• Υποβάλετε την αναφορά σας
  • Αίτηση παροχής πληροφοριών
 Δημόσια διαβούλευση σχετικά με τον στρατηγικό σχεδιασμό της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας Με ορίζοντα το 201960th Rome Treaty anniversaryη Ευρώπη σου - Η δικτυακή πύλη των δημόσιων ευρωπαϊκών και εθνικών υπηρεσιών άμεσης σύνδεσης

Εκτελεστικές διατάξεις

Διαθέσιμες γλώσσες  :  bg.es.cs.da.de.et.el.en.fr.ga.hr.it.lv.lt.hu.mt.nl.pl.pt.ro.sk.sl.fi.sv

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή για τη θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων

Άρθρο 1 : Ορισμοί

Για τους σκοπούς των παρουσών εκτελεστικών διατάξεων:

α) ως «θεσμικό όργανο» νοείται θεσμικό ή άλλο όργανο, οργανισμός ή υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

β) ως «καταστατικό» νοείται η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του [1]·

γ) ο «Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής» είναι το πρόσωπο που εκλέγεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 228 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

δ) η «Γραμματεία» στελεχώνεται από τους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό που επικουρεί τον Διαμεσολαβητή·

ε) ως «έγγραφο» νοείται κάθε περιεχόμενο, ανεξαρτήτως του χρησιμοποιηθέντος μέσου (γραμμένο σε χαρτί ή αποθηκευμένο υπό ηλεκτρονική μορφή ή με ηχητική, οπτική ή οπτικοακουστική εγγραφή).

Άρθρο 2 : Παραλαβή αναφορών

2.1. Ο Διαμεσολαβητής παραλαμβάνει αναφορές που υποβάλλονται εγγράφως, σε ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή. Ο Διαμεσολαβητής λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την υποστήριξη ατόμων με αναπηρία που επιθυμούν να ασκήσουν το δικαίωμα υποβολής αναφοράς στον Διαμεσολαβητή.

2.2. Οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν να προσδιορίζουν στην αναφορά τους τυχόν πληροφορίες που θεωρούν εμπιστευτικές. Ο προσδιορισμός των πληροφοριών αυτών ως εμπιστευτικών από τον ενδιαφερόμενο δεν εμποδίζει τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή από το να τις κοινοποιεί στο οικείο θεσμικό όργανο για τους σκοπούς της διεξαγωγής έρευνας.

2.3. Αναφορές που διαβιβάζονται στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξετάζονται από τον Διαμεσολαβητή με τη συναίνεση του υποβάλλοντος ως συνήθεις αναφορές.

2.4. Ανάλογα με την περίπτωση και υπό την αίρεση της συναίνεσης του ενδιαφερομένου, ο Διαμεσολαβητής μπορεί να παραπέμπει αναφορές σε άλλη αρμόδια αρχή.

Άρθρο 3 : Αρχική επεξεργασία των αναφορών

3.1. Ο Διαμεσολαβητής προσδιορίζει κατά πόσον μια αναφορά εμπίπτει στην εντολή του και, εφόσον αυτό συμβαίνει, κατά πόσον είναι παραδεκτή σύμφωνα με το άρθρο 2 του καταστατικού. Για τον σκοπό αυτό, η Γραμματεία του Διαμεσολαβητή μπορεί να ζητήσει από τον ενδιαφερόμενο την παροχή περαιτέρω πληροφοριών ή εγγράφων.

3.2. Εάν μια αναφορά δεν εμπίπτει στην εντολή του Διαμεσολαβητή ή κρίνεται μη παραδεκτή, o Διαμεσολαβητής κλείνει τον οικείο φάκελο.

3.3. Ο Διαμεσολαβητής αποφαίνεται σχετικά με την ύπαρξη λόγων που δικαιολογούν τη διεξαγωγή έρευνας στο πλαίσιο της εξέτασης μιας παραδεκτώς υποβληθείσας αναφοράς. Εάν o Διαμεσολαβητής κρίνει ότι δεν υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν τη διεξαγωγή έρευνας, κλείνει τον φάκελο της αναφοράς.

Άρθρο 4 : Ενέργειες συλλογής πληροφοριών κατά τη διάρκεια των ερευνών

4.1. Εάν ο Διαμεσολαβητής κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι που δικαιολογούν τη διεξαγωγή έρευνας, εξακριβώνει την ορθότητα των ισχυρισμών του ενδιαφερομένου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της έρευνας.

4.2. Ο Διαμεσολαβητής μπορεί να ζητήσει από το οικείο θεσμικό όργανο να απαντήσει σε αυτούς τους ισχυρισμούς, καθώς και να εκθέσει στην απάντησή του τη γνώμη του επί συγκεκριμένων πτυχών των ισχυρισμών και συγκεκριμένων ζητημάτων που προκύπτουν από την αναφορά ή σχετίζονται με αυτήν.

4.3. Ο Διαμεσολαβητής μπορεί να ζητήσει από ένα θεσμικό όργανο να του αποστείλει πληροφορίες ή έγγραφα. Μπορεί επίσης, κατόπιν διαβούλευσης με το οικείο θεσμικό όργανο, να προβεί σε επιθεώρηση των σχετικών εγγράφων.

4.4. Οι απαντήσεις του θεσμικού οργάνου επί των ζητημάτων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 4 πρέπει να υποβάλλονται εντός της ταχθείσας από τον Διαμεσολαβητή προθεσμίας, η οποία δεν υπερβαίνει κατά κανόνα τους τρεις μήνες. Η προθεσμία για την υποβολή απάντησης πρέπει να είναι εύλογη και να καθορίζεται ανάλογα με τον βαθμό πολυπλοκότητας και τον επείγοντα χαρακτήρα της έρευνας. Εάν ο Διαμεσολαβητής κρίνει ότι η έρευνα εξυπηρετεί σκοπούς δημόσιου συμφέροντος, η προθεσμία απάντησης πρέπει να είναι όσο το δυνατόν συντομότερη. Εάν το οικείο θεσμικό όργανο αδυνατεί να παράσχει στον Διαμεσολαβητή απάντηση εντός της ταχθείσας προθεσμίας, οφείλει να υποβάλει αιτιολογημένο αίτημα παράτασης.

4.5. Ο Διαμεσολαβητής μπορεί να ζητήσει από το οικείο θεσμικό όργανο να μεριμνήσει για την πραγματοποίηση συνάντησης μεταξύ τους προκειμένου να διευκρινιστούν τα ζητήματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της έρευνας.

4.6. Σύμφωνα με τους συναφείς κανόνες του καταστατικού, ο Διαμεσολαβητής μπορεί να ζητήσει από τους υπαλλήλους ή το λοιπό προσωπικό ενός θεσμικού οργάνου να καταθέσουν ως μάρτυρες. O Διαμεσολαβητής μπορεί να αποφασίσει ότι κατά την κατάθεση κάποιου μάρτυρα πρέπει να τηρηθεί η υποχρέωση εχεμύθειας.

4.7. Σύμφωνα με τους συναφείς κανόνες του καταστατικού, ο Διαμεσολαβητής μπορεί, για τον σκοπό της διεξαγωγής έρευνας, να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να παράσχει, μέσω της μόνιμης αντιπροσωπείας του, πληροφορίες ή έγγραφα που αφορούν την εικαζόμενη περίπτωση κακοδιοίκησης εκ μέρους κάποιου θεσμικού οργάνου.

4.8. Όταν ένα θεσμικό όργανο ή κράτος μέλος παρέχει πληροφορίες ή έγγραφα στον Διαμεσολαβητή σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3, 5 ή 7 του άρθρου 4, οφείλει να διευκρινίζει με σαφήνεια ποιες πληροφορίες θεωρεί εμπιστευτικές. Ο Διαμεσολαβητής δεν γνωστοποιεί εμπιστευτικές πληροφορίες στον ενδιαφερόμενο ούτε στο κοινό χωρίς την προηγούμενη σύμφωνη γνώμη του οικείου θεσμικού οργάνου ή κράτους μέλους.

4.9. Εάν κάποιο θεσμικό όργανο ή κράτος μέλος δεν παρέχει στον Διαμεσολαβητή τη συνδρομή που περιγράφεται στις παραγράφους 2, 3, 5 ή 7 του άρθρου 4, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει στο οικείο θεσμικό όργανο ή κράτος μέλος τους λόγους για τους οποίους είναι αναγκαία η συνδρομή αυτή. Εάν, κατόπιν διαβούλευσης με το οικείο θεσμικό όργανο ή κράτος μέλος, το ζήτημα δεν είναι δυνατόν να διευθετηθεί με ικανοποιητικό για τον Διαμεσολαβητή τρόπο, ο Διαμεσολαβητής ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, από το οποίο ζητά να προβεί στα κατάλληλα διαβήματα.

4.10. Ο Διαμεσολαβητής μπορεί, για τον σκοπό της διεξαγωγής έρευνας, να ζητήσει από τον ενδιαφερόμενο ή τρίτα μέρη να του παράσχουν πληροφορίες ή έγγραφα, ή διευκρινίσεις σχετικά με πληροφορίες ή έγγραφα που του έχουν ήδη παρασχεθεί. Ο Διαμεσολαβητής μπορεί επίσης να ζητήσει την πραγματοποίηση συνάντησης με τον ενδιαφερόμενο προκειμένου να διευκρινιστούν ζητήματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της έρευνας.

4.11. Ο Διαμεσολαβητής μπορεί να αναθέσει την εκπόνηση μελετών ή τη σύνταξη εκθέσεων εμπειρογνωμόνων που θεωρεί ότι σχετίζονται με την έρευνα.

Άρθρο 5 : Προτάσεις διακανονισμού

5.1. Εάν ο Διαμεσολαβητής κρίνει ότι είναι εφικτή η διευθέτηση μιας υπόθεσης, επιδιώκει την επίτευξη διακανονισμού με το οικείο θεσμικό όργανο.

5.2. Το οικείο θεσμικό όργανο οφείλει να απαντήσει στην πρόταση διακανονισμού του Διαμεσολαβητή εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η οποία δεν υπερβαίνει κατά κανόνα τους τρεις μήνες. Η προθεσμία για την υποβολή απάντησης πρέπει να είναι εύλογη και να καθορίζεται ανάλογα με τον βαθμό πολυπλοκότητας και τον επείγοντα χαρακτήρα της έρευνας. Εάν ο Διαμεσολαβητής κρίνει ότι η έρευνα εξυπηρετεί σκοπούς δημόσιου συμφέροντος, η προθεσμία απάντησης πρέπει να είναι όσο το δυνατόν συντομότερη. Εάν το ενδιαφερόμενο θεσμικό όργανο αδυνατεί να παράσχει στον Διαμεσολαβητή απάντηση εντός της ταχθείσας προθεσμίας, οφείλει να υποβάλει αιτιολογημένο αίτημα παράτασης.

5.3. Ο Διαμεσολαβητής θέτει στη διάθεση του ενδιαφερομένου αντίγραφο της πρότασης διακανονισμού και της σχετικής απάντησης του θεσμικού οργάνου, αφού την παραλάβει. Ο ενδιαφερόμενος έχει τη δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων στον Διαμεσολαβητή εντός προθεσμίας ενός μήνα.

Άρθρο 6 : Πορίσματα και συστάσεις

6.1. Ο Διαμεσολαβητής μπορεί κατά τη διάρκεια μιας έρευνας να διατυπώσει συστάσεις βελτίωσης για ζητήματα σχετικά με την έρευνα.

6.2. Εφόσον ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώσει κακοδιοίκηση ή επιτευχθεί διακανονισμός ή δεν δικαιολογείται η διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών, η υπόθεση περατώνεται με απόφαση στην οποία αναλύονται τα πορίσματα. Ο Διαμεσολαβητής διαβιβάζει την απόφαση στον ενδιαφερόμενο και στο οικείο θεσμικό όργανο.

6.3. Όταν ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει κρούσμα κακοδιοίκησης, υποβάλλει στο οικείο θεσμικό όργανο τη δέουσα ή τις δέουσες συστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καταστατικού, και του ζητά να γνωμοδοτήσει επ’ αυτών εντός τριών μηνών. Στη γνώμη πρέπει να αναφέρεται εάν το θεσμικό όργανο έχει, και εάν ναι με ποιον τρόπο, υλοποιήσει ή σκοπεύει να υλοποιήσει την ή τις συστάσεις. Ο Διαμεσολαβητής διαβιβάζει τη γνώμη στον ενδιαφερόμενο, ο οποίος μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις εντός προθεσμίας ενός μήνα.

6.4. Εφόσον υποπέσει στην αντίληψή του ότι το ζήτημα που διερευνά αποτελεί αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την έρευνα και ενημερώνει συναφώς τον ενδιαφερόμενο και το θεσμικό όργανο.

Άρθρο 7 : Περάτωση ερευνών που διαπιστώνουν κρούσμα κακοδιοίκησης και υποβολή εκθέσεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

7.1. Ο Διαμεσολαβητής, αφού αναλύσει τη γνώμη του οικείου θεσμικού οργάνου και τις τυχόν παρατηρήσεις που υπέβαλε ο ενδιαφερόμενος σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3 της παρούσας απόφασης, μπορεί να περατώσει την έρευνα ανακοινώνοντας τα οριστικά πορίσματα.

7.2. Ο Διαμεσολαβητής ενημερώνει ανά τακτά χρονικά διαστήματα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τις έρευνές του, μεταξύ άλλων μέσω της εκπόνησης ετήσιας έκθεσης.

7.3. Ο Διαμεσολαβητής μπορεί να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ειδική έκθεση για κάθε έρευνα που διαπιστώνει κρούσμα κακοδιοίκησης και άπτεται, κατά τη γνώμη του, του δημόσιου συμφέροντος.

Άρθρο 8 : Αυτεπάγγελτες έρευνες

8.1. Εφόσον κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι διεξαγωγής τους, ο Διαμεσολαβητής διεξάγει αυτεπάγγελτες έρευνες.

8.2. Οι διαδικασίες που εφαρμόζονται για τη διεξαγωγή ερευνών κατόπιν υποβολής αναφοράς ισχύουν κατ’ αναλογία και στην περίπτωση αυτεπάγγελτων ερευνών.

Άρθρο 9 : Διαδικαστικά θέματα

9.1. Εάν το κρίνει σκόπιμο με γνώμονα τους στρατηγικούς στόχους, o Διαμεσολαβητής μπορεί να προβεί σε ενέργειες για την εξέταση μιας αναφοράς κατά προτεραιότητα.

9.2. Ο Διαμεσολαβητής ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο, στον βαθμό που είναι αναγκαίο, σχετικά με την πρόοδο της εκάστοτε έρευνας. Εάν ο Διαμεσολαβητής κρίνει αναγκαία την παροχή διευκρινίσεων στον ενδιαφερόμενο σχετικά με κάποια πτυχή της απάντησης που δόθηκε στον Διαμεσολαβητή από το θεσμικό όργανο, μπορεί να διαβιβάσει στον ενδιαφερόμενο την απάντηση του οικείου θεσμικού οργάνου. Σε αυτή την περίπτωση, ο Διαμεσολαβητής μπορεί επίσης να θέσει στη διάθεση του ενδιαφερομένου αντίγραφο της επιστολής με την οποία καλεί το θεσμικό όργανο να του απαντήσει.

9.3. Ο Διαμεσολαβητής μπορεί να γνωστοποιεί μη εμπιστευτικές πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο μιας έρευνας. Στην ειδικότερη περίπτωση των ερευνών που άπτονται του δημόσιου συμφέροντος, ο Διαμεσολαβητής μπορεί να δημοσιοποιεί τις επιστολές που αποστέλλει στα θεσμικά όργανα ή στα κράτη μέλη, καθώς και τις αντίστοιχες απαντήσεις.

9.4. Ο Διαμεσολαβητής διατηρεί στην κατοχή του τα εμπιστευτικά έγγραφα που του διαβιβάζουν τα θεσμικά όργανα ή τα κράτη μέλη στο πλαίσιο έρευνας μόνο κατά τη διάρκεια της έρευνας και εφόσον δεν έχει παρέλθει η προθεσμία για την εξέταση αιτήσεων επανεξέτασης. Ο Διαμεσολαβητής μπορεί να ζητήσει από θεσμικό όργανο ή κράτος μέλος να διατηρήσει τα έγγραφα αυτά για χρονικό διάστημα πέντε τουλάχιστον ετών από τη στιγμή που το εν λόγω θεσμικό όργανο ή κράτος μέλος ειδοποιηθεί ότι ο Διαμεσολαβητής δεν τα διατηρεί πλέον υπό την κατοχή του.

9.5. Κατά την υποβολή αίτησης επανεξέτασης σύμφωνα με το άρθρο 10 της παρούσας απόφασης, ο ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο που τηρεί ο Διαμεσολαβητής σχετικά με την αναφορά, με εξαίρεση τα έγγραφα που χαρακτηρίζονται εμπιστευτικά από τα θεσμικά όργανα, τα κράτη μέλη ή τον Διαμεσολαβητή, καθώς και τυχόν άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες που περιέχονται στον φάκελο.

9.6. Ο Διαμεσολαβητής θεσπίζει κανόνες σχετικά με την πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 [2].

9.7. Ο Διαμεσολαβητής μπορεί, με δική του πρωτοβουλία και με γνώμονα την προστασία των έννομων συμφερόντων του ενδιαφερομένου ή τρίτου, να διαβαθμίσει ως εμπιστευτικές τις πληροφορίες που περιέχονται σε μια αναφορά ή σε άλλο έγγραφο.

9.8. Ο Διαμεσολαβητής εξετάζει περιστατικά άσκοπης επικοινωνίας και αναιτιολόγητης υποβολής αναφοράς τα οποία συνιστούν περιπτώσεις καταχρηστικής προσφυγής στις διαδικασίες του σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που έχει θεσπίσει για τον σκοπό αυτό.

9.9. Ο Διαμεσολαβητής μπορεί να προβεί στη διακοπή μιας έρευνας κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου. Το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει τον Διαμεσολαβητή να εκκινήσει αυτεπάγγελτη έρευνα σχετικά με το αντικείμενο της αναφοράς.

9.10. Ο Διαμεσολαβητής μπορεί να περατώσει μια έρευνα εάν ο ενδιαφερόμενος δεν παρέχει τις ζητούμενες πληροφορίες ή παρατηρήσεις.

Άρθρο 10 : Αιτήσεις επανεξέτασης

10.1. Ο ενδιαφερόμενος διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει την επανεξέταση απόφασης που έχει ληφθεί σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 3 της παρούσας απόφασης, καθώς και οποιουδήποτε πορίσματος της απόφασης με την οποία περατώνεται η εκάστοτε έρευνα, εκτός από τα πορίσματα με τα οποία διαπιστώνεται κρούσμα κακοδιοίκησης.

10.2. Οι αναλυτικοί κανόνες που διέπουν την εξέταση των αιτήσεων επανεξέτασης θεσπίζονται με απόφαση του Διαμεσολαβητή.

Άρθρο 11 : Ανάθεση της εξέτασης αναφορών

Ο Διαμεσολαβητής μπορεί να αναθέσει τη διεκπεραίωση κάποιου σκέλους της διαδικασίας εξέτασης της εκάστοτε αναφοράς στη Γραμματεία. Η Γραμματεία ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο σχετικά με το δικαίωμά του να ζητήσει από τον Διαμεσολαβητή την επανεξέταση απόφασης που έχει λάβει η Γραμματεία.

Άρθρο 12 : Συνεργασία με διαμεσολαβητές και ανάλογους φορείς στα κράτη μέλη

Ο Διαμεσολαβητής μπορεί να συνεργάζεται με διαμεσολαβητές και ανάλογους φορείς στα κράτη μέλη, μεταξύ άλλων μέσω του Ευρωπαϊκού Δικτύου Διαμεσολαβητών.

Άρθρο 13 : Γλώσσες

13.1. Όλοι ανεξαιρέτως μπορούν να απευθύνονται στον Διαμεσολαβητή σε οποιαδήποτε γλώσσα της Συνθήκης για κάθε ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην αρμοδιότητά του. Ο Διαμεσολαβητής συντάσσει την απάντησή του στην ίδια γλώσσα.

13.2. Οι αναφορές υποβάλλονται στον Διαμεσολαβητή σε οποιαδήποτε γλώσσα της Συνθήκης. Ο Διαμεσολαβητής επικοινωνεί με τον ενδιαφερόμενο στην ίδια γλώσσα.

13.3. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο Διαμεσολαβητής μπορεί να ζητήσει από τα θεσμικά όργανα να του παράσχουν αντίγραφα των σχετικών εγγράφων στη γλώσσα στην οποία ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε την αναφορά. Κατά την υποβολή ενός τέτοιου αιτήματος, ο Διαμεσολαβητής ενεργεί με βάση τις ανάγκες του ενδιαφερομένου και τους διαθέσιμους πόρους των θεσμικών οργάνων.

Άρθρο 14 : Έναρξη ισχύος

14.1. Ο Διαμεσολαβητής καταργεί τις εκτελεστικές διατάξεις που θεσπίστηκαν στις 8 Ιουλίου 2002, όπως τροποποιήθηκαν στις 5 Απριλίου 2004 και στις 3 Δεκεμβρίου 2008.

14.2. Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την 1η Σεπτεμβρίου 2016. Εφαρμόζεται σε κάθε έρευνα που βρίσκεται σε εξέλιξη ή ξεκινά την ημερομηνία εκείνη, καθώς και σε κάθε αναφορά επί της οποίας ο Διαμεσολαβητής δεν έχει ακόμη αποφανθεί κατά την ημερομηνία εκείνη.

14.3. Ο Διαμεσολαβητής ενημερώνει τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την παρούσα απόφαση.

14.4. Ο Διαμεσολαβητής δημοσιεύει την παρούσα απόφαση στην Επίσημη Εφημερίδα και στον δικτυακό του τόπο.

 

[1] Εκδόθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 9 Μαρτίου 1994 (ΕΕ L 113 της 4.5.1994, σ. 15) και τροποποιήθηκε με τις αποφάσεις του της 14ης Μαρτίου 2002 (ΕΕ L 92 της 9.4.2002, σ. 13) και 18ης Ιουνίου 2008 (ΕΕ L 189 της 17.7.2008, σ. 25).

[2] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43).