαση του κοινού σε διάφορα έγγραφα, και συγκεκριμένα σε i) μακέτα συσκευασίας· (ii) Περιοδικές επικαιροποιημένες εκθέσεις για την ασφάλεια (iii) εκθέσεις σχετικά με τον συνδυασμό δεξτροπροποξυφαίνης και παρακεταμόλης και σχετικά με την τοπική κετοπροφαίνη και (iv) έκθεση αξιολόγησης του κράτους μέλους αναφοράς σχετικά με το σχέδιο διαχείρισης κινδύνου για το rimonabant.
Η Διαμεσολαβήτρια δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση όσον αφορά το σημείο i) και έκρινε ότι δεν δικαιολογούνταν περαιτέρω έρευνες όσον αφορά το σημείο ii). Διατυπώνει επικριτικές παρατηρήσεις όσον αφορά τα σημεία iii) και iv). Διατυπώνει επίσης την περαιτέρω παρατήρηση ότι ο EMA θα πρέπει να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο μητρώο εγγράφων στο οποίο θα έχει πρόσβαση το κοινό.
Στη συνέχεια, ο EMA δημοσιοποίησε τα έγγραφα που αποτέλεσαν αντικείμενο των επικριτικών παρατηρήσεων.
Όσον αφορά την περαιτέρω παρατήρηση, ο EMA αναφέρθηκε σε διάφορες διαδικτυακές υπηρεσίες που αποσκοπούν στη βελτίωση της διαφάνειάς του. Ωστόσο, απέρριψε την πρόταση να διαθέτει πλήρες μητρώο εγγράφων.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι ο EMA δεν αναγνώρισε τους νομικούς και διοικητικούς λόγους για την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου μητρώου εγγράφων.
15. Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ)
Υπόθεση 1967/2011/LP: Σύνθεση ομάδας ενδιαφερομένων
Η καταγγελία αφορούσε την απόφαση που έλαβε το 2011 η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) σχετικά με τη σύνθεση της 30μελούς ομάδας συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών (SMSG). Η απόφαση βασίστηκε στον ιδρυτικό κανονισμό της ESMA.
Αφού διερεύνησε την καταγγελία, η Διαμεσολαβήτρια επέκρινε την ESMA για την εφαρμογή της απαίτησης που ορίζεται στο άρθρο 37 παράγραφος 3 του κανονισμού για τη διασφάλιση, στο μέτρο του δυνατού, «κατάλληλης γεωγραφικής ισορροπίας και ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων και εκπροσώπησης των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση» μόνο όσον αφορά τη σύνθεση της SMSG στο σύνολό της και όχι επίσης σε κάθε κατηγορία μελών. Κατηγόρησε επίσης την ESMA ότι διόρισε μόνο έναν εκπρόσωπο των ΜΜΕ στην SMSG, παραβλέποντας έτσι την απαίτηση του άρθρου 37 παράγραφος 2 του κανονισμού να διασφαλιστεί, στο μέτρο του δυνατού, η ισόρροπη εκπροσώπηση των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση. Τέλος, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι η ESMA, παραλείποντας να εξηγήσει δεόντως την επιλογή της όσον αφορά τον εκπρόσωπο των εργαζομένων, δεν συμμορφώθηκε με το άρθρο 37 παράγραφος 2 του κανονισμού και, ως εκ τούτου, διέπραξε περίπτωση κακοδιοίκησης.
Η Διαμεσολαβήτρια συνέστησε επίσης στην ESMA i) να δημοσιεύει μελλοντικές προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος για να γίνει μέλος της SMSG, όχι μόνο στον δικό της ιστότοπο, αλλά και στον εξειδικευμένο οικονομικό Τύπο, και να χρησιμοποιεί, γενικά, οποιονδήποτε άλλο δίαυλο επικοινωνίας που θα μπορούσε να αυξήσει την ευαισθητοποίηση και το ενδιαφέρον των γυναικών υποψηφίων· ii) να απαιτούν από τους μελλοντικούς αιτούντες να αναφέρουν μόνο μία από τις έξι κατηγορίες για τις οποίες θα ήθελαν να ληφθούν υπόψη· iii) να διασφαλίσει, στο μέτρο του δυνατού, ότι δεν θα δοθεί αδικαιολόγητη αριθμητική προτίμηση στην κατηγορία «χρήστες» εις βάρος των θέσεων που θα κατανεμηθούν στις υπόλοιπες τέσσερις κατηγορίες των SMSG· και iv) προκειμένου να διατηρηθεί το απαιτούμενο επίπεδο διαφάνειας κατά τη σύσταση και τη λειτουργία της SMSG, να αποφευχθεί στο μέλλον η κατάρτιση καταλόγου αναπληρωματικών μελών.
Σε απάντηση, η ESMA δήλωσε ότι προσπαθεί να εφαρμόσει όλες τις προτάσεις της Διαμεσολαβήτριας για τη δημιουργία μιας νέας SMSG.
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για τη θετική και εποικοδομητική απάντηση της ESMA.
16. Εκτελεστικός Οργανισμός Έρευνας (REA)
Υπόθεση 2111/2011/RA: Διαφάνεια της αξιολόγησης των ερευνητικών προτάσεων
Η καταγγελία αφορούσε επανεξέταση που διενεργήθηκε από την επιτροπή προσφυγών του Οργανισμού και την άρνηση του Οργανισμού να δημοσιοποιήσει ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία επανεξέτασης. Ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση όσον αφορά την επανεξέταση. Επιπλέον, ως αποτέλεσμα της καταγγελίας, ο καταγγέλλων έλαβε τις εν λόγω πληροφορίες. Κλείνοντας την υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής προέβη σε δύο περαιτέρω παρατηρήσεις.
Η πρώτη παρατήρηση ενθάρρυνε τον Οργανισμό να ευαισθητοποιήσει το προσωπικό του σχετικά με τις πληροφορίες που μπορούν να γνωστοποιηθούν στο κοινό στο πλαίσιο των σχετικών διαδικασιών.
Η δεύτερη παρατήρηση υποδήλωνε ότι ο Οργανισμός θα μπορούσε, στο μέλλον, να εξετάσει το ενδεχόμενο δημοσιοποίησης των ονομάτων των αξιολογητών. Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι, παρόλο που οι αξιολογητές ενημερώνονται επί του παρόντος ότι τα ονόματά τους δεν θα δημοσιοποιηθούν, ο Οργανισμός θα μπορούσε να το αλλάξει αυτό στο μέλλον. Ο Διαμεσολαβητής επέστησε την προσοχή του Οργανισμού στο έγγραφο θέσης του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων της 24ης Μαρτίου 2011 σχετικά με τη «Δημόσια πρόσβαση σε έγγραφα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μετά την απόφαση Bavarian Lager». Το τμήμα του εν λόγω εγγράφου με τίτλο «Η προορατική προσέγγιση» παρέχει καθοδήγηση στα θεσμικά όργανα της ΕΕ που επιθυμούν να εργάζονται με διαφάνεια, με παράλληλο σεβασμό των δικαιωμάτων στην ιδιωτική ζωή και στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Σε συνέχεια της πρώτης παρατήρησης, ο Οργανισμός υπενθύμισε στους συντονιστές της πρόσκλησής του ότι μπορούν να παρέχουν πληροφορίες, κατόπιν αιτήματος, σχετικά με τη βαθμολογία που απαιτείται για την εγγραφή στον τελικό κατάλογο κατάταξης ή στον εφεδρικό κατάλογο.
Όσον αφορά τη δεύτερη παρατήρηση, ο Οργανισμός εξήγησε ότι το ζήτημα της γνωστοποίησης των ονομάτων των μεμονωμένων εμπειρογνωμόνων αξιολογητών υπερβαίνει τις αρμοδιότητές του. Ο Οργανισμός επισήμανε την παρατήρηση αυτή στη ΓΔ Έρευνας και Καινοτομίας (ΓΔ RTD) της Επιτροπής, η οποία είναι η επικεφαλής υπηρεσία για τα εν λόγω οριζόντια ζητήματα. Η ΓΔ RTD θα συζητήσει το θέμα με όλες τις ενδιαφερόμενες ΓΔ και οργανισμούς κατά την προετοιμασία του νέου προγράμματος-πλαισίου «Ορίζοντας 2020».
Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για τη θετική ανταπόκριση του Οργανισμού στις παρατηρήσεις και τις πληροφορίες που παρείχε σχετικά με τις προετοιμασίες για το πρόγραμμα-πλαίσιο «Ορίζων 2020».
17. Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)
Υπόθεση 637/2009/FOR: Ίση μεταχείριση στο πλαίσιο του συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης
Η καταγγελία αφορούσε τη λειτουργία του συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης (ΣΕΠ), ενός μηχανογραφημένου συστήματος πληροφοριών με σκοπό τον εντοπισμό απειλών για τα οικονομικά συμφέροντα και τη φήμη της ΕΕ. Το ΣΕΠ περιέχει διαφορετικά επίπεδα προειδοποίησης. Ο καταγγέλλων αποτέλεσε αντικείμενο «προειδοποίησης W3b», η οποία εκδίδεται σε σχέση με πρόσωπα που υπόκεινται σε δικαστικές διαδικασίες για σοβαρά διοικητικά σφάλματα ή απάτη. Κατήγγειλε ότι το αίτημα της OLAF να καταχωριστεί προειδοποίηση εναντίον του ήταν παράτυπο, όπως και η άρνησή της να άρει την προειδοποίηση αυτή, δεδομένου ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο «δικαστικής διαδικασίας», όπως απαιτείται από την απόφαση για τη σύσταση του ΣΕΠ.
Ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι η ερμηνεία της OLAF όσον αφορά τις προϋποθέσεις για την έκδοση προειδοποιήσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετική κατηγοριοποίηση προσώπων σε συγκρίσιμες καταστάσεις ανάλογα με το εθνικό νομικό σύστημα που ισχύει γι’ αυτά. Η Διαμεσολαβήτρια πρότεινε, ως φιλική λύση, να άρει η OLAF την προειδοποίηση W3β κατά του καταγγέλλοντος και να εξετάσει αν θα ήταν σκόπιμο να προβεί σε άλλου είδους προειδοποίηση. Η OLAF δεν ακολούθησε την πρόταση και ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε επικριτική παρατήρηση.
Στην απάντησή της, η OLAF εννοούσε ότι η προειδοποίηση W3β δικαιολογείται μόνο εάν το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εμπλέκεται σε έρευνα της OLAF έχει κατηγορηθεί ενώπιον της αρμόδιας εθνικής δικαστικής αρχής βάσει των πορισμάτων της OLAF. Η OLAF έκρινε ότι ο όρος «δικαστικές διαδικασίες», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 12 της απόφασης ΣΕΠ, καλύπτει επίσης τις δικαστικές έρευνες.
Η OLAF ενημέρωσε επίσης τον Διαμεσολαβητή ότι ο καταγγέλλων στη συγκεκριμένη υπόθεση είχε πλέον παραπεμφθεί στο Βέλγιο.
Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η OLAF δεν έχει εξετάσει το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο μπορεί να διασφαλιστεί ότι οι διαφορές μεταξύ των εθνικών νομικών συστημάτων δεν οδηγούν σε άνιση μεταχείριση για τους σκοπούς του ΣΕΠ.
Υπόθεση 1560/2010/FOR: Νέες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις διαδικασίες έρευνας για το προσωπικό της OLAF
Μη κυβερνητική οργάνωση με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο διαμαρτυρήθηκε για έρευνα που διεξήγαγε η OLAF. Κατόπιν έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι η OLAF i) δεν τήρησε τις διαδικαστικές κατευθυντήριες γραμμές για τις συνεντεύξεις που ορίζονται στο εγχειρίδιο της OLAF· (ii) δεν διασφάλισε ότι οι ερευνητές της προσκόμισαν γραπτές εγκρίσεις και (iii) διαβίβασε εσφαλμένα τα πορίσματά της στους δότες του καταγγέλλοντος.
Απαντώντας, η OLAF εξήγησε ότι, μετά την έναρξη ισχύος του νέου κανονισμού σχετικά με τις έρευνες της OLAF, εξέδωσε νέες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις διαδικασίες έρευνας για το προσωπικό της OLAF. Οι κατευθυντήριες γραμμές έχουν το ίδιο σκεπτικό με τις επικριτικές παρατηρήσεις: δηλαδή να διασφαλιστεί ότι οι έρευνες της OLAF διεξάγονται με πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, ιδίως της αρχής της δικαιοσύνης, του δικαιώματος των εμπλεκόμενων προσώπων να εκφράζουν τις απόψεις τους σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που τα αφορούν και της αρχής ότι τα συμπεράσματα μιας έρευνας μπορούν να βασίζονται αποκλειστικά σε στοιχεία που έχουν αποδεικτική αξία.
Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για την έγκριση των νέων κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τις διαδικασίες έρευνας για το προσωπικό της OLAF.
Υπόθεση 1697/2010/JN: Καταγγελία δυσλειτουργιών
Κατά την άσκηση των επαγγελματικών του καθηκόντων ως υπαλλήλου του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ), ο καταγγέλλων ανακάλυψε πληροφορίες σχετικά με περατωθείσα έρευνα της OLAF. Έκρινε ότι οι πληροφορίες ενέπιπταν στο καθήκον υποβολής εκθέσεων που προβλέπεται στο άρθρο 22α του ΚΥΚ. Ανέφερε τις πληροφορίες στην OLAF, αλλά δεν έλαβε απάντηση. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων επικαλέστηκε το άρθρο 22β του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Έκρινε ότι, βάσει της δημοσιοποιήσεώς του, η OLAF θα μπορούσε να συνεχίσει την έρευνά της. Στη γνώμη της, η OLAF υποστήριξε ότι δεν χρειαζόταν να εφαρμόσει την εν λόγω διαδικασία, διότι η γνωστοποίηση του καταγγέλλοντος σχετιζόταν με τον έλεγχο στον οποίο εργαζόταν. Ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι ο χειρισμός του θέματος από την OLAF ισοδυναμούσε με κακοδιοίκηση και διατύπωσε τέσσερις επικριτικές παρατηρήσεις.
Στην απάντησή της, η OLAF εξήγησε καταρχάς ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης ήταν ασυνήθιστες και απίθανο να επαναληφθούν: ένας ελεγκτής έκανε χρήση των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης σχετικά με την καταγγελία δυσλειτουργιών, μολονότι είχε ήδη συζητήσει τα ίδια θέματα με την OLAF στο πλαίσιο του ελέγχου. Η OLAF τόνισε επίσης ότι οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος αποτελούν πολύτιμη πηγή πληροφοριών για την OLAF. Εδώ και αρκετά χρόνια, η OLAF συμμετέχει στην εκπόνηση μιας ολοκληρωμένης πολιτικής για την καταγγελία δυσλειτουργιών. Συνέβαλε στην κατάρτιση των κατευθυντήριων γραμμών για την καταγγελία δυσλειτουργιών που εγκρίθηκαν από την Επιτροπή το 2012.
Η απάντηση της OLAF εξήγησε επίσης τις βελτιώσεις που επήλθαν στις εσωτερικές διαδικασίες της. Οι κανόνες για τον χειρισμό των πληροφοριών που παρέχουν οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος έχουν συμπεριληφθεί στις οδηγίες της OLAF προς το προσωπικό σχετικά με τις διαδικασίες έρευνας (ISIP). Ο Γενικός Διευθυντής εξέδωσε εσωτερικό σημείωμα που απαγορεύει τη συμπερίληψη των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος στις τελικές εκθέσεις που διαβιβάζονται στα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ και στις εθνικές δικαστικές αρχές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον σημαντικό περιορισμό του κινδύνου αποκάλυψης της ταυτότητας ενός μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος. Επιπλέον, η OLAF διαθέτει πλέον ένα ενιαίο σημείο αξιολόγησης για τις εισερχόμενες πληροφορίες, το οποίο παρέχει μια συνεκτική προσέγγιση για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος. Ειδικές διατάξεις σχετικά με τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος αποτελούν μέρος των ρυθμίσεων εργασίας, οι οποίες συνάπτονται μεταξύ της OLAF και άλλων θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης.
Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί με την OLAF ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης ήταν ασυνήθιστες και απίθανο να επαναληφθούν. Στον βαθμό που μπορούν να αντληθούν διδάγματα από την υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής είναι πεπεισμένος ότι η απάντηση της OLAF δείχνει μια γενικά εποικοδομητική προσέγγιση.
Υπόθεση 2515/2011/CK: Η OLAF θα πρέπει να παρέχει ταχείες πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα των ερευνών
Η υπόθεση αφορούσε εικαζόμενες παρατυπίες και διακρίσεις στον τρόπο με τον οποίο η OLAF διεξήγαγε διοικητικές έρευνες σχετικά με τον καταγγέλλοντα και τρεις άλλους βουλευτές του ΕΚ, τα ονόματα των οποίων εμφανίστηκαν σε άρθρο εφημερίδας με τίτλο «Ευρωβουλευτές που εκτέθηκαν σε σκάνδαλο "cash-for-laws"».
Μετά από έρευνα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η OLAF διεξήγαγε τις έρευνές της, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, παρόλο που οι τέσσερις έρευνες βασίζονταν σε παρόμοιους ισχυρισμούς, τα πραγματικά περιστατικά δεν ήταν πανομοιότυπα και η OLAF έπρεπε να αξιολογήσει κάθε υπόθεση χωριστά. Επομένως, το γεγονός και μόνον ότι η διάρκεια των επιμέρους ερευνών διέφερε δεν αποδεικνύει την ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως. Ούτε υπήρχε τίποτα που να υποδηλώνει ότι η OLAF αντιμετώπισε τον καταγγέλλοντα λιγότερο ευνοϊκά από τους τρεις άλλους ενδιαφερόμενους βουλευτές του ΕΚ. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε επίσης ότι η συνολική διάρκεια της διαδικασίας παρέμεινε εντός εύλογων προθεσμιών. Ωστόσο, ότι υπήρξε καθυστέρηση δύο μηνών προτού η OLAF ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για την περάτωση της έρευνας. Για να βοηθήσει την OLAF να βελτιώσει τη διοίκησή της, ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε περαιτέρω την παρατήρηση ότι, στο μέλλον, η OLAF θα πρέπει να ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο σχετικά με το αποτέλεσμα το συντομότερο δυνατόν μετά την ολοκλήρωση της έρευνας.
Σε απάντηση, η OLAF εξήγησε ότι ο νέος κανονισμός που διέπει τις δραστηριότητές της, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 2013, προβλέπει ότι ο ενδιαφερόμενος ενημερώνεται εντός 10 εργάσιμων ημερών από την περάτωση της έρευνας όταν δεν έχουν βρεθεί αποδεικτικά στοιχεία. Η OLAF πρόσθεσε ότι οι υπηρεσίες της ενημερώνουν επίσης γενικά το ενδιαφερόμενο πρόσωπο εντός της ίδιας προθεσμίας, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου μια έρευνα αποκαλύπτει την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων κατά του εν λόγω προσώπου, εκτός εάν υπάρχει κίνδυνος να θιγούν τα μέτρα παρακολούθησης που λαμβάνονται από αρμόδια αρχή.
Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για τη θετική και εποικοδομητική απάντηση της OLAF.
Υπόθεση 598/2013/OV: Πρόσβαση του κοινού σε έκθεση έρευνας της OLAF
Η καταγγελία αφορούσε την άρνηση της OLAF να χορηγήσει σε ΜΚΟ πρόσβαση του κοινού στην έκθεση έρευνας της OLAF σχετικά με ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν κατά του πρώην επιτρόπου John Dalli. Ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση όσον αφορά την εικαζόμενη άρνηση, αλλά συνέστησε στην OLAF, όταν αρνείται την πρόσβαση σε έγγραφα λόγω εν εξελίξει εθνικών διαδικασιών, να παρέχει αιτιολογία που να επιτρέπει στον αιτούντα να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους η κοινοποίηση των εγγράφων θα υπονόμευε συγκεκριμένα και αποτελεσματικά τις εν εξελίξει εθνικές διαδικασίες. Ο Διαμεσολαβητής συνέστησε επίσης στην OLAF να ζητεί πληροφορίες και απόψεις από τις εθνικές αρχές προτού αρνηθεί την πρόσβαση σε έγγραφα, διότι η γνωστοποίησή τους θα υπονόμευε τις εν εξελίξει εθνικές διαδικασίες.
Σε απάντηση, η OLAF δήλωσε ότι θα λάβει υπόψη τις περαιτέρω παρατηρήσεις του Διαμεσολαβητή κατά τη διεκπεραίωση παρόμοιων αιτήσεων πρόσβασης του κοινού στο μέλλον. Επισήμανε ότι ζητεί από τις εθνικές αρχές να επικαιροποιούν τακτικά τις επακόλουθες ενέργειές τους και προσπαθεί να είναι όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένη όταν το σημείο είναι σημαντικό για την ανταπόκριση σε αιτήματα για πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα.
Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για τη δήλωση της OLAF ότι θα λάβει υπόψη τις περαιτέρω παρατηρήσεις κατά την εξέταση μελλοντικών αιτήσεων πρόσβασης του κοινού.
[1] Η απόφαση του Διαμεσολαβητή στην παρούσα έρευνα είναι διαθέσιμη στη διεύθυνση: http://www.ombudsman.europa.eu/el/cases/decision.faces/el/51481/html.bookmark
[2] http://trade.ec.europa.eu/doclib/press/index.cfm?id=943 και http://ec.europa.eu/trade/policv/in-focus/ttip/resources/
[3] Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Μαΐου 2013 σχετικά με τις εμπορικές και επενδυτικές διαπραγματεύσεις της ΕΕ με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (2013/2558(RSP)) http://www.europarl.europa.eu/sides/getDoc.do?pubRef=-%2f%2fEP%2f%2fTEXT%2bTA%2bP7-TA-2013-0227%2b0%2bDOC%2bXML%2bV0%2f%2fEN&language=EN
[1] Βλέπε: http://www.opengovpartnership.org
[1] Βλ. απόφαση του Διαμεσολαβητή στην υπόθεση 693/2011/RA, διαθέσιμη στη διεύθυνση: http://www.ombudsman.europa.eu/cases/decision.faces/en/51460/html.bookmark (σημεία 36-37).