FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Easy to read
  • Text size

You have a complaint against an EU institution or body?

Current language: 
  • Ελληνικά
Source language: 
Available languages: 
The translation of this page has been generated by machine translation.
Machine translations can contain errors potentially reducing clarity and accuracy; the Ombudsman accepts no liability for any discrepancies. For the most reliable information and legal certainty, please refer to the source version in English linked above.
For more information please consult our language and translation policy.

Σχέδιο σύστασης προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο αυτεπάγγελτης έρευνας OI/4/2005/GG

(Κατασκευασμένο σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (1))

ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ

Ιστορικό

Στις 20 Μαρτίου 1996, η Internationaler Hilfsfonds e.V. («IH», γερμανική ΜΚΟ) υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διεύθυνση Ανθρωπιστικής Βοήθειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής («ECHO»), ζητώντας να της επιτραπεί να υπογράψει τη «συμφωνία-πλαίσιο εταιρικής σχέσης» («ΣΠΕΣ»). Κατά γενικό κανόνα, η ECHO εκτελεί το ανθρωπιστικό της έργο με οργανισμούς-εταίρους που έχουν υπογράψει τη ΣΑΣ, η οποία καθορίζει τους ρόλους, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εταίρων και τις εφαρμοστέες νομικές διατάξεις. Αυτό επιτρέπει στην ECHO να προχωρά γρήγορα χωρίς να χρειάζεται να επαληθεύει κάθε φορά την επιλεξιμότητα ενός οργανισμού υλοποίησης.

Με επιστολή της 1ης Ιουνίου 1999, η ECHO ενημέρωσε την IH ότι μια νέα ΣΑΣ τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1999. Η ECHO επισήμανε ότι τα κριτήρια επιλεξιμότητας που έπρεπε να πληρούν οι αιτούντες είχαν καθοριστεί στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/96 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1996, σχετικά με την ανθρωπιστική βοήθεια (2). Προσέθεσε ότι η συμμόρφωση με τα κριτήρια αυτά από ΜΚΟ όπως η IH θα ελεγχόταν στο τρίτο μέρος μιας διαδικασίας τριών σταδίων.

Στις 14 Δεκεμβρίου 2000, η ECHO ενημέρωσε την IH ότι, αφού υπέγραψε τη νέα συμφωνία με τις υπογράφουσες οργανώσεις της προηγούμενης ΣΠΕΣ, ήταν πλέον σε θέση να αναλύσει τις 400 αιτήσεις ΜΚΟ που είχε λάβει, συμπεριλαμβανομένων των αιτήσεων της IH. Η ECHO επισήμανε ότι η IH θα μπορούσε, εν τω μεταξύ, να υποβάλει προτάσεις για επιχειρησιακά σχέδια που θα μπορούσαν «να γίνουν κατ’ εξαίρεση αποδεκτά, υπό την προϋπόθεση ότι οι εθνικές αρχές της χώρας σας επιβεβαιώνουν την επιλεξιμότητα της οργάνωσής σας σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφοι 1 και 2 του προαναφερθέντος κανονισμού και να υλοποιήσουν ειδικές επιχειρήσεις σε περιοχές που δεν καλύπτονται από υφιστάμενους εταίρους της ECHO».

Με τηλεομοιοτυπία της 23ης Ιανουαρίου 2001, η ECHO επικοινώνησε με την IH προτείνοντας τη διενέργεια ελέγχου προκειμένου να εξακριβωθεί η συμμόρφωση της τελευταίας με τις απαιτήσεις του άρθρου 7 του κανονισμού 1257/96. Τελικά, δεν διενεργήθηκε τέτοιος έλεγχος.

Με επιστολή της 1ης Φεβρουαρίου 2001, η ECHO πληροφόρησε την IH ότι, μόλις έλαβε την αίτησή της το 1995, «σύμφωνα με τις συνήθεις προϋποθέσεις για την υπογραφή της συμφωνίας-πλαισίου εταιρικής σχέσης (ΣΠΕΣ)», ζήτησε από τις γερμανικές εθνικές αρχές να επιβεβαιώσουν την καταλληλότητα της IH και ότι δεν είχαν παράσχει τέτοια επιβεβαίωση.

Στις 19 Ιουλίου 2001, η IH ενημερώθηκε ότι η αίτησή της είχε απορριφθεί.

Με το από 19 Ιουλίου 2001 έγγραφό της, η Επιτροπή επισήμανε ότι η ECHO είχε απευθύνει επιστολή στο γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών στις 16 Φεβρουαρίου 1995 (αφού η IH είχε ζητήσει, με έγγραφο της 9ης Φεβρουαρίου 1995, αντίγραφο της ΣΑΣ), ζητώντας την παραπομπή της IH. Στις 15 Μαρτίου 1995, το Υπουργείο Εξωτερικών διαβίβασε την ακόλουθη απάντηση:

«Σύμφωνα με τις πληροφορίες μας [sic] αυτή η ΜΚΟ λειτουργεί επίσης με την ονομασία Welthilfe e.V. Οι δραστηριότητές τους έχουν δώσει λόγους για επίσημη δίωξη, οι οποίες βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη. Ως εκ τούτου, επιτρέψτε μου να απέχω από οποιαδήποτε σύσταση σε αυτό το στάδιο. Εξ όσων γνωρίζουμε, η ΓΔ 8 θα είναι σε θέση να προσθέσει στις πληροφορίες σας.»

Τον Οκτώβριο του 1995, η ECHO επανέλαβε το αίτημά της για παροχή πληροφοριών προς τις γερμανικές αρχές. Με εσωτερικό σημείωμα της 17ης Νοεμβρίου 1995, ο σύμβουλος της ECHO για τις θεσμικές σχέσεις, κ. C., πληροφόρησε τον αρμόδιο για τον φάκελο υπάλληλο της ECHO ότι ο υπεύθυνος επικοινωνίας του στις γερμανικές αρχές δεν ήταν σε θέση να παράσχει καμία αναφορά σχετικά με την IH για τον ακόλουθο λόγο:

«Son Bureau ne travaille pas avec cette organisation et donc ne les connait pas.»

Επομένως, κατά την Επιτροπή, η ECHO αποφάσισε, ελλείψει θετικής απαντήσεως εκ μέρους των γερμανικών αρχών, να αναστείλει την αίτηση της IH.

Καταγγελία 1702/2001/GG

Το 2001, η IH υπέβαλε στον Διαμεσολαβητή μια πρώτη καταγγελία σχετικά με την εν λόγω υπόθεση (καταγγελία 1702/2001/GG). Στην καταγγελία αυτή, η IH διατύπωσε τους ακόλουθους ισχυρισμούς:

  1. Το γεγονός ότι η ECHO δεν αντέδρασε στην αρχική αίτησή της που υποβλήθηκε το 1995 συνιστά περίπτωση διάκρισης και κακοδιοίκησης·
  2. η ECHO δεν της έδωσε τη δυνατότητα να ακουστεί σχετικά με τις πληροφορίες που παρέσχε το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών το 1995·
  3. Κανένας δυνητικός εταίρος δεν μπορούσε να αναμένεται να υποβάλει προτάσεις βάσει τόσο ασαφών πληροφοριών όπως αυτές που περιλαμβάνονταν στην επιστολή της ECHO της 14ης Δεκεμβρίου 2000. Ως εκ τούτου, φάνηκε ότι η ECHO επιθυμούσε να προστατεύσει τους υφιστάμενους εταίρους της από τον ανεπιθύμητο ανταγωνισμό άλλων ΜΚΟ·
  4. Η επιμονή της ECHO να ελεγχθεί η συμμόρφωση της IH με τα κριτήρια επιλεξιμότητας μέσω ελέγχου αποτελούσε περίπτωση διακρίσεων και κακοδιοίκησης, δεδομένου ότι η ECHO είχε υπογράψει τη νέα ΣΠΕΣ «με ΜΚΟ που έχουν ήδη συνάψει διάφορες επιχειρησιακές συμβάσεις με την ECHO, αλλά δεν ήταν σε θέση να υπογράψουν την [προηγούμενη] ΣΠΕΣ» (βλ. επιστολή της ECHO της 1ης Φεβρουαρίου 2001)· και
  5. Η ECHO αρνήθηκε να χορηγήσει πλήρη πρόσβαση στον φάκελό της.

Η IH ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή α) να διαπιστώσει την ύπαρξη κακοδιοίκησης, β) να διορθώσει την παραπληροφόρηση που έβλαψε τη φήμη της στους φακέλους της ECHO, γ) να δώσει εντολή στην ECHO να χορηγήσει πλήρη πρόσβαση στον φάκελό της και δ) να ανοίξει εκ νέου τον εν λόγω φάκελο.

Στην απόφασή του σχετικά με την υπόθεση αυτή, ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε τις ακόλουθες επικριτικές παρατηρήσεις:

Αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική να εξετάζονται οι αιτήσεις υπό το πρίσμα των απαιτήσεων στις οποίες υπόκεινται από τους ισχύοντες κανόνες. Εν προκειμένω, η Επιτροπή έκρινε ότι η αίτηση της IH δεν μπορούσε να εξεταστεί ελλείψει παραπομπής από τις γερμανικές αρχές. Ωστόσο, καμία από τις κρίσιμες για την υπό κρίση υπόθεση διατάξεις δεν περιείχε προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία η παραπομπή αυτή ήταν αναγκαία πριν από την έγκριση της αιτήσεως. Ως εκ τούτου, η απόφαση της ECHO να μην εξετάσει την αίτηση με την αιτιολογία ότι έλειπε παραπομπή από τις εθνικές αρχές συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.

Σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης, οι αιτούντες πρέπει να τηρούνται ενήμεροι σχετικά με τις αποφάσεις που λαμβάνει η διοίκηση ως προς αυτούς, πολλώ δε μάλλον όταν οι αιτούντες ζητούν τέτοιες πληροφορίες (3). Εν προκειμένω, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι, ελλείψει παραπομπής από τις εθνικές αρχές, αποφάσισε να «αναβάλει» την εξέταση της αιτήσεως. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η απόφαση αυτή (εάν όντως ελήφθη) δεν τέθηκε ποτέ υπόψη της IH, αν και η τελευταία είχε ρωτήσει για την κατάσταση της διαδικασίας τουλάχιστον μία φορά. Ως εκ τούτου, η παράλειψη της ECHO να ενημερώσει την IH σχετικά με την εν λόγω απόφαση συνιστά περαιτέρω περίπτωση κακοδιοίκησης.

Αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική να εξετάζονται οι αιτήσεις εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Εν προκειμένω, καμία απόφαση δεν ελήφθη και δεν κοινοποιήθηκε στην IH σχετικά με την αίτηση που υποβλήθηκε τον Μάρτιο του 1996 πριν από τη λήξη της πρώτης ΣΑΣ στα τέλη του 1998. Πράγματι, η Επιτροπή χρειάστηκε περισσότερα από τρία έτη για να ενημερώσει την IH, με το από 1ης Ιουνίου 1999 έγγραφό της, σχετικά με την προσέγγιση που σκόπευε να ακολουθήσει ως προς αυτήν. Η Επιτροπή δεν έδωσε καμία έγκυρη εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μη εξέταση της αίτησης από την ECHO εντός εύλογης προθεσμίας συνιστά τρίτη περίπτωση κακοδιοίκησης.

Σύμφωνα με τις αρχές της ορθής διοικητικής πρακτικής, ο αιτών έχει το δικαίωμα, στις περιπτώσεις που λαμβάνεται απόφαση που θίγει τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, να υποβάλει παρατηρήσεις πριν από τη λήψη της απόφασης. Εν προκειμένω, η ECHO αποφάσισε να «αναβάλει» την αίτηση της IH βάσει των πληροφοριών που έλαβε από τις γερμανικές αρχές, χωρίς να δώσει στην IH την ευκαιρία να σχολιάσει τις πληροφορίες αυτές. Πρόκειται για ένα ακόμη κρούσμα κακοδιοίκησης.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η παράλειψη της ECHO να εξετάσει την αίτηση της IH συνιστούσε επίσης διάκριση, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η IH δεν είχε προσκομίσει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού. Ομοίως, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η IH δεν είχε τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της ότι δεν μπορούσε να αναμένεται από τις ΜΚΟ να υποβάλουν προτάσεις για επιχειρησιακά σχέδια πριν από την υπογραφή της ΣΑΣ και τον ισχυρισμό της ότι είχε υποστεί διακρίσεις με την αιτιολογία ότι η ECHO είχε επιμείνει σε έλεγχο στην παρούσα υπόθεση.

Καταγγελία 2862/2004/GG

Τον Σεπτέμβριο του 2004, η ΙΗ ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να κινήσει νέα έρευνα.

Στη γνωμοδότησή της στην υπόθεση 1702/2001/GG, η ECHO είχε επισημάνει την αλληλογραφία της με το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών το 1995 και είχε υποστηρίξει ότι, παρά τις συνεχείς επαφές μεταξύ των υπηρεσιών της και του γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών, οι γερμανικές αρχές δεν είχαν παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την IH έως τις 15 Νοεμβρίου 2001. Στη νέα της καταγγελία, η IH αναφέρθηκε σε πληροφορίες που είχε λάβει από το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών. Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές, οι οποίες περιλαμβάνονταν σε επιστολή της 4ης Ιουλίου 2002, το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών δεν θεώρησε υποχρεωμένο να παράσχει στην ECHO περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την IH μετά την επιστολή της 15ης Μαρτίου 1995 και η ECHO ουδέποτε την είχε ρωτήσει σχετικά με την πορεία της διαδικασίας στην οποία αναφερόταν στην εν λόγω επιστολή. Υπό το πρίσμα των περιστάσεων αυτών, η IH ισχυρίστηκε ότι η ECHO, σε αντίθεση με τις δικές της δηλώσεις, ουδέποτε επιχείρησε να λάβει επικαιροποιημένες, συναφείς και επαληθεύσιμα ορθές πληροφορίες σχετικά με αυτήν, και είχε πει ψέματα στον Διαμεσολαβητή στη γνωμοδότησή της στην υπόθεση 1702/2001/GG.

Η ΙΗ ισχυρίστηκε επίσης ότι ο χειρισμός της αίτησής της από την ECHO έδειξε ότι η ECHO ενήργησε εσκεμμένα με δόλο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η μομφή της ECHO σύμφωνα με την οποία η IH δεν είχε δηλώσει ότι ήταν πρόθυμη να υποβληθεί σε έλεγχο ήταν εσφαλμένη.

Στην απόφασή του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε την ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:

Στη γνώμη της στην υπόθεση 1702/2001/GG, η Επιτροπή υποστήριξε ότι «παρά τις συνεχείς επαφές μεταξύ της ECHO και του γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών», οι γερμανικές αρχές δεν είχαν παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την IH έως τις 15 Νοεμβρίου 2001.

Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η δήλωση αυτή έπρεπε οπωσδήποτε να νοηθεί ως αναφερόμενη σε επαφές σχετικά με την υπόθεση της IH (και όχι σε επαφές σχετικά με άλλες γερμανικές ΜΚΟ). Φαίνεται, ωστόσο, ότι δεν πραγματοποιήθηκαν τέτοιες επαφές μετά από εκείνη που περιγράφεται στο εσωτερικό σημείωμα της Επιτροπής της 17ης Νοεμβρίου 1995.

Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η δήλωση της Επιτροπής ήταν παραπλανητική. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι, αν και η σχετική δήλωση ήταν ασφαλώς παραπλανητική, δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι συνιστούσε εσκεμμένο ψέμα. Θεώρησε επίσης ότι, ενώ ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή χειρίστηκε την αίτηση της IH για υπογραφή της ΣΑΣ ήταν εσφαλμένος και ελλιπής από πολλές απόψεις (όπως συνοψίστηκε στις επικριτικές παρατηρήσεις που διατύπωσε ο Διαμεσολαβητής στην απόφασή του για την περάτωση της έρευνας σχετικά με την καταγγελία 1702/2001/GG), η IH δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της ότι η Επιτροπή ενήργησε εσκεμμένα με δόλο κατά τη διεκπεραίωση της αίτησής της. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν μπορούσε να διαπιστωθεί κακοδιοίκηση όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η μομφή της ECHO, σύμφωνα με την οποία η ΙΗ δεν είχε δηλώσει ότι ήταν πρόθυμη να υποβληθεί σε έλεγχο, ήταν εσφαλμένη.

Επιστολή της IH της 6ης Ιουλίου 2005

Με επιστολή της 6ης Ιουλίου 2005, η IH υπέβαλε λεπτομερείς παρατηρήσεις και προσκόμισε σημαντικό αριθμό εγγράφων προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι η ECHO την είχε θέσει σε μειονεκτική θέση εσκεμμένα και είχε ενεργήσει με δόλο όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε την αίτηση προσχώρησης της IH της 20ής Μαρτίου 1996 στη ΣΑΣ. Η ΙΗ διατύπωσε επίσης πολυάριθμες περαιτέρω καταγγελίες.

Η προσέγγιση του Διαμεσολαβητή

Αφού εξέτασε τα στοιχεία αυτά, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε η ΙΗ χρήζουν προσεκτικότερης εξέτασης. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι ο καλύτερος τρόπος για να γίνει αυτό ήταν η έναρξη αυτεπάγγελτης έρευνας σχετικά με τον κύριο ισχυρισμό που υπέβαλε η ΙΗ.

Όσον αφορά τους πρόσθετους ισχυρισμούς που διατυπώνονται στην επιστολή της IH της 6ης Ιουλίου 2005, φαίνεται ότι μεγάλο μέρος τους συνδέεται με τον κύριο ισχυρισμό που αναφέρεται ανωτέρω. Επομένως, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, δεν υπήρχε λόγος να εξεταστούν όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί ένας προς έναν. Οι υπόλοιποι από αυτούς τους ισχυρισμούς φαίνεται να αφορούν διαδικαστικά ζητήματα που είχαν ήδη εξεταστεί στις αποφάσεις του Διαμεσολαβητή σχετικά με τις καταγγελίες 1702/2001/ΦΕΚ και 2862/2004/ΦΕΚ. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν χρειαζόταν περαιτέρω έρευνα ούτε ως προς το ζήτημα αυτό.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Οι πληροφορίες που ζητήθηκαν στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης έρευνας

Δεδομένου ότι η επιστολή της IH της 8ης Ιουλίου 2005 περιελάμβανε 44 σελίδες κειμένου και πολύ περισσότερες από εκατό σελίδες συνημμένων, ο Διαμεσολαβητής θεώρησε χρήσιμο να εστιάσει την έρευνα συνοψίζοντας τα ζητήματα που έπρεπε να αντιμετωπιστούν από την Επιτροπή.

Ως εκ τούτου, στην επιστολή του για την έναρξη της νέας έρευνας, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να του παράσχει γνώμη σχετικά με τον ισχυρισμό ότι η ECHO έθεσε εσκεμμένα σε μειονεκτική θέση την IH και ενήργησε με δόλο όσον αφορά την αίτηση της IH της 20ής Μαρτίου 1996 να προσχωρήσει στη ΣΑΣ.

Ο Διαμεσολαβητής παρουσίασε την ακόλουθη σύνοψη των σημαντικότερων επιχειρημάτων που προέβαλε η ΙΗ στο πλαίσιο αυτό:

  • Η απόφαση της ECHO να αναστείλει την αίτηση της IH βασίστηκε στις «πληροφορίες» που παρέσχε το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών στις 15 Μαρτίου 1995. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η ECHO ενημέρωσε αργότερα το ίδιο έτος την ECHO ότι δεν γνώριζε την IH, η ECHO δεν ακύρωσε την αναστολή.
  • Η ECHO είχε αναστείλει την αίτηση της IH πριν καν αυτή υποβληθεί στην ECHO.
  • Πριν από την επιστολή της 27ης Αυγούστου 2001, η ECHO ουδέποτε είχε ενημερώσει την IH ότι η αίτησή της είχε ανασταλεί.
  • Η ECHO δεν αναζήτησε ποτέ άλλες πηγές πληροφοριών σχετικά με την ΙΗ, αν και θα μπορούσε να το είχε πράξει:
    • Στην αίτησή της για την υπογραφή της ΣΑΣ που υποβλήθηκε στις 20 Μαρτίου 1996, η IH αναφέρθηκε στην εμπειρία της όσον αφορά την παροχή επείγουσας βοήθειας, ιδίως στη συμβολή της στο πρόγραμμα του Τσερνομπίλ της UNESCO, το οποίο είχε επίσης λάβει χρηματοδοτική στήριξη από τη ΓΔ Ι της Επιτροπής. Μαζί με την αίτησή της ή αργότερα, η IH είχε επίσης υποβάλει διάφορες θετικές αναφορές. Ωστόσο, η ECHO απέφυγε να απευθυνθεί στην UNESCO ή στη ΓΔ Ι προκειμένου να σχηματίσει άποψη σχετικά με τις επιδόσεις της IH. Σύμφωνα με την IH, η ECHO είχε καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποφύγει τη λήψη πληροφοριών από ουδέτερες πηγές.
    • Στις 25 Ιουνίου 1996, η IH είχε ενημερώσει την ECHO ότι είχε λάβει τιμητικό δίπλωμα από την Ουκρανία σε αναγνώριση του έργου της και ότι είχε γίνει δεκτή ως μέλος από την «Deutscher Spendenrat», ένωση γερμανικών ΜΚΟ. Ως εκ τούτου, η ECHO θα μπορούσε να έχει λάβει πληροφορίες σχετικά με την ΙΗ από την εν λόγω πηγή, αλλά είχε επιλέξει να μην το πράξει.
    • Με επιστολή της 3ης Σεπτεμβρίου 1997, η IH πληροφόρησε την ECHO ότι η επείγουσα βοήθεια της προς τις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ και της Ανατολικής Ευρώπης υπερέβαινε πλέον τα 27 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα. Η ΙΗ είχε επίσης ενημερώσει την ECHO ότι είχε γίνει δεκτή ως μέλος της «Verband Entwicklungspolitik deutscher Nichtregierungsorganisationen» («VENRO»). Ως εκ τούτου, η ECHO θα είχε άλλη πηγή από την οποία θα μπορούσε να αντλήσει επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με την IH.
  • Στις 17 Οκτωβρίου 1995, η ECHO πληροφόρησε την IH ότι πρόταση σχεδίου την οποία είχε υποβάλει δεν είχε επιλεγεί προς χρηματοδότηση για ορισμένους ουσιαστικούς λόγους. Ως εκ τούτου, η ECHO εξαπάτησε την IH κάνοντάς την να πιστέψει ότι η πρότασή της είχε εξεταστεί, χωρίς να αναφέρει ότι η αίτησή της για υπογραφή της ΣΑΣ είχε ανασταλεί. Η τελική διατύπωση της επιστολής της ECHO, σύμφωνα με την οποία η ECHO προσβλέπει στη «συνέχιση της συνεργασίας στο μέλλον», θα μπορούσε να θεωρηθεί μόνο ως εσκεμμένη απάτη κατά την άποψη της IH.
  • Στις 11 Ιουλίου 1996, η IH ζήτησε από την ECHO να της γνωστοποιήσει τι απέγινε η αίτησή της για υπογραφή της ΣΑΣ. Σύμφωνα με την IH, δεν δόθηκε απάντηση στην επιστολή αυτή.
  • Στην επιστολή της της 12ης Ιουλίου 1996, με την οποία απάντησε στην επιστολή της IH της 25ης Ιουνίου 1996, η ECHO δήλωσε ότι είχε «σημειώσει» το αίτημα της IH να υπογράψει τη ΣΑΣ και ότι θα τηρούσε την IH ενήμερη για τις περαιτέρω εξελίξεις. Κατά την IH, η ECHO δημιούργησε εκ νέου την εντύπωση ότι η IH ήταν σοβαρή υποψήφια για την υπογραφή της ΣΑΣ.
  • Με έγγραφο της 6ης Αυγούστου 1996, η ECHO πληροφόρησε την IH ότι μια άλλη πρόταση σχεδίου που είχε υποβάλει δεν είχε επιλεγεί για χρηματοδότηση λόγω δημοσιονομικών περιορισμών. Επομένως, κατά την IH, είχε εξαπατηθεί και πάλι για να πιστέψει ότι ήταν σοβαρός υποψήφιος για την υπογραφή της ΣΑΣ.
  • Με επιστολή της 3ης Σεπτεμβρίου 1997, η IH ζήτησε εκ νέου πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο της αιτήσεώς της, εκφράζοντας την ελπίδα ότι δεν θα εξακολουθούσε να αναμένει άλλο. Ωστόσο, η «έγκαιρη απάντηση» την οποία είχε ζητήσει η ΙΗ στην εν λόγω επιστολή δεν δόθηκε, σύμφωνα με την ΙΗ, από την ECHO.
  • Με έγγραφο της 19ης Ιανουαρίου 1998, το οποίο φαίνεται ότι ακολούθησε τηλεφωνική συνομιλία, η ΙΗ αναφέρθηκε εκ νέου στην από 20 Μαρτίου 1996 αίτησή της και ρώτησε ποια μέτρα έπρεπε να λάβει προκειμένου να εξασφαλίσει συγχρηματοδότηση για σχέδια ανθρωπιστικής βοήθειας από την ECHO. Η ΙΗ υπέβαλε επίσης περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις εργασίες της. Σύμφωνα με την IH, η επιστολή αυτή δεν απαντήθηκε.
  • Στις 20 Ιανουαρίου 1999, η IH πληροφόρησε την ECHO ότι η επείγουσα βοήθεια της προς τις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ και της Ανατολικής Ευρώπης υπερέβαινε πλέον τα 32 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα. Σύμφωνα με την IH, σχεδόν καμία από τις ΜΚΟ που είχαν υπογράψει τη ΣΠΕΣ δεν μπόρεσε να παρουσιάσει παρόμοια αποτελέσματα. Στην απάντησή της της 26ης Ιανουαρίου 1999, η ECHO επισήμανε ότι, κατά γενικό κανόνα, εκτελούσε το ανθρωπιστικό της έργο με οργανισμούς-εταίρους που είχαν προηγουμένως υπογράψει τη ΣΑΣ. Η ECHO πρότεινε να επικοινωνήσει η ΙΗ με τον κ. G. για γενικές ερωτήσεις σχετικά με τη ΣΑΣ.
  • Στην απάντησή της της 18ης Φεβρουαρίου 1999, η IH τόνισε ότι είχε ήδη υποβάλει αίτηση για την υπογραφή της ΣΑΣ το 1996. Ως εκ τούτου, η ΙΗ είχε διερωτηθεί αν ορισμένες ΜΚΟ ήταν «πιο ισότιμες» από άλλες. Σύμφωνα με την IH, δεν δόθηκε απάντηση στην επιστολή αυτή.
  • Στις 19 Μαΐου 1999, η ΙΗ υπενθύμισε εκ νέου στην ECHO ότι η αίτησή της του 1996 δεν είχε ακόμη εξεταστεί. Στην απάντησή της της 1ης Ιουνίου 1999, η ECHO επισήμανε ότι μια νέα ΣΑΣ τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1999, ότι επί του παρόντος διοργανώνει συνεδριάσεις για την υπογραφή της εν λόγω ΣΑΣ με τους υφιστάμενους εταίρους της και ότι θα εξεταστούν στη συνέχεια οι αιτήσεις εταιρικής σχέσης από ΜΚΟ που είχαν λάβει συμβάσεις από την ECHO στο παρελθόν. Η ECHO εξήγησε περαιτέρω ότι το τελευταίο βήμα θα ήταν να ελεγχθεί η συμμόρφωση με τα κριτήρια επιλεξιμότητας των ΜΚΟ που δεν είχαν συνεργαστεί ποτέ με την ECHO και ότι η IH ανήκε σε αυτή την τρίτη κατηγορία. Σύμφωνα με την IH, είχε εξαπατηθεί και πάλι.
  • Στην απάντησή της της 23ης Ιουνίου 1999, η ΙΗ αντιτάχθηκε στην προσέγγιση της ECHO και ισχυρίστηκε ότι θα έπρεπε να της είχε επιτραπεί να υπογράψει τη ΣΑΣ πολύ πριν από την έναρξη ισχύος της νέας ΣΑΣ. Η ΙΗ ρώτησε επίσης αν θα μπορούσε ήδη να υποβάλει προτάσεις για σχέδια στην ECHO. Σύμφωνα με την IH, δεν δόθηκε απάντηση στην επιστολή αυτή.
  • Στις 17 Μαΐου 2000, η IH ζήτησε εκ νέου πληροφορίες σχετικά με το πότε θα μπορούσε να υπογράψει τη ΣΑΣ. Στην απάντησή της της 22ας Μαΐου 2000, η ECHO ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση, επισημαίνοντας τον μεγάλο φόρτο εργασίας της. Η ECHO τόνισε ότι θα ενημερώσει την ΙΗ σε εύθετο χρόνο σχετικά με το αποτέλεσμα της εφαρμογής της.
  • Σε επιστολή που απέστειλε στις 14 Δεκεμβρίου 2000, η ECHO ζήτησε εκ νέου συγγνώμη για την καθυστέρηση και δήλωσε ότι, αφού υπέγραψε τη νέα ΣΑΣ με τους προηγούμενους υπογράφοντες, ήταν πλέον σε θέση να εξετάσει τις αιτήσεις των 400 άλλων ΜΚΟ, συμπεριλαμβανομένης της IH.
  • Την 1η Φεβρουαρίου 2001, και απαντώντας στις τηλεφωνικές κλήσεις της IH, η ECHO πληροφόρησε την IH ότι ήταν αληθές ότι είχε ήδη υποβάλει αίτηση για την υπογραφή της προηγούμενης ΣΑΣ, προσθέτοντας όμως τα εξής: «Σύμφωνα με τις συνήθεις προϋποθέσεις για την υπογραφή της συμφωνίας-πλαισίου εταιρικής σχέσης (ΣΠΕΣ), ζητήθηκε από τις γερμανικές εθνικές αρχές να επιβεβαιώσουν την καταλληλότητά σας. Η ECHO τόνισε ότι έκτοτε θεσπίστηκαν νέοι κανόνες, ότι η ΣΑΣ έπρεπε να τροποποιηθεί αναλόγως και ότι η νέα ΣΑΣ τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1999.
  • Στην επιστολή της 19ης Ιουλίου 2001 (απάντηση σε επιστολή που της απηύθυνε η IH στις 6 Ιουλίου 2001), η ECHO ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
    «Όπως γνωρίζετε, η γερμανική αρχή που είναι αρμόδια για την παροχή πληροφοριών σχετικά με τις ανθρωπιστικές οργανώσεις στη Γερμανία είναι η Auswärtiges Amt. Η ECHO ζήτησε δεόντως τη γνώμη της για τον σκοπό αυτό το 1995, αφού έλαβε την αίτησή σας για υπογραφή της ΣΑΣ. Ελλείψει θετικής απάντησης από τις γερμανικές αρχές, η αίτηση δεν μπορούσε να εξεταστεί.
    Το 1999, με την έναρξη ισχύος μιας νέας ΣΠΕΣ, η ECHO άνοιξε εκ νέου τον φάκελο της αίτησής σας και αποφάσισε να προβεί σε έλεγχο επιλεξιμότητας, ο οποίος είναι η συνήθης διαδικασία που ακολουθείται με όλους τους αιτούντες όταν οι εθνικές αρχές δεν επιβεβαιώνουν τη συμμόρφωσή τους με το άρθρο 7 [του κανονισμού 1257/96]».
    Κατά την IH, οι δηλώσεις αυτές συνιστούσαν εσκεμμένα ψέματα.
  • Η IH έκρινε ότι η ECHO ουδέποτε εξέτασε την αίτησή της μεταξύ 1996 και 2001, ότι υπέστη βάναυση διάκριση επί έξι έτη, ότι η ECHO ενήργησε αυθαίρετα και αθέμιτα μποϋκοτάροντάς την και ότι η ECHO, βάσει εσφαλμένων και ανεξέλεγκτων πληροφοριών, την απέκλεισε σκοπίμως και δολίως από τη διαδικασία της ΣΑΣ.
Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Η Επιτροπή θεώρησε ότι, με την έναρξη της εν λόγω αυτεπάγγελτης έρευνας, ο Διαμεσολαβητής σκόπευε να την ενημερώσει για σοβαρή κατηγορία που θα μπορούσε να βλάψει το θεσμικό όργανο και, ως εκ τούτου, ήθελε να δώσει στο θεσμικό όργανο τη δυνατότητα να απαντήσει στην εν λόγω κατηγορία κατά περίπτωση.

Η Επιτροπή έκρινε ότι, με τον τρόπο αυτό, ο Διαμεσολαβητής δεν είχε την πρόθεση να επιμείνει απλώς σε ένα ζήτημα που είχε ήδη κλείσει, σχετικά με γεγονότα που χρονολογούνται από πολύ παλιά, αλλά να εντοπίσει νέα στοιχεία.

Σε αυτό το εποικοδομητικό πνεύμα, η Επιτροπή δεν είχε την πρόθεση να απαντήσει στο σύνολο της επιστολής που υπέβαλε η ΙΗ (περίπου 44 σελίδες και 100 σελίδες παραρτημάτων), αλλά, όπως ζητήθηκε, στη σύνοψη που υπέβαλε ο Διαμεσολαβητής, προκειμένου να απαντήσει σε αυτά τα νέα στοιχεία.

Η Επιτροπή εντόπισε τα ακόλουθα νέα στοιχεία σε σύγκριση με προηγούμενες καταγγελίες που είχαν ήδη εξεταστεί και περατωθεί από τη Διαμεσολαβήτρια:

  • Σύμφωνα με την IH, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τις αναφορές που παρείχε η IH στο πλαίσιο της εφαρμογής της και, ως εκ τούτου, δεν απευθύνθηκε ούτε στην UNESCO ούτε στη ΓΔ I προκειμένου να σχηματίσει άποψη για τις επιχειρησιακές επιδόσεις της IH·
  • Η IH ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν έδωσε τη δέουσα προσοχή στο τιμητικό δίπλωμα που έλαβε η IH από την Ουκρανία σε αναγνώριση του έργου της και δεν απευθύνθηκε στην Deutscher Spendenrat για να λάβει πληροφορίες σχετικά με την IH·
  • Η IH ισχυρίζεται επίσης ότι η Επιτροπή δεν απευθύνθηκε στη VENRO προκειμένου να λάβει μια πηγή επικαιροποιημένων πληροφοριών σχετικά με την IH.

Η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι δεν χρησιμοποίησε τις προαναφερθείσες πηγές πληροφοριών, καθώς αυτό δεν αποτελούσε συνήθη διοικητική πρακτική εκείνη τη χρονική στιγμή· ούτε αποτελούσε συνήθη πρακτική στο πλαίσιο της τρέχουσας διαδικασίας επιλογής. Για πληροφορίες σχετικά με τους αιτούντες ΣΑΣ, η Επιτροπή βασίστηκε κυρίως στην ανάλυση των εγγράφων που έλαβε από τους ίδιους τους αιτούντες, καθώς και σε παραπομπές από τις αρμόδιες εθνικές αρχές (δηλαδή εκείνες που επέλεξαν τα κράτη μέλη ως εκπροσώπους τους στην επιτροπή ανθρωπιστικής βοήθειας). Η Επιτροπή επιφυλάχθηκε του δικαιώματος να ελέγχει και, κατά περίπτωση, να παρακάμπτει οποιαδήποτε από αυτές τις αναφορές διενεργώντας άμεσες επαληθεύσεις στους αιτούντες (βλ. άρθρο 9.4 της ΣΑΣ).

Αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα πρόσθετο νέο στοιχείο που προέβαλε η IH, δηλαδή ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή εξαπάτησε επανειλημμένως την IH όσον αφορά τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της, δεν αποτελούσε πραγματικό περιστατικό, αλλά προσωπική ερμηνεία των πραγματικών περιστατικών. Σύμφωνα με την IH, αυτές οι υποτιθέμενες απάτες ήταν δύο ειδών: εκείνες που σχετίζονται με την υπογραφή της ΣΑΣ και εκείνες που σχετίζονται με την υπογραφή μεμονωμένων συμφωνιών χρηματοδότησης για ανθρωπιστικές επιχειρήσεις.

Όσον αφορά την υπογραφή της ΣΑΣ, η IH επικαλέστηκε το έγγραφο της 12ης Ιουλίου 1996, με το οποίο η Επιτροπή είχε δηλώσει ότι θα τηρούσε την IH ενήμερη για τις περαιτέρω εξελίξεις. Αυτό ήταν πραγματικά η περίπτωση. Πράγματι, για την Επιτροπή, εκείνη τη στιγμή, ο φάκελος της αίτησης της IH δεν είχε ακόμη κλείσει.

Όσον αφορά τις επιμέρους συμφωνίες χρηματοδότησης, η IH συνέδεσε αυθαίρετα τις αιτιολογήσεις της Επιτροπής για την απόρριψη δύο προτάσεων έργων που υπέβαλε η IH με το καθεστώς της αίτησης της IH για υπογραφή της ΣΑΣ. Πρέπει να τονιστεί για άλλη μια φορά ότι η ECHO διαθέτει καθιερωμένη νομική, διοικητική και επιχειρησιακή πρακτική για τη σαφή διάκριση μεταξύ των αιτήσεων ΣΑΣ και των προτάσεων έργων για συγκεκριμένες επιχειρήσεις ανθρωπιστικής βοήθειας. Οι προτάσεις έργων εξετάστηκαν από τις σχετικές γεωγραφικές μονάδες με βάση τις επιδόσεις τους και κρίθηκαν αποκλειστικά για επιχειρησιακούς λόγους. Αυτό επέτρεψε στην Επιτροπή να χρηματοδοτήσει οργανώσεις που δεν έχουν υπογράψει τη ΣΑΣ για την υλοποίηση συγκεκριμένων ανθρωπιστικών επιχειρήσεων. Για προφανείς λόγους, η διαθεσιμότητα κονδυλίων για την αντιμετώπιση κάθε ανθρωπιστικής κρίσης είναι περιορισμένη. Ως εκ τούτου, κατά τη χορήγηση επιχορηγήσεων, υπάρχει μια τυποποιημένη πολιτική χρηματοδότησης των πλέον επειγουσών αναγκών/ανάγκων προτεραιότητας με βάση την τρωτότητα των ατόμων που πρόκειται να λάβουν βοήθεια. Η πολιτική αυτή εφαρμόστηκε επίσης στο πλαίσιο των κρίσεων στην Ανατολική Ευρώπη για τις οποίες η ΙΗ υπέβαλε δύο προτάσεις έργων.

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν μπορούσε να συμφωνήσει με τους ισχυρισμούς της IH ότι εξαπάτησε την τελευταία με τις θεμιτές ελπίδες της.

Οι εναπομείναντες ισχυρισμοί που προέβαλε η ΙΗ φαίνονταν, για άλλη μια φορά, να αφορούν τα ίδια γεγονότα που συνέβησαν μεταξύ 1996 και 1999 και να μεταφέρουν τις ίδιες υποψίες που είχαν ήδη εξεταστεί επανειλημμένα και διεξοδικά από τον Διαμεσολαβητή στις προηγούμενες έρευνές του.

Σε αυτούς τους ισχυρισμούς, η Επιτροπή μπόρεσε να απαντήσει μόνο επιβεβαιώνοντας τις προηγούμενες δηλώσεις της και την καλή της πίστη στη διεκπεραίωση της αίτησης. Η αίτηση της ΙΗ είχε παραμείνει σε εκκρεμότητα λόγω σοβαρών ανησυχιών. Υπέστη διοικητική καθυστέρηση με την παροχή ελάχιστων πληροφοριών στην IH, την οποία ο Διαμεσολαβητής είχε ήδη επικρίνει σε προηγούμενες αποφάσεις του. Ωστόσο, η αίτηση της IH ουδόλως αποτέλεσε αντικείμενο δυσμενούς διακρίσεως.

Το γεγονός ότι από το 1996 έως το 1999 η Επιτροπή υιοθέτησε μια θέση επιφυλακής (εν αναμονή νέων πληροφοριών από τις εθνικές αρχές που δεν ελήφθησαν) και όχι μια προορατική στάση έναντι των ίδιων αυτών εθνικών αρχών (των μοναδικών φορέων που είναι εξουσιοδοτημένοι να παρέχουν παραδεκτές αναφορές στον προσφεύγοντα) είχε ήδη αμφισβητηθεί από τον Διαμεσολαβητή σε προηγούμενες περιπτώσεις.

Είναι αληθές ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να εξετάσει ταχέως την αίτηση και να την απορρίψει βάσει των πληροφοριών που της παρασχέθηκαν το 1995 από το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών, λαμβανομένου υπόψη ότι η ηθική ακεραιότητα των αιτούντων οργανώσεων αποτελεί αναμφισβήτητο κριτήριο επιλεξιμότητας, όπως και η διαφάνειά τους όσον αφορά την παροχή όλων των σχετικών πληροφοριών. Ωστόσο, η παράλειψη της Επιτροπής να το πράξει δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως απόδειξη επιζήμιας αρνητικής στάσης έναντι της IH. Αντ’ αυτού, η Επιτροπή άφησε ανοικτή την πόρτα για περαιτέρω εξελίξεις στην υπόθεση. Δεν επιδίωξε ενεργά να συγκεντρώσει πειστικές αποδείξεις μη επιλεξιμότητας.

Κατά την παρουσίαση των γεγονότων από την IH μεταξύ 1999 και 2001, η Επιτροπή δεν εντόπισε νέα στοιχεία σε σύγκριση με τις προηγούμενες καταγγελίες της IH.

Την 1η Ιουνίου 1999, η IH ενημερώθηκε για την έναρξη ισχύος νέας ΣΑΣ. Αξίζει να επαναληφθεί ότι η Επιτροπή αποφάσισε τότε να θεωρήσει τις αιτήσεις στο πλαίσιο της προηγούμενης ΣΑΣ ως αυτομάτως ανανεούμενες για τη νέα ΣΑΣ, αντί να θεωρήσει τις αιτήσεις αυτές ως «caduque». Αυτό σήμαινε ότι η Επιτροπή ανέλαβε την ευθύνη για τις διοικητικές καθυστερήσεις της και προσπάθησε να μην επιβάλει κυρώσεις σε κανέναν από τους προηγούμενους αιτούντες (συμπεριλαμβανομένης της ΙΗ) για τους οποίους δεν ήταν δυνατόν να διατυπωθεί οριστική γνώμη βάσει της παλαιάς ΣΠΕΣ.

Η επεξεργασία των αιτήσεων πραγματοποιήθηκε κατά παρτίδες, όπως ανακοινώθηκε στην επιστολή της 1ης Ιουνίου 1999. Όπως και στην περίπτωση όλων των άλλων αιτούντων, προτάθηκε στην IH έλεγχος επιλεξιμότητας, ο οποίος απορρίφθηκε από την τελευταία. Ο Διαμεσολαβητής, στην απόφασή του σχετικά με την καταγγελία 2862/2004/GG, αναγνώρισε ότι φαινόταν «αδιαμφισβήτητο ότι ο καταγγέλλων [IH] δεν είχε αποδεχθεί το συγκεκριμένο αίτημα για έλεγχο».

Η άρνηση αυτή οδήγησε την Επιτροπή να αποστείλει στην IH την απορριπτική επιστολή της 19ης Ιουλίου 2001, στην οποία δεν μπορούν να εντοπιστούν ψευδείς δηλώσεις.

Ως εκ τούτου, το συμπέρασμα της IH ότι η μεταχείριση της αίτησής της ήταν «μεροληπτική», «αυθαίρετη», «άδικη» και δόλια» δεν βασίστηκε μόνο στην απουσία αποδεικτικών στοιχείων, αλλά και δυσφημιστική για την Επιτροπή.

Κατά την άποψη της Επιτροπής, το μόνο που μπόρεσε να αποδείξει η IH με την περαιτέρω ανάμνηση των γεγονότων ήταν ότι η Επιτροπή δεν διεκπεραίωσε ταχέως την αίτησή της για υπογραφή της ΣΑΣ το 1996. Φαίνεται ότι η Επιτροπή κλήθηκε να αποδείξει ότι η στάση της δεν υπαγορεύθηκε από σκόπιμη «σύμβαση ad exclusionndum» ή πρόθεση διάκρισης εις βάρος της IH. Η Επιτροπή επανέλαβε ότι αντιμετώπισε την αίτηση της IH δίκαια και χωρίς καμία διάκριση. Η IH δεν μπόρεσε να αποδείξει το αντίθετο.

Πρέπει να υπογραμμιστεί εκ νέου ότι το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για την εξέταση της αίτησης της ΙΗ μεταξύ 1999 και 2001 θα μπορούσε να εξηγηθεί από διάφορους διοικητικούς λόγους. Σε αυτές περιλαμβάνονταν i) η ανισορροπία μεταξύ του αριθμού των προς επεξεργασία φακέλων και των διαθέσιμων πόρων κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών· ii) τις αντικειμενικές ανησυχίες σχετικά με το βάσιμο της αίτησης της IH, οι οποίες βασίστηκαν σε επίσημες και τεκμηριωμένες πληροφορίες που ελήφθησαν μέσω συνήθους διαδικασίας· και iii) την αξιολόγηση της Επιτροπής όσον αφορά τη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας της διεξαγωγής ad hoc έρευνας έντασης εργασίας σχετικά με την αίτηση της IH, κατά παρέκκλιση από τη συνήθη διαδικασία αξιολόγησης.

Υπενθυμίζεται ότι η εντολή της ECHO ήταν πρωτίστως να σώζει και να διαφυλάσσει ζωές μέσω των πλέον αξιόπιστων διαθέσιμων εταίρων υλοποίησης. Οι ΜΚΟ παρέχουν τη βοήθεια, αλλά δεν είναι οι τελικοί δικαιούχοι των κονδυλίων. Η ECHO έχει καθήκον να διασφαλίζει την υλοποίηση των ανθρωπιστικών στόχων της και να διασφαλίζει ότι διατίθεται επαρκής αριθμός κατάλληλων οργανώσεων για την ορθή υλοποίηση των εν λόγω στόχων. Κατόπιν των ανωτέρω, η Επιτροπή είναι πάντα προσηλωμένη στη σοβαρή και δίκαιη αξιολόγηση όλων των αιτήσεων βάσει των εφαρμοστέων κανόνων. Αυτό εξηγεί γιατί η Επιτροπή μπορεί να χρειάστηκε κάποιο χρόνο για να αξιολογήσει έναν αιτούντα για τον οποίο υπήρχαν εύλογες αμφιβολίες. Πράγματι, η Επιτροπή θα είχε διενεργήσει συνήθη άμεσο έλεγχο της οργάνωσης μόλις οι περιστάσεις της επέτρεπαν να το πράξει. Και πάλι, η IH δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή θα είχε προβεί σε οποιαδήποτε δυσμενή διάκριση εις βάρος της.

Παρατηρήσεις της IH

Η γνώμη της Επιτροπής διαβιβάστηκε στην ΙΗ, η οποία υπέβαλε λεπτομερείς παρατηρήσεις (78 σελίδες και πολυάριθμα παραρτήματα). Τα σχόλια αυτά καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων.

Οι σημαντικότερες παρατηρήσεις της IH μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

Η θέση της Επιτροπής σχετικά με τις παραπομπές που παρέσχε η IH ήταν ακατανόητη. Το σημείο 6 των «Critères operationnels» της ίδιας της Επιτροπής για τη διεκπεραίωση των αιτήσεων ΣΑΣ αναφερόταν ρητά στην ανάγκη λήψης στοιχείων αναφοράς σχετικά με τον αιτούντα. Το ίδιο ισχύει και για το σημείο 10 των κριτηρίων αυτών. Η ΙΗ είχε παράσχει στην Επιτροπή σημαντικό αριθμό σχετικών παραπομπών. Ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι δεν χρησιμοποίησε τις προαναφερθείσες πηγές πληροφοριών, καθώς αυτό δεν αποτελούσε συνήθη διοικητική πρακτική εκείνη τη χρονική στιγμή, ήταν απλώς αναληθής και κατάφωρο ψέμα. Θα έπρεπε μάλλον να θεωρηθεί ότι οι αναφορές αυτές δεν ελήφθησαν υπόψη, δεδομένου ότι δεν συμβάδιζαν με την αρνητική άποψη της IH που είχε ήδη σχηματίσει η ECHO.

Η Επιτροπή είχε αναφέρει το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών ως την αρμόδια εθνική αρχή επί των παραπομπών της οποίας στηρίχθηκε. Ωστόσο, το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών είχε επιβεβαιώσει, με επιστολή της 25ης Νοεμβρίου 1996 προς τον δικηγόρο της IH, ότι δεν ήταν αρμόδιο να αξιολογήσει τις γερμανικές ΜΚΟ.

Όσον αφορά το έγγραφο της 12ης Ιουλίου 1996, η Επιτροπή υποστήριξε, κατά τη γνώμη της, ότι ο φάκελος σχετικά με την αίτηση της IH δεν ήταν πλήρης κατά το χρονικό αυτό σημείο (4). Πρέπει να αναρωτηθεί κανείς γιατί η ECHO δεν ζήτησε απλώς από την ΙΗ να παράσχει τις ελλείπουσες πληροφορίες.

Η IH διέθετε σαφώς την απαιτούμενη ηθική ακεραιότητα, όπως προκύπτει από τις πολυάριθμες αναφορές που είχε υποβάλει στην Επιτροπή.

Η Επιτροπή υποστήριξε ότι θα μπορούσε να διεκπεραιώσει ταχέως την αίτηση και την απέρριψε βάσει των πληροφοριών που της παρασχέθηκαν το 1995 από το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών. Πράγματι, είχε την υποχρέωση να εξετάσει ταχέως την αίτηση. Ωστόσο, πριν απορρίψει την αίτηση βάσει των εν λόγω πληροφοριών, η IH θα έπρεπε να ακουστεί.

Στο σημείωμά του της 17ης Νοεμβρίου 1995, ο C. προσέθεσε τα εξής:

"Il paraît que la personne qui a quelques informations précises à propos de cette organisation, est un certain M. [S.] qui est à la DG VIII/B/2. Je pense que tu pourrais t'informer d'une manière plus satisfaisante auprès de M. [S.]»

Αυτό επιβεβαίωσε ότι υπήρχε πράγματι σύνδεση μεταξύ της ECHO και της ΓΔ VIII, όπως υποπτευόταν πάντα η IH.

Ήταν σαφές ότι η Επιτροπή είχε ενεργήσει εσκεμμένα. Η παράνομη προσέγγισή της κορυφώθηκε με την απόφαση του 2001 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της IH. Η απόφαση αυτή ήταν επίσης παράνομη, δεδομένου ότι η IH δεν είχε ακουστεί προηγουμένως.

Η Επιτροπή παρέλειψε να παραδεχθεί ότι δεν απευθύνθηκε σε κανέναν στη Γερμανία προκειμένου να λάβει πληροφορίες σχετικά με την IH μετά την υποβολή της αιτήσεως στις 20 Μαρτίου 1996.

Καμία άλλη ΜΚΟ δεν αντιμετωπίστηκε από την ECHO όπως η IH.

Από το 1996, η IH είχε προτείνει περισσότερες από δώδεκα φορές στη ΓΔ VIII να υποβληθεί σε ουδέτερο έλεγχο. Η IH είχε επίσης υποβληθεί σε εθελοντικούς ελέγχους στη Γερμανία, πληρούσε τις προϋποθέσεις που έθεσε η VENRO και υπόκειτο σε ετήσιο έλεγχο από τις γερμανικές φορολογικές αρχές. Η κύρια δύναμη για την πρόληψη της διενέργειας ενός τέτοιου ελέγχου ήταν η Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής.

Το 2001 ήταν πιθανό να διενεργηθούν έλεγχοι για ΜΚΟ που είχαν υποβάλει μόλις πρόσφατα τις αιτήσεις τους. Ωστόσο, καμία ΜΚΟ που είχε ήδη υποβάλει αίτηση το 1996 δεν υποβλήθηκε σε έλεγχο. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν μπορούσε να αναμένεται από την IH να υποβληθεί σε έλεγχο χωρίς να έχει προηγουμένως λάβει διευκρινίσεις σχετικά με την αναστολή της αίτησής της. Αναβάλλοντας τον έλεγχό της από το 1996 στο 2001, η ECHO είχε σαφώς παραβεί την υποχρέωσή της να ενεργεί δίκαια.

Δεν υπήρχε νομική βάση για έλεγχο από την ECHO. Ο κανονισμός 1257/96 προέβλεπε ελέγχους μόνο στο πλαίσιο συμβάσεων χρηματοδότησης που είχαν ήδη συναφθεί.

Ήδη την άνοιξη του 1996, η Επιτροπή είχε πληροφορηθεί ότι η προκαταρκτική έρευνα σχετικά με τους υπευθύνους της IH είχε περατωθεί στις 30 Απριλίου 1996.

Δεν υπήρχε κανένας κανόνας που θα υποχρέωνε την IH να επιστήσει την προσοχή της ECHO στο γεγονός ότι εκκρεμούσε προκαταρκτική έρευνα. Το 1996, η ECHO γνώριζε ότι η έρευνα αυτή είχε περατωθεί.

Ήταν σαφές ότι οι εθνικές αρχές αποφάσιζαν αν η αίτηση υπογραφής της ΣΑΣ ήταν επιτυχής ή όχι. Μόνο οι ΜΚΟ που ήταν αποδεκτές από τις εθνικές αρχές θα μπορούσαν να είναι επιτυχείς. Η ECHO περιορίστηκε σε μια υποτακτική θέση και, ως εκ τούτου, παρέλειψε να χειριστεί τις εφαρμογές ανεξάρτητα και ουδέτερα. Ο Διαμεσολαβητής θα ενεργούσε κατά τρόπο ασυνεπή εάν παρείχε στην ECHO το δικαίωμα να επιμείνει σε έλεγχο τον οποίο η τελευταία είχε αιτιολογήσει με βάση τις πληροφορίες που της παρείχε το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών.

Θα πρέπει να τονιστεί εκ νέου ότι, στην επιστολή της με ημερομηνία 14 Δεκεμβρίου 2001, η ECHO είχε αναφέρει ότι οι προτάσεις έργων θα μπορούσαν «κατ’ εξαίρεση» να γίνουν δεκτές ακόμη και πριν από την υπογραφή της ΣΑΣ από την ΙΗ, «υπό την προϋπόθεση ότι οι εθνικές αρχές της χώρας σας θα επιβεβαιώσουν την επιλεξιμότητα της οργάνωσής σας σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφοι 1 και 2 του προαναφερθέντος κανονισμού [κανονισμός 1257/96]».

Στην επιστολή του της 15ης Μαρτίου 1995, το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών δεν παρέσχε καμία πληροφορία χρήσιμη για την εξακρίβωση του κατά πόσον η IH πληρούσε τα απαιτούμενα κριτήρια, αλλά περιορίστηκε να δηλώσει (λανθασμένα) ότι υφίστατο «επίσημη δίωξη».

Ως ΜΚΟ, η IH δεν ήταν υποχρεωμένη να συνεργαστεί με την κυβέρνηση. Οι μόνες αρμόδιες αρχές ήταν οι γερμανικές φορολογικές αρχές. Ωστόσο, τα έγγραφα που αφορούσαν τις εν λόγω αρχές είχαν υποβληθεί μαζί με την αίτηση που υποβλήθηκε στις 20 Μαρτίου 1996.

Στις 19 Ιουλίου 2001, η ΓΔ Εξωτερικών Σχέσεων της Επιτροπής εξέφρασε την εκτίμησή της για το έργο της ΙΗ.

Η ΙΗ αναφέρθηκε επίσης σε σημείωμα σύμφωνα με το οποίο ο προϊστάμενος μιας από τις μονάδες της ECHO είχε απευθυνθεί στους προϊσταμένους τεσσάρων άλλων μονάδων της ECHO στις 11 Σεπτεμβρίου 2001. Το σημείωμα αυτό, το οποίο αφορά την IH, καταλήγει στο ακόλουθο συμπέρασμα:

«Θα σας παρακαλούσα να μεριμνήσετε ώστε το προσωπικό σας να ενημερωθεί για την κατάσταση, ώστε να αποφύγουμε οποιαδήποτε εμπλοκή με την εν λόγω ΜΚΟ.»

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Εισαγωγικές παρατηρήσεις

1.1 Η παρούσα υπόθεση αφορά την εξέταση αίτησης που υπέβαλε η Internationaler Hilfsfonds e.V. («IH», γερμανική ΜΚΟ) στη Γενική Διεύθυνση Ανθρωπιστικής Βοήθειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής («ECHO») στις 20 Μαρτίου 1996. Στην αίτηση αυτή, η ΙΗ ζήτησε να της επιτραπεί να υπογράψει τη «συμφωνία-πλαίσιο εταιρικής σχέσης» («ΣΠΕΣ»). Κατά γενικό κανόνα, η ECHO εκτελεί το ανθρωπιστικό της έργο με οργανισμούς-εταίρους που έχουν υπογράψει τη ΣΑΣ, η οποία καθορίζει τους ρόλους, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εταίρων και τις εφαρμοστέες νομικές διατάξεις. Αυτό επιτρέπει στην ECHO να προχωρά γρήγορα χωρίς να χρειάζεται να επαληθεύει κάθε φορά την επιλεξιμότητα ενός οργανισμού υλοποίησης.

Η αίτηση της IH απορρίφθηκε στις 19 Ιουλίου 2001.

1.2 Ο χειρισμός αυτής της αίτησης από την Επιτροπή έχει ήδη οδηγήσει σε δύο έρευνες από τον Διαμεσολαβητή που κινήθηκαν σε απάντηση των καταγγελιών που υποβλήθηκαν από την IH (καταγγελίες 1702/2001/GG και 2862/2004/GG). Στις αποφάσεις του σχετικά με τις δύο αυτές καταγγελίες, ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε τις ακόλουθες επικριτικές παρατηρήσεις:

Καταγγελία 1702/2001/GG:

Αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική να εξετάζονται οι αιτήσεις υπό το πρίσμα των απαιτήσεων στις οποίες υπόκεινται από τους ισχύοντες κανόνες. Εν προκειμένω, η Επιτροπή έκρινε ότι η αίτηση της IH δεν μπορούσε να εξεταστεί ελλείψει παραπομπής από τις γερμανικές αρχές. Ωστόσο, καμία από τις κρίσιμες για την υπό κρίση υπόθεση διατάξεις δεν περιείχε προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία η παραπομπή αυτή ήταν αναγκαία πριν από την έγκριση της αιτήσεως. Ως εκ τούτου, η απόφαση της ECHO να μην εξετάσει την αίτηση με την αιτιολογία ότι έλειπε παραπομπή από τις εθνικές αρχές συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.

Σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης, οι αιτούντες πρέπει να τηρούνται ενήμεροι σχετικά με τις αποφάσεις που λαμβάνει η διοίκηση ως προς αυτούς, πολλώ δε μάλλον όταν οι αιτούντες ζητούν τέτοιες πληροφορίες (5). Εν προκειμένω, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι, ελλείψει παραπομπής από τις εθνικές αρχές, αποφάσισε να «αναβάλει» την εξέταση της αιτήσεως. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η απόφαση αυτή (εάν όντως ελήφθη) δεν τέθηκε ποτέ υπόψη της IH, αν και η τελευταία είχε ρωτήσει για την κατάσταση της διαδικασίας τουλάχιστον μία φορά. Ως εκ τούτου, η παράλειψη της ECHO να ενημερώσει την IH σχετικά με την εν λόγω απόφαση συνιστά περαιτέρω περίπτωση κακοδιοίκησης.

Αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική να εξετάζονται οι αιτήσεις εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Εν προκειμένω, καμία απόφαση δεν ελήφθη και δεν κοινοποιήθηκε στην IH σχετικά με την αίτηση που υποβλήθηκε τον Μάρτιο του 1996 πριν από τη λήξη της πρώτης ΣΑΣ στα τέλη του 1998. Πράγματι, η Επιτροπή χρειάστηκε περισσότερα από τρία έτη για να ενημερώσει την IH, με το από 1ης Ιουνίου 1999 έγγραφό της, σχετικά με την προσέγγιση που σκόπευε να ακολουθήσει ως προς αυτήν. Η Επιτροπή δεν έδωσε καμία έγκυρη εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μη εξέταση της αίτησης από την ECHO εντός εύλογης προθεσμίας συνιστά τρίτη περίπτωση κακοδιοίκησης.

Σύμφωνα με τις αρχές της ορθής διοικητικής πρακτικής, ο αιτών έχει το δικαίωμα, στις περιπτώσεις που λαμβάνεται απόφαση που θίγει τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, να υποβάλει παρατηρήσεις πριν από τη λήψη της απόφασης. Εν προκειμένω, η ECHO αποφάσισε να «αναβάλει» την αίτηση της IH βάσει των πληροφοριών που έλαβε από τις γερμανικές αρχές, χωρίς να δώσει στην IH την ευκαιρία να σχολιάσει τις πληροφορίες αυτές. Πρόκειται για ένα ακόμη κρούσμα κακοδιοίκησης.

Καταγγελία 2862/2004/GG:

Στη γνώμη της στην υπόθεση 1702/2001/GG, η Επιτροπή υποστήριξε ότι «παρά τις συνεχείς επαφές μεταξύ της ECHO και του γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών», οι γερμανικές αρχές δεν είχαν παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την IH έως τις 15 Νοεμβρίου 2001.

Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η δήλωση αυτή έπρεπε οπωσδήποτε να νοηθεί ως αναφερόμενη σε επαφές σχετικά με την υπόθεση της IH (και όχι σε επαφές σχετικά με άλλες γερμανικές ΜΚΟ). Φαίνεται, ωστόσο, ότι δεν πραγματοποιήθηκαν τέτοιες επαφές μετά από εκείνη που περιγράφεται στο εσωτερικό σημείωμα της Επιτροπής της 17ης Νοεμβρίου 1995.

Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η δήλωση της Επιτροπής ήταν παραπλανητική. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

1.3 Στις προαναφερθείσες καταγγελίες, η ΙΗ ισχυρίστηκε επίσης ότι υπέστη διακρίσεις και ότι η ECHO ενήργησε εσκεμμένα με δόλο. Αφού εξέτασε τις καταγγελίες, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η ΙΗ δεν είχε προσκομίσει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς αυτούς.

1.4 Με επιστολή της 6ης Ιουλίου 2005, η IH υπέβαλε λεπτομερείς παρατηρήσεις και προσκόμισε σημαντικό αριθμό εγγράφων προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι η ECHO την είχε περιαγάγει σε μειονεκτική θέση εσκεμμένα και είχε ενεργήσει με δόλο όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε την αίτηση προσχώρησης της IH της 20ής Μαρτίου 1996 στη ΣΑΣ. Η ΙΗ διατύπωσε επίσης πολυάριθμες περαιτέρω καταγγελίες.

1.5 Αφού εξέτασε τα στοιχεία αυτά, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε η ΙΗ άξιζαν προσεκτικότερης εξέτασης. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι ο καλύτερος τρόπος για να γίνει αυτό ήταν η έναρξη αυτεπάγγελτης έρευνας σχετικά με τον κύριο ισχυρισμό που υπέβαλε η ΙΗ.

Όσον αφορά τους πρόσθετους ισχυρισμούς που διατυπώνονται στην επιστολή της IH της 6ης Ιουλίου 2005, φαίνεται ότι μεγάλο μέρος τους συνδέεται με τον κύριο ισχυρισμό που αναφέρεται ανωτέρω. Επομένως, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, δεν υπήρχε λόγος να εξεταστούν όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί ένας προς έναν. Οι υπόλοιποι από αυτούς τους ισχυρισμούς φαίνεται να αφορούν διαδικαστικά ζητήματα που είχαν ήδη εξεταστεί στις αποφάσεις του Διαμεσολαβητή σχετικά με τις καταγγελίες 1702/2001/ΦΕΚ και 2862/2004/ΦΕΚ. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν χρειαζόταν περαιτέρω έρευνα ούτε ως προς το ζήτημα αυτό.

1.6 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κίνησε την παρούσα αυτεπάγγελτη έρευνα και ζήτησε από την Επιτροπή να του υποβάλει γνώμη σχετικά με τον ισχυρισμό ότι η ECHO έθεσε εσκεμμένα σε μειονεκτική θέση την ΙΗ και ενήργησε με δόλο όσον αφορά την αίτηση της ΙΗ της 20ής Μαρτίου 1996 να προσχωρήσει στη ΣΑΣ. Δεδομένου ότι η επιστολή του ΙΗ της 8ης Ιουλίου 2005 περιελάμβανε 44 σελίδες κειμένου και πολύ περισσότερες από εκατό σελίδες συνημμένων, ο Διαμεσολαβητής θεώρησε χρήσιμο να εστιάσει την έρευνα συνοψίζοντας, στην εναρκτήρια επιστολή του, τα ζητήματα που έπρεπε να αντιμετωπιστούν από την Επιτροπή.

1.7 Η γνώμη της Επιτροπής διαβιβάστηκε στην ΙΗ, η οποία υπέβαλε λεπτομερείς παρατηρήσεις.

1.8 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η IH υποστηρίζει βασικά ότι ο χειρισμός της αίτησής της από την Επιτροπή δεν χαρακτηρίστηκε μόνο από τις μεμονωμένες περιπτώσεις κακοδιοίκησης που είχε ήδη εντοπίσει ο Διαμεσολαβητής, αλλά ότι ήταν θεμελιωδώς εσφαλμένη. Όπως προαναφέρθηκε, η IH θεωρεί ότι περιήλθε σκοπίμως σε μειονεκτική θέση από την ECHO και ότι η τελευταία ενήργησε δολίως. Κατά την IH, το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται όταν εξετάζονται όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως στο σύνολό τους.

1.9 Προκειμένου να εξακριβωθεί κατά πόσον αυτός ο σοβαρός ισχυρισμός είναι δικαιολογημένος, ο Διαμεσολαβητής πρέπει να εξετάσει όλα τα σχετικά πραγματικά περιστατικά και επιχειρήματα προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσον υποστηρίζουν τη θέση της ΙΗ. Με τον τρόπο αυτό, κρίνεται σκόπιμο να ακολουθηθεί μια κατά βάση χρονολογική διαδικασία, αρχής γενομένης από τις πρώτες επαφές της IH με την ECHO σχετικά με τη ΣΑΣ.

1.10 Πριν από την έναρξη αυτής της εξέτασης, πρέπει να σημειωθεί ότι η παρούσα έρευνα, η οποία είναι πλήρης, αν και μπορεί να καλύπτει διαφορετικά, αφορά μόνο την εξέταση της αίτησης της ΙΗ για υπογραφή της ΣΑΣ μέχρι την απόρριψή της στις 19 Ιουλίου 2001. Στις παρατηρήσεις της επί της γνώμης της Επιτροπής και σε άλλες επιστολές, η ΙΗ αναφέρθηκε επίσης σε σημείωμα που συνέταξε η ECHO στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 και το οποίο, κατά την άποψη της ΙΗ, την κατατάσσει σε μαύρη λίστα με την αιτιολογία ότι είχε προβάλει ισχυρισμούς περί κακοδιοίκησης κατά της Επιτροπής. Αυτός είναι ένας περαιτέρω, σοβαρός ισχυρισμός. Ωστόσο, δεδομένου ότι το ζήτημα που εγείρεται με τον τρόπο αυτό δεν είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το αντικείμενο της παρούσας αυτεπάγγελτης έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έκρινε προτιμότερο να καταχωριστεί ως χωριστή καταγγελία (1434/2006/GG).

1.11 Φαίνεται χρήσιμο να γίνει μια ακόμη εισαγωγική παρατήρηση. Στη γνώμη της, η Επιτροπή τόνισε ότι η εντολή της ECHO είναι πρωτίστως να σώζει και να διαφυλάσσει ζωές μέσω των πλέον αξιόπιστων διαθέσιμων εταίρων υλοποίησης και ότι οι ΜΚΟ που χρησιμοποιεί για τον σκοπό αυτό παρέχουν τη βοήθεια, αλλά δεν είναι οι τελικοί δικαιούχοι των κονδυλίων. Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί απολύτως με τις παρατηρήσεις αυτές. Ωστόσο, το γεγονός ότι το κύριο καθήκον της ECHO είναι έναντι των αποδεκτών της ανθρωπιστικής βοήθειας της ΕΕ δεν την απαλλάσσει από το καθήκον συμμόρφωσης με τις αρχές της χρηστής διοίκησης στις σχέσεις της με τις οργανώσεις-εταίρους. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει με ικανοποίηση ότι η ίδια η Επιτροπή έχει επισημάνει ότι είναι πάντα προσηλωμένη στη σοβαρή και δίκαιη αξιολόγηση όλων των αιτήσεων βάσει των εφαρμοστέων κανόνων.

2 Επί της εξετάσεως της αιτήσεως της IH από την Επιτροπή

2.1 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι μπορούν να διακριθούν τα ακόλουθα στάδια σχετικά με τη διεκπεραίωση της αίτησης του ΙΗ: i) τις επαφές της ECHO με το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών το 1995· ii) αίτηση της IH της 20ής Μαρτίου 1996· iii) την αντίδραση της ECHO στις δύο προτάσεις ειδικών σχεδίων που υπέβαλε το ΙΗ· iv) επιστολή της ECHO της 12ης Ιουλίου 1996· v) επιστολές της IH της 3ης Σεπτεμβρίου 1997 και της 19ης Ιανουαρίου 1998· vi) επιστολή της ECHO της 26ης Ιανουαρίου 1999· vii) επιστολές της IH της 18ης Φεβρουαρίου και της 19ης Μαΐου 1999 και επιστολή της ECHO της 1ης Ιουνίου 1999· viii) απόρριψη της αίτησης της IH από την ECHO.

θ) Επαφές της ECHO με το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών το 1995

2.2 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στις 9 Φεβρουαρίου 1995, η IH ζήτησε από την ECHO αντίγραφο της ΣΑΣ και παρέσχε ορισμένες πληροφορίες για την ίδια. Στις 16 Φεβρουαρίου 1995, η ECHO απέστειλε επιστολή στο γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών, ζητώντας τις απόψεις του τελευταίου σχετικά με την «εργασία και την εμπειρία» της ΙΗ. Στην απάντησή του της 15ης Μαρτίου 1995, το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών επισήμανε ότι οι δραστηριότητες της ΙΗ είχαν οδηγήσει σε «επίσημη δίωξη» που βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη και ότι, ως εκ τούτου, επιθυμούσε να μην προβεί σε συστάσεις στο παρόν στάδιο. Το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών πρόσθεσε, ωστόσο, ότι η Γενική Διεύθυνση («ΓΔ») VIII της Επιτροπής φαίνεται να είναι σε θέση να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες.

2.3 Στις 26 Οκτωβρίου 1995, η ECHO επανέλαβε το αίτημά της προς τις γερμανικές αρχές για παροχή πληροφοριών σχετικά με την IH. Σύμφωνα με εσωτερικό σημείωμα της 17ης Νοεμβρίου 1995 που συνέταξε ο C., σύμβουλος της ECHO για τις θεσμικές σχέσεις, ο υπεύθυνος επικοινωνίας του στις γερμανικές αρχές δεν ήταν σε θέση να παράσχει καμία αναφορά σχετικά με την IH για τον ακόλουθο λόγο: «Son Bureau ne travaille pas avec cette organisation et donc ne les connait pas.» Ωστόσο, ο κ. C. πρόσθεσε: "Il paraît que la personne qui a quelques informations précises à propos de cette organisation, est un certain M. [S.] qui est à la DG VIII/B/2. Je pense que tu pourrais t'informer d'une manière plus satisfaisante auprès de M. [S.]». Το σημείωμα του C. δεν διευκρινίζει την ταυτότητα της γερμανικής αρχής με την οποία επικοινώνησε. Ωστόσο, η Επιτροπή έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι, όπως εξήγησε, για παράδειγμα, στην επιστολή της προς την IH της 19ης Ιουλίου 2001, «η γερμανική αρχή που είναι αρμόδια για την παροχή πληροφοριών σχετικά με τις ανθρωπιστικές οργανώσεις στη Γερμανία είναι το Auswärtiges Amt». Είναι επομένως σαφές ότι το σημείωμα του C. της 17ης Νοεμβρίου 1995 αναφέρεται σε επαφές με το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών. Εξάλλου, η Επιτροπή ουδέποτε αμφισβήτησε το γεγονός αυτό.

2.4 Με το από 19 Ιουλίου 2001 έγγραφό της προς την IH, η ECHO έκρινε ότι, ελλείψει θετικής απαντήσεως εκ μέρους των γερμανικών αρχών, δεν μπορούσε να εξετάσει την αίτηση της IH. Στη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία 1702/2001/GG, η Επιτροπή υποστήριξε ότι, λαμβανομένων υπόψη των αρνητικών, αλλά όχι οριστικών, απαντήσεων των γερμανικών αρχών, η ECHO ανέστειλε την εξέταση της αίτησης της IH.

2.5 Στην επιστολή της προς τον Διαμεσολαβητή της 6ης Ιουλίου 2005, η ΙΗ επέκρινε το γεγονός ότι η ECHO είχε αναστείλει την αίτησή της πριν καν αυτή υποβληθεί στην ECHO.

2.6 Η παρατήρηση αυτή συμπεριλήφθηκε στη σύνοψη που διαβίβασε ο Διαμεσολαβητής στην Επιτροπή όταν ζήτησε τη γνώμη της για την παρούσα υπόθεση. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε το ζήτημα αυτό στη γνωμοδότησή της. Ελλείψει αποδεικτικών εγγράφων σχετικά με το θέμα αυτό, θα ήταν σαφώς χρήσιμο να γνωρίζουμε πότε ακριβώς η Επιτροπή αποφάσισε να αναστείλει την εξέταση της αίτησης της IH. Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η αναστολή αυτή θα παρέμενε θεωρητική και δεν θα επηρέαζε τα δικαιώματα της IH μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση της IH υποβλήθηκε πράγματι στην ECHO στις 20 Μαρτίου 1996. Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι δεν απαιτούνται περαιτέρω έρευνες σχετικά με την ακριβή ημερομηνία της αναστολής. Το ζήτημα αν οι πληροφορίες που παρέσχε το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών επηρέασαν την απόφαση της ECHO της 17ης Οκτωβρίου 1995, με την οποία απορρίφθηκε πρόταση ειδικού σχεδίου υποβληθείσα από την ΙΗ, θα εξεταστεί κατωτέρω.

2.7 Τόσο το σημείωμα της 15ης Μαρτίου 1995 του γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών όσο και το εσωτερικό σημείωμα της ECHO της 17ης Νοεμβρίου 1995 αναφέρονται στη ΓΔ VIII ως πιθανή πηγή πληροφοριών για την ΙΗ. Στο τελευταίο σημείωμα αναφερόταν ακόμη και το όνομα υπαλλήλου της ΓΔ VIII, ο οποίος θα μπορούσε να παράσχει τις πληροφορίες αυτές. Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων αυτών, είναι πολύ πιθανό η ECHO να επικοινώνησε πράγματι με τη ΓΔ VIII προκειμένου να λάβει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την ΔΥ. Με τις παρατηρήσεις της, η ΙΗ επισήμανε ότι το σημείωμα της 17ης Νοεμβρίου 1995 επιβεβαίωνε την ύπαρξη σχέσεως μεταξύ της ECHO και της ΓΔ VIII, την οποία ανέκαθεν υποπτευόταν. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι τίποτα δεν εμπόδισε την ECHO να χρησιμοποιήσει πηγές πληροφοριών που ήταν διαθέσιμες σε άλλες υπηρεσίες της Επιτροπής. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ίδια η IH είχε ενημερώσει την ECHO για τη θετική αξιολόγηση του έργου της από τη ΓΔ I. Η κατάσταση θα ήταν διαφορετική εάν η ECHO είχε λάβει, μέσω αυτών των εσωτερικών επαφών, πληροφορίες που ήταν επιζήμιες για την IH και εάν η ECHO είχε χρησιμοποιήσει αυτές τις πληροφορίες κατά την εξέταση της αίτησης της IH. Ωστόσο, η Επιτροπή ουδέποτε ανέφερε ότι δόθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν τέτοιες πληροφορίες. Μολονότι ο Διαμεσολαβητής δέχεται ότι αυτό δεν αποκλείει το ενδεχόμενο οι πληροφορίες αυτές να λήφθηκαν παρά ταύτα υπόψη από την ECHO, θεωρεί ότι η εξέτασή του πρέπει, ελλείψει σαφών αποδεικτικών στοιχείων για το προαναφερθέν σενάριο, να επικεντρωθεί στις πληροφορίες που η ECHO χρησιμοποίησε ομολογουμένως, δηλαδή στις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών.

ii) Αίτηση της IH της 20ής Μαρτίου 1996

2.8 Τόσο η Επιτροπή όσο και η ΙΗ συμφωνούν ότι η επίσημη αίτηση υπογραφής της ΣΑΣ υποβλήθηκε στις 20 Μαρτίου 1996.

2.9 Για να αιτιολογήσει τη θέση της σχετικά με την αίτηση αυτή, η Επιτροπή διατύπωσε ορισμένες παρατηρήσεις. Φαίνεται ότι οι εκτιμήσεις αυτές μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: (1) Ελλείψει θετικής αναφοράς από το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών, η αίτηση του ΙΗ δεν μπορούσε να εξεταστεί· (2) η χρησιμοποίηση άλλων πηγών πληροφοριών για την ΙΗ, όπως η UNESCO, η ΓΔ Ι, η Deutscher Spendenrat (ως ένωση γερμανικών ΜΚΟ) ή η VENRO («Verband Entwicklungspolitik deutscher Nichtregierungsorganisationen», άλλη γερμανική ένωση) δεν αποτελούσε τότε συνήθη διοικητική πρακτική· (3) η εξέταση της αίτησης της IH ανεστάλη λόγω των αρνητικών, αλλά όχι οριστικών, απαντήσεων των γερμανικών αρχών· και (4) υπήρχαν σοβαρές ανησυχίες όσον αφορά την ηθική ακεραιότητα του ΙΗ.

2.10 Όσον αφορά τον πρώτο από τους λόγους αυτούς, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι μπορεί να είναι σύντομος, δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό εξετάστηκε ήδη στην απόφασή του επί της καταγγελίας 1702/2001/ΦΕΚ. Στην εν λόγω απόφαση, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι καμία από τις διατάξεις που ήταν σχετικές με την αίτηση της IH δεν περιείχε όρο σύμφωνα με τον οποίο απαιτείται θετική αναφορά από εθνική αρχή προκειμένου η ECHO να είναι σε θέση να εγκρίνει αίτηση υπογραφής της ΣΑΣ. Η διαπίστωση αυτή εξακολουθεί να ισχύει και η Επιτροπή δεν προέβαλε επιχειρήματα για να την αμφισβητήσει.

2.11 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί, ωστόσο, ότι οι παρατηρήσεις της ΙΗ σχετικά με τα σχετικά τμήματα της γνώμης της Επιτροπής απαιτούν περαιτέρω παρατηρήσεις ως προς το θέμα αυτό. Στις παρατηρήσεις αυτές, η ΙΗ επισήμανε ότι, ως ΜΚΟ, δηλαδή ως μη κυβερνητική οργάνωση, δεν υποχρεούται να συνεργαστεί με τη γερμανική κυβέρνηση. Η ΙΗ υποστήριξε επίσης ότι ήταν σαφές ότι οι εθνικές αρχές ήταν αυτές που αποφάσισαν κατά πόσον η αίτηση υπογραφής της ΣΑΣ ήταν επιτυχής ή όχι. Κατά την άποψη της ΙΗ, μόνο οι ΜΚΟ που ήταν αποδεκτές από τις εθνικές αρχές θα μπορούσαν να είναι επιτυχείς. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι παρατηρήσεις αυτές είναι πράγματι συναφείς. Όπως έχει ήδη αναφέρει ο Διαμεσολαβητής στην απόφασή του σχετικά με την καταγγελία 1702/2001/GG, οι παρατηρήσεις ή οι παραπομπές από τις εθνικές αρχές μπορεί κάλλιστα να είναι χρήσιμες για την ECHO όταν αποφασίζει κατά πόσον μια ΜΚΟ πληροί ή όχι τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την υπογραφή της ΣΑΣ. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν θα ήταν αποδεκτό η ECHO να βασίζεται απλώς στην παρουσία ή την απουσία θετικής αναφοράς από εθνική αρχή προκειμένου να αποφασίσει αν μπορεί να γίνει δεκτή αίτηση υπογραφής της ΣΠΕΣ (6). Σε μια τέτοια περίπτωση, η απόφαση σχετικά με την επιλεξιμότητα μιας ΜΚΟ θα λαμβανόταν πράγματι από τις εθνικές αρχές και όχι από την ίδια την ECHO.

Στη γνώμη της, η Επιτροπή επισήμανε ότι επιφυλάσσεται του δικαιώματος να ελέγχει και, κατά περίπτωση, να παρακάμπτει οποιαδήποτε από αυτές τις αναφορές διενεργώντας άμεσους ελέγχους στους αιτούντες. Είναι προφανές, ωστόσο, ότι η δυνατότητα τέτοιων ελέγχων δεν εξετάστηκε καν στην παρούσα υπόθεση, τουλάχιστον όχι πριν από την πρόταση της ECHO του Ιανουαρίου 2001 για τη διενέργεια ελέγχου. Όπως προαναφέρθηκε, στην επιστολή της 19ης Ιουλίου 2001 αναφερόταν σαφώς ότι οι γερμανικές αρχές είχαν «διαβουλευθεί δεόντως» και ότι «ελλείψει θετικής απάντησης από τις γερμανικές αρχές, η αίτηση δεν μπορούσε να εξεταστεί».

2.12 Όσον αφορά τον δεύτερο από τους προαναφερθέντες λόγους, η ΙΗ επισήμανε ότι, με την από 20 Μαρτίου 1996 αίτησή της, είχε παράσχει στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τις προηγούμενες εργασίες της, συμπεριλαμβανομένων των εργασιών για την UNESCO και τη ΓΔ Ι, και είχε συμπεριλάβει διάφορες θετικές αναφορές. Επιπλέον, η IH είχε παράσχει στη συνέχεια στην ECHO περαιτέρω πληροφορίες και παραπομπές σχετικά με το έργο της, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών ότι είχε γίνει δεκτή ως μέλος από το «Deutscher Spendenrat» και από τη VENRO. Στη γνώμη της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι δεν είχε χρησιμοποιήσει τις προαναφερθείσες πηγές πληροφοριών, καθώς αυτό δεν αποτελούσε συνήθη διοικητική πρακτική εκείνη τη χρονική στιγμή· ούτε αποτελούσε συνήθη πρακτική στο πλαίσιο της τρέχουσας διαδικασίας επιλογής. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι, για πληροφορίες σχετικά με τους αιτούντες ΣΑΣ, βασίστηκε κυρίως στην ανάλυση των εγγράφων που έλαβε από τους ίδιους τους αιτούντες, καθώς και σε παραπομπές από τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι στην επιστολή της 19ης Ιουλίου 2001 η Επιτροπή αναφέρθηκε μόνο στην απουσία θετικής αναφοράς από τις γερμανικές αρχές, χωρίς να αναφέρει καμία ανάλυση των εγγράφων που είχε υποβάλει η ΙΗ. Το γεγονός ότι η ECHO δεν στηρίχθηκε σε ανάλυση των εγγράφων που έλαβε από την IH επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ζήτησε τη γνώμη του γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών πριν ακόμη λάβει την επίσημη αίτηση της IH να υπογράψει τη ΣΑΣ. Επομένως, είναι σαφές ότι η ECHO δεν εφάρμοσε αυτό που η Επιτροπή χαρακτήριζε στη γνώμη της ως συνήθη πρακτική της, εκτός αν υποτεθεί ότι η πρακτική αυτή συνίστατο είτε σε ανάλυση των εγγράφων που υπέβαλε ο αιτών είτε σε παραπομπές από τις εθνικές αρχές. Σε κάθε περίπτωση, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι δεν μπορεί να επιτραπεί στην Επιτροπή να επικαλεστεί τη «συνήθη πρακτική» της για να δικαιολογήσει τους λόγους για τους οποίους αγνόησε αποδεικτικά στοιχεία που φαίνεται να είναι απολύτως συναφή στο πλαίσιο της αξιολόγησης της ECHO σχετικά με το αν θα επιτρέψει ή όχι στην IH να υπογράψει τη ΣΑΣ. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η IH είχε παραπέμψει, μεταξύ άλλων, στη ΓΔ I και ότι η ECHO θα μπορούσε έτσι εύκολα να έχει λάβει περαιτέρω πληροφορίες από την εν λόγω υπηρεσία συναδέλφων. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το σημείωμα του κ. C. της 17ης Νοεμβρίου 1995 δείχνει σαφώς ότι η προσπάθεια απόκτησης πληροφοριών από άλλες υπηρεσίες της Επιτροπής δεν ήταν ασυμβίβαστη με τη «συνήθη πρακτική» της ECHO.

2.13 Όσον αφορά τον τρίτο από τους προαναφερθέντες λόγους, ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι οι πληροφορίες που παρέσχε το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών δεν ήταν οριστικές και ότι η ECHO εξακολουθούσε να αναμένει περαιτέρω πληροφορίες από το εν λόγω όργανο απλώς δεν είναι αξιόπιστος. Είναι αλήθεια ότι στο σημείωμά του της 15ης Μαρτίου 1995, το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να διατυπώσει συστάσεις «στο παρόν στάδιο». Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι η ECHO επικοινώνησε στη συνέχεια εκ νέου με το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών και ενημερώθηκε ότι η αρμόδια υπηρεσία δεν ήταν σε θέση να παράσχει πληροφορίες σχετικά με την IH, δεδομένου ότι δεν γνώριζε την εν λόγω ΜΚΟ. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, και στις δύο περιπτώσεις κατά τις οποίες το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών είχε εκφράσει τις απόψεις του σχετικά με την IH, αυτό είχε συμβεί κατόπιν ρητού αιτήματος της ECHO. Αν η ECHO είχε πράγματι θεωρήσει ότι η απάντηση του γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών δεν ήταν οριστική, θα ανέμενε κανείς ότι θα είχε ζητήσει από την εν λόγω αρχή οριστική απάντηση. Ωστόσο, δεν καταβλήθηκαν τέτοιες προσπάθειες. Στο πλαίσιο της έρευνάς του σχετικά με την καταγγελία 2862/2004/GG, ο IH προσκόμισε αντίγραφο επιστολής του γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών της 4ης Ιουλίου 2002. Στην επιστολή αυτή, το περιεχόμενο της οποίας δεν αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή, το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών επιβεβαίωσε ότι δεν είχαν πραγματοποιηθεί περαιτέρω επαφές σχετικά με την IH μεταξύ της ίδιας και της ECHO μετά τις δύο επαφές του 1995 που περιγράφονται ανωτέρω. Στην απόφασή του επί της καταγγελίας 2862/2004/GG, ο Διαμεσολαβητής προέβη στις ακόλουθες περαιτέρω διαπιστώσεις: «Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι το σημείωμα της 17ης Νοεμβρίου 1995 αναφέρει ότι το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών δεν γνώριζε την [IH] και ότι περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την [IH] μπορεί να είναι διαθέσιμες από υπάλληλο της Επιτροπής στη Γενική Διεύθυνση VIII. Σε αυτό το σημείωμα, δεν υπάρχει καμία αναφορά σε οποιαδήποτε «οριστική» απάντηση που εξακολουθούσε να οφείλεται από το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών. Εξάλλου, είναι δύσκολο να διαπιστωθεί τι είδους οριστική απάντηση θα μπορούσε ακόμη να αναμένεται από ένα θεσμικό όργανο που είχε δηλώσει ότι δεν γνώριζε τον καταγγέλλοντα.»(7)

2.14 Επιπλέον, και όπως ορθώς επισήμανε η ΙΗ, η Επιτροπή ουδέποτε εξήγησε σε ποια νομική βάση ελήφθη η απόφασή της να «αναβάλει» την εξέταση της αιτήσεως της ΙΗ. Η «αναστολή» είχε ως αποτέλεσμα να ληφθεί τελικά απόφαση επί της αιτήσεως μόνο μετά την πάροδο πέντε ετών από την υποβολή της. Στην απόφασή του σχετικά με την καταγγελία 1702/2001/GG, ο Διαμεσολαβητής έχει ήδη επικρίνει την πρόδηλη παράλειψη της Επιτροπής να εξετάσει την αίτηση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και την χαρακτήρισε ως περίπτωση κακοδιοίκησης.

2.15 Όσον αφορά τον τέταρτο από τους προαναφερθέντες λόγους, η Επιτροπή φαίνεται να θεωρεί ότι η αίτηση της ΙΗ για υπογραφή της ΣΑΣ προκάλεσε «σοβαρές ανησυχίες». Επιπλέον, φαίνεται ότι, κατά την άποψη της Επιτροπής, οι ανησυχίες αυτές βασίζονται στις πληροφορίες που παρέχονται στο σημείωμα του γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών της 15ης Μαρτίου 1995. Πράγματι, στη γνώμη της στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή υποστήριξε ότι θα μπορούσε να εξετάσει ταχέως την αίτηση και να την απορρίψει βάσει των πληροφοριών αυτών, οι οποίες, σύμφωνα με την Επιτροπή, αφορούσαν την «ηθική ακεραιότητα» και τη «διαφάνεια» της IH. Η Επιτροπή αναφέρθηκε επίσης σε «αντικειμενικές ανησυχίες» σχετικά με την αίτηση της IH, οι οποίες βασίστηκαν «σε επίσημες και τεκμηριωμένες πληροφορίες που ελήφθησαν μέσω συνήθους διαδικασίας».

2.16 Ο Διαμεσολαβητής αδυνατεί να αποδεχθεί τη θέση αυτή.

2.17 Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι οι «πληροφορίες» που παρέσχε το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών με το από 15 Μαρτίου 1995 σημείωμά του ήταν εσφαλμένες. Στην πρόσφατη απόφασή του επί της καταγγελίας 3175/2005/GG, η οποία αφορά επίσης την IH, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι από τα στοιχεία που του είχαν υποβληθεί προκύπτει ότι η εισαγγελία του Landgericht Gießen είχε διεξαγάγει προκαταρκτική έρευνα («Ermittlungsverfahren») κατά του προέδρου της IH και τριών άλλων προσώπων. Σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο, η εισαγγελία πρέπει να ερευνά πού λαμβάνει πληροφορίες που οδηγούν στην υπόνοια ότι ενδέχεται να έχει διαπραχθεί ποινικό αδίκημα (άρθρο 160 του Strafprozeßordnung - Κώδικα Ποινικής Δικονομίας). Όταν η εν λόγω προκαταρκτική έρευνα («Ermittlungsverfahren») επιβεβαιώνει την εν λόγω υποψία, η εισαγγελία υποβάλλει την υπόθεση σε ποινικό δικαστήριο και ζητεί την κίνηση ποινικής διαδικασίας («Strafverfahren»)(8). Μόνο στην τελευταία περίπτωση μπορεί να γίνει λόγος για «επίσημη δίωξη». Στην υπόθεση 3175/2005/GG, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε σχέδιο σύστασης στην Επιτροπή σχετικά με τη χρήση εκφράσεων όπως «επίσημη δίωξη» σε σχέση με την προαναφερθείσα προκαταρκτική έρευνα. Στην απάντησή της, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι οι σχετικές παραπομπές δεν εφαρμόζονταν πάντοτε ορθά και ζήτησε συγγνώμη για το γεγονός αυτό. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι οι αναφορές αυτές δεν θα αναφέρονται πλέον.

2.18 Δεύτερον, και όπως ορθώς παρατήρησε η καταγγέλλουσα, το γεγονός ότι η αρμόδια υπηρεσία του γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών, στην απάντησή της στη δεύτερη προσέγγιση της ECHO, κατέστησε σαφές ότι δεν γνώριζε ότι η IH θα έπρεπε σαφώς να είχε οδηγήσει την ECHO να ελέγξει και να επανεξετάσει τις «πληροφορίες» που είχε λάβει προηγουμένως από το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών.

2.19 Τρίτον, ο Διαμεσολαβητής έχει σοβαρές αμφιβολίες όσον αφορά τους υπαινιγμούς της Επιτροπής ότι η προκαταρκτική έρευνα, η οποία στην πραγματικότητα εκκρεμούσε κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης υπογραφής της ΣΠΕΣ από την IH, ή το γεγονός ότι η IH δεν την ανέφερε στην αίτησή της, θα επέτρεπε στην ECHO να απορρίψει την εν λόγω αίτηση. Με τις παρατηρήσεις της, η IH υποστήριξε ότι κανένας κανόνας δεν την υποχρέωνε να επιστήσει την προσοχή της ECHO στο γεγονός ότι εκκρεμούσε προκαταρκτική έρευνα. Μολονότι τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά οδήγησαν σε πολλές έρευνες του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή ουδέποτε εξήγησε τη νομική βάση για τον ισχυρισμό της ότι η σχετική έρευνα και το γεγονός ότι η IH δεν την είχε αναφέρει στην από 20 Μαρτίου 1996 αίτησή της καθιστούσαν την IH μη επιλέξιμη.

2.20 Η παράλειψη αυτή είναι ακόμη πιο εκπληκτική αν εξετάσουμε τις προϋποθέσεις που έπρεπε να πληροί η ΙΗ από την άποψη αυτή. Μαζί με τη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία 1702/2001/GG, η Επιτροπή υπέβαλε αντίγραφο των «Critères operationnels» που χρησιμοποιούνται όσον αφορά τις αιτήσεις ΣΑΣ. Το τρίτο από τα κριτήρια αυτά («Intégrité du comité de direction») προβλέπει ότι το διοικητικό συμβούλιο της ΜΚΟ πρέπει να απαρτίζεται από ικανά και άμεμπτα πρόσωπα που δεν έχουν ποινικό μητρώο («ayant un casier judiciaire vierge») και τα οποία δεν έχουν κηρυχθεί ποτέ σε πτώχευση. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί σημαντικό να τονίσει ότι η σχετική προκαταρκτική έρευνα δεν οδήγησε ποτέ σε δίωξη ή δικαστική απόφαση, αλλά περατώθηκε υπέρ των ενδιαφερομένων στις 30 Απριλίου 1996. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η ΓΔ VIII, η οποία είχε αναφερθεί ως πιθανή πηγή πληροφοριών για την ΙΗ στο εσωτερικό σημείωμα της ECHO της 17ης Νοεμβρίου 1995, είχε ήδη ενημερωθεί το 1996 για το αποτέλεσμα αυτής της έρευνας.

2.21 Στη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία 2862/2004/GG, η οποία υποβλήθηκε στις αρχές του 2005, η Επιτροπή θεώρησε ότι ήταν υποχρεωμένη «για άλλη μια φορά» να τονίσει ότι, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης της IH, εκκρεμούσαν «ποινικές διαδικασίες» κατά του προέδρου της IH. Η Επιτροπή θεώρησε ανεξήγητο τον λόγο για τον οποίο «αυτό το ζωτικό σημείο» δεν θεωρήθηκε σχετικό από τον Διαμεσολαβητή. Είναι αξιοσημείωτο ότι ακόμη και σχεδόν 9 χρόνια μετά την ολοκλήρωση της προκαταρκτικής έρευνας, η Επιτροπή εξακολουθούσε να φαίνεται να πιστεύει ότι είχε υπάρξει «ποινική διαδικασία» ή «επίσημη δίωξη», όπως το είχε θέσει το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών.

2.22 Αξίζει ίσως να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που διατίθενται στον δικτυακό τόπο της ECHO, οι υποψήφιοι για την τρέχουσα ΣΠΕΣ (ΣΠΕΣ 2004) πρέπει να υποβάλουν επίσημη δήλωση υπογεγραμμένη από τον πρόεδρο ότι ούτε η ΜΚΟ ούτε κανένα από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εμπίπτουν ή έχουν υπαχθεί σε μία από τις κατηγορίες αποκλεισμού που περιγράφονται στο άρθρο 93 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (9) (ο «δημοσιονομικός κανονισμός»). Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι η εν λόγω διάταξη του δημοσιονομικού κανονισμού αναφέρεται (στον βαθμό που έχει σημασία εν προκειμένω) σε πρόσωπα τα οποία β) έχουν καταδικαστεί για αδίκημα σχετικό με την επαγγελματική τους διαγωγή με απόφαση που έχει ισχύ δεδικασμένου· γ) έχουν υποπέσει σε σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα που έχει διαπιστωθεί με οποιοδήποτε μέσο μπορεί να δικαιολογήσει η αναθέτουσα αρχή· έχουν αποτελέσει αντικείμενο απόφασης που έχει ισχύ δεδικασμένου για απάτη, δωροδοκία, συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση ή οποιαδήποτε άλλη παράνομη δραστηριότητα που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα των Κοινοτήτων. Ως εκ τούτου, πρέπει να σημειωθεί ότι η διάταξη αυτή απαιτεί τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά να έχουν οδηγήσει στην έκδοση απόφασης που να έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου ή να έχει διαπραχθεί σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα και το παράπτωμα αυτό να έχει αποδειχθεί σαφώς.

2.23 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έχει σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν ο προσφεύγων θα μπορούσε αυτομάτως να αποκλειστεί από την υπογραφή της ΣΠΕΣ για τον λόγο και μόνον ότι εκκρεμούσε προκαταρκτική έρευνα ενώπιον εισαγγελέα ή ότι παρέλειψε να αναφέρει μια τέτοια έρευνα στο δικόγραφο της προσφυγής του. Είναι αλήθεια ότι η ύπαρξη μιας τέτοιας έρευνας θα μπορούσε να εγείρει αμφιβολίες ως προς την εντιμότητα των μελών του διοικητικού συμβουλίου μιας ΜΚΟ. Ωστόσο, θα ήταν ασυμβίβαστο με τη δίκαιη διαδικασία και το τεκμήριο αθωότητας εάν μια διοίκηση θεωρούσε τις αμφιβολίες αυτές επαρκείς για τον αποκλεισμό αίτησης που υποβλήθηκε από μια τέτοια ΜΚΟ. Η ECHO θα είχε προφανώς το δικαίωμα να εξετάσει το ζήτημα προκειμένου να εξακριβώσει αν οι ανησυχίες της ήταν δικαιολογημένες ή όχι. Ο ευκολότερος τρόπος για να αποσαφηνιστεί αυτό το ζήτημα θα ήταν να ζητηθεί εξήγηση από τη ΜΚΟ που είχε υποβάλει την αίτηση. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, ωστόσο, ότι δεν καταβλήθηκαν τέτοιες προσπάθειες στην παρούσα υπόθεση.

2.24 Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η ύπαρξη προκαταρκτικής έρευνας θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό ζήτημα κατά την εκτίμηση του κατά πόσον μπορεί να επιτραπεί σε ΜΚΟ να υπογράψει τη ΣΑΣ, είναι απολύτως σαφές ότι, πριν απορρίψει την αίτηση για τον λόγο αυτό, η ECHO θα έπρεπε να παράσχει στην IH τη δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις της επί του οικείου ζητήματος. Επομένως, η απόφαση της Επιτροπής να «αναβάλει» την εξέταση της αιτήσεως της IH (εφόσον είχε πράγματι ληφθεί τέτοια απόφαση) προσέβαλε κατάφωρα το δικαίωμα ακροάσεως της IH. Αυτή η παραβίαση μιας θεμελιώδους αρχής της δίκαιης δίκης επικρίθηκε από τον Διαμεσολαβητή στην τέταρτη επικριτική παρατήρηση που διατύπωσε στην απόφασή του σχετικά με την καταγγελία 1702/2001/GG. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δυσκολεύεται να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή, κατά τη γνώμη της στην παρούσα υπόθεση, θεώρησε ότι μπορούσε να υποθέσει ότι οι επικριτικές παρατηρήσεις του αφορούσαν μόνο τα ζητήματα της καθυστέρησης και της έλλειψης πληροφοριών.

Στη γνωμοδότησή της, η Επιτροπή τόνισε ότι δεν είχε επιδιώξει να συγκεντρώσει πειστικά αποδεικτικά στοιχεία περί μη επιλεξιμότητας όσον αφορά την IH στην υπό κρίση υπόθεση. Ωστόσο, η στάση της Επιτροπής είχε ως αποτέλεσμα η εξέταση της αίτησης της IH να παραμείνει σε αναστολή βάσει εσφαλμένων, μη επαληθευμένων πληροφοριών, χωρίς να δοθεί στην IH η δυνατότητα να σχολιάσει τον λόγο της αναστολής αυτής. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί απαράδεκτη την προσέγγιση που υιοθετεί η θέση της Επιτροπής.

2.25 Στην απόφασή του επί της καταγγελίας 1702/2001/GG, ο Διαμεσολαβητής έπρεπε να εξετάσει τη θέση της Επιτροπής μόνο υπό το πρίσμα της προστασίας του δικαιώματος ακρόασης της IH. Ωστόσο, είναι προφανές ότι ο τρόπος «διαχείρισης» της αίτησης της ECHO ήταν επίσης σαφώς άδικος. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει με έκπληξη ότι, στη γνωμοδότησή της στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι είχε εξετάσει δίκαια την αίτηση της IH.

2.26 Συνοψίζοντας τα μέχρι τώρα αποτελέσματα της εξέτασης, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί παρά να επιβεβαιώσει το συμπέρασμα στο οποίο είχε ήδη καταλήξει στην απόφασή του σχετικά με την καταγγελία 1702/2001/GG, δηλαδή ότι ο χειρισμός από την Επιτροπή της αίτησης της IH για υπογραφή της ΣΑΣ οδήγησε σε ορισμένες περιπτώσεις κακοδιοίκησης. Ωστόσο, από τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η ECHO χειρίστηκε αρχικά την εν λόγω αίτηση κατά την υποβολή της στις 20 Μαρτίου 1996 δεν μπορεί ακόμη να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή ενήργησε με πρόθεση να θέσει σε μειονεκτική θέση και να εξαπατήσει την IH.

iii) Αντίδραση της ECHO στις δύο προτάσεις ειδικών σχεδίων που υπέβαλε η ΔΥ

2.27 Στις 17 Οκτωβρίου 1995, η ECHO πληροφόρησε την IH ότι πρόταση για συγκεκριμένο σχέδιο που είχε υποβάλει δεν είχε επιλεγεί για χρηματοδότηση για ορισμένους ουσιαστικούς λόγους. Με έγγραφο της 6ης Αυγούστου 1996, η ECHO πληροφόρησε την IH ότι μια άλλη πρόταση σχεδίου που είχε υποβάλει δεν είχε επιλεγεί για χρηματοδότηση λόγω δημοσιονομικών περιορισμών. Σύμφωνα με την IH, η ECHO δεν εξέτασε καθόλου τις προτάσεις της και την εξαπάτησε, ώστε να την κάνει να πιστέψει ότι ήταν έγκυρος υποψήφιος για την υπογραφή της ΣΑΣ.

2.28 Κατά τη γνώμη της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η IH είχε προβεί σε αυθαίρετη σύνδεση μεταξύ των δικαιολογητικών λόγων που προέβαλε η ECHO για την απόρριψη των δύο προτάσεων σχεδίων που υπέβαλε η IH και του καθεστώτος της αιτήσεως της IH για υπογραφή της ΣΑΣ. Η Επιτροπή τόνισε ότι η ECHO διαθέτει καθιερωμένη νομική, διοικητική και επιχειρησιακή πρακτική για τη σαφή διάκριση μεταξύ αιτήσεων ΣΑΣ και προτάσεων έργων για συγκεκριμένες επιχειρήσεις ανθρωπιστικής βοήθειας. Οι προτάσεις έργων εξετάστηκαν από τις σχετικές γεωγραφικές μονάδες με βάση τις επιδόσεις τους και κρίθηκαν αποκλειστικά για επιχειρησιακούς λόγους. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι αυτό είναι που επιτρέπει στην ECHO να χρηματοδοτεί οργανώσεις που δεν έχουν υπογράψει τη ΣΑΣ για την υλοποίηση συγκεκριμένων ανθρωπιστικών επιχειρήσεων. Για προφανείς λόγους, η διαθεσιμότητα κονδυλίων για την αντιμετώπιση κάθε ανθρωπιστικής κρίσης ήταν περιορισμένη. Επομένως, κατά την Επιτροπή, η απόρριψη των δύο προτάσεων που υπέβαλε η IH στηριζόταν σε αντικειμενικούς λόγους άσχετους προς την αίτηση υπογραφής της ΣΑΣ. Η Επιτροπή έκρινε ότι οι αποφάσεις αυτές ουδόλως εξαπάτησαν την IH.

2.29 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στην επιστολή της 14ης Δεκεμβρίου 2000, η ECHO ενημέρωσε την ΙΗ σχετικά με τη δυνατότητα υποβολής προτάσεων για επιχειρησιακά σχέδια ακόμη και πριν από την υπογραφή της ΣΑΣ. Ωστόσο, η ECHO πρόσθεσε ότι οι προτάσεις αυτές θα μπορούσαν να «αποδεχθούν κατ’ εξαίρεση, υπό την προϋπόθεση ότι οι εθνικές αρχές της χώρας σας θα επιβεβαιώσουν την επιλεξιμότητα της οργάνωσής σας σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφοι 1 και 2 του προαναφερθέντος κανονισμού και θα υλοποιήσουν ειδικές δράσεις σε περιοχές που δεν καλύπτονται από υφιστάμενους εταίρους της ECHO». Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η επιστολή αυτή, παρόλο που συντάχθηκε αρκετά χρόνια μετά τις αποφάσεις σχετικά με τις εν λόγω προτάσεις, θέτει υπό αμφισβήτηση το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η ECHO κάνει σαφή διάκριση μεταξύ των αιτήσεων ΣΑΣ και των προτάσεων έργων για συγκεκριμένες επιχειρήσεις ανθρωπιστικής βοήθειας και ότι οι τελευταίες αξιολογήθηκαν μόνο με βάση τα προσόντα τους. Εάν, όπως προκύπτει από την επιστολή της 14ης Δεκεμβρίου 2000, οι προτάσεις για συγκεκριμένα σχέδια μπορούσαν να γίνουν δεκτές μόνον εάν οι εθνικές αρχές επιβεβαίωναν την επιλεξιμότητα της ΙΗ, αυτό θα σήμαινε σαφώς ότι καμία τέτοια πρόταση δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή από την ΙΗ, δεδομένου ότι το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών (όπως προαναφέρθηκε) δεν είχε επιβεβαιώσει την επιλεξιμότητα της ΙΗ.

2.30 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι τόσο οι αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1995 όσο και της 6ης Αυγούστου 1996 αναφέρονται σε λόγους που δεν έχουν σχέση με την αίτηση της ΙΗ για υπογραφή της ΣΑΣ και την απουσία θετικής αναφοράς από το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών. Μολονότι ο Διαμεσολαβητής κατανοεί τις σχετικές υποψίες της ΙΗ, δεν μπορεί να αποκλείσει ότι οι δύο συγκεκριμένες προτάσεις που υπέβαλε η ΙΗ απορρίφθηκαν πράγματι για λόγους άσχετους με την αίτησή της για υπογραφή της ΣΑΣ. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής πρέπει επομένως να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι οι αποφάσεις αυτές πρέπει να θεωρηθεί ότι εξαπατούν την ΙΗ ώστε να πιστέψει ότι ήταν έγκυρη υποψήφια για την υπογραφή της ΣΑΣ.

iv) Επιστολή της ECHO της 12ης Ιουλίου 1996

2.31 Στις 25 Ιουνίου 1996, η IH απέστειλε επιστολή στον αρμόδιο υπάλληλο της ECHO. Η ΙΗ επισήμανε ότι η αίτησή της για υπογραφή της ΣΑΣ είχε υποβληθεί πριν από περισσότερους από δύο μήνες και υπέβαλε περαιτέρω πληροφορίες προς υποστήριξη της εν λόγω αίτησης. Εν κατακλείδι, η ΙΗ δήλωσε ότι προσβλέπει στην ακρόαση της ECHO σχετικά με το πότε θα μπορούσε να υπογράψει τη ΣΑΣ. Στις 11 Ιουλίου 1996 η ΙΗ απηύθυνε στην ECHO νέα αίτηση παροχής πληροφοριών (η οποία χαρακτηρίστηκε ως «επείγουσα»).

2.32 Στην απάντησή της της 12ης Ιουλίου 1996 στην επιστολή της ΙΗ της 25ης Ιουνίου 1996, η ECHO εξήγησε ότι επί του παρόντος επανεξετάζει τα σχέδια επέκτασης του δικτύου εταίρων της και ότι επεξεργάζεται ένα νέο σύστημα αξιολόγησης των πιθανών εταίρων των ΜΚΟ. Η ECHO σημείωσε επίσης ότι η ΣΑΣ επανεξετάζεται για να εντοπιστούν τυχόν βελτιώσεις και τροποποιήσεις που απαιτούνται υπό το πρίσμα του κανονισμού 1257/96. Η επιστολή κατέληγε ως εξής: «Παρόλα αυτά, λάβαμε υπόψη το αίτημά σας και θα σας κρατάμε ενήμερους για τις περαιτέρω εξελίξεις.»

2.33 Η IH υποστήριξε ότι η ECHO δημιούργησε έτσι την εντύπωση ότι η IH ήταν σοβαρή αιτούσα για την υπογραφή της ΣΑΣ.

2.34 Κατά την άποψή της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι το έγγραφό της ανέφερε ότι θα τηρούσε την ΙΗ ενήμερη για τις περαιτέρω εξελίξεις. Κατά την Επιτροπή, αυτό πράγματι συνέβη. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι, πράγματι, γι’ αυτήν και κατά τον χρόνο εκείνο, ο φάκελος της αιτήσεως της IH δεν είχε ακόμη κλείσει.

2.35 Πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι η γερμανική μετάφραση της γνώμης της Επιτροπής διαφέρει από το αγγλικό πρωτότυπο όσον αφορά την τελευταία αυτή δήλωση. Σύμφωνα με το γερμανικό κείμενο, η αίτηση της ΙΗ δεν ήταν «πλήρης» εκείνη την εποχή. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι αυτό οφείλεται σε μεταφραστικό σφάλμα. Ως εκ τούτου, θα βασίσει την ανάλυσή του στο αγγλικό πρωτότυπο.

2.36 Όπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή υπέβαλε ορισμένες παρατηρήσεις για να δικαιολογήσει τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε την αίτηση της ΙΗ. Οι εκτιμήσεις αυτές μπορούν να συνοψιστούν σε δύο κύρια επιχειρήματα που βασίζονται i) στην απουσία θετικής αναφοράς από το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών και ii) στις ανησυχίες σχετικά με την επιλεξιμότητα της IH. Οι εκτιμήσεις αυτές ήταν προφανώς γνωστές στην ECHO όταν απάντησε στο έγγραφο της IH της 25ης Ιουνίου 1996. Η ECHO γνώριζε επίσης ότι η θεραπεία της αίτησης της ΙΗ είχε «ανασταλεί». Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι κανένας από αυτούς τους παράγοντες, οι οποίοι ήταν ιδιαίτερα σημαντικοί για την αίτηση της ΙΗ, δεν αναφέρθηκε στην επιστολή της 12ης Ιουλίου 1996. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η εξήγηση της εν λόγω επιστολής που παρέσχε η Επιτροπή στη γνώμη της δεν είναι πειστική. Πρέπει να σημειωθεί ότι μέχρι την 1η Ιουνίου 1999 δεν παρασχέθηκαν στην IH περαιτέρω συγκεκριμένες και γραπτές πληροφορίες σχετικά με την αίτησή της για υπογραφή της ΣΑΣ. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ακόμη και αυτή η επιστολή δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το να εξηγήσει ότι η αίτηση της IH θα εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Κατά τον χρόνο αποστολής του εγγράφου της 12ης Ιουλίου 1996, η Επιτροπή έκρινε σαφώς ότι η IH δεν ήταν επιλέξιμη για την υπογραφή της ΣΑΣ. Ωστόσο, εάν η επιστολή αυτή ενημέρωνε την IH ότι η αίτησή της είχε «σημειωθεί» και ότι θα τηρούσε ενήμερη για «περαιτέρω εξελίξεις», σίγουρα δημιουργούσε την εντύπωση ότι η εξέταση της αίτησης της IH βρισκόταν σε εξέλιξη. Η ECHO δεν μπορεί να αγνοούσε το γεγονός ότι αυτή ήταν η επίπτωση που θα είχε η επιστολή της στην IH.

2.37 Στην απόφασή του επί της καταγγελίας 1702/2001/GG, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η παράλειψη της ECHO να ενημερώσει την IH σχετικά με την απόφασή της να «αναβάλει» την εξέταση της αίτησης της τελευταίας, μολονότι η IH είχε ζητήσει πληροφορίες σχετικά με την πορεία της διαδικασίας, συνιστούσε κακοδιοίκηση. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το συμπέρασμα αυτό εξακολουθεί να ισχύει.

2.38 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι πρέπει να αναθεωρηθεί η αρχική του άποψη ότι η παράλειψη αυτή συνιστούσε απλή περίπτωση κακοδιοίκησης. Η ανάλυση του Διαμεσολαβητή στην απόφασή του επί της καταγγελίας 1702/2001/GG βασίστηκε στην παραδοχή ότι η Επιτροπή ενήργησε εσφαλμένα, αλλά όχι εσκεμμένα. Ωστόσο, και αφού εξέτασε εκ νέου όλα τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτή αυτή η παραδοχή. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, το γεγονός ότι η επιστολή της 12ης Ιουλίου 1996 δεν αποκάλυψε την πραγματική κατάσταση, παρόλο που η IH είχε ζητήσει από την ECHO πότε θα μπορούσε να υπογράψει τη ΣΠΕΣ, μπορεί μόνο να σημαίνει ότι η ECHO δεν επιθυμούσε να ενημερώσει την IH για τη θέση που είχε λάβει και τους λόγους στους οποίους βασίστηκε η θέση αυτή. Επομένως, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η επιστολή της ECHO της 12ης Ιουλίου 1996 αποτελεί πράγματι απόδειξη ότι η ECHO απέκρυψε εσκεμμένα την αλήθεια και, ως εκ τούτου, παραπλάνησε την IH.

v) Επιστολές της IH της 3ης Σεπτεμβρίου 1997 και της 19ης Ιανουαρίου 1998

2.39 Στις 3 Σεπτεμβρίου 1997, η ΙΗ απέστειλε εκ νέου επιστολή στην ECHO ζητώντας πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο της εφαρμογής της, ζητώντας «έγκαιρη απάντηση». Σύμφωνα με την IH, δεν δόθηκε άμεση απάντηση στην επιστολή αυτή. Με έγγραφο που απηύθυνε σε άλλον υπάλληλο της ECHO στις 19 Ιανουαρίου 1998, η IH επισήμανε εκ νέου ότι η αίτησή της για υπογραφή της ΣΑΣ είχε κατατεθεί τον Μάρτιο του 1996. Σύμφωνα με την IH, η επιστολή αυτή δεν απαντήθηκε.

2.40 Στην επιστολή του για την έναρξη της παρούσας έρευνας, ο Διαμεσολαβητής συμπεριέλαβε τις ανωτέρω πληροφορίες στη σύνοψη επί της οποίας ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν το έπραξε κατά τη γνώμη της.

2.41 Ενόψει των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε ο Διαμεσολαβητής σε σχέση με την επιστολή της 12ης Ιουλίου 1996, φαίνεται ότι η μη έγκαιρη απάντηση στις επιστολές της ΙΗ της 3ης Σεπτεμβρίου 1997 και της 19ης Ιανουαρίου 1998 όχι μόνο συνιστά κακοδιοίκηση, αλλά επιβεβαιώνει ότι υπήρχε κάτι θεμελιωδώς εσφαλμένο όσον αφορά τον χειρισμό της αίτησης της ΙΗ από την ECHO.

vi) Επιστολή της ECHO της 26ης Ιανουαρίου 1999

2.42 Στις 20 Ιανουαρίου 1999, η IH απέστειλε επιστολή στην ECHO σχετικά με τα σχέδια της τελευταίας να χορηγήσει επείγουσα βοήθεια στη Ρωσία. Με την επιστολή αυτή, η ΙΗ πληροφόρησε την ECHO ότι η επείγουσα βοήθεια της προς τις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ και της Ανατολικής Ευρώπης ανέρχεται πλέον σε περισσότερα από 32 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα. Στην απάντησή της της 26ης Ιανουαρίου 1999, η ECHO επισήμανε ότι, κατά γενικό κανόνα, εκτελούσε το ανθρωπιστικό της έργο με οργανισμούς-εταίρους που είχαν προηγουμένως υπογράψει τη ΣΑΣ. Ο υπάλληλος της ECHO που συνέταξε την επιστολή της 26ης Ιανουαρίου 1999 πρότεινε στην IH να επικοινωνήσει με τον κ. G. (άλλο υπάλληλο της ECHO) για γενικές ερωτήσεις σχετικά με τη ΣΠΕΣ.

2.43 Στην απάντησή της της 18ης Φεβρουαρίου 1999, η IH τόνισε ότι είχε ήδη υποβάλει αίτηση για την υπογραφή της ΣΑΣ το 1996. Στην επιστολή αυτή, η ΙΗ υποστήριξε ότι ο G. την ενημέρωσε τηλεφωνικώς ότι οι ΜΚΟ που επιθυμούν να συνεργαστούν με την ECHO θα τύχουν της ίδιας μεταχείρισης με εκείνες που έχουν ήδη υπογράψει τη ΣΑΣ. Ωστόσο, σύμφωνα με την IH, η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Ως εκ τούτου, η ΙΗ διερωτήθηκε κατά πόσον ορισμένες ΜΚΟ είναι «πιο ισότιμες» από άλλες. Σύμφωνα με την IH, δεν δόθηκε απάντηση στην επιστολή αυτή.

Στην επιστολή του για την έναρξη της παρούσας έρευνας, ο Διαμεσολαβητής συμπεριέλαβε τις ανωτέρω πληροφορίες στη σύνοψη επί της οποίας ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν το έπραξε κατά τη γνώμη της.

2.44 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η αναφορά σχετικά με τη δυνατότητα υπογραφής της ΣΑΣ, η οποία περιλαμβανόταν στην επιστολή της 20ής Ιανουαρίου 1999, μπορεί ίσως να εξηγηθεί από το γεγονός ότι ο υπάλληλος που συνέταξε την επιστολή αυτή δεν γνώριζε την αίτηση της IH της 20ής Μαρτίου 1996. Ωστόσο, δεν κατανοεί τους λόγους για τους οποίους η επιστολή της IH της 18ης Φεβρουαρίου 1999 και ο σοβαρός ισχυρισμός που προέβαλε δεν απαντήθηκαν. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει το συμπέρασμα ότι υπήρχε κάτι θεμελιωδώς εσφαλμένο όσον αφορά τον χειρισμό της αίτησης της IH από την ECHO.

vii) Επιστολές της IH της 18ης Φεβρουαρίου και της 19ης Μαΐου 1999 και επιστολή της ECHO της 1ης Ιουνίου 1999

2.45 Στις 19 Μαΐου 1999, η ΙΗ υπενθύμισε εκ νέου στην ECHO ότι η αίτησή της του 1996 δεν είχε ακόμη εξεταστεί. Στην απάντησή της της 1ης Ιουνίου 1999, η ECHO επισήμανε ότι μια νέα ΣΑΣ τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1999, ότι επί του παρόντος διοργανώνει συνεδριάσεις για την υπογραφή της εν λόγω ΣΑΣ με τους υφιστάμενους εταίρους της και ότι θα εξεταστούν στη συνέχεια οι αιτήσεις εταιρικής σχέσης από ΜΚΟ που είχαν λάβει συμβάσεις από την ECHO στο παρελθόν. Η ECHO εξήγησε περαιτέρω ότι το τελευταίο βήμα θα ήταν να ελεγχθεί η συμμόρφωση με τα κριτήρια επιλεξιμότητας των ΜΚΟ που δεν είχαν συνεργαστεί ποτέ με την ECHO και ότι η IH ανήκε σε αυτή την τρίτη κατηγορία. Σύμφωνα με την IH, είχε εξαπατηθεί και πάλι.

2.46 Στη γνώμη της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι είχε αποφασίσει τότε να θεωρήσει τις αιτήσεις στο πλαίσιο της προηγούμενης ΣΑΣ ως αυτομάτως ανανεούμενες για τη νέα ΣΑΣ, αντί να θεωρήσει τις αιτήσεις αυτές ως «caduque». Αυτό σήμαινε ότι η Επιτροπή ανέλαβε την ευθύνη για τις διοικητικές καθυστερήσεις της και προσπάθησε να μην επιβάλει κυρώσεις σε κανέναν από τους προηγούμενους αιτούντες (συμπεριλαμβανομένης της ΙΗ) για τους οποίους δεν ήταν δυνατόν να διατυπωθεί οριστική γνώμη βάσει της παλαιάς ΣΠΕΣ.

2.47 Ο Διαμεσολαβητής εκπλήσσεται κάπως από το γεγονός ότι η Επιτροπή φαίνεται να επιθυμεί να επαινέσει το γεγονός ότι δεν δήλωσε απλώς ότι η αίτηση του ΙΗ δεν ήταν πλέον έγκυρη όταν τέθηκε σε ισχύ η νέα ΣΑΣ. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αίτηση της IH βρισκόταν στην κατοχή της ECHO επί σχεδόν τρία έτη όταν τέθηκε σε ισχύ η νέα ΣΑΣ, ότι η IH ενημερώθηκε για την αλλαγή αυτή μόλις πέντε μήνες μετά την πραγματοποίησή της και ότι, αντί να ζητήσει συγγνώμη για την καθυστέρηση που σημειώθηκε, η ECHO έκρινε ότι η αίτηση της IH έπρεπε να εξεταστεί κατά την τελευταία από τις τρεις φάσεις, δηλαδή ότι η τελική απόφαση έπρεπε να καθυστερήσει εκ νέου. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η προσέγγιση αυτή είναι ασυμβίβαστη με τις αρχές της χρηστής διοίκησης.

2.48 Όπως αποδείχθηκε, μόλις στις 14 Δεκεμβρίου 2000 η ECHO ενημέρωσε την IH ότι ήταν πλέον σε θέση να εξετάσει τις αιτήσεις, όπως αυτές της IH, που ενέπιπταν στο τρίτο στάδιο.

2.49 Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε ότι η περαιτέρω καθυστέρηση από το 1999 μπορούσε να εξηγηθεί από διάφορους διοικητικούς λόγους. Σε αυτές περιλαμβάνονταν i) η ανισορροπία μεταξύ του αριθμού των προς επεξεργασία φακέλων και των διαθέσιμων πόρων κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών· ii) τις αντικειμενικές ανησυχίες σχετικά με το βάσιμο της αίτησης της IH, βάσει επίσημων και τεκμηριωμένων πληροφοριών που λαμβάνονται μέσω συνήθους διαδικασίας· και iii) την αξιολόγηση της Επιτροπής όσον αφορά τη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας της διεξαγωγής ad hoc έρευνας έντασης εργασίας σχετικά με την αίτηση της IH, κατά παρέκκλιση από τη συνήθη διαδικασία αξιολόγησης.

2.50 Ο Διαμεσολαβητής δεν είναι πεπεισμένος για τους λόγους αυτούς. Ακόμη και αν υπήρχε έλλειψη πόρων, τίποτα δεν εμπόδιζε την ECHO να ενημερώσει την ΙΗ ήδη από το 1999 σχετικά με τις ανησυχίες της όσον αφορά την εφαρμογή της τελευταίας, αποκαλύπτοντας έτσι τελικά την πραγματική κατάσταση. Ωστόσο, και για άλλη μια φορά, η ECHO παρέλειψε να το πράξει. Λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό της υπόθεσης, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι σε θέση να πιστέψει ότι η αποτυχία αυτή ήταν συμπτωματική (10). Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι η επιστολή της 1ης Ιουνίου 1999 πληροφόρησε την ΙΗ ότι οι ΜΚΟ των οποίων οι αιτήσεις υποβλήθηκαν στην τελευταία φάση θα μπορούσαν να υπογράψουν τη ΣΑΣ «μετά τη λήψη θετικής απάντησης από τις εθνικές αρχές». Ωστόσο, όταν συντάχθηκε η επιστολή αυτή, η ECHO γνώριζε ότι το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών δεν είχε λάβει τέτοια θετική απάντηση όσον αφορά την IH και ότι η ECHO δεν είχε καταβάλει περαιτέρω προσπάθειες για να λάβει τέτοια παραπομπή.

viii) Απόρριψη της αίτησης της IH από την ECHO

2.51 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, όταν, στις 17 Μαΐου 2000, η ΙΗ ζήτησε εκ νέου πληροφορίες σχετικά με το πότε θα μπορούσε να υπογράψει τη ΣΑΣ, η ECHO απάντησε ταχέως (στις 22 Μαΐου 2000) και ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση, επισημαίνοντας τον μεγάλο φόρτο εργασίας της. Επισημαίνει επίσης ότι, στην επιστολή που απέστειλε στις 14 Δεκεμβρίου 2000, η ECHO ζήτησε εκ νέου συγγνώμη για την καθυστέρηση που είχε σημειωθεί. Επομένως, φαίνεται πιθανό ότι η ECHO είχε αλλάξει γνώμη όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να χειριστεί την αίτηση της IH.

2.52 Με τηλεομοιοτυπία της 23ης Ιανουαρίου 2001, η ECHO επικοινώνησε με την IH προτείνοντας τη διενέργεια ελέγχου προκειμένου να εξακριβωθεί η συμμόρφωση της τελευταίας προς τις απαιτήσεις του άρθρου 7 του κανονισμού 1257/96. Τελικά, δεν διενεργήθηκε τέτοιος έλεγχος.

2.53 Στις 19 Ιουλίου 2001, η ECHO πληροφόρησε την IH ότι η αίτησή της είχε απορριφθεί. Στην εν λόγω επιστολή, η ECHO παρείχε τις ακόλουθες εξηγήσεις:

«Όπως γνωρίζετε, η γερμανική αρχή που είναι αρμόδια για την παροχή πληροφοριών σχετικά με τις ανθρωπιστικές οργανώσεις στη Γερμανία είναι η Auswärtiges Amt. Η ECHO ζήτησε δεόντως τη γνώμη της για τον σκοπό αυτό το 1995, αφού έλαβε την αίτησή σας για υπογραφή της ΣΑΣ. Ελλείψει θετικής απάντησης από τις γερμανικές αρχές, η αίτηση δεν μπορούσε να εξεταστεί.

Το 1999, με την έναρξη ισχύος μιας νέας ΣΠΕΣ, η ECHO άνοιξε εκ νέου τον φάκελο της αίτησής σας και αποφάσισε να προβεί σε έλεγχο επιλεξιμότητας, ο οποίος είναι η συνήθης διαδικασία που ακολουθείται με όλους τους αιτούντες όταν οι εθνικές αρχές δεν επιβεβαιώνουν τη συμμόρφωσή τους με το άρθρο 7 [του κανονισμού 1257/96]».

2.54 Κατά την IH, οι δηλώσεις αυτές συνιστούσαν εσκεμμένα ψέματα.

2.55 Στη γνώμη της, η Επιτροπή δεν διατύπωσε συγκεκριμένες παρατηρήσεις σχετικά με το θέμα αυτό.

2.56 Με τις παρατηρήσεις της, η IH υποστήριξε ότι η απόφαση περί απορρίψεως της αιτήσεώς της ήταν παράνομη, δεδομένου ότι η IH δεν είχε τύχει προηγούμενης ακροάσεως. Η ΙΗ τόνισε ότι, από το 1996, έχει προτείνει πάνω από δώδεκα φορές στη ΓΔ VIII να υποβληθεί σε ουδέτερο έλεγχο. Η κύρια δύναμη για την πρόληψη της διενέργειας ενός τέτοιου ελέγχου ήταν η Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής. Η IH είχε επίσης υποβληθεί σε εθελοντικούς ελέγχους στη Γερμανία, πληρούσε τις προϋποθέσεις που έθεσε η VENRO και υπόκειτο σε ετήσιο έλεγχο από τις γερμανικές φορολογικές αρχές. Η ΙΗ παραδέχθηκε ότι ήταν πιθανό να διενεργηθούν έλεγχοι το 2001 για ΜΚΟ που είχαν υποβάλει μόλις πρόσφατα τις αιτήσεις τους. Ωστόσο, καμία ΜΚΟ που είχε ήδη υποβάλει αίτηση το 1996 δεν υποβλήθηκε σε έλεγχο κατά την άποψή της. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν μπορούσε να αναμένεται από την IH να υποβληθεί σε έλεγχο χωρίς να έχει προηγουμένως λάβει διευκρινίσεις σχετικά με την αναστολή της αίτησής της. Αναβάλλοντας τον έλεγχό της από το 1996 στο 2001, η ECHO είχε σαφώς παραβεί την υποχρέωσή της να ενεργεί δίκαια. Η ΙΗ πρόσθεσε ότι δεν υπάρχει νομική βάση για έλεγχο από την ECHO. Ο κανονισμός 1257/96 προέβλεπε ελέγχους μόνο στο πλαίσιο συμβάσεων χρηματοδότησης που είχαν ήδη συναφθεί.

2.57 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η επιστολή της ECHO της 19ης Ιουλίου 2001 περιείχε πράγματι ορισμένες εσφαλμένες δηλώσεις. Πρώτον, η ECHO είχε συμβουλευθεί τις γερμανικές αρχές πριν και όχι μετά την παραλαβή της αιτήσεως της IH. Δεύτερον, η άποψη της ECHO ότι δεν μπορούσε να εξετάσει την αίτηση ελλείψει θετικής απάντησης από τις γερμανικές αρχές ήταν αβάσιμη. Τρίτον, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η ECHO «άνοιξε εκ νέου» τον φάκελο και αποφάσισε να προβεί σε έλεγχο μετά την έναρξη ισχύος της νέας ΣΑΣ. Η νέα ΣΑΣ τέθηκε σε ισχύ στις αρχές του 1999. Ωστόσο, μόλις στα τέλη του 2000 φαίνεται ότι η ECHO άρχισε να εξετάζει σοβαρά την αίτηση της ΙΗ. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί, ωστόσο, ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι οι ανακρίβειες αυτές συνιστούσαν εσκεμμένα ψέματα, όπως ισχυρίστηκε η ΙΗ. Πρέπει να σημειωθεί ότι, στην επιστολή της της 19ης Ιουλίου 2001, η ECHO γνωστοποίησε τελικά τι είχε πραγματικά συμβεί όσον αφορά τον χειρισμό της αίτησης της IH.

2.58 Όσον αφορά την ίδια την απόφαση της ECHO, ο Διαμεσολαβητής εξακολουθεί να πιστεύει ότι ο έλεγχος αποτελεί κατάλληλο τρόπο για να εξακριβωθεί ότι μια ΜΚΟ πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας για την υπογραφή της ΣΠΕΣ. Είναι αληθές ότι ο όρος «έλεγχος» αναφέρεται συνήθως σε ελέγχους που διενεργούνται σε σχέση με σύμβαση που έχει ήδη συναφθεί και εφαρμοστεί. Ως εκ τούτου, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, θα ήταν σκοπιμότερο να γίνει αναφορά σε επιτόπια επαλήθευση στην παρούσα υπόθεση. Ωστόσο, αυτές οι σημασιολογικές λεπτές αποχρώσεις δεν μεταβάλλουν το γεγονός ότι η Επιτροπή πρέπει να είναι σε θέση να ελέγχει την επιλεξιμότητα ενός αιτούντος, εν ανάγκη μέσω ελέγχου/επαλήθευσης. Ο Διαμεσολαβητής δεν συμμερίζεται την άποψη του ΙΗ ότι δεν υπάρχει νομική βάση για τέτοιους ελέγχους. Εξάλλου, η ίδια η ΙΗ δέχθηκε, στις παρατηρήσεις της, την αρχή ότι οι έλεγχοι αυτοί μπορούν να διενεργούνται για άλλες ΜΚΟ (μολονότι επέμεινε ότι αυτό δεν ισχύει για την ίδια).

2.59 Είναι αληθές ότι η IH φαίνεται να έχει προτείνει επανειλημμένως στη ΓΔ VIII να υποβληθεί σε έλεγχο. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί, ωστόσο, ότι το γεγονός ότι οι προσφορές αυτές δεν φαίνεται να έχουν γίνει δεκτές δεν σημαίνει ότι η ECHO δεν θα πρέπει να επιμείνει σε έλεγχο για δικούς της σκοπούς.

2.60 Ο Διαμεσολαβητής κατανοεί πλήρως την απροθυμία της ΙΗ να υποβληθεί σε έλεγχο που προτάθηκε από την ECHO τον Ιανουάριο του 2001, δεδομένου του κατάφωρα ελλιπούς τρόπου με τον οποίο η τελευταία είχε χειριστεί προηγουμένως την αίτηση της ΙΗ. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το γεγονός ότι η ECHO παρέλειψε να εξετάσει δεόντως την αίτηση της IH επί σειρά ετών δεν σημαίνει ότι η ECHO θα πρέπει στη συνέχεια να απαλλαγεί από το καθήκον της να εξετάσει δεόντως την εν λόγω αίτηση ή να εμποδιστεί να το πράξει. Όπως προαναφέρθηκε, φαίνεται πιθανό ότι κατά τη διάρκεια του 2000 η ECHO άλλαξε γνώμη όσον αφορά τον τρόπο χειρισμού της αίτησης της IH. Στην απόφασή του επί της καταγγελίας 1702/2001/GG, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι η ECHO, επιμένοντας σε έλεγχο στην παρούσα υπόθεση, είχε υπερβεί το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει σε τέτοιες περιπτώσεις. Μολονότι ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει ότι η IH είχε ήδη υποβληθεί σε ελέγχους από άλλους φορείς (όπως οι γερμανικές φορολογικές αρχές) και είχε παράσχει στην ECHO σημαντικό αριθμό αποδεικτικών στοιχείων προς υποστήριξη της αίτησής της, θεωρεί ότι η εκτίμηση αυτή εξακολουθεί να ισχύει. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στην επιστολή της 23ης Ιανουαρίου 2001, η ECHO είχε προτείνει τη διενέργεια ελέγχου από δύο πρόσωπα, ο οποίος θα διαρκούσε δύο ημέρες. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, ο πρόσθετος φόρτος που θα συνεπαγόταν ένας τέτοιος έλεγχος για την IH δεν φαίνεται να ήταν υπερβολικός.

2.61 Όσον αφορά την εικαζόμενη παράλειψη ακρόασης της IH πριν από τη λήψη απόφασης σχετικά με την αίτησή της, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η IH δεν θα μπορούσε να αγνοεί το γεγονός ότι η άρνησή της να δεχθεί την πρόταση της ECHO για τη διενέργεια ελέγχου θα μπορούσε να έχει αρνητικές συνέπειες. Δεδομένου ότι η ECHO είχε καταστήσει σαφές ότι ο έλεγχος ήταν, κατά την άποψή της, αναγκαίος για την εξέταση της αίτησης της IH, η IH έπρεπε να εξετάσει το ενδεχόμενο να απορρίψει η ECHO την εν λόγω αίτηση μόλις αποδεικνυόταν ότι η IH δεν επιθυμούσε να διενεργήσει η ECHO έναν τέτοιο έλεγχο. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η ECHO παραβίασε το δικαίωμα ακρόασης της IH προχωρώντας στην απόρριψη της αίτησής της χωρίς προηγουμένως να ειδοποιήσει την IH για την πρόθεσή της να το πράξει.

3 Συμπέρασμα

3.1 Λαμβάνοντας υπόψη τις έρευνές του στην παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή έχει διαπράξει σοβαρές περιπτώσεις κακοδιοίκησης κατά την εξέταση της αίτησης του ΙΗ για υπογραφή της ΣΑΣ. Εκτός από τις ελλείψεις που έχει ήδη εντοπίσει ο Διαμεσολαβητής στην απόφασή του σχετικά με την καταγγελία 1702/2001/GG, η παρούσα έρευνα οδήγησε στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η ECHO απέκρυψε εσκεμμένα την αλήθεια και, ως εκ τούτου, παραπλάνησε την IH. Το συμπέρασμα αυτό ισχύει ιδίως για το έγγραφο της ECHO της 12ης Ιουλίου 1996. Είναι επίσης σαφές ότι ο τρόπος με τον οποίο η ECHO χειρίστηκε την αίτηση αυτή έθετε σοβαρά σε μειονεκτική θέση την ΙΗ.

3.2 Με βάση την ανωτέρω διαπίστωση, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί κατά πόσον η συμπεριφορά της ECHO θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί δόλια ή κατά πόσον η IH υπέστη διακρίσεις από την ECHO. Σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να καταλήξει σε σταθερό συμπέρασμα όσον αφορά τον ισχυρισμό περί διακριτικής μεταχείρισης, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να συγκρίνει τον τρόπο με τον οποίο η ECHO χειρίστηκε όλες τις άλλες αιτήσεις υπογραφής της ΣΠΕΣ που είχε λάβει. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, οι διεξοδικές περαιτέρω έρευνες που θα συνεπάγονταν κάτι τέτοιο δεν είναι δικαιολογημένες, δεδομένου ότι το αποτέλεσμα αυτών των ερευνών δεν θα επηρέαζε το συμπέρασμα στο οποίο έχει ήδη καταλήξει βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που του έχουν υποβληθεί και σύμφωνα με το οποίο η παρούσα υπόθεση έχει οδηγήσει σε κακοδιοίκηση σοβαρότατης φύσεως. Σε κάθε περίπτωση, ο Διαμεσολαβητής μπορεί μόνο να ελπίζει ότι καμία άλλη ΜΚΟ δεν έχει αντιμετωπιστεί από την ECHO όπως η IH.

3.3 Τα ανωτέρω συμπεράσματα αφορούν την περίοδο μέχρι τις αρχές του 2000 ή τα μέσα του 2000. Ο Διαμεσολαβητής δεν βρήκε πειστικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η κακοδιοίκηση που εντόπισε συνεχίστηκε και μετά το χρονικό αυτό σημείο.

3.4 Κατά την άποψή της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι οι εναντίον της κατηγορίες της ΙΗ ήταν δυσφημιστικές. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να τονίσει ότι, ακόμη και αν όλοι οι ισχυρισμοί της ΙΗ δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι, δεν μπορεί ασφαλώς να γίνει λόγος για συκοφαντική δυσφήμιση της Επιτροπής από την ΙΗ.

3.5 Στην επιστολή της προς τον Διαμεσολαβητή της 6ης Ιουλίου 2005 και στις παρατηρήσεις της, η IH δεν προέβαλε συγκεκριμένα αιτήματα. Επίσης, δεν ανέφερε αν εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για την υπογραφή της ΣΑΣ. Αυτό που είναι σαφές, ωστόσο, είναι ότι η IH επιθυμεί τουλάχιστον να λάβει η Επιτροπή τα κατάλληλα μέτρα για να αποκαταστήσει τη ζημία στη φήμη της που προκάλεσε ο χειρισμός της αίτησής της από την Επιτροπή. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η επίσημη συγγνώμη είναι το ελάχιστο που μπορεί να αναμένεται σε τέτοιες περιστάσεις μιας διοίκησης που επιθυμεί να καταστήσει σαφές ότι εκφράζει τη λύπη της για την κακοδιοίκηση που έχει σημειωθεί. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί, ωστόσο, ότι η Επιτροπή θα ήταν σκόπιμο να διερευνήσει περαιτέρω δυνατότητες για την παροχή ικανοποίησης στο ΙΗ. Είναι σαφές ότι η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εξετάσει το ενδεχόμενο λήψης περαιτέρω μέτρων που ενδέχεται να χρειαστούν προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν θα επαναληφθούν τέτοιες περιπτώσεις.

3.6 Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στην Επιτροπή το ακόλουθο σχέδιο σύστασης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή:

Το σχέδιο σύστασης

Η Επιτροπή θα πρέπει να ζητήσει συγγνώμη για τις σοβαρές περιπτώσεις κακοδιοίκησης που διέπραξε κατά την εξέταση της αίτησης της IH για υπογραφή της ΣΑΣ και να εξετάσει κατά πόσον υπάρχουν περαιτέρω δυνατότητες τροποποίησης της IH. Θα πρέπει επίσης να εξετάσει το ενδεχόμενο λήψης τυχόν περαιτέρω μέτρων που ενδέχεται να χρειαστούν προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι περιπτώσεις αυτές δεν θα επαναληφθούν.

Η Επιτροπή και η IH θα ενημερωθούν για το παρόν σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 15 Φεβρουαρίου 2008. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή της απόφασης του Διαμεσολαβητή και στην περιγραφή των μέτρων που ελήφθησαν για την εφαρμογή του σχεδίου σύστασης.

Στρασβούργο, 14 Νοεμβρίου 2007

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με τους κανονισμούς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).

(2) ΕΕ 1996, L 163, σ. 1.

(3) Βλ. άρθρα 20 και 22 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, ο οποίος είναι διαθέσιμος στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).

(4) Η παρατήρηση αυτή φαίνεται να βασίζεται στη διατύπωση της γερμανικής μετάφρασης της γνώμης της Επιτροπής, η οποία διαφέρει από το αγγλικό πρωτότυπο επί του σημείου αυτού. Το ζήτημα αυτό θα εξεταστεί στη συνέχεια.

(5) Βλ. άρθρα 20 και 22 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, ο οποίος είναι διαθέσιμος στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).

(6) Με τις παρατηρήσεις της, η IH επικαλέστηκε έγγραφο που απηύθυνε στον δικηγόρο της το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών στις 25 Νοεμβρίου 1996, αντίγραφο του οποίου προσκόμισε. Η ΙΗ δήλωσε ότι η επιστολή αυτή επιβεβαίωσε ότι το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών δεν ήταν αρμόδιο για την αξιολόγηση των γερμανικών ΜΚΟ. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι στην εν λόγω επιστολή, το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών παραδέχθηκε πράγματι ότι δεν ήταν ούτε αρμόδιο ούτε σε θέση να αξιολογήσει ανθρωπιστικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στη Γερμανία και ότι, ως εκ τούτου, έπρεπε να βασιστεί στην εμπειρογνωμοσύνη άλλων φορέων στο πλαίσιο αυτό, όπως το Deutsches Institut für Sozialfragen («DZI»). Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, το γεγονός αυτό δεν θέτει κατ' ανάγκη υπό αμφισβήτηση τη χρησιμότητα των πληροφοριών που διαβιβάζει το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών στην ECHO. Είναι σαφές, ωστόσο, ότι επιβεβαιώνει ότι η ECHO πρέπει να αξιολογήσει πολύ προσεκτικά τις πληροφορίες αυτές προτού συναγάγει συμπεράσματα που θα ήταν αρνητικά για τον αιτούντα.

(7) Πρβλ. σημείο 2.5 της απόφασης, το οποίο είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).

(8) Βλ. σημεία 2.10 και 2.11 της απόφασης, η οποία είναι επίσης διαθέσιμη στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).

(9) ΕΕ 2002, L 248, σ. 1.

(10) Ο καταγγέλλων προσκόμισε αντίγραφο της επιστολής της ECHO της 1ης Ιουνίου 1999, την οποία φαίνεται ότι έλαβε όταν του δόθηκε πρόσβαση στον φάκελο της ECHO. Το σχετικό αντίγραφο περιλαμβάνει το κείμενο που φαίνεται να είναι post-it που προστίθεται στην παρούσα επιστολή, το οποίο έχει ως εξής: "! avant d'entamer toute procédure avec cette ONG, en parler avec GG pour background !". Τα αρχικά που αναφέρονται στο παρόν μήνυμα φαίνεται να είναι τα αρχικά του προσώπου που υπέγραψε την επιστολή της 1ης Ιουνίου 1999. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το μήνυμα αυτό επιδέχεται ερμηνεία.

What did you think of this automatic translation? Give us your opinion!