You have a complaint against an EU institution or body?

Available languages:
  • ELΕλληνικά

Σχέδιο σύστασης του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με την αναφορά 2293/2007/(ID)PB

(Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καταστατικού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή[1])

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ

1. Η έρευνα αφορά την απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε μία επιστολή στην οποία ένας εργαζόμενος στην ελληνική γεωργική βιομηχανία εξέφρασε την ανησυχία του για τις εικαζόμενες δυσμενείς επιπτώσεις ενός κανονισμού της Επιτροπής που εγκρίθηκε στο πλαίσιο της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής (ΚΓΠ). Ο κανονισμός της Επιτροπής αφορούσε μια πτυχή της μείζονος αναθεώρησης της ΚΓΠ, η οποία πραγματοποιήθηκε το 2003. Η αναθεώρηση αυτή θέσπισε ένα νέο καθεστώς ενισχύσεων, την ενιαία ενίσχυση ανά γεωργική εκμετάλλευση που διαχώρισε την ενίσχυση από την παραγωγή. Το σύστημα αυτό εισήχθη αρχικά με την έγκριση του κανονισμού 1782/2003[2]. Ακολούθησαν πολυάριθμοι εκτελεστικοί κανονισμοί[3].

2. Η επιστολή του ενδιαφερόμενου προς την Επιτροπή αφορούσε ορισμένους κανόνες επιλεξιμότητας για την ενιαία ενίσχυση ανά γεωργική εκμετάλλευση που θέσπισε ο κανονισμός 1701/2005[4] του Συμβουλίου, για την τροποποίηση του κανονισμού 795/2004[5] της Επιτροπής. Σύμφωνα με τον ενδιαφερόμενο, ο τρόπος που εφαρμόζονται οι κανόνες αυτοί εισάγει διάκριση αναλόγως του εάν ένα κράτος μέλος έχει επιλέξει να εφαρμόσει την ενιαία ενίσχυση ανά γεωργική εκμετάλλευση σε περιφερειακό ή σε εθνικό επίπεδο. Ο ενδιαφερόμενος επισύναψε στην επιστολή του μια δήλωση της αρμόδιας ελληνικής αρχής (μια απάντηση σε μια ερώτηση που έθεσε το Ελληνικό Κοινοβούλιο σε σχέση με μια αναφορά), η οποία φαίνεται να ερμηνεύει τους κανόνες κατά τρόπο παρόμοιο με τον ενδιαφερόμενο.

3. Σε μια συνοπτική απάντηση προς τον ενδιαφερόμενο, η Γενική Διεύθυνση Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής (DG AGRI) παρέπεμψε σε μια διάταξη του κανονισμού 795/2004 της Επιτροπής (όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1701/2005 της Επιτροπής) για να αποδείξει ότι, κατά την άποψή της, δεν υφίσταται διακριτική μεταχείριση επειδή η επιλεξιμότητα προβλέπεται εξίσου όταν ένα κράτος μέλος εφαρμόζει την ενιαία ενίσχυση ανά γεωργική εκμετάλλευση τόσο σε περιφερειακό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Η Επιτροπή εξέφρασε την ελπίδα ότι τα στοιχεία που παρέσχε θα είναι επαρκή και ενημέρωσε τον ενδιαφερόμενο για τη δυνατότητα να λάβει πρόσθετες πληροφορίες μέσω μιας διεύθυνσης στο διαδίκτυο στο διαδικτυακό τόπο της Επιτροπής. Η απάντηση της Επιτροπής στην επιστολή του ενδιαφερόμενου (που συνετάχθη στην ελληνική γλώσσα) υποβλήθηκε στην αγγλική γλώσσα.

ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

4. Στις 3 Οκτωβρίου 2007 ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τους ακόλουθους ισχυρισμούς:

(1) Η Επιτροπή παρέλειψε να απαντήσει στον ενδιαφερόμενο στην ελληνική γλώσσα·

(2) Η Επιτροπή παρέλειψε να ασχοληθεί δεόντως με το ζήτημα που έθεσε ο ενδιαφερόμενος σχετικά με το ενδεχόμενο διακριτικής μεταχείρισης των γεωργών που έχουν πολυετείς καλλιέργειες σε ένα κράτος μέλος, όπως η Ελλάδα, όπου το καθεστώς της ενιαίας ενίσχυσης εφαρμόζεται σε εθνικό επίπεδο.

Η ΕΡΕΥΝΑ

5. Η Επιτροπή υπέβαλε τη γνώμη της στις 4 Μαρτίου 2008. Στις 16 Μαΐου 2008 ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε τις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη αυτή.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ

A. Η εικαζόμενη παράλειψη της ΓΔ ΓΕΩΡΓΙΑΣ να απαντήσει στον ενδιαφερόμενο στην ελληνική γλώσσα

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στο Διαμεσολαβητή

6. Ο ενδιαφερόμενος εξέφρασε την απογοήτευσή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή του απέστειλε την απάντησή της στην αγγλική γλώσσα. Επισήμανε το γεγονός ότι η ελληνική γλώσσα αποτελεί μία από τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης.

7. Στη γνώμη της, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι απάντησε στον ενδιαφερόμενο στην αγγλική γλώσσα εφαρμόζοντας μια διαδικασία κατεπείγοντος. Σύμφωνα με τη διαδικασία αυτή, οι απαντήσεις συντάσσονται σε μία από τις επίσημες γλώσσες εργασίας της Επιτροπής προς εξοικονόμηση χρόνου. Δεδομένου ότι η επιστολή του ενδιαφερόμενου απέπνεε ένα "τόνο απελπισίας", προτίμησε να του απαντήσει το ταχύτερο δυνατόν.

8. Επιπλέον, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι ο Ιούνιος είναι μια περίοδος αυξημένου φόρτου εργασίας για τις μεταφραστικές υπηρεσίες λόγω της νομοθετικής δραστηριότητας. Εάν είχε αποστείλει την επιστολή στην ελληνική γλώσσα, θα είχε καθυστερήσει σε μεγάλο βαθμό την απάντησή της.

9. Στις 17 Δεκεμβρίου 2007, η Επιτροπή απέστειλε μια μετάφραση της επιστολής ζητώντας συγχρόνως συγγνώμη.

10. Στις παρατηρήσεις του επί της γνώμης της Επιτροπής, ο ενδιαφερόμενος εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με την ειλικρίνεια της προαναφερθείσας δήλωσης συγγνώμης εκ μέρους της Επιτροπής. Ισχυρίστηκε ότι εάν ο Διαμεσολαβητής δεν είχε παρέμβει τον Οκτώβριο του 2007 ουδέποτε θα είχε λάβει μετάφραση της επιστολής. Ο ενδιαφερόμενος αμφισβήτησε επίσης τη σοβαρότητα των τεχνικών λόγων που επικαλέστηκε η Επιτροπή για την παράλειψή της να απαντήσει στην ελληνική γλώσσα, τονίζοντας ότι η επιστολή της Επιτροπής είχε έκταση 13 μόνο γραμμών. Ο ενδιαφερόμενος εξέφρασε την έντονη δυσφορία του για τη συμπεριφορά της Επιτροπής, η οποία επιχείρησε κατά την άποψή του να "μειώσει τη γλώσσα του".

Η εκτίμηση του Διαμεσολαβητή

11. Το άρθρο 21 της Συνθήκης ΕΚ ορίζει ότι κάθε πολίτης της Ένωσης δύναται να απευθύνεται γραπτώς σε μία από τις επίσημες γλώσσες στα όργανα που αναφέρονται στο άρθρο 7 της Συνθήκης (συμπεριλαμβανομένης της Επιτροπής). Οι πολίτες έχουν επίσης το δικαίωμα να λαμβάνουν απάντηση στην ίδια γλώσσα. Ο κανόνας αυτός προβλέπεται επίσης στον Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς της Επιτροπής[6]. Συνεπώς, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να απαντήσει στον ενδιαφερόμενο στην ελληνική γλώσσα.

12. Η Επιτροπή ουδόλως αμφισβητεί ότι παρέλειψε να συμμορφωθεί με την υποχρέωση αυτή. Επιχείρησε ωστόσο να διατυπώσει μια σειρά επιχειρημάτων για την παράλειψη αυτή. Δεδομένου ότι δεν απέστειλε στον ενδιαφερόμενο την απάντησή της στην ελληνική γλώσσα παρά μόνο αφότου ο Διαμεσολαβητής είχε κινήσει την παρούσα έρευνα, εικάζεται ότι η Επιτροπή θεωρεί - ή θεωρούσε κατά το χρόνο εκείνο - ότι οι λόγοι αυτοί ήταν αρκούντως βάσιμοι για να μη δώσει την απάντησή της στην ελληνική γλώσσα.

13. Οι λόγοι που επικαλέστηκε η Επιτροπή έχουν ως εξής:

(1) Μια επείγουσα απάντηση φάνηκε απαραίτητη επειδή η επιστολή του ενδιαφερόμενου είχε ένα "τόνο απελπισίας

(2) Ο Ιούνιος είναι μια περίοδος με μεγάλο φόρτο εργασίας για τις μεταφραστικές υπηρεσίες· και

(3) Η αποστολή μιας απάντησης στην ελληνική γλώσσα θα είχε (συνεπώς) ως αποτέλεσμα να καθυστερήσει σημαντικά η απάντηση.

14. Όσον αφορά το πρώτο σημείο, το επιχείρημα ότι η επιστολή του ενδιαφερόμενου είχε ένα "τόνο απελπισίας" δεν στοιχειοθετείται. Τόσο η δομή όσο και η διατύπωση της επιστολής αποδεικνύουν ότι αυτή είχε συνταχθεί από ένα ιδιαιτέρως ενημερωμένο συντάκτη, εξοικειωμένο με τις γραφειοκρατικές διαδικασίες. Για παράδειγμα, οι ακόλουθες φράσεις δεν χαρακτηρίζονται από τόνο απελπισίας: "επειδή, κατά τη γνώμη μου ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1701/2005 παρέχει ανισότητα σε κάποια κράτη μέλη και κατά επέκταση σε ευρωπαίους πολίτες" ή "προβαίνω στο παρόν διοικητικό διάβημα προς το αρμόδιο θεσμικό όργανο για την περαιτέρω εξέταση του ζητήματος". Αναφορικά με τα άλλα δύο σημεία που αναφέρει η Επιτροπή, είναι προφανές ότι οι προβλεπόμενες περίοδοι φόρτου εργασίας των μεταφραστικών υπηρεσιών δεν μπορούν, κατ' αρχήν, να άρουν την εξεταζόμενη στο σημείο αυτό υποχρέωση βάσει της Συνθήκης.

15. Όσον αφορά τη δήλωση συγγνώμης στην οποία προέβη τελικά η Επιτροπή προς τον ενδιαφερόμενο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι επισημάνσεις και τα επιχειρήματα που διετύπωσε ο ενδιαφερόμενος στην ανωτέρω παράγραφο 10 ευσταθούν. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί συνεπώς ενδεδειγμένο να απευθύνει το κατωτέρω σχετικό σχέδιο σύστασης.

B. Η εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να ασχοληθεί δεόντως με το ζήτημα που έθετε ο ενδιαφερόμενος στην επιστολή του

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στο Διαμεσολαβητή

16. Στην αναφορά του προς το Διαμεσολαβητή, ο ενδιαφερόμενος υποστήριξε ότι οι απαντήσεις της Επιτροπής στην από 18 Απριλίου 2007 επιστολή του "ουδεμία σχέση έχουν" με το ζήτημα που έθεσε "ίσως επειδή δεν το έχουν αντιληφθεί". Αναφέρθηκε στην ακόλουθη αλληλογραφία και το περιεχόμενό της.

17. Στην από 18 Απριλίου 2007 επιστολή του ο ενδιαφερόμενος αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της αναφοράς (όπως αυτό περιγράφεται ανωτέρω στο "Ιστορικό") και επισήμανε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό αριθ. 1701/2005 για να επεκτείνει τα δικαιώματα επιλεξιμότητας σε "μόνιμες" και "πολυετείς" καλλιέργειες. "Σύμφωνα όμως με την παράγραφο 5 του άρθρου 3β τη συμπλήρωση αυτή την παρέχει στα κράτη μέλη που έχουν κάνει χρήση των άρθρων 59 και 60 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003, δηλαδή στις χώρες που προγενέστερα επέλεξαν τη χρήση του περιφερειακού επιπέδου για την εφαρμογή των καθεστώτων ενιαίας ενίσχυσης. Ενώ δεν την παρέχει στα κράτη μέλη που επέλεξαν τη χρήση εθνικού επιπέδου (π.χ. Ελλάδα) για την εφαρμογή του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης. Αποτέλεσμα οι γεωργοί των χωρών αυτών να μη δικαιούνται δικαιώματα ενιαίας ενίσχυσης για εκτάρια των πολυετών και μόνιμων καλλιεργειών της περιόδου αναφοράς (2000-2002)." Το άρθρο 3β, παράγραφος 5, στο οποίο παραπέμπει ο ενδιαφερόμενος, ορίζει υπό τα στοιχεία (γ) και (δ) τα εξής:

"5. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 60 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003, σε περίπτωση όπου ένα κράτος μέλος κάνει χρήση της εναλλακτικής δυνατότητας που παρέχει το άρθρο 59 του ίδιου κανονισμού:

[...]

(γ) για τους σκοπούς του άρθρου 59, παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/200, οι εκτάσεις που καλύπτονται από μόνιμες καλλιέργειες και για τις οποίες έχει επίσης υποβληθεί αίτηση χορήγησης της ενίσχυσης για ενεργειακές καλλιέργειες που προβλέπεται στο άρθρο 88 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 θεωρούνται ως επιλέξιμα εκτάρια για τον καθορισμό των δικαιωμάτων ενίσχυσης·

(δ) για τους σκοπούς του άρθρου 59, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/200, οι εκτάσεις που καλύπτονται από πολυετείς καλλιέργειες θεωρούνται ως επιλέξιμα εκτάρια για τον καθορισμό των δικαιωμάτων ενίσχυσης."

18. Το άρθρο 59 στο οποίο παραπέμπουν οι διατάξεις αυτές, απαντάται στο τμήμα1 "Περιφερειακή εφαρμογή" του κανονισμού αριθ. 1782/2003 του Συμβουλίου.

19. Στο πλαίσιο αυτό, ο ενδιαφερόμενος συμπέρανε ότι η επιλεξιμότητα που προβλέπεται στον κανονισμό 1701/2005 της Επιτροπής εφαρμοζόταν μόνο στα κράτη μέλη που (σε αντίθεση με την Ελλάδα) έχουν επιλέξει το περιφερειακό πρότυπο. Τον τρόπο με τον οποίον αντιλαμβάνεται τη νομοθεσία αυτή φαίνεται ότι συμμερίζεται και η αρμόδια ελληνική αρχή, η οποία σε απάντησή της προς το Ελληνικό Κοινοβούλιο (η οποία αναφέρθηκε προηγουμένως) διετύπωσε την ακόλουθη άποψη:

"Ο τροποποιητικός κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1701/2005 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 795/2004, στον οποίο αναφέρεστε, και συγκεκριμένα το άρθρο 3β, διευκρινίζει την επιλεξιμότητα αναφορικά με τα αντίστοιχα άρθρα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003.

Δεδομένου ότι η χώρα μας εφαρμόζει το καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης σε εθνικό επίπεδο και όχι σε περιφερειακό, η παράγραφος 5 του παραπάνω άρθρου δεν αφορά την περίπτωσή της, αφού αναφέρεται στα άρθρα 59, 60 και 63 που σχετίζονται με τη δυνατότητα περιφερειακής εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης."

20. Ο ενδιαφερόμενος δήλωσε ότι ανησυχεί για αυτή ακριβώς την ανισότητα που και ζήτησε τη λήψη διορθωτικών μέτρων.

21. Το σχετικό χωρίο της απάντησης της Επιτροπής στην επιστολή του ενδιαφερόμενου έχει ως εξής:

"Θα θέλαμε να σας πληροφορήσουμε ότι στον κανονισμό (ΕΚ) 795/2004 προβλέπεται ήδη η επιλεξιμότητα των πολυετών και των μόνιμων καλλιεργειών στο ιστορικό μοντέλο [δηλαδή στο εθνικό μοντέλο] όπως και στο περιφερειακό μοντέλο.

Τα ανωτέρω αναφέρονται στο άρθρο 3β, παράγραφος 2 του κανονισμού 795/2004, όπου ορίζεται [ενοποιημένο κείμενο]: "Για τους σκοπούς του άρθρου 51 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003, οι εκτάσεις υπό καθεστώς παύσης καλλιέργειας οι οποίες καλύπτονται από μόνιμες καλλιέργειες, χρησιμοποιούμενες για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 55 στοιχείο β) του εν λόγω κανονισμού, καθώς και οι εκτάσεις που καλύπτονται από μόνιμες καλλιέργειες και για τις οποίες έχει επίσης υποβληθεί αίτηση χορήγησης της ενίσχυσης για ενεργειακές καλλιέργειες που προβλέπονται στο άρθρο 88 το ίδιου κανονισμού, θεωρούνται ως επιλέξιμα εκτάρια για τη χρήση των δικαιωμάτων από παύση καλλιέργειας και των δικαιωμάτων ενίσχυσης αντίστοιχα."

22. Η γνώμη της Επιτροπής σχετικά με τους ισχυρισμούς του ενδιαφερόμενου στην παρούσα υπόθεση περιέλαβε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

(α) Η Επιτροπή παρατήρησε ότι η αίτηση παροχής πληροφοριών του ενδιαφερόμενου είχε κατά κάποιο τρόπο γενικό χαρακτήρα. Λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που επισήμανε ο ενδιαφερόμενος στην επιστολή του, η Επιτροπή περιόρισε την απάντησή της στο ζήτημα της ίσης μεταχείρισης των μόνιμων καλλιεργειών σε εκτάσεις υπό καθεστώς παύσης καλλιέργειας τόσο στο εθνικό όσο και στο περιφερειακό πρότυπο στο πλαίσιο της προαναφερθείσας διάταξης.

(β) Επίσης δεν ήταν σαφές για ποιες συγκεκριμένες ποικιλίες πολυετών και μόνιμων καλλιεργειών εξέφραζε τις ανησυχίες του ο ενδιαφερόμενος. Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι η γενική αναφορά σε πολυετείς ή μόνιμες καλλιέργειες δεν επαρκεί στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 για να καθοριστεί αν οι εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για τις καλλιέργειες αυτές είναι ή όχι επιλέξιμες για ενίσχυση. Αυτός είναι ο λόγος που δόθηκαν στον ενδιαφερόμενο γενικές πληροφορίες σχετικά με τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας των μόνιμων καλλιεργειών βάσει καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης. Ασφαλώς η Επιτροπή ήταν έτοιμη να προβεί σε περαιτέρω διευκρινίσεις εάν ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε ανάλογο αίτημα.

(γ) Δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος ουδέποτε ήρθε σε επαφή με την Επιτροπή σχετικά με το θέμα αυτό, η Επιτροπή άδραξε την ευκαιρία να παράσχει διευκρινίσεις στη γνώμη της για την παρούσα αναφορά.

(δ) Οι εκτάσεις που καλύπτονται από μόνιμες καλλιέργειες κατ' αρχήν αποκλείονται του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης τόσο βάσει του εθνικού πρότυπου όσο και βάσει του περιφερειακού πρότυπου σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003. Οι πολυετείς καλλιέργειες που καλύπτονται σύμφωνα με το σημείο δ) του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 795/2004 δεν θεωρούνται ως μόνιμες καλλιέργειες (σημείο γ) του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 795/2004) και κατά συνέπεια οι εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για πολυετείς καλλιέργειες είναι επιλέξιμες.

(ε) Πάντως, δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται επιλέξιμες εκτάσεις για την παραγωγή οπωροκηπευτικών, διότι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 αποκλείει τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2200/96 και στο άρθρο 1, παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/96. Πάντως, ανεξάρτητα από το άρθρο αυτό, η παραγωγή οπωροκηπευτικών επιτρέπεται ειδικά στο πλαίσιο της περιφερειακής εφαρμογής. Η διάκριση μεταξύ των δύο αυτών προτύπων προβλέφθηκε ώστε "σε περίπτωση περιφερειοποίησης, αυτό να μην οδηγήσει σε διατάραξη της παραγωγής, ενώ ταυτόχρονα θα ελαχιστοποιείται οποιαδήποτε επίπτωση στη στρέβλωση του ανταγωνισμού" (αιτιολογική σκέψη 33 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003).

(στ) Ως γενική παρατήρηση, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι τα κράτη μέλη είχαν ενημερωθεί πλήρως για τις διαφορές μεταξύ περιφερειακού και εθνικού πρότυπου προτού επιλέξουν ένα από αυτά. Το άρθρο 51 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 προβλέπει ότι οι μόνιμες καλλιέργειες αποκλείονται του καθεστώτος ενίσχυσης και στα δύο πρότυπα. Η ίδια διάταξη εφαρμόζεται με εξαίρεση τα οπωροκηπευτικά, εκτός αν το άρθρο 60 του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003 εγκρίνει πληρωμές για αυτά βάσει του περιφερειακού πρότυπου. Για τους προαναφερθέντες λόγους, οι περισσότερες από τις πολυετείς καλλιέργειες αντιμετωπίστηκαν αναλόγως, δεδομένου ότι ενέπιπταν σε μία από τις δύο κατηγορίες. Όταν τα κράτη μέλη έκαναν την επιλογή πρότυπου, είχαν στη διάθεσή τους τις παραπάνω πληροφορίες. Συνεπώς αποκλείεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός για ύπαρξη διακρίσεων στους επακόλουθους κανονισμούς εφαρμογής.

(ζ) Η διαφορά που αναφέρθηκε σε σχέση με την επιλεξιμότητα των οπωροκηπευτικών δεν ισχύει πλέον σήμερα. Στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της αγοράς οπωροκηπευτικών, οι εκτάσεις που καλύπτονται από καλλιέργειες οπωροκηπευτικών μπορούν ήδη να είναι επιλέξιμες για την εφαρμογή του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης από της 1ης Ιανουαρίου 2008 ή αργότερα, και αυτό βάσει της απόφασης του κράτους μέλους.

(η) Όσον αφορά το άρθρο 3β του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 795/2004 (που προστέθηκε από το άρθρο 1 του κανονισμού αριθ. 1701/2005 της Επιτροπής) η Επιτροπή σημείωσε ότι ο σκοπός του εν λόγω άρθρου ήταν (α) να καθορίσει την εφαρμογή των ορισμών των μόνιμων καλλιεργειών και των πολυετών καλλιεργειών σε σχέση με τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας, στην περίπτωση χρήσης γης υπό καθεστώς παύσης καλλιέργειας για την παραγωγή πρώτων υλών και (β) να διευκρινίσει ποιες καλλιέργειες επιτρέπονται για ενεργειακούς σκοπούς σε εκτάσεις που υπόκεινται σε εφαρμογή του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης. Διάφορα εδάφια του άρθρου 3β εφαρμόζονται στο περιφερειακό και εθνικό καθεστώς και δημιουργούν ένα σύστημα σε ισότιμη βάση για την επιλεξιμότητα ενεργειακών καλλιεργειών και στα δύο πρότυπα. Για το σκοπό αυτό, η Επιτροπή πληροφόρησε τον ενδιαφερόμενο ότι οι πολυετείς καλλιέργειες είναι επίσης επιλέξιμες για πληρωμές στο πλαίσιο του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης και για τα δύο πρότυπα, σε καταστάσεις που καλύπτονται από το άρθρο 3β του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 795/2004 (ήτοι ενεργειακές καλλιέργειες σε εκτάσεις υπό καθεστώς παύσης καλλιέργειας).

23. Στις παρατηρήσεις του, ο ενδιαφερόμενος επέμεινε στους ισχυρισμούς του και διετύπωσε μία σειρά λεπτομερών σχολίων όσον αφορά τους διάφορους κανονισμούς που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Ειδικότερα, θεώρησε ότι η Επιτροπή εξακολουθούσε να μην αντιμετωπίζει το ζήτημα της αρχικής του αίτησης, δηλαδή τις (εικαζόμενες) διαφορές στα δικαιώματα συνεπεία της μνείας στο περιφερειακό πρότυπο μόνο στο άρθρο 3β, παράγραφος 5 του κανονισμού 1701/2005 (για την τροποποίηση του κανονισμού 795/2004). Επιπλέον, ο ενδιαφερόμενος διετύπωσε την απορία του για το γεγονός ότι η Επιτροπή ουδόλως έλαβε υπόψη τη δήλωση της ελληνικής εθνικής αρχής, η οποία παρατέθηκε προηγουμένως στην παράγραφο 19. Σε μια απάντηση προς το Ελληνικό Κοινοβούλιο, η εν λόγω αρχή υιοθέτησε την ίδια νομική ερμηνεία με εκείνη στην οποία προέβη ο ενδιαφερόμενος.

Η εκτίμηση του Διαμεσολαβητή

24. Οι εφαρμοστέες αρχές της καλής διοίκησης είναι σαφείς και εκτίθενται στους σχετικούς κώδικες σχετικά με την καλή διοίκηση. Ο κώδικας που εγκρίθηκε ειδικά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και εφαρμόζεται σε αυτή ορίζει ότι "η Επιτροπή αναλαμβάνει τη δέσμευση να απαντά σε κάθε αίτημα κατά τρόπο ενδεδειγμένο και το ταχύτερο δυνατόν"[7]. Ο Ευρωπαϊκός Κώδικας Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς που τυγχάνει γενικής εφαρμογής ορίζει ότι: "Ο υπάλληλος είναι ευσυνείδητος, ευπρεπής, ευγενής και προσιτός στις σχέσεις του με το κοινό. Κατά την απάντηση σε αλληλογραφία, τηλεφωνικές κλήσεις και μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ο υπάλληλος προσπαθεί όσο το δυνατόν να προσφέρει βοήθεια και να απαντά σε ερωτήματα που τίθενται με το σαφέστερο και πληρέστερο δυνατό τρόπο" (άρθρο 12)[8]. Στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητείται η εφαρμογή των εν λόγω αρχών.

25. Η εφαρμογή των ανωτέρω αρχών στην πράξη πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις σχετικές συνθήκες. Ο σχετικός έλεγχος περιλαμβάνει (και αυτό αποτυπώνεται αρκούντως στην παρούσα υπόθεση) το σύνθετο χαρακτήρα του σχετικού τομέα, το σύνθετο χαρακτήρα και τη σοβαρότητα του αντικειμένου της αίτησης του ενδιαφερόμενου και το βαθμό σαφήνειας του αντικειμένου της, τη φύση/την προσωπική κατάσταση του ενδιαφερόμενου (για παράδειγμα επαγγελματίας ή ιδιώτης, εμπειρογνώμων ή μη, άμεσα ενδιαφερόμενος ή μη) και τέλος το χαρακτήρα των αποδείξεων ή άλλων υποστηρικτικών εγγράφων που υποβλήθηκαν με την αίτηση.

26. Στην παρούσα υπόθεση, ο ενδιαφερόμενος που εργάζεται στη γεωργική βιομηχανία απέστειλε μία επιστολή στην Επιτροπή η οποία:

(α) αφορούσε το περίπλοκο ζήτημα των δικαιωμάτων στις γεωργικές ενισχύσεις·

(β) έθεσε το σοβαρό και σύνθετο ζήτημα του ενδεχόμενου διακριτικής μεταχείρισης συνεπεία ενός κανονισμού της Επιτροπής·

(γ) είχε συνταχθεί κατά τρόπο σχετικά σαφή και περιελάμβανε παραπομπές στη σχετική νομοθεσία, και

(δ) επιπλέον συμβάδιζε, κατά τα φαινόμενα, με άμεσες, συναφείς και επίσημες δηλώσεις της αρμόδιας εθνικής αρχής προς το εθνικό κοινοβούλιο.

Υπό τις συνθήκες αυτές φαίνεται ότι ήταν εφικτό και αρμόζον για την Επιτροπή να δώσει μια απάντηση που να αντιμετωπίζει με ακρίβεια και αποτελεσματικότητα τα αναφυόμενα νομικά ζητήματα.

27. Η από 7 Ιουνίου 2007 απάντηση της Επιτροπής στον ενδιαφερόμενο δεν αντιμετώπισε ορθώς το αντικείμενο της αίτησής του. Δεν παρέσχε συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με το νομικό ζήτημα που έθεσε αυτός ούτε διευκρίνισε, ως έδει, κατά πόσο η προαναφερθείσα ελληνική εθνική αρχή είχε παρερμηνεύσει τη σχετική νομοθεσία.

28. Η γνώμη της Επιτροπής στην παρούσα υπόθεση δεν αποκαθιστά την προαναφερθείσα παράλειψη στην από 7 Ιουνίου 2007 επιστολή της. Μολονότι η γνώμη περιέχει ορισμένες λεπτομερείς πληροφορίες, δεν αντιμετωπίζει με σαφήνεια το βασικό ζήτημα που έθεσε ο ενδιαφερόμενος. Συγκεκριμένα δεν αναφέρεται και δεν εξετάζει τις σταυροειδείς παραπομπές στα περιφερειακά πρότυπα στον κανονισμό 1701/2005 της Επιτροπής (για την τροποποίηση του άρθρου 3 του κανονισμού 795/2004 της Επιτροπής). Αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι οι συνέπειες που απορρέουν από τις σταυροειδείς αυτές παραπομπές αποτελούσαν την κύρια ανησυχία και το ιστορικό της αίτησης του ενδιαφερόμενου. Όσον αφορά τη δήλωση της προαναφερθείσας εθνικής αρχής, η γνώμη μνημόνευσε απλώς το γεγονός ότι αντίγραφο της δήλωσης αυτής υπεβλήθη από τον ενδιαφερόμενο. Εν τούτοις δεν διευκρίνισε κατά πόσο η αρχή είχε ερμηνεύσει εσφαλμένα τη νομοθεσία. Επιπροσθέτως, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η γνώμη περιέχει μια δήλωση που θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι αναγνωρίζει, έστω και σιωπηρά, την ύπαρξη διαφοράς δικαιωμάτων. Πάντως, δεν το εξηγεί συγκεκριμένα αναφορικά με το ζήτημα που έθεσε ο ενδιαφερόμενος: "Τα κράτη μέλη επέλεξαν πρότυπο, έχοντας λάβει γνώση των παραπάνω, με αποτέλεσμα να αποκλείεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός για την ύπαρξη διακρίσεων στους επακόλουθους κανονισμούς εφαρμογής" (υπογράμμιση του συντάκτη).

29. Υπό το φως των προηγηθέντων, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι η απάντηση της Επιτροπής στην ερώτηση του ενδιαφερόμενου στην παρούσα υπόθεση ανταποκρίνεται πλήρως στις αρχές της καλής διοίκησης που εκτέθηκαν προηγουμένως. Δεδομένου ότι υπάρχουν περιθώρια επανόρθωσης με μια περισσότερο ακριβή και κατατοπιστική απάντηση, ο Διαμεσολαβητής διατυπώνει στη συνέχεια σχετικό σχέδιο σύστασης.

Γ. Το σχέδιο σύστασης

Βάσει των ερευνών του στην παρούσα αναφορά ο Διαμεσολαβητής διατυπώνει το ακόλουθο σχέδιο σύστασης προς την Επιτροπή:

(1) Η Επιτροπή πρέπει να αναγνωρίσει ότι η παράλειψή της να απαντήσει στον ενδιαφερόμενο στη γλώσσα του δεν είναι αποδεκτή και ότι οι συνήθεις και, συνεπώς, προβλέψιμες περίοδοι φόρτου εργασίας των μεταφραστικών υπηρεσιών δεν αποτελούν, καταρχήν, βάσιμο επιχείρημα για τη μη τήρηση της σχετικής υποχρέωσης.

(2) Η Επιτροπή πρέπει να παράσχει στον ενδιαφερόμενο μία πιο ακριβή και διαφωτιστική απάντηση σε σχέση με την από 18 Απριλίου 2007 αίτησή του. Σε αυτό το πλαίσιο:

(α) η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει, συγκεκριμένα, τη νομική ερμηνεία, που υιοθέτησε ο ενδιαφερόμενος και η οποία αντανακλάται επίσης στη δήλωση της ελληνικής εθνικής αρχής, την οποία επισύναψε ο ενδιαφερόμενος στην από 18 Απριλίου 2007 επιστολή του, και

(β) εάν η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα, σύμφωνα με την ερμηνεία που προβάλλει ο ενδιαφερόμενος, ότι τα σχετικά δικαιώματα διαφέρουν αναλόγως του εάν ένα δεδομένο κράτος μέλος έχει επιλέξει το εθνικό ή το περιφερειακό πρότυπο, θα πρέπει να διευκρινίσει εάν αυτό, κατά την άποψή της, εισάγει διάκριση υπό νομική έννοια και, σε καταφατική περίπτωση, να αναφέρει τη σχετική αιτιολογία. Η Επιτροπή πρέπει να λάβει δεόντως υπόψη της τις παρατηρήσεις του ενδιαφερόμενου οι οποίες υπεβλήθησαν στη διάρκεια της παρούσας έρευνας. Είναι ασφαλώς ελεύθερη να έρθει σε επαφή με τον ενδιαφερόμενο προκειμένου να διατυπώσει την απάντησή της στο μέρος (2) του σχεδίου σύστασης.

Το θεσμικό όργανο και ο ενδιαφερόμενος θα ενημερωθούν για το παρόν σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, το όργανο θα διαβιβάσει λεπτομερή γνώμη επί του σχεδίου σύστασης έως τις 31 Ιουλίου 2009. Η λεπτομερής γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή του σχεδίου σύστασης και στην περιγραφή του τρόπου με τον οποίο αυτό έχει εφαρμοστεί.

Με εκτίμηση

 

Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΤΟΥΡΟΣ

Στρασβούργο, 9 Ιουλίου 2009


[1] Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 9ης Μαρτίου 1994 σχετικά με τους κανονισμούς και τους γενικούς όρους που διέπουν την άσκηση των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ), ΕΕ 1994 L 113, σελ. 15.

[2] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 του Συμβουλίου της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής [ ... ], ΕΕ 2003 L 270, σελ. 1.

[3] Βλέπε περισσότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα: http://europa.eu/scadplus/leg/en/lvb/l11089.htm

[4] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1701/2005 της Επιτροπής της 18ης Οκτωβρίου 2005 για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 795/2004 σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς, ΕΕ 2005 L 273 σελ. 6.

[5] Βλέπε το ενιαίο κείμενο στην ιστοσελίδα: http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/site/en/consleg/2004/R/02004R0795-20060831-en.pdf.

[6] Μέρος 4 του Παραρτήματος στην απόφαση της Επιτροπής 2000/633, ΕΕ 2000 L 267, σ. 63.

[7] Μέρος 4 του παραρτήματος στην απόφαση 2000/663 της Επιτροπής, ΕΕ 2000 L 267, σελ. 63.

[8] Ο κώδικας αυτός διατίθεται στην ιστοθέση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή: http://www.ombudsman.europa.eu.