Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Ομιλία του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, κ. Π. Νικηφόρου Διαμαντούρου, στην Επιτροπή Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Βρυξέλλες, 13 Σεπτεμβρίου 2006
Ομιλία - Ομιλητής P. Nikiforos Diamandouros - Πόλη Βρυξέλλες - Χώρα Βέλγιο - Hμερομηνία Τετάρτη | 13 Σεπτεμβρίου 2006
Εισαγωγή
Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να ευχαριστήσω εσάς και όλα τα μέλη της επιτροπής σας για αυτή την ευκαιρία να σας παρουσιάσω σύντομα μια ειδική έκθεση που υπέβαλα στο Κοινοβούλιο τον Μάιο, βάσει της συμφωνίας μας να εμφανίζομαι ενώπιόν σας κάθε φορά που υποβάλλω μια ειδική έκθεση.
Δεν χρειάζεται να αφιερώσω πολύ από τον χρόνο σας, καθώς υπήρξαν θετικές εξελίξεις στο ουσιαστικό ζήτημα που εγείρεται στην έκθεση, για το οποίο θα έχετε ενημερωθεί ως αποτέλεσμα της επιστολής του Επιτρόπου McCreevy της 11ης Ιουλίου.
Σκοπός και σημασία των ειδικών εκθέσεων του Διαμεσολαβητή
Όπως επισημάνθηκε στην ετήσια έκθεση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή για το 1998, η δυνατότητα υποβολής ειδικής έκθεσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ανεκτίμητη αξία για το έργο του Διαμεσολαβητή.
Ο λόγος για τον οποίο οι ειδικές εκθέσεις είναι τόσο σημαντικές είναι ότι, κατά κάποιον τρόπο, αποτελούν το απόλυτο όπλο του Διαμεσολαβητή. Ο θεσμός του Διαμεσολαβητή, όπως έχει εξαπλωθεί σε όλη την Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο, δεν έχει καμία εξουσία να λαμβάνει νομικά δεσμευτικές αποφάσεις. Αυτό δεν πρέπει να θεωρείται αδυναμία.
Χωρίς την εξουσία λήψης νομικά δεσμευτικών αποφάσεων, οι διαδικασίες του διαμεσολαβητή μπορεί να είναι πιο ευέλικτες από εκείνες ενός δικαστηρίου και τα κριτήρια που εφαρμόζονται μπορούν να είναι ευρύτερα, παρέχοντας έτσι στους πολίτες πραγματική επιλογή μεταξύ δικαστικής και μη δικαστικής προσφυγής, καθεμία με διαφορετικά χαρακτηριστικά και πλεονεκτήματα.
Ο διαμεσολαβητής βασίζεται στην πειθώ, στην ικανότητα να πείσει μέσω λογικών επιχειρημάτων και, κατά καιρούς, στη δημοσιότητα και τη δύναμη της κοινής γνώμης.
Ο εξαιρετικά μικρός αριθμός ειδικών εκθέσεων που υπέβαλε ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής στο Κοινοβούλιο - 13 σε 11 χρόνια - αποτελεί απόδειξη μιας συνεργατικής προσέγγισης που υιοθετήθηκε από τα κοινοτικά θεσμικά όργανα και οργανισμούς στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων.
Ωστόσο, ένα μέρος του ιστορικού αυτής της συνεργασίας είναι η ύπαρξη της εξουσίας να υποβάλλει ειδική έκθεση στο Κοινοβούλιο. Ιδίως όταν υποβάλλεται σχέδιο σύστασης, η γνώση ότι το επόμενο βήμα θα μπορούσε να είναι μια ειδική έκθεση βοηθά συχνά τον Διαμεσολαβητή να πείσει το οικείο θεσμικό όργανο ή οργανισμό να μεταβάλει τη θέση του.
Ως εκ τούτου, οι ειδικές εκθέσεις δεν θα πρέπει να υποβάλλονται πολύ συχνά, αλλά μόνο σε σχέση με σημαντικά θέματα, για τα οποία το Κοινοβούλιο θα μπορούσε να βοηθήσει να πειστεί το ενδιαφερόμενο θεσμικό όργανο ή οργανισμός να αλλάξει τη θέση του.
Ως πολιτικό όργανο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι κυρίαρχο όσον αφορά την εξέταση των ειδικών εκθέσεων του Διαμεσολαβητή, τόσο ως προς τις διαδικασίες του όσο και ως προς την ουσία της προσέγγισης και των δράσεών του.
Ελπίζω, ωστόσο, ότι, κατά την εξέταση μιας ειδικής έκθεσης, το Κοινοβούλιο θα λαμβάνει πάντα υπόψη ότι το δικαίωμα προσφυγής στον Διαμεσολαβητή, παράλληλα με το δικαίωμα αναφοράς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα της ιθαγένειας. Για τους λόγους που εξήγησα, οι ειδικές εκθέσεις και η απάντηση του Κοινοβουλίου σε αυτές αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της αψίδας που υποστηρίζει το έργο του Διαμεσολαβητή.
289/2005/ΦΕΚ
Έρχομαι τώρα στην ειδική έκθεση που υπέβαλα στο Κοινοβούλιο στις 30 Μαΐου του τρέχοντος έτους, μετά την έρευνά μου για την υπόθεση 289/2005/GG.
Το ιστορικό της υπόθεσης είναι ότι ο καταγγέλλων παρείχε υπηρεσίες αθλητικών στοιχημάτων στην Κάτω Σαξονία, η οποία αποτελεί μέρος της Γερμανίας. Ισχυρίστηκε ότι οι γερμανικές αρχές τον είχαν διατάξει να σταματήσει να προσφέρει αυτές τις υπηρεσίες, αναγκάζοντάς τον έτσι να κλείσει την επιχείρησή του.
Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η συμπεριφορά των γερμανικών αρχών παραβίασε το δίκαιο της ΕΕ εν γένει και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ειδικότερα. Ως εκ τούτου, τον Απρίλιο του 2004, ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος υπέβαλε καταγγελία επί παραβάσει κατά της Γερμανίας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Στην καταγγελία του προς εμένα, η οποία υποβλήθηκε τον Ιανουάριο του 2005, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε βασικά ότι η Επιτροπή δεν είχε εξετάσει δεόντως την καταγγελία του για παράβαση. Ισχυρίστηκε ότι επείγει η ταχεία αντίδραση της Επιτροπής, διότι υπέστη ζημία λόγω της αδυναμίας του να ασκήσει την επιχειρηματική του δραστηριότητα.
Στη γνώμη της, η Επιτροπή υποστήριξε βασικά ότι η συνήθης προθεσμία ενός έτους για την εξέταση των καταγγελιών παράβασης, η οποία ορίζεται στην «Ανακοίνωση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου» του 2002, δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, η περίπτωση ήταν εξαιρετική, διότι συνεπαγόταν δύσκολη αξιολόγηση της αιτιολόγησης και της αναλογικότητας του επίμαχου εθνικού μέτρου.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή δεσμεύτηκε «να ενημερώσει γραπτώς τον καταγγέλλοντα». Αυτό είχε γίνει στην παρούσα υπόθεση με επιστολή που η Επιτροπή είχε αποστείλει στον καταγγέλλοντα στις 30 Μαΐου 2005.
Η Επιτροπή μου υπέβαλε αντίγραφο της εν λόγω επιστολής, στην οποία αναφέρεται ότι ασχολείται «εντατικά» με την καταγγελία του καταγγέλλοντος και άλλες καταγγελίες σχετικά με τις υπηρεσίες αθλητικών στοιχημάτων στη Γερμανία.
Όσον αφορά το χρονοδιάγραμμα, η επιστολή ανέφερε ότι «λόγω των ειδικών διαδικαστικών προθεσμιών για τις έρευνες της Επιτροπής σε σχέση με παραβάσεις της Συνθήκης, η λήψη θέσης από την Επιτροπή πιθανότατα δεν μπορεί να αναμένεται στο εγγύς μέλλον».
Αυτή η «επεξήγηση» δεν αναφερόταν σε ιδιαίτερες περιστάσεις που θα δικαιολογούσαν την έρευνα της Επιτροπής να υπερβεί την κανονική προθεσμία του ενός έτους.
Επιπλέον, η ίδια η Επιτροπή είχε τονίσει ότι η απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Νοεμβρίου 2003 στην υπόθεση C-243/01 (Gambelli κ.λπ.) της είχε παράσχει κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση τέτοιων καταγγελιών. Ωστόσο, μέχρι τη στιγμή που η Επιτροπή μου έδωσε τη γνώμη της, είχαν περάσει περισσότερα από 1 ½ χρόνια από τότε που εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση.
Σημείωσα επίσης ότι, μολονότι η Επιτροπή υποστήριξε ότι έπρεπε να προβεί σε δυσχερή αξιολόγηση της αιτιολόγησης και της αναλογικότητας του οικείου εθνικού μέτρου, δεν είχε επαφές με τις γερμανικές αρχές. Δυσκολεύτηκα να διακρίνω τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή θα μπορούσε να εκτιμήσει τη δικαιολόγηση και την αναλογικότητα των σχετικών διατάξεων του γερμανικού δικαίου χωρίς, τουλάχιστον, να ζητήσει από τις γερμανικές αρχές πληροφορίες και εξηγήσεις ως προς τις εκτιμήσεις στις οποίες στηρίχθηκαν οι διατάξεις αυτές.
Δεδομένου ότι η εξήγηση της Επιτροπής για την καθυστέρηση στον χειρισμό της υπόθεσης ήταν ανεπαρκής, κατέθεσα σχέδιο σύστασης, τον Ιούλιο του 2005, σύμφωνα με το οποίο:
Η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάζει την καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος επιμελώς και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
Η Επιτροπή μου διαβίβασε την εμπεριστατωμένη γνώμη της σχετικά με το σχέδιο σύστασης στις 5 Ιανουαρίου 2006.
Η Επιτροπή περιορίστηκε ουσιαστικά στο να δηλώσει i) ότι θεωρούσε την καταγγελία «εξαιρετικά ευαίσθητη από πολιτική άποψη και αμφιλεγόμενη» και ii) ότι μια απόφαση για την κίνηση διαδικασίας επί παραβάσει απαιτεί την υποστήριξη του Σώματος των Επιτρόπων και ότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να λάβει τέτοια απόφαση.
Βρήκα αυτή την απάντηση μη ικανοποιητική. Κατά τη γνώμη μου, μολονότι η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως, οφείλει να εξετάζει καταγγελία λόγω παραβάσεως εντός εύλογης προθεσμίας.
Έκρινα επίσης ότι η υπόθεση έθετε ένα σημαντικό ζήτημα αρχής που έπρεπε να τεθεί ενώπιον του Κοινοβουλίου, δηλαδή το ζήτημα αν η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να καθυστερεί επ' αόριστον την εξέταση των καταγγελιών που αντλούνται από παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από κράτος μέλος με το αιτιολογικό ότι δεν είναι σε θέση να καταλήξει σε πολιτική συναίνεση σχετικά με τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί.
Δεδομένου ότι δεν έλαβα περαιτέρω πληροφορίες από την Επιτροπή, υπέβαλα ειδική έκθεση στο Σώμα τον Μάιο του 2006.
Στη συνέχεια, συναντήθηκα με τον Επίτροπο McCreevy, στις 4 Ιουλίου, στο πλαίσιο προγράμματος συναντήσεων με μεμονωμένους Επιτρόπους για να συζητήσω τη νέα εσωτερική διαδικασία της Επιτροπής για την απάντηση στις έρευνες της Διαμεσολαβήτριας.
Όπως εξήγησα στην ετήσια έκθεσή μου για το 2005, η ιδέα της κ. Wallström κατά τον σχεδιασμό της νέας διαδικασίας της Επιτροπής ήταν να δοθεί στους μεμονωμένους Επιτρόπους μεγαλύτερη κυριότητα επί των υποθέσεων, διατηρώντας παράλληλα τον πολύτιμο ρόλο της Γενικής Γραμματείας.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης με τον Επίτροπο McCreevy, συζητήσαμε τη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο Επίτροπος με ενημέρωσε, όπως σας ενημέρωσε και εσάς, κύριε Πρόεδρε, ότι η Επιτροπή αποφάσισε να αποστείλει προειδοποιητική επιστολή στη Γερμανία στις 4 Απριλίου. Λόγω μιας εποπτείας εντός της Επιτροπής, το γεγονός αυτό δεν μου είχε κοινοποιηθεί πριν από την υποβολή της ειδικής έκθεσής μου στο Σώμα στις 30 Μαΐου.
Χάρηκα που έμαθα ότι η Επιτροπή είχε ήδη αναλάβει δράση, όπως είχα συστήσει, για να διορθώσει μια περίπτωση κακοδιοίκησης.
Πιστεύω ότι η επιτυχής επίλυση αυτής της υπόθεσης καταδεικνύει την αξία τόσο του ρόλου του Διαμεσολαβητή στην προώθηση της χρηστής διοίκησης στη διαδικασία επί παραβάσει όσο και της έννοιας της μεγαλύτερης οικειοποίησης των υποθέσεων από μεμονωμένους Επιτρόπους.
Η υποστήριξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της εν λόγω επιτροπής ειδικότερα ήταν και εξακολουθεί να είναι απαραίτητη για το έργο του Διαμεσολαβητή.
Στο πλαίσιο αυτό, κύριε Πρόεδρε, ελπίζω ότι θα μου επιτρέψετε να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία για να αναφερθώ εν συντομία στο αίτημα που απηύθυνα στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου για ορισμένες αλλαγές στο καθεστώς του Διαμεσολαβητή.
Συνολικά, το Καταστατικό εξακολουθεί να παρέχει ένα καλό πλαίσιο για τις έρευνες του Διαμεσολαβητή και για την αποτελεσματική συνεργασία με τα θεσμικά όργανα για την προώθηση της χρηστής διοίκησης και την καταπολέμηση της κακοδιοίκησης, όπως καταδεικνύεται από την υπόθεση που σας παρουσίασα σήμερα. Ως εκ τούτου, οι αλλαγές στο Καταστατικό που προτείνω είναι περιορισμένες τόσο ως προς τον αριθμό όσο και ως προς το πεδίο εφαρμογής.
Χάρηκα που έμαθα ότι αυτή η επιτροπή θα έχει την ευκαιρία να γνωμοδοτήσει επί των προτάσεων, διότι είμαστε, πιστεύω, εταίροι στη συνεχιζόμενη προσπάθεια να διασφαλίσουμε ότι οι πολίτες και οι κάτοικοι της Ένωσης μπορούν να απολαμβάνουν αποτελεσματικά τα δικαιώματά τους βάσει του κοινοτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος χρηστής διοίκησης, σε όλα τα επίπεδα της Ένωσης.
Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να ευχαριστήσω εσάς και τα μέλη της επιτροπής για την προσοχή σας σήμερα και ανυπομονώ να ακούσω τις απόψεις σας.