Norite pateikti skundą dėl ES institucijos ar įstaigos?

Απόφαση στην υπόθεση 2591/2010/GG - Μη προσήκουσα διεξαγωγή διαδικασίας επί παραβάσει κατά της Αυστρίας σχετικά με το αεροδρόμιο της Βιέννης

Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορά τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφορά η οποία της υποβλήθηκε το 2006 από 27 πρωτοβουλίες πολιτών («οι καταγγέλλοντες») οι οποίες διαμαρτύρονταν για τις αρνητικές επιπτώσεις που θεωρούσαν ότι είχε η επέκταση του αεροδρομίου της Βιέννης. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι συναφείς εργασίες πραγματοποιήθηκαν χωρίς να εκπονηθεί πρώτα εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον, η οποία είναι υποχρεωτική σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην οδηγία 85/337/ΕΟΚ. Με γνώμονα την επανόρθωση της συγκεκριμένης παράλειψης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συμφώνησε με τις αυστριακές αρχές να εκπονήσουν εκ των υστέρων εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον, σε μια προσπάθεια να καλυφθεί κατά τον βέλτιστο δυνατό τρόπο το κενό της εκ των προτέρων εκτίμησης των επιπτώσεων στο περιβάλλον η οποία δεν εκπονήθηκε ποτέ και να καταστεί έτσι δυνατή η πλήρης εκτίμηση του περιβαλλοντικού αντίκτυπου των συναφών εργασιών. Η τελική έκθεση που αφορούσε την προαναφερθείσα διαδικασία υποβλήθηκε στην Επιτροπή τον Φεβρουάριο του 2011.

Οι καταγγέλλοντες εξέφρασαν τη δυσαρέσκειά τους για τον τρόπο με τον οποίον εκπονήθηκε η εκ των υστέρων εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον. Μεταξύ άλλων, διατύπωσαν τις ακόλουθες επικρίσεις: (i) ότι αρμόδια για τη σχετική διαδικασία ορίστηκε η ίδια αρχή που είχε εκδώσει αρχικά τις άδειες υλοποίησης των συναφών εργασιών, με αποτέλεσμα να υπάρχει προφανής σύγκρουση συμφερόντων και, (ii) ότι δεν είχαν πρόσβαση σε διαδικασία προσφυγής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη σχετική οδηγία της ΕΕ.

Το 2008, οι καταγγέλλοντες απευθύνθηκαν στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή (αναφορά αριθ. 1532/2008). Αφού εξέτασε το ζήτημα, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι τα επιχειρήματα των καταγγελλόντων σχετικά με τα δύο προαναφερθέντα ζητήματα φαίνονταν βάσιμα εκ πρώτης όψεως και ότι δεν μπορούσε την συγκεκριμένη χρονική στιγμή να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή είχε μεριμνήσει δεόντως για την ορθή εκπόνηση της εκ των υστέρων εκτίμησης των επιπτώσεων στο περιβάλλον. Επειδή όμως η διαδικασία ήταν ακόμη υπό εξέλιξη και επειδή η Επιτροπή είχε δηλώσει ότι θα έκλεινε την υπόθεση επί παραβάσει μόνο όταν βεβαιωνόταν ότι οι αυστριακές αρχές είχαν λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα, ο Διαμεσολαβητής εκτίμησε ότι δεν υπήρχε λόγος να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Περάτωσε, συνεπώς, την έρευνά του τον Δεκέμβριο του 2009, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι η Επιτροπή θα λάμβανε υπόψη τα πορίσματά του.

Τον Νοέμβριο του 2010, οι καταγγέλλοντες απευθύνθηκαν ξανά στον Διαμεσολαβητή (αναφορά αριθ. 2591/2010). Ο Διαμεσολαβητής ξεκίνησε δεύτερη έρευνα, στο πλαίσιο της οποίας ήλεγξε τον φάκελο της Επιτροπής. Από τον έλεγχο προέκυψε ότι ο φάκελος δεν περιείχε καμία περαιτέρω σημαντική αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και των αυστριακών αρχών κατά το χρονικό διάστημα εκπόνησης της εκ των υστέρων εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Συγκεκριμένα, δεν υπήρχε κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι τα επιχειρήματα που είχαν προβάλει οι καταγγέλλοντες κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα είχαν συζητηθεί εγγράφως με τις αυστριακές αρχές. Επιπροσθέτως, δεν υπήρχε κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι η απόφαση του Διαμεσολαβητή σχετικά με την αναφορά 1532/2008 είχε αποτελέσει αφορμή για έγγραφη επικοινωνία μεταξύ των δύο πλευρών. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της τα πορίσματα στα οποία είχε καταλήξει κατά την πρώτη έρευνά του. Ετοίμασε, επομένως, σχέδιο σύστασης με το οποίο καλούσε την Επιτροπή να επανεξετάσει τη θέση της. Το εν λόγω σχέδιο σύστασης δεν έγινε δεκτό.

Ο Διαμεσολαβητής έκρινε μετά λύπης του ότι η συγκεκριμένη υπόθεση συνιστούσε χαρακτηριστικό παράδειγμα περίπτωσης στην οποία η Επιτροπή (i) δεν προέβη στις προσήκουσες επανορθωτικές ενέργειες όσον αφορά σαφή παραβίαση της νομοθεσίας της ΕΕ σε σημαντική υπόθεση και (ii) επέλεξε να αγνοήσει τις συμβουλές του Διαμεσολαβητή. Αποφάσισε, ως εκ τούτου, ότι το θέμα έπρεπε να παραπεμφθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο Διαμεσολαβητής περάτωσε, κατά συνέπεια, την έρευνά του συντάσσοντας ειδική έκθεση προς το Κοινοβούλιο.

This case was closed with a Special Report to the European Parliament (see above links).