Norite pateikti skundą dėl ES institucijos ar įstaigos?

Turinys

Καταστατικό

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ, Ευρατόμ) 2021/1163 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ της 24ης Ιουνίου 2021 για τη θέσπιση του καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του (καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή) και για την κατάργηση της απόφασης 94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 228 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, και ιδίως το άρθρο 106α παράγραφος 1,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη την έγκριση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το καθεστώς και οι γενικοί όροι άσκησης των καθηκόντων του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή θα πρέπει να θεσπιστούν σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), ιδίως σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 2 στοιχείο δ) και το άρθρο 228, της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας και του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Χάρτης»).

(2)

Η απόφαση 94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (3) τροποποιήθηκε τελευταία φορά το 2008. Μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας την 1η Δεκεμβρίου 2009, η απόφαση 94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ θα πρέπει να καταργηθεί και να αντικατασταθεί από κανονισμό που εκδόθηκε βάσει του άρθρο 228 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ.

(3)

Το άρθρο 41 του Χάρτη αναγνωρίζει το δικαίωμα χρηστής διοίκησης ως θεμελιώδες δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης. Το άρθρο 43 του Χάρτη αναγνωρίζει το δικαίωμα προσφυγής στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σε περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των θεσμικών και λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι αυτά τα δικαιώματα ουσιαστικά και για να ενισχυθεί η ικανότητα του Διαμεσολαβητή να διεξάγει διεξοδικές και αμερόληπτες έρευνες, γεγονός το οποίο στηρίζει την ανεξαρτησία του Διαμεσολαβητή από την οποία και εξαρτώνται, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να έχει στη διάθεσή του όλα τα αναγκαία μέσα για την επιτυχή άσκηση των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή, τα οποία αναφέρονται στις Συνθήκες και στον παρόντα κανονισμό.

(4)

Η θέσπιση των όρων υπό τους οποίους μπορεί να υποβληθεί καταγγελία στον Διαμεσολαβητή θα πρέπει να συνάδει με την αρχή της πλήρους, ελεύθερης και ευχερούς πρόσβασης, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των ειδικών περιορισμών που απορρέουν από νομικές και διοικητικές διαδικασίες.

(5)

Ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να ενεργεί λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις αρμοδιότητες των θεσμικών και λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης που υπόκεινται στις έρευνές του.

(6)

Είναι αναγκαίο να καθοριστούν οι διαδικασίες που θα πρέπει να ακολουθούνται όταν οι έρευνες του Διαμεσολαβητή αποκαλύπτουν περιπτώσεις κακοδιοίκησης. Ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αναλυτική έκθεση κατά τη λήξη κάθε ετήσιας συνόδου. Ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει επίσης να έχει το δικαίωμα να περιλαμβάνει, στην εν λόγω ετήσια έκθεση αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τις διατυπωθείσες συστάσεις.

(7)

Προκειμένου να ενισχυθεί ο ρόλος του Διαμεσολαβητή και να προωθηθούν οι βέλτιστες διοικητικές πρακτικές εντός των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης, ευκταίο είναι να επιτρέπεται στον Διαμεσολαβητή, υπό την επιφύλαξη του πρωταρχικού καθήκοντός του, το οποίο είναι η διεκπεραίωση καταγγελιών, να διενεργεί αυτεπάγγελτες έρευνες όποτε κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι, ιδίως επανειλημμένων, συστημικές ή ιδιαζόντως σοβαρών περιπτώσεων κακοδιοίκησης.

(8)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), όπως συμπληρώθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1367/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) θα πρέπει να εφαρμόζεται στις αιτήσεις πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα του Διαμεσολαβητή, με εξαίρεση όσα λαμβάνονται κατά τη διάρκεια έρευνας, για τα οποία οι αιτήσεις θα πρέπει να εξετάζονται από το θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης που τα εκδίδει.

(9)

Ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να έχει πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την άσκηση των καθηκόντων του. Για τον σκοπό αυτό, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης θα πρέπει να παρέχουν στον Διαμεσολαβητή κάθε πληροφορία που ζητεί για τους σκοπούς μιας έρευνας. Όταν η άσκηση των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή απαιτεί την παροχή στον Διαμεσολαβητή διαβαθμισμένων πληροφοριών που κατέχουν τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης ή οι αρχές των κρατών μελών, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτές, με την προϋπόθεση να εξασφαλίζεται ή τήρηση των κανόνων για την προστασία τους.

(10)

Ο Διαμεσολαβητής και το προσωπικό του θα πρέπει να υποχρεούνται να επεξεργάζονται με εχεμύθεια κάθε πληροφορία την οποία απέκτησαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, υπό την επιφύλαξη της υποχρέωσης του Διαμεσολαβητή να ενημερώνει τις αρχές των κρατών μελών για τα γεγονότα που ενδέχεται να σχετίζονται με ποινικά αδικήματα και για τα οποία έλαβε γνώση στο πλαίσιο έρευνας. Ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να ενημερώνει το οικείο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό σχετικά με γεγονότα που βαρύνουν τη συμπεριφορά μέλους του προσωπικού τους. Η υποχρέωση του Διαμεσολαβητή να χειρίζεται εμπιστευτικά κάθε πληροφορία που περιέρχεται σε γνώση του κατά την άσκηση των καθηκόντων του θα πρέπει να νοείται με την επιφύλαξη της υποχρέωσης του Διαμεσολαβητή να διεξάγει τις εργασίες του με όσο το δυνατόν πιο ανοικτό τρόπο, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ. Ειδικότερα, προκειμένου να ασκεί δεόντως τα καθήκοντά του και να υποστηρίζει τα πορίσματά του, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να μπορεί να αναφέρει στις εκθέσεις του κάθε πληροφορία στην οποία έχει πρόσβαση το κοινό.

(11)

Εφόσον είναι αναγκαίο για την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων του, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να συνεργάζεται και να ανταλλάσσει πληροφορίες με τις αρχές των κρατών μελών, σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό και ενωσιακό δίκαιο, καθώς και με άλλα θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο της Ένωσης.

(12)

Ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να εκλέγεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην αρχή και για όλη τη διάρκεια κάθε κοινοβουλευτικής περιόδου, μεταξύ προσωπικοτήτων που είναι πολίτες της Ένωσης και παρέχουν όλα τα απαιτούμενα εχέγγυα ανεξαρτησίας και ικανότητας. Θα πρέπει επίσης να θεσπιστούν γενικοί όροι σχετικά, μεταξύ άλλων, με την παύση των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή, την αντικατάσταση, τα ασυμβίβαστα, τις αποδοχές του Διαμεσολαβητή και τα προνόμια και τις ασυλίες του Διαμεσολαβητή.

(13)

Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η έδρα του Διαμεσολαβητή είναι εκείνη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όπως ορίζεται στο άρθρο μόνο στοιχείο α) του Πρωτοκόλλου αριθ. 6 σχετικά με τον καθορισμό της έδρας των θεσμικών οργάνων και ορισμένων λοιπών οργάνων, οργανισμών και υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας («πρωτόκολλο αριθ. 6»).

(14)

Ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να επιτυγχάνει ισότητα των φύλων στη σύνθεση της γραμματείας του, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το άρθρο 1δ παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ένωσης ως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ 259/68 του Συμβουλίου (6) («Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης»).

(15)

Εναπόκειται στον Διαμεσολαβητή να θεσπίσει τις διατάξεις εφαρμογής του παρόντος κανονισμού κατόπιν διαβούλευσης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αν δεν υπάρξει γνωμοδότηση από τα εν λόγω θεσμικά όργανα εντός του εύλογου χρονικού πλαισίου που ορίζει εκ των προτέρων ο Διαμεσολαβητής, ο Διαμεσολαβητής μπορεί να εγκρίνει τις σχετικές εκτελεστικές διατάξεις. Προκειμένου να διασφαλιστούν η ασφάλεια δικαίου και τα υψηλότερα πρότυπα κατά την άσκηση των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή, θα πρέπει να καθοριστεί στον παρόντα κανονισμό το ελάχιστο περιεχόμενο των προς έγκριση εκτελεστικών διατάξεων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1 - Αντικείμενο και αρχές

1.   Ο παρών κανονισμός θεσπίζει το καθεστώς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή («καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή»).

2.   Ο Διαμεσολαβητής ασκεί τα καθήκοντά του με πλήρη ανεξαρτησία και ενεργεί χωρίς προηγούμενη άδεια.

3.   Ο Διαμεσολαβητής συμβάλλει στην αποκάλυψη περιπτώσεων κακοδιοίκησης κατά τη δράση των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης, με εξαίρεση το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών του καθηκόντων, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το άρθρο 20 παράγραφος 2 στοιχείο δ) και το άρθρο 228 της ΣΛΕΕ και το άρθρο 41 του Χάρτη σχετικά με το δικαίωμα χρηστής διοίκησης.

Η δράση οιασδήποτε άλλης αρχής ή προσώπου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας στον διαμεσολαβητή.

4.   Εφόσον συντρέχει λόγος, ο Διαμεσολαβητής διατυπώνει συστάσεις, προτάσεις λύσεων και βελτίωσης για την αντιμετώπιση ενός ζητήματος.

5.   Κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ορθότητα δικαστικής απόφασης ή την αρμοδιότητα του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση.

Άρθρο 2 - Καταγγελίες

1.   Κάθε πολίτης της Ένωσης ή κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή έχει την καταστατική έδρα του σε κράτος μέλος δύναται να υποβάλει στον Διαμεσολαβητή, απευθείας ή μέσω βουλευτού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καταγγελία σχετική με περίπτωση κακοδιοίκησης.

2.   Στην καταγγελία αναφέρεται σαφώς το θέμα της, καθώς και η ταυτότητα του καταγγέλλοντος. Ο καταγγέλλων μπορεί να ζητήσει, η καταγγελία ή μέρη της να παραμείνουν εμπιστευτικά.

3.   Η καταγγελία υποβάλλεται εντός δύο ετών από την ημερομηνία κατά την οποία τα γεγονότα στα οποία βασίζεται περιήλθαν σε γνώση του καταγγέλλοντος. Πριν την υποβολή της καταγγελίας, ο καταγγέλων πρέπει να έχει πραγματοποιήσει τα ενδεδειγμένα διοικητικά διαβήματα προς τα ενδιαφερόμενα θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς.

4.   Ο Διαμεσολαβητής απορρίπτει μια καταγγελία ως απαράδεκτη εάν δεν εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιοτήτων του ή εάν δεν πληρούνται οι διαδικαστικές απαιτήσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3. Εάν μια καταγγελία δεν εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιοτήτων του Διαμεσολαβητή, ο Διαμεσολαβητής δύναται να συμβουλεύσει τον καταγγέλλοντα να την υποβάλει σε άλλη αρχή.

5.   Εάν ο Διαμεσολαβητής κρίνει ότι η καταγγελία είναι προδήλως αβάσιμη, περατώνει την εξέταση της υπόθεσης και ενημερώνει τον καταγγέλλοντα. Σε περίπτωση που ο καταγγέλλων έχει ενημερώσει το οικείο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης σχετικά με την καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής ενημερώνει επίσης την οικεία αρχή.

6.   Οι καταγγελίες που αφορούν τις εργασιακές σχέσεις μεταξύ των θεσμικών και λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης και του προσωπικού τους είναι παραδεκτές μόνο εάν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει εξαντλήσει όλες τις εσωτερικές διοικητικές διαδικασίες, ιδίως εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, και εφόσον η αρμόδια αρχή του οικείου θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης έχει λάβει απόφαση ή έχουν λήξει οι προθεσμίες απάντησης. Ο Διαμεσολαβητής έχει επίσης το δικαίωμα να ελέγχει τα μέτρα που λαμβάνονται από την αρμόδια αρχή του οικείου θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης για τη διασφάλιση της προστασίας των εικαζόμενων θυμάτων παρενόχλησης και την αποκατάσταση ενός υγιούς και ασφαλούς εργασιακού περιβάλλοντος που σέβεται την αξιοπρέπεια των ενδιαφερόμενων προσώπων ενόσω βρίσκεται σε εξέλιξη διοικητική έρευνα, υπό την προϋπόθεση ότι τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα έχουν εξαντλήσει τις εσωτερικές διοικητικές διαδικασίες σε σχέση με τα εν λόγω μέτρα.

7.   Ο Διαμεσολαβητής ενημερώνει το οικείο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης για την καταχώρηση μιας καταγγελίας μόλις η καταγγελία κριθεί παραδεκτή και έχει αποφασιστεί να κινηθεί έρευνα.

8.   Οι καταγγελίες που υποβάλλονται στον Διαμεσολαβητή δεν επηρεάζουν τις προθεσμίες για την άσκηση διοικητικής ή δικαστικής προσφυγής.

9.   Εάν ο Διαμεσολαβητής, λόγω εκκρεμούσας ή περατωθείσας δικαστικής διαδικασίας ως προς τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά, κηρύξει την καταγγελία απαράδεκτη ή αποφασίσει να θέσει τέλος στην εξέτασή της, τα αποτελέσματα των ερευνών τις οποίες ενδεχομένως διεξήγαγε μέχρι τότε τίθενται στο αρχείο και η εξέταση της υπόθεσης περατώνεται.

10.   Ο Διαμεσολαβητής ενημερώνει το συντομότερο δυνατό τον καταγγέλλοντα σχετικά με τη συνέχεια που δόθηκε στην καταγγελία και, στο μέτρο του δυνατού, αναζητεί λύση με το οικείο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης, προκειμένου να εξαλειφθεί το κρούσμα κακοδιοίκησης. Ο Διαμεσολαβητής ενημερώνει τον καταγγέλλοντα σχετικά με την προτεινόμενη λύση, καθώς και με τυχόν παρατηρήσεις του οικείου θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης. Ο καταγγέλλων δύναται να υποβάλει παρατηρήσεις ή να παράσχει, σε οποιοδήποτε στάδιο, πρόσθετες πληροφορίες που δεν ήταν γνωστές κατά τον χρόνο υποβολής της καταγγελίας.

Όταν βρεθεί λύση αποδεκτή από τον καταγγέλλοντα και το οικείο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης, ο Διαμεσολαβητής μπορεί να περατώσει την εξέταση της υπόθεσης, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 4.

Άρθρο 3 - Έρευνες

1.   Σύμφωνα με τα καθήκοντά του, ο Διαμεσολαβητής διεξάγει τις έρευνες τις οποίες κρίνει δικαιολογημένες, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε κατόπιν καταγγελίας.

2.   Ο Διαμεσολαβητής ενημερώνει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση το οικείο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης για τις έρευνες αυτές. Με την επιφύλαξη του άρθρου 5, το οικείο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός της Ένωσης μπορεί, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος του Διαμεσολαβητή, να υποβάλει κάθε χρήσιμο σχόλιο ή αποδεικτικό στοιχείο.

3.   Ο Διαμεσολαβητής μπορεί να διεξάγει αυτεπάγγελτες έρευνες όποτε κρίνει ότι δικαιολογείται κάτι τέτοιο, ιδίως σε επανειλημμένες, συστημικές ή ιδιαίτερα σοβαρές περιπτώσεις κακοδιοίκησης, αντιμετωπίζοντάς τις εν λόγω περιπτώσεις ως ζήτημα δημόσιου συμφέροντος. Στο πλαίσιο των ερευνών αυτών, μπορεί επίσης να υποβάλει προτάσεις και πρωτοβουλίες για την προώθηση των βέλτιστων διοικητικών πρακτικών εντός των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών Ένωσης.

Άρθρο 4 - Αλληλεπίδραση μεταξύ του Διαμεσολαβητή και των θεσμικών οργάνων

1.   Εάν, κατόπιν έρευνας, διαπιστωθούν περιπτώσεις κακοδιοίκησης, ο Διαμεσολαβητής ενημερώνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, το οικείο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης για τα πορίσματα της έρευνας και, εφόσον συντρέχει λόγος, διατυπώνει συστάσεις.

2.   Το οικείο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός της Ένωσης αποστέλλει στον Διαμεσολαβητή λεπτομερή γνώμη εντός προθεσμίας τριών μηνών. Ο Διαμεσολαβητής δύναται, κατόπιν αιτιολογημένης αίτησης του οικείου θεσμικού ή λοιπού οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης, να εγκρίνει την παράταση της εν λόγω προθεσμίας. Η παράταση δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δύο μήνες. Εάν το οικείο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός της Ένωσης δεν έχει αποστείλει γνώμη εντός της αρχικής τρίμηνης προθεσμίας ή εντός της παραταθείσας προθεσμίας, ο Διαμεσολαβητής δύναται να περατώσει την έρευνα χωρίς τη γνώμη αυτή.

3.   Μετά την περάτωση της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής διαβιβάζει έκθεση στο οικείο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης και, όταν απαιτείται λόγω της φύσης ή της κλίμακας του διαπιστωθέντος κρούσματος κακοδιοίκησης, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο Διαμεσολαβητής δύναται να διατυπώσει συστάσεις στην έκθεση. Ο Διαμεσολαβητής ενημερώνει τον καταγγέλοντα για το αποτέλεσμα της έρευνας, για τη γνώμη που εξέδωσε το οικείο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός της Ένωσης, καθώς και για τις συστάσεις που ενδεχομένως διατυπώνονται στην έκθεση.

4.   Όταν κρίνεται σκόπιμο σε σχέση με έρευνα για τις δραστηριότητες θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης, είναι δυνατή η ακρόαση του Διαμεσολαβητή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο κατάλληλο επίπεδο, κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας ή κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

5.   Στο τέλος κάθε ετήσιας συνόδου, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα των ερευνών που διεξήγαγε. Η έκθεση περιλαμβάνει αξιολόγηση συμμόρφωσης με τις συστάσεις, τις προτάσεις λύσεων και βελτίωσης του Διαμεσολαβητή. Η έκθεση περιλαμβάνει επίσης, κατά περίπτωση, το αποτέλεσμα των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την παρενόχληση, την καταγγελία δυσλειτουργιών και τις συγκρούσεις συμφερόντων εντός των θεσμικών και λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης.

Άρθρο 5 - Παροχή ενημέρωσης στον Διαμεσολαβητή

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η «παροχή πληροφοριών» περιλαμβάνει όλα τα υλικά και ηλεκτρονικά μέσα με τα οποία παρέχεται στον Διαμεσολαβητή και στη γραμματεία του πρόσβαση σε πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων, ανεξάρτητα από τη μορφή τους.

2.   Ως «διαβαθμισμένη πληροφορία της ΕΕ» (ΔΠΕΕ) νοείται κάθε πληροφορία ή υλικό που έχει χαρακτηρισθεί με διαβάθμιση ασφαλείας ΕΕ και των οποίων η άνευ αδείας γνωστοποίηση μπορεί να βλάψει ποικιλοτρόπως τα συμφέροντα της Ένωσης ή ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών.

3.   Υπό τους όρους που καθορίζονται στο παρόν άρθρο, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης και οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, κατόπιν αιτήματος του Διαμεσολαβητή ή με δική τους πρωτοβουλία, και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, παρέχουν στον Διαμεσολαβητή κάθε πληροφορία την οποία ζητεί για τους σκοπούς της έρευνας.

4.   Παρέχονται στον Διαμεσολαβητή διαβαθμισμένες πληροφορίες της ΕΕ υπό τις ακόλουθες αρχές και προϋποθέσεις:

α)

το θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός της Ένωσης που παρέχει τις διαβαθμισμένες πληροφορίες ΕΕ πρέπει να έχει ολοκληρώσει τις σχετικές εσωτερικές διαδικασίες του και, εάν ο αρχικός συντάκτης είναι τρίτος, ο τελευταίος πρέπει να έχει δώσει προηγουμένως τη γραπτή συγκατάθεσή του·

β)

πρέπει να έχει στοιχειοθετηθεί η ανάγκη να λάβει γνώση ο Διαμεσολαβητής·

γ)

πρόσβαση σε πληροφορίες με διαβάθμιση CONFIDENTIEL UE/EU CONFIDENTIAL ή υψηλότερη χορηγείται μόνο σε πρόσωπα που διαθέτουν εξουσιοδότηση ασφαλείας στο αντίστοιχο επίπεδο ασφάλειας, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, και είναι εξουσιοδοτημένα από την αρμόδια αρχή ασφαλείας.

5.   Για την παροχή διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ, το οικείο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός της Ένωσης αξιολογεί κατά πόσον ο Διαμεσολαβητής έχει πράγματι θεσπίσει κανόνες εσωτερικής ασφάλειας, καθώς και υλικά και διαδικαστικά μέτρα προστασίας των διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ. Για τον σκοπό αυτό, ο Διαμεσολαβητής και ένα θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός της Ένωσης μπορούν επίσης να συνάπτουν συμφωνία για τη θέσπιση γενικού πλαισίου που διέπει την παροχή διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ.

6.   Σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5, η πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες της ΕΕ παρέχεται στις εγκαταστάσεις του οικείου θεσμικού ή λοιπού οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης, εκτός εάν συμφωνηθεί διαφορετικά με τον Διαμεσολαβητή.

7.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να αρνηθούν να παράσχουν στον Διαμεσολαβητή πληροφορίες που καλύπτονται από την εθνική νομοθεσία περί προστασίας διαβαθμισμένων πληροφοριών ή από διατάξεις που εμποδίζουν την κοινοποίησή τους.

Ωστόσο, το οικείο κράτος μέλος δύναται να παράσχει στον Διαμεσολαβητή τις πληροφορίες αυτές υπό τους όρους που καθορίζει η αρμόδια αρχή του.

8.   Εφόσον τα θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμοί της Ένωσης και οι αρχές των κρατών μελών σκοπεύουν να παράσχουν στον Διαμεσολαβητή διαβαθμισμένες πληροφορίες της ΕΕ ή οιεσδήποτε άλλες πληροφορίες στις οποίες δεν έχει πρόσβαση το κοινό ενημερώνουν σχετικά τον Διαμεσολαβητή εκ των προτέρων.

Ο Διαμεσολαβητής διασφαλίζει την κατάλληλη προστασία των πληροφοριών αυτών και ειδικότερα δεν τις γνωστοποιεί στον καταγγέλλοντα ή στο κοινό χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης ή της αρμόδιας αρχής του οικείου κράτους μέλους. Όσον αφορά τις διαβαθμισμένες πληροφορίες της ΕΕ, η συγκατάθεση παρέχεται γραπτώς.

9.   Τα θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμοί της Ένωσης που αρνούνται την πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες της ΕΕ παρέχουν στον Διαμεσολαβητή γραπτή αιτιολόγηση, αναφέροντας, τουλάχιστον, τους λόγους της άρνησης.

10.   Ο Διαμεσολαβητής διατηρεί στην κατοχή του τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 8 μόνο μέχρι την οριστική περάτωση της έρευνας.

Ο Διαμεσολαβητής δύναται να ζητήσει από θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης ή κράτος μέλος να διατηρήσει τις πληροφορίες αυτές για περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών.

11.   Εάν δεν του παρασχεθεί η αιτηθείσα συνδρομή, ο Διαμεσολαβητής ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο ενεργεί αναλόγως.

Άρθρο 6 - Πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Διαμεσολαβητή

Ο Διαμεσολαβητής εξετάζει τις αιτήσεις για πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα, με εξαίρεση για εκείνα που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια έρευνας και τα οποία έχει στην κατοχή του ο Διαμεσολαβητής κατά τη διάρκεια της έρευνας ή μετά την περάτωσή της, σύμφωνα με τους όρους και τα όρια που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001, όπως συμπληρώνεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1367/2006.

Άρθρο 7 - Ακρόαση υπαλλήλων και μελών του λοιπού προσωπικού

1.   Οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό των θεσμικών και λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης υποχρεούνται να καλούνται σε ακρόαση, κατόπιν αιτήματος του Διαμεσολαβητή, σχετικά με περιστατικά που αφορούν εν εξελίξει έρευνα του Διαμεσολαβητή.

2.   Οι εν λόγω υπάλληλοι και λοιπό προσωπικό καταθέτουν εξ ονόματος του θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού όπου ανήκουν. Παραμένουν δεσμευμένοι από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τους αντίστοιχους κανονισμούς περί υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων.

Άρθρο 8 - Έρευνες στο πλαίσιο της καταγγελίας δυσλειτουργιών

1.   Ο Διαμεσολαβητής μπορεί να διεξαγάγει έρευνα για να αποκαλύψει περιπτώσεις κακοδιοίκησης κατά την επεξεργασία πληροφοριών, σύμφωνα με το άρθρο 22α του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, οι οποίες του έχουν γνωστοποιηθεί από υπάλληλο ή μέλος του λοιπού προσωπικού σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες που προβλέπονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

2.   Στις περιπτώσεις αυτές, ο υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού απολαύει της προστασίας που παρέχει ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης έναντι τυχόν επιζήμιων συνεπειών από πλευράς του θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης, που προκύπτουν από την κοινοποίηση των πληροφοριών.

3.   Ο Διαμεσολαβητής μπορεί επίσης να ερευνήσει αν υπήρξε κακοδιοίκηση κατά τον χειρισμό μιας τέτοιας υπόθεσης από το οικείο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης, μεταξύ άλλων όσον αφορά την προστασία του οικείου υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού.

Άρθρο 9 - Επαγγελματικό απόρρητο

1.   Ο Διαμεσολαβητής και το προσωπικό του δεν αποκαλύπτουν πληροφορίες ή έγγραφα που λαμβάνουν κατά τη διάρκεια έρευνας. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, δεν αποκαλύπτουν, ιδίως, διαβαθμισμένες πληροφορίες της ΕΕ ή εσωτερικά έγγραφα των θεσμικών και λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης που παρέχονται στον Διαμεσολαβητή ή έγγραφα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Δεν αποκαλύπτουν επίσης πληροφορίες οι οποίες θα μπορούσαν να βλάψουν τα δικαιώματα του καταγγέλλοντος ή οιουδήποτε άλλου εμπλεκόμενου προσώπου.

2.   Υπό την επιφύλαξη της γενικής υποχρέωσης υποβολής εκθέσεων όλων των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης προς την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7), εάν τα γεγονότα που έγιναν γνωστά κατά τη διάρκεια έρευνας του Διαμεσολαβητή ενδέχεται να συνιστούν ή να σχετίζονται με ποινικό αδίκημα, ο Διαμεσολαβητής ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και, εφόσον η υπόθεση εμπίπτει στις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους, και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, σύμφωνα με το άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου (8) και την OLAF.

3.   Εφόσον συντρέχει λόγος, και κατόπιν συμφωνίας με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ή την OLAF, ο Διαμεσολαβητής ενημερώνει επίσης το θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης που έχει εξουσία επί του οικείου υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού, το οποίο μπορεί να κινήσει τις κατάλληλες διαδικασίες.

Άρθρο 10 - Συνεργασία με τις αρχές των κρατών μελών και με τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης

1.   Εφόσον είναι αναγκαίο για την άσκηση των καθηκόντων του, ο Διαμεσολαβητής δύναται να συνεργάζεται με τις αρχές των κρατών μελών, σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό και ενωσιακό δίκαιο.

2.   Στο πλαίσιο των καθηκόντων του, ο Διαμεσολαβητής δύναται επίσης να συνεργάζεται με άλλα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης, ιδίως με αυτά που είναι αρμόδια για την προαγωγή και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ο Διαμεσολαβητής αποφεύγει κάθε αλληλεπικάλυψη με τις δραστηριότητες των εν λόγω θεσμικών και λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης.

3.   Η επικοινωνία που απευθύνεται στις αρχές των κρατών μελών για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού πραγματοποιείται μέσω των Μόνιμων Αντιπροσωπειών τους στην Ένωση, εκτός εάν η οικεία Μόνιμη Αντιπροσωπεία συμφωνεί ότι η γραμματεία του Διαμεσολαβητή μπορεί να επικοινωνήσει απευθείας με τις αρχές του οικείου κράτους μέλους.

Άρθρο 11 - Εκλογή του Διαμεσολαβητή

1.   Ο Διαμεσολαβητής εκλέγεται και είναι επιλέξιμος για επαναδιορισμό, σύμφωνα με το άρθρο 228 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, μεταξύ υποψηφίων που επιλέγονται με διαφανή διαδικασία.

2.   Μετά τη δημοσίευση της πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Διαμεσολαβητής επιλέγεται μεταξύ προσώπων τα οποία:

είναι πολίτες της Ένωσης,

απολαύουν πλήρως των αστικών και πολιτικών τους δικαιωμάτων,

παρέχουν όλα τα εχέγγυα ανεξαρτησίας,

πληρούν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση δικαστικών καθηκόντων ανώτατης βαθμίδας στη χώρα του ή διαθέτουν αναγνωρισμένες ικανότητες και προσόντα προκειμένου να αναλάβουν τα καθήκοντα του Διαμεσολαβητή, και

δεν υπήρξαν μέλη εθνικών κυβερνήσεων ή μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εντός των δύο ετών που προηγούνται της ημερομηνίας δημοσίευσης της πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων.

Άρθρο 12 - Παύση των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή

1.   Η άσκηση των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή λήγει είτε με τη λήξη της θητείας του είτε μετά από εκούσια ή αναγκαστική παραίτηση.

2.   Εξαιρουμένης της περίπτωσης αναγκαστικής παραίτησης, ο Διαμεσολαβητής εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του έως ότου εκλεγεί νέος Διαμεσολαβητής.

3.   Σε περίπτωση πρόωρης παύσης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή, εκλέγεται νέος Διαμεσολαβητής εντός τριών μηνών από την έναρξη της χηρείας για το χρονικό διάστημα έως τη λήξη της κοινοβουλευτικής περιόδου. Έως την εκλογή νέου Διαμεσολαβητή, ο κύριος υπεύθυνος που αναφέρεται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 είναι υπεύθυνος για επείγοντα θέματα που εμπίπτουν στα καθήκοντα του Διαμεσολαβητή.

Άρθρο 13 - Απαλλαγή του Διαμεσολαβητή από τα καθήκοντά του

Όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προτίθεται να ζητήσει την απαλλαγή του Διαμεσολαβητή από τα καθήκοντά του σύμφωνα με το άρθρο 228 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ, δέχεται τον Διαμεσολαβητή σε ακρόαση προτού προβεί στην ενέργεια αυτή.

Άρθρο 14 - Άσκηση των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή

1.   Κατά την άσκηση των καθηκόντων, ο Διαμεσολαβητής ενεργεί σύμφωνα με το άρθρο 228 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ. Ο Διαμεσολαβητής απέχει από κάθε πράξη αντιβαίνουσα προς τη φύση των εν λόγω καθηκόντων.

2.   Κατά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Διαμεσολαβητής δεσμεύεται επισήμως ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι θα εκτελεί τα καθήκοντα που ορίζονται στις Συνθήκες και στον παρόντα κανονισμό με πλήρη ανεξαρτησία και αμεροληψία και ότι θα τηρεί, καθ’ όλη τη διάρκεια άσκησης των καθηκόντων του και μετά το πέρας της, τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το λειτούργημά του. Η επίσημη δέσμευση περιλαμβάνει ιδίως το καθήκον της ακεραιότητας στη συμπεριφορά και της διακριτικότητας σε σχέση με την αποδοχή ορισμένων αξιωμάτων ή ωφελημάτων μετά τη λήξη της θητείας.

3.   Κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο Διαμεσολαβητής δεν επιτρέπεται να ασκεί άλλα πολιτικά ή διοικητικά καθήκοντα, ή οιαδήποτε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα, αμειβόμενη ή μη.

Άρθρο 15 - Αποδοχές, προνόμια και ασυλίες

1.   Ο Διαμεσολαβητής εξομοιούται, όσον αφορά τις αποδοχές, τις αποζημιώσεις και τη σύνταξη αρχαιότητας, προς δικαστή του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Τα άρθρα 11 έως 14 και το άρθρο 17 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας εφαρμόζονται στον Διαμεσολαβητή και τους υπαλλήλους και λοιπά μέλη του προσωπικού της γραμματείας του Διαμεσολαβητή.

Άρθρο 16 - Γραμματεία του Διαμεσολαβητή

1.   Διατίθεται στον Διαμεσολαβητή προϋπολογισμός επαρκής για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας του και για την εκτέλεση των καθηκόντων του.

2.   Ο Διαμεσολαβητής επικουρείται από γραμματεία. Ο Διαμεσολαβητής διορίζει τον κύριο υπεύθυνο της γραμματείας.

3.   Οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό της γραμματείας του Διαμεσολαβητή υπόκεινται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης. Ο αριθμός μελών του προσωπικού της γραμματείας καθορίζεται κάθε χρόνο στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού.

4.   Όταν υπάλληλοι της Ένωσης αποσπώνται στη γραμματεία του Διαμεσολαβητή, η απόσπαση αυτή θεωρείται απόσπαση προς το συμφέρον της υπηρεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 37 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) και το άρθρο 38 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Άρθρο 17 - Έδρα του Διαμεσολαβητή

Η έδρα του Διαμεσολαβητή είναι η ίδια με αυτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όπως ορίζεται στο στοιχείο α) του άρθρου μόνου του Πρωτοκόλλου αριθ. 6.

Άρθρο 18 - Διατάξεις εφαρμογής

Ο Διαμεσολαβητής θεσπίζει τις διατάξεις εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ύστερα από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι εν λόγω διατάξεις είναι σύμφωνες με τον παρόντα κανονισμό και περιλαμβάνουν τουλάχιστον διατάξεις σχετικά με τα εξής:

α)

τα δικονομικά δικαιώματα του καταγγέλλοντος και του ενδιαφερόμενου θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού·

β)

την παραλαβή, τη διεκπεραίωση και την περάτωση της εξέτασης μιας καταγγελίας·

γ)

τις αυτεπάγγελτες έρευνες· και

δ)

έρευνες εν συνεχεία προηγούμενων ερευνών.

Άρθρο 19 - Τελικές διατάξεις

1.   Η απόφαση 94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ καταργείται.

2.   Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 24 Ιουνίου 2021.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

D. M. SASSOLI


(1)  Έγκριση της 18ης Ιουνίου 2021 (δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(2)  Γνώμη της 18ης Ιουνίου 2021 (δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(3)  Απόφαση 94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με το καθεστώς του ευρωπαϊκού διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του (ΕΕ L 113 της 4.5.1994, σ. 15).

(4)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43).

(5)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1367/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, για την εφαρμογή στα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας των διατάξεων της σύμβασης του Århus σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (ΕΕ L 264 της 25.9.2006, σ. 13).

(6)  ΕΕ L 56 της 4.3.1968, σ. 1.

(7)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 248 της 18.9.2013, σ. 1).

(8)  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕΕ L 283 της 31.10.2017, σ. 1).