Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Σχέδιο σύστασης προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην καταγγελία 146/2005/GG
Σύσταση
Υπόθεση 146/2005/GG - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 18 Ιανουαρίου 2005 - Σύσταση σχετικά με Τετάρτη | 15 Ιουνίου 2005 - Απόφαση στις Παρασκευή | 09 Ιουνίου 2006
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΙστορικόΗ καταγγέλλουσα είναι γερμανική εταιρεία που δραστηριοποιείται στην ανακύκλωση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων. Η διαδικασία που χρησιμοποιήθηκε από τον καταγγέλλοντα έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή «Fluxöl» (πετρελαίου ροής).
Το άρθρο 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 75/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί διαθέσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων (όπως τροποποιήθηκε, στο εξής «οδηγία») ορίζει τα εξής: «Όταν το επιτρέπουν τεχνικοί, οικονομικοί και οργανωτικοί περιορισμοί, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να δώσουν προτεραιότητα στην επεξεργασία των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση.»
Σύμφωνα με το άρθρο 1 της οδηγίας, ως «αναγέννηση» νοείται «κάθε διεργασία με την οποία τα βασικά έλαια μπορούν να παραχθούν με τη διύλιση απόβλητων ελαίων, ιδίως με την αφαίρεση των προσμείξεων, των προϊόντων οξείδωσης και των προσθέτων που περιέχονται στα έλαια αυτά».
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Γερμανία επιχορηγεί την καύση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων (για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας) το αργότερο από το 1993. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις διατάξεις της οδηγίας και υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή. Η τελευταία κίνησε διαδικασία επί παραβάσει, η οποία οδήγησε σε απόφαση του Δικαστηρίου το 1999 που αποφάνθηκε υπέρ της Επιτροπής (υπόθεση C-102/97).
Η Γερμανία ήταν αρχικά απρόθυμη να συμμορφωθεί με την απόφαση αυτή. Φαίνεται ότι η Γερμανία δέχθηκε να τροποποιήσει τη νομοθεσία της μόνο αφού η καταγγέλλουσα απευθύνθηκε εκ νέου στην Επιτροπή και η τελευταία έλαβε μέτρα για να χρησιμοποιήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 228 της συνθήκης ΕΚ (το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής χρηματικών ποινών).
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι τροποποιημένοι κανόνες ορίζουν τον όρο «αναγέννηση» κατά τρόπο ώστε να αποκλείονται (ή να είναι δυνατός ο αποκλεισμός) οι διεργασίες που οδηγούν στην παραγωγή «πετρελαίου εισροής». Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το μέτρο αυτό ελήφθη σκόπιμα για την επιβολή κυρώσεων.
Καταγγελία 1272/2004/GGΣτις 5 Μαΐου 2004, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν είχε εφαρμόσει το κοινοτικό δίκαιο εν γένει και την προαναφερθείσα απόφαση ειδικότερα.
Στη γνώμη που υπέβαλε τον Αύγουστο του 2004, η Επιτροπή επισήμανε ότι η καταγγελία στον Διαμεσολαβητή αφορούσε την καταγγελία επί παραβάσει 2002/4775 που είχε υποβάλει ο καταγγέλλων στην Επιτροπή στις 28 Ιουνίου 2002. Η Επιτροπή εξήγησε ότι, κατά τη διάρκεια των ερευνών της σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, η Γερμανία είχε παράσχει πληροφορίες σχετικά με τη νομική δυνατότητα της διοίκησης να επιβάλει την προτεραιότητα για την αναγέννηση των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων και ισχυρίστηκε ότι η ποσόστωση αναγέννησης στη Γερμανία απέδειξε ότι η αρχή της προτεραιότητας επιτεύχθηκε στην πράξη.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, από μεταγενέστερη συνάντηση με τις αρμόδιες γερμανικές αρχές τον Σεπτέμβριο του 2003 προέκυψε ότι εξασφαλιζόταν καταρχήν η εφαρμογή της αρχής της προτεραιότητας. Ωστόσο, η Γερμανία είχε παραδεχθεί ότι οι στατιστικές για τα μη αναγεννημένα χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια (αποτέφρωση, ανακύκλωση σε άλλα προϊόντα) ήταν αναξιόπιστες και ότι, ως εκ τούτου, επρόκειτο να δρομολογηθεί ειδική μελέτη. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής, τα οποία αναμένονταν έως το τέλος του 2004, θα έπρεπε να αναμένονταν πριν από τη λήψη απόφασης σχετικά με τη διαδικασία επί παραβάσει (2).
Η γνώμη απεστάλη στον καταγγέλλοντα για να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Τέτοιου είδους παρατηρήσεις δεν ελήφθησαν.
Υπό το πρίσμα των περιστάσεων που ανέφερε η Επιτροπή, ιδίως του γεγονότος ότι η Γερμανία φαίνεται να παραδέχθηκε ότι οι στατιστικές της σχετικά με τα μη αναγεννημένα χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια ήταν αναξιόπιστες, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η προσέγγιση της Επιτροπής ήταν εύλογη. Ως εκ τούτου, στις 24 Νοεμβρίου 2004, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την έρευνά του διαπιστώνοντας ότι δεν συντρέχει περίπτωση κακοδιοίκησης. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι ο καταγγέλλων θα μπορούσε να υποβάλει νέα καταγγελία σε μελλοντικό στάδιο, εάν θεωρούσε ότι η Επιτροπή δεν εξέταζε την υπόθεση με τη δέουσα επιμέλεια.
Καταγγελία 3534/2004/GGΜε επιστολή της 30ής Νοεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να συνεχίσει την έρευνά του ή, εάν αυτό δεν ήταν δυνατόν, να θεωρήσει την επιστολή του ως νέα καταγγελία.
Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η προαναφερθείσα μελέτη θα ήταν έτοιμη το νωρίτερο τον Σεπτέμβριο του 2005. Υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, ότι τόσο η Επιτροπή όσο και η Γερμανία έπαιζαν με την πάροδο του χρόνου.
Δεδομένου ότι η έρευνα σχετικά με την καταγγελία 1272/2004/GG είχε ήδη περατωθεί, η νέα επιστολή του καταγγέλλοντος καταχωρίστηκε ως νέα καταγγελία.
Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η επανέναρξη έρευνας που είχε περατωθεί στα τέλη Νοεμβρίου 2004 θα είχε νόημα μόνο εάν υπήρχαν νέα γεγονότα ή επιχειρήματα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ανάλυση του Διαμεσολαβητή. Ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή και η Γερμανία καθυστερούσαν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως νέο επιχείρημα. Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν είχε υποβάλει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η σχετική μελέτη όντως καθυστέρησε και ότι η Επιτροπή δεν είχε δώσει τη δέουσα συνέχεια στο θέμα.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν υπήρχαν επαρκείς λόγοι για τη διεξαγωγή έρευνας. Ωστόσο, εφιστάται η προσοχή του καταγγέλλοντος στη δυνατότητα ανανέωσης της καταγγελίας του, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν προσκομιστεί επαρκή αποδεικτικά στοιχεία.
Η τηλεφωνική συνομιλία της 7ης Ιανουαρίου 2005Στις 7 Ιανουαρίου 2005, ο καταγγέλλων κάλεσε το Γραφείο του Διαμεσολαβητή να ρωτήσει ποια αποδεικτικά στοιχεία χρειάζονταν. Ο αρμόδιος για την υπόθεση υπάλληλος εξήγησε ότι ο Διαμεσολαβητής χρειαζόταν στοιχεία που να αποδεικνύουν ή να υποδηλώνουν ότι η σχετική μελέτη δεν θα ήταν διαθέσιμη πριν από τα μέσα του 2005.
Το ηλεκτρονικό μήνυμα της 10ης Ιανουαρίου 2005Στις 10 Ιανουαρίου 2005, ο καταγγέλλων υπέβαλε αντίγραφο ενημερωτικού δελτίου που συνέταξε το ινστιτούτο, το οποίο φαίνεται να ασχολείται με τη σχετική μελέτη. Σύμφωνα με το δελτίο αυτό, η μελέτη καλύπτει την περίοδο από τον Ιούνιο του 2004 έως τον Ιούνιο του 2005.
Το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα καταχωρίστηκε ως νέα καταγγελία (146/2005/GG). Με βάση τις πληροφορίες που παρέσχε ο καταγγέλλων, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να ζητήσει από την Επιτροπή να γνωμοδοτήσει σχετικά με τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή δεν είχε εφαρμόσει το κοινοτικό δίκαιο και τις αποφάσεις που εκδόθηκαν βάσει του κοινοτικού δικαίου.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Η επιθυμία αναμονής των αποτελεσμάτων της σχετικής μελέτης είχε αναφερθεί στη γνώμη της Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία 1272/2004/ΦΕΚ ως ο κύριος λόγος για τη διατήρηση της καταγγελίας 2002/4775 σε εκκρεμότητα. Στην εν λόγω γνωμοδότηση (η οποία είχε εκπονηθεί το καλοκαίρι του 2004), είχε εξηγηθεί ότι η μελέτη θα ήταν διαθέσιμη έως το τέλος του 2004.
Τον Ιούλιο του 2004, οι γερμανικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι η μελέτη είχε δρομολογηθεί εν τω μεταξύ, αν και με καθυστέρηση. Ανέφεραν ότι αναμενόταν ενδιάμεση έκθεση για τον Σεπτέμβριο του 2004. Η Επιτροπή δεν μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνη για την καθυστέρηση αυτή, ούτε η Γερμανία είχε, βάσει του κοινοτικού δικαίου, την υποχρέωση να πραγματοποιήσει μια τέτοια μελέτη.
Στις 7 Οκτωβρίου 2004, η Γερμανία διαβίβασε στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας. Η ανακοίνωση αυτή περιλάμβανε ένα μοντέλο για τον υπολογισμό των ροών απόβλητων ελαίων στη Γερμανία. Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, οι ποσότητες των αναγεννημένων απόβλητων ελαίων είχαν αυξηθεί σημαντικά κατά τα τελευταία έτη, ενώ η συνολική ποσότητα απόβλητων ελαίων καθώς και η ποσότητα των καμένων απόβλητων ελαίων που περιέχονται σε αυτά είχαν μειωθεί.
Η πρώτη ενδιάμεση έκθεση σχετικά με την προαναφερθείσα μελέτη είχε επισυναφθεί στην παρούσα ανακοίνωση. Στόχος της μελέτης αυτής ήταν η επεξεργασία ισορροπίας ροής απόβλητων ελαίων που να ικανοποιεί τις ανάγκες πληροφόρησης της Επιτροπής και να χρησιμεύει ως κοινή βάση για τη συζήτηση με τους παράγοντες των απόβλητων ελαίων. Η έκθεση περιέγραφε λεπτομερώς το μοντέλο υπολογισμού που χρησιμοποίησαν οι γερμανικές αρχές και κατέληγε στο συμπέρασμα ότι αποτελούσε καλή βάση για περαιτέρω έρευνα. Κατά τη διάρκεια της μελέτης, το μοντέλο θα προσαρμοστεί ώστε να ληφθούν οι πραγματικές ροές απόβλητων ελαίων.
Στην ανακοίνωση επισυνάπτονταν επίσης οι όροι αναφοράς της μελέτης. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, η τελική έκθεση έπρεπε πράγματι να υποβληθεί τον Ιούνιο του 2005.
Με βάση τις διαθέσιμες επί του παρόντος πληροφορίες, η Επιτροπή κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι η Γερμανία είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα για να δώσει προτεραιότητα στην επεξεργασία των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση. Ωστόσο, η Επιτροπή έκρινε αναγκαίο να αναμείνει την τελική έκθεση για να σχηματίσει μια όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα πριν λάβει απόφαση επί της καταγγελίας 2002/4775.
Παρατηρήσεις των καταγγελλόντωνΗ επιστολή του καταγγέλλοντος της 27ης Μαΐου 2005
Στην επιστολή του της 27ης Μαΐου 2005, ο καταγγέλλων υπέβαλε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Η καταγγελία 2002/4775 υποβλήθηκε στις 28 Ιουνίου 2002. Έκτοτε, είχαν παρέλθει σχεδόν τρία έτη χωρίς η Επιτροπή να είναι σε θέση να παράσχει ουσιαστική απάντηση.
Η σχετική μελέτη είχε καθυστερήσει, δεδομένου ότι είχε υποσχεθεί η Γερμανία για τις αρχές του 2004. Η μελέτη ήταν επίσης μέρος των προσπαθειών της Γερμανίας να κερδίσει χρόνο.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τον υπεύθυνο του γερμανικού Υπουργείου Περιβάλλοντος, η Επιτροπή είχε διακόψει όλες τις διαδικασίες κατά των κρατών μελών που δεν είχαν ακόμη μεταφέρει την οδηγία στο εθνικό τους δίκαιο. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, υπήρχε σαφής τάση εντός της Επιτροπής για πλήρη κατάργηση της οδηγίας.
Υπήρξαν ορισμένα περαιτέρω ερωτήματα που δεν είχαν αποσαφηνιστεί από τη γνώμη της Επιτροπής (3).
Δεδομένου ότι οποιαδήποτε περαιτέρω καθυστέρηση προκάλεσε σημαντική ζημία, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να μεριμνήσει ώστε η Επιτροπή να εφαρμόσει ταχέως την απόφαση του Δικαστηρίου και την οδηγία.
Επιστολές του καταγγέλλοντος της 31ης Μαΐου 2005 και της 9ης Ιουνίου 2005Σε περαιτέρω επιστολές της 31ης Μαΐου και της 9ης Ιουνίου 2005, ο καταγγέλλων επανέλαβε τις απόψεις του.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Εικαζόμενη μη εκτέλεση του κοινοτικού δικαίου και των αποφάσεων που εκδόθηκαν βάσει του κοινοτικού δικαίου1.1 Η καταγγέλλουσα είναι γερμανική εταιρεία που δραστηριοποιείται στην ανακύκλωση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων. Το άρθρο 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 75/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί διαθέσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων (όπως τροποποιήθηκε, στο εξής «οδηγία») ορίζει τα εξής: «Εφόσον το επιτρέπουν οι τεχνικοί, οικονομικοί και οργανωτικοί περιορισμοί, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να δώσουν προτεραιότητα στην επεξεργασία των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση.» Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Γερμανία δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα οδηγία. Μετά την υποβολή καταγγελίας από τον καταγγέλλοντα στην Επιτροπή, η τελευταία κίνησε διαδικασία επί παραβάσει, η οποία οδήγησε σε απόφαση του Δικαστηρίου το 1999 που αποφάνθηκε υπέρ της γνώμης της Επιτροπής (4). Το 2002, ο καταγγέλλων υπέβαλε νέα καταγγελία στην Επιτροπή (καταγγελία επί παραβάσει 2002/4775).
1.2 Στις 5 Μαΐου 2004, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή (καταγγελία 1272/2004/ΦΕΚ). Στην καταγγελία αυτή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν είχε εφαρμόσει το κοινοτικό δίκαιο και τις αποφάσεις που εκδόθηκαν βάσει του κοινοτικού δικαίου.
Στη γνώμη της σχετικά με την εν λόγω καταγγελία (η οποία υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή τον Αύγουστο του 2004), η Επιτροπή εξήγησε ότι, κατά τη διάρκεια των ερευνών στην υπόθεση 2002/4775, η Γερμανία είχε παράσχει πληροφορίες που υποδείκνυαν τη νομική δυνατότητα της διοίκησης να επιβάλει την προτεραιότητα για την αναγέννηση των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων και ισχυριζόταν ότι η ποσόστωση αναγέννησης στη Γερμανία αποδείκνυε ότι η αρχή της προτεραιότητας επιτυγχανόταν στην πράξη. Κατά την Επιτροπή, σε μεταγενέστερη συνάντηση με τις αρμόδιες γερμανικές αρχές τον Σεπτέμβριο του 2003, οι γερμανικές αρχές παραδέχθηκαν ότι οι στατιστικές για τα μη αναγεννημένα χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια ήταν αναξιόπιστες και ότι, ως εκ τούτου, επρόκειτο να εκπονηθεί ειδική μελέτη. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής, τα οποία αναμένονταν έως το τέλος του 2004, θα έπρεπε να αναμένονταν πριν από τη λήψη απόφασης σχετικά με τη διαδικασία επί παραβάσει.
1.3 Υπό το φως των περιστάσεων που ανέφερε η Επιτροπή, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η προσέγγιση της Επιτροπής ήταν εύλογη. Ως εκ τούτου, στις 24 Νοεμβρίου 2004, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την έρευνά του διαπιστώνοντας ότι δεν συντρέχει περίπτωση κακοδιοίκησης. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι ο καταγγέλλων θα μπορούσε να υποβάλει νέα καταγγελία σε μελλοντικό στάδιο, εάν θεωρούσε ότι η Επιτροπή δεν εξέταζε την υπόθεση με τη δέουσα επιμέλεια.
1.4 Τον Ιανουάριο του 2005, ο καταγγέλλων ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να ανανεώσει την έρευνά του, υποβάλλοντας στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η σχετική μελέτη δεν θα ήταν διαθέσιμη πριν από τα μέσα του 2005. Ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να καταχωρίσει την επιστολή του καταγγέλλοντος ως νέα καταγγελία (καταγγελία 146/2005/GG) και να κινήσει έρευνα.
1.5 Στη γνώμη της σχετικά με τη νέα καταγγελία, η Επιτροπή επισήμανε ότι είχε ενημερωθεί τον Ιούλιο του 2004 από τις γερμανικές αρχές ότι η μελέτη είχε δρομολογηθεί εν τω μεταξύ, αν και με καθυστέρηση. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνη για την καθυστέρηση αυτή. Προσέθεσε ότι η Γερμανία είχε παράσχει πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας στις 7 Οκτωβρίου 2004 και ότι η πρώτη ενδιάμεση έκθεση σχετικά με την προαναφερθείσα μελέτη είχε επισυναφθεί στην παρούσα ανακοίνωση. Στην ανακοίνωση επισυνάπτονταν επίσης οι όροι αναφοράς της μελέτης. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, η τελική έκθεση έπρεπε πράγματι να υποβληθεί τον Ιούνιο του 2005. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι, με βάση τις διαθέσιμες επί του παρόντος πληροφορίες, το προκαταρκτικό συμπέρασμά της ήταν ότι η Γερμανία είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα για να δώσει προτεραιότητα στην επεξεργασία των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση. Ωστόσο, η Επιτροπή έκρινε αναγκαίο να αναμείνει την τελική έκθεση προκειμένου να σχηματίσει μια όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα πριν λάβει απόφαση επί της καταγγελίας 2002/4775.
1.6 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η καταγγελία 2002/4775 είχε υποβληθεί στις 28 Ιουνίου 2002 και ότι είχαν παρέλθει σχεδόν τρία έτη χωρίς η Επιτροπή να είναι σε θέση να παράσχει ουσιαστική απάντηση. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η σχετική μελέτη είχε καθυστερήσει, δεδομένου ότι είχε υποσχεθεί η Γερμανία για τις αρχές του 2004. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η μελέτη αποτελούσε επιπλέον μέρος των προσπαθειών της Γερμανίας να κερδίσει χρόνο. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι είχε λάβει πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η Επιτροπή είχε διακόψει όλες τις διαδικασίες κατά των κρατών μελών που δεν είχαν ακόμη εφαρμόσει την οδηγία και ότι υπήρχε σαφής τάση εντός της Επιτροπής να καταργήσει πλήρως την οδηγία.
1.7 Αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική για την Επιτροπή να χειρίζεται τις καταγγελίες παράβασης επιμελώς και εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Προκειμένου να εξακριβωθεί κατά πόσον η Επιτροπή ενήργησε αναλόγως, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη όλα τα σχετικά πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, στον βαθμό που έχουν υποπέσει στην αντίληψή του.
1.8 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι έχουν παρέλθει σχεδόν τρία χρόνια από τότε που ο καταγγέλλων υπέβαλε την καταγγελία του για παράβαση (καταγγελία 2002/4775) στην Επιτροπή. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, στην παρούσα καταγγελία, ο καταγγέλλων φαίνεται να ισχυρίστηκε ότι η Γερμανία δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-102/97, η οποία εκδόθηκε το 1999. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι στην «Ανακοίνωση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου» (COM(2002) 141 τελικό, ΕΕ 2002 C 244, σ. 5), η Επιτροπή δήλωσε ότι, κατά γενικό κανόνα, πρότεινε να διερευνηθούν οι καταγγελίες με σκοπό να ληφθεί απόφαση για την έκδοση προειδοποιητικής επιστολής ή να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο εντός ενός έτους το πολύ από την ημερομηνία καταχώρισης της καταγγελίας.
1.9 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι η Επιτροπή έχει την άποψη ότι η εξέταση της καταγγελίας παράβασης του καταγγέλλοντος θα είναι δυνατή μόνον αφού λάβει τα αποτελέσματα μελέτης που ανατέθηκε από τις γερμανικές αρχές. Δεδομένου ότι (1) ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η Γερμανία δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωση που θεσπίζει η οδηγία να δοθεί προτεραιότητα στην επεξεργασία των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση και (2) ότι οι γερμανικές αρχές είχαν παραδεχθεί ότι οι στατιστικές για τα μη αναγεννημένα χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια ήταν αναξιόπιστες και ότι, ως εκ τούτου, επρόκειτο να δρομολογηθεί ειδική μελέτη, ο Διαμεσολαβητής εξακολουθεί να πιστεύει ότι η θέση αυτή είναι εύλογη.
1.10 Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την Επιτροπή, οι γερμανικές αρχές είχαν προβεί στην προαναφερθείσα αποδοχή σε συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2003, ενώ η μελέτη φαίνεται να ανατέθηκε μόλις στα μέσα του 2004. Μολονότι είναι αληθές ότι δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή η καθυστέρηση αυτή, η οποία αποτελεί ευθύνη των γερμανικών αρχών, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίσει ότι τα σχετικά στοιχεία θα είναι διαθέσιμα το συντομότερο δυνατόν. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχε στη διάθεσή του ο Διαμεσολαβητής, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα, με επιστολή της 3ης Φεβρουαρίου 2004, ότι είχε ενημερωθεί από τις γερμανικές αρχές ότι οι πληροφορίες που έλειπαν δεν θα διαβιβάζονταν πριν από την άνοιξη του 2004. Στη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία 1272/2004/GG, η Επιτροπή δήλωσε ότι τα αποτελέσματα της μελέτης αναμένονταν έως το τέλος του 2004. Στη γνώμη της σχετικά με την παρούσα καταγγελία, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η τελική έκθεση έπρεπε πράγματι να υποβληθεί τον Ιούνιο του 2005, όπως είχε ισχυριστεί ο καταγγέλλων. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν ενήργησε με την απαιτούμενη επιμέλεια στην παρούσα υπόθεση. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
1.11 Με την απόφασή του της 24ης Νοεμβρίου 2004, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 1272/204/GG χωρίς να διαπιστώσει κρούσμα κακοδιοίκησης. Η διαπίστωση αυτή βασίστηκε στην εκτίμηση ότι η Επιτροπή φαινόταν να παρακολουθεί ενεργά την υπόθεση, δεδομένου ότι η τελευταία είχε ενημερώσει τον Διαμεσολαβητή ότι τα αποτελέσματα της μελέτης που επιθυμούσε να αναμείνει αναμένονταν για το τέλος του 2004. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνονταν στη γνώμη που του υπέβαλε η Επιτροπή με σημείωμα της 6ης Αυγούστου 2004. Στη γνώμη της σχετικά με την παρούσα καταγγελία, η Επιτροπή δήλωσε ότι «τον Ιούλιο του 2004» είχε ενημερωθεί από τις γερμανικές αρχές ότι η μελέτη είχε δρομολογηθεί με καθυστέρηση. Ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, όταν του διαβίβασε τη γνώμη της τον Αύγουστο του 2004, η Επιτροπή όφειλε να γνωρίζει ότι το περιεχόμενο της γνώμης αυτής δεν αντιστοιχούσε πλέον στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την ημερομηνία κατά την οποία η μελέτη θα ήταν έτοιμη. Φυσικά, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι οι πληροφορίες από τις γερμανικές αρχές «τον Ιούλιο του 2004» έφθασαν τόσο αργά ώστε να μην μπορούν πλέον να συμπεριληφθούν στη γνώμη της Επιτροπής, ιδίως λόγω του γεγονότος ότι η γνώμη εστάλη κατά την περίοδο των διακοπών. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, ωστόσο, ότι η Επιτροπή δεν του διαβίβασε στη συνέχεια προσθήκη (ή διορθωτικό). Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, ένα κοινοτικό θεσμικό όργανο ή οργανισμός που έχει παράσχει ακούσια ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες στον Διαμεσολαβητή θα πρέπει να διορθώσει τις πληροφορίες αυτές μόλις λάβει γνώση του λάθους του. Προς αποφυγή αμφιβολιών, πρέπει να προστεθεί ότι η ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να υποβληθούν τα αποτελέσματα της μελέτης αποτελούσε σημαντικό παράγοντα στο πλαίσιο της έρευνας του Διαμεσολαβητή.
2 ΣυμπέρασμαΜε βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στην Επιτροπή το ακόλουθο σχέδιο σύστασης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή:
Το σχέδιο σύστασηςΗ Επιτροπή θα πρέπει να εξετάζει την καταγγελία παράβασης του καταγγέλλοντος όσο το δυνατόν ταχύτερα και με τη μεγαλύτερη δυνατή επιμέλεια.
Η Επιτροπή και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για το παρόν σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 15 Σεπτεμβρίου 2005. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή της απόφασης του Διαμεσολαβητή και στην περιγραφή των μέτρων που ελήφθησαν για την εφαρμογή του σχεδίου σύστασης.
Στρασβούργο, 15 Ιουνίου 2005
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με τους κανονισμούς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).
(2) Μαζί με τη γνώμη της, η Επιτροπή υπέβαλε αντίγραφο της επιστολής που είχε απευθύνει στον καταγγέλλοντα στις 3 Φεβρουαρίου 2004. Στην επιστολή αυτή, η Επιτροπή επισήμανε ότι οι γερμανικές αρχές είχαν εξηγήσει ότι οι ελλείπουσες πληροφορίες δεν θα διαβιβάζονταν πριν από την άνοιξη του 2004.
(3) Ο καταγγέλλων υποστήριξε, για παράδειγμα, ότι η Γερμανία επιδοτούσε (ή επιδοτούσε) την καύση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων κατά ποσό 52,5 εκατ. EUR για περίοδο επτά ετών, ενώ η επιδότηση για τους σκοπούς της αναγέννησης ανήλθε μόνο σε 10,2 εκατ. EUR για την ίδια περίοδο. Υπό το πρίσμα αυτής της απόκλισης, η καταγγέλλουσα διερωτήθηκε κατά πόσον η Γερμανία είχε εφαρμόσει ορθά την οδηγία.
(4) Υπόθεση C-102/97 Επιτροπή κατά Γερμανίας [ECR] 1999 I-5051.