FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

  • Εξαγωγή
Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που ισπανικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Δήλωση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή - «Τα καθήκοντα του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή: Πανεπιστήμιο του Σαντιάγο ντε Κομποστέλα, 22 Μαρτίου 2000


Εξοχότατε Πρύτανη,
Εξοχότατε Valedor,
Αξιότιμοι προσκεκλημένοι,
Κυρίες και Κύριοι,

Είναι ένας λόγος για μεγάλη προσωπική ικανοποίηση να είμαι παρών σε μια πόλη τόσο ιστορική όσο το Σαντιάγο, σε αυτό που για μένα είναι ένα ιδιαίτερο Ιωβηλαίο, με κάτι αν και καθυστερημένο.
Θα ήθελα να σας γράψω για να σας εξηγήσω πώς δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε το πρόσωπο του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, καθώς και το έργο που έχει επιτελεστεί μέχρι στιγμής. Και ειδικότερα, πώς το θεσμικό όργανο προσπάθησε να καταστήσει τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα ικανά να παρέχουν μια πιο δημοκρατική και διαφανή διοίκηση στην υπηρεσία όλων των πολιτών.


 

1 ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με μια ιστορική νότα. Το θεσμικό όργανο γεννήθηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992, αν και η πρώτη εκλογή του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή πραγματοποιήθηκε μόλις στα μέσα του 1995. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ορκίστηκα ενώπιον του Δικαστηρίου. Και μετά από μια πρώτη θητεία, επανεξελέγη τον Οκτώβριο του 1999 από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για μια ακόμη πενταετή θητεία.
Εκπλήρωσα το καθήκον μου αυτή τη στιγμή από την έδρα του θεσμικού οργάνου στο Στρασβούργο. Όπως και άλλα αδελφά θεσμικά όργανα, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έχει ως αποστολή να διασφαλίζει τον σεβασμό των δικαιωμάτων των πολιτών από όλα τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε αυτό το έργο, ο αμυντικός δεν είναι μόνος. Υπάρχουν επίσης και άλλα θεσμικά όργανα στα οποία οι πολίτες μπορούν να απευθυνθούν όταν μια πράξη των κοινοτικών θεσμικών οργάνων παραβιάζει τα δικαιώματά τους. Θα σας περιγράψω εν συντομία αυτά τα άλλα μέσα επανόρθωσης πριν αναλάβω τα καθήκοντά μου.

2 Ο ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΛΑΟΥ ΩΣ ΕΓΓΥΗΣΗ ΣΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΥΝΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ


Αν η αρχή της νομιμότητας, το λεγόμενο «κράτος δικαίου» στο αγγλικό δίκαιο, είναι ένα από τα βασικά συστατικά της λειτουργίας οποιουδήποτε δημοκρατικού κράτους, δεν είναι λιγότερο έτσι στο σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλα τα κοινοτικά όργανα και οργανισμοί υπόκεινται στην τήρηση αυτού του θεμελιώδους κανόνα. Έτσι, όλες οι αρμοδιότητες και η λειτουργία της Κοινότητας οριοθετούνται σαφώς στην κοινοτική έννομη τάξη.
Τελικός εγγυητής της αρχής της νομιμότητας είναι τα δικαστήρια, είτε το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά την εφαρμογή ή την ερμηνεία μιας κοινοτικής πράξης, είτε τα εθνικά δικαστήρια σε περίπτωση νομοθετικής εξέλιξής της από τα κράτη μέλη. Ωστόσο, αυτό δεν εμποδίζει άλλα θεσμικά όργανα και οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένου του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, να συμμετέχουν σε αυτό το καθήκον παρακολούθησης.
Ποια είναι τα μέσα έννομης προστασίας των πολιτών έναντι μιας κοινοτικής πράξης που παραβιάζει τα δικαιώματά τους;

2.1 Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

Λαμβανομένης υπόψη της ελλείψεως νομιμότητας μιας κοινοτικής πράξεως, ο πολίτης μπορεί καταρχάς να ζητήσει την ακύρωσή της ενώπιον του κοινοτικού δικαστή του Λουξεμβούργου. Το άρθρο 230 της Συνθήκης του Άμστερνταμ επιτρέπει στους ιδιώτες να προσφεύγουν στη δικαιοσύνη κατά των πράξεων που εκδίδουν τα κοινοτικά όργανα. Εάν οι πράξεις είναι γενικής ισχύος - κανονισμοί και οδηγίες - αυτό μπορεί να γίνει μόνο υπό τη δύσκολη προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη πράξη αφορά τον προσφεύγοντα «άμεσα και ατομικά». Ωστόσο, στην περίπτωση ατομικής απόφασης για την εφαρμογή γενικού κανόνα, ο καταγγέλλων μπορεί να ζητήσει να μην εφαρμοστεί ο γενικός κανόνας.

2.2 Εθνικά δικαστήρια σε συνεργασία με την κοινοτική δικαιοδοσία

Όταν η εφαρμογή γενικών κοινοτικών πράξεων εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών, οι ενδιαφερόμενοι πολίτες μπορούν να υποβάλουν καταγγελία κατά του εθνικού μέτρου εφαρμογής στο εθνικό δικαστήριο. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να εξεταστεί ο παράνομος χαρακτήρας της κοινοτικής πράξεως από την οποία απορρέει ο εθνικός κανόνας. Προς τούτο, το εθνικό δικαστήριο μπορεί ή οφείλει να προσφύγει στη διαδικασία διαβουλεύσεως που προβλέπει η Συνθήκη και να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο του Λουξεμβούργου.

2.3 Εθνικές αρχές

Αν ο ιδιώτης θεωρεί ότι η δράση οποιασδήποτε αρχής κράτους μέλους είναι υπεύθυνη για τη μη τήρηση των δικαιωμάτων που του παρέχει το κοινοτικό δίκαιο, θα πρέπει να εξασφαλίσει τη διασφάλιση των δικαιωμάτων αυτών είτε μέσω του εθνικού δικαστηρίου είτε, ανάλογα με την περίπτωση, μέσω του εθνικού ή περιφερειακού διαμεσολαβητή του.
Οι εθνικές αρχές πρέπει να εφαρμόζουν σαφείς, ακριβείς και άνευ όρων κοινοτικούς κανόνες. Πρέπει επίσης να ερμηνεύουν το εθνικό δίκαιο σύμφωνα με τα κριτήρια του κοινοτικού δικαίου. Ενδεχομένως, αποζημίωση για ζημίες που προκλήθηκαν από τη μη μεταφορά των κοινοτικών οδηγιών στο εθνικό δίκαιο.

2.4 Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Οι πολίτες έχουν επίσης τη δυνατότητα να επιδιώξουν να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους εντός του κοινοτικού πλαισίου και να υποβάλουν καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως θεματοφύλακας των Συνθηκών, υποχρεούται να διασφαλίζει την ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Για να διευκολυνθεί η υποβολή καταγγελιών, η Επιτροπή δημοσίευσε τυποποιημένο έντυπο. Πράγματι, οι καταγγελίες ιδιωτών είναι το συνηθέστερο μέσο με το οποίο η Επιτροπή γνωρίζει τις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης των κρατών μελών.
Η Επιτροπή έχει την εξουσία να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 226 της Συνθήκης, η οποία θα καταλήξει στην άσκηση προσφυγής λόγω παραβάσεως κατά του υπεύθυνου κράτους μέλους ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι οι αιτιάσεις αυτές αποτελούν απλώς υποκίνηση της προσφυγής της, χωρίς το θεσμικό όργανο να είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει συγκεκριμένη στάση. Είναι αληθές ότι το Δικαστήριο έχει καθιερώσει σαφή νομολογία σχετικά με τη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής στον τομέα αυτό. Ωστόσο, οι καταγγελίες θα πρέπει να διεκπεραιώνονται σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Το γεγονός ότι η Επιτροπή μπορεί ή δεν μπορεί να ασκήσει προσφυγή στην υπόθεση , δεν την απαλλάσσει από την υποχρέωσή της να εξετάσει τις υποβληθείσες καταγγελίες και να καταλήξει σε αιτιολογημένο συμπέρασμα επ’ αυτών. Δεδομένης της σημασίας αυτού του ζητήματος, ξεκίνησα αυτεπάγγελτη έρευνα σεβασμού, για την οποία θα σας μιλήσω αργότερα.

2.5 Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Επιτροπή Αναφορών

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι ένα άλλο κοινοτικό όργανο στο οποίο ο πολίτης μπορεί να απευθυνθεί για να ζητήσει τον σεβασμό των δικαιωμάτων του, μέσω αναφοράς. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε πολίτη να υποβάλλει αναφορές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ως σημαντικό μέρος της έννοιας της ευρωπαϊκής ιθαγένειας.
Οι αναφορές αυτές εξετάζονται από μία από τις μόνιμες κοινοβουλευτικές επιτροπές του Κοινοβουλίου, η οποία συχνά ζητεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να διερευνήσει πολλά από τα ζητήματα που τίθενται σε αυτήν. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης κράτους μέλους, το άτομο μπορεί να έχει συμφέρον να απευθυνθεί απευθείας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ενώ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να ασκεί άμεσο πολιτικό έλεγχο επί της Επιτροπής προκειμένου να ασκήσει πίεση στο υπεύθυνο κράτος μέλος.

2.6 Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής

Και σε αυτό το μακρύ δρόμο, ερχόμαστε στο ίδρυμα που έχω την τιμή να εκπροσωπώ. Η ίδρυση του θεσμού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή ήταν ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της Συνθήκης του Μάαστριχτ σε σχέση με την ιθαγένεια της Ένωσης. Η δυνατότητα επικοινωνίας με τον Διαμεσολαβητή είναι ένα από τα δικαιώματα που παρέχει η ιθαγένεια αυτή και διασφαλίζεται από το κοινοτικό δίκαιο.
Το σημαντικότερο καθήκον του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή είναι η αντιμετώπιση της κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών, με εξαίρεση το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων. Ο Διαμεσολαβητής ασχολείται με εικαζόμενες περιπτώσεις κακοδιοίκησης κυρίως μέσω καταγγελιών που υποβάλλονται από ευρωπαίους πολίτες. Ο Διαμεσολαβητής έχει επίσης τη δυνατότητα να διεξάγει έρευνες με δική του πρωτοβουλία. Τόσο οι ευρωπαίοι πολίτες όσο και οι πολίτες τρίτων χωρών που διαμένουν σε ένα από τα κράτη μέλη μπορούν να υποβάλλουν καταγγελίες στον Διαμεσολαβητή. Εταιρείες, ενώσεις ή άλλοι φορείς με καταστατική έδρα στο έδαφος της Ένωσης έχουν επίσης το δικαίωμα να υποβάλλουν καταγγελίες. Οι καταγγελίες μπορούν να υποβάλλονται στον Διαμεσολαβητή απευθείας ή μέσω βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η εξέταση των καταγγελιών που υποβάλλονται στον Διαμεσολαβητή είναι δημόσια, εκτός εάν ο καταγγέλλων ζητήσει την εμπιστευτικότητα τους.
Είναι σημαντικό ο Διαμεσολαβητής να ενεργεί με τη μεγαλύτερη δυνατή ειλικρίνεια και διαφάνεια, δίνοντας το παράδειγμα σε άλλους, και προκειμένου να μπορούν οι ευρωπαίοι πολίτες να παρακολουθούν και να κατανοούν το έργο του. Ο πολίτης που θεωρεί ότι τα δικαιώματά του δεν έγιναν σεβαστά από θεσμικό όργανο ή οργανισμό της Κοινότητας μπορεί να προσφύγει στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Η δυνατότητα αυτή δεν υπήρχε πριν από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και αποτελεί επίσης ένα από τα συστατικά στοιχεία της έννοιας της ευρωπαϊκής ιθαγένειας.
Διαπιστώνετε ότι ο ρόλος που μπορεί να διαδραματίσει ο Διαμεσολαβητής στην παρακολούθηση της ορθής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου είναι σοβαρά περιορισμένος. Η δράση των εθνικών αρχών εξαιρείται από το πεδίο των αρμοδιοτήτων τους. Αυτό είναι πολύ σημαντικό δεδομένου του σημαντικού ρόλου που διαδραματίζουν οι εθνικές αρχές στη μεταφορά ή την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας. Ο έλεγχος αυτών των αρχών όταν ενεργούν σε σχέση με τους κοινοτικούς κανόνες μπορεί να γίνει μόνο σε εθνικό επίπεδο από άλλα θεσμικά όργανα, όπως οι εθνικοί διαμεσολαβητές ή, κατά περίπτωση, οι αυτόνομες κοινότητες.
Αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη για μεγαλύτερη συνεργασία μεταξύ του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και των εθνικών και περιφερειακών συναδέλφων του. Αυτό με οδήγησε να αναπτύξω τη συνεργασία με τους εθνικούς και περιφερειακούς διαμεσολαβητές. Τα περισσότερα κράτη μέλη διαθέτουν έναν ή περισσότερους διαμεσολαβητές. Ως εκ τούτου, στο Λουξεμβούργο και τη Γερμανία έχει συσταθεί κοινοβουλευτική επιτροπή αναφορών· Το Βέλγιο διαθέτει δύο διαμεσολαβητές σε ομοσπονδιακό επίπεδο· στην Ιταλία, υπάρχουν περιφερειακοί διαμεσολαβητές, αν και βρίσκονται σε εξέλιξη σχέδια για τη δημιουργία ενός τέτοιου διαμεσολαβητή σε εθνικό επίπεδο· Η Ελλάδα εξέλεξε πρόσφατα τον πρώτο της Συνήγορο του Πολίτη.
Για την προώθηση αυτής της συνεργασίας, έχουν ήδη διοργανωθεί διάφορα σεμινάρια με εθνικούς και περιφερειακούς διαμεσολαβητές. Η τελευταία με τους Περιφερειακούς Υπερασπιστές πραγματοποιήθηκε στη Φλωρεντία τον περασμένο Νοέμβριο. Σκοπός των συνεδριάσεων αυτών είναι η δημιουργία στενότερων σχέσεων με σκοπό την προώθηση της ορθής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου προς όφελος των ευρωπαίων πολιτών. Πρέπει να τονίσω ότι αυτή η διαδικασία πραγματοποιήθηκε σε μια κατάσταση ισότητας εκ μέρους όλων των συμμετεχόντων και με απόλυτη ευελιξία. Απώτερος στόχος της είναι να είναι σε θέση να παραπέμψει τον πολίτη στο αρμόδιο όργανο για να αντιμετωπίσει το πρόβλημά του το συντομότερο δυνατόν.

3 ΟΙ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ


3.1 Στατιστικά στοιχεία

Η περιορισμένη εντολή του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή στην οποία μόλις αναφερθήκαμε εξηγεί τον μεγάλο αριθμό μη παραδεκτών καταγγελιών που έλαβα. Πολλοί πολίτες φαίνεται ότι έχουν παρανοήσει αυτόν τον περιορισμό και προσφεύγουν στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή όταν αντιμετωπίζουν ένα κοινοτικό πρόβλημα για το οποίο είναι υπεύθυνες οι εθνικές ή περιφερειακές διοικήσεις. Για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης, μία από τις προτεραιότητές μου ήταν να ενημερώσω το κοινό σχετικά με το νέο θεσμικό όργανο και τον τομέα αρμοδιότητάς του.
Για να σας κουράσω, επιτρέψτε μου να αναφέρω μερικά στοιχεία. Το 1999, ελήφθησαν 1.577 καταγγελίες (200 περισσότερες από το 1998) και κινήθηκαν 205 έρευνες για πιθανές περιπτώσεις κακοδιοίκησης, καθώς και 5 αυτεπάγγελτες έρευνες. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, καταφέραμε να επιβεβαιώσουμε την παραλαβή των καταγγελιών εντός μίας εβδομάδας και να αποφασίσουμε σχετικά με το παραδεκτό τους εντός ενός μηνός. Από τις καταγγελίες που οδήγησαν σε έρευνα, 27 υποβλήθηκαν με επικριτικό σχόλιο στο εν λόγω θεσμικό όργανο ή οργανισμό, μία κατέληξε σε φιλικό διακανονισμό και 10 σχέδια συστάσεων υποβλήθηκαν σε περιπτώσεις κακοδιοίκησης.
Πρέπει να σημειωθεί ότι 62 καταγγελίες διευθετήθηκαν από τα ίδια τα κοινοτικά όργανα και οργανισμούς υπέρ του καταγγέλλοντος, γεγονός που τους ενδιαφέρει ιδιαίτερα, καθώς τους εξοικονομεί πολύτιμο χρόνο και δείχνει την καλή θέληση της διοίκησης.
Η γενικότερη αιτία των καταγγελιών έγκειται στον χειρισμό των υποθέσεων, στην άρνηση των κοινοτικών θεσμικών οργάνων να παράσχουν πληροφορίες, στις παρατυπίες κατά την πρόσληψη στην ευρωπαϊκή δημόσια διοίκηση και στη διαδικασία που ακολουθεί η Επιτροπή στο πλαίσιο του ρόλου της ως θεματοφύλακα των Συνθηκών. Ανάλογα με τον αριθμό των κατοίκων, η Ισπανία είναι μία από τις χώρες από τις οποίες προέρχεται ο μεγαλύτερος αριθμός καταγγελιών που ελήφθησαν.

3.2 Αυτεπάγγελτες έρευνες

Η Συνθήκη προβλέπει ότι ο Διαμεσολαβητής μπορεί να διεξάγει έρευνες με δική του πρωτοβουλία. Μερικά από αυτά μπορούν να σας δώσουν μια ιδέα για τη γραμμή της δουλειάς μου τα τελευταία χρόνια: διαφάνεια, κοινοτικές διαδικασίες πρόσληψης, ρόλος της Επιτροπής στην εποπτεία των κρατών μελών, καθυστερήσεις πληρωμών ή δημιουργία κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς.

Διαφάνεια:

Για τον Διαμεσολαβητή, πρόκειται για σημαντικό ζήτημα, καθώς η έλλειψη πληροφοριών και οι εσφαλμένες πληροφορίες αποτελούν τον συχνότερο ισχυρισμό στις καταγγελίες (23%).
Η σημασία της αρχής της διαφάνειας και της πρόσβασης στα έγγραφα σε κοινοτικό επίπεδο τονίστηκε στη δήλωση αριθ. 17 που προσαρτάται στη Συνθήκη, με την οποία όλα τα κράτη μέλη δεσμεύτηκαν να προωθήσουν την αρχή αυτή. Από το 1993, το Συμβούλιο και η Επιτροπή έχουν θεσπίσει κώδικα συμπεριφοράς που διέπει την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφά τους. Ωστόσο, η πορεία αυτή δεν ακολουθήθηκε από τα άλλα κοινοτικά θεσμικά όργανα και οργανισμούς. Για να διορθώσω αυτή την έλλειψη, κίνησα αυτεπάγγελτη έρευνα για το θέμα τον Ιούνιο του 1996. Ως εκ τούτου, τα περισσότερα θεσμικά όργανα και οργανισμοί έχουν ήδη θεσπίσει κανόνες σχετικά με το θέμα αυτό.

Μετά τη Συνθήκη του Αμστερνταμ, η Επιτροπή θα πρέπει να προτείνει κανονισμό για το θέμα αυτό. Το πρώτο σχέδιο, όπως έχω δηλώσει δημοσίως, φαίνεται να επικεντρώνεται περισσότερο στη διασφάλιση της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης παρά στα δικαιώματα των πολιτών.
Η εμπειρία μας δείχνει ότι η ανοικτή διοίκηση, όπως αυτή που υπάρχει σε πολλά κράτη μέλη, φαίνεται να αποτελεί αποτελεσματικό εργαλείο κατά της απάτης και της διαφθοράς, ενώ η κλειστή και εμπιστευτική μεταχείριση των δημόσιων υποθέσεων τους προσφέρει ευκαιρίες. Ανησυχώ για το γεγονός ότι όσοι αντιτίθενται στις συνεχώς αυξανόμενες απαιτήσεις για διαφάνεια παραβλέπουν αυτό το πολύ σημαντικό ζήτημα. Όποια και αν είναι τα επιχειρήματα και οι λόγοι της, είναι γεγονός ότι η επίμονη αντίθεσή της στην αναγκαία και σύγχρονη διαφάνεια της διοίκησης της Ένωσης αποκρύπτει, για παράδειγμα, τις λεπτομέρειες της κοινοτικής χρηματοδότησης, ένα από τα θέματα για τα οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση επικρίνεται περισσότερο.

Διαδικασίες πρόσληψης:

Η έλλειψη διαφάνειας στη διαδικασία πρόσληψης κοινοτικών υπαλλήλων είναι δύσκολο να γίνει κατανοητή από τους περισσότερους υποψηφίους. Μετά επίσης από μεγάλο αριθμό καταγγελιών επί του θέματος, αποφάσισα να κινήσω αυτεπάγγελτη έρευνα.
Οι απορριφθέντες υποψήφιοι συχνά δεν λαμβάνουν καμία εξήγηση ως προς τους λόγους μιας τέτοιας απόφασης. Σκοπός του απορρήτου αυτού είναι να δικαιολογήσει την ανεξαρτησία των κριτικών επιτροπών που καλούνται να προβούν στην επιλογή. Κατά την άποψή μου, ωστόσο, η ανεξαρτησία αυτή δεν πρέπει να αντιτίθεται σε μια ορθή και διαφανή διοίκηση, όπως πρότεινα με δική μου πρωτοβουλία επί του θέματος.
Ως αποτέλεσμα αυτής της έρευνας, στα τέλη του περασμένου Οκτωβρίου απέστειλα ειδική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο επέμεινε στη σύσταση ότι σε μελλοντικούς διαγωνισμούς που συγκαλεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και το αργότερο από την 1η Ιουλίου του τρέχοντος έτους, το θεσμικό όργανο θα πρέπει να επιτρέπει την πρόσβαση των υποψηφίων που το ζητούν στις δικές τους διορθωμένες δοκιμασίες. Σε πρόσφατη επιστολή του, ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεσμεύτηκε να ακολουθήσει αυτή τη σύσταση.

Διαδικασίες επί παραβάσει:

Η παρούσα έρευνα αφορά το δικαίωμα του καταγγέλλοντος σε διαδικασίες που κινήθηκαν από την Επιτροπή κατά κρατών μελών για παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η διαδικασία αυτή προκύπτει ως αποτέλεσμα προηγούμενης καταγγελίας από πολίτες. Οι έρευνες που διενήργησα σε πολλές καταγγελίες μου αποκάλυψαν μεγάλη δυσαρέσκεια του κοινού, το οποίο θεωρεί τη διαδικασία αργή και χωρίς τις απαραίτητες εγγυήσεις διαφάνειας.
Στην επιστολή μου προς την Επιτροπή, πρότεινα πριν το θεσμικό όργανο λάβει την απόφαση να κλείσει μια καταγγελία, να επικοινωνήσει με τον καταγγέλλοντα για να ζητήσει τη γνώμη του. Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή. Ενώ η θέση του θεσμικού οργάνου θα πρέπει να θεωρείται πολύ θετική, ορισμένα ζητήματα παραμένουν περιοριστικά, όπως η έλλειψη εξέτασης των καταγγελλόντων ως μερών στη διαδικασία αυτή. Κατά τη γνώμη μου, θα ήταν ευκταίο να αναπτύξει η Επιτροπή αυτή τη διαδικασία με πιο κατάλληλο τρόπο, παρέχοντας στους καταγγέλλοντες ορισμένα διαδικαστικά δικαιώματα. Αυτό θα προωθούσε την αρχή της νομιμότητας και θα βελτίωνε τις γνώσεις των πολιτών σχετικά με τις κοινοτικές δραστηριότητες.

Καθυστερημένες πληρωμές από την Επιτροπή:

Από την αρχή της πρώτης θητείας μου ως Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής, έλαβα καταγγελίες σχετικά με καθυστερήσεις πληρωμών από την Επιτροπή. Οι απαιτήσεις αφορούν όχι μόνο αμοιβές και έξοδα, αλλά και άλλες συμβατικές πληρωμές, καθώς και επιχορηγήσεις και επιδοτήσεις. Ο αριθμός των καταγγελιών, καθώς και άλλες υποθέσεις που μου υποβλήθηκαν από βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δείχνουν ότι υπάρχει μια γενική εντύπωση καθυστέρησης πληρωμών από την Επιτροπή. Από τα τέλη του 1997, η Επιτροπή τάσσεται υπέρ της καταβολής τόκων στους πιστωτές σε περίπτωση υπέρβασης της προθεσμίας των 60 ημερών. Το μέτρο αυτό ασφαλώς μετριάζει τις συνέπειες των καθυστερήσεων πληρωμών για πολλούς αναδόχους.
Ωστόσο, ορισμένες μικρές επιχειρήσεις μπορεί να μην είναι σε θέση να επιβιώσουν από τα προβλήματα ρευστότητας που προκαλούνται από τις καθυστερήσεις πληρωμών, ενώ άλλες μπορεί να είναι σε θέση να το ξεπεράσουν μόνο με δανεισμό με υψηλότερο επιτόκιο από αυτό που καταβάλλει η Επιτροπή. Επιπλέον, η καταβολή τόκων μεταθέτει την οικονομική επιβάρυνση από τους αναδόχους στον κοινοτικό προϋπολογισμό και, κατά συνέπεια, στους φορολογούμενους. Ως εκ τούτου, δεν είναι τόσο προφανές ότι η καταβολή τόκων αποτελεί κίνητρο για τις διάφορες υπηρεσίες της Επιτροπής να πληρώσουν εγκαίρως.

4 ΚΩΔΙΚΑΣ ΟΡΘΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ


Επιτρέψτε μου να σταθώ σε αυτή την πρωτοβουλία με δική μου πρωτοβουλία, η οποία κατά τη γνώμη μου είναι θεμελιώδους σημασίας. Εάν η εντολή του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επικεντρώνεται στην πρόληψη της κακοδιοίκησης των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών, είναι σημαντικό τόσο οι πολίτες όσο και οι ευρωπαίοι υπάλληλοι να γνωρίζουν τι σημαίνει χρηστή διοίκηση.
Στην ετήσια έκθεσή μου για το 1997 παρουσίασα έναν ορισμό του όρου «κακή διοίκηση», ο οποίος εγκρίθηκε ομόφωνα από το Κοινοβούλιο:

Κακοδιοίκηση υφίσταται όταν ένας δημόσιος φορέας δεν ενεργεί σύμφωνα με τους κανόνες ή τις αρχές που υποχρεούται να τηρεί.


Ωστόσο, ελλείψει ειδικότερων κριτηρίων, ο ορισμός αυτός είναι δύσκολο να περιληφθεί. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τον Ιούλιο του 1999 υπέβαλα πρόταση για έναν Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς. Ένας τέτοιος κώδικας θα έδινε στους ευρωπαίους πολίτες την ιδέα μιας διοίκησης προσανατολισμένης στις υπηρεσίες. Αυτό θα βελτίωνε τη φήμη της Ένωσης σε όλα τα κράτη μέλη. Οι ευρωπαίοι πολίτες θα λαμβάνουν επίσης σαφείς πληροφορίες σχετικά με την υπηρεσία που δικαιούνται να αναμένουν και θα συμβουλεύουν τους υπαλλήλους σχετικά με το τι αναμένεται από το έργο τους.
Η Επιτροπή επεξεργαζόταν τη δική της έκδοση του κώδικα από το 1997, αλλά τον Μάρτιο του 1999, μετά την από κοινού παραίτησή της, το θέμα ήταν σταθμευμένο. Στη συνέχεια, η Γραμματεία του Διαμεσολαβητή αποφάσισε να αποδεχθεί την πρόκληση της δημοσίευσης κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς και να δρομολογήσει αυτεπάγγελτη έρευνα σχετικά με την ύπαρξη τέτοιων κωδίκων σε όλα τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα.
Ο Κώδικας του Διαμεσολαβητή δεν ασχολείται με τις σχέσεις μεταξύ της διοίκησης και των υπαλλήλων της, αλλά μεταξύ της διοίκησης και των πολιτών, προκειμένου να καθοριστεί η υπηρεσία που οι ευρωπαίοι πολίτες έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από την ευρωπαϊκή διοίκηση.
Γενικά, η στάση των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών υπήρξε θετική. Ορισμένοι από αυτούς μας ενημέρωσαν ότι είχαν υιοθετήσει έναν τέτοιο κώδικα. Ένας από αυτούς τους φορείς, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Αξιολόγηση των Φαρμακευτικών Προϊόντων με έδρα το Λονδίνο, ενέκρινε την πρότασή μας με ορισμένες βελτιώσεις, ενώ άλλοι άρχισαν να αναπτύσσουν τα δικά τους έργα. Η Επιτροπή ανακοίνωσε την πρόθεσή της να εγκρίνει τον κώδικα, αν και εξακολουθεί να μην είναι σαφής ο τρόπος με τον οποίο θα υλοποιήσει την πρόθεση αυτή.
Η αυτεπάγγελτη έρευνα είναι ακόμη ανοικτή, αλλά κατά τη γνώμη μου, και δεδομένου του ευρέος φάσματος των απαντήσεων που έχουν ήδη ληφθεί, θα ήταν πιο σκόπιμο να εξεταστεί μια νομική πρωτοβουλία για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού διοικητικού νόμου για την ορθή διοικητική πρακτική.
Τα τελευταία χρόνια, τόσο τα κράτη μέλη όσο και οι διεθνείς οργανισμοί τείνουν να καταρτίζουν κώδικες και καταλόγους ελέγχου σχετικά με την ορθή διοικητική συμπεριφορά. Στην Ισπανία, για παράδειγμα, γνωρίζω την ύπαρξη ενός νόμου διοικητικής δικονομίας, ο οποίος έχει τις ρίζες του στον περασμένο αιώνα και τείνει να ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις μεταξύ όλων των διοικήσεων και των διοικούμενων. Ωστόσο, κατά την άποψή μου, είναι αναγκαίο η Διοίκηση να αναλάβει τη δέσμευση να τηρεί μια σειρά γενικών κατευθυντήριων γραμμών συμπεριφοράς που ισχύουν όχι μόνο για όσους έχουν έννομη σχέση με αυτήν (διοικούμενη), αλλά και για κάθε πολίτη.
Για τους πολίτες, η έγκριση ενός τέτοιου κώδικα θα σήμαινε ότι η Ένωση θα έχει μια σύγχρονη, προσανατολισμένη στις υπηρεσίες διοίκηση πρόθυμη να εργαστεί για τους πολίτες και δεν θα χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για όλα τα προβλήματα της Ευρώπης.

5 ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ


Μια πιο αφοσιωμένη ευρωπαϊκή διοίκηση στην υπηρεσία των πολιτών υπήρξε ο σημαντικότερος στόχος του έργου μου τα τελευταία χρόνια. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η επίτευξη ενός Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς μου φαίνεται τόσο εξαιρετική.
Ωστόσο, η ανάπτυξη αυτή πρέπει επίσης να υποστηριχθεί σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Γνωρίζω ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων κάθε ευρωπαίου πολίτη απαιτεί συνεργασία σε όλα αυτά τα επίπεδα. Από την ταπεινή μου θέση, προσπάθησα να προχωρήσω προς αυτή την κατεύθυνση, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια για την προώθηση της συνεργασίας με τους συναδέλφους μου, τους εθνικούς, περιφερειακούς και τοπικούς διαμεσολαβητές, καθώς και με τις διάφορες επιτροπές αναφορών των κρατών μελών. Πιστεύω ότι μαζί πρέπει να είμαστε σε θέση να διατυπώσουμε ευέλικτους και αποτελεσματικούς μηχανισμούς για να παρέχουμε στους πολίτες τη βοήθεια που χρειάζονται για να προστατεύσουν τα δικαιώματά τους.
Σε αυτήν την αναζήτηση μιας Ευρώπης πιο κοντά στους πολίτες της, μιας πιο κοινωνικής και ανθρώπινης Ευρώπης, πιστεύω ότι το καθημερινό έργο του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, που ασχολείται με καταγγελίες και διεξάγει έρευνες με δική του πρωτοβουλία, συμβάλλει επίσης ελάχιστα.
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!
  • Εξαγωγή