Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Σχέδιο σύστασης προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην καταγγελία 289/2005/(WP)GG
Σύσταση
Υπόθεση 289/2005/(WP)GG - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 22 Φεβρουαρίου 2005 - Σύσταση σχετικά με Τετάρτη | 27 Ιουλίου 2005 - Ειδική έκθεση στις Τρίτη | 22 Φεβρουαρίου 2005 - Απόφαση στις Πέμπτη | 01 Ιουνίου 2006
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Ο καταγγέλλων συνήθιζε να προσφέρει αθλητικά στοιχήματα στην Κάτω Σαξονία (Γερμανία). Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, την οποία υπέβαλε ο δικηγόρος του τον Ιανουάριο του 2005, ο καταγγέλλων ανέφερε ότι οι γερμανικές αρχές τον είχαν διατάξει να σταματήσει να προσφέρει αθλητικά στοιχήματα, αναγκάζοντάς τον έτσι να κλείσει την επιχείρησή του. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η συμπεριφορά των γερμανικών αρχών παραβίασε το δίκαιο της ΕΕ εν γένει και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ειδικότερα.
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ο δικηγόρος του υπέβαλε καταγγελία επί παραβάσει κατά της Γερμανίας και των γερμανικών αρχών στην Αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο Βερολίνο στις 20 Φεβρουαρίου 2004. Ωστόσο, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, του γνωστοποιήθηκε στη συνέχεια, απαντώντας σε έρευνα, ότι η καταγγελία δεν είχε εξεταστεί ούτε είχε αποσταλεί στις Βρυξέλλες. Κατόπιν τούτου, ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος απέστειλε την καταγγελία απευθείας στην Επιτροπή, όπου πρωτοκολλήθηκε με αριθμό αναφοράς 2004/4463.
Με επιστολή της 30ής Νοεμβρίου 2004, ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος ρώτησε την Επιτροπή σχετικά με την πορεία της έρευνας. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η επιστολή αυτή παρέμεινε αναπάντητη.
Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε βασικά ότι η Επιτροπή δεν είχε εξετάσει δεόντως την καταγγελία του για παράβαση. Ισχυρίστηκε ότι επείγει η ταχεία αντίδραση της Επιτροπής, διότι υπέστη ζημία λόγω του ότι δεν ήταν σε θέση να ασκήσει την επιχειρηματική του δραστηριότητα.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Κατά την αποστολή της γνώμης (Ιούνιος 2005), η Επιτροπή είχε λάβει 7 καταγγελίες κατά της Γερμανίας σχετικά με υπηρεσίες τυχερών παιχνιδιών (2003/4350, 2003/5288, 2004/4054, 2004/4463, 2004/4899, 2004/4685 και 2005/4017). Οι καταγγελίες αυτές αφορούσαν εθνικούς περιορισμούς στην οργάνωση των υπηρεσιών τυχερών παιχνιδιών, εμπορικές ανακοινώσεις σχετικά με τις υπηρεσίες τυχερών παιχνιδιών και την εγκατάσταση.
Η πρώτη καταγγελία φορέα παροχής υπηρεσιών αθλητικών στοιχημάτων καταχωρίστηκε τον Απρίλιο του 2003. Η Επιτροπή δεν είχε λάβει απόφαση για την κίνηση διαδικασίας επί παραβάσει, δεδομένου ότι η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχετική υπόθεση που αφορούσε την Ιταλία θεωρήθηκε καίριας σημασίας για την αξιολόγηση του εν λόγω περιορισμού. Η απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Νοεμβρίου 2003 στην υπόθεση C-243/01 (Gambelli κ.λπ.) είχε παράσχει στην Επιτροπή κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση των καταγγελιών αυτών.
Υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου, η Επιτροπή είχε αξιολογήσει τη δικαιολόγηση και την αναλογικότητα ορισμένων εθνικών απαγορεύσεων των υπηρεσιών αθλητικών στοιχημάτων. Στις 30 Μαρτίου 2004 απεστάλη στη Δανία προειδοποιητική επιστολή σε υπόθεση που αφορούσε υπηρεσίες αθλητικών στοιχημάτων.
Ωστόσο, κατά τις συνεδριάσεις της στις 13 Οκτωβρίου και στις 14 Δεκεμβρίου 2004, η Επιτροπή αποφάσισε να αναβάλει την έκδοση αποφάσεων για την κίνηση διαδικασιών επί παραβάσει σε υποθέσεις που αφορούσαν περιορισμούς παρόμοιους με εκείνους που έθεσε ο καταγγέλλων στην καταγγελία του επί παραβάσει σε υποθέσεις που αφορούσαν τη Γερμανία (2003/4350), την Ιταλία (2003/4616) και τις Κάτω Χώρες (2002/5443). Οι καταγγελίες αυτές εκκρεμούσαν τώρα για περαιτέρω εξέταση.
Η καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος παρελήφθη στις 26 Απριλίου 2004. Με επιστολή της 27ης Μαΐου 2004, η Επιτροπή ενημέρωσε τον δικηγόρο του καταγγέλλοντος ότι η καταγγελία είχε καταχωριστεί.
Με τηλεομοιοτυπία της 30ής Νοεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων ζήτησε αντίγραφο της αλληλογραφίας της Επιτροπής με τις γερμανικές αρχές. Η Επιτροπή δεν είχε μέχρι στιγμής επαφές με τις γερμανικές αρχές σχετικά με τις υπηρεσίες αθλητικών στοιχημάτων εν γένει ή σχετικά με οποιαδήποτε συγκεκριμένη υπόθεση.
Η Επιτροπή εξακολουθούσε να εξετάζει ενεργά συγκεκριμένες πτυχές της καταγγελίας παράβασης του καταγγέλλοντος. Στις 30 Μαΐου 2005, απέστειλε επιστολή στον δικηγόρο του καταγγέλλοντος, στην οποία εξηγούσε την κατάσταση και ζητούσε από τον καταγγέλλοντα να προσκομίσει αντίγραφο της άδειας του bookmaker του.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή έπρεπε να ενεργήσει γρήγορα, έπρεπε να σημειωθεί ότι η Επιτροπή δεν είχε την εξουσία ούτε να παρέμβει και να σταματήσει ενέργειες ούτε να αποτρέψει οποιαδήποτε ποινική έρευνα που κινήθηκε από κράτος μέλος.
Στην «Ανακοίνωση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου» [COM(2002) 141 τελικό, ΕΕ 2002, C 244, σ. 5], η Επιτροπή ανέφερε ότι, κατά γενικό κανόνα, πρότεινε να διερευνηθούν οι καταγγελίες με σκοπό να ληφθεί απόφαση για την έκδοση προειδοποιητικής επιστολής ή να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο εντός ενός έτους το πολύ από την ημερομηνία καταχώρισης της καταγγελίας. Ωστόσο, η Επιτροπή εξέτασε το ενδεχόμενο να μην μπορεί να τηρηθεί ο κανόνας αυτός. Αυτό ισχύει ιδίως όταν η Επιτροπή βρίσκεται αντιμέτωπη με υποθέσεις που συνεπάγονται δύσκολη αξιολόγηση της αιτιολόγησης και της αναλογικότητας, βάσει εκτιμήσεων δημόσιας τάξης, του επίμαχου εθνικού μέτρου. Αυτή ήταν η κατάσταση στην υπό κρίση υπόθεση. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή δεσμεύτηκε «να ενημερώσει γραπτώς τον καταγγέλλοντα». Αυτό είχε γίνει εν προκειμένω με το έγγραφο της 30ής Μαΐου 2005.
Η Επιτροπή υπέβαλε αντίγραφο της επιστολής της με ημερομηνία 30 Μαΐου 2005. Στην επιστολή αυτή, η Επιτροπή αναφέρεται στην καταγγελία παράβασης που υπέβαλε ο καταγγέλλων στις 5 Απριλίου 2004 και σε περαιτέρω επιστολές του καταγγέλλοντος ή του δικηγόρου του με ημερομηνία 15 Ιουνίου 2004, 30 Νοεμβρίου 2004 και 18 Απριλίου 2005. Η Επιτροπή δήλωσε ότι εξετάζει «εντατικά» την καταγγελία του καταγγέλλοντος και άλλες καταγγελίες σχετικά με τις υπηρεσίες αθλητικών στοιχημάτων στη Γερμανία. Όσον αφορά το χρονοδιάγραμμα, η επιστολή αναφέρει ότι «λόγω των ειδικών διαδικαστικών προθεσμιών για τις έρευνες της Επιτροπής σε σχέση με παραβάσεις της Συνθήκης, η λήψη θέσης από την Επιτροπή πιθανότατα δεν μπορεί να αναμένεται στο εγγύς μέλλον».
Οι παρατηρήσεις των καταγγελλόντωνΣτις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η γνώμη της Επιτροπής ήταν εσφαλμένη και ελλιπής όσον αφορά τις ημερομηνίες, δεδομένου ότι είχε ήδη υποβάλει την καταγγελία του στην Αντιπροσωπεία της Επιτροπής στο Βερολίνο στις 20 Φεβρουαρίου 2004. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η καταγγελία αυτή ούτε εξετάστηκε ούτε διαβιβάστηκε. Μόνο κατά την τηλεφωνική επικοινωνία με την Αντιπροσωπεία ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος διαπίστωσε ότι η καταγγελία βρισκόταν ακόμη στο Βερολίνο. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, είχε χαθεί πολύτιμος χρόνος. Επιπλέον, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να δει πώς πρότεινε η Επιτροπή να προχωρήσει περαιτέρω και πότε θα ζητούσε τελικά τη γνώμη της Γερμανίας.
Ο καταγγέλλων υπέβαλε αντίγραφα δύο επιστολών που εστάλησαν στην Επιτροπή στις 5 Απριλίου 2004 και στις 4 Ιουλίου 2005. Στην επιστολή του προς την Επιτροπή της 5ης Απριλίου 2004, ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος αναφέρεται στο γεγονός ότι είχε ήδη απευθύνει την καταγγελία στην Αντιπροσωπεία της Επιτροπής στο Βερολίνο στις 20 Φεβρουαρίου 2004.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Εισαγωγική παρατήρηση1.1 Ο καταγγέλλων συνήθιζε να προσφέρει αθλητικά στοιχήματα στην Κάτω Σαξονία (Γερμανία). Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, την οποία υπέβαλε ο δικηγόρος του τον Ιανουάριο του 2005, ο καταγγέλλων ανέφερε ότι οι γερμανικές αρχές τον είχαν διατάξει να σταματήσει να προσφέρει αθλητικά στοιχήματα, αναγκάζοντάς τον έτσι να κλείσει την επιχείρησή του. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η συμπεριφορά των γερμανικών αρχών παραβίασε το δίκαιο της ΕΕ εν γένει και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ειδικότερα. Η παρούσα υπόθεση αφορά τον χειρισμό της καταγγελίας παράβασης που υπέβαλε ο καταγγέλλων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2004 και η οποία καταχωρίστηκε από την τελευταία με αριθμό αναφοράς 2004/4463.
1.2 Στην καταγγελία του προς το Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η καταγγελία του για παράβαση είχε ήδη αποσταλεί, από το δικηγόρο του, στην Αντιπροσωπεία της Επιτροπής στο Βερολίνο στις 20 Φεβρουαρίου 2005. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, στη συνέχεια ενημερώθηκε, απαντώντας σε έρευνα, ότι η καταγγελία δεν είχε εξεταστεί ούτε είχε αποσταλεί στις Βρυξέλλες. Κατόπιν τούτου, ο καταγγέλλων υπέβαλε την καταγγελία του απευθείας στην Επιτροπή με επιστολή της 5ης Απριλίου 2004.
1.3 Κατά τη γνώμη της, η Επιτροπή δεν εξέτασε τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η καταγγελία του για παράβαση είχε ήδη υποβληθεί στις 20 Φεβρουαρίου 2004, αλλά δεν είχε εξεταστεί αρχικά.
1.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να εξετάσει δεόντως την επιστολή που ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι απηύθυνε στην Αντιπροσωπεία της Επιτροπής αναφέρεται σαφώς στην καταγγελία που του υπέβαλε ο καταγγέλλων τον Ιανουάριο του 2005. Μπορεί να είναι χρήσιμο να υπενθυμιστεί ότι η καταγγελία αυτή αποτελείται από μία μόνο σελίδα και ορισμένα συνημμένα. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής δεν κατανοεί τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή δεν εξέτασε το ζήτημα αυτό στη γνωμοδότησή της. Ως εκ τούτου, για να αποσαφηνιστεί το ζήτημα αυτό, θα πρέπει να διεξαχθούν περαιτέρω έρευνες. Αυτές οι περαιτέρω έρευνες θα οδηγήσουν αναπόφευκτα σε περαιτέρω καθυστέρηση σε ένα θέμα που, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, είναι επείγον. Ως εκ τούτου, λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματά του σχετικά με τις άλλες πτυχές της υπόθεσης (βλ. σημείο 2 κατωτέρω), ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καλύτερος τρόπος για να δοθεί συνέχεια είναι να εξαιρεθεί το προαναφερθέν ζήτημα από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας έρευνας, ώστε να μπορέσει ο Διαμεσολαβητής να ασχοληθεί με τον πυρήνα του ζητήματος το συντομότερο δυνατόν. Ωστόσο, ο καταγγέλλων παραμένει ελεύθερος να του υποβάλει εκ νέου το εν λόγω ζήτημα στο πλαίσιο χωριστής καταγγελίας.
1.5 Ως εκ τούτου, η παρούσα έρευνα δεν θα εξετάσει τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή παρέλειψε να εξετάσει δεόντως την επιστολή του της 20ής Φεβρουαρίου 2004.
2 Εικαζόμενη παράλειψη εξέτασης της καταγγελίας παράβασης2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν είχε εξετάσει δεόντως την καταγγελία παράβασης 2004/4463. Τόνισε ότι είχε ρωτήσει σχετικά με την πορεία των εργασιών σε επιστολή που απέστειλε στις 30 Νοεμβρίου 2004 χωρίς να λάβει απάντηση.
2.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή επισήμανε ότι κατά τον χρόνο αποστολής της γνώμης (Ιούνιος 2005), είχε λάβει επτά καταγγελίες κατά της Γερμανίας σχετικά με τις υπηρεσίες τυχερών παιχνιδιών (2003/4350, 2003/5288, 2004/4054, 2004/4463, 2004/4899, 2004/4685 και 2005/4017). Η Επιτροπή εξήγησε ότι είχε καταχωρίσει την πρώτη καταγγελία τον Απρίλιο του 2003 και ότι δεν είχε λάβει απόφαση για την κίνηση διαδικασίας επί παραβάσει, δεδομένου ότι η απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σε συναφή υπόθεση που αφορούσε την Ιταλία θεωρήθηκε καίριας σημασίας για την αξιολόγηση του εν λόγω περιορισμού. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Νοεμβρίου 2003 στην υπόθεση C-243/01 (Gambelli κ.λπ.) της είχε παράσχει κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση τέτοιων καταγγελιών.
Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι, υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου, είχε αξιολογήσει τη δικαιολόγηση και την αναλογικότητα ορισμένων εθνικών απαγορεύσεων των υπηρεσιών αθλητικών στοιχημάτων και ότι στις 30 Μαρτίου 2004 απεστάλη στη Δανία προειδοποιητική επιστολή σε υπόθεση που αφορούσε υπηρεσίες αθλητικών στοιχημάτων.
Ωστόσο, κατά τις συνεδριάσεις της στις 13 Οκτωβρίου και στις 14 Δεκεμβρίου 2004, η Επιτροπή αποφάσισε να αναβάλει την έκδοση αποφάσεων για την κίνηση διαδικασιών επί παραβάσει σε υποθέσεις που αφορούσαν περιορισμούς παρόμοιους με εκείνους που έθεσε ο καταγγέλλων στην καταγγελία του επί παραβάσει σε υποθέσεις που αφορούσαν τη Γερμανία (2003/4350), την Ιταλία (2003/4616) και τις Κάτω Χώρες (2002/5443). Οι καταγγελίες αυτές τελούν τώρα υπό περαιτέρω εξέταση.
Η Επιτροπή εξήγησε ότι, με τηλεομοιοτυπία της 30ής Νοεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων ζήτησε αντίγραφο της αλληλογραφίας του με τις γερμανικές αρχές. Υπογράμμισε ότι μέχρι στιγμής δεν είχε επαφές με τις γερμανικές αρχές σχετικά με τις υπηρεσίες αθλητικών στοιχημάτων εν γένει ή σχετικά με οποιαδήποτε συγκεκριμένη περίπτωση.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, εξακολουθούσε να εξετάζει ενεργά συγκεκριμένες πτυχές της καταγγελίας παράβασης του καταγγέλλοντος. Στις 30 Μαΐου 2005, απέστειλε επιστολή στον δικηγόρο του καταγγέλλοντος, στην οποία εξηγούσε την κατάσταση και ζητούσε από τον καταγγέλλοντα να προσκομίσει αντίγραφο της άδειας του bookmaker του.
Η Επιτροπή επισήμανε ότι είχε αναφέρει, στην «Ανακοίνωση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου» [COM(2002) 141 τελικό, ΕΕ 2002, C 244, σ. 5], ότι, κατά γενικό κανόνα, πρότεινε να διερευνηθούν οι καταγγελίες προκειμένου να ληφθεί απόφαση για την έκδοση προειδοποιητικής επιστολής ή να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο το αργότερο εντός ενός έτους από την ημερομηνία καταχώρισης της καταγγελίας. Ωστόσο, κατά την Επιτροπή, τούτο δεν απέκλειε το ενδεχόμενο η έρευνά της να διαρκέσει περισσότερο από αυτό. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι αυτό ισχύει ιδίως όταν αντιμετωπίζει υποθέσεις που συνεπάγονται δύσκολη αξιολόγηση της αιτιολόγησης και της αναλογικότητας, βάσει εκτιμήσεων δημόσιας τάξης, του επίμαχου εθνικού μέτρου. Κατά την Επιτροπή, αυτή ήταν η κατάσταση στην υπό κρίση υπόθεση. Η Επιτροπή σημείωσε ότι είχε δεσμευθεί «να ενημερώσει γραπτώς τον καταγγέλλοντα» υπό τις περιστάσεις αυτές. Κατά την Επιτροπή, τούτο συνέβη εν προκειμένω με το έγγραφο της 30ής Μαΐου 2005.
2.3 Αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική η απάντηση σε επιστολές πολιτών εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή απάντησε στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 30ής Νοεμβρίου 2004 στις 30 Μαΐου 2005, δηλαδή έξι μήνες μετά την αποστολή της. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν δόθηκε καμία εξήγηση ή συγγνώμη για αυτή τη σημαντική καθυστέρηση. Επομένως, η παράλειψη της Επιτροπής να απαντήσει στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 30ής Νοεμβρίου 2004 εντός εύλογου χρονικού διαστήματος συνιστά κακοδιοίκηση.
2.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή δεσμεύτηκε, στην «Ανακοίνωση» του 2002, να διερευνήσει τις καταγγελίες με σκοπό να καταλήξει σε απόφαση για την έκδοση προειδοποιητικής επιστολής ή να θέσει την υπόθεση στο αρχείο το αργότερο εντός ενός έτους από την ημερομηνία καταχώρισης της καταγγελίας. Είναι σαφές από τη διατύπωση της ανακοίνωσης («κατά κανόνα») ότι αυτό δεν αποκλείει το ενδεχόμενο η έρευνα να διαρκέσει περισσότερο από ένα έτος όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι, ιδίως όταν μια καταγγελία εγείρει δύσκολα ή περίπλοκα ζητήματα. Όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, η «ανακοίνωση» του 2002 προβλέπει ότι ο καταγγέλλων πρέπει να ενημερώνεται γραπτώς στις περιπτώσεις αυτές.
Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, για να έχουν νόημα, οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σε έναν καταγγέλλοντα σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει τουλάχιστον να εξηγούν τους λόγους για τους οποίους ο χειρισμός της καταγγελίας θα διαρκέσει περισσότερο από ένα έτος.
Ωστόσο, στην επιστολή της προς τον καταγγέλλοντα της 30ής Μαΐου 2005, η Επιτροπή ανέφερε απλώς «ότι, λόγω των ειδικών διαδικαστικών προθεσμιών για τις έρευνες της Επιτροπής σε σχέση με τις παραβάσεις της Συνθήκης, η λήψη θέσης από την Επιτροπή πιθανότατα δεν μπορεί να αναμένεται στο εγγύς μέλλον».
Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, αυτή η «εξήγηση» είναι προδήλως ανεπαρκής, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται σε ιδιαίτερες περιστάσεις που θα δικαιολογούσαν το γεγονός ότι η έρευνα της Επιτροπής υπερέβη την περίοδο του ενός έτους που θα έπρεπε, σύμφωνα με την «ανακοίνωση» του 2002, να τηρείται «κατά κανόνα». Ως εκ τούτου, η παράλειψη της Επιτροπής να παράσχει επαρκείς λόγους για τους οποίους δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει την έρευνά της σχετικά με την καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος εντός ενός έτους από την καταχώρισή της συνιστά κακοδιοίκηση.
2.5 Όσον αφορά τον χειρισμό της καταγγελίας παράβασης αυτής καθαυτής, αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική να εξετάζονται οι εν λόγω καταγγελίες επιμελώς και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή ισχυρίστηκε, κατά τη γνώμη της, ότι εξακολουθεί να εξετάζει ενεργά συγκεκριμένες πτυχές της καταγγελίας παράβασης του καταγγέλλοντος. Σημειώνει επίσης ότι στην επιστολή της προς τον καταγγέλλοντα της 30ής Μαΐου 2005, η Επιτροπή ανέφερε ότι ασχολήθηκε «εντατικά» με την καταγγελία του καταγγέλλοντος και άλλες καταγγελίες σχετικά με τις υπηρεσίες αθλητικών στοιχημάτων στη Γερμανία.
Ωστόσο, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν φαίνεται να υποστηρίζονται από τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή.
Πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι η Επιτροπή τόνισε ότι η απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Νοεμβρίου 2003 στην υπόθεση C-243/01 (Gambelli κ.λπ.) της είχε παράσχει κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση καταγγελιών όπως αυτή που της υπέβαλε ο καταγγέλλων. Ωστόσο, η απόφαση αυτή είχε ήδη εκδοθεί πριν από περισσότερα από 1 ½ χρόνια. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι η καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος την έφερε αντιμέτωπη με μια υπόθεση που συνεπάγεται δύσκολη αξιολόγηση της αιτιολόγησης και της αναλογικότητας, βάσει εκτιμήσεων δημόσιας τάξης, του επίμαχου εθνικού μέτρου. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι η ίδια η Επιτροπή, κατά τη γνώμη της, αναγνώρισε ότι μέχρι στιγμής δεν είχε επαφές με τις γερμανικές αρχές σχετικά με τις υπηρεσίες αθλητικών στοιχημάτων εν γένει ή σχετικά με οποιαδήποτε συγκεκριμένη υπόθεση. Είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτός ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή θα μπορούσε να αξιολογήσει την αιτιολόγηση και την αναλογικότητα των σχετικών διατάξεων του γερμανικού δικαίου χωρίς, τουλάχιστον, να ζητήσει από τις γερμανικές αρχές πληροφορίες και εξηγήσεις σχετικά με τους «λόγους δημόσιας τάξης» στους οποίους βασίστηκαν οι εν λόγω διατάξεις.
2.6 Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε δεόντως την καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος.
3 ΣυμπέρασμαΜε βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στην Επιτροπή το ακόλουθο σχέδιο σύστασης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή:
Το σχέδιο σύστασηςΗ Επιτροπή θα πρέπει να εξετάζει την καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος επιμελώς και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
Η Επιτροπή και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για το παρόν σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 31 Οκτωβρίου 2005. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή της απόφασης του Διαμεσολαβητή και στην περιγραφή των μέτρων που ελήφθησαν για την εφαρμογή του σχεδίου σύστασης.
Στρασβούργο, 27 Ιουλίου 2005
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με τους κανονισμούς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).