You have a complaint against an EU institution or body?

Available languages:
  • ELΕλληνικά

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή για την περάτωση της έρευνας σχετικά με την αναφορά 14/2010/ANA κατά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού

Το ιστορικό της αναφοράς

1. Η υπόθεση αφορά την αιτιολόγηση που η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (EPSO) παρέχει σε υποψηφίους γενικών διαγωνισμών. Η ενδιαφερόμενη, ελληνικής ιθαγένειας, συμμετείχε στο γενικό διαγωνισμό EPSO/AD/129/08 – Γλωσσομαθών νομικών με κύρια γλώσσα την ελληνική[1]. Ο διαγωνισμός υποδιαιρείτο σε δύο κατευθύνσεις: την κατεύθυνση «Δικαστήριο» και την κατεύθυνση «Κοινοβούλιο/Συμβούλιο». Η ενδιαφερόμενη επέλεξε την κατεύθυνση «Κοινοβούλιο/Συμβούλιο», για την οποία ο διαγωνισμός προέβλεπε 12 θέσεις επιτυχόντων.

2. Στις 13 Μαΐου 2009, η EPSO ενημέρωσε την ενδιαφερόμενη ότι η βαθμολογία που είχε συγκεντρώσει ήταν η εξής: γραπτή δοκιμασία α): 21/40 (βαθμός βάσης 20) και γραπτή δοκιμασία β): 15/40 (βαθμός βάσης 20). Η γραπτή της δοκιμασία γ) δεν βαθμολογήθηκε επειδή η ενδιαφερόμενη δεν είχε λάβει τη βάση στη γραπτή δοκιμασία β). Η γραπτή δοκιμασία β) περιελάμβανε μία μετάφραση προς τα ελληνικά νομικού κειμένου στην αγγλική, χωρίς τη χρήση λεξικού.

3. Με επιστολή της 30ής Μαΐου 2009, η ενδιαφερόμενη υπέβαλε αίτηση επανεξέτασης και των δύο γραπτών της δοκιμασιών, α) και β). Η ενδιαφερόμενη ισχυρίστηκε ότι η βαθμολογία που συγκέντρωσε δεν ανταποκρινόταν στην επίδοσή της και ότι θα έπρεπε να είχε λάβει πολύ υψηλότερη βαθμολογία. Επιπλέον, εξέφρασε αμφιβολία αν οι βαθμοί που έλαβε ήταν δικοί της και ισχυρίστηκε ότι, ακόμα και εάν οι βαθμοί ήταν σωστοί, θα της ήταν αδύνατο να κατανοήσει τα λάθη που έκανε, τη μέθοδο σύμφωνα με την οποία υπολογίστηκαν οι βαθμοί της και τις κατευθυντήριες γραμμές που ακολούθησε η εξεταστική επιτροπή κατά την αξιολόγηση της μετάφρασής της. Η ενδιαφερόμενη υπέβαλε προς την εξεταστική επιτροπή αίτηση επανεξέτασης και των δύο γραπτών δοκιμασιών της από διαφορετική εξεταστική επιτροπή και ζήτησε να της αποσταλεί (α) αντίγραφο των απαντήσεών της, (β) αντίγραφο των ατομικών φύλλων αξιολόγησης και (γ) αιτιολόγηση της ατομικής της επίδοσης με βάση τα κριτήρια αξιολόγησης.

4. Με επιστολή της 22 Ιουνίου 2009, η EPSO απάντησε ότι η εξεταστική επιτροπή επανεξέτασε τη γραπτή δοκιμασία β) της ενδιαφερόμενης και ότι έκρινε πως δεν υπήρχε λόγος αλλαγής της αρχικής αξιολόγησης. Η εξεταστική επιτροπή εξήγησε ότι ακολούθησε ενιαίο σύστημα αξιολόγησης για όλους τους υποψηφίους, σύμφωνα με το οποίο αφαιρούνται βαθμοί ανάλογα με τον αριθμό και τη βαρύτητα των λαθών. Η εξεταστική επιτροπή έκρινε, επιπλέον, ότι η ενδιαφερόμενη δεν πέτυχε στη δοκιμασία εξαιτίας μεταφραστικών λαθών, αδυναμιών και ανακριβειών στη χρήση της νομικής ορολογίας και ελλιπούς κατανόησης του πρωτότυπου κειμένου. Η επιτροπή αξιολόγησης σημείωσε επιπλέον ότι η ενδιαφερόμενη έκανε ορθογραφικά λάθη, ενώ αρκετές λέξεις και προτάσεις του κειμένου στη γλώσσα πηγή είχαν παραλειφθεί στη μετάφραση. Κατόπιν τούτου, η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι δεν ήταν απαραίτητη η επανεξέταση της γραπτής δοκιμασίας α). Η EPSO επιβεβαίωσε την απόφασή της να μην κάνει δεκτή την ενδιαφερόμενη στο επόμενο στάδιο του διαγωνισμού.

5. Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 29 Ιουνίου 2009, η ενδιαφερόμενη δήλωσε ότι: κατά πρώτον, η αναφορά της EPSO σε «μεταφραστικά λάθη, αδυναμίες, ανακρίβειες και ορθογραφικά λάθη» ήταν αόριστη και θα μπορούσε να έχει αποσταλεί μηχανικά σε όλους τους αποτυχόντες υποψηφίους. Η ενδιαφερόμενη ζήτησε να της κοινοποιηθεί σε πόσα και ποια λάθη, αδυναμίες, ανακρίβειες και ορθογραφικά λάθη είχε υποπέσει, καθώς και να εξηγηθεί η βαρύτητα του καθενός εξ αυτών. Επιπλέον, η ενδιαφερόμενη ισχυρίστηκε ότι αυτή η λεπτομερής επεξήγηση ήταν απαραίτητη, δεδομένου ότι το νόημα των εννοιών «λάθος» και «ανακρίβεια», καθώς και η βαρύτητα της καθεμιάς, δεν είχαν ανακοινωθεί εκ των προτέρων.

6. Επιπλέον, η ενδιαφερόμενη διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός ότι, παρά την αίτησή της, δεν έλαβε αντίγραφο των απαντήσεών της και αντίγραφο των σωστών απαντήσεων. Ομοίως, η ενδιαφερόμενη ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν σε θέση, στο στάδιο αυτό, να αμφισβητήσει τη βεβαίωση της εξεταστικής επιτροπής ότι ακολούθησε ενιαίο σύστημα αξιολόγησης για όλους τους υποψηφίους, γιατί δεν είχε λάβει τις πληροφορίες που ζήτησε. Το σύστημα αξιολόγησης δεν κοινοποιήθηκε στους υποψηφίους, τουλάχιστον σε γενικές γραμμές, έτσι ώστε αυτοί να γνωρίζουν τη βαρύτητα ενός λάθους σε σχέση με μια παράλειψη ή σε ποιο βαθμό περισσότερες από μία απαντήσεις σε οποιαδήποτε ερώτηση θα μπορούσαν να είναι αποδεκτές. Τέλος, η ενδιαφερόμενη ζήτησε τη λεπτομερή αιτιολόγηση της απόφασης της εξεταστικής επιτροπής να την αποκλείσει από τα περαιτέρω στάδια του διαγωνισμού, καθώς και αντίγραφο όλων των εγγράφων που είχε ζητήσει.

7. Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 30 Ιουνίου 2009, η EPSO απάντησε στην ενδιαφερόμενη και επισύναψε αντίγραφο της γραπτής της δοκιμασίας β) και του φύλλου αξιολόγησης για τη δοκιμασία αυτή. Λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής[2], η EPSO δήλωσε ότι δεν ήταν δυνατό οι υποψήφιοι να έχουν πρόσβαση στις σωστές απαντήσεις.

8. Σύμφωνα με το φύλλο αξιολόγησης, η εξεταστική επιτροπή, προκειμένου να αξιολογήσει την επίδοση των υποψηφίων, βασίστηκε στα ακόλουθα κριτήρια, τα οποία παρατίθενται στην πρώτη στήλη του φύλλου αξιολόγησης:

«1. Νομικές πτυχές

α) Ορολογία

β) Γενική κατανόηση

2. Γλωσσικές πτυχές

α) Γλώσσα πηγή: Λογική κατανόηση, σύνταξη, λεξιλόγιο

β) Γλώσσα στόχος: Συνολική ποιότητα έκφρασης και λεξιλογίου. Γραμματική, συντακτικό, ορθογραφία, στίξη.»

Η δεύτερη στήλη του φύλλου αξιολόγησης έφερε τον τίτλο «Σχόλια». Στο προβλεπόμενο πλαίσιο κειμένου, το φύλλο αξιολόγησης περιείχε τα ακόλουθα χειρόγραφα σχόλια: «Σοβαρά λάθη ορολογίας και ορθογραφικά λάθη», «Παράλειψη αρκετών λέξεων/φράσεων», «Ανεπαρκής γενική κατανόηση».

9. Την 1η Ιουλίου 2009, η ενδιαφερόμενη έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην EPSO παραπονούμενη ότι, παρόλο που έλαβε αντίγραφο της γραπτής δοκιμασίας β), δεν ήταν σε θέση ούτε να εντοπίσει τα λάθη στα οποία είχε υποπέσει, ούτε τον τρόπο αξιολόγησης των λαθών αυτών. Υπέδειξε επίσης ότι δεν είχε λάβει αντίγραφο της γραπτής δοκιμασίας α). Αναφορικά με την άρνηση της EPSO να της παραδώσει αντίγραφο των σωστών απαντήσεων, η ενδιαφερόμενη απέρριψε το επιχείρημα της εμπιστευτικότητας και δήλωσε ότι «οι σωστές απαντήσεις σε έναν μεταφραστικό διαγωνισμό δεν μπορούν να θεωρηθούν εμπιστευτικές εφόσον το προς μετάφραση κείμενο είναι μοναδικό και δεν πρόκειται ποτέ ξανά να επιλεγεί στο μέλλον». Η ενδιαφερόμενη εξέφρασε την επιθυμία της να λάβει πλήρη απάντηση το συντομότερο δυνατόν.

10. Με επιστολή της 23 Ιουλίου 2009,η EPSO απάντησε παραθέτοντας την απάντηση της εξεταστικής επιτροπής η οποία, με τη σειρά της, αποφάσισε να μην τροποποιήσει την αρχική της αξιολόγηση. Η EPSO δήλωσε επίσης ότι, κατά πάγια νομολογία, δεν υποχρεούται να κοινοποιεί στους υποψηφίους τη μέθοδο αξιολόγησης.

11. Την 3η Δεκεμβρίου 2009, η ενδιαφερόμενη προσέφυγε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.

Το αντικείμενο της έρευνας

12. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τον ισχυρισμό της ενδιαφερόμενης ότι η EPSO παρέλειψε να παράσχει τις αιτηθείσες διευκρινίσεις αναφορικά με τους βαθμούς που έλαβε και την αξίωση της ενδιαφερόμενης να της κοινοποιηθούν πλήρως τα λάθη της, οι σωστές απαντήσεις της δοκιμασίας και η μέθοδος αξιολόγησης που ακολούθησε η εξεταστική επιτροπή.

13. Προκειμένου να διευκολύνει την έρευνά του σχετικά με την παρούσα αναφορά, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την EPSO να διασαφηνίσει συγκεκριμένα τα ακόλουθα ζητήματα:

(1) Δεδομένου του ειδικού χαρακτήρα του διαγωνισμού (γλωσσομαθείς νομικοί), και πιο συγκεκριμένα της συγκεκριμένης γραπτής δοκιμασίας (μετάφραση),[3] παρεσχέθη από την εξεταστική επιτροπή κάποιο πρότυπο «σωστής μετάφρασης», το οποίο θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα μέλη της που αξιολόγησαν τη γραπτή δοκιμασία β);

(2) Εάν δεν παρεσχέθη πρότυπο μετάφρασης, δόθηκαν στους αξιολογητές κριτήρια βαθμολόγησης και αξιολόγησης; Συγκεκριμένα, δόθηκαν οδηγίες στην εξεταστική επιτροπή σχετικά με την ορθότητα, επάρκεια, δομή κτλ. των απαντήσεων των υποψηφίων στη γραπτή δοκιμασία β); Επίσης, δόθηκαν κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με τη βαρύτητα των λαθών έναντι των παραλείψεων, ή σχετικά με το ενδεχόμενο να υπάρχουν περισσότερες από μία σωστές απαντήσεις σε οποιαδήποτε από τις ερωτήσεις/μέρη της δοκιμασίας;

(3) Δεδομένου ότι η EPSO παρέδωσε φύλλο αξιολόγησης στην ενδιαφερόμενη, το πεδίο της έρευνας του Διαμεσολαβητή δεν θα πρέπει να επεκταθεί στον ισχυρισμό ότι η EPSO παρέλειψε να το κάνει. Ωστόσο, δεν είναι σαφές εάν ο υπογράφων το φύλλο αξιολόγησης υπογράφει υπό την ιδιότητα του μέλους της εξεταστικής επιτροπής ή υπό την ιδιότητα του αξιολογητή της γραπτής δοκιμασίας. Επιπλέον, ζητείται από την EPSO αφενός να διασαφηνίσει πώς η αξιολόγηση της ενδιαφερόμενης που περιέχεται στο φύλλο αξιολόγησης αντιστοιχεί στα κριτήρια αξιολόγησης και βαθμολόγησης και αφετέρου να παράσχει την αναλυτική βαθμολογία ανά κριτήριο.

(4) Η EPSO αρνήθηκε να δώσει τις «σωστές απαντήσεις» της γραπτής δοκιμασίας β) επικαλούμενη το επιχείρημα ότι το ζήτημα αυτό εμπίπτει στην εμπιστευτικότητα των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής. Πώς επηρεάζει την εμπιστευτικότητα των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής η κοινοποίηση ενός προτύπου μετάφρασης ή των κατευθυντηρίων γραμμών που αφορούν τη διόρθωση;

(5) Σε κάθε περίπτωση, πώς σταθμίζεται η προστασία της εμπιστευτικότητας έναντι του δικαιώματος στη χρηστή διοίκηση που προστατεύεται από το άρθρο 41 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και, πιο συγκεκριμένα, του δικαιώματος κάθε προσώπου να έχει πρόσβαση στο φάκελό του και της υποχρέωσης της διοίκησης να αιτιολογεί τις αποφάσεις της;[4]

14. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ενδιαφερόμενης ότι η EPSO δεν αξιολόγησε με ακρίβεια τα γραπτά της και τη σχετική αξίωση επανεξέτασης των γραπτών της από την EPSO, ο Διαμεσολαβητής δεν θεώρησε απαραίτητο να διεξαγάγει έρευνα για αυτό το μέρος της αναφοράς. Ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, προβαίνοντας στην προκαταρκτική διαπίστωση ότι, όπως τα δικαστήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να υποκαταστήσει την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής με τη δική του και να διερευνήσει την ουσία της αξιολόγησης, παρεκτός εάν υφίσταται πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.[5] Στο ζήτημα αυτό, η ενδιαφερόμενη ισχυρίστηκε ότι η επίδοσή της θα έπρεπε να είχε συγκεντρώσει βαθμολογία που να αντιστοιχεί τουλάχιστον σε «λίαν καλώς». Ο Διαμεσολαβητής έκρινε στο παρελθόν ότι, προκειμένου να καθοριστεί εάν υπάρχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, η αυτοαξιολόγηση της ενδιαφερόμενης δεν μπορεί να είναι καθοριστική[6]. Η άποψη αυτή είναι σύμφωνη και με τη νομολογία του Δικαστηρίου[7]. Καμία περαιτέρω πληροφορία δεν έχει υποβληθεί στο Διαμεσολαβητή η οποία να υποδηλώνει ότι υπάρχει «πρόδηλη πλάνη» στην αξιολόγηση της γραπτής δοκιμασίας β) της ενδιαφερόμενης.

Η έρευνα

15. Στις 16 Φεβρουαρίου 2010, ο Διαμεσολαβητής κάλεσε την EPSO να γνωμοδοτήσει σχετικά με τον ισχυρισμό και την αξίωση της ενδιαφερόμενης. Στις 11 Ιουνίου 2010, η EPSO απέστειλε τη γνώμη της η οποία προωθήθηκε στην ενδιαφερόμενη. Στις 20 Ιουλίου 2010, η ενδιαφερόμενη έστειλε τις παρατηρήσεις της επί της γνώμης της EPSO.

Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή

Α. Εικαζόμενη παράλειψη της EPSO να παράσχει στην ενδιαφερόμενη τις ζητούμενες διευκρινίσεις ως προς τη βαθμολογία της

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στο Διαμεσολαβητή

16. Προς στήριξη του ισχυρισμού της, η ενδιαφερόμενη προβάλλει το επιχείρημα ότι η EPSO παρέλειψε να της κοινοποιήσει τα λάθη και τις ανακρίβειες που διέπραξε, καθώς και να της προσδιορίσει τη βαρύτητα των λαθών αυτών στην αξιολόγηση της γραπτής της δοκιμασίας β). Εν προκειμένω, η ενδιαφερόμενη έλαβε μόνο ένα αντίγραφο της γραπτής της δοκιμασίας β) χωρίς καμία διόρθωση, σημείωση ή σχόλιο. Επιπλέον, η ενδιαφερόμενη ισχυρίστηκε ότι, παρά το αίτημά της, η EPSO δεν της παρέσχε αντίγραφο των σωστών απαντήσεων της δοκιμασίας. Σχετικά με αυτό, η ενδιαφερόμενη υποστήριξε ότι η EPSO δεν δικαιούται να βασίζει στην αρχή της εμπιστευτικότητας την άρνησή της να παράσχει τις σωστές απαντήσεις.

17. Στη γνώμη της, η EPSO καταρχάς διασαφήνισε ότι η εξεταστική επιτροπή δεν συνέταξε «πρότυπο μετάφρασης», καθώς δεν υπάρχει μόνο μία «καλή» μετάφραση της γραπτής δοκιμασίας (β). Στη συνέχεια, η EPSO περιέγραψε συνοπτικά τη διαδικασία που ακολούθησε η εξεταστική επιτροπή κατά την αξιολόγηση της γραπτής δοκιμασίας β). Αναφορικά με τα κριτήρια αξιολόγησης, η εξεταστική επιτροπή αξιολόγησε τη μετάφραση τόσο σε νομικό επίπεδο (ορολογία και γενική κατανόηση) όσο και σε γλωσσικό. Για την αξιολόγηση της γλωσσικής ποιότητας της μετάφρασης, η εξεταστική επιτροπή εξέτασε τα ακόλουθα σημεία: λογική κατανόηση, σύνταξη, λεξιλόγιο, γενική ποιότητα έκφρασης, λάθη γραμματικής, σύνταξης, ορθογραφίας και στίξης. Μεταφραστικά λάθη, παραλείψεις λέξεων/προτάσεων, παρανοήσεις ή ανακρίβειες τιμωρούνται ανάλογα με τη σοβαρότητά τους.

18. Με βάση τις οδηγίες που δόθηκαν από την εξεταστική επιτροπή, δύο αξιολογητές βαθμολόγησαν ατομικά τα γραπτά. Αφού εξέτασε τα σχόλια των βαθμολογητών, η εξεταστική επιτροπή καθόρισε τα αποτελέσματα για κάθε ένα. Σύμφωνα με την EPSO, η αξιολόγηση της ενδιαφερόμενης πραγματοποιήθηκε με βάση αυτά τα κριτήρια αξιολόγησης, και αυτό φαινόταν στο φύλλο αξιολόγησης. Στην αξιολόγηση της δοκιμασίας β), η οποία αφορούσε τη μετάφραση ενός νομικού κειμένου προς τα ελληνικά, η εξεταστική επιτροπή δεν απένειμε επιμέρους βαθμούς ανά κριτήριο αξιολόγησης. Αντίθετα, αποφάσισε, πέραν της συνολικής βαθμολογίας στην οποία κατέληξε (15/40) και πέραν των διαφόρων κριτηρίων που προκαθορίστηκαν από την εξεταστική επιτροπή, να προβεί σε σχολιασμό των λαθών, διατυπώνοντας τις ακόλουθες επισημάνσεις: «Σοβαρά λάθη ορολογίας και ορθογραφικά λάθη», «Παράλειψη αρκετών λέξεων/φράσεων», «Ανεπαρκής γενική κατανόηση».

19. Αναφορικά με την ερώτηση του Διαμεσολαβητή για τη σχέση μεταξύ της αρχής της διαφάνειας, όπως διατυπώνεται στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και του απορρήτου των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής, η EPSO επικαλέστηκε τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία οι υποψήφιοι ενός διαγωνισμού δεν μπορούν να επικαλεστούν τη γενική αρχή της διαφάνειας προκειμένου να αμφισβητήσουν την εφαρμογή του άρθρου 6 του Παραρτήματος III του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης σχετικά με την εμπιστευτικότητα των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής.

20. Η EPSO σχολίασε περαιτέρω την υποχρέωσή της να αιτιολογεί τις αποφάσεις της και ισχυρίστηκε ότι η νομολογία αναγνωρίζει ότι η υποχρέωση αιτιολόγησης για μια μεμονωμένη απόφαση έχει σκοπό να παράσχει στον ενδιαφερόμενο τις απαραίτητες πληροφορίες ώστε αυτός να διαπιστώσει εάν η απόφαση είναι αβάσιμη ή όχι. Αναφορικά με τις αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής, ωστόσο, η υποχρέωση της αιτιολόγησης πρέπει να σταθμίζεται με την τήρηση της εμπιστευτικότητας των εργασιών, η οποία αποκλείει την κοινοποίηση των θέσεων που υιοθέτησαν τα μέλη της επιτροπής και των όποιων στοιχείων σχετίζονται με προσωπικές ή συγκριτικές αξιολογήσεις των υποψηφίων. Οι αξιολογήσεις αυτές αντανακλώνται στη βαθμολογία που η εξεταστική επιτροπή δίνει στους υποψηφίους, η οποία και αποτελεί από μόνη της επαρκή αιτιολόγηση. Δεδομένης της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει η εξεταστική επιτροπή, δεν μπορεί να υποχρεωθεί, όταν αιτιολογεί την απόφασή της να κρίνει ως μη επιτυχημένη την επίδοση ενός υποψηφίου σε μια δοκιμασία, να παρέχει λεπτομέρειες σχετικά με τις απαντήσεις των υποψηφίων που θεωρήθηκαν μη ικανοποιητικές ή να εξηγήσει γιατί κρίθηκαν έτσι.

21. Στην προκειμένη περίσταση, η EPSO δήλωσε ότι ενημέρωσε την ενδιαφερόμενη σχετικά με τους βαθμούς που έλαβε στις δύο γραπτές δοκιμασίες και της παρέσχε αντίγραφο του φύλλου αξιολόγησης για το γραπτό της δοκιμασίας β). Επιπλέον, με επιστολή της 22 Ιουνίου 2009, η EPSO ενημέρωσε την ενδιαφερόμενη ότι η εξεταστική επιτροπή είχε επισημάνει αριθμό λαθών και παραλείψεων στο γραπτό της δοκιμασίας β), ο οποίος δικαιολογούσε την απόφαση της επιτροπής να κρίνει την απόδοση της ενδιαφερομένης στη συγκεκριμένη δοκιμασία ως μη επιτυχημένη. Τα λάθη αυτά συμπεριελάμβαναν μεταφραστικά λάθη, αδυναμίες και αμφιβολία αναφορικά με τη νομική ορολογία και ανεπαρκή κατανόηση του πρωτότυπου κειμένου. Εντοπίστηκαν επίσης ορθογραφικά λάθη, ενώ ορισμένα σημεία του πρωτότυπου κειμένου δεν είχαν μεταφραστεί.

22. Με βάση τα παραπάνω, η EPSO ισχυρίστηκε ότι εκπλήρωσε πλήρως την υποχρέωσή της να αιτιολογήσει την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής. Η EPSO επιπλέον τόνισε ότι δεν αποτελεί ευθύνη της εξεταστικής επιτροπής η επισήμανση της σοβαρότητας των λαθών στους υποψηφίους, όπως γίνεται στις σχολικές εξετάσεις. Όπως προβλέπει η προκήρυξη του διαγωνισμού, οι υποψήφιοι έχουν συγκεκριμένο δικαίωμα πρόσβασης σε ορισμένες πληροφορίες που τους αφορούν άμεσα και ατομικά, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής, όπως προκύπτει από τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης και από τους κανόνες προστασίας του ατόμου αναφορικά με την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.

23. Στις παρατηρήσεις της, η ενδιαφερόμενη ισχυρίστηκε ότι η γνώμη της EPSO δεν ήταν ικανοποιητική, τόσο όσον αφορά τις ερωτήσεις που υπέβαλε ο Διαμεσολαβητής, όσο και σχετικά με τη διασαφήνιση των βαθμών που η ενδιαφερόμενη συγκέντρωσε στη γραπτή δοκιμασία β).

24. Μέσω προκαταρκτικών παρατηρήσεων, η ενδιαφερόμενη σημείωσε ότι η άρνηση της EPSO να παράσχει λεπτομερή αιτιολόγηση της βαθμολογίας συνεπάγεται, εάν όχι πρόδηλη, τότε σίγουρα πιθανή πλάνη εκτιμήσεως. Εν προκειμένω, η ενδιαφερόμενη αναφέρθηκε στην ερώτηση υπ' αριθμ. (3) στην επιστολή του Διαμεσολαβητή, με την οποία άνοιξε η έρευνα επί της παρούσας αναφοράς, στην οποία ζητήθηκε από την EPSO «να αποσαφηνίσει πώς η αξιολόγηση της ενδιαφερόμενης στο φύλλο αξιολόγησης ανταποκρίνεται στα κριτήρια αξιολόγησης και βαθμολόγησης και την αναλυτική βαθμολογία ανά κριτήριο». Η ενδιαφερόμενη ισχυρίστηκε ότι, στη γνωμοδότησή της, η EPSO απάντησε με γενικό και ασαφή τρόπο.

25. Συγκεκριμένα, η ενδιαφερόμενη ισχυρίστηκε ότι, στη γνωμοδότησή της, η EPSO δήλωσε ότι η εξεταστική επιτροπή (α) «αξιολόγησε τη νομική και γλωσσική πτυχή», (β)«εξέτασε τη λογική κατανόηση, τη σύνταξη, το λεξιλόγιο…», και ότι (γ) «δύο αξιολογητές βαθμολόγησαν τα γραπτά». Η δήλωση αυτή της EPSO επαναλαμβάνει ουσιαστικά τις κατευθυντήριες γραμμές της εξέτασης, χωρίς όμως να αναφέρει τίποτα σχετικά με τη βαρύτητα και την αναλυτική στάθμιση των κριτηρίων αξιολόγησης, καθώς και με τον τρόπο με τον οποίο αυτά εφαρμόστηκαν στην προκειμένη περίπτωση. Σύμφωνα με την ενδιαφερόμενη, η άρνηση της EPSO να παράσχει τις πληροφορίες αυτές λόγω της εμπιστευτικότητας, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, επειδή η εμπιστευτικότητα ισχύει για τις διασκέψεις της εξεταστικής επιτροπής κατά το χρόνο της πραγματοποίησής τους και μόνο έναντι τρίτων και όχι έναντι των υποψηφίων ενός γενικού διαγωνισμού.

26. Αναφορικά με την εμπιστευτικότητα των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής, η ενδιαφερόμενη ισχυρίστηκε ότι η έννοια της εμπιστευτικότητας δεν είναι κάτι ασαφές και ιερό το οποίο μπορεί να επικαλείται η EPSO για να αιτιολογήσει οποιαδήποτε πράξης της. Εν προκειμένω, η ενδιαφερόμενη αμφισβήτησε την άρνηση της EPSO να παράσχει τα σχόλια των συγκεκριμένων αξιολογητών. Επιπλέον, αμφισβήτησε τη χρησιμότητα της κοινοποίησης του φύλλου αξιολόγησης, δεδομένου ότι αυτό δεν παρέχει καμία χρήσιμη πληροφορία, πέραν γενικόλογων εκφράσεων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εξίσου στα φύλλα αξιολόγησης κάθε αποτυχόντος υποψηφίου.

27. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της EPSO ότι δεν είναι υποχρεωμένη να παρουσιάσει οποιαδήποτε εκ των διορθώσεων των γραπτών δοκιμασιών, η ενδιαφερόμενη ισχυρίστηκε ότι η πρόσβαση στις εν λόγω διορθώσεις, που έχουν διατυπωθεί είτε στο γραπτό της δοκιμασίας είτε σε ξεχωριστό έγγραφο, θα πρέπει να είναι δυνατή, ώστε οι υποψήφιοι να μην έχουν αμφιβολίες ως προς το νόημά τους.

28. Σύμφωνα με την ενδιαφερόμενη, η δήλωση της εξεταστικής επιτροπής ότι η τελική βαθμολογία την οποία υιοθέτησε βασίστηκε στη γενική εκτίμηση μιας γραπτής δοκιμασίας και δεν αντικατοπτρίζει την αναλυτική βαθμολογία όπως αυτή προκύπτει από την αξιολόγηση της γραπτής εξέτασης υπό το φως συγκεκριμένων γενικών και επιμέρους κριτηρίων, προκαλεί αμφιβολίες σε ό,τι αφορά τη νομιμότητα όλου του διαγωνισμού. Διότι, εάν η επιτυχία σε αυτούς τους διαγωνισμούς κρίνεται στη βάση ενός μόνο βαθμού, ή ακόμα και υποδιαίρεσης αυτού, η ενδιαφερόμενη διερωτάται με τί κριτήρια διαφοροποιείται ένας βαθμός 14/40 από έναν βαθμό 15/40 ή 16/40. Εάν οι βαθμοί που δίδονται δεν αντιστοιχούν σε κριτήρια αξιολόγησης, τα οποία καθορίζονται εκ των προτέρων, ο διαγωνισμός στερείται διαφάνειας. Η ενδιαφερόμενη βρήκε δύσκολο να κατανοήσει γιατί «[σ]οβαρά λάθη ορολογίας και ορθογραφικά λάθη …ανεπαρκής γενική κατανόηση» αντιστοιχούν σε βαθμό 15/40 και όχι σε 18/40, 25/40 ή 5/40. Σύμφωνα με την ενδιαφερόμενη, το πιο σοβαρό ζήτημα δεν είναι η πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως της εξεταστικής επιτροπής αλλά η νομιμότητα του ίδιου του διαγωνισμού.

29. Όσον αφορά την ευρεία διακριτική ευχέρεια που απολαμβάνει η εξεταστική επιτροπή, η ενδιαφερόμενη ισχυρίστηκε ότι αποτελεί άλλη μία ασαφή έννοια η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν επεκτείνεται σε αυθαίρετη συμπεριφορά. Πράγματι, η ενδιαφερόμενη ισχυρίστηκε ότι, μην εκπληρώνοντας τις απαιτήσεις διαφάνειας κατά την εφαρμογή των κριτηρίων αξιολόγησης και μην επιτρέποντας την πρόσβαση στις διορθώσεις των γραπτών του υποψηφίου, η EPSO ενέργησε αυθαίρετα.

30. Τέλος, η ενδιαφερόμενη εξέφρασε την αντίρρησή της στην ευρεία ερμηνεία της εμπιστευτικότητας των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής. Σύμφωνα με την ίδια, η εμπιστευτικότητα των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν καλύπτει «και τα αποτελέσματα του διαγωνισμού και τη μέθοδο αξιολόγησης και τα συγκεκριμένα κριτήρια αξιολόγησης που εφάρμοσε η εξεταστική επιτροπή και τη βαρύτητά τους και την κοινοποίηση στον υποψήφιο των λαθών που έκανε στην εξέταση».

31. Καταλήγοντας, η ενδιαφερόμενη παρατήρησε ότι η ιδιαίτερη περίπτωση της μετάφρασης, η οποία δεν έχει έναν μόνο τρόπο βαθμολόγησης αλλά εξαρτάται από παράγοντες όπως το γενικό νόημα του κειμένου, συνεπάγεται διαφορετική αντιμετώπιση από τις δοκιμασίες που στηρίζονται στη μέθοδο των πολλαπλών επιλογών.

Η εκτίμηση του Διαμεσολαβητή

32. Ο Διαμεσολαβητής επιθυμεί να επισημάνει ότι οποιαδήποτε αίτηση για επιπλέον πληροφόρηση αναφορικά με την επίδοση ενός υποψηφίου σε γενικό διαγωνισμό που διοργανώνει η EPSO υπόκειται σε σύνθετη εκτίμηση. Στα πλαίσια της υποχρέωσης αιτιολόγησης, η EPSO θα πρέπει να συμβιβάσει το απόρρητο των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής με τις απαιτήσεις που προκύπτουν από την αρχή της διαφάνειας[8].

33. Αφενός, το Δικαστήριο έχει προσδώσει ευρύ περιεχόμενο στην έννοια της εμπιστευτικότητας των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής, δηλώνοντας ότι τα κριτήρια βαθμολόγησης αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των συγκριτικών αξιολογήσεων των αντίστοιχων αρετών των υποψηφίων, και επομένως καλύπτονται από το απόρρητο των εργασιών, όπως ακριβώς και οι εργασίες της εξεταστικής επιτροπής. Οι βαθμοί που λαμβάνει ο υποψήφιος είναι η έκφραση των αξιολογήσεων που πραγματοποιούνται για κάθε έναν και η κοινοποίηση των βαθμών αποτελεί επαρκή αιτιολόγηση των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής[9].

34. Αφετέρου, ο Διαμεσολαβητής τονίζει συνεχώς τη σημασία της θεμελιώδους αρχής της διαφάνειας που διατυπώνεται στο άρθρο 1 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης[10] και στο άρθρο 15(1) της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης[11]. Σήμερα είναι κοινά αποδεκτό ότι η διαφάνεια στη διαδικασία λήψης αποφάσεων ενισχύει τη δημοκρατική φύση των θεσμών και ενδυναμώνει την εμπιστοσύνη του κοινού στην ευρωπαϊκή διοίκηση[12].

35. Ακόμα και πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, η οποία ενίσχυσε την αρχή της διαφάνειας και της προσέδωσε νέα δυναμική, ο Διαμεσολαβητής είχε επισημάνει στην EPSO ότι οι ανάγκες για μεγαλύτερη διαφάνεια στις διαδικασίες πρόσληψης είναι πολύ πιο εκτεταμένες από αυτές μιας γενικής στρατηγικής διαφάνειας, όσο σημαντική και αν είναι αυτή. Αυτές οι ανάγκες περιλαμβάνουν σημαντικές και συγκεκριμένες πτυχές, όπως η νομική προστασία, η ισότητα, η αναλογικότητα, και το συμφέρον της Ένωσης να προσλαμβάνει υπαλλήλους που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας[13].

36. Στο ζήτημα αυτό, έπειτα από την αυτεπάγγελτη έρευνα OI/5/2005/PB που διενήργησε ο Διαμεσολαβητής σχετικά με τη διαφάνεια των διαδικασιών πρόσληψης, η EPSO δεσμεύτηκε να προτείνει στις εξεταστικές επιτροπές να χρησιμοποιούν, σε περίπτωση γραπτών δοκιμασιών, ένα πρότυπο φύλλο αξιολόγησης, το οποίο θα είναι διαθέσιμο στους υποψηφίους κατόπιν αίτησής τους και το οποίο θα περιέχει (α) τα κριτήρια αξιολόγησης που ορίζονται στης δημοσιευθείσες προκηρύξεις του διαγωνισμού (συμπεριλαμβανομένων των διαφόρων στοιχείων που τυχόν αξιολογούνται από την επιτροπή για κάθε στοιχείο) και το επίπεδο της σημειωθείσας επίδοσης (που κυμαίνεται από άριστη έως ανεπαρκής), και (β) πέραν της συνολικής βαθμολογίας, τους επιμέρους βαθμούς που απονέμει η επιτροπή για κάθε κριτήριο που προσδιορίζεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού[14].

37. Προτού προβεί στην εκτίμηση του παρόντος ισχυρισμού υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η EPSO παρέσχε στην ενδιαφερόμενη αντίγραφο του φύλλου αξιολόγησής της, στο οποίο προσδιορίζονταν τα γενικά καθώς και τα επιμέρους κριτήρια αξιολόγησης για το διαγωνισμό. Επιπλέον, η EPSO κοινοποίησε στην ενδιαφερόμενη, πέραν της συνολικής βαθμολογίας που έλαβε (15/40), σχόλια σχετικά με την αξιολόγηση του επιπέδου της σημειωθείσας επίδοσης, τα οποία στηρίχθηκαν στα κριτήρια του διαγωνισμού. Σε απάντηση της ερώτησης του Διαμεσολαβητή, που διατυπώθηκε στην επιστολή με την οποία εκκίνησε την έρευνα σχετικά με την παρούσα αναφορά, η EPSO δήλωσε ότι δεν δόθηκαν επιμέρους βαθμοί για κάθε επιμέρους κριτήριο.

38. Στις παρατηρήσεις της, η ενδιαφερόμενη ισχυρίστηκε ότι, κατά τη γνώμη της, η EPSO δεν ανέφερε τίποτα σχετικά με τη βαρύτητα και τη διάρθρωση των κριτηρίων αξιολόγησης, ούτε και για τον τρόπο που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση. Διατύπωσε δε την άποψη ότι, εάν οι βαθμοί που έχουν δοθεί δεν αντιστοιχούν στα εν λόγω κριτήρια αξιολόγησης, που καθορίζονται εκ των προτέρων, ο διαγωνισμός υστερεί σε διαφάνεια. Επιπλέον, η ενδιαφερόμενη αμφισβήτησε την άρνηση της EPSO να παράσχει τα σχόλια των συγκεκριμένων αξιολογητών και τη χρησιμότητα της κοινοποίησης του φύλλου αξιολόγησης, το οποίο δεν παρέχει καμία χρήσιμη πληροφορία πέρα από γενικόλογες εκφράσεις που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εξίσου σε όλα τα φύλλα αξιολόγησης κάθε αποτυχόντος υποψηφίου.

39. Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν δόθηκαν επιμέρους βαθμοί ή αναλυτική βαθμολογία με βάση τα επιμέρους κριτήρια αξιολόγησης που προσδιόρισε η επιτροπή αξιολόγησης και που περιέχονται στο παρασχεθέν φύλλο αξιολόγησης. Προκειμένου να αναλύσει τις επιπτώσεις αυτής της παράλειψης, σε ό,τι αφορά την υποχρέωση αιτιολόγησης στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας, ο Διαμεσολαβητής πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα εάν η έλλειψη αναλυτικής βαθμολογίας στερεί από την ενδιαφερόμενη τη δυνατότητα να προσδιορίσει κατά πόσο η απόφαση της EPSO να την αποκλείσει από το επόμενο στάδιο του διαγωνισμού είναι βάσιμη.

40. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η διασαφήνιση της βαθμολογίας που παρέχεται σε έναν υποψήφιο δεν έχει διδακτικό περιεχόμενο, αλλά θα πρέπει να περιορίζεται στην αιτιολόγηση του αποκλεισμού του υποψηφίου από το επόμενο βήμα του διαγωνισμού. Αναφορικά με το γεγονός ότι η εν λόγω εξέταση αφορά ανοιχτό διαγωνισμό γλωσσομαθών νομικών, θα πρέπει κατ' αρχάς να διακριβωθεί εάν ένας υποψήφιος για τη θέση του γλωσσομαθούς νομικού έχει λάβει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τους λόγους αποκλεισμού του από το διαγωνισμό. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δηλώσεις όπως «σοβαρά λάθη, ανεπαρκής κατανόηση κτλ» δεν εξηγούν επαρκώς γιατί ένας υποψήφιος θεωρήθηκε ακατάλληλος για την εκπλήρωση των καθηκόντων ενός γλωσσομαθούς νομικού με βάση τα γενικά αλλά και τα επιμέρους κριτήρια αξιολόγησης του διαγωνισμού.

41. Επιπλέον, οι διευκρινίσεις που ζήτησε η ενδιαφερόμενη χρησιμεύουν περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, στην προώθηση του βαθμού διαφάνειας που ολοένα και περισσότερο προσδοκούν οι πολίτες από τα όργανα της Ένωσης, καθώς και στην εδραίωση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο έργο των ευρωπαϊκών οργάνων, ιδιαίτερα όταν αυτά λαμβάνουν αποφάσεις που τους επηρεάζουν προσωπικά σε τόσο ουσιαστικό επίπεδο. Οι παρατηρήσεις της ενδιαφερόμενης καταδεικνύουν ότι, με την επιφύλαξη του ερωτήματος εάν η EPSO εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου και τις δεσμεύσεις της έναντι του Διαμεσολαβητή, τα όργανα, οι υπηρεσίες, φορείς ή οργανισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει να προσπαθήσουν να οικοδομούν σχέσεις εμπιστοσύνης με τους πολίτες της Ένωσης.

42. Λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω σκέψεις, και υπό το φως των επιχειρημάτων που του υποβλήθηκαν, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το φύλλο αξιολόγησης που η EPSO κοινοποίησε στην ενδιαφερόμενη δεν ήταν ικανοποιητικό.

43. Σχετικά με τις δεσμεύεις της EPSO έναντι του Διαμεσολαβητή που αναλύθηκαν πιο πάνω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η EPSO θα έπρεπε να είχε δώσει εντολή στην εξεταστική επιτροπή να καταρτίσει φύλλο αξιολόγησης προς χρήση στον εν λόγω διαγωνισμό που θα παρείχε α) πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τα γενικά και τα επιμέρους κριτήρια που εφάρμοσε η εξεταστική επιτροπή κατά την αξιολόγηση των γραπτών εξετάσεων, β) την ατομική επίδοση των υποψηφίων, η οποία προσδιορίστηκε υπό το πρίσμα αυτών των γενικών και επιμέρους κριτηρίων και όφειλε να κυμαίνεται από άριστη έως ανεπαρκής, και γ) την αναλυτική βαθμολογία των υποψηφίων ανά γενικό και επιμέρους κριτήριο.

44. Στον προκείμενο διαγωνισμό, η EPSO, κατ’ ελάχιστον, θα αναμενόταν να αναλύσει τους βαθμούς της ενδιαφερόμενης με βάση τα ακόλουθα επιμέρους κριτήρια: α) Ορολογία και β) Γενική κατανόηση όσον αφορά αφενός τo γενικό κριτήριο αξιολόγησης των «Νομικών πτυχών», και αφετέρου και α) τη γλώσσα πηγή και β) τη γλώσσα στόχο όσον αφορά το γενικό κριτήριο αξιολόγησης των «Γλωσσικών πτυχών». Αυτό το φύλλο αξιολόγησης θα έπρεπε να είναι διαθέσιμο στους υποψήφιους που το ζητούν.

45. Με την παράλειψη της παροχής αυτής της πληροφορίας στο φύλλο αξιολόγησης, η EPSO δεν τήρησε τις δεσμεύσεις της έναντι του Διαμεσολαβητή στο θέμα αυτό. Επιπλέον, η προσέγγιση της EPSO στην προκειμένη υπόθεση υπονομεύει τους προαναφερθέντες στόχους, η επίτευξη των οποίων αποτελεί σκοπό της αιτιολόγησης των αποφάσεών της. Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής συμπεραίνει ότι η EPSO παρέλειψε να παράσχει τις ζητούμενες διευκρινήσεις στην ενδιαφερόμενη. Αυτό συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.

46. Η ενδιαφερόμενη ισχυρίζεται ότι η EPSO θα έπρεπε να την ενημερώσει πλήρως για τα λάθη της, τις σωστές απαντήσεις και τη μέθοδο αξιολόγησης που εφάρμοσε η εξεταστική επιτροπή. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου επί του απορρήτου των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής[15], η αξίωση της ενδιαφερόμενης δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

47. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το παρόν κρούσμα κακοδιοίκησης αφορά συγκεκριμένα γεγονότα του παρελθόντος. Επομένως, ο Διαμεσολαβητής δεν κρίνει σκόπιμη τη συνέχιση της έρευνας ή την επιδίωξη φιλικού διακανονισμού του ζητήματος. Κατά συνέπεια, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την έρευνα, διατυπώνοντας επικριτική παρατήρηση στο τέλος της απόφασής του.

B. Συμπέρασμα

Βάσει της έρευνας στην οποία προέβη, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την εξέταση της παρούσας αναφοράς με την ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:

Η EPSO παρέλειψε να λάβει μέτρα για να διασφαλίσει ότι η εξεταστική επιτροπή θα παρείχε την αναλυτική βαθμολογία στο τελικό φύλλο αξιολόγησης που αφορά την προκειμένη δοκιμασία. Αυτό συνιστά κρούσμα κακοδιοίκησης.

Η ενδιαφερόμενη και η EPSO θα ενημερωθούν για την απόφαση.

 

Νικηφόρος Διαμαντούρος

Στρασβούργο, 18 Μαΐου 2011


[1] Προκήρυξη Γενικού Διαγωνισμού EPSO/AD/129/08, ΕΕ 2008, C 124A, σ. 1.

[2] Το Άρθρο 6 του Παραρτήματος ΙΙΙ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης ορίζει ότι «Οι εργασίες της εξεταστικής επιτροπής είναι μυστικές». Ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης είναι διαθέσιμος στη διεύθυνση http://ec.europa.eu/civil_service/docs/toc100_en.pdf

[3] Απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 14ης Οκτωβρίου 2008, υπόθεση F-74/07 Meierhofer κατά Επιτροπής, μη εισέτι δημοσιευθείσα, παράγραφος 40 (η υπογράμμιση έχει προστεθεί): «Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, έστω κι αν η στάθμιση μεταξύ, αφενός, της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και, αφετέρου, της τηρήσεως της αρχής του απορρήτου των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής, και ειδικότερα όσον αφορά το ζήτημα αν η εν λόγω υποχρέωση τηρείται με τη γνωστοποίηση στον αποτυχόντα υποψήφιο κατά το προφορικό στάδιο μόνον ενός επιμέρους βαθμού κάτω από τη βάση, κλίνει συνήθως υπέρ της αρχής του απορρήτου των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής, τα πράγματα μπορεί να έχουν διαφορετικά όταν πρόκειται για ιδιαίτερες περιστάσεις…».

[4] Στο θέμα αυτό, υπόθεση F-74/07 Meierhofer κατά Επιτροπής, απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2008, μη εισέτι δημοσιευθείσα, παράγραφος 40: "... Το συμπέρασμα αυτό ουδόλως αντίκειται στην αρχή της τηρήσεως του απορρήτου των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής κατά το άρθρο 6 του παραρτήματος III του ΚΥΚ και συνάδει άλλωστε με την πρόσφατη εξέλιξη της κοινοτικής νομολογίας υπέρ της διαφάνειας».

[5] Υπόθεση T-294/03 Gibault κατά Επιτροπής [2005] ECR II-635, παράγραφος 41. Βλέπε επίσης Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της αναφοράς 2589/2006/BU κατά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού, παράγραφος 1.4.

[6] Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή για την περάτωση της έρευνας επί της αναφοράς 32/2007/JF κατά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού, παράγραφος 34.

[7] Υπόθεση T-53/00 Angioli κατά Επιτροπής [2003] ECR II-73, παράγραφος 94.

[8] Υπόθεση T-72/01 Pyres κατά Επιτροπής [2003] ECR II-861, παράγραφοι 70-71.

[9] Υπόθεση C-254/95 P Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά Angelo Innamorati [1996] ECR I-3423, παράγραφοι 28-31.

[10] «Η παρούσα Συνθήκη διανοίγει νέα φάση στη διαδικασία μιας διαρκώς στενότερης ένωσης των λαών της Ευρώπης, στην οποία οι αποφάσεις λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο ανοικτά και όσο το δυνατόν εγγύτερα στους πολίτες.»

[11] «Προκειμένου να προωθήσουν τη χρηστή διακυβέρνηση και να διασφαλίσουν τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης διεξάγουν τις εργασίες τους όσο το δυνατόν πιο ανοιχτά.»

[12] Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της αυτεπάγγελτης έρευνας OI/4/2007/(ID)MHZ σχετικά με την EPSO, παράγραφος 32.

[13] Σχέδιο σύστασης προς την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού αναφορικά με την αυτεπάγγελτη έρευνα OI/5/2005/PB επί της διαφάνειας στις διαδικασίες πρόσληψης της ΕΕ, παράγραφος 1.8.

[14] Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή για την περάτωση της αυτεπάγγελτης έρευνας OI/5/2005/PB σχετικά με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού, παράγραφος 23.

[15] Υπόθεση C-254/95 P Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά Angelo Innamorati [1996] ECR I-3423, παράγραφοι 28-31.