FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Easy to read
  • Text size

You have a complaint against an EU institution or body?

Contents

Current language: 
  • Ελληνικά
Source language: 
Available languages: 
The translation of this page has been generated by machine translation.
Machine translations can contain errors potentially reducing clarity and accuracy; the Ombudsman accepts no liability for any discrepancies. For the most reliable information and legal certainty, please refer to the source version in English linked above.
For more information please consult our language and translation policy.

Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η έρευνά της σχετικά με την καταγγελία 1682/2010/(ANA)BEH κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Το ιστορικό της καταγγελίας

1. Η καταγγέλλουσα είναι οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών, η οποία, σύμφωνα με τον ιστότοπό της, είναι ένας συνασπισμός σχεδόν 200 ομάδων δημοσίου συμφέροντος, συνδικαλιστικών οργανώσεων, ακαδημαϊκών και επιχειρήσεων δημόσιων υποθέσεων που ασχολούνται με την αυξανόμενη επιρροή που ασκούν οι εκπρόσωποι ομάδων συμφερόντων στην πολιτική ατζέντα στην Ευρώπη και τον αντίκτυπό της στη χάραξη πολιτικής στην ΕΕ.

2. Στις 8 Αυγούστου 2008, μια οργάνωση που αποτελεί μέρος του συνασπισμού που αποτελεί τον καταγγέλλοντα απέστειλε ανοικτές επιστολές στον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με τις οποίες επέστησε την προσοχή της Επιτροπής σε ορισμένα ζητήματα που αφορούσαν ομάδες εμπειρογνωμόνων. Στο πλαίσιο αυτό, παρέπεμψε στις αρχές και τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής σχετικά με τη συλλογή και τη χρήση πραγματογνωμοσύνης [1], καθώς και στα ελάχιστα πρότυπα διαβούλευσης [2]. Κατ’ ουσίαν, ο καταγγέλλων υπογράμμισε ότι, για λόγους διαφάνειας, είναι σημαντικό το κοινό να γνωρίζει ποιος ζητείται η γνώμη του και γιατί και ζήτησε τη δημοσίευση των καταλόγων μελών των ομάδων εμπειρογνωμόνων που συμβουλεύουν την Επιτροπή. Επιπλέον, υποστήριξε ότι συγκεκριμένες ομάδες συμφερόντων έχουν προνομιακή πρόσβαση στην Επιτροπή και ότι, σε αντίθεση με τις ανωτέρω ανακοινώσεις της Επιτροπής, τα επιχειρηματικά συμφέροντα αποτελούν απόλυτη πλειοψηφία έναντι όλων των άλλων μη κυβερνητικών φορέων των οποίων ζητήθηκε η γνώμη. Ο καταγγέλλων κάλεσε την Επιτροπή να θεσπίσει συνεκτικά κριτήρια επιλογής των μελών και να συμπεριλάβει σε αυτά «σαφή ορισμό του τι σημαίνει ισότιμη, αναλογική και συμμετοχική εκπροσώπηση όλων των σχετικών και επηρεαζόμενων ομάδων στην κοινωνία».

3. Με επιστολή της 19ης Σεπτεμβρίου 2008, ο Γενικός Γραμματέας της Επιτροπής απάντησε εξ ονόματος της Επιτροπής και δήλωσε ότι η διαφάνεια έχει τεθεί στην πρώτη γραμμή του στρατηγικού θεματολογίου της Επιτροπής μέσω της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας για τη διαφάνεια. Η τελευταία εξέλιξη στον τομέα ήταν η δημιουργία ενός ηλεκτρονικού μητρώου εκπροσώπησης συμφερόντων και ενός μητρώου ομάδων εμπειρογνωμόνων (συμπεριλαμβανομένης, από το 2006, της δημοσίευσης των ονομάτων των μελών των ομάδων εμπειρογνωμόνων). Επιπλέον, η Επιτροπή ενέκρινε οριζόντιους κανόνες για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων (SEC(2005)1004), τους οποίους θα ακολουθούν όλες οι υπηρεσίες της κατά τη σύσταση ομάδας εμπειρογνωμόνων, τον διορισμό των εμπειρογνωμόνων της ή τη διοργάνωση των συνεδριάσεών της. Ο Γενικός Γραμματέας της Επιτροπής εξήγησε ότι ο ρόλος των ομάδων εμπειρογνωμόνων είναι να παρέχουν υψηλού επιπέδου τεχνική εμπειρογνωμοσύνη στις υπηρεσίες της Επιτροπής και όχι εκπροσώπηση συμφερόντων. Ως εκ τούτου, η βάση για την επιλογή των εμπειρογνωμόνων είναι οι εξειδικευμένες γνώσεις τους, αν και μπορεί επίσης να εκπροσωπούν ειδικά συμφέροντα. Δεδομένου ότι οι μισές από τις ομάδες εμπειρογνωμόνων αποτελούνται από εμπειρογνώμονες των εθνικών διοικήσεων, οι υπόλοιπες έχουν μεικτές συνθέσεις στις οποίες συμμετέχουν ακαδημαϊκοί ή επιστήμονες υπό την προσωπική τους ιδιότητα, δημόσιοι υπάλληλοι, ΜΚΟ και ο επιχειρηματικός τομέας. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η συνολική σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων είναι ισορροπημένη: Οι ΜΚΟ και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, καθώς και ο επιχειρηματικός τομέας, εκπροσωπούνται στο 25 % των ομάδων εμπειρογνωμόνων, οι ακαδημαϊκοί και οι επιστήμονες στο 30 % και οι επαγγελματίες του δημόσιου τομέα στο 70 % των ομάδων εμπειρογνωμόνων.

4. Όσον αφορά τις συγκεκριμένες ομάδες που αναφέρονται στις επιστολές του καταγγέλλοντος, ο Γενικός Γραμματέας της Επιτροπής υπέβαλε παράρτημα με τίτλο «Τεχνικές πληροφορίες σχετικά με ορισμένες ομάδες που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της ΓΔ [3] Επιχειρήσεις και Βιομηχανία, της ΓΔ Περιβάλλοντος, της ΓΔ Έρευνας, της ΓΔ Μεταφορών και Ενέργειας και της ΓΔ Υγείας και Καταναλωτών ». Όσον αφορά τη σύνθεση των εν λόγω ομάδων εμπειρογνωμόνων, η Επιτροπή κάλεσε τον καταγγέλλοντα να λάβει υπόψη τους ακόλουθους παράγοντες: (i) η σύνθεση εξαρτάται από τον συγκεκριμένο στόχο/εντολή μιας ομάδας, (ii) οι ομάδες εμπειρογνωμόνων δεν λαμβάνουν αποφάσεις, (iii) θα μπορούσε να ζητηθεί η γνώμη πολλών ομάδων για οποιαδήποτε ενιαία πρόταση και (iv) οι ομάδες εμπειρογνωμόνων δεν είναι παρά ένας τρόπος συλλογής εμπειριών ή αναζήτησης απόψεων από διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη, δεδομένου ότι η Επιτροπή χρησιμοποιεί συμπληρωματικά ή εναλλακτικά μέσα συλλογής εμπειρογνωμοσύνης και/ή εκπροσώπησης συμφερόντων, όπως μελέτες, ευρωπαϊκοί οργανισμοί, πράσινες βίβλοι, ακροάσεις κ.λπ.

5. Όσον αφορά τη δημοσίευση των ονομάτων των μελών της ομάδας εμπειρογνωμόνων, η Επιτροπή επανέλαβε τη δέσμευσή της να το πράξει, αλλά εξήγησε ότι αυτό προβλέπεται μόνο για άτομα που συμμετέχουν υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Όταν ένας οργανισμός εκπροσωπείται από άτομα εκ περιτροπής, δημοσιεύεται το όνομα του οργανισμού. Η Επιτροπή διαβεβαίωσε τον καταγγέλλοντα ότι η διαδικασία δημοσίευσης των ονομάτων των ατόμων θα είχε ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2008. Η Επιτροπή εξήγησε επίσης ότι διενεργεί αξιολόγηση των οριζόντιων κανόνων για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων προκειμένου να αξιολογήσει κατά πόσον θα μπορούσαν να γίνουν περαιτέρω βελτιώσεις.

6. Σε ανοικτή επιστολή της 16ης Δεκεμβρίου 2008, ο καταγγέλλων εξέφρασε την ικανοποίησή του για την πρόοδο που σημειώθηκε όσον αφορά τη γνωστοποίηση της συμμετοχής του σε ομάδες εμπειρογνωμόνων και αναγνώρισε τον στόχο της Επιτροπής να δημοσιεύσει όλα τα ονόματα πριν από τον Ιανουάριο του 2009. Επισημαίνει, ωστόσο, ότι εξακολουθούν να λείπουν βασικές πληροφορίες για τα δύο τρίτα των ομάδων. Ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να διευκρινίσει τα ακόλουθα σημεία που έθιξε στην επιστολή της: Πρώτον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η συμμετοχή σε ομάδα εμπειρογνωμόνων θα πρέπει να εξαρτάται από τη γνωστοποίηση του ονόματος του εμπειρογνώμονα και, για λόγους διαφάνειας, η εμπιστευτικότητα θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο κατ’ εξαίρεση. Δεύτερον, ο καταγγέλλων ζήτησε επιβεβαίωση ότι τα ελάχιστα πρότυπα για την ανακοίνωση σχετικά με τις διαβουλεύσεις, καθώς και οι κατευθυντήριες γραμμές για τη συλλογή και τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης ισχύουν για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων. Τρίτον, ο καταγγέλλων ζήτησε τη γνώμη της Επιτροπής σχετικά με το κατά πόσον ορισμένες ομάδες συμμορφώνονται με τις ανωτέρω ανακοινώσεις [4]. Τέταρτον, ο καταγγέλλων εξέφρασε την ανησυχία του για τη δήλωση της Επιτροπής ότι «η ποιότητα της εμπειρογνωμοσύνης υπερισχύει της εκπροσώπησης συμφερόντων» και ότι «το επίπεδο και η ποιότητα των μεμονωμένων εμπειρογνωμόνων που παρουσιάζονται σε κάθε συνεδρίαση είναι συχνά πιο σημαντικά από τον αριθμό των εμπειρογνωμόνων που εκπροσωπούν διαφορετικά συμφέροντα». «[Δ] λείπουν διάφοροι τύποι εμπειρογνωμοσύνης και διαφορετικές θεσμικές διασυνδέσεις», όπως πανεπιστήμια και οργανισμοί δημοσίου συμφέροντος, ενώ μόνο εταιρείες με άμεσο οικονομικό συμφέρον σε ορισμένες πολιτικές της ΕΕ καλούνται να παράσχουν σχετική εμπειρογνωσία στην Επιτροπή. Πέμπτον, ο καταγγέλλων εξέφρασε την ανησυχία του για τη δήλωση της Επιτροπής ότι ο αριθμός των οργανώσεων στο πλαίσιο μιας ομάδας εμπειρογνωμόνων δεν επηρεάζει την ισορροπία συμφερόντων και εξήγησε ότι ο αριθμός των εκπροσωπήσεων μιας συγκεκριμένης άποψης μπορεί να επηρεάσει τη λήψη αποφάσεων στο πλαίσιο μιας ομάδας. Τέλος, ο καταγγέλλων εξέφρασε τη διαφωνία του με την άποψη ότι οι οριζόντιοι κανόνες για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων διασφαλίζουν τη διαφάνεια. Ως εκ τούτου, εξέφρασε την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι οι κανόνες αυτοί υπόκεινται σε αξιολόγηση. Επιπλέον, ο καταγγέλλων εξέφρασε την πεποίθηση ότι η Επιτροπή θα πρέπει να θεσπίσει μια ανοικτή, διαφανή και χωρίς αποκλεισμούς διαδικασία για την επιλογή των μελών της ομάδας εμπειρογνωμόνων.

7. Στις 9 Μαρτίου 2009, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, αν και δεν είχε λάβει επισήμως την επιστολή της 16ης Δεκεμβρίου 2008, η επιστολή αυτή επισυνάφθηκε στην κοινοβουλευτική ερώτηση E-7074/08. Η Επιτροπή έκρινε ότι η απάντηση του Προέδρου της Επιτροπής στην ερώτηση αυτή, με ημερομηνία 6 Μαρτίου 2009, αφορούσε τα περισσότερα ζητήματα που εγείρονταν στην παρούσα επιστολή. Η Επιτροπή ενημέρωσε επίσης τον καταγγέλλοντα ότι το δημόσιο μητρώο ομάδων εμπειρογνωμόνων ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο του 2009.

8. Η απάντηση της Επιτροπής στην κοινοβουλευτική ερώτηση E-7074/08 έχει ως εξής. Όσον αφορά τη δημοσιοποίηση των ονομάτων των εμπειρογνωμόνων, η Επιτροπή ανέφερε κατ' ουσίαν ότι τα μέλη που αντιτίθενται στη δημοσίευση πρέπει να παρέχουν βάσιμους λόγους και, σε περίπτωση που δεν το πράξουν, τα άτομα αυτά δεν μπορούν πλέον να είναι μέλη ομάδων εμπειρογνωμόνων. Όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής των ελάχιστων προτύπων για την ανακοίνωση σχετικά με τις διαβουλεύσεις, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι εφαρμόζονται στις ομάδες εμπειρογνωμόνων που συμμετέχουν στα διάφορα στάδια του κύκλου χάραξης πολιτικής, αλλά ότι δεν έχουν σημασία όταν οι ομάδες εμπειρογνωμόνων αντιμετωπίζουν αμιγώς τεχνικά ζητήματα. Όσον αφορά τη συμμόρφωση των έξι ομάδων εμπειρογνωμόνων που ανέφερε ο καταγγέλλων στην επιστολή του της 16ης Δεκεμβρίου 2008 με τις σχετικές ανακοινώσεις, η Επιτροπή δήλωσε ότι αυτό ίσχυε για πέντε από αυτές, ενώ μία ομάδα δεν είχε συναντηθεί από το 2004. Η Επιτροπή απέρριψε τον ισχυρισμό ότι υπάρχει συμβιβασμός μεταξύ της ποιότητας της εμπειρογνωμοσύνης και της πολυμορφίας των απόψεων. Η Επιτροπή υπερασπίστηκε την προηγούμενη δήλωσή της ότι «ο αριθμός των οργανισμών δεν θεωρείται σημείο αναφοράς για την εξισορρόπηση συμφερόντων». Τέλος, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν έκρινε αναγκαίο να καθορίσει γενικά κριτήρια επιλογής. Η επιλογή εμπειρογνωμόνων, όταν η Επιτροπή επιδιώκει να αποκτήσει τη βέλτιστη διαθέσιμη εμπειρογνωμοσύνη και να διασφαλίσει την ισόρροπη εκπροσώπηση των διακυβευόμενων συμφερόντων, μπορεί να εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, όπως ο σχετικός τομέας και η εντολή της ομάδας. Όταν πρέπει να διοριστούν εμπειρογνώμονες σε αυτές τις ομάδες, τα κριτήρια επιλογής καθορίζονται από την Επιτροπή στην πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων.

9. Με επιστολή της 31ης Ιουλίου 2009, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή καταγγέλλοντας το γεγονός ότι «η Επιτροπή δεν παρέχει επαρκή διαφάνεια όσον αφορά τη σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων και δεν έχει λάβει επαρκή μέτρα για την αποκατάσταση της μη ισορροπημένης σύνθεσης ορισμένων ομάδων εμπειρογνωμόνων». Συγκεκριμένα, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε ως εξής τη θέση της Επιτροπής που αναφέρεται στην προηγούμενη αλληλογραφία και την απάντηση της Επιτροπής στην κοινοβουλευτική ερώτηση E-7074/08: i) η γνωστοποίηση της συμμετοχής σε ομάδες εμπειρογνωμόνων δεν είναι πλήρης· ii) τα ελάχιστα πρότυπα για την ανακοίνωση των διαβουλεύσεων ισχύουν για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων που ασχολούνται με τεχνικά ζητήματα· iii) ορισμένες ομάδες εμπειρογνωμόνων στις οποίες κυριαρχεί ο κλάδος δεν συμμορφώνονται με τις σχετικές ανακοινώσεις· iv) είναι αναγκαίο να θεσπιστούν νέα κριτήρια επιλογής για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων· v) οι λόγοι για τους οποίους τα μέλη της ομάδας εμπειρογνωμόνων αποκλείονται από τη δημοσιοποίηση θα πρέπει να δημοσιεύονται· και vi) οι εκπρόσωποι επιχειρήσεων και οι εκπρόσωποι ομάδων συμφερόντων δεν μπορούν να συμμετέχουν με «προσωπική ιδιότητα». Ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να λάβει μέτρα σύμφωνα με τις ανωτέρω απόψεις της.

10. Με επιστολή της 23ης Οκτωβρίου 2009, η Επιτροπή απάντησε στον καταγγέλλοντα, τον ευχαρίστησε για τη συνάντηση με την Επιτροπή στις 22 Σεπτεμβρίου 2009 για μια άτυπη συζήτηση και εξέτασε τα σημεία που έθιξε ο καταγγέλλων στην επιστολή του με τη σειρά που διατυπώθηκαν.

θ) Όσον αφορά τη δημοσιοποίηση της ιδιότητας του μέλους στο μητρώο ομάδων εμπειρογνωμόνων, η Επιτροπή υπερασπίστηκε τη δήλωσή της ότι επί του παρόντος παρέχεται πλήρης δημοσιοποίηση. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή εξήγησε ότι 103 όμιλοι προσδιορίστηκαν στην επιστολή του καταγγέλλοντος. Πράγματι, 44 εξ αυτών αποτελούνται αποκλειστικά από εθνικές αρχές και οι εμπειρογνώμονες που συμμετέχουν στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων δεν διορίζονται με ονομαστικό τρόπο. Στις περιπτώσεις αυτές, αρκεί η αναφορά της εθνικής αρχής. Όσον αφορά 38 άλλους ομίλους, η Επιτροπή ευχαρίστησε τον καταγγέλλοντα που επέστησε την προσοχή του σε πραγματικά σφάλματα στο μητρώο, τα οποία είχαν έκτοτε διορθωθεί. Απέδωσε τα σφάλματα στον τεράστιο όγκο πληροφοριών και στους περιορισμένους διαθέσιμους πόρους και δεσμεύτηκε να βελτιώσει τις πληροφορίες σχετικά με τις ομάδες εμπειρογνωμόνων. Σε 20 περιπτώσεις, η Επιτροπή έκρινε ότι οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος δεν ήταν δικαιολογημένοι, είτε επειδή ο κατάλογος παρέχεται πράγματι είτε επειδή οι πληροφορίες που περιέχονται στο μητρώο δεν επιτρέπουν να δηλωθεί ότι τα μέλη εκπροσωπούν τη βιομηχανία και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχουν ονόματα των μελών της βιομηχανίας που πρέπει να αναφέρονται." Όσον αφορά τον υπόλοιπο όμιλο, η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι δεν είχε παρασχεθεί κατάλογος. Οι πληροφορίες σχετικά με την ομάδα αυτή είχαν διαγραφεί από το μητρώο, «καθώς δεν φαινόταν να πρόκειται για πραγματική ομάδα εμπειρογνωμόνων, αλλά μάλλον για σειρά έκτακτων συνεδριάσεων».

ii) Όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής της ανακοίνωσης για τα ελάχιστα πρότυπα διαβούλευσης, η Επιτροπή δήλωσε ότι εφαρμόζεται μόνο όταν η Επιτροπή επιθυμεί να ενεργοποιήσει στοιχεία από τα ενδιαφερόμενα μέρη για τη διαμόρφωση πολιτικής πριν από τη λήψη απόφασης από την Επιτροπή και κατά τη διαβούλευση σχετικά με σημαντικές πρωτοβουλίες πολιτικής. Η ανακοίνωση θα μπορούσε να ισχύει για «ομάδες εμπειρογνωμόνων που ασχολούνται με θέματα τα οποία δεν αποτελούν μέρος του κύκλου χάραξης πολιτικής, υπό την προϋπόθεση ότι είναι προσαρμοσμένες στα καθήκοντα που πρέπει να εκτελεστούν».

iii) Όσον αφορά τη σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων, η Επιτροπή δήλωσε ότι «[η] σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων καθορίζεται, καταρχάς, από την εντολή/τα καθήκοντα της ομάδας και την απαιτούμενη ειδική εμπειρογνωμοσύνη. Όταν η Επιτροπή διορίζει εμπειρογνώμονες υπό την προσωπική τους ιδιότητα, η επιλογή πραγματοποιείται, ιδίως, μέσω πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων. Μερικές φορές, η σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων καθορίζεται από τον νομοθέτη. Επιπλέον, οι ομάδες εμπειρογνωμόνων δεν είναι παρά ένας τρόπος συλλογής εμπειρογνωμοσύνης για την αναζήτηση των απόψεων των ενδιαφερόμενων μερών. Πράγματι, το έργο των ομάδων εμπειρογνωμόνων συχνά συμπληρώνεται από άλλα μέσα και διαδικασίες, όπως μελέτες, δημόσιες διαβουλεύσεις, ευρωπαϊκούς οργανισμούς, πράσινες βίβλους και ακροάσεις. Ως εκ τούτου, ο βαθμός συνολικής συμμετοχής και εμπλοκής των ενδιαφερόμενων μερών σε ένα δεδομένο θέμα θα πρέπει να αξιολογείται υπό το πρίσμα όλων των πρωτοβουλιών που αναλαμβάνει η Επιτροπή και όχι απλώς εξετάζοντας τη σύνθεση των επιμέρους ομάδων εμπειρογνωμόνων.»

iv) Όσον αφορά την ανάπτυξη γενικών κριτηρίων για την επιλογή των μελών των ομάδων εμπειρογνωμόνων, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι «η επιλογή των εμπειρογνωμόνων εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, όπως ο σχετικός τομέας, η εντολή της ομάδας, η απαιτούμενη ειδική εμπειρογνωσία, καθώς και πιθανές διαδικασίες επιλογής που μπορεί να καθορίσει ο νομοθέτης κατά τη σύσταση ομάδων εμπειρογνωμόνων. Όταν η Επιτροπή διορίζει εμπειρογνώμονες υπό την προσωπική τους ιδιότητα, επιδιώκουμε πάντα να οργανώνουμε τη διαδικασία επιλογής κατά τρόπο που να εγγυάται υψηλό επίπεδο εμπειρογνωμοσύνης και, όπου είναι δυνατόν, γεωγραφική ισορροπία και ισορροπία μεταξύ των φύλων, αποφεύγοντας παράλληλα οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, η επιλογή πραγματοποιείται, μεταξύ άλλων, μέσω προσκλήσεων υποβολής υποψηφιοτήτων.» Η Επιτροπή δήλωσε ότι δεσμεύεται να ενισχύσει τη διαφάνεια και θα εξετάσει περαιτέρω μέτρα προς την κατεύθυνση της βελτίωσης των εφαρμοστέων διαδικασιών επιλογής κατά την επικαιροποίηση του πλαισίου για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων.

v) Όσον αφορά τη δημοσίευση στο μητρώο του αριθμού των εμπειρογνωμόνων για κάθε ομάδα και τους λόγους για τους οποίους δεν παρέχονται ορισμένα ονόματα, η Επιτροπή εξήγησε ότι παρέκκλιση από τη δημοσίευση μπορεί να χορηγηθεί μόνο εάν η δημοσιοποίηση του ονόματος του εμπειρογνώμονα θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια ή την ακεραιότητά του ή να βλάψει αδικαιολόγητα την ιδιωτική του ζωή. Εάν ο συγκεκριμένος λόγος ανωνυμίας δημοσιευθεί στο μητρώο, ο ενδιαφερόμενος διατρέχει τον κίνδυνο να ταυτοποιηθεί, γεγονός που ενδέχεται να παραβιάζει την ιδιωτική ζωή και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του εμπειρογνώμονα.

vi) Όσον αφορά το ζήτημα των εκπροσώπων του κλάδου που συμμετέχουν υπό την προσωπική τους ιδιότητα, η Επιτροπή τόνισε τη σημασία της ειδικής εμπειρογνωμοσύνης που απαιτείται από μια ομάδα εμπειρογνωμόνων, η οποία μπορεί να δικαιολογήσει τη συμμετοχή ενός μέλους του κλάδου. Όταν οι εν λόγω εμπειρογνώμονες διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα, «υποχρεούνται να υπογράψουν γραπτή δήλωση για να ενεργήσουν προς το δημόσιο συμφέρον, μαζί με δήλωση σχετικά με το αν υπάρχει συμφέρον που θα έθιγε την ανεξαρτησία τους. Εάν οι εμπειρογνώμονες αρνηθούν να υπογράψουν τις δηλώσεις αυτές, αποκλείονται από τις ομάδες εμπειρογνωμόνων.» Στη συνέχεια, η Επιτροπή ανέλυσε τον ρόλο των ομάδων εμπειρογνωμόνων ως φόρουμ συζήτησης και ανταλλαγής ιδεών, κύριος σκοπός των οποίων είναι να παρέχουν στην Επιτροπή εμπειρογνωσία υψηλού επιπέδου. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι παραμένει πλήρως ανεξάρτητη όταν προτείνει μια νέα πολιτική ή μέτρο. Όσον αφορά τη δημοσίευση όλων των δηλώσεων δημόσιου συμφέροντος και σύγκρουσης συμφερόντων, η Επιτροπή εξήγησε ότι αυτό δεν θα ήταν χρήσιμο, καθώς σε πολλές περιπτώσεις τα σχετικά έγγραφα είναι απλώς υπογεγραμμένες τυποποιημένες δηλώσεις. Εάν ένα μέλος του κοινού ενδιαφέρεται για το συγκεκριμένο περιεχόμενο των εν λόγω δηλώσεων, μπορεί να υποβάλει αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα δυνάμει του κανονισμού 1049/2001.

11. Σε παράρτημα της επιστολής της, η Επιτροπή παρείχε λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τις επιμέρους ομάδες εμπειρογνωμόνων που αναφέρονται στην επιστολή του καταγγέλλοντος. Πρόκειται για έξι ομάδες τις οποίες διαχειρίζεται η ΓΔ Επιχειρήσεων, δύο ομάδες τις οποίες διαχειρίζεται η ΓΔ Έρευνας, δύο ομάδες τις οποίες διαχειρίζεται η ΓΔ Εσωτερικής Αγοράς, μία ομάδα την οποία διαχειρίζεται η ΓΔ Περιβάλλοντος, μία ομάδα την οποία διαχειρίζεται η ΓΔ Κοινωνίας της Πληροφορίας και μία ομάδα την οποία διαχειρίζεται η ΓΔ Μεταφορών και Ενέργειας.

12. Τον Νοέμβριο του 2009, ο καταγγέλλων δημοσίευσε έκθεση με τίτλο «Μια δέσμια επιτροπή: ο ρόλος του χρηματοπιστωτικού κλάδου στη διαμόρφωση της νομοθεσίας της ΕΕ». Συνοπτικά, η έκθεση επικρίνει τη σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων που συμβουλεύουν την Επιτροπή στον τομέα του δημοσιονομικού κανονισμού. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η εικαζόμενη μονόπλευρη συμβολή που έλαβε η Επιτροπή από ομάδες εμπειρογνωμόνων στις οποίες κυριαρχεί ο χρηματοπιστωτικός κλάδος «συνέβαλε άμεσα στην τρέχουσα χρηματοπιστωτική αστάθεια».

13. Σε επιστολή της 18ης Φεβρουαρίου 2010 προς τον αρμόδιο για την εσωτερική αγορά και τις υπηρεσίες επίτροπο, η καταγγέλλουσα προσδιόρισε οκτώ ομάδες των οποίων η συμμετοχή ευνόησε τον χρηματοπιστωτικό επιχειρηματικό τομέα που αναφέρεται στη μελέτη του Νοεμβρίου 2009 και πρόσθεσε μια νεοσυσταθείσα ομάδα . Ο καταγγέλλων επανέλαβε την άποψή του ότι οι εν λόγω ομάδες δεν τηρούσαν τις κατευθυντήριες γραμμές για τη συλλογή και τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης και τα ελάχιστα πρότυπα για την ανακοίνωση διαβούλευσης και ζήτησε συνάντηση για να συζητηθούν τα συγκεκριμένα μέτρα που προτίθεται να λάβει η Επιτροπή ώστε να διασφαλιστεί η ισόρροπη εκπροσώπηση.

14. Στις 28 Ιουλίου 2010, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.

Επί του αντικειμένου της έρευνας

15. Στην καταγγελία της, η καταγγέλλουσα υπέβαλε τους ακόλουθους ισχυρισμούς και ισχυρισμούς:

Ισχυρισμοί

(1) Η Επιτροπή δεν προσκόμισε πλήρες μητρώο ομάδων εμπειρογνωμόνων.

Προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η συμμετοχή σε ορισμένες ομάδες εμπειρογνωμόνων παραμένει ασαφής. Επιπλέον, υπάρχουν ομάδες εμπειρογνωμόνων που δεν περιλαμβάνονται καθόλου στο Μητρώο.

(2) Η Επιτροπή δεν διασφάλισε επαρκή διαφάνεια στη λειτουργία των ομάδων εμπειρογνωμόνων.

Προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού, ο καταγγέλλων υποστηρίζει ότι i) η Επιτροπή δεν παρέχει στο κοινό τις πληροφορίες που απαιτούνται για την αξιολόγηση της συνολικής συμμετοχής και εμπλοκής των ενδιαφερόμενων μερών σε ένα δεδομένο θέμα· ii) η Επιτροπή δεν δημοσιεύει ολοκληρωμένη επισκόπηση των συνεδριάσεων και δεν διαθέτει ιστοσελίδα που να συγκεντρώνει όλες τις δραστηριότητες διαβούλευσης και αναζήτησης εμπειρογνωμοσύνης για τις διάφορες πολιτικές και νομοθετικές πρωτοβουλίες και iii) για τη συντριπτική πλειονότητα των ομάδων εμπειρογνωμόνων, οι ημερήσιες διατάξεις και τα πρακτικά δεν είναι διαθέσιμα στο διαδίκτυο μέσω συνδέσμων από το μητρώο ομάδων εμπειρογνωμόνων προς τις αντίστοιχες ιστοσελίδες της ΓΔ.

(3) Η Επιτροπή δεν υιοθέτησε ομοιόμορφα βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά τους εκπροσώπους του κλάδου που διορίζονται σε ομάδες εμπειρογνωμόνων υπό την προσωπική τους ιδιότητα.

Προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι i) η Επιτροπή δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη την πιθανή σύγκρουση συμφερόντων των εκπροσώπων του κλάδου που ενεργούν υπό την προσωπική τους ιδιότητα· ii) ότι μια (δυνητική) σύγκρουση συμφερόντων δεν μπορεί να αντισταθμιστεί με δήλωση δέσμευσης υπέρ του δημόσιου συμφέροντος.

(4) Η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε πειστικά τη μη ανάπτυξη γενικών κριτηρίων για την επιλογή των μελών των ομάδων εμπειρογνωμόνων.

Προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η τρέχουσα διαδικασία επιλογής είναι ασυμβίβαστη με τις κατευθυντήριες γραμμές για τη συλλογή και τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης και με τα ελάχιστα πρότυπα για την ανακοίνωση σχετικά με τις διαβουλεύσεις.

(5) Η Επιτροπή δεν διασφάλισε την ισόρροπη σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων.

Προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι, στην πλειονότητα των ομάδων εμπειρογνωμόνων που προσδιόρισε ο καταγγέλλων, οι εκπρόσωποι του κλάδου αποτελούν την πλειοψηφία, ενώ όλα τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως οι ομάδες καταναλωτών, οι πανεπιστημιακοί και η κοινωνία των πολιτών, υποεκπροσωπούνται.

Απαιτήσεις

(1) Η Επιτροπή θα πρέπει να συμπληρώσει το μητρώο ομάδων εμπειρογνωμόνων της διασφαλίζοντας ότι περιλαμβάνει όλους τους εμπειρογνώμονες και όλες τις ομάδες εμπειρογνωμόνων.

(2) Η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει τη δέουσα διαφάνεια στο έργο των ομάδων εμπειρογνωμόνων, δημοσιοποιώντας τις συνεδριάσεις που πραγματοποιούνται και παρέχοντας συνδέσμους προς ημερήσιες διατάξεις και πρακτικά και άλλες σχετικές πληροφορίες, όπως το δημόσιο συμφέρον και οι δηλώσεις σύγκρουσης συμφερόντων.

(3) Η Επιτροπή θα πρέπει να εφαρμόζει σε όλες τις άλλες ΓΔ την αρχή που περιέχεται στις κατευθυντήριες γραμμές της ΓΔ SANCO σχετικά με τη σύγκρουση συμφερόντων, σύμφωνα με την οποία κάποιος που είναι γνωστό ότι εργάζεται για έναν οργανισμό με έννομο συμφέρον σε ένα συγκεκριμένο θέμα πολιτικής δεν θα πρέπει να διορίζεται για να παρέχει συμβουλές στην Επιτροπή.

(4) Η Επιτροπή θα πρέπει να αναπτύξει και να δημοσιεύσει γενικά κριτήρια για την επιλογή των μελών των ομάδων εμπειρογνωμόνων.

(5) Η Επιτροπή θα πρέπει να αντιμετωπίσει το ζήτημα της μη ισορροπημένης σύνθεσης των ομάδων εμπειρογνωμόνων.

Η έρευνα

16. Η καταγγελία διαβιβάστηκε στον Πρόεδρο της Επιτροπής για γνωμοδότηση. Η γνώμη της Επιτροπής της 22ας Φεβρουαρίου 2011 διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση να υποβάλει παρατηρήσεις. Ο καταγγέλλων υπέβαλε παρατηρήσεις στις 31 Μαΐου 2011.

17. Στις 27 Ιουνίου 2013, η Διαμεσολαβήτρια υπέβαλε στην Επιτροπή πρόταση φιλικής λύσης, στην οποία η τελευταία απάντησε στις 30 Οκτωβρίου 2013. Η απάντηση της Επιτροπής διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων. Στις 6 Νοεμβρίου 2013, ο καταγγέλλων υπέβαλε, μέσω παρατηρήσεων, έκθεση τον Νοέμβριο του 2013 με τίτλο «Ένα έτος διαλυμένων υποσχέσεων – Οι μεγάλες επιχειρήσεις εξακολουθούν να είναι υπεύθυνες για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων της ΕΕ, παρά τη δέσμευση για μεταρρύθμιση», της οποίας ο καταγγέλλων είναι συν-συγγραφέας.

Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

18. Η παρούσα έρευνα του Διαμεσολαβητή αφορά ορισμένες πτυχές της σύνθεσης, της λειτουργίας και της διαφάνειας των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής. Ο κανόνας 2 των οριζόντιων κανόνων για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής [5] προβλέπει τον ακόλουθο ορισμό της ομάδας εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής:

«1)«ομάδα εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής» (εφεξής «ομάδα εμπειρογνωμόνων»): συμβουλευτική οντότητα που συγκροτείται από την Επιτροπή ή τις υπηρεσίες της με σκοπό την παροχή συμβουλών και εμπειρογνωμοσύνης, όπως ορίζεται στο άρθρο 3, η οποία αποτελείται από τουλάχιστον έξι μέλη και προβλέπεται να συνεδριάσει περισσότερες από μία φορές.

2) «επίσημη ομάδα εμπειρογνωμόνων»: ομάδα εμπειρογνωμόνων που συγκροτείται με απόφαση της Επιτροπής.

3) «άτυπη ομάδα εμπειρογνωμόνων»: ομάδα εμπειρογνωμόνων που συγκροτείται από υπηρεσία της Επιτροπής με τη σύμφωνη γνώμη της Γενικής Γραμματείας.»

Επιπλέον, το άρθρο 2 παράγραφος 4 των οριζόντιων κανόνων για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής προβλέπει τον ακόλουθο ορισμό άλλων παρόμοιων οντοτήτων:

«Άλλη παρεμφερής οντότητα»: συμβουλευτική οντότητα που δεν έχει συσταθεί από την Επιτροπή ή τις υπηρεσίες της, της οποίας ο ρόλος είναι ίδιος ή παρεμφερής με εκείνον που ορίζεται στον κανόνα 3 και για την οποία οι υπηρεσίες της Επιτροπής διασφαλίζουν τη διοικητική και χρηματοοικονομική διαχείριση.»

Το άρθρο 3 των οριζόντιων κανόνων για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής προσδιορίζει τον ρόλο των ομάδων εμπειρογνωμόνων ως εξής:

«Ο ρόλος των ομάδων εμπειρογνωμόνων είναι να παρέχουν συμβουλές και εμπειρογνωμοσύνη στην Επιτροπή και τις υπηρεσίες της σε σχέση με:

1) την προετοιμασία νομοθετικών προτάσεων και πρωτοβουλιών πολιτικής στο πλαίσιο του δικαιώματος πρωτοβουλίας της Επιτροπής·

2) την προετοιμασία των κατ' εξουσιοδότηση πράξεων·

3) την εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας, των προγραμμάτων και των πολιτικών της Ένωσης, καθώς και τον συντονισμό και τη συνεργασία με τα κράτη μέλη και τα ενδιαφερόμενα μέρη στο πλαίσιο αυτό.»

Για τους σκοπούς της παρούσας έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η αναφορά σε «ομάδες εμπειρογνωμόνων» στις καταγγελίες και τους ισχυρισμούς που υπέβαλε ο καταγγέλλων καλύπτει επίσημες και ανεπίσημες ομάδες εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής, καθώς και άλλες παρόμοιες οντότητες.

19. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι επί του παρόντος υπάρχουν περισσότερες από 100 μη ισορροπημένες ομάδες εμπειρογνωμόνων, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα οι πολιτικές της ΕΕ να εξυπηρετούν στενά συμφέροντα και όχι το κοινό συμφέρον των πολιτών της ΕΕ. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αυτό επισημάνθηκε, για παράδειγμα, από την ανεπαρκή ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών και την αποδυνάμωση των περιβαλλοντικών πολιτικών που θέτουν σε κίνδυνο τα μέσα διαβίωσης των πολιτών στην ΕΕ και σε τρίτες χώρες.

20. Προκειμένου να αποφευχθούν παρανοήσεις, η Διαμεσολαβήτρια υπενθυμίζει ότι η παρούσα έρευνα αφορά ορισμένες πτυχές που αφορούν τη σύνθεση, τη λειτουργία και τη διαφάνεια των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής. Αντιθέτως, η έρευνα δεν αφορά το περιεχόμενο των πολιτικών της Επιτροπής που είχαν προηγουμένως εξεταστεί από ομάδες εμπειρογνωμόνων ούτε τις συμβουλές που παρασχέθηκαν στην Επιτροπή από ομάδες εμπειρογνωμόνων. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη στην αξιολόγησή της το αποτέλεσμα των εργασιών των ομάδων εμπειρογνωμόνων.

21. Στη γνώμη της, η Επιτροπή επισήμανε ότι τόσο οι αρχές και οι κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη συλλογή και τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης όσο και τα ελάχιστα πρότυπα για την ανακοίνωση των διαβουλεύσεων αναφέρονται πρωτίστως στον κύκλο χάραξης πολιτικής. Ωστόσο, σύμφωνα με την προηγούμενη αλληλογραφία της με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι οι εν λόγω ανακοινώσεις μπορούν να εφαρμόζονται και σε ομάδες εμπειρογνωμόνων που ασχολούνται με ζητήματα τα οποία δεν αποτελούν μέρος του κύκλου χάραξης πολιτικής, «υπό την προϋπόθεση ότι είναι προσαρμοσμένες στα καθήκοντα που πρέπει να εκτελούνται». Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η τελευταία αυτή επιφύλαξη είναι εξαιρετικά ασαφής και αφήνει φαινομενικά απεριόριστη διακριτική ευχέρεια στην Επιτροπή όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής των ανακοινώσεων σε ορισμένους τομείς. Μολονότι δεν έθεσε ειδικά το ζήτημα αυτό στους ισχυρισμούς της, η καταγγέλλουσα αναφέρθηκε επανειλημμένα σε αυτούς. Δεδομένου ότι το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής των εν λόγω ανακοινώσεων συνδέεται άρρηκτα με τους ισχυρισμούς και τους ισχυρισμούς που πρέπει να εξεταστούν στην παρούσα υπόθεση, η Διαμεσολαβήτρια έλαβε υπόψη την πτυχή αυτή στην πρότασή της για φιλική λύση (βλ. παράγραφο 144 κατωτέρω).

Νομικό πλαίσιο

22. Όσον αφορά τους κανόνες και τις αρχές σχετικά με την αξιολόγηση της παρούσας καταγγελίας από τον Διαμεσολαβητή, γίνεται αναφορά στις ακόλουθες διατάξεις.

23. Το άρθρο 9 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) έχει ως εξής:

«Σε όλες τις δραστηριότητές της, η Ένωση τηρεί την αρχή της ισότητας των πολιτών της, οι οποίοι τυγχάνουν ίσης προσοχής από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της. ..."

24. Το άρθρο 11 ΣΕΕ έχει ως εξής:

"1. Τα θεσμικά όργανα παρέχουν, με τα κατάλληλα μέσα, στους πολίτες και στις αντιπροσωπευτικές ενώσεις τη δυνατότητα να γνωστοποιούν και να ανταλλάσσουν δημόσια τις απόψεις τους σε όλους τους τομείς δράσης της Ένωσης.

2. Τα θεσμικά όργανα διατηρούν ανοικτό, διαφανή και τακτικό διάλογο με τις αντιπροσωπευτικές ενώσεις και την κοινωνία των πολιτών.

3. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διεξάγει ευρείες διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι δράσεις της Ένωσης είναι συνεκτικές και διαφανείς.

25. Το άρθρο 6 παράγραφος 2 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς [6] προβλέπει ότι «[κ]ατά τη λήψη αποφάσεων από τις όρνιθες, ο υπάλληλος τηρεί τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων των ιδιωτών και του γενικού δημόσιου συμφέροντος».

26. Το άρθρο 9 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς προβλέπει ότι «[κ]ατά τη λήψη αποφάσεων από τις όρνιθες, ο υπάλληλος λαμβάνει υπόψη τους σχετικούς παράγοντες και αποδίδει σε καθέναν από αυτούς τη δέουσα βαρύτητα στην απόφασή του, αποκλείοντας κάθε άσχετο στοιχείο από την εξέταση».

27. Η ανακοίνωση της Επιτροπής του 2005 με τίτλο «Πλαίσιο για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής: Οριζόντιοι κανόνες και δημόσιο μητρώο»[7] (εφεξής «πλαίσιο του 2005») προβλέπει «ελάχιστους οριζόντιους κανόνες» που διέπουν, μεταξύ άλλων, τη σύνθεση και τον διορισμό των μελών των ομάδων εμπειρογνωμόνων, καθώς και τη λειτουργία τους. Προβλέπει επίσης τη δημιουργία δημόσιου μητρώου ομάδων εμπειρογνωμόνων.

28. Η ανακοίνωση της Επιτροπής του 2010 με τίτλο «Πλαίσιο για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής: Οριζόντιοι κανόνες και δημόσιο μητρώο»[8] (εφεξής «πλαίσιο του 2010»), συνοδευόμενο από έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής [9], αποσκοπεί στην απλούστευση και την αποσαφήνιση των διατάξεων που θεσπίστηκαν με το πλαίσιο του 2005 και προβλέπει «οριζόντιους κανόνες για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής». Το συνοδευτικό έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής περιλαμβάνει:

- περιγραφή των κύριων χαρακτηριστικών του μητρώου ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής και άλλων παρεμφερών φορέων (παράρτημα Ι)·

- τυποποιημένη απόφαση της Επιτροπής για τη σύσταση ομάδας εμπειρογνωμόνων (Παράρτημα ΙΙ)·

- τυποποιημένη πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων σχετικά με την επιλογή εμπειρογνωμόνων που διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα (παράρτημα III)· και

- πρότυποι διαδικαστικοί κανόνες ομάδας εμπειρογνωμόνων (παράρτημα IV).

29. Η ανακοίνωση της Επιτροπής του 2002 «Προς μια ενισχυμένη νοοτροπία διαβούλευσης και διαλόγου - Γενικές αρχές και ελάχιστα πρότυπα για τη διαβούλευση των ενδιαφερόμενων μερών από την Επιτροπή»[10] («ανακοίνωση για τα ελάχιστα πρότυπα διαβούλευσης») καθορίζει ορισμένες γενικές αρχές που θα πρέπει να διέπουν τις σχέσεις της Επιτροπής με τα ενδιαφερόμενα μέρη και προβλέπει ένα σύνολο ελάχιστων προτύπων για τη διαδικασία διαβούλευσης της Επιτροπής.

30. Η ανακοίνωση της Επιτροπής του 2002 «Σχετικά με τη συλλογή και τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης από την Επιτροπή: Αρχές και κατευθυντήριες γραμμές»[11] (οι «κατευθυντήριες γραμμές για τη συλλογή και τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης») επιδιώκει να εντοπίσει και να προωθήσει ορθές πρακτικές όσον αφορά τη συλλογή και τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης σε όλα τα στάδια της χάραξης πολιτικής της Επιτροπής.

31. Η ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για τη διαφάνεια [12] περιλαμβάνει τη δημιουργία βάσεων δεδομένων που παρέχουν πληροφορίες σχετικά με συμβουλευτικούς φορείς και ομάδες εμπειρογνωμόνων που συμβουλεύουν την Επιτροπή και αποσκοπεί σε ευρεία διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη και σε διεξοδικές εκτιμήσεις επιπτώσεων πριν από την υποβολή νομοθετικών προτάσεων.

32. Η Λευκή Βίβλος για την ευρωπαϊκή διακυβέρνηση [13] θέτει ως προτεραιότητα α) τη θέσπιση και δημοσίευση ελάχιστων προτύπων για τη διαβούλευση σχετικά με την πολιτική της ΕΕ· β) τη δημιουργία ρυθμίσεων εταιρικής σχέσης που υπερβαίνουν τα ελάχιστα πρότυπα σε επιλεγμένους τομείς και γ) τη δέσμευση της Επιτροπής για πρόσθετη διαβούλευση με αντάλλαγμα περισσότερες εγγυήσεις όσον αφορά τον ανοικτό χαρακτήρα και την αντιπροσωπευτικότητα των οργανισμών των οποίων ζητείται η γνώμη.

Α. Ισχυρισμός περί ελλιπούς μητρώου και συναφής αξίωση

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

33. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε πλήρες μητρώο ομάδων εμπειρογνωμόνων. Προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η συμμετοχή σε ορισμένες ομάδες εμπειρογνωμόνων παραμένει ασαφής. Επιπλέον, υπάρχουν ομάδες εμπειρογνωμόνων που δεν περιλαμβάνονται καθόλου στο Μητρώο. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να συμπληρώσει το μητρώο ομάδων εμπειρογνωμόνων της διασφαλίζοντας ότι περιλαμβάνει όλους τους εμπειρογνώμονες και όλες τις ομάδες εμπειρογνωμόνων.

34. Στη γνώμη της, η Επιτροπή αναφέρθηκε στις μεγάλες προσπάθειες που κατέβαλε για να διασφαλίσει τη διαφάνεια σε σχέση με τις ομάδες εμπειρογνωμόνων. Μετά την έγκριση του πλαισίου του 2005, τον Οκτώβριο του 2005 εγκαινιάστηκε ένα επιγραμμικό δημόσιο μητρώο ομάδων εμπειρογνωμόνων. Μολονότι το μητρώο επικαιροποιούνταν τακτικά, δεν ήταν πάντοτε δυνατό να αποφευχθούν πραγματικά σφάλματα ή καθυστερήσεις στην επικαιροποίησή του.

35. Η Επιτροπή δήλωσε ότι το πλαίσιο του 2010 αποτέλεσε τη βάση για τη δρομολόγηση μιας νέας και ακριβέστερης έκδοσης του μητρώου τον Δεκέμβριο του 2010. Από το 2007, η Επιτροπή δημοσίευσε σταδιακά τα ονόματα των μελών της ομάδας εμπειρογνωμόνων. Ενώ το πλαίσιο του 2005 προέβλεπε μόνο τη δημοσίευση σε σχέση με τις επίσημες ομάδες εμπειρογνωμόνων, η Επιτροπή υπερέβη τη δέσμευση αυτή καθιστώντας επίσης διαθέσιμες σχετικές πληροφορίες σε σχέση με τις άτυπες ομάδες. Στη συνέχεια, η Επιτροπή δήλωσε ότι η «κοινοποίηση της συμμετοχής ομάδων εμπειρογνωμόνων στο μητρώο ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο του 2009. Ως εκ τούτου, κατ’ αρχήν, είναι διαθέσιμα τα ονόματα όλων των μελών των ομάδων εμπειρογνωμόνων." Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων αυτών, η Επιτροπή έκρινε ότι το μητρώο είναι πλήρες και δήλωσε ότι έχει δεσμευθεί πλήρως να διασφαλίσει ότι όλες οι ομάδες εμπειρογνωμόνων και όλα τα μέλη των ομάδων δημοσιοποιούνται και ότι οι σχετικές πληροφορίες επικαιροποιούνται τακτικά. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι η νέα έκδοση του μητρώου ενίσχυσε τη διαφάνεια και επισήμανε ότι «η μετάβαση από την παλαιά στη νέα έκδοση του μητρώου βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και, ως εκ τούτου, ορισμένα από τα δεδομένα δεν έχουν ακόμη επικυρωθεί· η μετάβαση θα πρέπει να ολοκληρωθεί κατά τους προσεχείς μήνες».

36. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι, όπως εξηγήθηκε στην προηγούμενη αλληλογραφία της με τον καταγγέλλοντα, το είδος των πληροφοριών που δημοσιεύονται στο μητρώο εξαρτάται από τη συμμετοχή στην ομάδα. Έτσι, δημοσίευσε μεμονωμένα ονόματα «όταν τα μέλη διορίζονται με ονομαστικό τρόπο». Ωστόσο, εάν τα μέλη είναι οργανώσεις ή κράτη μέλη, πρέπει να δημοσιεύονται τα ονόματα των οργανώσεων ή των οικείων κρατών μελών, δεδομένου ότι αυτά, και όχι τα άτομα που τα εκπροσωπούν, πρέπει να θεωρούνται μέλη της ομάδας. Ωστόσο, η Επιτροπή δήλωσε ότι ορισμένες φορές υπερβαίνει τη ρύθμιση αυτή και δημοσιεύει επίσης μεμονωμένα ονόματα αντιπροσώπων. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι, στην περίπτωση των κρατών μελών, δημοσιεύει συχνά τα ονόματα των οικείων αρχών των κρατών μελών. Η Επιτροπή παρέπεμψε επίσης σε παράρτημα που παρέχει συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με ορισμένες ομάδες εμπειρογνωμόνων τις οποίες διαχειρίζονται οι ακόλουθες Γενικές Διευθύνσεις της: ΓΔ Επιχειρήσεων, ΓΔ Γεωργίας, ΓΔ Εσωτερικής Αγοράς και Υπηρεσιών, ΓΔ Έρευνας, ΓΔ Κοινωνίας της Πληροφορίας, ΓΔ Υγείας και Καταναλωτών, ΓΔ Κινητικότητας και Μεταφορών, ΓΔ Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης, ΓΔ Περιβάλλοντος, ΓΔ Ενέργειας, ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής, ΓΔ Eurostat και ΓΔ Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων.

37. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η Επιτροπή προέβη σε αντιφατικές δηλώσεις όσον αφορά την πληρότητα του μητρώου. Ενώ η Επιτροπή δήλωσε ότι θεωρούσε το μητρώο πλήρες, επισήμανε, ταυτόχρονα, ότι η μετάβαση από το παλαιό στο νέο μητρώο βρισκόταν σε εξέλιξη και εξακολουθούσε να απαιτεί επικύρωση των σχετικών δεδομένων προκειμένου να είναι πλήρης. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ο καταγγέλλων επέστησε την προσοχή σε ένα μήνυμα που εμφανίζεται κατά την πρόσβαση στο Μητρώο, το οποίο έχει ως εξής: «Το μητρώο ανακατασκευάζεται και δεν περιλαμβάνει προς το παρόν όλες τις ομάδες εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής και άλλες παρόμοιες οντότητες.» Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η Επιτροπή δεν θα πρέπει να θεωρήσει το μητρώο της πλήρες. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε επίσης σε δηλώσεις που έγιναν σε συνάντηση με τη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής, κατά την οποία, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, δηλώθηκε ότι το μητρώο δεν θα είναι ποτέ 100% πλήρες, δεδομένων ιδίως των διακυμάνσεων που σημειώθηκαν στη δημιουργία και το κλείσιμο ομίλων. Ωστόσο, ο καταγγέλλων επέμεινε ότι οι ισχύοντες κανόνες απαιτούν πλήρη διαφάνεια. Ως εκ τούτου, ένα μητρώο που δεν θα ήταν 100% πλήρες ή πλήρως αξιόπιστο θα συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης.

38. Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι σε παράρτημα της γνώμης της Επιτροπής απαριθμούνται ορισμένες ομάδες εμπειρογνωμόνων (π.χ. CARS 21 και CESAME2), οι οποίες, μαζί με ορισμένες άλλες ομάδες, δεν μπορούν να βρεθούν στο μητρώο. Επιπλέον, δεν ήταν σαφές από το μητρώο αν ορισμένες ομάδες, όπως, για παράδειγμα, η συμβουλευτική ομάδα για την ανταγωνιστικότητα στη βιοτεχνολογία, είχαν διαλυθεί ή ήταν απλώς ανενεργές.

39. Επιπλέον, τα μέλη της ομάδας εμπειρογνωμόνων με τίτλο «Propriété industrielle» δεν γνωστοποιήθηκαν καθόλου. Επίσης, οι πληροφορίες που παρέχονται στο μητρώο σχετικά με τον αριθμό των μελών των ομάδων εμπειρογνωμόνων που διαχειρίζεται η ΓΔ Γεωργίας δεν αντιστοιχούσαν στην κατανομή των εδρών που προβλέπεται στην απόφαση 2004/391/ΕΚ.

40. Ο καταγγέλλων εξέφρασε επίσης την άποψη ότι οι πληροφορίες που περιέχονται στο μητρώο σχετικά με τη φύση των οντοτήτων από τις οποίες προέρχονται τα μέλη της ομάδας εμπειρογνωμόνων ήταν παραπλανητικές. Για παράδειγμα, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι οι ομάδες συμφερόντων χαρακτηρίζονταν ενίοτε ως ΜΚΟ ή διεθνείς οργανισμοί, ενώ ένα πανεπιστήμιο θεωρήθηκε ότι εμπίπτει στην κατηγορία των «εταιρειών». Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι ασυνέπειες αυτές θα καθιστούσαν αδύνατη για το κοινό την αξιολόγηση και τον έλεγχο της σύνθεσης των ομάδων εμπειρογνωμόνων. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να εισαγάγει μια κοινή προσέγγιση για την κατηγοριοποίηση των ομάδων συμφερόντων.

41. Ο καταγγέλλων υπενθύμισε ότι η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής πρέπει να εγκρίνει τη δημιουργία ομάδων εμπειρογνωμόνων. Υποστήριξε ότι η εν λόγω έγκριση θα πρέπει να θεωρείται έγκυρη και ότι τα μέλη θα πρέπει να εξουσιοδοτούνται να συνεδριάζουν μόνο εάν όλες οι σχετικές πληροφορίες για την ομάδα έχουν αναφορτωθεί στο μητρώο εντός ενός μηνός από τη δημιουργία της ομάδας. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ήταν σαφώς απαράδεκτο το γεγονός ότι μια ομάδα εμπειρογνωμόνων όπως η CARS21 δεν είχε ακόμη συμπεριληφθεί στο μητρώο, παρά το γεγονός ότι είχε συσταθεί πριν από έξι μήνες. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι η Επιτροπή θα πρέπει να ανακοινώσει με σαφήνεια τη στιγμή κατά την οποία θα ολοκληρωθεί η μετάβαση των δεδομένων και «[ε]δώ δεν θα υπήρχε καμία δικαιολογία μετά από αυτό το σημείο για τη μη συμπερίληψη όλων των ομάδων εμπειρογνωμόνων» στο μητρώο. Ο καταγγέλλων θεώρησε επίσης ότι οι μηχανές αναζήτησης του μητρώου δεν λειτουργούν σωστά και πρότεινε όλες οι διαθέσιμες πληροφορίες να καταχωριστούν σε μία βάση δεδομένων αντί σε τεράστιο αριθμό διαφορετικών βάσεων δεδομένων.

Η προκαταρκτική αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε πρόταση φιλικής λύσης

Προκαταρκτική παρατήρηση

42. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι οι δηλώσεις της Επιτροπής σύμφωνα με τις οποίες το μητρώο είναι πλήρες είναι εσφαλμένες και θα πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστούν περίπτωση κακοδιοίκησης. Ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι ο υπό εξέταση ισχυρισμός αφορά το κατά πόσον το μητρώο είναι πλήρες, αλλά όχι το κατά πόσον οι σχετικές δηλώσεις της Επιτροπής είναι ορθές. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έπρεπε να αναλύσει κατά πόσον είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε πλήρες μητρώο. Στο πλαίσιο αυτό, έπρεπε να εξετάσει τις δηλώσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της έρευνας και, τουλάχιστον εμμέσως, να λάβει θέση επ’ αυτών. Πέραν αυτού, ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν θα ήταν χρήσιμο να συμπεριληφθεί στην παρούσα έρευνα το ζήτημα του κατά πόσον η Επιτροπή προέβη σε ορθές δηλώσεις σχετικά με το θέμα αυτό.

43. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η σύνθεση πολλών ομάδων είναι ασαφής, δεδομένου ότι οι σχέσεις των μελών που υπηρετούν υπό την προσωπική τους ιδιότητα δεν αποκαλύπτονται. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, στην περίπτωση της «ομάδας εμπειρογνωμόνων για το πτωχευτικό δίκαιο» και του «ευρωπαϊκού φόρουμ για την εταιρική διακυβέρνηση». Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων υπέβαλε χωριστό ισχυρισμό σχετικά με τον διορισμό εμπειρογνωμόνων υπό την προσωπική του ιδιότητα, ο Διαμεσολαβητής εξέτασε το ζήτημα αυτό στο πλαίσιο της εξέτασης του εν λόγω ισχυρισμού.

Η προκαταρκτική αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

44. Το άρθρο 1 παράγραφος 2 της ΣΕΕ προβλέπει ότι οι αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο ανοικτά και όσο το δυνατόν εγγύτερα στους πολίτες. Με την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, η αρχή της διαφάνειας έλαβε περαιτέρω ώθηση και, δυνάμει του άρθρου 11 της ΣΕΕ, το οποίο, μεταξύ άλλων, απαιτεί από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να διατηρούν ανοικτό, διαφανή και τακτικό διάλογο με τις αντιπροσωπευτικές ενώσεις και την κοινωνία των πολιτών, αναγνωρίστηκε περαιτέρω ως βασικό συστατικό των δημοκρατικών αρχών που διέπουν τις δραστηριότητες της Ένωσης. Επιπλέον, το άρθρο 15 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ (ΣΛΕΕ) συνδέει πλέον ρητά αυτό που έχει εξελιχθεί σε γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης με το έργο των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης. Επιπλέον, συνδέει τη διαφάνεια με τον διττό στόχο της προώθησης της χρηστής διακυβέρνησης και της διασφάλισης της συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών.

45. Στην ανακοίνωση για τα ελάχιστα πρότυπα διαβούλευσης που εκδόθηκε το 2002, η Επιτροπή αναγνώρισε ήδη ότι «... για να είναι η διαδικασία διαβούλευσης ουσιαστική και αξιόπιστη, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ποιος συμμετείχε σε αυτές τις διαδικασίες. » Από την εν λόγω ανακοίνωση προκύπτει ότι η διαδικασία διαβούλευσης θα πρέπει, συνεπώς, να καθιστά σαφές ποιος ζητείται η γνώμη και ποια συμφέροντα εκπροσωπούν τα μέρη των οποίων ζητείται η γνώμη, ώστε να μπορεί, μεταξύ άλλων, το ενδιαφερόμενο κοινό να αξιολογεί τη συμμετοχικότητά της. Μέσω του πλαισίου του 2005, οι υποχρεώσεις διαφάνειας που υπέχει η Επιτροπή ενισχύθηκαν περαιτέρω με την κατάρτιση του μητρώου και την απαίτηση «μέγιστης διαφάνειας» όσον αφορά τις επίσημες ομάδες εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής. Το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής [14] που συνοδεύει το πλαίσιο του 2010 αναθέτει στη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής να συνεχίσει τη διαχείριση του μητρώου με βάση τα δεδομένα που κωδικοποιούνται από τις υπηρεσίες της Επιτροπής και σε στενή συνεργασία με αυτές. Επιπλέον, το έγγραφο αυτό προβλέπει τα εξής: «Προκειμένου να διασφαλιστεί η διαφάνεια, είναι ζωτικής σημασίας οι πληροφορίες που διατίθενται στο μητρώο να είναι πλήρως αξιόπιστες. Όλες οι υπηρεσίες θα πρέπει να επικαιροποιούν τακτικά τα δεδομένα.»

46. Από αυτή τη σύντομη ανασκόπηση των ανακοινώσεων της Επιτροπής στο πλαίσιο της αρχής της διαφάνειας προέκυψε ότι η Επιτροπή ανέλαβε σαφή και αδιαμφισβήτητη δέσμευση να παράσχει ένα πλήρες και αξιόπιστο μητρώο. Ως εκ τούτου, οι πολίτες μπορούν εύλογα να αναμένουν ότι οι πληροφορίες που διατίθενται στο μητρώο είναι αξιόπιστες και ότι τυχόν αλλαγές που επέρχονται κατά τη διάρκεια της ύπαρξης και της λειτουργίας ομάδας εμπειρογνωμόνων θα καταγράφονται στο μητρώο εγκαίρως.

47. Ενώ ο καταγγέλλων θεώρησε ότι το μητρώο περιέχει κενά όσον αφορά ορισμένες ομάδες, αλλά και όσον αφορά τη συμμετοχή σε ομάδες που έχουν ήδη καταχωριστεί, η Επιτροπή, κατά τη γνώμη της, έκρινε ότι το μητρώο είναι πλήρες, αλλά υποστήριξε επίσης ότι η μετάβαση βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι οι παρατηρήσεις της Επιτροπής σχετικά με την κατάσταση του μητρώου κατά τον χρόνο υποβολής της γνωμοδότησής της δεν ήταν εύκολα συμβατές μεταξύ τους. Πράγματι, η δηλωθείσα ανάγκη μετάβασης που συνεπάγεται την καταχώριση περαιτέρω δεδομένων στο μητρώο φαίνεται να αποκλείει το συμπέρασμα ότι το μητρώο είναι πλήρες. Εν πάση περιπτώσει, από τη συνδυασμένη ανάγνωση των δηλώσεων της Επιτροπής προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο υποβολής της γνώμης της, εξακολουθούσαν να απαιτούνται περαιτέρω εργασίες για τη συμπλήρωση του μητρώου.

48. Ως εκ τούτου, η άποψη του καταγγέλλοντος ότι το μητρώο δεν ήταν πλήρες επιβεβαιώθηκε από τις δηλώσεις της ίδιας της Επιτροπής. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ο Διαμεσολαβητής επέστησε επίσης την προσοχή στο γεγονός ότι, ήδη από τις αρχές του 2012, το έντυπο αναζήτησης για το Μητρώο περιλάμβανε την ακόλουθη δήλωση αποποίησης ευθύνης: «Το μητρώο ανακατασκευάζεται και δεν περιλαμβάνει προς το παρόν όλες τις ομάδες εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής και άλλες παρόμοιες οντότητες.» Δεν θα μπορούσε συνεπώς να υπάρχει αμφιβολία ότι, τουλάχιστον ήδη από τις αρχές του 2012, η ίδια η Επιτροπή έκρινε ότι το μητρώο δεν απαριθμούσε όλες τις ομάδες εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής και άλλες παρόμοιες οντότητες. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι, στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισήμανε συγκεκριμένα παραδείγματα που υποδηλώνουν ότι, σε αντίθεση με τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η Επιτροπή, οι πληροφορίες που παρέχονται στο μητρώο δεν ήταν πλήρεις.

49. Ο Διαμεσολαβητής θεώρησε αξιοσημείωτο ότι i), κατά τον χρόνο υποβολής της πρότασης φιλικής λύσης, η προαναφερθείσα δήλωση αποποίησης ευθύνης δεν εμφανιζόταν πλέον στη φόρμα αναζήτησης του Μητρώου. Επιπλέον, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι ii) στο μεταξύ επήλθαν ορισμένες βελτιώσεις όσον αφορά τον βαθμό των πληροφοριών που παρέχονται στο μητρώο. Έτσι, για παράδειγμα, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι δεν ήταν σαφές αν ο «όμιλος νομικής βεβαιότητας» εξακολουθούσε να είναι ενεργός, δεδομένου ότι δεν περιλαμβανόταν στο μητρώο. Ωστόσο, όταν ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε πρόταση φιλικής λύσης στην Επιτροπή, το μητρώο κατέγραψε την «ομάδα νομικής βεβαιότητας» ως κλειστή ομάδα εμπειρογνωμόνων και, σύμφωνα με το επίπεδο λεπτομέρειας που παρέχεται σε σχέση με άλλες ομάδες, περιέγραψε τη σύνθεσή της. Ομοίως, ο καταγγέλλων επισήμανε την απουσία των ομίλων «CARS 21» στο μητρώο. Ωστόσο, κατά τον χρόνο υποβολής της πρότασης φιλικής λύσης, η «ομάδα υψηλού επιπέδου CARS 21» καταχωρίστηκε ως ομάδα εμπειρογνωμόνων σε αναμονή. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε με ικανοποίηση ότι το έντυπο αναζήτησης επιτρέπει όχι μόνο την αναζήτηση ενεργών ομάδων, αλλά και εκείνων που είναι «κλειστές» ή «σε αναμονή». Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής έκρινε εύλογη την απόφαση της Επιτροπής να δημοσιεύει, όσον αφορά τη συμμετοχή σε ομάδες, μεμονωμένα ονόματα μόνο όταν τα μέλη διορίζονται με ονομαστικό τρόπο, αλλά όχι στην περίπτωση οργανώσεων ή κρατών μελών που είναι μέλη.

50. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν περιπτώσεις ομάδων που δεν περιλαμβάνονται ακόμη στο μητρώο. Για παράδειγμα, η «συμβουλευτική ομάδα για τον χάρτη πορείας για την ενέργεια 2050», στην οποία αναφέρθηκε ο καταγγέλλων και η οποία φαίνεται να έχει ολοκληρώσει την αποστολή της [15], δεν καταχωρίστηκε στο μητρώο. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για τη «Συμβουλευτική Ομάδα για την Ανταγωνιστικότητα στη Βιοτεχνολογία», η οποία απουσίαζε από το Μητρώο.

51. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι, ιδίως στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε σε πολλές άλλες ομάδες, οι οποίες, κατά την άποψή του, δεν ήταν εγγεγραμμένες στο μητρώο. Θεωρεί ότι θα ήταν δύσκολο για τον Διαμεσολαβητή να αναλάβει το χρονοβόρο και επίπονο έργο της διενέργειας ολοκληρωμένου και συστηματικού ελέγχου του Μητρώου, ώστε να αξιολογηθεί η πληρότητά του. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, η διενέργεια ενός τέτοιου ελέγχου δεν θα ήταν χρήσιμη στην παρούσα υπόθεση, όπου τα παραδείγματα που εξετάστηκαν ανωτέρω i) αποκαλύπτουν, εκτός από την πρόοδο που έχει σημειωθεί σε ορισμένους τομείς, σαφείς ελλείψεις όσον αφορά την πληρότητα του μητρώου και ii) υποδηλώνουν ότι το μητρώο είναι επίσης ελλιπές όσον αφορά άλλες ομάδες. Η απουσία πλήρους μητρώου, παρά τις σχετικές δεσμεύσεις της Επιτροπής, υποδηλώνει κρούσμα κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια έλαβε υπόψη την πτυχή αυτή στην πρόταση φιλικής λύσης που ακολουθεί.

52. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε την άποψη του καταγγέλλοντος ότι η κατηγοριοποίηση από την Επιτροπή ορισμένων οντοτήτων από τις οποίες προέρχονται μέλη της ομάδας εμπειρογνωμόνων είναι παραπλανητική. Ταυτόχρονα, συνειδητοποίησε ότι μπορεί να είναι περίπλοκο καθήκον της Επιτροπής να κατηγοριοποιήσει έναν συγκεκριμένο οργανισμό. Για παράδειγμα, δεν θα φαινόταν αδιανόητο μια ΜΚΟ να έχει πράγματι συσταθεί από μια βιομηχανία με σκοπό την προώθηση ενός ιδιαίτερου συμφέροντος. Αυτό θα μπορούσε προφανώς να εγείρει ζητήματα ορθής κατηγοριοποίησης. Ομοίως, θα μπορούσαν να υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την κατάλληλη κατηγοριοποίηση των ερευνητικών κέντρων που διευθύνονται και χρηματοδοτούνται από τη βιομηχανία. Παρά την πολυπλοκότητα αυτή, ο Διαμεσολαβητής έκρινε χρήσιμο να εξετάσει η Επιτροπή τον καθορισμό κριτηρίων για τις διάφορες κατηγορίες οντοτήτων, ώστε να διασφαλιστεί η ορθότητα και η καταλληλότητα των σχετικών πληροφοριών στο μητρώο. Δεδομένου ότι ένα πλήρες και αξιόπιστο μητρώο πρέπει να βασίζεται στην κατάλληλη κατηγοριοποίηση των οντοτήτων με τις οποίες συνδέονται τα μέλη των ομάδων εμπειρογνωμόνων, η Διαμεσολαβήτρια έλαβε επίσης υπόψη την πτυχή αυτή στην πρόταση φιλικής λύσης.

53. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα εξέφρασε επίσης την άποψη ότι οι μηχανές αναζήτησης του μητρώου δεν λειτουργούν σωστά και πρότεινε να καταχωριστούν όλες οι διαθέσιμες πληροφορίες σε μία βάση δεδομένων αντί για τεράστιο αριθμό διαφορετικών βάσεων δεδομένων. Μολονότι φαίνεται ότι ο καταγγέλλων δεν είχε ακόμη θέσει το ζήτημα αυτό στην Επιτροπή, η Διαμεσολαβήτρια κάλεσε την Επιτροπή να το λάβει υπόψη κατά την εξέταση της πρότασης φιλικής λύσης.

54. Τέλος, ο Διαμεσολαβητής αντιλήφθηκε ότι, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι ομάδες εμπειρογνωμόνων θα πρέπει να εξουσιοδοτούνται να συνεδριάζουν μόνον εάν και εφόσον όλες οι σχετικές πληροφορίες έχουν αναφορτωθεί στο μητρώο εντός ενός μηνός από τη δημιουργία μιας συγκεκριμένης ομάδας. Ο Διαμεσολαβητής συμμερίστηκε πλήρως τη βασική παραδοχή του καταγγέλλοντος ότι η πληρότητα του Μητρώου απαιτεί επίσης οι επικαιροποιήσεις σχετικά με νέες ομάδες ή ομάδες που ήδη λειτουργούν να πραγματοποιούνται εγκαίρως. Ταυτόχρονα, είχε αμφιβολίες κατά πόσον το μέτρο που πρότεινε η καταγγέλλουσα θα αντιμετώπιζε επαρκώς το πρόβλημα. Ειδικότερα, δεν θα συμβάλει στην έγκαιρη επικαιροποίηση των υφιστάμενων ομάδων. Πέραν αυτού, ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι το άρθρο 4 παράγραφος 4 των οριζόντιων κανόνων για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής, οι οποίοι επισυνάπτονται στο πλαίσιο του 2010, προβλέπει τα εξής: «Η υπηρεσία της Επιτροπής που επιθυμεί να συστήσει άτυπη ομάδα εμπειρογνωμόνων υποβάλλει αίτηση στη Γενική Γραμματεία μέσω του μητρώου. Εάν παρασχεθούν όλες οι σχετικές πληροφορίες, η Γενική Γραμματεία παρέχει επίσημη εξουσιοδότηση για τη σύσταση της ομάδας εμπειρογνωμόνων..." Ως εκ τούτου, προέκυψε ότι, στις περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζεται το άρθρο 4 παράγραφος 4 των οριζόντιων κανόνων για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής, η Γενική Γραμματεία διαθέτει όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για να εγγραφεί στο μητρώο πριν από την επίσημη έγκριση για τη σύσταση της ομάδας εμπειρογνωμόνων.

Β. Ισχυρισμός περί έλλειψης επαρκούς διαφάνειας και σχετικός ισχυρισμός

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

55. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν εξασφάλισε επαρκή διαφάνεια στη λειτουργία των ομάδων εμπειρογνωμόνων. Προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι i) η Επιτροπή δεν παρέχει στο κοινό τις πληροφορίες που απαιτούνται για την αξιολόγηση της συνολικής συμμετοχής και εμπλοκής των ενδιαφερόμενων μερών σε ένα δεδομένο θέμα· ii) η Επιτροπή δεν δημοσιεύει ολοκληρωμένη επισκόπηση των συνεδριάσεων και δεν διαθέτει ιστοσελίδα που να συγκεντρώνει όλες τις δραστηριότητες διαβούλευσης και αναζήτησης εμπειρογνωμοσύνης για τις διάφορες πολιτικές και νομοθετικές πρωτοβουλίες και iii) για τη συντριπτική πλειονότητα των ομάδων εμπειρογνωμόνων, οι ημερήσιες διατάξεις και τα πρακτικά δεν είναι διαθέσιμα στο διαδίκτυο μέσω συνδέσμων που συνδέουν το μητρώο ομάδων εμπειρογνωμόνων με τις αντίστοιχες ιστοσελίδες της ΓΔ. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει τη δέουσα διαφάνεια στο έργο των ομάδων εμπειρογνωμόνων, δημοσιοποιώντας τις συνεδριάσεις που πραγματοποιούνται και παρέχοντας συνδέσμους προς ημερήσιες διατάξεις και πρακτικά, καθώς και άλλες σχετικές πληροφορίες, όπως το δημόσιο συμφέρον και οι δηλώσεις σύγκρουσης συμφερόντων.

56. Στη γνωμοδότησή της, η Επιτροπή δήλωσε ότι «σε πολλές περιπτώσεις, οι αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής παρείχαν στο Διαδίκτυο, μέσω ειδικών ιστοσελίδων, σχετικές πληροφορίες για τις δραστηριότητες των ομάδων εμπειρογνωμόνων, συμπεριλαμβανομένων των ημερήσιων διατάξεων, των πρακτικών και των εγγράφων συζήτησης», καθώς και για άλλες πρωτοβουλίες που συμπληρώνουν το έργο των ομάδων εμπειρογνωμόνων. Σε παράρτημα της γνωμοδότησής της, η Επιτροπή παρέσχε περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητές της που αποσκοπούν στη διασφάλιση της διαφάνειας των δραστηριοτήτων των ομάδων εμπειρογνωμόνων.

57. Επιπλέον, η Επιτροπή υποστήριξε ότι το πλαίσιο του 2010 αποσκοπεί στην ενίσχυση της διαφάνειας προβλέποντας, ειδικότερα, ότι οι υπηρεσίες της διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες που διεξάγονται από τις εν λόγω ομάδες δημοσιοποιούνται απευθείας στο μητρώο ή μέσω συνδέσμου στο μητρώο προς ειδικό ιστότοπο. Η Επιτροπή τόνισε τη δέσμευσή της να διασφαλίσει την ορθή εκπλήρωση της απαίτησης αυτής από όλες τις ενδιαφερόμενες υπηρεσίες.

58. Η Επιτροπή έκρινε ότι η δημοσίευση στο μητρώο α) των γραπτών δηλώσεων με τις οποίες δεσμεύονται οι εμπειρογνώμονες που τις υπογράφουν να ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον, καθώς και β) των δηλώσεων σχετικά με οποιαδήποτε προσβολή της ανεξαρτησίας τους δεν θα προσέθετε πολύτιμες πληροφορίες, δεδομένου ότι οι εμπειρογνώμονες συνήθως υπογράφουν τυποποιημένες δηλώσεις. Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη του μεγάλου αριθμού των ενδιαφερομένων εμπειρογνωμόνων και των περιορισμένων διαθέσιμων πόρων, η δημοσίευση των πληροφοριών αυτών θα ήταν περιττή και δυσανάλογη. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι το πλαίσιο του 2010 δεν απαιτεί πλέον από τους εμπειρογνώμονες να υπογράφουν τις προαναφερθείσες δηλώσεις. Αντιθέτως, το άρθρο 9 παράγραφος 1 του πλαισίου του 2010 προβλέπει ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής ενημερώνουν τους εμπειρογνώμονες που διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα ότι, αποδεχόμενες να είναι μέλη της ομάδας, δεσμεύονται να ενεργούν ανεξάρτητα και προς το δημόσιο συμφέρον. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενημερώνουν επίσης τους εν λόγω εμπειρογνώμονες ότι ενδέχεται να αποκλειστούν από την ομάδα ή από ειδική συνεδρίασή της, σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων. Η Επιτροπή υπογράμμισε τη δέσμευσή της να διασφαλίσει την τήρηση των απαιτήσεων αυτών από όλες τις ενδιαφερόμενες υπηρεσίες.

59. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων έλαβε υπόψη τη θέση της Επιτροπής όσον αφορά τη διαφάνεια των δραστηριοτήτων των ομάδων εμπειρογνωμόνων σύμφωνα με το πλαίσιο του 2010. Ταυτόχρονα, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι ένας δειγματοληπτικός έλεγχος στο μητρώο επιβεβαίωσε ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι υπερσύνδεσμοι που περιέχονται σε αυτό παρείχαν γενικές πληροφορίες μόνο για την αντίστοιχη πολιτική, αλλά όχι για τα πρακτικά ή τις ημερήσιες διατάξεις των συνεδριάσεων των ομάδων εμπειρογνωμόνων. Ο καταγγέλλων εξέφρασε επίσης την ανησυχία του για το γεγονός ότι, σύμφωνα με το πλαίσιο του 2010, τα έγγραφα αυτά θα παρέχονται όταν «είναι δυνατόν», γεγονός που αφήνει στην Επιτροπή απεριόριστη διακριτική ευχέρεια να μην τα δημοσιεύει. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, αυτό ήταν επιπλέον αντίθετο με τις κατευθυντήριες γραμμές για τη συλλογή και τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης, οι οποίες ορίζουν ότι «τα κύρια έγγραφα που συνδέονται με τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης σε ένα ζήτημα πολιτικής, και ιδίως σχετικά με τις ίδιες τις συμβουλές, θα πρέπει να τίθενται στη διάθεση του κοινού». Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε επίσης στη Λευκή Βίβλο για την ευρωπαϊκή διακυβέρνηση, σύμφωνα με την οποία «η δημοκρατία εξαρτάται από τη δυνατότητα των πολιτών να συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο. Για να γίνει αυτό, πρέπει να έχουν πρόσβαση σε αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με τα ευρωπαϊκά ζητήματα και να είναι σε θέση να ελέγχουν τη διαδικασία πολιτικής στα διάφορα στάδιά της».

60. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το μητρώο δεν περιέχει συνδέσμους σε σχέση με ορισμένες ομάδες, όπως η «ομάδα εμπειρογνωμόνων για τις υποδομές της αγοράς». Επιπλέον, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή δεν εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο διασφαλίζει τη διαφάνεια όσον αφορά τα διάφορα είδη διαβουλεύσεων που διεξάγει για ένα συγκεκριμένο θέμα.

61. Εν κατακλείδι, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η Επιτροπή δεν παρέχει πρόσβαση στα πρακτικά και τις ημερήσιες διατάξεις για τη συντριπτική πλειονότητα των ομάδων εμπειρογνωμόνων, γεγονός που, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι οι ημερήσιες διατάξεις, τα πρακτικά και οι εισηγήσεις των μελών των ομάδων εμπειρογνωμόνων θα πρέπει να παρέχονται μέσω των συνδέσμων προς τους δικτυακούς τόπους των σχετικών ΓΔ στο μητρώο, «εκτός από ειδικές περιστάσεις, όπως προβλέπεται στη νομοθεσία (ασφάλεια κ.λπ.)». Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να παρέχει πληροφορίες σχετικά με όλες τις μεθόδους διαβούλευσης που χρησιμοποιεί σε έναν συγκεκριμένο τομέα.

Η προκαταρκτική αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε πρόταση φιλικής λύσης

62. Η Διαμεσολαβήτρια υπενθύμισε εξαρχής ότι η παρούσα έρευνα αφορά τη σύνθεση και τη λειτουργία των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής. Στον υπό εξέταση ισχυρισμό του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε έλλειψη διαφάνειας όσον αφορά τη λειτουργία των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής. Ταυτόχρονα, ωστόσο, ο καταγγέλλων, σε ορισμένα από τα υποστηρικτικά επιχειρήματά του, φάνηκε να υπερβαίνει το ζήτημα της διαφάνειας στη λειτουργία των εν λόγω ομίλων. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων υποστήριξε, για παράδειγμα, ότι υπάρχει έλλειψη διαφάνειας όσον αφορά τη συνολική συμμετοχή και εμπλοκή των ενδιαφερόμενων μερών σε συγκεκριμένα θέματα πολιτικής. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε επίσης σε αυτό που θεωρεί ότι είναι η απουσία ολοκληρωμένης επισκόπησης των δραστηριοτήτων διαβούλευσης και αναζήτησης εμπειρογνωσίας. Λαμβάνοντας υπόψη το επίκεντρο της έρευνας και λαμβάνοντας υπόψη το ευρύ φάσμα ορισμένων υποστηρικτικών επιχειρημάτων του καταγγέλλοντος, τα οποία υπερβαίνουν αυτό καθαυτό το ήδη ευρύ και σύνθετο ζήτημα, δηλαδή τη διαφάνεια στη λειτουργία των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής έλαβε υπόψη μόνο τα υποστηρικτικά επιχειρήματα, τα οποία αντιστοιχούν στον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος περί έλλειψης διαφάνειας στη λειτουργία των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής.

63. Κατά συνέπεια, η Διαμεσολαβήτρια έπρεπε να εξετάσει κατά πόσον η Επιτροπή έχει παράσχει, ιδίως μέσω του μητρώου, επαρκείς πληροφορίες σχετικά με i) τη συμμετοχή και τη συμμετοχή των ενδιαφερόμενων μερών σε ομάδες εμπειρογνωμόνων· και ii) συνεδριάσεις που πραγματοποιούνται από ομάδες εμπειρογνωμόνων, συμπεριλαμβανομένων των ημερήσιων διατάξεων και των πρακτικών.

64. Η Διαμεσολαβήτρια σημείωσε ότι η Λευκή Βίβλος της Επιτροπής για την ευρωπαϊκή διακυβέρνηση περιλαμβάνει μεταξύ των δράσεων που πρέπει να αναλάβει η Επιτροπή τη δημοσίευση «... κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τη συλλογή και τη χρήση συμβουλών εμπειρογνωμόνων στην Επιτροπή για την εξασφάλιση της λογοδοσίας, της πολυφωνίας και της ακεραιότητας της χρήσης εμπειρογνωμοσύνης. Αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει τη δημοσίευση των παρεχόμενων συμβουλών.»[16]

65. Κατά την υλοποίηση αυτής της δέσμευσης, οι κατευθυντήριες γραμμές του 2002 για τη συλλογή και τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης καθορίζουν ορισμένες βασικές αρχές και κατευθυντήριες γραμμές που εφαρμόζονται «όταν οι υπηρεσίες της Επιτροπής συλλέγουν και χρησιμοποιούν συμβουλές εμπειρογνωμόνων που προέρχονται εκτός της αρμόδιας υπηρεσίας». Σύμφωνα με την κατευθυντήρια γραμμή 13 της εν λόγω ανακοίνωσης, «[τ]α κύρια έγγραφα που συνδέονται με τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης σε ένα ζήτημα πολιτικής, και ιδίως οι ίδιες οι συμβουλές, θα πρέπει να τίθενται στη διάθεση του κοινού το συντομότερο δυνατόν, χωρίς να προβλέπεται εξαίρεση από το δικαίωμα πρόσβασης».

66. Επιπλέον, η Διαμεσολαβήτρια υπενθύμισε ότι οι οριζόντιοι κανόνες για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που επισυνάπτονται στο πλαίσιο του 2010 προβλέπουν λεπτομερείς κανόνες για τη διαφάνεια των ομάδων εμπειρογνωμόνων. Σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 1, όλες οι ομάδες εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής και άλλες παρόμοιες οντότητες «δημοσιεύονται στο μητρώο». Μολονότι το άρθρο 17 παράγραφος 2 προβλέπει μόνο την υποχρέωση των υπηρεσιών της Επιτροπής να παρέχουν «πληροφορίες που απαιτούνται στο μητρώο» χωρίς να ορίζουν τις πληροφορίες αυτές, οι πληροφορίες που πρέπει να δημοσιεύονται δεν περιορίζονται στη σύνθεση ομάδας εμπειρογνωμόνων. Αυτό καθίσταται εμφανές όταν το άρθρο 17 των οριζόντιων κανόνων για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής διαβάζεται σε συνδυασμό με το άρθρο 18 των εν λόγω κανόνων, το οποίο προβλέπει ειδικά τη δημοσίευση των ονομάτων των μελών των ομάδων εμπειρογνωμόνων. Το ίδιο συμπέρασμα προέκυψε από την προαναφερθείσα κατευθυντήρια γραμμή 13 των κατευθυντήριων γραμμών για τη συλλογή και τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης, η οποία επεκτείνει τις απαιτήσεις δημοσίευσης στα κύρια έγγραφα και στις ίδιες τις συμβουλές. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αντιλήφθηκε ευρέως την αναφορά στις «πληροφορίες που απαιτούνται στο Μητρώο», ως περιλαμβάνουσα πληροφορίες σχετικά με τη σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων, καθώς και σχετικά με τις εργασίες τους, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων των συσκέψεών τους. Η αντίληψη αυτή επιβεβαιώθηκε από την πρακτική της ίδιας της Επιτροπής, όπως καταδεικνύεται από το μητρώο, το οποίο, για καθεμία από τις ομάδες που απαριθμούνται, προβλέπει διαφορετικές καρτέλες που φέρουν τους ακόλουθους τίτλους: «Λεπτομέρειες», «Πρόσθετες πληροφορίες», «Υποομάδες», «Στατιστικές» και «Μέλη».

67. Εν κατακλείδι, και ιδίως λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 15 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η Επιτροπή έχει δεσμευτεί να παρέχει λεπτομερείς πληροφορίες τόσο για i) τη σύνθεση όσο και για ii) τη λειτουργία των ομάδων εμπειρογνωμόνων. Όσον αφορά το τελευταίο αυτό είδος πληροφοριών, η δέσμευση της Επιτροπής εξαρτάται από την απουσία «εξαίρεσης από το δικαίωμα πρόσβασης». Ο Διαμεσολαβητής αντιλήφθηκε ότι αυτό σημαίνει ότι η Επιτροπή θα πρέπει να δημοσιεύει σχετικές πληροφορίες, εκτός εάν υπάρχουν δεόντως τεκμηριωμένοι λόγοι απορρήτου. Κρίθηκε σκόπιμο να προστεθεί ότι οι εξαιρέσεις από τη γενική δέσμευση για διαφάνεια θα πρέπει να ερμηνεύονται στενά.

68. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω αρχές στις πληροφορίες που παρείχε η Επιτροπή, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι, στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, στην «ομάδα εμπειρογνωμόνων για τις υποδομές της αγοράς», προκειμένου να υποστηρίξει την άποψή της ότι το επίπεδο των πληροφοριών που παρείχε η Επιτροπή είναι ανεπαρκές. Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής έλαβε την ομάδα αυτή ως παράδειγμα και αξιολόγησε τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν σε σχέση με αυτήν πριν καταλήξει σε γενικότερα συμπεράσματα.

69. Το μητρώο απαριθμεί την «ομάδα εμπειρογνωμόνων για τις υποδομές της αγοράς» στην κατηγορία των κλειστών ομάδων εμπειρογνωμόνων. Στην καρτέλα με τίτλο «Λεπτομέρειες», η Επιτροπή, εκτός από μια γενική περιγραφή της ιδιότητας του μέλους, παρέχει βασικές πληροφορίες σχετικά με την αποστολή, το έργο και την ημερομηνία έναρξης των δραστηριοτήτων της εν λόγω ομάδας. Στην καρτέλα «Πρόσθετες πληροφορίες», μπορούν να ανακτηθούν πληροφορίες σχετικά με την επιλογή των μελών και τον εσωτερικό κανονισμό της ομάδας. Όσον αφορά τις συνεδριάσεις που πραγματοποιήθηκαν από την εν λόγω ομάδα, υπάρχει υπερσύνδεσμος προς τον ιστότοπο της ΓΔ Εσωτερικής Αγοράς, ο οποίος παρέχει περαιτέρω υπερσυνδέσμους προς ημερήσιες διατάξεις, καταλόγους συμμετεχόντων και «συνοπτικές εκθέσεις» σε σχέση με τις συνεδριάσεις που πραγματοποιήθηκαν από την ομάδα. Η καρτέλα «Υποομάδες» καταγράφει ότι δεν υπάρχουν υποομάδες που να έχουν ανατεθεί στην ομάδα και η καρτέλα «Στατιστικές» παρέχει γενικές στατιστικές πληροφορίες, όπως σχετικά με την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων στα μέλη της ομάδας. Τέλος, η καρτέλα με τίτλο «Μέλη» απαριθμεί όλα τα μέλη που διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα, αναφέροντας τα ονόματα και τους δεσμούς τους, καθώς και τις οργανώσεις που απολαύουν καθεστώτος παρατηρητή.

70. Από την ανωτέρω περιγραφή προέκυψε ότι το επίπεδο των πληροφοριών που δημοσιεύθηκαν στο μητρώο όσον αφορά την «ομάδα εμπειρογνωμόνων για τις υποδομές της αγοράς» φαινόταν γενικά ικανοποιητικό και σύμφωνο με τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η Επιτροπή. Ωστόσο, υπήρχαν δύο πτυχές που χρήζουν περαιτέρω σχολίων.

71. Πρώτον, όσον αφορά τα πρακτικά των συνεδριάσεων της εν λόγω ομάδας, οι «συνοπτικές εκθέσεις» που δημοσιεύθηκαν στον ιστότοπο της ΓΔ Εσωτερικής Αγοράς φαίνεται να παρέχουν μόνο μια πολύ γενική περιγραφή των εργασιών της ομάδας αυτής, η οποία δεν επιτρέπει στον χρήστη να γνωρίζει επαρκώς το πραγματικό έργο της εν λόγω ομάδας. Αντιθέτως, η τεκμηρίωση των εργασιών άλλων ομάδων, όπως η CESAME 2 (Συμβουλευτική Ομάδα Εμπειρογνωμόνων για την Εκκαθάριση και τον Διακανονισμό) ή η FISCO (Ομάδα Δημοσιονομικής Συμμόρφωσης), φαίνεται να είναι πολύ πιο λεπτομερής και επιτρέπει στους πολίτες να εξοικειωθούν σε βάθος με τις διαφορετικές απόψεις και θέσεις που ανταλλάσσονται κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης συνεδρίασης. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι δεν χρειάζεται να προβεί σε ολοκληρωμένη και συστηματική ανάλυση των πληροφοριών που παρέχονται στο μητρώο σε σχέση με κάθε ομάδα εμπειρογνωμόνων που περιλαμβάνεται στον κατάλογο, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το παράδειγμα της «ομάδας εμπειρογνωμόνων για τις υποδομές της αγοράς» υποδηλώνει, γενικότερα, ότι, σε αντίθεση με τις δεσμεύσεις που εξετάστηκαν ανωτέρω, η Επιτροπή δεν κατέστησε διαθέσιμο στο μητρώο επαρκές επίπεδο λεπτομερειών όσον αφορά τα πρακτικά και/ή τις εκθέσεις των συνεδριάσεων. Αυτό θα μπορούσε να ισοδυναμεί με περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια έλαβε υπόψη την πτυχή αυτή στην πρόταση φιλικής λύσης που ακολουθεί.

72. Δεύτερον, καμία δήλωση δημόσιου συμφέροντος και σύγκρουσης συμφερόντων από τα μέλη της ομάδας δεν είναι προσβάσιμη μέσω του μητρώου. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε τις θέσεις της Επιτροπής ότι το πλαίσιο του 2010 δεν απαιτεί πλέον από τους εμπειρογνώμονες να υπογράφουν τέτοιες δηλώσεις και ότι η δημοσίευση τυποποιημένων δηλώσεων θα ήταν περιττή και δυσανάλογη. Μολονότι η απουσία απαίτησης υπογραφής δηλώσεων βάσει του πλαισίου του 2010 δεν θα εμπόδιζε την Επιτροπή να δημοσιεύει δηλώσεις που της υποβάλλονται σύμφωνα με τους προηγούμενους κανόνες ή να επισημαίνει το γεγονός ότι ένα συγκεκριμένο μέλος έχει υποβάλει τυποποιημένη δήλωση, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η εν λόγω πρακτική δημοσίευσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε παρανοήσεις σχετικά με τις απαιτήσεις όσον αφορά την υποβολή δηλώσεων σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι η θέση της Επιτροπής ήταν εύλογη.

Γ. Ισχυρισμός περί μη υιοθέτησης βέλτιστων πρακτικών και σχετικός ισχυρισμός

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

73. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν υιοθέτησε ομοιόμορφα βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά τους εκπροσώπους του κλάδου που διορίζονται σε ομάδες εμπειρογνωμόνων υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι i) η Επιτροπή δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη την πιθανή σύγκρουση συμφερόντων των εκπροσώπων του κλάδου που ενεργούν υπό την προσωπική τους ιδιότητα· και ii) μια (δυνητική) σύγκρουση συμφερόντων δεν μπορεί να αντισταθμιστεί με δήλωση δέσμευσης υπέρ του δημόσιου συμφέροντος. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να εφαρμόζει με συνέπεια σε όλες τις άλλες ΓΔ την αρχή που περιέχεται στις κατευθυντήριες γραμμές της ΓΔ SANCO σχετικά με τη σύγκρουση συμφερόντων, δηλαδή ότι κάποιος που είναι γνωστό ότι εργάζεται για έναν οργανισμό με έννομο συμφέρον σε ένα συγκεκριμένο θέμα πολιτικής δεν θα πρέπει να διορίζεται σε ομάδα εμπειρογνωμόνων που παρέχει συμβουλές στην Επιτροπή.

74. Στη γνωμοδότησή της, η Επιτροπή δήλωσε ότι τα μέλη των ομάδων εμπειρογνωμόνων «επιλέγονται κυρίως με βάση τις δεξιότητες και την εμπειρογνωμοσύνη που απαιτούνται για την εκπλήρωση, με τον πλέον αποτελεσματικό και αποδοτικό τρόπο, της εντολής της συγκεκριμένης ομάδας. Στο πλαίσιο αυτό, μπορεί να επιδιωχθεί η συμμετοχή μελών προερχόμενων από τον κλάδο σε σχέση με το έργο που πρέπει να επιτελέσει η ομάδα. Οι πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων αντιμετωπίζονται είτε κατά το στάδιο της επιλογής μέσω διεξοδικής ανάλυσης της προηγούμενης επαγγελματικής πείρας των υποψηφίων, συμπεριλαμβανομένης της δεοντολογικής συμπεριφοράς, είτε/και κατά τον διορισμό μέσω της υποχρεωτικής γνωστοποίησης κάθε συμφέροντος που θα μπορούσε να βλάψει την ανεξαρτησία του εμπειρογνώμονα και την επίσημη δέσμευση να ενεργεί προς το δημόσιο συμφέρον.« Η Επιτροπή υποστήριξε επιπλέον ότι δίνει προσοχή σε κάθε πιθανή σύγκρουση συμφερόντων που ενδέχεται να προκύψει κατά τη διάρκεια της λειτουργίας ενός ομίλου η οποία «θα μπορούσε να μολύνει» τους στόχους του και να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητά του.

75. Η Επιτροπή επανέλαβε ότι το πλαίσιο του 2010 προβλέπει σαφέστερους και ισχυρότερους οριζόντιους κανόνες, που ισχύουν για όλες τις ομάδες εμπειρογνωμόνων, σχετικά με τον τρόπο διαχείρισης των συγκρούσεων συμφερόντων. Στη συνέχεια, η Επιτροπή ανέφερε ότι η ΓΔ SANCO είχε καταρτίσει έγγραφο προβληματισμού σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής της ανωτέρω πολιτικής στον συγκεκριμένο τομέα που εμπίπτει στην αρμοδιότητά της. Ωστόσο, σε αντίθεση με όσα είχε προτείνει ο καταγγέλλων, το σχετικό έγγραφο της ΓΔ SANCO δεν καθόριζε κατευθυντήριες γραμμές της εν λόγω ΓΔ σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων, αλλά αποτελούσε έγγραφο συζήτησης που συντάχθηκε από την «ομάδα διαλόγου με τα ενδιαφερόμενα μέρη» τον Απρίλιο του 2008. Το σχετικό έγγραφο δεν συνεπαγόταν ιδιαίτερη παρακολούθηση και δεν αποτελούσε επίσημη δήλωση της πολιτικής της ΓΔ SANCO σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων.

76. Στις παρατηρήσεις του, σχολιάζοντας τον διορισμό εμπειρογνωμόνων υπό την προσωπική τους ιδιότητα, ο καταγγέλλων υπενθύμισε ότι, σύμφωνα με το πλαίσιο του 2010, η επιλογή των εμπειρογνωμόνων πραγματοποιείται κατά τρόπο ώστε να αποφεύγονται τυχόν συγκρούσεις συμφερόντων. Επιπλέον, το πλαίσιο του 2010 ορίζει ότι, αποδεχόμενοι να υπηρετήσουν ως μέλη της ομάδας, οι εμπειρογνώμονες που διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα δεσμεύονται να ενεργούν ανεξάρτητα και προς το δημόσιο συμφέρον. Μπορούν να αποκλειστούν από την ομάδα ή από ειδική συνεδρίασή της, σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι το πλαίσιο του 2010 έρχεται σε αντίθεση με τις δηλώσεις που διατυπώθηκαν στη γνώμη της Επιτροπής, καθώς και σε προηγούμενες επαφές με τον καταγγέλλοντα.

77. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι τα μέλη του προσωπικού της Επιτροπής, σε συναντήσεις με τον καταγγέλλοντα, επισήμαναν ότι ο αποκλεισμός των ατόμων που εργάζονται για τη βιομηχανία από τον προσωπικό διορισμό θα καθιστούσε δύσκολη την εξεύρεση εμπειρογνωμόνων με την απαραίτητη τεχνική εμπειρογνωμοσύνη. Ταυτόχρονα, τα μέλη του προσωπικού της Επιτροπής είχαν επίσης αναγνωρίσει ότι οι υπάλληλοι των εταιρειών ήταν υποχρεωμένοι να υποστηρίζουν τα συμφέροντα της εταιρείας τους και ότι δεν ήταν λογικό να υποτεθεί ότι τα μέλη του προσωπικού των εταιρειών θα έθεταν κατά μέρος τα συμφέροντα των εταιρειών τους όταν συμμετείχαν σε ομάδα εμπειρογνωμόνων. Ο καταγγέλλων βρήκε επιβεβαίωση για το τελευταίο αυτό σημείο σε επιστημονική μελέτη. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ήταν απολύτως θεμιτό και λογικό να βασίζεται η Επιτροπή στην τεχνική εμπειρογνωμοσύνη των εργαζομένων στη βιομηχανία. Ωστόσο, η Επιτροπή θα πρέπει να αναγνωρίσει ότι, σε αντίθεση με ό,τι υποθέτει το πλαίσιο του 2010, είναι εντελώς αδύνατο τα πρόσωπα αυτά να ενεργούν «ανεξάρτητα και προς το δημόσιο συμφέρον». Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν θα πρέπει ποτέ να διορίζει εμπειρογνώμονες του κλάδου υπό την προσωπική τους ιδιότητα, αλλά αντιθέτως ως εμπειρογνώμονες και ενδιαφερόμενα μέρη, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να διατηρείται ισορροπία μεταξύ των διαφόρων ειδών συμφερόντων. Ως εκ τούτου, υπήρχε αντίφαση μεταξύ της αποφυγής συγκρούσεων συμφερόντων, όπως απαιτείται από το πλαίσιο του 2010, και της πρακτικής της Επιτροπής να διορίζει εκπροσώπους του κλάδου ως ανεξάρτητα μέλη.

78. Αναφερόμενος στον ορισμό του ΟΟΣΑ για τη σύγκρουση συμφερόντων, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι οι εταιρικοί εκπρόσωποι που διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα αντιμετωπίζουν σύγκρουση συμφερόντων, δεδομένου ότι θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τα μέλη τους προς όφελος του κλάδου τους.

79. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, κατά τις επαφές της πριν από την υποβολή της παρούσας καταγγελίας, η Επιτροπή είχε δηλώσει ότι οι εμπειρογνώμονες που διορίστηκαν υπό την προσωπική τους ιδιότητα έπρεπε να υπογράψουν γραπτές δηλώσεις ότι α) θα ενεργούσαν προς το δημόσιο συμφέρον, β) ότι κανένα συμφέρον τους δεν θα έθιγε την ανεξαρτησία τους και γ) ότι η παραβίαση των όρων αυτών θα μπορούσε να οδηγήσει στον αποκλεισμό τους από την ομάδα. Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Ο καταγγέλλων εξήγησε ότι, κατόπιν αιτήματος πρόσβασης σε έγγραφα, είχε αποκτήσει πρόσβαση στις σχετικές δηλώσεις των μελών οκτώ ομάδων εμπειρογνωμόνων που διαχειρίζεται η ΓΔ MARKT. Μολονότι έλειπαν σχετικές δηλώσεις πολλών εμπειρογνωμόνων, οι τελευταίοι δεν αποκλείστηκαν από την ομάδα.

80. Επιπλέον, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, σύμφωνα με την Επιτροπή, το πλαίσιο του 2010 δεν απαιτεί πλέον από τα μέλη των ομάδων εμπειρογνωμόνων να υπογράφουν σχετικές δηλώσεις. Αντ’ αυτού, η Επιτροπή δήλωσε ότι οι πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων αντιμετωπίζονται κατά το στάδιο της επιλογής και κατά τον χρόνο διορισμού των εμπειρογνωμόνων μέσω της υποχρεωτικής γνωστοποίησης τυχόν επιζήμιων συμφερόντων. Όσον αφορά τις πτυχές αυτές, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι i) το πλαίσιο του 2010 δεν κάνει καμία αναφορά σε «υποχρεωτική γνωστοποίηση οιουδήποτε συμφέροντος». Σε κάθε περίπτωση, οι κανόνες θα πρέπει να προβλέπουν την εν λόγω υποχρεωτική γνωστοποίηση για όλες τις επαγγελματικές και δωρεάν δραστηριότητες, οι οποίες θα πρέπει να είναι προσβάσιμες στο κοινό. Επιπλέον, ο καταγγέλλων επισήμανε ii) τη συμμετοχή συγκεκριμένης ΜΚΟ σε δύο ομάδες εμπειρογνωμόνων. Η διαδικασία επιλογής σε σχέση με την εν λόγω ΜΚΟ περιλάμβανε διεξοδική ανάλυση της προηγούμενης επαγγελματικής πείρας του μεμονωμένου υποψηφίου στο πλαίσιο σειράς συνεντεύξεων. Ωστόσο, δεν ήταν σαφές αν η διαδικασία επιλογής ήταν εξίσου αυστηρή για όλους τους υποψηφίους. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή δεν είχε παράσχει καμία ένδειξη σοβαρής διαδικασίας για την αξιολόγηση πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων των εμπειρογνωμόνων που διορίστηκαν υπό την προσωπική τους ιδιότητα πριν από τη λήψη απόφασης σχετικά με τη σύνθεση ομάδας εμπειρογνωμόνων. Τέλος, η Επιτροπή θα έπρεπε iii) να αποκλείσει από τις ομάδες εμπειρογνωμόνων τους εμπειρογνώμονες που δεν υπέγραψαν σχετικές δηλώσεις.

81. Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι ήταν απολύτως φυσιολογικό οι εμπειρογνώμονες να μην θέλουν να υπογράψουν «μια παράλογη και ψευδή δήλωση ότι είναι ανεξάρτητοι όταν είναι τόσο σαφές ότι δεν είναι». Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αυτό ήταν ένα ακόμη επιχείρημα για να σταματήσει η Επιτροπή να διορίζει εμπειρογνώμονες που συνδέονται με τον κλάδο υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής επέδειξε κάποια διαφάνεια όσον αφορά τη θέση του καταγγέλλοντος ότι «τα εταιρικά μέλη των ομάδων εμπειρογνωμόνων θα πρέπει είτε να είναι εγγεγραμμένα εξ ονόματος της εταιρείας για την οποία εργάζονται είτε να εκπροσωπούν έναν συγκεκριμένο τομέα». Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ένα μέλος του προσωπικού της Γενικής Γραμματείας της Επιτροπής δήλωσε ότι η Επιτροπή δεν θα εγκρίνει ομάδες στις οποίες δεν αναφέρεται σαφώς το ιστορικό των μελών. Ωστόσο, για τις υφιστάμενες ομάδες η κατάσταση ήταν πιο περίπλοκη και θα χρειαζόταν κάποιος χρόνος για να αλλάξει. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι δεν θα δεχόταν μια «σταδιακή αλλαγή» στο θέμα αυτό, δεδομένου ότι η τρέχουσα πρακτική της Επιτροπής δεν είχε καμία βάση στους ισχύοντες κανόνες και ήταν παραπλανητική για το κοινό. Ο καταγγέλλων επέστησε επίσης την προσοχή στο γεγονός ότι η πρακτική της Επιτροπής είχε αποτελέσει αντικείμενο κριτικής από ορισμένους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά τη διάρκεια συζήτησης στην ολομέλεια που πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 2011. Επιπλέον, σε πρόσφατη επιστολή προς δύο Επιτρόπους, ομάδα βουλευτών του ΕΚ ζήτησε από την Επιτροπή να αναπτύξει διαδικασίες προκειμένου να μην επιτρέπεται σε πρόσωπα με κεκτημένα συμφέροντα να συμμετέχουν σε ομάδες εμπειρογνωμόνων υπό την προσωπική τους ιδιότητα.

82. Τέλος, ο καταγγέλλων υπέβαλε κατάλογο 19 ομάδων εμπειρογνωμόνων στην περίπτωση των οποίων «οι ισχύοντες κανόνες σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων παραβιάζονται σαφώς με τον διορισμό εκπροσώπων του κλάδου «υπό την προσωπική τους ιδιότητα». Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι αυτό ισχύει πιθανώς και για πολύ περισσότερες ομάδες εμπειρογνωμόνων.

83. Σχολιάζοντας τις δηλώσεις της Επιτροπής σχετικά με το έγγραφο που προέρχεται από τη ΓΔ SANCO, ο καταγγέλλων αποδέχθηκε τις εξηγήσεις της Επιτροπής ότι το έγγραφο αυτό ήταν απλώς ένα έγγραφο συζήτησης. Ταυτόχρονα, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι οι αρχές που περιέχονται στο εν λόγω έγγραφο «προχωρούν προς τη σωστή κατεύθυνση», επισημαίνοντας ότι η άποψη αυτή είχε επίσης εγκριθεί από τους προαναφερθέντες βουλευτές του ΕΚ. Έτσι, τα άτομα «που εργάζονται για εταιρείες και ομάδες συμφερόντων» δεν θα πρέπει ποτέ να διορίζονται με την προσωπική τους ιδιότητα, αλλά μόνο ως ενδιαφερόμενα μέρη. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι οι διατάξεις που περιέχονται στο πλαίσιο του 2010 σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων θα πρέπει να αποσαφηνιστούν και να ενισχυθούν. Αντί να αναφέρονται στην ανάγκη αποφυγής συγκρούσεων συμφερόντων κατά την επιλογή των εμπειρογνωμόνων, θα πρέπει να αναφέρουν ότι «κατά την επιλογή των εμπειρογνωμόνων θα πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά οι κίνδυνοι για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων και να αποκλείονται οι εμπειρογνώμονες με υψηλούς κινδύνους». Επιπλέον, αντί να προβλέπεται η δυνατότητα αποκλεισμού εμπειρογνωμόνων που διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων, οι κανόνες θα πρέπει να προβλέπουν ότι οι εμπειρογνώμονες «αποκλείονται από τις ομάδες εάν έχουν σύγκρουση συμφερόντων». Τέλος, οι δηλώσεις επαγγελματικών δραστηριοτήτων εμπειρογνωμόνων που ενεργούν υπό την προσωπική τους ιδιότητα θα πρέπει να είναι προσβάσιμες μέσω του μητρώου και αυτό θα πρέπει να προβλέπεται από τους σχετικούς κανόνες.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

84. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος αφορά τον διορισμό σε ομάδες εμπειρογνωμόνων υπό την προσωπική τους ιδιότητα εκπροσώπων που συνδέονται με έναν κλάδο. Λαμβανομένου υπόψη ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος σχετικά με τον εν λόγω ισχυρισμό αναφέρεται σε πρόσωπα που συνδέονται με οργανισμούς με εδραιωμένο συμφέρον, ο Διαμεσολαβητής, κατά την αξιολόγηση που θα ακολουθήσει, βασίστηκε στην τελευταία αυτή έννοια, εξυπακουομένου ότι ένας οργανισμός που κατέχει εδραιωμένο συμφέρον σε μια δεδομένη πολιτική δεν είναι απαραιτήτως εταιρεία ή επιχειρηματική εταιρεία.

85. Το άρθρο 4 παράγραφος 2 του υποδείγματος απόφασης της Επιτροπής που επισυνάπτεται στο έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής [17] (εφεξής «υπόδειγμα απόφασης») προβλέπει ρητά τη διάκριση μεταξύ των μελών των ομάδων εμπειρογνωμόνων που διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα και των μελών που διορίζονται για να εκπροσωπούν συμφέροντα. Όσον αφορά την προηγούμενη κατηγορία μελών, το άρθρο 4 παράγραφος 7 του υποδείγματος απόφασης προβλέπει ότι ενεργούν ανεξάρτητα και προς το δημόσιο συμφέρον. Επιπλέον, το άρθρο 4 παράγραφος 8 του υποδείγματος απόφασης απαιτεί τη δημοσίευση των ονομάτων τους στο μητρώο.

86. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη συλλογή και τη χρήση πραγματογνωμοσύνης περιλαμβάνουν την ακόλουθη δήλωση: Είναι αλήθεια ότι κανείς δεν είναι εντελώς «ανεξάρτητος»... Ωστόσο, στο μέτρο του δυνατού, θα πρέπει να αναμένεται από τους εμπειρογνώμονες να ενεργούν με ανεξάρτητο τρόπο. Οι εμπειρογνώμονες μπορούν, φυσικά, να φέρουν στο τραπέζι τις γνώσεις που κατέχουν λόγω της υπαγωγής τους ή της εθνικότητάς τους: πράγματι, μπορεί μερικές φορές να επιλεγούν εμπειρογνώμονες για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Ωστόσο, στόχος είναι να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος στρέβλωσης των παρεχόμενων συμβουλών από κατεστημένα συμφέροντα, με τη θέσπιση πρακτικών που προάγουν την ακεραιότητα, με τη ρητή αναφορά των εξαρτήσεων και με την αναγνώριση ότι ορισμένες εξαρτήσεις —που ποικίλλουν από θέμα σε θέμα— θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη διαδικασία χάραξης πολιτικής περισσότερο από άλλες.»[18] Σύμφωνα με την κατευθυντήρια γραμμή 12, οι εμπειρογνώμονες θα πρέπει να δηλώνουν αμέσως κάθε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον για το επίμαχο ζήτημα, καθώς και κάθε σχετική αλλαγή μετά την έναρξη των εργασιών.

87. Το άρθρο 9 των οριζόντιων κανόνων για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που προσαρτάται στο πλαίσιο του 2010 περιέχει λεπτομερείς κανόνες σχετικά με την επιλογή και τον διορισμό των μελών των ομάδων εμπειρογνωμόνων που θα διοριστούν υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Αξίζει να τα παραθέσουμε αναλυτικά:

«Διαδικασία επιλογής και διορισμός μελών

Όταν τα μέλη της ομάδας εμπειρογνωμόνων διορίζονται από την Επιτροπή ή τις υπηρεσίες της, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις:

(1) Όταν διορίζονται μεμονωμένοι εμπειρογνώμονες υπό την προσωπική τους ιδιότητα, επιλέγονται σύμφωνα με διαδικασία επιλογής που εγγυάται υψηλό επίπεδο εμπειρογνωμοσύνης και, στο μέτρο του δυνατού, γεωγραφική ισορροπία και ισορροπία μεταξύ των φύλων, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών καθηκόντων της ομάδας εμπειρογνωμόνων και του είδους της απαιτούμενης εμπειρογνωμοσύνης. Επιπλέον, η επιλογή των εμπειρογνωμόνων πραγματοποιείται κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων.

Με την επιφύλαξη των ειδικών διαδικασιών επιλογής που προβλέπονται από τις αποφάσεις της Επιτροπής για τη σύσταση ομάδων εμπειρογνωμόνων, χρησιμοποιούνται, στο μέτρο του ευλόγως εφικτού, δημόσιες προσκλήσεις υποβολής υποψηφιοτήτων. Για τον σκοπό αυτό, οι υπηρεσίες της Επιτροπής χρησιμοποιούν το τυποποιημένο υπόδειγμα πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων για την επιλογή εμπειρογνωμόνων που διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα, το οποίο καθορίζεται από τη Γενική Γραμματεία. Οι υπηρεσίες μπορούν να αποκλίνουν από το υπόδειγμα ή να το συμπληρώνουν, όταν αυτό δικαιολογείται από ειδικές απαιτήσεις.

Όταν η πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων δεν είναι ευλόγως εφικτή (π.χ. όταν απαιτείται πολύ ειδική εμπειρογνωμοσύνη), η επιλογή των εμπειρογνωμόνων πραγματοποιείται βάσει αντικειμενικά επαληθεύσιμων κριτηρίων.

Οι ενδιαφερόμενες υπηρεσίες της Επιτροπής ενημερώνουν τους εμπειρογνώμονες που διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα ότι, αποδεχόμενες να είναι μέλη της ομάδας, δεσμεύονται να ενεργούν ανεξάρτητα και προς το δημόσιο συμφέρον. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενημερώνουν επίσης τους εν λόγω εμπειρογνώμονες ότι ενδέχεται να αποκλειστούν από την ομάδα ή από συγκεκριμένη συνεδρίασή της, σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων.»

88. Το υπόδειγμα «Πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων για την επιλογή εμπειρογνωμόνων που διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα» που επισυνάπτεται στο έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής [19] περιέχει τις ακόλουθες διατάξεις: «Τα μέλη παρέχουν στην Επιτροπή ανεξάρτητη γνώμη χωρίς εξωτερικές επιρροές...» Το υπόδειγμα πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων περιλαμβάνει επίσης την ακόλουθη διάταξη: «Δεσμεύονται να ενεργούν ανεξάρτητα και προς το δημόσιο συμφέρον.»

89. Επιπλέον, το άρθρο 11 παράγραφος 1 του υποδείγματος εσωτερικού κανονισμού που επισυνάπτεται στο ίδιο έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής ορίζει ότι, σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων σε σχέση με εμπειρογνώμονα, οι υπηρεσίες της Επιτροπής μπορούν να αποκλείσουν τον εν λόγω εμπειρογνώμονα από την ομάδα ή από συγκεκριμένη συνεδρίασή της. Επικουρικώς, μπορούν να αποφασίσουν ότι ο εν λόγω εμπειρογνώμονας απέχει από τη συζήτηση των θεμάτων της σχετικής ημερήσιας διάταξης και από οποιαδήποτε ψηφοφορία επί των θεμάτων αυτών.

90. Στο πλαίσιο αυτών των κανόνων, ο Διαμεσολαβητής έπρεπε να αξιολογήσει τον υπό εξέταση ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.

91. Κατ’ αρχάς, παρατήρησε ότι ο διορισμός υπό την προσωπική του ιδιότητα σε ομάδα εμπειρογνωμόνων διαφέρει από τον διορισμό για την εκπροσώπηση συμφέροντος. Επιπλέον, ο διορισμός εμπειρογνωμόνων υπό την προσωπική τους ιδιότητα δεν περιορίζεται σε πρόσωπα προερχόμενα από τον κλάδο, αλλά είναι ανοικτός σε κάθε πρόσωπο που πληροί, μεταξύ άλλων, τις απαιτήσεις του άρθρου 9 παράγραφος 1 των οριζόντιων κανόνων για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, οι εφαρμοστέοι κανόνες προφανώς βασίζονται στην παραδοχή ότι οι αντικειμενικές συμβουλές που εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον μπορούν κατ’ αρχήν να λαμβάνονται από εμπειρογνώμονες ανεξάρτητα από τη σύνδεσή τους με οργανώσεις που έχουν εδραιωμένο συμφέρον, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται ορισμένες διασφαλίσεις.

92. Στη γνώμη της, η Επιτροπή αναφέρθηκε στις δεξιότητες και την πείρα που προσέφεραν στην ομάδα τα μέλη που διορίστηκαν υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε εύλογες τις σχετικές δηλώσεις της Επιτροπής. Ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε τη χρησιμότητα της πείρας και της εμπειρογνωμοσύνης που προσέφεραν στις ομάδες μέλη που διορίστηκαν υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Ο καταγγέλλων υποστήριξε, ωστόσο, ότι η Επιτροπή δεν θα πρέπει ποτέ να διορίζει εμπειρογνώμονες του κλάδου υπό την προσωπική τους ιδιότητα, αλλά αντιθέτως ως εμπειρογνώμονες και ενδιαφερόμενα μέρη. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η αποδοχή της θέσης του καταγγέλλοντος ότι ένα μέλος που διορίζεται υπό την προσωπική του ιδιότητα θα εκπροσωπούσε εξ ορισμού τα συμφέροντα της ένωσης με την οποία συνδέεται θα απέκλειε στην πραγματικότητα τον διορισμό οποιουδήποτε εμπειρογνώμονα υπό την προσωπική του ιδιότητα, εξυπακουομένου ότι δεν υπάρχει συμφωνημένος ορισμός ή κατώτατο όριο ως προς το τι θα συνιστούσε ένας οργανισμός που ενεργεί αποκλειστικά προς το δημόσιο συμφέρον. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια εξέφρασε την ικανοποίησή της για τον μελλοντικό προβληματισμό σχετικά με το θέμα αυτό και θεώρησε ότι το έγγραφο που προέρχεται από τη ΓΔ SANCO αποτελεί σημαντική συμβολή εν προκειμένω.

93. Τούτου λεχθέντος, ο Διαμεσολαβητής έκρινε προφανές ότι ο διορισμός προσώπου συνδεδεμένου με οργανισμό που έχει κεκτημένα συμφέροντα θα μπορούσε να οδηγήσει σε συγκρούσεις συμφερόντων. Ως εκ τούτου, ήταν εξίσου σαφές ότι συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή, ιδίως όταν αποφασίζεται ο διορισμός μελών υπό την προσωπική τους ιδιότητα, ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος σύγκρουσης συμφερόντων. Επιπλέον, ii) κατά τη διάρκεια της θητείας των μελών που διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα, ο κίνδυνος σύγκρουσης συμφερόντων πρέπει επίσης να αντιμετωπίζεται με κατάλληλα μέσα.

94. Όσον αφορά την πρώτη πτυχή, ο Διαμεσολαβητής έκρινε απαραίτητο οι δημόσιες προσκλήσεις υποβολής αιτήσεων να χρησιμοποιούνται στον μέγιστο δυνατό βαθμό και, σε περιπτώσεις όπου οι δημόσιες προσκλήσεις δεν θα εξυπηρετούσαν χρήσιμο σκοπό, η επιλογή να βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια. Η Διαμεσολαβήτρια σημείωσε με ικανοποίηση ότι το άρθρο 9 των οριζόντιων κανόνων για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής προβλέπει ρητά κάτι τέτοιο. Το άρθρο 9 παράγραφος 1 προβλέπει επίσης την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων κατά την επιλογή εμπειρογνωμόνων και, ως εκ τούτου, επιτρέπει την αντιμετώπιση του ζητήματος των συγκρούσεων συμφερόντων στο κρίσιμο στάδιο της επιλογής των μελών που διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι οι δυνητικές συγκρούσεις συμφερόντων αξιολογούνται κατά το στάδιο της επιλογής και/ή κατά τον χρόνο του διορισμού επιβεβαιώθηκε από τους προαναφερθέντες κανόνες.

95. Όσον αφορά τη δεύτερη πτυχή, οι προαναφερθέντες κανόνες προβλέπουν ότι τα μέλη που διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα πρέπει να δεσμεύονται να ενεργούν ανεξάρτητα και προς το δημόσιο συμφέρον. Ο Διαμεσολαβητής συμμερίστηκε τις αμφιβολίες του καταγγέλλοντος ως προς την αποτελεσματικότητα μιας επίσημης δήλωσης για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της δέσμευσης να ενεργεί προς το δημόσιο συμφέρον. Ταυτόχρονα, υπενθυμίζει ότι το άρθρο 9 παράγραφος 1 των οριζόντιων κανόνων για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής επιτρέπει τον αποκλεισμό ενός μέλους από την ομάδα ή από συγκεκριμένη συνεδρίασή της και, ως εκ τούτου, προβλέπει ειδικές κυρώσεις σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων. Ενώ ο καταγγέλλων φαίνεται να υποστηρίζει ότι η σύγκρουση συμφερόντων θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα τον αυτόματο αποκλεισμό του θιγόμενου μέλους του ομίλου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ο καταγγέλλων δεν απέδειξε τους λόγους για τους οποίους θα ήταν αναγκαίος ένας τέτοιος κανόνας που δεν επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες μιας δεδομένης σύγκρουσης συμφερόντων.

96. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι προβλεπόμενες κυρώσεις μπορούν να είναι αποτελεσματικές μόνο εάν εντοπιστεί εξαρχής σύγκρουση συμφερόντων. Ως εκ τούτου, η αποτελεσματικότητα των εν λόγω κυρώσεων εξαρτάται i) από την ετοιμότητα του οικείου μέλους να δηλώσει οποιαδήποτε τέτοια σύγκρουση και/ή ii) από τις δυνατότητες εντοπισμού οποιασδήποτε τέτοιας σύγκρουσης με άλλα μέσα. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι, ακόμη και ελλείψει μέλους που δηλώνει σύγκρουση συμφερόντων, η ύπαρξη πραγματικών ή δυνητικών συγκρούσεων μπορεί να εξακριβωθεί εάν διατίθενται στο μητρώο της Επιτροπής πληροφορίες σχετικά με i) τα μέλη των ομάδων εμπειρογνωμόνων, συμπεριλαμβανομένων των μελών που διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα, και ii) τις συζητήσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων, συμπεριλαμβανομένων των ημερήσιων διατάξεων των συνεδριάσεων, των πρακτικών των συνεδριάσεων και των εκθέσεων που απορρέουν από τις δραστηριότητες των ομάδων.

97. Δεδομένου ότι ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε πρόταση φιλικής λύσης σε σχέση με το μητρώο της Επιτροπής που ακολουθεί, δεν ήταν αναγκαίο να αναληφθεί περαιτέρω δράση από την πλευρά του Διαμεσολαβητή όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό και ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.

Δ. Ισχυρισμός περί μη παροχής πειστικών λόγων για τη μη ανάπτυξη ενιαίων κριτηρίων επιλογής και σχετικός ισχυρισμός

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

98. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν παρείχε πειστικούς λόγους για τη μη ανάπτυξη γενικών κριτηρίων για την επιλογή των μελών των ομάδων εμπειρογνωμόνων. Προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η τρέχουσα διαδικασία επιλογής είναι ασυμβίβαστη με τις κατευθυντήριες γραμμές για τη συλλογή και τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης και τα ελάχιστα πρότυπα για την ανακοίνωση των διαβουλεύσεων. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να αναπτύξει και να δημοσιεύσει γενικά κριτήρια για την επιλογή των μελών των ομάδων εμπειρογνωμόνων.

99. Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε ότι συγκροτεί ομάδες εμπειρογνωμόνων όταν χρειάζεται να συγκεντρώσει εξωτερική εμπειρογνωμοσύνη για την εκτέλεση των καθηκόντων της. Κατά συνέπεια, «η επιλογή των εμπειρογνωμόνων πραγματοποιείται κατά περίπτωση με βάση τις εξειδικευμένες γνώσεις τους σε συγκεκριμένο τομέα και λαμβάνοντας υπόψη το είδος των εργασιών που πρέπει να εκτελεστούν, οι οποίες μπορεί να ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό». Η Επιτροπή υπογράμμισε τον τεχνικό χαρακτήρα των ζητημάτων που αντιμετωπίζουν ορισμένες ομάδες και τη διαφορά στο πεδίο εφαρμογής τους. Προσέφερε ενδεικτικά παραδείγματα ζητημάτων που συνδέονται με την εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας ή την προετοιμασία νέων πρωτοβουλιών πολιτικής. Όσον αφορά τον διορισμό εμπειρογνωμόνων υπό την προσωπική τους ιδιότητα, η Επιτροπή επισήμανε ότι η επιλογή βασίστηκε στις ικανότητες ενός εμπειρογνώμονα σχετικά με τη συγκεκριμένη πολιτική, όπως αυτές καθορίστηκαν, μεταξύ άλλων, στο πλαίσιο των προσκλήσεων υποβολής υποψηφιοτήτων. Όσον αφορά τη συμμετοχή των δημόσιων αρχών και/ή οργανισμών, η Επιτροπή δήλωσε ότι εναπόκειται κανονικά σε αυτές να προσδιορίσουν τους εκπροσώπους τους και να εξασφαλίσουν υψηλό επίπεδο εμπειρογνωμοσύνης.

100. Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή θεώρησε ότι η προαναφερθείσα πρακτική της είναι «απολύτως σύμφωνη με τις ανακοινώσεις σχετικά με τη συλλογή και τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης και σχετικά με τα ελάχιστα πρότυπα για τη διαβούλευση». Σύμφωνα με την προηγούμενη ανακοίνωση, «οι ρυθμίσεις για τη συλλογή και τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης θα πρέπει να σχεδιάζονται ανάλογα με το εκάστοτε καθήκον, λαμβάνοντας υπόψη τον σχετικό τομέα, το εν λόγω ζήτημα και το στάδιο του κύκλου πολιτικής». Επιπλέον, σύμφωνα με την ανακοίνωση για τα ελάχιστα πρότυπα διαβούλευσης, η «αρχή της αναλογικότητας... πρέπει να διέπει τη διοικητική πρακτική της Επιτροπής» και «η Επιτροπή πρέπει να αξιολογεί τις ανάγκες διαβούλευσης κατά περίπτωση, σύμφωνα με το δικαίωμα πρωτοβουλίας της». Η Επιτροπή παρέπεμψε επίσης στην ανακοίνωση για την έξυπνη νομοθεσία [20], σύμφωνα με την οποία «η συνεργασία της Επιτροπής με την κοινωνία των πολιτών πρέπει να εξετάζεται με βάση το πλήρες φάσμα των ευκαιριών που έχουν οι πολίτες και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη να συμβάλουν στη διαδικασία χάραξης πολιτικής». Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, η Επιτροπή υποστήριξε ότι είχε αναπτύξει «τακτικό διάλογο με τα ενδιαφερόμενα μέρη σε διάφορες μορφές, με τις ομάδες εμπειρογνωμόνων να είναι μόνο μία από αυτές». Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι μορφές αυτές λαμβάνουν υπόψη τη μακροχρόνια πολιτική της για ανοικτότητα και συμμετοχικότητα και αντικατοπτρίζουν τις μεγάλες διαφορές στους τομείς πολιτικής, καθώς και την πολυμορφία των ενδιαφερόμενων μερών.

101. Λαμβανομένης υπόψη της προαναφερθείσας ποικιλομορφίας των περιστάσεων, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν ήταν πεπεισμένη για τη δυνητική προστιθέμενη αξία των αυστηρότερων κανόνων σχετικά με την αλληλεπίδρασή της με την κοινωνία των πολιτών. Ως εκ τούτου, δήλωσε ότι δεν έκρινε σκόπιμο να καταρτίσει γενικά κριτήρια για την επιλογή των μελών της ομάδας εμπειρογνωμόνων.

102. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι είναι πλήρως προσηλωμένη στη διασφάλιση της εφαρμογής των διατάξεων που περιέχονται στο πλαίσιο του 2010, ιδίως ότι οι εμπειρογνώμονες που διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα επιλέγονται σύμφωνα με διαδικασία επιλογής που εγγυάται υψηλό επίπεδο εμπειρογνωμοσύνης και αποτρέπει τυχόν συγκρούσεις συμφερόντων. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι, σύμφωνα με το πλαίσιο του 2010, οι δημόσιες προσκλήσεις υποβολής αιτήσεων χρησιμοποιούνται στο μέτρο του ευλόγως εφικτού και, σε αντίθετη περίπτωση, η επιλογή των εμπειρογνωμόνων πραγματοποιείται βάσει αντικειμενικά επαληθεύσιμων κριτηρίων. Η Επιτροπή εξέφρασε επίσης τη δέσμευσή της να ενισχύσει περαιτέρω τη διαφάνεια των διαδικασιών επιλογής, συμπεριλαμβάνοντας πληροφορίες σχετικά με τις προαναφερθείσες διαδικασίες επιλογής στη νέα έκδοση του μητρώου, όπως αναφέρεται στο πλαίσιο του 2010.

103. Στις παρατηρήσεις της και αφού σημείωσε την αναφορά της Επιτροπής στις κατευθυντήριες γραμμές για τη συλλογή και τη χρήση πραγματογνωμοσύνης, η καταγγέλλουσα εξέφρασε την άποψη ότι, δεδομένου ότι χρησιμοποιούνται ως μέσο αλληλεπίδρασης με την Επιτροπή και συλλογής πραγματογνωμοσύνης, οι ομάδες εμπειρογνωμόνων πρέπει να θεωρούνται ότι δεσμεύονται από τα ελάχιστα πρότυπα για την ανακοίνωση σχετικά με τις διαβουλεύσεις. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αυτό είχε γίνει δεκτό από την Επιτροπή. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι τα ελάχιστα πρότυπα για την ανακοίνωση σχετικά με τις διαβουλεύσεις απαιτούν από την Επιτροπή να διασφαλίζει ότι υπάρχει συνέπεια και διαφάνεια στον τρόπο με τον οποίο οι υπηρεσίες της εφαρμόζουν τις διαδικασίες διαβούλευσης. Ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι η ανάγνωση αυτής της αρχής σε συνδυασμό με τις αρχές για μια πλουραλιστική και ποικιλόμορφη σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων με σκοπό να αποφευχθεί το ενδεχόμενο συγκεκριμένες ομάδες να επωφεληθούν από προνομιακή πρόσβαση, όπως αυτές προκύπτουν από τις ανακοινώσεις της Επιτροπής, «θα πρέπει να οδηγήσει την Επιτροπή στον καθορισμό ορισμένων κοινών κριτηρίων στη σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων». Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αυτός θα ήταν ο μόνος σίγουρος τρόπος για την εφαρμογή της αρχής σύμφωνα με την οποία οι υπηρεσίες της Επιτροπής εξασφαλίζουν, στο μέτρο του δυνατού, ισόρροπη εκπροσώπηση.

104. Από την άλλη πλευρά, «σε περίπτωση παραβίασης των κοινών κριτηρίων επιλογής, των κωδίκων δεοντολογίας της Επιτροπής ... και των νέων κανόνων για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων». Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η τρέχουσα ερμηνεία των εφαρμοστέων κανόνων από την Επιτροπή της επιτρέπει να υπερασπίζεται οποιαδήποτε σύνθεση όσο μη ισορροπημένη και αν είναι, εστιάζοντας στην «αποτελεσματικότητα». Δεδομένου ότι το πλαίσιο του 2010 απαιτεί μόνο ισορροπημένη σύνθεση «στο μέτρο του δυνατού», η Επιτροπή δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους δεν είναι δυνατή η ισορροπημένη σύνθεση σε ορισμένες περιπτώσεις. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, μόνο η Επιτροπή θα μπορούσε επί του παρόντος να κρίνει κατά πόσον έχει επιτευχθεί επαρκής ισορροπία μεταξύ της ίσης εκπροσώπησης των ενδιαφερόμενων μερών και της αποδοτικότητας. Ο καταγγέλλων εξέφρασε επίσης επικρίσεις για την αντίληψη της Επιτροπής όσον αφορά την «αποδοτικότητα», η οποία φαίνεται να ερμηνεύεται «με βραχυπρόθεσμο και διοικητικό τρόπο, ενώ η πραγματική αποτελεσματικότητα αφορά την παραγωγή πολιτικών και νομοθεσίας που ωφελούν την κοινωνία εν γένει».

105. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, τα γενικά κριτήρια επιλογής «θα πρέπει να περιλαμβάνουν διασφαλίσεις κατά της κυριαρχίας ομάδων εμπειρογνωμόνων από ειδικά συμφέροντα και εταιρικά συμφέροντα ειδικότερα». Επιπλέον, η δημιουργία ομάδων εμπειρογνωμόνων θα πρέπει να ανακοινώνεται δημοσίως και θα πρέπει να υπάρχουν δημόσιες προσκλήσεις προς τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν αίτηση «όταν οι ομάδες πρόκειται να συγκροτηθούν από εμπειρογνώμονες που ενεργούν υπό την προσωπική τους ιδιότητα και όταν οι εμπειρογνώμονες είναι επίσης εκπρόσωποι συμφερόντων».

106. Ο καταγγέλλων κατέληξε λέγοντας ότι «κάποια ελάχιστη ισορροπία στις ομάδες συμφερόντων των οποίων ζητήθηκε η γνώμη» από την Επιτροπή θα συμβάλει σε μια πιο ισορροπημένη διαδικασία λήψης αποφάσεων σύμφωνα με το άρθρο 9 της ΣΕΕ. Ο καταγγέλλων συμφώνησε ότι θα μπορούσαν να διατηρηθούν διαφοροποιημένα κριτήρια επιλογής κατά περίπτωση, αλλά υποστήριξε ότι θα πρέπει να υπάρχει «κάποιος γενικός κανόνας που να παρέχει εγγυήσεις κατά της κυριαρχίας ομάδων εμπειρογνωμόνων από ειδικά συμφέροντα». Εκτός εάν οι εμπειρογνώμονες είναι «ανεξάρτητοι από οποιοδήποτε συμφέρον, είναι επίσης εκπρόσωποι συμφερόντων, όσο «τεχνικά» και αν είναι τα καθήκοντά τους». Ως εκ τούτου, θα πρέπει πάντα να διατηρείται ισορροπία και όχι μόνο «στο μέτρο του δυνατού».

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

107. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι ο υπό εξέταση ισχυρισμός αφορά την εικαζόμενη έλλειψη πειστικών λόγων για τη μη ανάπτυξη γενικών κριτηρίων για την επιλογή των μελών της ομάδας εμπειρογνωμόνων. Ενώ ο καταγγέλλων στις παρατηρήσεις του αναφέρθηκε επανειλημμένα στο ζήτημα της ισόρροπης εκπροσώπησης στις ομάδες εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι το τελευταίο αυτό ζήτημα αποτελεί μέρος χωριστού ισχυρισμού και θα αναλυθεί υπό τον τίτλο αυτό. Ως εκ τούτου, η ακόλουθη αξιολόγηση έθιξε το ζήτημα της αντιπροσωπευτικότητας μόνο στον βαθμό που συνδέεται άμεσα με την εικαζόμενη έλλειψη βέλτιστων πρακτικών όσον αφορά τα γενικά κριτήρια για τον διορισμό εμπειρογνωμόνων.

108. Η κατευθυντήρια γραμμή 8 των κατευθυντήριων γραμμών για τη συλλογή και τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης αναφέρει ότι, κατά τον εντοπισμό και την επιλογή εμπειρογνωμόνων, τα τμήματα «θα πρέπει να ρίχνουν τα δίχτυα τους όσο το δυνατόν ευρύτερα για την αναζήτηση της κατάλληλης εμπειρογνωμοσύνης. Στο μέτρο του δυνατού, θα πρέπει να αναζητηθούν νέες ιδέες και ιδέες με τη συμπερίληψη ατόμων εκτός του συνήθους κύκλου επαφών του τμήματος. Επιπλέον, η κατευθυντήρια γραμμή 9 απαιτεί να λαμβάνονται υπόψη τόσο οι γενικές όσο και οι αποκλίνουσες απόψεις. Σε παράρτημα των κατευθυντήριων γραμμών περιγράφονται λεπτομερώς ορισμένα «πρακτικά ερωτήματα» που ενδέχεται να προκύψουν κατά την εφαρμογή τους, καθώς και «πρακτικές συμβουλές» για την απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα. Η επικεφαλίδα «Αναγνώριση και επιλογή εμπειρογνωμόνων» περιλαμβάνει τις ακόλουθες δηλώσεις: «Θα πρέπει να δημοσιεύονται ανοικτές προσκλήσεις υποβολής υποψηφιοτήτων κατά την αναζήτηση εμπειρογνωμοσύνης για ομάδες εμπειρογνωμόνων; Έχουν δημοσιοποιηθεί τέτοιες κλήσεις όσο το δυνατόν ευρύτερα, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών μέσων; Οι ανοικτές κλήσεις μπορεί να είναι ιδιαίτερα κατάλληλες κατά την αντιμετώπιση ευαίσθητων ζητημάτων και όταν οι ομάδες ενδέχεται να ισχύουν για εύλογο χρονικό διάστημα.

109. Σύμφωνα με την ανακοίνωση για τα ελάχιστα πρότυπα διαβούλευσης, «οι διαδικασίες διαβούλευσης που εφαρμόζει η Επιτροπή πρέπει να είναι διαφανείς, τόσο για τους άμεσα εμπλεκόμενους όσο και για το ευρύ κοινό». Σύμφωνα με την εν λόγω ανακοίνωση, πρέπει να είναι σαφές, μεταξύ άλλων, «ποιος γνωμοδοτεί και γιατί»[22].

110. Το σημείο 3.2 του πλαισίου του 2005 προβλέπει ότι «[μ]ια κηπευτικά επιλέγονται με διαφανή τρόπο, βάσει σαφώς καθορισμένων αντικειμενικών κριτηρίων. Τα μέλη που διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα επιλέγονται, στο μέτρο του δυνατού, μέσω πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων.»

111. Ο κανόνας 9, παράγραφος 1, του πλαισίου του 2010 ορίζει τα εξής:

«Όταν οι μεμονωμένοι εμπειρογνώμονες διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα, επιλέγονται σύμφωνα με διαδικασία επιλογής που εγγυάται υψηλό επίπεδο εμπειρογνωμοσύνης και, στο μέτρο του δυνατού, γεωγραφική ισορροπία και ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών καθηκόντων της ομάδας εμπειρογνωμόνων και του είδους της απαιτούμενης εμπειρογνωμοσύνης. ...

Με την επιφύλαξη των ειδικών διαδικασιών επιλογής που προβλέπονται από τις αποφάσεις της Επιτροπής για τη σύσταση ομάδων εμπειρογνωμόνων, χρησιμοποιούνται, στο μέτρο του ευλόγως εφικτού, δημόσιες προσκλήσεις υποβολής υποψηφιοτήτων. Για τον σκοπό αυτό, οι υπηρεσίες της Επιτροπής χρησιμοποιούν το τυποποιημένο υπόδειγμα πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων για την επιλογή εμπειρογνωμόνων που διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα, το οποίο καθορίζεται από τη Γενική Γραμματεία. Οι υπηρεσίες μπορούν να αποκλίνουν από το υπόδειγμα ή να το συμπληρώνουν, όταν αυτό δικαιολογείται από ειδικές απαιτήσεις.

Όταν η πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων δεν είναι ευλόγως εφικτή (π.χ. όταν απαιτείται πολύ ειδική εμπειρογνωμοσύνη), η επιλογή των εμπειρογνωμόνων πραγματοποιείται βάσει αντικειμενικά επαληθεύσιμων κριτηρίων.»[23]

112. Σύμφωνα με το σημείο 8 του εγγράφου εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής [24], για λόγους διαφάνειας, οι σχετικές πληροφορίες για τη χρησιμοποιούμενη διαδικασία επιλογής θα διατίθενται στο μητρώο. Το υπόδειγμα «Πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων για την επιλογή εμπειρογνωμόνων που διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα» που επισυνάπτεται στο έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής απαριθμεί τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση των υποψηφιοτήτων. Σε αυτές περιλαμβάνονται αποδεδειγμένες ικανότητες και πείρα σε σχετικούς τομείς· την ανάγκη επίτευξης ισορροπίας εντός της ομάδας όσον αφορά την αντιπροσωπευτικότητα των αιτούντων· καθώς και το φύλο και τη γεωγραφική προέλευση.

113. Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι, στη γνώμη της, η Επιτροπή παρέπεμψε σε κατά περίπτωση ανάλυση που πρέπει να διενεργεί όταν αποφασίζει σχετικά με την εμπειρογνωσία που απαιτείται να παρέχουν τα μέλη των ομάδων εμπειρογνωμόνων. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ομάδες εμπειρογνωμόνων δραστηριοποιούνται σε όλους τους τομείς της πολιτικής της ΕΕ και ότι, ως εκ τούτου, το φάσμα της εμπειρογνωμοσύνης που επιδιώκεται είναι ευρύ και απαιτεί από την Επιτροπή, η οποία είναι ο αποδέκτης, να διαθέτει επαρκή βαθμό διακριτικής ευχέρειας, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η θέση της Επιτροπής είναι εύλογη. Ειδικότερα, δεν ήταν σε θέση να συμμεριστεί την άποψη της καταγγέλλουσας ότι η θέση της Επιτροπής είναι ασυμβίβαστη με τους ισχύοντες κανόνες που εξετάστηκαν ανωτέρω, οι οποίοι, αντιθέτως, φαίνεται να αναγνωρίζουν τη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής, ενώ ταυτόχρονα θέτουν ορισμένα όρια στη διακριτική αυτή ευχέρεια. Έτσι, για παράδειγμα, ο κανόνας 9 παράγραφος 1 του πλαισίου του 2010 απαιτεί από την Επιτροπή, όσον αφορά τους μεμονωμένους εμπειρογνώμονες που διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα, να προσφεύγει σε διαδικασία επιλογής που εγγυάται υψηλό επίπεδο εμπειρογνωμοσύνης και, στο μέτρο του δυνατού, γεωγραφική ισορροπία και ισορροπία μεταξύ των φύλων, λαμβάνοντας υπόψη τα ειδικά καθήκοντα της ομάδας εμπειρογνωμόνων και το είδος της απαιτούμενης εμπειρογνωμοσύνης. Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται δύσκολο να καθοριστούν περαιτέρω γενικά κριτήρια που θα ισχύουν για όλες τις ομάδες εμπειρογνωμόνων. Από την άλλη πλευρά, στο βαθμό που ο καταγγέλλων αναφέρθηκε σε ένα κριτήριο εκπροσώπησης, η πτυχή αυτή θα εξεταστεί στο πλαίσιο του πέμπτου ισχυρισμού του.

114. Με βάση τα ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι η Επιτροπή είχε θεσπίσει γενικά κριτήρια για την επιλογή των μελών των ομάδων εμπειρογνωμόνων. Επιπλέον, θεώρησε πειστική τη θέση της Επιτροπής ότι δεν θα ήταν χρήσιμο να θεσπιστούν αυστηρότεροι γενικοί κανόνες. Ταυτόχρονα, σημείωσε και επικρότησε τη δέσμευση της Επιτροπής να ενισχύσει περαιτέρω τη διαφάνεια των διαδικασιών επιλογής, συμπεριλαμβάνοντας σχετικές πληροφορίες στο μητρώο. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με τον παρόντα ισχυρισμό.

Ε. Ισχυρισμός περί μη διασφάλισης ισορροπημένης σύνθεσης και σχετικός ισχυρισμός

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

115. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν διασφάλισε ισορροπημένη σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων. Προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, στην πλειονότητα των ομάδων εμπειρογνωμόνων που προσδιόρισε, οι εκπρόσωποι του κλάδου αποτελούν την πλειοψηφία, ενώ όλα τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως οι ομάδες καταναλωτών, οι πανεπιστημιακοί και η κοινωνία των πολιτών, υποεκπροσωπούνται. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να αντιμετωπίσει το ζήτημα της μη ισορροπημένης σύνθεσης των ομάδων εμπειρογνωμόνων.

116. Στη γνώμη της, η Επιτροπή επισήμανε ότι, σε αντίθεση με όσα δήλωσε ο καταγγέλλων, σέβεται το γράμμα και το πνεύμα των κατευθυντήριων γραμμών για τη συλλογή και τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης, οι οποίες προσδιορίζουν την αριστεία, τον βαθμό στον οποίο οι εμπειρογνώμονες ενεργούν με ανεξάρτητο τρόπο και τον πλουραλισμό ως καθοριστικούς παράγοντες της ποιότητας των συμβουλών. Η Επιτροπή δήλωσε ότι, κατά την επιλογή των μελών των ομάδων εμπειρογνωμόνων, προσπαθεί πάντα να επιτύχει ισορροπία μεταξύ των ανωτέρω τριών κριτηρίων. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι, όπως επισήμανε ο καταγγέλλων στην προηγούμενη αλληλογραφία του με την Επιτροπή, είχε επανειλημμένα παράσχει στον καταγγέλλοντα «σχετικές και λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο αυτό διασφαλίστηκε αποτελεσματικά για ορισμένες ομάδες εμπειρογνωμόνων».

117. Για λεπτομερείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με το σκεπτικό της σύνθεσης πολλών ομάδων εμπειρογνωμόνων, η Επιτροπή παρέπεμψε σε παράρτημα της γνωμοδότησής της. Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν έδειξαν ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ήταν «σε μεγάλο βαθμό αβάσιμος ή ανακριβής». Ταυτόχρονα, η Επιτροπή επισήμανε ότι, για λόγους αποτελεσματικότητας, δεν είναι σε θέση να αναλάβει το δαπανηρό και χρονοβόρο έργο της παροχής λεπτομερών πληροφοριών για καθεμία από τις 111 ομάδες εμπειρογνωμόνων που αναφέρονται στην καταγγελία του καταγγέλλοντος.

118. Επιπλέον, η Επιτροπή δήλωσε ότι το πλαίσιο του 2010 προβλέπει ότι οι σχετικές υπηρεσίες της «αποσκοπούν στη διασφάλιση ισόρροπης εκπροσώπησης των σχετικών τομέων εμπειρογνωμοσύνης και των τομέων ενδιαφέροντος, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις εργασίες που πρέπει να πραγματοποιηθούν και την ειδική εμπειρογνωσία που απαιτείται». Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι είναι πλήρως προσηλωμένη στην εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων και εξέφρασε επίσης την ετοιμότητά της «να εξετάσει τρόπους για την ενίσχυση της ισορροπίας στη σύνθεση των υφιστάμενων ομάδων εμπειρογνωμόνων, εάν χρειαστεί». Αναδεικνύοντας τη δέσμευσή της, η Επιτροπή αναφέρθηκε στην «Ανακοίνωση προς μια πράξη για την ενιαία αγορά», η οποία προβλέπει αυξημένη διαβούλευση και διάλογο με την κοινωνία των πολιτών. Ειδικότερα, όπου είναι εφικτό και σκόπιμο, οι ομάδες εμπειρογνωμόνων θα επεκταθούν πέρα από τους εκπροσώπους των επιχειρήσεων για να ενσωματώσουν τις απόψεις των καταναλωτών, των ΜΚΟ και των συνδικαλιστικών οργανώσεων, μεταξύ άλλων.

119. Η Επιτροπή υπενθύμισε επίσης ότι, σε επιστολή που απηύθυνε στον καταγγέλλοντα, ο Επίτροπος Barnier αναγνώρισε πλήρως ότι θα πρέπει να επιτευχθεί δίκαιη ισορροπία όσον αφορά την εκπροσώπηση των μη βιομηχανικών ενδιαφερόμενων μερών στις διαδικασίες διαβούλευσης. Η Επιτροπή επισήμανε ότι δεσμεύεται «να επιδιώξει την κατάλληλη παρουσία εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών στις ομάδες εμπειρογνωμόνων της» στον τομέα της εσωτερικής αγοράς, τόσο όσον αφορά τις υφιστάμενες όσο και τις νεοσυσταθείσες ομάδες. Η Επιτροπή υπογράμμισε, ωστόσο, ότι απαιτείται κάποιος βαθμός ευελιξίας, δεδομένου του «τεχνικού» χαρακτήρα ορισμένων ομάδων, για τις οποίες ενδέχεται να μην είναι βέλτιστο να υπάρχει πλειοψηφία εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών. Για παράδειγμα, η Επιτροπή αναφέρθηκε σε ομάδες εμπειρογνωμόνων στους τομείς των υπηρεσιών χονδρικής και των πληρωμών.

120. Επιπλέον, η Επιτροπή δήλωσε ότι, και στον τομέα της κοινωνίας της πληροφορίας, καταβλήθηκαν προσπάθειες για να εξασφαλιστεί πιο ισορροπημένη εκπροσώπηση των σχετικών ενδιαφερόμενων μερών, καθώς και γεωγραφική ισορροπία και ισορροπία μεταξύ των φύλων σε όλες τις ομάδες. Η επιλογή των μελών των ομάδων εμπειρογνωμόνων στον τομέα αυτό θα γίνεται βάσει δημόσιων προσκλήσεων.

121. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα εξέφρασε την άποψη ότι η Επιτροπή δεν υποστήριξε ότι επιδιώκει να διασφαλίσει την ισόρροπη σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων, αλλά μόνο ότι προσπαθεί να επιτύχει ισορροπία μεταξύ αριστείας, ανεξαρτησίας και πολυφωνίας. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, δεν ήταν σαφές τι εννοούσε η Επιτροπή με τον όρο «αριστεία». Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι η αναφορά στην «αριστεία» θα μπορούσε στην πράξη να δικαιολογήσει οποιαδήποτε σύνθεση. Αντίθετα, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι ο ίδιος έδωσε σαφή ορισμό του τι σημαίνει «ισορροπία» και «πλουραλισμός», δηλαδή ότι «το πολύ το ήμισυ των μη κυβερνητικών φορέων θα πρέπει να προέρχεται από ένα μόνο είδος ενδιαφέροντος (ιδίως από μεγάλες επιχειρήσεις)». Το σκεπτικό αυτής της αρχής, η οποία θα πρέπει να ισχύει για κάθε ομάδα εμπειρογνωμόνων και συνάδει με το άρθρο 6 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, είναι ότι θα πρέπει να υπάρχει ισορροπία μεταξύ των ειδικών οικονομικών συμφερόντων και του «δημόσιου ή γενικού συμφέροντος». Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, «εμπειρογνώμονες από διαφορετικά υπόβαθρα που εκπροσωπούν διάφορες πτυχές του δημόσιου συμφέροντος (περιβαλλοντικό, καταναλωτικό, κοινωνικό κ.λπ.), καθώς και μεγάλα τμήματα του πληθυσμού (εργασία, ΜΜΕ, επαγγελματίες) και ανεξάρτητοι ακαδημαϊκοί θα πρέπει πάντα να υπερβαίνουν συλλογικά τους εκπροσώπους των μεγάλων επιχειρήσεων». Διαφορετικά, θα υπήρχε διάκριση υπέρ των επιχειρηματικών συμφερόντων ως ειδικής κατηγορίας συμφερόντων.

122. Με βάση τα ανωτέρω, η επίτευξη ισορροπίας μεταξύ «αριστείας» και «πλουραλισμού» δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει το γεγονός ότι μια ομάδα εμπειρογνωμόνων θα κυριαρχείται από εταιρικά συμφέροντα. Το γεγονός ότι ένας εμπειρογνώμονας που εργάζεται για τον εταιρικό τομέα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εξαιρετικός δεν θα μπορούσε να επηρεάσει το συμπέρασμα ότι οι συμβουλές του εν λόγω εμπειρογνώμονα δεν θα μπορούσαν να αποσυνδεθούν από τα οικονομικά συμφέροντα του σχετικού τομέα. Ως εκ τούτου, η συμπερίληψη εμπειρογνωμόνων από τον εταιρικό τομέα κατέστησε αναγκαία την αντιστάθμιση της συμπερίληψής τους με εμπειρογνώμονες που συνδέονται με άλλα είδη συμφερόντων. Το γεγονός ότι δεν έχουν όλοι οι εμπειρογνώμονες που προέρχονται από τον εταιρικό τομέα το ίδιο συμφέρον δεν διασφαλίζει ότι το δημόσιο συμφέρον, το οποίο δεν πρέπει να ισούται με το άθροισμα των διαφόρων εμπορικών συμφερόντων, θα ληφθεί επαρκώς υπόψη. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η ύπαρξη εμπειρογνωμόνων που εξετάζουν ένα πρόβλημα κυρίως από εμπορική άποψη θα μπορούσε να στρεβλώσει σοβαρά την κατανόηση ενός συγκεκριμένου ζητήματος από την Επιτροπή.

123. Σχολιάζοντας τις πληροφορίες σχετικά με τη σύνθεση των διαφόρων ομάδων εμπειρογνωμόνων που παρείχε η Επιτροπή, ο καταγγέλλων, προφανώς μιλώντας για το παρελθόν, θεώρησε αβάσιμη τη δήλωση της Επιτροπής ότι της είχε παράσχει σχετικές και λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο διασφαλίζεται η ισορροπία. Επισήμανε ότι η Επιτροπή ουδέποτε είχε επιχειρήσει προηγουμένως να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο θα επιτυγχανόταν μια τέτοια ισορροπία. Κατά τη γνώμη της, ωστόσο, «βλέπουμε- σε ορισμένες περιπτώσεις - τις πρώτες προσπάθειές της να το πράξει, αλλά οι εξηγήσεις αυτές είναι ανεπαρκείς». Σε γενική βάση, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν σχετικά με το σκεπτικό της σύνθεσης ορισμένων ομάδων ήταν πολύ γενικές και αφηρημένες. Επιπλέον, τόνισε ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, η Επιτροπή έχει υιοθετήσει «προβληματικές προσεγγίσεις» που δείχνουν σαφή μεροληψία έναντι των επιχειρηματικών συμφερόντων.

124. Στη συνέχεια, η καταγγέλλουσα υπέβαλε λεπτομερείς παρατηρήσεις σχετικά με τις ειδικές ομάδες εμπειρογνωμόνων στις οποίες η Επιτροπή παρέπεμψε στο παράρτημα της γνωμοδότησής της. Οι πληροφορίες σχετικά με τα προβλήματα που αντιλαμβάνεται ο καταγγέλλων σχετικά με την αξιολόγηση του υπό εξέταση ισχυρισμού και ισχυρισμού μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

-Σε σχέση με τον όμιλο "CARS 21", η Επιτροπή υποστήριξε ότι ήταν πιο ισορροπημένος από πριν και ότι τώρα υπάρχει καλύτερη ισορροπία μεταξύ κατασκευαστών και προμηθευτών. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η προσέγγιση της Επιτροπής ήταν ότι δεν θα υπήρχαν προβλήματα όσον αφορά τη σύνθεση του εν λόγω ομίλου, εφόσον υπάρχει ισορροπία μεταξύ των διαφόρων βιομηχανικών τομέων. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η προσέγγιση αυτή ήταν εσφαλμένη.

-Όσον αφορά την «Ομάδα υψηλού επιπέδου για την ανταγωνιστικότητα της χημικής βιομηχανίας», η Επιτροπή δήλωσε ότι είχε επανειλημμένα ενθαρρύνει τις ΜΚΟ να αυξήσουν τη συμμετοχή τους, αλλά είχε περιορισμένη επιτυχία. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε μειώσει τον αριθμό των συμμετεχόντων στον κλάδο, ώστε να επιτευχθεί ισορροπημένη σύνθεση.

-Σε σχέση με τη «συμβουλευτική ομάδα για την ανταγωνιστικότητα στη βιοτεχνολογία», ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η εξέταση της ανταγωνιστικότητας της βιοτεχνολογίας χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι δεοντολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις και οι επιπτώσεις στην ασφάλεια ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη.

-Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι το «Στρατηγικό γνωμοδοτικό συμβούλιο για την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία» θα πρέπει, αφενός, να απαρτίζεται από εκπροσώπους βιομηχανικών και επιχειρηματικών ενώσεων, ενώ, αφετέρου, τα μέλη θα διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα και θα συμβουλεύουν την Επιτροπή ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εξωτερική επιρροή. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ήταν παράλογο να απαιτείται από τα μέλη να εκπροσωπούν επιχειρηματικές ενώσεις και, ταυτόχρονα, να είναι ανεξάρτητα.

-Όσον αφορά την (διαλυθείσα) «Ομάδα υψηλού επιπέδου για την ανταγωνιστικότητα, την ενέργεια και το περιβάλλον», ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι η Επιτροπή δεν προσπάθησε καν να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο η ομάδα θα μπορούσε να θεωρηθεί «ισορροπημένη». Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι η ομάδα αυτή αποτελούνταν από δεκατρία μέλη του κλάδου και μόνο τέσσερις «μη κυβερνητικούς συμμετέχοντες», ήταν αδύνατο να υποστηριχθεί ότι η ομάδα αυτή ήταν ισορροπημένη.

Σχολιάζοντας τις ομάδες εμπειρογνωμόνων που διαχειρίζεται η ΓΔ AGRI (Γεωργία), ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η απόφαση 2004/391 [25] απαιτεί από την Επιτροπή να «ζητεί τις απόψεις των κοινωνικοοικονομικών τομέων και των καταναλωτών» για ορισμένα ζητήματα. Ωστόσο, δεν ελήφθη μέριμνα ώστε να διασφαλιστεί ότι οι απόψεις των διαφόρων ενδιαφερόμενων μερών αναζητήθηκαν με ισορροπημένο τρόπο. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η απόφαση 2004/391 κατατάσσει τους εργαζομένους, τους καταναλωτές και τους περιβαλλοντολόγους σε μία ενιαία κατηγορία, ενώ οι γεωργοί και οι επιχειρήσεις κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες. Στην πραγματικότητα, ένας συγκεκριμένος οργανισμός αντιπροσώπευε το 48 % του συνόλου των εδρών σε συμβουλευτικές ομάδες τις οποίες διαχειρίζεται η ΓΔ AGRI.

-Όσον αφορά τις ομάδες εμπειρογνωμόνων που διαχειρίζεται η ΓΔ MARKT, ο καταγγέλλων θεώρησε εκπληκτικό το γεγονός ότι η Επιτροπή αναφέρθηκε σε «εικαζόμενη υπερεκπροσώπηση του ενδιαφέροντος του κλάδου», ενώ, για παράδειγμα, ο Επίτροπος Barnier είχε αναγνωρίσει την ανάγκη επανεξισορρόπησης των ομάδων εμπειρογνωμόνων. Επιπλέον, η Επιτροπή στηρίχθηκε στον τεχνικό χαρακτήρα των σχετικών ζητημάτων, προκειμένου να λάβει υπόψη το γεγονός ότι οι μη βιομηχανικοί ενδιαφερόμενοι φορείς και οι καταναλωτές είναι λιγότερο πολυάριθμοι στις εν λόγω ομάδες εμπειρογνωμόνων. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, πρόκειται για εσφαλμένη προσέγγιση που έρχεται σε αντίθεση με την αναγνώριση από την Επιτροπή της ανάγκης επανεξισορρόπησης των ομάδων εμπειρογνωμόνων. Ο καταγγέλλων συνέχισε σχολιάζοντας λεπτομερώς τη σύνθεση ορισμένων ομάδων εμπειρογνωμόνων προκειμένου να αποδείξει ότι δεν είναι ισορροπημένες υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων και δήλωσε ότι η Επιτροπή δεν σχολίασε τη σύνθεση δύο ομίλων.

-Όσον αφορά τις ομάδες εμπειρογνωμόνων που ασχολούνται με τη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα, ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό ανισόρροπες, παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή αναγνώρισε την ανάγκη επαρκούς και ισορροπημένης εκπροσώπησης. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι 11 από τους 20 ομίλους που ασχολούνται με τη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα έχουν μη κυβερνητικά μέλη, επτά εκ των οποίων κυριαρχούνται από εκπροσώπους εταιρειών. Ο καταγγέλλων αναγνώρισε ότι το ποσοστό των εταιρικών συμβούλων της ΓΔ MARKT στον τομέα αυτό μειώθηκε από 84% (το 2009) σε 73%. Ωστόσο, η αλλαγή με αυτόν τον ρυθμό δεν θα μπορούσε να κάνει καμία διαφορά στις μονόπλευρες πολιτικές. Ο καταγγέλλων παρατήρησε επίσης ότι, σύμφωνα με υπαλλήλους της ΓΔ MARKT, η προσέγγισή τους όσον αφορά την επανεξισορρόπηση ήταν να αντικαταστήσουν τα μέλη που εγκατέλειψαν μια ομάδα με άτομα από διαφορετικές κατηγορίες συμφερόντων, γεγονός που, ωστόσο, οδήγησε ομολογουμένως σε υπερβολικά αργή πρόοδο. Ο καταγγέλλων τόνισε την ανάγκη για ταχύτερη πρόοδο και υποστήριξε ότι μια απλή μέθοδος που πρέπει να εξεταστεί από την Επιτροπή θα ήταν η διάλυση ομίλων στους οποίους κυριαρχούν οι εταιρείες.

-Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι και όσον αφορά τις ομάδες μη χρηματοοικονομικών εμπειρογνωμόνων, πολλές ομάδες ήταν προβληματικές. Επισήμανε ότι η συμμετοχή σε ορισμένες από τις ομάδες αυτές δεν γνωστοποιήθηκε.

-Προχωρώντας στις ομάδες εμπειρογνωμόνων που διαχειρίζεται η ΓΔ Έρευνας, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι, σύμφωνα με την Επιτροπή, ορισμένες από τις ομάδες στις οποίες ο καταγγέλλων θεωρεί ότι κυριαρχούν οι μεγάλες επιχειρήσεις παρακολουθούν εν εξελίξει έργα που καλύπτονται από συμφωνίες επιχορήγησης, γεγονός που σημαίνει ότι τα πρακτικά και οι ακριβείς διαδικασίες τους δεν θα πρέπει να εμφανίζονται σε δημόσια προσβάσιμο ιστότοπο. Ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι η Επιτροπή θα πρέπει να εξακολουθήσει να είναι σε θέση να παρέχει περισσότερες πληροφορίες χωρίς να θέτει σε κίνδυνο εν εξελίξει έργα. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι η παρακολούθηση δεν θα πρέπει να επαφίεται σε εταιρικούς εμπειρογνώμονες, καθώς υπάρχει κίνδυνος σύγκρουσης συμφερόντων.

-Όσον αφορά τη σύνθεση των «τεχνικών ομάδων άνθρακα και χάλυβα», ο καταγγέλλων επέκρινε την προσέγγιση της Επιτροπής ως εσφαλμένη επειδή δεν αναγνώρισε ότι οι εμπειρογνώμονες που προέρχονται από τον εταιρικό τομέα είναι επίσης εκπρόσωποι συμφερόντων. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω εμπειρογνώμονες θα πρέπει να αποκλείονται από τις τεχνικές ομάδες ή, τουλάχιστον, να κατέχουν μόνο μια μειοψηφία των μελών, αφήνοντας τα καθήκοντα παρακολούθησης σε φορείς που δεν ενδιαφέρονται άμεσα για τη χρηματοδότηση της έρευνας.

-Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι η Επιτροπή διαφώνησε με τα αριθμητικά στοιχεία που ανέφερε ο καταγγέλλων σε σχέση με τη «συμβουλευτική ομάδα του 7ου ΠΠ για τις μεταφορές». Μολονότι ο καταγγέλλων δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να διέπραξε σφάλμα, οι διαφορές μεταξύ αυτού και της Επιτροπής κατέδειξαν προβλήματα όσον αφορά την αξιοπιστία του μητρώου. Οι εταιρικοί εκπρόσωποι δεν θα πρέπει να γίνονται δεκτοί ως εμπειρογνώμονες υπό την προσωπική τους ιδιότητα.

-Όσον αφορά τρεις ομίλους τους οποίους διαχειρίζεται η DF INFSO και τους οποίους σχολίασε η Επιτροπή, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την παραδοχή της Επιτροπής ότι τα άτομα που εργάζονται για εταιρείες δεν ενεργούν ως καθαροί εκπρόσωποι συμφερόντων υπό την ιδιότητά τους ως μελών του ομίλου. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι τουλάχιστον ενήργησαν και ως εκπρόσωποι συμφερόντων. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή χαρακτήρισε ορισμένα ερευνητικά εργαστήρια ως ανήκοντα στην «πανεπιστημιακή κοινότητα» αγνόησε το γεγονός ότι πολλά εργαστήρια ανήκουν σε εταιρείες ή είναι τα ίδια εταιρείες με κεκτημένα συμφέροντα.

-Όσον αφορά τη «συμβουλευτική ομάδα για τη βιομηχανία ευφυών συστημάτων μεταποίησης», η Επιτροπή δήλωσε ρητά ότι μόνο οι επιχειρήσεις εκπροσωπούνται στον εν λόγω όμιλο. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, δεν υπάρχουν άλλες συμβουλευτικές δομές που να παρέχουν δικαίωμα λόγου σε άλλα μέρη. Όσον αφορά τον όμιλο «eSafety», ο καταγγέλλων τόνισε ότι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε την άποψη του καταγγέλλοντος ότι κυριαρχείται από τον εταιρικό κλάδο παραγωγής, αλλά εξήγησε ότι η διευθύνουσα ομάδα του εν λόγω ομίλου αποφασίζει σχετικά με τους διορισμούς. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή θα πρέπει να ελέγχει τη σύνθεση των ομίλων και να μην αναθέτει την εξουσία αυτή σε τρίτους.

-Όσον αφορά τις ομάδες εμπειρογνωμόνων που διαχειρίζεται η ΓΔ SANCO, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, η εν λόγω ΓΔ δήλωσε ότι «κατά την επιλογή των μελών των ... ομάδων, η ισορροπία μεταξύ της βιομηχανίας και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών είναι κεντρικής σημασίας ». Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, την αρχή αυτή θα πρέπει να ακολουθήσει η Επιτροπή στο σύνολό της.

Σχολιάζοντας συγκεκριμένες ομάδες τις οποίες διαχειρίζεται η ΓΔ SANCO, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, όσον αφορά τη «Συμβουλευτική Ομάδα για την Τροφική Αλυσίδα και την Υγεία των Ζώων και των Φυτών», η Επιτροπή, το 2010, προκήρυξε δημόσια πρόσκληση «για την πλήρωση των κενών χρονοθυρίδων, ιδίως για να συμπεριληφθούν μη εκπροσωπούμενοι τομείς». Ενώ η διαδικασία δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί στις αρχές του 2011, ο καταγγέλλων τόνισε ότι αυτή ήταν η σωστή προσέγγιση για την αντιμετώπιση της μη ισορροπημένης σύνθεσης ενός ομίλου. Ταυτόχρονα, ο καταγγέλλων επέκρινε το γεγονός ότι ο εν λόγω όμιλος παρέμεινε ανισόρροπος.

-Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η «ομάδα για την υγεία και την καλή διαβίωση των ζώων» δεν ήταν πλέον διαθέσιμη στο μητρώο, αλλά υπήρχε ανισορροπία λόγω του γεγονότος ότι «οι μεγάλες εταιρείες του τομέα τους κυριαρχούν συλλογικά». Όσον αφορά το «Ευρωπαϊκό Φόρουμ για το Αλκοόλ και την Υγεία», οι μεγάλες επιχειρήσεις αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της σύνθεσής του. Τέλος, η «ομάδα εργασίας για την κλινική έρευνα και αξιολόγηση» περιλαμβάνει μόνο κυβερνήσεις και επιχειρηματικούς ομίλους, αλλά θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.

-Όσον αφορά τις ομάδες εμπειρογνωμόνων που διαχειρίζεται η ΓΔ MOVE, ο καταγγέλλων σημείωσε με ικανοποίηση ότι ο «εταιρικός όμιλος»«Télépéages» είχε διαλυθεί. Η «ομάδα εμπειρογνωμόνων για τις εσωτερικές πλωτές μεταφορές» φαίνεται να είναι πλέον ισορροπημένη. Ωστόσο, οι «ομάδες εμπειρογνωμόνων για τη διατροπικότητα και την εφοδιαστική» παρέμειναν μη ισορροπημένες, με τις επιχειρηματικές ενώσεις να αντιπροσωπεύουν την πλειονότητα των μη κυβερνητικών φορέων.

-Όσον αφορά τις ομάδες που διαχειρίζεται η ΓΔ TAXUD (Φορολογία και Τελωνειακή Ένωση), ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η «ομάδα εμπορικών επαφών» αποτελεί παράδειγμα εσφαλμένης προσέγγισης, δεδομένου ότι «κάθε διεθνής ένωση που ζητεί να είναι μέλος και αποδεικνύει τη συμμετοχή της σε δραστηριότητες που σχετίζονται με τα τελωνεία γίνεται δεκτή». Αυτό ουσιαστικά κατέστησε αδύνατο για την Επιτροπή να αποφύγει την υπερεκπροσώπηση της βιομηχανίας. Μια υποομάδα της εν λόγω ομάδας δεν ήταν διαθέσιμη στο μητρώο.

-Όσον αφορά την «ομάδα επαφής για τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης», ο καταγγέλλων διαφώνησε με την άποψη της Επιτροπής ότι θα ήταν δύσκολο να διαπιστωθεί ποια ενδιαφερόμενα μέρη εκτός των εμπορικών ενώσεων θα ενδιαφέρονταν να συμμετάσχουν στην εν λόγω ομάδα. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η εν λόγω ομάδα θα πρέπει να παρουσιάζει ενδιαφέρον για τους καταναλωτές, δεδομένου ότι η τελική τιμή των προϊόντων θα μπορούσε να επηρεαστεί από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης. Η «ομάδα εμπειρογνωμόνων για τη φορολογία και τις αποταμιεύσεις» έχει μόνο μέλη από τον χρηματοπιστωτικό κλάδο, ενώ θα πρέπει επίσης να εκπροσωπούνται οι καταναλωτές και άλλες ομάδες. Τέλος, το «Κοινό φόρουμ για τον καθορισμό των τιμών μεταβίβασης» ήταν «μια ακόμη σκανδαλώδης περίπτωση κυριαρχίας του κλάδου σε ένα ευαίσθητο ζήτημα».

-Ο καταγγέλλων τόνισε εκ νέου την ανισορροπία που χαρακτηρίζει τη σύνθεση ορισμένων ομάδων τις οποίες διαχειρίζεται η ΓΔ Περιβάλλοντος. Όσον αφορά το «φόρουμ ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές βάσει της νομοθεσίας για τις βιομηχανικές εκπομπές», έκρινε ότι το γεγονός ότι η οδηγία IPCC [26] αναφέρεται μόνο στη συμμετοχή της βιομηχανίας αποτελεί τυπικό παράδειγμα εσφαλμένης προσέγγισης.

-Όσον αφορά τους ομίλους που διαχειρίζεται η ΓΔ ENER (Ενέργεια), ο καταγγέλλων αντέκρουσε την άποψη της Επιτροπής ότι, σύμφωνα με το άρθρο 11 του καταστατικού του Οργανισμού Εφοδιασμού της Ευρατόμ [27], τα μέλη της “Comité Consultatif de l'Agence d'Approvisionnement de l'Ευρατόμ” επιλέγονται από τα κράτη μέλη μεταξύ δημόσιων οργανισμών, βιομηχάνων και χρηστών. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι το άρθρο 11 δεν προβλέπει ότι πρόσθετα μέλη θα πρέπει να προέρχονται από τη βιομηχανία. Σε κάθε περίπτωση, οι εκπρόσωποι των εταιρειών δεν περιλαμβάνονται στο μητρώο ως εκπρόσωποι της κυβέρνησης, κάτι που θα πρέπει να αποσαφηνιστεί από την Επιτροπή. Στο δεδομένο πλαίσιο, ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι η προσφάτως συσταθείσα «ad hoc συμβουλευτική ομάδα του ενεργειακού χάρτη πορείας για το 2050» δεν περιλαμβάνεται στο μητρώο.

-Όσον αφορά τη ΓΔ ECFIN, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι ο εταιρικός τομέας υπερεκπροσωπείται στην «ομάδα χρηστών μετρητών ευρώ». Αυτό δεν αντικρούστηκε από την Επιτροπή, η οποία απλώς επέμεινε ότι η ομάδα αυτή δεν συμμετέχει στην προετοιμασία της νομοθεσίας, αλλά στην ενημέρωση και την ανταλλαγή απόψεων. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή δεν θα πρέπει να προβαίνει σε διακρίσεις εις βάρος συγκεκριμένων ομάδων κατά την παροχή πληροφοριών και/ή την ανταλλαγή απόψεων.

-Μιλώντας για την ομάδα “Information des partenaires sociaux sur les activités des Fonds structurels” που διαχειρίζεται η ΓΔ REGIO, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η Επιτροπή αναφέρθηκε σε προφανή υπερεκπροσώπηση της βιομηχανίας, η οποία οφείλεται στις ιδιαιτερότητες των διαφόρων οργανώσεων εργοδοτών που είναι λιγότερο συγκεντρωμένες από τις οργανώσεις εργαζομένων. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η λύση στο ζήτημα αυτό ήταν απλή, δηλαδή η Επιτροπή θα πρέπει να καλέσει περισσότερους εκπροσώπους των συνδικαλιστικών οργανώσεων να συμμετάσχουν.

-Τέλος, όσον αφορά τη ΓΔ ESTAT, ο καταγγέλλων επισήμανε τη μη ισορροπημένη σύνθεση του «FEBI-FEBS-BUSINESSEUROPE-EUROCHAMBRES-INS-EUROSTAT». Η Επιτροπή επισήμανε ότι η ομάδα αυτή είναι ανοικτή σε κάθε ομοσπονδία που ενδιαφέρεται να συμμετάσχει στις ενημερωτικές συνεδριάσεις της και έχει εκπροσώπους από όλους τους τομείς της οικονομίας. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αυτό εισήγαγε σαφώς διακρίσεις, δεδομένου ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και οι καταναλωτές είναι επίσης «παράγοντες της οικονομίας» και θα πρέπει να προσκληθούν.

125. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι οι ανωτέρω υποθέσεις «καθώς και πολυάριθμες ομάδες στις οποίες η Επιτροπή δεν απάντησε» καταδεικνύουν ότι η Επιτροπή δεν διασφάλισε αποτελεσματικά την ισορροπημένη σύνθεση πολλών από τις ομάδες εμπειρογνωμόνων της. Τα προβλήματα με την προσέγγιση της Επιτροπής ήταν επίσης εμφανή από την ανακοίνωσή της σχετικά με την έξυπνη νομοθεσία, η οποία βασίζεται στην ιδέα ότι οι πολίτες και οι επιχειρήσεις έχουν την ίδια σημασία με τους συνομιλητές των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η μη ισορροπημένη σύνθεση μεγάλου αριθμού ομάδων εμπειρογνωμόνων παραβιάζει τα ελάχιστα πρότυπα της Επιτροπής για την ανακοίνωση σχετικά με τις διαβουλεύσεις, τις κατευθυντήριες γραμμές για τη συλλογή και τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης, τη Λευκή Βίβλο για την ευρωπαϊκή διακυβέρνηση, τον ευρωπαϊκό κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς και το άρθρο 9 της ΣΕΕ.

126. Ειδικότερα σε σχέση με τον ισχυρισμό του, ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι η πρακτική της ΓΔ SANCO φαίνεται να είναι η καλύτερη όσον αφορά την επίτευξη σχετικά χαμηλού ποσοστού ομάδων εμπειρογνωμόνων στις οποίες κυριαρχούν οι επιχειρήσεις. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η αρχή που διατύπωσε η ΓΔ SANCO, σύμφωνα με την οποία «κατά την επιλογή των μελών ... ομάδων, η ισορροπία μεταξύ της βιομηχανίας και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών είναι κεντρική », θα πρέπει να εγκριθεί από την Επιτροπή στο σύνολό της.

127. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η «ομάδα άτυπου διαλόγου για την ενιαία αγορά», την οποία διαχειρίζεται η ΓΔ MARKT, αποτελεί καλό παράδειγμα ισορροπημένης ομάδας. Από την άλλη πλευρά, η συμμετοχή σε ομάδες στις οποίες περισσότερα από τα μισά μη κυβερνητικά μέλη προέρχονται από ένα μόνο είδος συμφερόντων, και ιδίως από μεγάλες επιχειρήσεις, θα πρέπει να επανεξεταστεί ώστε να δημιουργηθεί ισορροπία μεταξύ των ειδικών οικονομικών συμφερόντων και του δημόσιου συμφέροντος. Η Επιτροπή θα πρέπει να διαλύσει τις ομάδες εμπειρογνωμόνων στις οποίες κυριαρχούν κατεστημένα συμφέροντα ή, εναλλακτικά, να αυξήσει τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ή να μειώσει τη συμμετοχή των επιχειρήσεων. Η απουσία ενιαίου συμφέροντος με απόλυτη πλειοψηφία σε μια δεδομένη ομάδα θα πρέπει να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία ή τη διατήρηση ομάδων εμπειρογνωμόνων από τις ΓΔ.

Η προκαταρκτική αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε πρόταση φιλικής λύσης

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

128. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η Επιτροπή είχε σχολιάσει μόνο τη σύνθεση ορισμένων από τις ομάδες εμπειρογνωμόνων που αναφέρονται στην καταγγελία του. Αναφερόμενος ιδίως στις ομάδες εμπειρογνωμόνων που διαχειρίζεται η ΓΔ ENTR, ο καταγγέλλων ερμήνευσε το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν σχολίασε όλες τις ομάδες ως ένδειξη αδυναμίας αιτιολόγησης της σύνθεσής τους. Ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι η Επιτροπή, στη γνώμη της, δήλωσε ότι, για λόγους αποτελεσματικότητας, δεν ήταν σε θέση να παράσχει λεπτομερείς πληροφορίες για καθεμία από τις 111 ομάδες εμπειρογνωμόνων που αναφέρονται στην καταγγελία του καταγγέλλοντος. Ενώ θα μπορούσαν να υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με τη θέση της Επιτροπής όσον αφορά τη διοικητική προσπάθεια που απαιτείται για την παροχή σχετικών πληροφοριών, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, λαμβανομένων υπόψη των εξηγήσεων της Επιτροπής, το συμπέρασμα του καταγγέλλοντος δεν ήταν πειστικό.

129. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων, όταν εξέφρασε τις απόψεις του σχετικά με τη σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων, επανέλαβε επίσης ορισμένα από τα ζητήματα που καλύπτονται από τους άλλους ισχυρισμούς του. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την πληρότητα και την αξιοπιστία του μητρώου σε σχέση με ορισμένες ομάδες εμπειρογνωμόνων και επανέλαβε την άποψή του ότι οι εμπειρογνώμονες που συνδέονται με τη βιομηχανία δεν θα πρέπει να διορίζονται ως μέλη υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Δεδομένου ότι τα ζητήματα αυτά εξετάστηκαν από τον Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο των λοιπών ισχυρισμών του καταγγέλλοντος, δεν ήταν αναγκαίο να εξεταστούν εκ νέου κατά την αξιολόγηση του παρόντος ισχυρισμού του καταγγέλλοντος.

130. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή θα πρέπει να εξηγήσει αν εξέτασε τον κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων όσον αφορά τον πρόεδρο της ad hoc συμβουλευτικής ομάδας του «ενεργειακού χάρτη πορείας για το 2050». Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 4 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, πριν από την υποβολή των καταγγελιών πρέπει να έχουν προηγηθεί τα κατάλληλα διοικητικά διαβήματα προς το οικείο θεσμικό όργανο. Δεν φαίνεται ότι ο καταγγέλλων έχει ήδη απευθυνθεί στην Επιτροπή σχετικά με το θέμα αυτό και, ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν είχε το δικαίωμα να ασχοληθεί με την πτυχή αυτή. Εν πάση περιπτώσει, επισήμανε ότι, δεδομένης της επικέντρωσης της παρούσας έρευνάς της, δεν θα ήταν χρήσιμο να συμπεριληφθεί το ζήτημα αυτό στην έρευνα. Ωστόσο, εξήγησε ότι ο καταγγέλλων παραμένει ελεύθερος να υποβάλει νέα καταγγελία αφού έχει προβεί στις κατάλληλες διοικητικές προσεγγίσεις στην Επιτροπή.

131. Η καταγγελία του καταγγέλλοντος αφορά μεγάλο αριθμό ομάδων εμπειρογνωμόνων, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων ομάδων των οποίων η σύνθεση ορίζεται στη νομοθεσία της Ένωσης. Ο καταγγέλλων, για παράδειγμα, επέκρινε το γεγονός ότι η οδηγία IPCC [28] προβλέπει μόνο τη συμμετοχή της βιομηχανίας σε ομάδες εμπειρογνωμόνων σε ορισμένους τομείς. Η Διαμεσολαβήτρια υπενθύμισε ότι είναι επιφορτισμένη με τη διερεύνηση περιπτώσεων κακοδιοίκησης στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης (άρθρο 228 της ΣΛΕΕ). Ωστόσο, δεν δικαιούται να εξετάσει το βάσιμο της νομοθεσίας που θεσπίστηκε από τα πολιτικά θεσμικά όργανα της Ένωσης. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή δεν μπορούσε να περιλαμβάνει τη σύνθεση ομάδων εμπειρογνωμόνων, όπως προβλέπεται στη νομοθεσία της Ένωσης.

Αξιολόγηση

132. Κατ’ αρχάς, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι, σε επίπεδο αρχών, τα μέρη συμφωνούν ότι η Επιτροπή υποχρεούται να επιδιώκει ισορροπημένη σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής υποστήριξε ότι, πράγματι, η ιδέα ότι τα θεσμικά όργανα θα πρέπει να λαμβάνουν πλουραλιστική συμβολή είναι σταθερά εδραιωμένη στη ΣΕΕ, καθώς και στις ανακοινώσεις της Επιτροπής που περιέχουν κανόνες για τις διαβουλεύσεις με τους πολίτες και στη Λευκή Βίβλο για την ευρωπαϊκή διακυβέρνηση, η οποία συνδέει την ποιότητα της πολιτικής της ΕΕ με τη διασφάλιση ευρείας συμμετοχής σε ολόκληρη την αλυσίδα πολιτικής. Αυτό που αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων είναι η έκταση και το ακριβές περιεχόμενο της υποχρεώσεως της Επιτροπής.

133. Η Διαμεσολαβήτρια είχε ήδη την ευκαιρία να δηλώσει ότι η βελτίωση της έκτασης και της έντασης της συμμετοχής των πολιτών της ΕΕ στο έργο των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ ενισχύει τον δημοκρατικό χαρακτήρα της ΕΕ. Η συμμετοχική δημοκρατία, η οποία βασίζεται στις αρχές της ισότητας και της διαφάνειας, βελτιώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην ΕΕ και στη διοίκηση της ΕΕ. Η αυξημένη εμπιστοσύνη στην ΕΕ και στη διοίκηση της ΕΕ αποτελεί βασικό στοιχείο για την αύξηση της αποτελεσματικότητας της ΕΕ και της διοίκησής της [29].

134. Το άρθρο 11 παράγραφος 1 της ΣΕΕ ορίζει ότι τα θεσμικά όργανα παρέχουν, με τα κατάλληλα μέσα, στους πολίτες και στις αντιπροσωπευτικές ενώσεις τη δυνατότητα να γνωστοποιούν και να ανταλλάσσουν δημόσια τις απόψεις τους σε όλους τους τομείς δράσης της Ένωσης. Επιπλέον, τα θεσμικά όργανα υποχρεούνται να διατηρούν ανοικτό, διαφανή και τακτικό διάλογο με τις αντιπροσωπευτικές ενώσεις και την κοινωνία των πολιτών (άρθρο 11 παράγραφος 2 της ΣΕΕ). Η Επιτροπή διεξάγει ευρείες διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι δράσεις της Ένωσης είναι συνεκτικές και διαφανείς (άρθρο 11 παράγραφος 3 της ΣΕΕ). Επομένως, το άρθρο 11, παράγραφος 1, ΣΕΕ επιβάλλει στα θεσμικά όργανα την υποχρέωση να καθορίζουν με ποια κατάλληλα μέσα πρέπει να παρέχεται στους πολίτες και στις αντιπροσωπευτικές ενώσεις η δυνατότητα να γνωστοποιούν και να ανταλλάσσουν δημόσια τις απόψεις τους. Το ίδιο ισχύει και για το άρθρο 11, παράγραφοι 2 και 2, ΣΕΕ.

135. Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής υποστήριξε ότι ο ακριβής τρόπος, δηλαδή τα κατάλληλα μέσα, με τα οποία η συμμετοχική δημοκρατία καθίσταται αποτελεσματική σε κάθε δεδομένη περίσταση θα εξαρτηθεί από την ιδιαίτερη φύση της εν λόγω δράσης της Ένωσης. Περιλαμβάνει επίσης τον καθορισμό του χρόνου και του τρόπου με τον οποίο η συμμετοχή είναι κατάλληλη σε μια συγκεκριμένη διαδικασία [30]. Τα θεσμικά όργανα της ΕΕ διαθέτουν κατ’ ανάγκη περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όταν αποφασίζουν τον ακριβή τρόπο με τον οποίο καθίσταται αποτελεσματική η συμμετοχική δημοκρατία. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο σε τομείς που είναι τεχνικώς πολύπλοκοι. Ωστόσο, θα πρέπει πάντα να διασφαλίζουν ότι μπορούν να αιτιολογούν αντικειμενικά τον τρόπο με τον οποίο άσκησαν αυτό το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας [31].

136. Όσον αφορά ειδικότερα τη συλλογή εμπειρογνωμοσύνης, η οποία θα πρέπει να νοείται ως ένας τρόπος για να καταστεί αποτελεσματική η αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 της ΣΕΕ, οι κατευθυντήριες γραμμές για τη συλλογή και τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης αναφέρουν ότι ο τρόπος συμμετοχής των εμπειρογνωμόνων «θα πρέπει να καθορίζεται από τον επείγοντα χαρακτήρα, την πολυπλοκότητα και τον ευαίσθητο χαρακτήρα του ζητήματος πολιτικής»(κατευθυντήρια γραμμή 3). Για παράδειγμα, μαζί με τις ομάδες εμπειρογνωμόνων, η κατευθυντήρια γραμμή 3 περιλαμβάνει καταλόγους εμπειρογνωμόνων τόσο εσωτερικά όσο και μέσω συμβουλευτικών υπηρεσιών και διασκέψεων. Επιπλέον, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το πλαίσιο του 2010, η Επιτροπή μπορεί να βασίζεται σε άλλα μέσα και διαδικασίες εκτός των ομάδων εμπειρογνωμόνων, όπως μελέτες, οργανισμοί, πράσινες βίβλοι και ακροάσεις, ώστε να διασφαλίζεται ότι λαμβάνει το πλήρες φάσμα απόψεων και εμπειρογνωμοσύνης για ένα συγκεκριμένο θέμα.

137. Ως εκ τούτου, αν και αναμφισβήτητα μεγάλης σημασίας, η προσφυγή σε ομάδες εμπειρογνωμόνων δεν αποτελεί παρά μία πτυχή του διαλόγου μεταξύ των πολιτών και των θεσμικών οργάνων της Ένωσης που προβλέπεται στο άρθρο 11 ΣΕΕ. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν είχε κανένα πρόβλημα να δεχθεί ότι «ο βαθμός της συνολικής συμμετοχής και εκπροσώπησης των ενδιαφερόμενων μερών θα πρέπει να αξιολογείται υπό το πρίσμα όλων των πρωτοβουλιών που αναλαμβάνει η Επιτροπή».[32] Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η αξιολόγηση του κατά πόσον ο διάλογος που προβλέπεται στο άρθρο 11 της ΣΕΕ είναι ισορροπημένος και επαρκώς πλουραλιστικός δεν μπορεί να παρομοιαστεί με απλή αριθμητική άσκηση. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι μια ομάδα εμπειρογνωμόνων σε έναν συγκεκριμένο τομέα δεν περιλαμβάνει εκπροσώπους ιδιαίτερου ενδιαφέροντος θα μπορούσε να αντισταθμιστεί με τη συμμετοχή των εν λόγω ενδιαφερόμενων μερών με άλλα μέσα. Δεδομένου ότι η επιλογή της απαιτούμενης εμπειρογνωμοσύνης καθώς και των μέσων για την απόκτησή της εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής, φαίνεται καταρχήν επαρκές για τους σκοπούς του άρθρου 11 της ΣΕΕ να παρέχεται στους πολίτες και στις αντιπροσωπευτικές ενώσεις που διαθέτουν την απαιτούμενη εμπειρογνωσία η δυνατότητα διαβούλευσης με μέσα που τους επιτρέπουν να γνωστοποιούν επαρκώς τις απόψεις τους. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι οι κατευθυντήριες γραμμές για τη συλλογή και τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης επισημαίνουν τον πλουραλισμό ως έναν από τους καθοριστικούς παράγοντες της ποιότητας των συμβουλών και αναγνωρίζουν ότι η ποικιλομορφία απόψεων «μπορεί να οφείλεται σε διαφορές στην επιστημονική προσέγγιση, σε διαφορετικά είδη εμπειρογνωμοσύνης, σε διαφορετικές θεσμικές διασυνδέσεις ή σε αντικρουόμενες απόψεις σχετικά με τις θεμελιώδεις παραδοχές στις οποίες βασίζεται το ζήτημα»[33].

138. Είναι αληθές ότι το άρθρο 9, παράγραφος 2, του πλαισίου του 2010 προβλέπει πρόσθετες ειδικές απαιτήσεις για τις ομάδες στις οποίες διορίζονται μεμονωμένοι εμπειρογνώμονες για να εκπροσωπούν συμφέροντα ή στις οποίες οι οργανώσεις διορίζονται ως μέλη ομάδων. Στις περιπτώσεις αυτές, η Επιτροπή εξασφαλίζει, «στο μέτρο του δυνατού», την ισόρροπη εκπροσώπηση των σχετικών ενδιαφερόμενων μερών, «λαμβάνοντας υπόψη τα ειδικά καθήκοντα της ομάδας εμπειρογνωμόνων και το είδος της απαιτούμενης εμπειρογνωμοσύνης». Επιπλέον, η ανακοίνωση της Επιτροπής αναφέρει επίσης ότι, «[κ]ατά τον καθορισμό της σύνθεσης των ομάδων εμπειρογνωμόνων, η Επιτροπή και οι υπηρεσίες της αποσκοπούν στην εξασφάλιση ισόρροπης εκπροσώπησης των σχετικών τομέων εμπειρογνωμοσύνης και των τομέων ενδιαφέροντος, καθώς και ισόρροπης εκπροσώπησης του φύλου και της γεωγραφικής προέλευσης, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τα ειδικά καθήκοντα κάθε συγκεκριμένης ομάδας εμπειρογνωμόνων και το είδος της απαιτούμενης εμπειρογνωμοσύνης».

139. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, ήταν αξιοσημείωτο ότι η απαίτηση για «ισορροπημένη εκπροσώπηση» συμβαδίζει με τις πρόσθετες προϋποθέσεις που πρέπει να λαμβάνει υπόψη η Επιτροπή, εκτός από ζητήματα φύλου και γεωγραφικής προέλευσης, τα ειδικά καθήκοντα μιας ομάδας, το είδος της απαιτούμενης εμπειρογνωμοσύνης, καθώς και σχετικούς τομείς εμπειρογνωμοσύνης και ενδιαφέροντος. Για άλλη μια φορά, αυτό υποδηλώνει έντονα ότι η αξιολόγηση του κατά πόσον μια ομάδα επωφελείται από μια ισορροπημένη εκπροσώπηση δεν είναι απλώς μια άσκηση αριθμητικής, δεδομένου ότι οι ομάδες εμπειρογνωμόνων δεν είναι οντότητες που αποφασίζουν για ένα θέμα πολιτικής ψηφίζοντας. Αντιθέτως, υπό το πρίσμα των διαφόρων πτυχών που πρέπει να λαμβάνει υπόψη η Επιτροπή κατά τη σύσταση ομάδας εμπειρογνωμόνων, η αξιολόγηση του κατά πόσον η σύνθεση μιας ομάδας μεταφράζεται σε ισόρροπη εκπροσώπηση θα μπορούσε να διενεργείται μόνο κατά περίπτωση. Η ανάλυση αυτή πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές διαφορές στον τρόπο οργάνωσης των διαφόρων ομάδων συμφερόντων. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε την αναφορά της Επιτροπής, σε σχέση με την ομάδα «Informations des partenaires sociaux sur les activités des Fonds structurels», σε διαφορετικά επίπεδα συγκέντρωσης των εργοδοτικών οργανώσεων και των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Η άποψη της Επιτροπής ότι, ως συνέπεια αυτής της πραγματικής διαφοράς, ο αριθμός των μελών που προέρχονται από κάθε πλευρά διαφέρει, δεν φαίνεται παράλογη εκ πρώτης όψεως. Για τους ίδιους λόγους, η άποψη του καταγγέλλοντος ότι οι αναφερόμενοι ως εκπρόσωποι του δημόσιου συμφέροντος θα έπρεπε συλλογικά να υπερτερούν σε αριθμό των εκπροσώπων του κλάδου δεν ήταν πειστική.

140. Τούτου λεχθέντος, ο Διαμεσολαβητής δυσκολεύτηκε να αποδεχθεί τη θέση του καταγγέλλοντος ότι η χρήση ενός κριτηρίου αριστείας θα οδηγούσε αναγκαστικά σε υπερεκπροσώπηση της βιομηχανίας. Πρώτον, το επιχείρημα αυτό στηρίζεται στην παραδοχή ότι η αριστεία θα μπορούσε να ανακαλυφθεί μόνο στον εν λόγω τομέα, αποκλειομένης, για παράδειγμα, της ακαδημαϊκής κοινότητας, την οποία ο Διαμεσολαβητής δυσκολεύτηκε να αποδεχθεί. Δεύτερον, δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για τη συλλογή και τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης, η αριστεία δεν είναι παρά ένα κριτήριο που πρέπει να εξισορροπείται με την πολυφωνία, χωρίς να υπερισχύει αυτομάτως του τελευταίου αυτού κριτηρίου. Εν πάση περιπτώσει, μολονότι η στάθμιση εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής, η τελευταία πρέπει να είναι σε θέση να δικαιολογήσει αντικειμενικώς τις αποφάσεις της περί διορισμού εμπειρογνωμόνων (βλ. σκέψη 135 ανωτέρω).

141. Με βάση τα ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι, εκ πρώτης όψεως, η Επιτροπή έχει θεσπίσει κατάλληλους κανόνες ώστε να διασφαλίζεται η ισόρροπη εκπροσώπηση των διαφόρων συμφερόντων στις ομάδες εμπειρογνωμόνων της και εξέφρασε την ικανοποίησή της για τη δέσμευσή της να τηρεί τους εν λόγω κανόνες.

142. Ταυτόχρονα, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι, όσον αφορά την πραγματική εφαρμογή των εν λόγω κανόνων, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε σε ορισμένα παραδείγματα ομάδων εμπειρογνωμόνων στις οποίες φαινόταν δύσκολο να υποστηριχθεί ότι η σύνθεσή τους αντιστοιχεί σε οποιαδήποτε έννοια ισόρροπης εκπροσώπησης. Αυτό, για παράδειγμα, φαίνεται να συμβαίνει στην περίπτωση της «Ομάδας Χρηστών Μετρητών του Ευρώ», μιας ενεργού ομάδας που λειτουργεί σε μόνιμη βάση. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέχονται στο μητρώο, η εν λόγω ομάδα αποτελείται από 27 μέλη, εκ των οποίων 24 μέλη περιλαμβάνονται στην κατηγορία «εταιρεία». Όσον αφορά την ομάδα «Διατροπικότητα και εφοδιαστική», για να πάρουμε ένα άλλο παράδειγμα, θα μπορούσαν τουλάχιστον να υπάρχουν αμφιβολίες ως προς την ισορροπημένη σύνθεσή της, με εμφανώς μεγάλη πλειοψηφία μελών προερχόμενων από τον κλάδο των μεταφορών. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν ομάδες οι οποίες, όσον αφορά τη σύνθεσή τους, φαίνεται να ευθυγραμμίζονται πλήρως με τους κανόνες της Επιτροπής που προαναφέρθηκαν. Για παράδειγμα, από τα 37 μέλη της ομάδας εμπειρογνωμόνων «Αυτοκίνητα 2020», τα 21 είναι θεσμικά μέλη που εκπροσωπούν την Επιτροπή, την Επιτροπή των Περιφερειών και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, καθώς και τα κράτη μέλη. Όσον αφορά τις υπόλοιπες 16 έδρες, φαίνεται να υπάρχει ακριβής ισοτιμία i) μελών που εκπροσωπούν τη βιομηχανία (όπως ενώσεις κατασκευαστών αυτοκινήτων και μοτοσικλετών) και ii) μελών από συνδικαλιστικές οργανώσεις, ΜΚΟ και ενώσεις καταναλωτών, με καθεμία από τις δύο αυτές κατηγορίες να κατέχει οκτώ έδρες.

143. Στη γνώμη της, η Επιτροπή αναφέρθηκε επανειλημμένα στην ανάγκη περαιτέρω ενίσχυσης της ισορροπίας σε ορισμένους τομείς. Επιπλέον, ανέφερε ότι σε πρόσθετους τομείς οι προσπάθειες ήταν ήδη σε εξέλιξη. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων αναγνώρισε ότι είχε σημειωθεί πρόοδος σε σχέση με ορισμένες ομάδες, διατηρώντας παράλληλα τον ισχυρισμό του και αναφερόμενος σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μη ισορροπημένων ομάδων εμπειρογνωμόνων. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι τα παραδείγματα που εξετάστηκαν ανωτέρω είναι επαρκή ώστε να υποδηλώνουν ότι εξακολουθούσαν να υπάρχουν προβλήματα όσον αφορά την εφαρμογή των κανόνων της Επιτροπής σχετικά με τη σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων. Μολονότι η Διαμεσολαβήτρια αντιλήφθηκε ότι η Επιτροπή έχει επίγνωση του προβλήματος της σύνθεσης των ομάδων εμπειρογνωμόνων, καθώς και της ανάγκης για περαιτέρω πρόοδο σε σχέση με ορισμένες ομάδες, ώστε να διασφαλιστεί μια πιο ισορροπημένη σύνθεση, ενσωμάτωσε ωστόσο την πτυχή αυτή στην πρόταση φιλικής λύσης που ακολουθεί.

ΣΤ. Η πρόταση για φιλική λύση

144. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, η Διαμεσολαβήτρια υπέβαλε στην Επιτροπή την ακόλουθη πρόταση φιλικής λύσης:

«Λαμβάνοντας υπόψη τα πορίσματα της Διαμεσολαβήτριας, η Επιτροπή θα μπορούσε να εξετάσει:

(1) Αποσαφήνιση του πεδίου εφαρμογής i) της ανακοίνωσης «Προς μια ενισχυμένη νοοτροπία διαβούλευσης και διαλόγου - Γενικές αρχές και ελάχιστα πρότυπα για τη διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη από την Επιτροπή» και ii) της ανακοίνωσης «Σχετικά με τη συλλογή και τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης από την Επιτροπή: Αρχές και κατευθυντήριες γραμμές»·

(2) καθορισμός κριτηρίων για την κατηγοριοποίηση των διαφόρων οντοτήτων που εκπροσωπούνται σε ομάδες (βιομηχανία, ακαδημαϊκή κοινότητα κ.λπ.), ώστε να διασφαλίζεται η ορθότητα και η καταλληλότητα των σχετικών πληροφοριών στο μητρώο·

(3) Ολοκλήρωση του μητρώου ομάδων εμπειρογνωμόνων, μεριμνώντας ώστε να περιλαμβάνει όλους τους εμπειρογνώμονες και όλες τις ομάδες εμπειρογνωμόνων και να παρέχει επαρκή βαθμό λεπτομέρειας όσον αφορά τα πρακτικά και/ή τις εκθέσεις των συνεδριάσεων·

(4) Επανεξέταση της φιλικότητας προς τον χρήστη και της προσβασιμότητας των πληροφοριών που παρουσιάζονται στο μητρώο·

(5) Λήψη περαιτέρω μέτρων για τη διασφάλιση, σύμφωνα με τις σχετικές ανακοινώσεις, ισόρροπης εκπροσώπησης των σχετικών τομέων εμπειρογνωμοσύνης και ενδιαφέροντος στις ομάδες εμπειρογνωμόνων.»

Ζ. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος της πρότασης του Διαμεσολαβητή («διευκρίνιση του πεδίου εφαρμογής»)

Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης

145. Η Επιτροπή επανέλαβε ότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, και οι δύο ανακοινώσεις αφορούν καταρχάς τον κύκλο χάραξης πολιτικής. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι οι κατευθυντήριες γραμμές για τη συλλογή και τη χρήση εμπειρογνωσίας αναφέρουν ότι «είναι σημαντικές για τη συμμετοχή εμπειρογνωσίας σε όλα τα στάδια του κύκλου χάραξης πολιτικής». Στο ίδιο πνεύμα, τα ελάχιστα πρότυπα για την ανακοίνωση σχετικά με τις διαβουλεύσεις ορίζουν τις «διαβουλεύσεις» ως «τις διαδικασίες μέσω των οποίων η Επιτροπή επιθυμεί να ενεργοποιήσει τη συμβολή εξωτερικών ενδιαφερόμενων μερών για τη διαμόρφωση πολιτικής πριν από την έκδοση απόφασης από την Επιτροπή».

146. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι μπορεί να εφαρμόζει τις αρχές και τις κατευθυντήριες γραμμές που περιέχονται σε αμφότερες τις ανακοινώσεις και σε σχέση με ομάδες εμπειρογνωμόνων που ασχολούνται με ζητήματα τα οποία δεν αποτελούν μέρος του κύκλου χάραξης πολιτικής. Κατά την εξέταση των διαφόρων επιλογών διαβούλευσης στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή καθοδηγείται από την αρχή της αναλογικότητας. Αυτό μεταφράζεται σε αξιολόγηση των αναγκών διαβούλευσης της Επιτροπής κατά περίπτωση και στον σχεδιασμό των σχετικών ρυθμίσεων ανάλογα με το εκάστοτε καθήκον, λαμβάνοντας υπόψη, για παράδειγμα, τον σχετικό τομέα και το εν λόγω ζήτημα. Η Επιτροπή κατέληξε δηλώνοντας ότι το «πνεύμα των εν λόγω διατάξεων» είναι επίσης σημαντικό για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων που δραστηριοποιούνται εκτός του κύκλου χάραξης πολιτικής, παρά το γεγονός ότι οι εκτιμήσεις αναλογικότητας που διατυπώνονται σε αυτές ισχύουν τυπικά μόνο για τον κύκλο χάραξης πολιτικής.

147. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής στην πρόταση φιλικής λύσης, ο καταγγέλλων δεν σχολίασε ειδικά το θέμα αυτό.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης

148. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή έχει παράσχει διευκρινίσεις όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής των προαναφερόμενων ανακοινώσεων. Ως εκ τούτου, εξήγησε ότι i) και οι δύο προσανατολίζονται στον κύκλο χάραξης πολιτικής· ii) το πνεύμα τους μπορεί, ωστόσο, να εφαρμόζεται σε ομάδες εμπειρογνωμόνων εκτός του κύκλου χάραξης πολιτικής· και iii) η έκταση της εφαρμογής τους σε ομάδες εκτός του κύκλου χάραξης πολιτικής υπόκειται στην αρχή της αναλογικότητας. Ως εκ τούτου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή αποδέχθηκε το πρώτο σκέλος της πρότασης φιλικής λύσης.

Η. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της πρότασης του Διαμεσολαβητή («Καθορισμός κριτηρίων για την κατηγοριοποίηση διαφορετικών οντοτήτων»)

Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης

149. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι οι κανόνες της για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων ορίζουν τέσσερα διαφορετικά είδη μελών των ομάδων: (i) άτομα που διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα, (ii) άτομα που εκπροσωπούν κοινό συμφέρον, (iii) οργανώσεις με την ευρεία έννοια του όρου και (iv) αρχές των κρατών μελών. Η Επιτροπή δήλωσε ότι, προκειμένου να παράσχει περαιτέρω διευκρινίσεις στο ευρύ κοινό σχετικά με τις διαφορές μεταξύ των τύπων μελών, τροποποίησε το επεξηγηματικό κείμενο που ήταν διαθέσιμο στο μητρώο τον Ιούλιο του 2013.

150. Την άνοιξη του 2012, η Επιτροπή ανέθεσε στις υπηρεσίες της να προβούν σε επανεξέταση των ομάδων στις οποίες περιλαμβάνονται μέλη που διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα, προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης τήρηση των κανόνων. Ως αποτέλεσμα αυτής της επανεξέτασης, προέκυψε ότι ορισμένοι εμπειρογνώμονες εμφανίστηκαν στο μητρώο ως εμπειρογνώμονες που διορίστηκαν υπό την προσωπική τους ιδιότητα, ενώ στην πραγματικότητα ήταν εκπρόσωποι ενδιαφερόμενων μερών ή κρατών μελών. Αυτό διορθώθηκε το καλοκαίρι του 2012.

151. Η Επιτροπή παρέπεμψε επίσης σε παράρτημα του υπομνήματός της απαντήσεως. Το παράρτημα φέρει τον τίτλο «Πορεία των εργασιών σχετικά με τους όρους που έθεσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την άρση του αποθεματικού στον προϋπολογισμό του 2012 όσον αφορά τις ομάδες εμπειρογνωμόνων (2 εκατ. ευρώ)» και χρονολογείται από τις 6 Σεπτεμβρίου 2012. Μία από τις προϋποθέσεις που έθεσε το Κοινοβούλιο για την άρση της εφεδρείας ήταν η απαγόρευση των εκπροσώπων ομάδων συμφερόντων και των διευθυντικών στελεχών εταιρειών που συμμετέχουν σε ομάδες εμπειρογνωμόνων με «προσωπική ιδιότητα». Μεταξύ των επακόλουθων μέτρων που έλαβε η Επιτροπή στο πλαίσιο αυτό, το παράρτημα αναφέρει ότι η Επιτροπή ξεκίνησε επανεξέταση των ομάδων εμπειρογνωμόνων υπό την ευθύνη της με σκοπό να διασφαλιστεί η τήρηση των κανόνων σχετικά με τη σύγκρουση συμφερόντων. Επιπλέον, από την επανεξέταση προέκυψε ότι ορισμένοι ή όλοι οι εμπειρογνώμονες 31 ομάδων είναι στην πραγματικότητα εκπρόσωποι των ενδιαφερόμενων μερών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, των κρατών μελών, αλλά όχι εμπειρογνώμονες που διορίζονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Σύμφωνα με το παράρτημα, η πραγματοποίηση των αναγκαίων αλλαγών θα απαιτήσει την τροποποίηση των αποφάσεων της Επιτροπής για τη σύσταση των σχετικών ομάδων.

152. Στη συνέχεια, η Επιτροπή δήλωσε ότι, από το καλοκαίρι του 2012, οι υπηρεσίες της λαμβάνουν πρόσθετα μέτρα σε σχέση με άλλες προβληματικές υποθέσεις, μεταξύ άλλων ανταποκρινόμενες σε αιτήματα διαφόρων ενδιαφερόμενων μερών, συμπεριλαμβανομένου του καταγγέλλοντος. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή παρέπεμψε σε δύο ακόμη παραρτήματα σχετικά με την πορεία των εργασιών τον Φεβρουάριο και τον Ιούνιο του 2013 αντίστοιχα, καθώς και σε ένα άλλο παράρτημα που περιέχει απαντήσεις μεμονωμένων υπηρεσιών της Επιτροπής σε παρατηρήσεις ενδιαφερόμενων μερών σχετικά με συγκεκριμένες ομάδες εμπειρογνωμόνων. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι τα αιτήματα των ενδιαφερόμενων μερών της διαβιβάστηκαν είτε απευθείας είτε μέσω ομάδας «ομοειδών» βουλευτών του Κοινοβουλίου (ΒΕΚ) με τους οποίους καθιέρωσε, το 2012, άτυπο διάλογο σχετικά με τις ομάδες εμπειρογνωμόνων.

153. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, υπό το πρίσμα των ανωτέρω, δεν θεωρεί αναγκαίο να καθοριστούν περαιτέρω ειδικά κριτήρια για την κατηγοριοποίηση των διαφόρων οντοτήτων που εκπροσωπούνται σε ομίλους. Αντιθέτως, η κατηγοριοποίηση των μελών θα πρέπει να γίνεται κατά περίπτωση, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες και με βάση τις πληροφορίες που διαθέτουν οι αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής όσον αφορά μεμονωμένα μέλη. Η προσέγγιση αυτή θα πρέπει να ισχύει και για την κατηγοριοποίηση των οργανώσεων (εταιρείες, ΜΚΟ, πανεπιστήμια κ.λπ.). Η Επιτροπή υπογράμμισε τη δέσμευσή της να διασφαλίσει ότι η προσέγγιση αυτή εφαρμόζεται με συνέπεια σε όλες τις ΓΔ και ότι τα ονόματα των μελών των ομάδων εμπειρογνωμόνων εμφανίζονται δεόντως στο μητρώο. Δήλωσε επίσης ότι, στο πλαίσιο αυτό, θα συνεχίσει να συνεργάζεται με τα ενδιαφερόμενα μέρη και το Κοινοβούλιο.

154. Με την απάντησή της, η Επιτροπή επισύναψε επίσης παράρτημα με τίτλο «Ομάδες στις οποίες η ιδιότητα του μέλους αποσαφηνίστηκε στο μητρώο». Στο παράρτημα καταγράφονται οι διευκρινίσεις που έγιναν σε σχέση με συνολικά 31 ομάδες εμπειρογνωμόνων.

155. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η πλειονότητα όλων των οργανώσεων που δεν έχουν χαρακτηριστεί ως αντιπροσωπευτικές εταιρικών συμφερόντων έχουν κατηγοριοποιηθεί ως «ενώσεις». Ωστόσο, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αυτή η ασαφής ονομασία που καλύπτει τις ΜΚΟ, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, τους γεωργούς και τους συνεταιρισμούς δεν παρέχει καμία ένδειξη σχετικά με το συμφέρον που μπορεί να αντιπροσωπεύει η εν λόγω οργάνωση. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι ο «διεθνής οργανισμός» είναι ένα άλλο ασαφές και περιεκτικό σήμα που επιτρέπει την κάλυψη των εταιρικών συμφερόντων.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης

156. Ο Διαμεσολαβητής λαμβάνει υπό σημείωση την άποψη της Επιτροπής ότι δεν είναι αναγκαίο να καθοριστούν περαιτέρω ειδικά κριτήρια για την κατηγοριοποίηση των διαφόρων οντοτήτων που εκπροσωπούνται σε ομάδες εμπειρογνωμόνων. Αναγνωρίζει επίσης ότι η Επιτροπή υπογράμμισε ότι οι ισχύοντες κανόνες προβλέπουν ήδη διάκριση μεταξύ διαφορετικών οντοτήτων. Συναφώς, επισημαίνει περαιτέρω ότι το μητρώο της Επιτροπής προβλέπει πλέον σύνδεσμο με τίτλο «Expert Groups explained», ο οποίος, μεταξύ άλλων, εξηγεί τα είδη των μελών των ομάδων και, κατ' αυτόν τον τρόπο, παραπέμπει στις τέσσερις κατηγορίες οντοτήτων στις οποίες αναφέρθηκε η Επιτροπή στην απάντησή της στην πρόταση φιλικής λύσεως (βλ. σκέψη 149 ανωτέρω).

157. Όσον αφορά την κατηγορία των «οργανισμών», το μητρώο παρέχει τις ακόλουθες εξηγήσεις: «Οργανισμοί με την ευρεία έννοια του όρου, συμπεριλαμβανομένων εταιρειών, ενώσεων, ΜΚΟ, συνδικαλιστικών οργανώσεων, πανεπιστημίων, ερευνητικών ιδρυμάτων, οργανισμών της ΕΕ και διεθνών οργανισμών. Οι οργανώσεις αυτές ορίζουν άτομα ως μόνιμους αντιπροσώπους τους στην ομάδα ή διορίζουν αντιπροσώπους σε ad hoc βάση ανάλογα με την ημερήσια διάταξη της συνεδρίασης." Επομένως, είναι σαφώς ορθό να υποστηρίζεται ότι τα μέλη που κατηγοριοποιούνται ως οργανώσεις μπορεί στην πραγματικότητα να είναι πολύ διαφορετικής φύσης και, ως εκ τούτου, μπορεί να είναι, για παράδειγμα, εταιρικά μέλη, ΜΚΟ ή ερευνητικά ιδρύματα. Ωστόσο, αυτό δεν προκαλεί ανησυχία, εφόσον η επωνυμία της οργάνωσης είναι καταχωρισμένη και, ως εκ τούτου, επιτρέπει την ακριβή εικόνα του τομέα δραστηριότητας ενός συγκεκριμένου μέλους της ομάδας.

158. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει επίσης ότι το Μητρώο δεν αναφέρεται απλώς στα θεσμικά μέλη των ομάδων εμπειρογνωμόνων ως «οργανώσεις», αλλά, αντ’ αυτού, υπό τον τίτλο «κατηγορία», εξηγεί αν μια οργάνωση είναι ΜΚΟ και ένωση ή συνδικαλιστική οργάνωση, για παράδειγμα. Όπως αναφέρεται στην πρόταση φιλικής λύσης, μπορεί να είναι περίπλοκο έργο να χαρακτηριστεί μια συγκεκριμένη οργάνωση ως ένωση ή ΜΚΟ, για παράδειγμα.

159. Ενώ η Διαμεσολαβήτρια εξακολουθεί να πιστεύει ότι θα ήταν χρήσιμο για την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο παροχής καθοδήγησης στο προσωπικό της όσον αφορά την ακριβή κατανόηση εννοιών όπως «ΜΚΟ» ή «ένωση», θεωρεί επίσης ότι, ακόμη και αν υπήρχε τέτοια καθοδήγηση, όπως ορθώς δήλωσε η Επιτροπή, η απόφαση σχετικά με την ορθή κατηγοριοποίηση ενός συγκεκριμένου μέλους πρέπει τελικά να λαμβάνεται κατά περίπτωση.

160. Επιπλέον, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, δεδομένου ότι τόσο η επωνυμία του οργανισμού όσο και η κατηγορία στην οποία ανήκει είναι δημόσιες μέσω του μητρώου, κάθε τέτοια απόφαση υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει επανειλημμένα καταστήσει σαφές ότι είναι έτοιμη να διορθώσει τυχόν σφάλματα και, κατά τη διάρκεια της παρούσας έρευνας, έχει πράγματι προβεί σε ορισμένες τέτοιες διορθώσεις, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπάρχει ανάγκη να δοθεί περαιτέρω συνέχεια στο ζήτημα αυτό προς το παρόν.

I. Όσον αφορά το τρίτο σκέλος της πρότασης του Διαμεσολαβητή («Ολοκλήρωση του μητρώου του»)

Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης

161. Η Επιτροπή επανέλαβε την πεποίθησή της ότι, με το νέο μητρώο που δημιουργήθηκε τον Δεκέμβριο του 2010, η διαφάνεια στον τομέα των ομάδων εμπειρογνωμόνων ενισχύθηκε αποτελεσματικά με πολλούς τρόπους. Η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι, δεδομένου του τεράστιου όγκου πληροφοριών που πρέπει να εξεταστούν, η μετάβαση από την παλαιά στη νέα έκδοση του μητρώου διήρκεσε περισσότερο από ό,τι προβλεπόταν και ολοκληρώθηκε μόλις στις αρχές του 2012. Ταυτόχρονα, επισημαίνει ότι το μητρώο είναι ένα «ζωντανό» μέσο, το οποίο περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με εκατοντάδες ομάδες που έχουν τεθεί υπό την ευθύνη δεκάδων διαφορετικών υπηρεσιών της Επιτροπής. Το Μητρώο υπόκειται σε αλλαγές σε καθημερινή βάση, υπό το πρίσμα των πληροφοριών που κωδικοποιούνται από τις αρμόδιες υπηρεσίες και επικυρώνονται από τη Γενική Γραμματεία σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι, στο πλαίσιο αυτό, ορισμένες φορές οι ελλείψεις ή οι ανακρίβειες δεν μπορούν να αποφευχθούν πλήρως.

162. Η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι οι πληροφορίες σχετικά με τη «Συμβουλευτική ομάδα για τον ενεργειακό χάρτη πορείας για το 2050» δεν δημοσιεύθηκαν στο μητρώο. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εργασίες πραγματοποιήθηκαν σε λίγους μήνες, από τον Μάιο έως τον Σεπτέμβριο του 2011, κατά τη διάρκεια των οποίων πραγματοποιήθηκαν μόνο τρεις συνεδριάσεις, η ομάδα αυτή θεωρήθηκε ως σειρά ad hoc συνεδριάσεων και όχι ως κατάλληλη ομάδα εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής. Ωστόσο, εξασφαλίστηκε πλήρης διαφάνεια μέσω ειδικού ιστοτόπου [34].

163. Η Επιτροπή επέμεινε, ωστόσο, ότι οι πιθανές ασυνέπειες που εντοπίζονται σε μια συγκεκριμένη ημέρα δεν θα πρέπει να υποδηλώνουν ότι το μητρώο καθαυτό είναι ελλιπές ή δεν παρέχει επαρκή διαφάνεια. Υποστήριξε επίσης ότι ορισμένες παρατηρήσεις που υπέβαλε ο καταγγέλλων δεν είναι δικαιολογημένες ή δεν λαμβάνουν υπόψη πιο πρόσφατες εξελίξεις ή ειδικές περιστάσεις υπό τις οποίες δραστηριοποιήθηκαν ορισμένοι όμιλοι. Στη συνέχεια, η Επιτροπή σχολίασε ορισμένους ομίλους για τους οποίους, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, δεν δημοσιεύθηκαν πληροφορίες στο μητρώο.

164. Σύμφωνα με τα αρχεία της Επιτροπής, οι πληροφορίες σχετικά με τη «Συμβουλευτική Ομάδα Εμπειρογνωμόνων Εκκαθάρισης και Διακανονισμού και Παρακολούθησης 2 (CESAME 2)» δημοσιεύθηκαν στο μητρώο τον Οκτώβριο του 2008 και, ως εκ τούτου, ήταν ορατές κατά τον χρόνο υποβολής της καταγγελίας. Η εν λόγω ομάδα έκλεισε τον Δεκέμβριο του 2010, γεγονός που εξηγεί γιατί δεν ήταν πλέον εγγεγραμμένη στο Μητρώο όταν ο καταγγέλλων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του στον Διαμεσολαβητή τον Ιούνιο του 2011. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή εξήγησε ότι το μητρώο σχεδιάστηκε αρχικά ως βάση δεδομένων που φιλοξενεί μόνο ενεργές ομάδες. Από τον Απρίλιο του 2013, η ομάδα αυτή καταχωρίζεται στο μητρώο ως κλειστή ομάδα, ως αποτέλεσμα των βελτιώσεων στη μηχανή αναζήτησης που εισήγαγε η Επιτροπή, οι οποίες επιτρέπουν την αναζήτηση όχι μόνο ενεργών ομάδων, αλλά και ομάδων σε αναμονή και κλειστών ομάδων.

165. Η Επιτροπή επέμεινε ότι οι πληροφορίες σχετικά με το «CARS 21» είχαν ήδη δημοσιευθεί στο μητρώο όταν ο καταγγέλλων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του στον Διαμεσολαβητή τον Ιούνιο του 2011, δεδομένου ότι η δημοσίευση των πληροφοριών αυτών πραγματοποιήθηκε στις αρχές Μαΐου 2011. Η ομάδα αυτή τέθηκε σε αναμονή τον Φεβρουάριο του 2013 και στη συνέχεια έκλεισε τον Ιούνιο του 2013. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι το ίδιο ισχύει και για την «ομάδα νομικής βεβαιότητας», η οποία έκλεισε τον Δεκέμβριο του 2010 και, ως εκ τούτου, δεν ήταν ορατή στο μητρώο έως τον Απρίλιο του 2013. Τέλος, η «συμβουλευτική ομάδα για την ανταγωνιστικότητα στη βιοτεχνολογία» καταχωρίστηκε με την ονομασία αυτή στο μητρώο τον Ιούνιο του 2006. Το 2008, η ονομασία αυτής της ομάδας άλλαξε σε «Ad hoc Advisory Group for Bio-based Products» (Συμβουλευτική ομάδα ad hoc για τα προϊόντα βιολογικής προέλευσης), γεγονός που εξηγεί γιατί δεν μπορούσε να βρεθεί στο μητρώο με την αρχική της ονομασία όταν ο καταγγέλλων υπέβαλε παρατηρήσεις στον Διαμεσολαβητή τον Ιούνιο του 2011.

167. Η Επιτροπή δήλωσε ότι παραμένει προσηλωμένη στη διασφάλιση ότι το Μητρώο παρέχει πλήρη διαφάνεια όσον αφορά τις ομάδες εμπειρογνωμόνων και υπογράμμισε την ετοιμότητά της να διορθώσει τις ασυνέπειες και τα πραγματικά σφάλματα που τίθενται υπόψη της. Υπενθύμισε ότι έχει λάβει επανειλημμένα μέτρα στο πλαίσιο αυτό, μεταξύ άλλων ανταποκρινόμενη σε συγκεκριμένες παρατηρήσεις και αιτήματα που υπέβαλαν ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένου του καταγγέλλοντος.

168. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι, τον Μάρτιο του 2012, όπως ζήτησε το Κοινοβούλιο και σύμφωνα με την πρόταση του Διαμεσολαβητή, δεσμεύτηκε να αυξήσει περαιτέρω τη διαφάνεια όσον αφορά το έργο που επιτελούν οι ομάδες εμπειρογνωμόνων, δημοσιεύοντας όλα τα σχετικά έγγραφα (όπως ημερήσιες διατάξεις, πρακτικά και παρατηρήσεις των συμμετεχόντων) είτε στο Μητρώο είτε μέσω συνδέσμου από το Μητρώο προς ειδικό ιστότοπο. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η δέσμευση αυτή, η οποία αφορά έγγραφα που παρήχθησαν από την 1η Απριλίου 2012, ανταποκρίνεται θετικά στην πρόταση του Διαμεσολαβητή και συνάδει με τις κατευθυντήριες γραμμές για τη συλλογή και τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε τη δέσμευσή της και τόνισε ότι προσπαθεί να διασφαλίσει την πραγματική δημοσίευση όλων των σχετικών εγγράφων.

169. Η Επιτροπή εξέφρασε την πεποίθησή της ότι, παρόλο που το επίπεδο λεπτομέρειας όσον αφορά τις εκθέσεις των συνεδριάσεων εξαρτάται από διάφορους παράγοντες και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να τυποποιηθεί πλήρως σε επίπεδο Επιτροπής, η δημοσίευση διαφόρων σχετικών εγγράφων θα πρέπει να επιτρέπει στο ευρύ κοινό να ενημερώνεται επαρκώς όσον αφορά τις εργασίες των ομάδων εμπειρογνωμόνων. Προσέθεσε ότι εξαιρέσεις από τη δημοσίευση είναι δυνατές όταν η δημοσιοποίηση ενός εγγράφου θα έθιγε την προστασία δημόσιου ή ιδιωτικού συμφέροντος, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 [35]. Τέλος, η Επιτροπή συμφώνησε με τη Διαμεσολαβήτρια ότι οι συγκρούσεις συμφερόντων μπορούν να εντοπίζονται ευκολότερα εάν διατίθενται στο μητρώο επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα μέλη των ομάδων εμπειρογνωμόνων και τις δραστηριότητες των ομάδων.

170. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η δημιουργία του μητρώου και η σταδιακή βελτίωσή του επέτρεψαν στο κοινό να κατανοήσει καλύτερα τις ομάδες εμπειρογνωμόνων. Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι οι πιέσεις της κοινωνίας των πολιτών και των βουλευτών του ΕΚ ώθησαν την Επιτροπή να τηλεφορτώσει όλα τα σχετικά έγγραφα στο μητρώο, συμπεριλαμβανομένων των ημερήσιων διατάξεων, των πρακτικών και των συνεισφορών κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων. Ταυτόχρονα, ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι, όσον αφορά τις νέες ομάδες εμπειρογνωμόνων, δεν ήταν ακόμη δυνατόν να αξιολογηθεί κατά πόσον η Επιτροπή είχε εκπληρώσει τις υποσχέσεις της. Μολονότι αναγνώρισε «οριστικές βελτιώσεις», ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης προβλήματα στην εξακρίβωση του χρόνου δραστηριοποίησης των ομίλων.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης

171. Ο Διαμεσολαβητής λαμβάνει υπό σημείωση τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι το μητρώο ολοκληρώθηκε στις αρχές του 2012 και επικροτεί την απόφαση της Επιτροπής να παράσχει διαφάνεια και σε σχέση με τους κλειστούς ομίλους.

172. Όπως υπογραμμίζεται στην πρόταση φιλικής λύσης, είναι σημαντικό οι πληροφορίες που διατίθενται στο μητρώο να είναι πλήρεις και αξιόπιστες. Αυτό σημαίνει ότι το μητρώο θα πρέπει να παρέχει πληροφορίες και σε σχέση με τις ομάδες που διαθέτουν πληροφορίες σχετικά με το έργο τους σε επιμέρους δικτυακούς τόπους. Επιπλέον, αυτό σημαίνει ότι τυχόν αλλαγές που επέρχονται κατά τη διάρκεια της ύπαρξης και της λειτουργίας ομάδας εμπειρογνωμόνων θα καταχωρίζονται εγκαίρως στο μητρώο.

173. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει με ικανοποίηση τις ανανεωμένες δεσμεύσεις της Επιτροπής να τηρεί το μητρώο πλήρες και επικαιροποιημένο και να καθιστά διαθέσιμο, στο μητρώο, το περιεχόμενο των εργασιών των ομάδων εμπειρογνωμόνων, συμπεριλαμβανομένων των ημερήσιων διατάξεων, των πρακτικών και των παρατηρήσεων των συμμετεχόντων.

174. Λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι ο καταγγέλλων, στις παρατηρήσεις του, αναγνώρισε ότι είχαν γίνει βελτιώσεις, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή αποδέχθηκε το τρίτο σκέλος της πρότασης φιλικής λύσης. Ο Διαμεσολαβητής λαμβάνει υπό σημείωση την ανησυχία του καταγγέλλοντος όσον αφορά τη μη διαθεσιμότητα πληροφοριών σχετικά με την ημερομηνία έναρξης των δραστηριοτήτων των ομάδων και καλεί την Επιτροπή να τις λάβει υπόψη. Επιπλέον, όσον αφορά τις ομάδες οι οποίες κατά τη διάρκεια της ύπαρξής τους άλλαξαν το όνομά τους, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να καταχωριστεί τόσο το παλαιό όσο και το νέο όνομα στο μητρώο, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ανάκτηση ομάδων στο μητρώο κατά την αναζήτηση οποιουδήποτε από τα ονόματα αυτά.

175. Τέλος, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε σε ομίλους που συστάθηκαν μετά τις 20 Σεπτεμβρίου 2012 και, σε σχέση με τους ομίλους αυτούς, υποστήριξε ότι δεν ήταν ακόμη δυνατόν να αξιολογηθεί κατά πόσον η Επιτροπή είχε συμμορφωθεί με τις δεσμεύσεις της. Μολονότι η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει το ανωτέρω συμπέρασμα, επιφυλάσσεται του δικαιώματος να συμπεριλάβει την πτυχή αυτή στην αυτεπάγγελτη έρευνά της σχετικά με τις ομάδες εμπειρογνωμόνων που προβλέπεται για το 2014 (βλ. παράγραφο 194 κατωτέρω).

Ι. Όσον αφορά το τέταρτο σκέλος της πρότασης του Διαμεσολαβητή («Επανεξέταση της φιλικότητας προς τον χρήστη και της προσβασιμότητας»)

Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης

176. Στην απάντησή της στην πρόταση φιλικής λύσης της Διαμεσολαβήτριας, η Επιτροπή υποστήριξε ότι, κατά τα τελευταία έτη, είχε βελτιώσει σημαντικά τόσο τη φιλικότητα προς τον χρήστη όσο και την προσβασιμότητα των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στο μητρώο. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή επισήμανε ότι:

i) η ακρίβεια και η αναγνωσιμότητα των κωδικοποιημένων δεδομένων βελτιώνονται συνεχώς·

ii) τον Αύγουστο του 2012, εισήχθη στο μητρώο ένα «Τμήμα Ειδήσεων», το οποίο προβλέπει, μεταξύ άλλων, ένα ενιαίο σημείο πρόσβασης σε πληροφορίες σχετικά με νέες προσκλήσεις υποβολής αιτήσεων που αφορούν ομάδες που έχουν καταχωριστεί ή πρόκειται να καταχωριστούν στο μητρώο, διευκολύνοντας, μεταξύ άλλων, την εύκολη πρόσβαση του ευρέος κοινού και των εμπειρογνωμόνων που ενδιαφέρονται να γίνουν μέλη ομάδων·

iii) η μηχανή αναζήτησης έχει βελτιωθεί και, από τον Απρίλιο του 2013, επιτρέπει την αναζήτηση κλειστών ομάδων, ενώ οι πληροφορίες σχετικά με τις κλειστές ομάδες είχαν προηγουμένως διαγραφεί από το μητρώο· και

iv) από τον Απρίλιο του 2013, όλα τα δεδομένα τηλεφορτώνονται από το μητρώο σε μηχαναγνώσιμο μορφότυπο.

177. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δεν επανήλθε συγκεκριμένα στο ζήτημα αυτό.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης

178. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στον τομέα αυτό σε ορισμένα επίπεδα και αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι το Μητρώο επιτρέπει πλέον με συνέπεια την ανάκτηση πληροφοριών και σε σχέση με κλειστές ομάδες. Ως εκ τούτου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή αποδέχθηκε το τέταρτο σκέλος της πρότασής της για φιλική λύση.

ΙΑ. Όσον αφορά το πέμπτο σκέλος της προτάσεως του Διαμεσολαβητή («εξασφάλιση [...] ισόρροπης εκπροσωπήσεως»)

Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης

179. Στην απάντησή της στην πρόταση φιλικής λύσης της Διαμεσολαβήτριας, η Επιτροπή σημείωσε με ικανοποίηση την άποψη της Διαμεσολαβήτριας ότι έχει θεσπίσει κατάλληλους κανόνες ώστε να διασφαλίζεται η ισόρροπη εκπροσώπηση των διαφόρων συμφερόντων στις ομάδες εμπειρογνωμόνων της. Επιπλέον, η Επιτροπή θεώρησε αξιοσημείωτο ότι η Διαμεσολαβήτρια συμφωνεί με την άποψη ότι ο βαθμός συνολικής συμμετοχής και εκπροσώπησης των ενδιαφερόμενων μερών θα πρέπει να αξιολογείται υπό το πρίσμα όλων των πρωτοβουλιών που αναλαμβάνει η Επιτροπή και ότι η διασφάλιση ισορροπημένου και πλουραλιστικού διαλόγου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με άσκηση αριθμητικής.

180. Όσον αφορά την εφαρμογή των υφιστάμενων κανόνων σχετικά με τη σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων, η Επιτροπή δήλωσε ότι αποδίδει μεγάλη σημασία στην πρόσκληση του Διαμεσολαβητή για την αντιμετώπιση προβληματικών υποθέσεων. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι, στην πραγματικότητα, τα τελευταία χρόνια, είχε ήδη λάβει σημαντικά μέτρα για την αντιμετώπιση πιθανών ανισορροπιών. Ειδικότερα, την άνοιξη του 2012, οι υπηρεσίες της Επιτροπής προέβησαν σε συνολική επανεξέταση των ομάδων εμπειρογνωμόνων που δεν απαρτίζονται αποκλειστικά από δημόσιες αρχές. Η επανεξέταση της Επιτροπής είχε ως αποτέλεσμα την τροποποίηση ή τη διαδικασία τροποποίησης της σύνθεσης ορισμένων ομάδων που αναφέρονται από τον καταγγέλλοντα. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι οι ενέργειες αυτές ελήφθησαν επίσης ως απάντηση σε αιτήματα των ενδιαφερόμενων μερών, είτε αποστέλλονται απευθείας στην Επιτροπή είτε μέσω της προαναφερθείσας ομάδας «ομοϊδεατών» βουλευτών του ΕΚ.

181. Για λεπτομερέστερες πληροφορίες, η Επιτροπή παρέπεμψε στα προαναφερθέντα παραρτήματα (βλ. σκέψεις 151 και 152 ανωτέρω).

182. Στη συνέχεια, η Επιτροπή εξήγησε ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, παρά τις προσκλήσεις υποβολής υποψηφιοτήτων και τις απευθείας προσκλήσεις από τις υπηρεσίες της Επιτροπής, δεν ήταν δυνατός ο διορισμός επαρκούς αριθμού νέων μελών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν κατέστη δυνατός ο διορισμός νέων μελών. Αυτό οφειλόταν συχνά στον περιορισμένο αριθμό αιτήσεων που ελήφθησαν και στο γεγονός ότι πολλές από τις αιτήσεις δεν ήταν κατάλληλες σε σχέση με τις εργασίες που έπρεπε να εκτελεστούν. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι ενημέρωσε επανειλημμένα τα ενδιαφερόμενα μέρη και τους βουλευτές του ΕΚ ότι οι υπηρεσίες της είναι έτοιμες να εξετάσουν πρόσθετες αιτήσεις από ενδιαφερόμενες ΜΚΟ ή την κοινωνία των πολιτών, προκειμένου να βρεθεί καλύτερη ισορροπία για τις ομάδες στις οποίες η ισορροπία εξακολουθεί να μην είναι βέλτιστη.

183. Για περισσότερες λεπτομέρειες, η Επιτροπή παρέπεμψε στα προαναφερθέντα παραρτήματα (βλ. σκέψεις 151 και 152 ανωτέρω).

184. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων αναγνώρισε ότι, ως συνέπεια της δημόσιας εκστρατείας και της πίεσης από ορισμένους βουλευτές του ΕΚ, ορισμένες ΓΔ έχουν λάβει μέτρα που είχαν ως αποτέλεσμα την κατάργηση ορισμένων ομάδων εμπειρογνωμόνων που κυριαρχούνται από επιχειρήσεις ή την υποβολή νέων γύρων προσκλήσεων υποβολής υποψηφιοτήτων. Ο καταγγέλλων έλαβε επίσης υπόψη την αποδοχή της Επιτροπής ότι δεν θα πρέπει να επιτρέπεται στα εταιρικά συμφέροντα να κυριαρχούν στις ομάδες εμπειρογνωμόνων.

185. Ωστόσο, ο καταγγέλλων υποστήριξε στη συνέχεια ότι, όσον αφορά τις ομάδες που συστάθηκαν μεταξύ της 20ής Σεπτεμβρίου 2012 και της 20ής Σεπτεμβρίου 2013 (εφεξής «νέες ομάδες εμπειρογνωμόνων»), ο άτυπος διάλογος της Επιτροπής με τους βουλευτές του ΕΚ αποδείχθηκε ανεπιτυχής, με την Επιτροπή να φαίνεται ότι «έχει αθετήσει την υπόσχεσή της». Ειδικότερα, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι τα εταιρικά συμφέροντα εξακολουθούν να κυριαρχούν στις νέες ομάδες εμπειρογνωμόνων που φιλοξενούνται από βασικές ΓΔ της Επιτροπής, όπως η ΓΔ Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης, η ΓΔ Επιχειρήσεων και η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, σε ολόκληρη την Επιτροπή, «υπάρχουν περισσότεροι εταιρικοί εκπρόσωποι που συμμετέχουν σε νέες ομάδες εμπειρογνωμόνων (52 %) από ό,τι όλα τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη σε συνδυασμό, με τις ΜΜΕ και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις να αντιπροσωπεύουν μόνο το 3 % των εδρών έκαστη». Ο καταγγέλλων παρείχε λεπτομερή αριθμητικά στοιχεία προς υποστήριξη της άποψής του και, για παράδειγμα, σε σχέση με την ομάδα «CARS 2020», υποστήριξε ότι «εξακολουθούν να υπάρχουν 10 από τις 16 θέσεις που καλύπτονται από εταιρικά συμφέροντα».

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης

186. Στην πρόταση φιλικής λύσης, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την Επιτροπή να λάβει περαιτέρω μέτρα για τη διασφάλιση ισόρροπης εκπροσώπησης των σχετικών τομέων εμπειρογνωμοσύνης και ενδιαφέροντος στις ομάδες εμπειρογνωμόνων.

187. Από τις πληροφορίες που υπέβαλε η Επιτροπή, και ιδίως από τα παραρτήματα της απάντησής της που περιέχουν λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που ελήφθησαν, προκύπτει ότι η Επιτροπή έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο προς την επανεξισορρόπηση των ομάδων εμπειρογνωμόνων. Έτσι, για παράδειγμα, οι τρεις εκθέσεις σχετικά με την κατάσταση όσον αφορά την επανεξέταση των υφιστάμενων ομάδων από την Επιτροπή δείχνουν ότι η Επιτροπή έχει δεσμευτεί να εξισορροπήσει εκ νέου τη συμμετοχή περισσότερων από πενήντα ομάδων. Συγκεκριμένα, η έκθεση προόδου της Επιτροπής του Φεβρουαρίου 2013 αναφέρει ότι δεκατρείς ομάδες εντός της ΓΔ ENTR έχουν επανεξισορροπηθεί βάσει μίας μόνο πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Επιπλέον, στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι έχει κλείσει σειρά ομίλων σε σχέση με τους οποίους προβαλλόταν μη ισορροπημένη σύνθεση. Όσον αφορά συγκεκριμένα τον όμιλο «CARS 2020», στον οποίο αναφέρθηκε ο καταγγέλλων στις παρατηρήσεις του και ο οποίος διαδέχθηκε τον όμιλο «CARS21», η ίδια έκθεση δείχνει ότι η Επιτροπή κάλεσε δύο ακόμη μέλη εκτός του κλάδου για την πρώτη συνεδρίαση του νέου ομίλου τον Φεβρουάριο του 2013 με σκοπό τη βελτίωση της ισορροπίας συμφερόντων. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι «προβλέπεται δημόσια ακρόαση για την ομάδα αυτή στις αρχές του καλοκαιριού, ώστε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να έχουν την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις και τις απόψεις τους σχετικά με τα θέματα με τα οποία ασχολείται η ομάδα».

188. Βεβαίως, η εικόνα δεν είναι τέλεια και η ίδια η Επιτροπή επεσήμανε προβλήματα στην προσπάθειά της να επιτύχει μια ισορροπημένη εκπροσώπηση. Ειδικότερα, η Επιτροπή αναφέρθηκε στον αριθμό των σχετικών ομάδων, στην πολυπλοκότητα των διαδικασιών τροποποίησης και στους θεσμικούς περιορισμούς, με αποτέλεσμα να απαιτηθεί κάποιος χρόνος για την πλήρη υλοποίηση της σταθερής πολιτικής της δέσμευσης να διασφαλίσει την ισορροπημένη σύνθεση των ομάδων αυτών. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι, παρά τις προσκλήσεις υποβολής υποψηφιοτήτων και τις άμεσες προσκλήσεις από τις υπηρεσίες της Επιτροπής, δεν ήταν δυνατόν να διοριστεί επαρκής αριθμός νέων μελών σε ορισμένες ομάδες, για παράδειγμα σε ορισμένες ομάδες που φιλοξενούνται από τη ΓΔ ENTR. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η ΓΔ ENTR, στην έκθεση προόδου του Ιουνίου 2013, επιβεβαίωσε την ετοιμότητά της «να εξετάσει πρόσθετες αιτήσεις από ενδιαφερόμενες ΜΚΟ ή την κοινωνία των πολιτών, προκειμένου να εξευρεθεί καλύτερη ισορροπία για τις ομάδες στις οποίες το τελικό αποτέλεσμα εξακολουθεί να μην είναι το βέλτιστο».

189. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων αναγνώρισε ότι είχε σημειωθεί πρόοδος σε σχέση με τους υφιστάμενους ομίλους. Εκτός αυτού, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε σε προβλήματα με νέες ομάδες εμπειρογνωμόνων, και συγκεκριμένα με εκείνες που συστάθηκαν μεταξύ της 20ής Σεπτεμβρίου 2012 και της 20ής Σεπτεμβρίου 2013.

190. Όσον αφορά αυτές τις νέες ομάδες εμπειρογνωμόνων, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι η παρούσα καταγγελία υποβλήθηκε το 2010 και αναφέρθηκε σε μεγάλο αριθμό ομάδων εμπειρογνωμόνων που υπήρχαν εκείνη την περίοδο. Κατά συνέπεια, η πρόταση φιλικής λύσης της Διαμεσολαβήτριας και η απάντηση της Επιτροπής σε αυτήν αφορούσαν τις ομάδες που είχε συμπεριλάβει ο καταγγέλλων στην καταγγελία του.

191. Μολονότι η Διαμεσολαβήτρια θα μπορούσε καταρχήν να επεκτείνει την έρευνά της προκειμένου να εξετάσει τις νέες ομάδες εμπειρογνωμόνων στις οποίες αναφέρεται η καταγγέλλουσα στις παρατηρήσεις της και οι οποίες δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας, δεν θεωρεί σκόπιμο να το πράξει, λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον της οικονομίας της διαδικασίας.

192. Λαμβανομένων υπόψη των σαφών βελτιώσεων που επέφερε η Επιτροπή σε σχέση με τις ομάδες εμπειρογνωμόνων που αναφέρονται στην καταγγελία του καταγγέλλοντος, η Διαμεσολαβήτρια καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή αποδέχθηκε το πέμπτο σκέλος της πρότασης φιλικής λύσης.

193. Παρά τη διαπίστωση αυτή, οι πληροφορίες που παρέχονται στις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος εγείρουν ανησυχίες όσον αφορά τις νέες ομάδες εμπειρογνωμόνων. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι είναι επιτακτική ανάγκη να παρακολουθεί προσεκτικά την κατάσταση.

194. Ειδικότερα, η Διαμεσολαβήτρια προτίθεται να κινήσει αυτεπάγγελτη έρευνα σχετικά με το ζήτημα της σύνθεσης των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής το 2014. Αυτό όχι μόνο θα της επιτρέψει να εξετάσει προσεκτικά τυχόν περαιτέρω εξελίξεις στην πρακτική της Επιτροπής, ιδίως όσον αφορά τις ομάδες που συστάθηκαν από τον Σεπτέμβριο του 2012 και μετά. Η έναρξη μιας τέτοιας αυτεπάγγελτης έρευνας θα δώσει επίσης σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη που ενδιαφέρονται για το θέμα την ευκαιρία να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους, επιτρέποντας έτσι στον Διαμεσολαβητή να λάβει υπόψη αυτές τις απόψεις.

ΙΒ. Συμπεράσματα

Με βάση την έρευνά της σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, η Διαμεσολαβήτρια την περατώνει με τα ακόλουθα συμπεράσματα:

Η Επιτροπή αποδέχθηκε το πρώτο και το τρίτο έως πέμπτο σκέλος της πρότασης φιλικής λύσης του Διαμεσολαβητή.

Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, δεν υπάρχει επί του παρόντος ανάγκη για περαιτέρω δράση εκ μέρους του Διαμεσολαβητή.

Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

 

η Έμιλι Ο' Ράιλι

Στρασβούργο, 19 Δεκεμβρίου 2013


[1] Σχετικά με τη συλλογή και τη χρήση εμπειρογνωμοσύνης από την Επιτροπή: Αρχές και κατευθυντήριες γραμμές, «Βελτίωση της βάσης γνώσεων για καλύτερες πολιτικές», COM(2002)713 τελικό, Βρυξέλλες, 11.12.2002.

[2] Προς μια ενισχυμένη νοοτροπία διαβούλευσης και διαλόγου - Γενικές αρχές και ελάχιστες προδιαγραφές για τη διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη από την Επιτροπή, COM(2002)704, Βρυξέλλες, 11.12.2002.

[3] ΓΔ σημαίνει Γενική Διεύθυνση.

Η Συμβουλευτική Ομάδα για την Ανταγωνιστικότητα στη Βιοτεχνολογία (CBAG)

Η Ομάδα Υψηλού Επιπέδου για την Ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής Βιομηχανίας Χημικών Προϊόντων

- Η Ευρωπαϊκή Συμβουλευτική Επιτροπή για την Έρευνα στον Τομέα της Ασφάλειας

Η ομάδα υψηλού επιπέδου για την ανταγωνιστικότητα, την ενέργεια και το περιβάλλον

- Surveillance de la moyenne des émissions spécifiques de CO2 dues aux véhicules particuliers neufs

- Καύση άνθρακα, καθαρές και αποδοτικές τεχνολογίες άνθρακα, δέσμευση CO2.

[5] C(2010) 7649 τελικό της 10ης Νοεμβρίου 2010.

[6] Ο κώδικας είναι διαθέσιμος στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή: http://www.ombudsman.europa.eu/resources/code.faces#/page/1

[7] C(2005) 2817 της 27ης Ιουλίου 2005.

[8] Βλ. υποσημείωση 5 ανωτέρω.

[9] SEC(2010) 1360 τελικό.

[10] Βλ. υποσημείωση 3 ανωτέρω.

[11] Βλ. υποσημείωση 2 ανωτέρω.

[12] Πράσινη Βίβλος, Η ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για τη διαφάνεια, COM(2006) 194 τελικό, 3 Μαΐου 2006.

[13] Λευκή Βίβλος για την ευρωπαϊκή διακυβέρνηση, COM(2001) 428 τελικό, Βρυξέλλες, 25 Ιουλίου 2001.

[14] Βλ. υποσημείωση 11 ανωτέρω.

[15] Βλέπε: http://ec.europa.eu/energy/energy2020/roadmap/doc/sec_2011_1569_1.pdf

[16] σ. 19. Η υπογράμμιση δική μου.

[17] Βλ. υποσημείωση 8 ανωτέρω.

[18] Η υπογράμμιση δική μου.

[19] Βλ. υποσημείωση 10 ανωτέρω.

[20] COM(2010) 543 τελικό.

[21] Η υπογράμμιση δική μου.

[22] Η υπογράμμιση δική μου.

[23] Η υπογράμμιση δική μου.

[24] Βλ. υποσημείωση 8 ανωτέρω.

[25] Απόφαση 2004/391/ΕΚ της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις συμβουλευτικές ομάδες που ασχολούνται με θέματα κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 120, σ. 20).

[26] Οδηγία 2008/1/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2008, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (κωδικοποιημένη έκδοση), ΕΕ 2008, L 24, σ. 8.

[27] Απόφαση 2008/114/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Φεβρουαρίου 2008, σχετικά με τη θέσπιση του καταστατικού του Οργανισμού Εφοδιασμού της Ευρατόμ (ΕΕ 2008, L 41, σ. 15).

[28] Βλ. υποσημείωση 25 ανωτέρω.

[29] Απόφαση περάτωσης της έρευνας του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 2558/2009(TN)DK, σημεία 8 και 9.

[30] Απόφαση περάτωσης της έρευνας του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 2558/2009(TN)DK, παράγραφος 12· Απόφαση περάτωσης της έρευνας του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 2097/2011/RA, παράγραφος 32· Σχέδιο σύστασης στην καταγγελία 1151/2008/ANA, σημείο 70.

[31] Απόφαση περάτωσης της έρευνας του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 2558/2009(TN)DK, παράγραφος 13· Απόφαση περάτωσης της έρευνας του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 2097/2011/RA, παράγραφος 33· Σχέδιο σύστασης στην καταγγελία 1151/2008/ANA, σημείο 70.

[32] C(2010) 7649 τελικό της 10ης Νοεμβρίου 2010, τμήμα II.2.

[33] σ. 9.

[34] http://ec.europa.eu/energy/energy2020/roadmap/index_en.htm.

[35] Κανονισμός 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).

What did you think of this automatic translation? Give us your opinion!