Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Σχέδιο σύστασης προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην καταγγελία 1368/2004/GG
Σύσταση
Υπόθεση 1368/2004/GG - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 19 Μαΐου 2004 - Σύσταση σχετικά με Παρασκευή | 29 Απριλίου 2005 - Απόφαση στις Πέμπτη | 15 Δεκεμβρίου 2005
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΕισαγωγήΗ παρούσα καταγγελία σχετίζεται με άλλη καταγγελία (καταγγελία 402/2004/GG) που υποβλήθηκε από την ίδια καταγγέλλουσα, μια γερμανική εταιρεία.
Καταγγελία 402/2004/GGΣτις 3 Αυγούστου 1999, η Επιτροπή συνήψε σύμβαση παροχής υπηρεσιών με την RRI (Rhein-Ruhr Ingenieur-Gesellschaft mbH, γερμανική εταιρία) ως επικεφαλής κοινοπραξίας στην οποία συμμετείχε ο καταγγέλλων. Η σύμβαση αφορούσε την παροχή δύο εμπειρογνωμόνων της ΕΕ, ενός συνδιευθυντή και ενός οικονομικού/διοικητικού διαχειριστή για τεχνική βοήθεια στο ολοκληρωμένο περιβαλλοντικό έργο Liaoning ΕΕ-Κίνας (LIEP), πολλά από τα οποία: Διαχείριση του Γραφείου Προγράμματος και του Έργου Περιβαλλοντικής Ευαισθητοποίησης. Ο W., εμπειρογνώμονας απασχολούμενος από τον καταγγέλλοντα, έγινε οικονομικός/διοικητικός διευθυντής τον Σεπτέμβριο του 2000. Κατόπιν τροποποιήσεως της συμβάσεως που υπογράφηκε τον Σεπτέμβριο του 2001, ο W. έγινε αναπληρωτής συνδιευθυντής.
Στις 15 Σεπτεμβρίου 2003, η αντιπροσωπεία της Επιτροπής στο Πεκίνο ενημέρωσε την RRI με συστημένη επιστολή ότι είχε αποφασίσει να καταγγείλει τη σύμβαση βάσει του άρθρου 15 της τελευταίας και με την αιτιολογία ότι ο αναπληρωτής συνδιευθυντής δεν είχε εκπληρώσει τα καθήκοντά του, όπως τροποποιήθηκαν στην προσθήκη αριθ. 2. Η Επιτροπή εξήγησε ότι σε δύο επιστολές που απέστειλε στις 6 Ιουνίου 2002 και στις 30 Ιανουαρίου 2003, είχε επισημάνει ότι οι υπηρεσίες που παρείχε ο καταγγέλλων δεν παρέχονταν κατά τρόπο ικανοποιητικό για την Επιτροπή και είχε προειδοποιήσει ότι, εάν ο αναπληρωτής συνδιευθυντής δεν εκπλήρωνε τα καθήκοντά του, θα θεωρούσε ότι η κοινοπραξία της οποίας ηγείτο η RRI παραβίαζε τη σύμβαση.
Με επιστολή που απέστειλε στις 22 Σεπτεμβρίου 2003, η RRI αμφισβήτησε την απόφαση αυτή και ζήτησε από την Επιτροπή να παράσχει ακριβέστερες πληροφορίες ως προς τους λόγους της. Στην απάντησή της της 26ης Σεπτεμβρίου 2003, η αντιπροσωπεία επισήμανε ότι ο αναπληρωτής συνδιευθυντής είχε, μεταξύ άλλων, την «ευθύνη για τις δημόσιες συμβάσεις και τη σύναψη συμβάσεων». Σύμφωνα με την αντιπροσωπεία, ο εμπειρογνώμονας του καταγγέλλοντος δεν εκπλήρωσε το καθήκον αυτό.
Η RRI απέστειλε νέα επιστολή στην αντιπροσωπεία στις 10 Νοεμβρίου 2003. Στην απάντησή της της 18ης Νοεμβρίου 2003, η αντιπροσωπεία δεν παρέσχε περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με τους λόγους της απόφασής της να καταγγείλει τη σύμβαση.
Λόγω της λύσεως της συμβάσεως τεχνικής βοήθειας, η ενάγουσα έκρινε αναγκαίο να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της με τον W. Ο τελευταίος προσέφυγε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Arbeitsgericht (δικαστηρίου εργατικών διαφορών) της Βόννης (Γερμανία). Φαίνεται ότι, κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας, ο καταγγέλλων έπρεπε να παράσχει λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την εικαζόμενη άρνηση του W. να ασκήσει τα καθήκοντά του.
Στην καταγγελία 402/2004/GG, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε βασικά ότι η Επιτροπή δεν είχε παράσχει επαρκώς ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τους λόγους καταγγελίας της σύμβασης τεχνικής βοήθειας.
Ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε ότι θα πρέπει να διεξαχθεί έρευνα. Ως εκ τούτου, διαβίβασε την καταγγελία στην Επιτροπή για γνωμοδότηση. Στη συνέχεια, η γνώμη αυτή διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα για να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Με βάση τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η Επιτροπή είχε παράσχει επαρκώς ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τους λόγους καταγγελίας της σύμβασης και ότι, ως εκ τούτου, δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, η υπόθεση περατώθηκε με απόφαση της 12ης Αυγούστου 2004 (2).
Επιστολή του καταγγέλλοντος της 19ης Μαρτίου 2004Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ανέφερε ότι είχε υποβάλει, βάσει του κανονισμού 1049/2001, αίτηση πρόσβασης στα έγγραφα σχετικά με την καταγγελία της σύμβασης στην Επιτροπή την ίδια ημέρα κατά την οποία είχε απευθύνει επιστολή στον Διαμεσολαβητή (5 Φεβρουαρίου 2004).
Σε νέα επιστολή της 19ης Μαρτίου 2004, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι το αίτημα αυτό είχε απορριφθεί στις 26 Φεβρουαρίου 2004, ότι είχε υποβληθεί επιβεβαιωτική αίτηση στις 4 Μαρτίου 2004 και ότι η έρευνα του Διαμεσολαβητή θα έπρεπε να επεκταθεί ώστε να καλύψει την άρνηση της Επιτροπής να χορηγήσει πρόσβαση.
Δεδομένου ότι η προθεσμία εντός της οποίας η Επιτροπή έπρεπε να εξετάσει την επιβεβαιωτική αίτηση σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001 (15 εργάσιμες ημέρες μετά την καταχώριση) δεν είχε ακόμη λήξει κατά τον χρόνο σύνταξης της παρούσας επιστολής από τον καταγγέλλοντα, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν ήταν ακόμη σε θέση να εξετάσει αυτόν τον περαιτέρω ισχυρισμό, αλλά ότι ο καταγγέλλων μπορούσε να υποβάλει εκ νέου το ζήτημα αυτό μόλις είχε λήξει η σχετική προθεσμία.
Επί της υπό κρίση αιτιάσεωςΜε επιστολή της 3ης Μαΐου 2004, ο καταγγέλλων επανέλαβε την καταγγελία του όσον αφορά το ζήτημα της πρόσβασης σε έγγραφα, επισημαίνοντας ότι η επιβεβαιωτική αίτηση είχε απορριφθεί στις 26 Απριλίου 2004. Ως εκ τούτου, η επιστολή αυτή καταχωρίστηκε ως νέα καταγγελία (καταγγελία 1368/2004/GG).
Με την απόφασή της, η Επιτροπή προέβη σε διάκριση μεταξύ τριών κατηγοριών εγγράφων. Τα έγγραφα που ανήκουν στις δύο πρώτες κατηγορίες (1: Συμβατικά έγγραφα· 2: Η αλληλογραφία σχετικά με την εκτέλεση της σύμβασης) απαριθμούνταν, ενώ η κατηγορία 3 αναφερόταν μόνο με γενικούς όρους («διάφορη αλληλογραφία, κυρίως μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μεταξύ διαφόρων προσώπων σε σχέση με την εκτέλεση της σύμβασης»). Η Επιτροπή υποστήριξε ότι το ζήτημα της πρόσβασης δεν μπορούσε να εξεταστεί όσον αφορά συγκεκριμένους αιτούντες, δεδομένου ότι τα έγγραφα που γνωστοποιήθηκαν ανήκαν στον δημόσιο τομέα και, ως εκ τούτου, ήταν προσβάσιμα σε όλους.
Αφού εξέφρασε την άποψη ότι ο καταγγέλλων θα πρέπει να έχει ήδη στην κατοχή του τα έγγραφα που ανήκουν στις δύο πρώτες κατηγορίες, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις όσον αφορά το σύνολο των εγγράφων:
Τα έγγραφα περιείχαν πληροφορίες εμπορικού χαρακτήρα σχετικά με τις εταιρείες, τους εμπειρογνώμονες και τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Ως εκ τούτου, η χορήγηση πρόσβασης στα έγγραφα αυτά εμποδίστηκε από το άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο η πρόσβαση δεν επιτρέπεται όταν η κοινολόγηση θα έθιγε την προστασία των εμπορικών συμφερόντων.
Η γνωστοποίηση θα υπονόμευε επίσης την προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας μεμονωμένων προσώπων. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα έγγραφα που περιέχουν τα ονόματα ορισμένων προσώπων (σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και το βιογραφικό τους σημείωμα). Επομένως, εφαρμοζόταν επίσης η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού.
Δεν μπορούσε να χορηγηθεί μερική πρόσβαση, δεδομένου ότι όλες οι πληροφορίες που περιείχαν τα εν λόγω έγγραφα όσον αφορά την εκτέλεση της σύμβασης καλύπτονταν από την ανάγκη προστασίας των εμπορικών συμφερόντων των ενδιαφερόμενων προσώπων. Από κανένα στοιχείο δεν προέκυπτε η ύπαρξη υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος για τη γνωστοποίηση.
Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα αναγνώρισε ότι είχε στην κατοχή της τα έγγραφα που ανήκαν στις δύο πρώτες κατηγορίες, αλλά όχι εκείνα που ανήκαν στην τρίτη κατηγορία. Τόνισε ότι δεν ενδιαφέρεται για έγγραφα που αφορούν τρίτους, αλλά μόνο για εκείνα που αφορούν την καταγγελία της «δικής» της σύμβασης. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι το σκεπτικό της Επιτροπής όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του κ. W. ήταν «γκροτέσκο». Υπογράμμισε ότι η Επιτροπή δικαιολόγησε την καταγγελία της συμβάσεως επικαλούμενη φερόμενο παράπτωμα του W. και, ως εκ τούτου, έθεσε σε κίνδυνο την ακεραιότητα του τελευταίου κατά πολύ χειρότερο τρόπο απ’ ό,τι θα μπορούσε να γίνει με οποιαδήποτε πρόσβαση στα έγγραφα.
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η προσέγγιση της Επιτροπής θα καθιστούσε άνευ αντικειμένου τον κανονισμό 1049/2001, δεδομένου ότι τα περισσότερα έγγραφα αφορούν τα προσωπικά ή εμπορικά συμφέροντα τρίτων.
Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε κατ’ ουσίαν ότι η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε με τον κανονισμό 1049/2001 αρνούμενη να επιτρέψει την πρόσβαση στα έγγραφα που είχε ζητήσει με επιστολές της 5ης Φεβρουαρίου 2004 και της 4ης Μαρτίου 2004. Υποστήριξε ότι η Επιτροπή έπρεπε να παράσχει πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Οι τροποποιημένες αρμοδιότητες του W. είχαν καθοριστεί με προσθήκη στη σύμβαση. Ωστόσο, ο W. ουδέποτε ανέλαβε τις νέες αρμοδιότητες, ίσως επειδή η σύμβαση εργασίας του με την κοινοπραξία δεν είχε τροποποιηθεί ώστε να αντικατοπτρίζει τη νέα εντολή. Η αντιπροσωπεία προσπάθησε να αποσαφηνίσει το θέμα αυτό, αλλά δεν έλαβε ποτέ σαφή απάντηση. Η κατάσταση αυτή είχε οδηγήσει σε καταγγελίες από τον νεοπροσληφθέντα συνδιευθυντή και από τον Κινέζο διευθυντή. Τελικά, η Επιτροπή αποφάσισε να καταγγείλει τη σύμβαση.
Η αίτηση πρόσβασης αφορούσε ανταλλαγές, κυρίως μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μεταξύ άλλων προσώπων που συμμετείχαν στην υλοποίηση του προγράμματος, επισημαίνοντας το γεγονός ότι ο W. δεν ανέλαβε τις νέες αρμοδιότητες που απορρέουν από την αναβάθμιση της θέσης του στην τροποποιημένη εντολή. Η δημοσιοποίηση των μηνυμάτων αυτών θα ήταν επιζήμια για τον W. ως άτομο. Θα έθιγε τόσο την προσωπική του ακεραιότητα όσο και τα εμπορικά του συμφέροντα όσον αφορά τη θέση του στην αγορά εργασίας. Η Επιτροπή θεώρησε ότι όφειλε να προστατεύσει το εμπορικό συμφέρον του W. και όχι το εμπορικό συμφέρον οποιουδήποτε άλλου μέρους. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να θεωρηθεί ότι ο W. ήταν προσωπικά υπεύθυνος για τη μη τήρηση των νέων όρων εντολής. Η άρνησή του να αναλάβει τις νέες ευθύνες μπορεί να οφειλόταν στη συμβατική του θέση με την RRI ή τον καταγγέλλοντα.
Μόλις ένα έγγραφο γνωστοποιηθεί σε έναν αιτούντα, δημοσιοποιήθηκε και θα πρέπει να χορηγηθεί πρόσβαση σε οποιονδήποτε άλλο αιτούντα. Ήταν προφανές ότι τα έγγραφα στα οποία ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση δεν μπορούσαν να δημοσιοποιηθούν. Σκοπός του αιτήματος ήταν η χρήση των εγγράφων σε δικαστικές διαδικασίες κατά του W. Αυτό δεν είχε καμία σχέση με τη διαφάνεια και το δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή των θεσμικών οργάνων.
Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, η Επιτροπή ενέμεινε στην απόφασή της να μην κοινοποιήσει τα έγγραφα στον καταγγέλλοντα. Προσέθεσε ότι τα έγγραφα μπορούν να τεθούν στη διάθεση δικαστικής αρχής μόνο κατόπιν δικαστικής εντολής για την προσκόμισή τους.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του και υπέβαλε τις ακόλουθες περαιτέρω παρατηρήσεις:
Οι εικασίες της Επιτροπής ότι η συμπεριφορά του W. έπρεπε να εξηγηθεί από τη φερόμενη ως μη ικανοποιητική σύμβαση εργασίας του με τον καταγγέλλοντα ήταν καθαρά εικασίες. Ήδη στις 11 Απριλίου 2002 (ο καταγγέλλων) είχε ενημερώσει την Επιτροπή, αφού επικοινώνησε με τον W., ότι ο τελευταίος είχε πλήρη επίγνωση των ευθυνών του. Ωστόσο, το αίτημά της να της παρασχεθεί πρόσβαση στις εκθέσεις αποστολής σχετικά με το σχέδιο ή τουλάχιστον σε αποσπάσματα αυτών σχετικά με τις φερόμενες ως κακές επιδόσεις του W. απορρίφθηκε. Στις 5 Φεβρουαρίου 2003, η κοινοπραξία δήλωσε, όπως ζήτησε η αντιπροσωπεία: «Παρακαλείσθε να σημειώσετε ότι η συμβατική συμφωνία μεταξύ του [W.] και [του καταγγέλλοντος] δεν μπορεί να προκαλέσει εμπόδια στο έργο.»
Η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι η θέση που υιοθέτησε η Επιτροπή όσον αφορά την πρόσβαση στα έγγραφα την οδήγησε να θεωρήσει ότι η καταγγελία της σχετικής σύμβασης λόγω της υποτιθέμενης αδράνειας του W. δεν ήταν σύμφωνη με τον νόμο. Ως εκ τούτου, ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να συμπεριλάβει το ζήτημα αυτό στην έρευνά του. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι ήταν περίεργο το γεγονός ότι η καταγγελία της σύμβασης είχε αποφασιστεί μετά την καταγγελία του νέου συνδιευθυντή και του κινέζου διευθυντή. Ο καταγγέλλων τόνισε ότι ο νέος συνδιευθυντής ήταν υπάλληλος εταιρείας που ανταγωνιζόταν την κοινοπραξία.
Περαιτέρω έρευνεςΜετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης της Επιτροπής και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών.
Αίτημα για συμπληρωματικές πληροφορίες και για συμπληρωματική γνωμοδότησηΩς εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή (1) να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους το γεγονός ότι ο καταγγέλλων σκόπευε να χρησιμοποιήσει τα έγγραφα στα οποία είχε ζητήσει πρόσβαση στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών θα έπρεπε να είναι σημαντικό για τη διεκπεραίωση από την Επιτροπή των αιτήσεων που υποβλήθηκαν βάσει του κανονισμού 1049/2001 και (2) να του παράσχει κατάλογο των εγγράφων που εμπίπτουν στην κατηγορία 3 μαζί με αναφορά, για κάθε έγγραφο ή κατηγορία εγγράφων, της εξαίρεσης ή των εξαιρέσεων που προβλέπονται στον κανονισμό 1049/2001 βάσει των οποίων η Επιτροπή πίστευε ότι δεν μπορούσε να χορηγηθεί πρόσβαση στον καταγγέλλοντα.
Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε επίσης από την Επιτροπή να γνωμοδοτήσει σχετικά με τον πρόσθετο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, σύμφωνα με τον οποίο η καταγγελία της σχετικής σύμβασης λόγω της συμπεριφοράς του κ. W. δεν ήταν σύμφωνη με τον νόμο.
Απάντηση της ΕπιτροπήςΣτην απάντησή της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Όσον αφορά το ζήτημα της πρόσβασης σε έγγραφαΣύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 του κανονισμού 1049/2001, ο αιτών δεν ήταν υποχρεωμένος να αιτιολογήσει την αίτησή του για πρόσβαση σε έγγραφα. Επομένως, το συμφέρον της προσφεύγουσας δεν ασκεί επιρροή στο πλαίσιο αυτό. Αυτό που εννοούσε η Επιτροπή αναφερόμενη στη χρήση των σχετικών εγγράφων από τον καταγγέλλοντα ήταν ότι ο σκοπός αυτός δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως υπέρτερο δημόσιο συμφέρον που θα υπερίσχυε της ανάγκης προστασίας των εμπορικών συμφερόντων του άλλου διαδίκου στη διαδικασία.
Η κατηγορία 3 των εγγράφων στα οποία ο καταγγέλλων είχε ζητήσει πρόσβαση περιλάμβανε 16 έγγραφα (3). Η δημοσιοποίηση των εγγράφων αυτών θα υπονόμευε την προστασία «της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου, ιδίως σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001). Η κοινοποίηση των δεδομένων αυτών θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνον εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που ορίζονται στον κανονισμό 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (4). Το άρθρο 8 στοιχείο β) του εν λόγω κανονισμού απαιτεί από τον αιτούντα να αποδείξει την αναγκαιότητα της διαβίβασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε αυτόν και απαιτεί από το θεσμικό όργανο να βεβαιωθεί ότι η διαβίβαση δεν θίγει τα έννομα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων.
Όσον αφορά τον πρόσθετο ισχυρισμό του καταγγέλλοντοςΗ σύμβαση παροχής υπηρεσιών, η οποία αφορούσε την παροχή δύο εμπειρογνωμόνων της ΕΕ (έναν συνδιευθυντή και έναν οικονομικό/διοικητικό διευθυντή), είχε υπογραφεί στις 3 Αυγούστου 1999. Στις 8 Σεπτεμβρίου 2000, η RRI ανακοίνωσε ότι, για οικογενειακούς λόγους, ο οικονομικός/διοικητικός πραγματογνώμονας έπρεπε να παραιτηθεί στα τέλη Οκτωβρίου 2000 και πρότεινε τον W. ως αντικαταστάτη του. Η Επιτροπή είχε συμφωνήσει με αυτό.
Λόγω της αντικαταστάσεως του συνδιευθυντή, η Επιτροπή, με έγγραφο της 10ης Αυγούστου 2001, πρότεινε στην RRI την αναβάθμιση του καθεστώτος και των αρμοδιοτήτων του W. Η RRI το αποδέχθηκε. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την υπογραφή προσθήκης (προσθήκη αριθ. 2) στη σύμβαση παροχής υπηρεσιών στις 3 Σεπτεμβρίου 2001. Στην εν λόγω προσθήκη, οι αρμοδιότητες του οικονομικού/διοικητικού διαχειριστή είχαν αυξηθεί με πολύ λεπτομερή τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της πρόβλεψης (στο άρθρο 1.2.2 των όρων εντολής) ότι «θα μοιράζεται την ευθύνη υπογραφής (όσον αφορά π.χ. τις πτυχές των δημόσιων συμβάσεων, τις αιτήσεις μεταφοράς, τη διαχείριση των λογαριασμών και των συμβάσεων) με τον κινέζο διευθυντή». Μεταξύ των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων που του ανατέθηκαν ήταν η «ευθύνη για τις δημόσιες συμβάσεις και τη σύναψη συμβάσεων». Μια άλλη σημαντική λειτουργία ήταν η «αντικατάσταση, προσωρινά, του συνδιευθυντή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, επικεφαλής ομάδας» (άρθρο 4 παράγραφος 1 της εντολής). Ως εκ τούτου, ο οικονομικός/διοικητικός διευθυντής (W.) είχε ουσιαστικά καταστεί αναπληρωτής συνδιευθυντής και ο συντελεστής αμοιβής του είχε αυξηθεί.
Στις 2 Απριλίου 2002, η Επιτροπή απηύθυνε επιστολή στην RRI με την οποία της προσήψε ότι ο W. δεν ασκούσε τις νέες του αρμοδιότητες και καθήκοντα. Σύμφωνα με το άρθρο 6 της σύμβασης, η RRI ήταν το μόνο σημείο επαφής όσον αφορά τις επικοινωνίες σχετικά με τη σύμβαση. Στις 6 Ιουνίου 2002, οι ανησυχίες αυτές είχαν εκ νέου διατυπωθεί. Ωστόσο, η κατάσταση δεν είχε αλλάξει.
Στις 30 Ιανουαρίου 2003, η Επιτροπή είχε προειδοποιήσει εκ νέου την RRI ότι θα παραβίαζε τη σύμβαση εάν η κατάσταση αυτή δεν μεταβαλλόταν. Με την από 5 Φεβρουαρίου 2003 απάντησή της, η RRI είχε υποσχεθεί να διευκρινίσει το ζήτημα μόλις ο W. επέστρεφε από τις διακοπές του. Ωστόσο, η κατάσταση δεν είχε αλλάξει και ο W. συνέχισε να αναβάλλει την ανάληψη όλων των νέων ευθυνών. Οι σχετικές καταγγελίες συνέχισαν να απευθύνονται στην αντιπροσωπεία από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (Κινέζος συνδιευθυντής και συνδιευθυντής της ΕΕ), τα οποία αναγκάστηκαν να αναλάβουν αυτόν τον πρόσθετο φόρτο εργασίας.
Στις 15 Σεπτεμβρίου 2003, η αντιπροσωπεία κατήγγειλε τη σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 15 αυτής.
Η Επιτροπή κατέληξε λέγοντας ότι θεωρούσε ότι ενήργησε σύμφωνα με τις διατάξεις της σύμβασης που είχε συνάψει με την κοινοπραξία της οποίας ηγείτο η RRI.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων τόνισε ότι έξι από τα οκτώ έγγραφα που εμπίπτουν στην κατηγορία 3 και χρονολογούνται από το 2003 προέρχονταν από τον συνδιευθυντή της ΕΕ, υπάλληλο ανταγωνιστικής εταιρείας. Ο καταγγέλλων επισήμανε περαιτέρω ότι, εάν τα σχετικά έγγραφα θα έπρεπε πράγματι να περιέχουν ιδιωτικά δεδομένα, η Επιτροπή ήταν ελεύθερη να αφαιρέσει αυτά τα μέρη των εγγράφων. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι, όσον αφορά τον W., ο τελευταίος δεν ενήργησε ως ιδιώτης στο πλαίσιο της οικείας συμβάσεως, αλλά ως υπάλληλος της καταγγέλλουσας.
Επί της εξετάσεως του φακέλου της ΕπιτροπήςΣτις 22 Φεβρουαρίου 2005, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή εξέτασαν τον φάκελο της Επιτροπής. Με την ευκαιρία αυτή, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή επισήμαναν ότι η Επιτροπή είχε προσδιορίσει τα έγγραφα του φακέλου ως εμπιστευτικά και ότι, ως εκ τούτου, δεν επρόκειτο να συνταχθούν αντίγραφα. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του προσωπικού του Διαμεσολαβητή, οι εκπρόσωποι της Επιτροπής που ήταν παρόντες κατά τον έλεγχο εξήγησαν ότι η Επιτροπή ενέμεινε στην άποψή της ότι η πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα έπρεπε να απορριφθεί βάσει τόσο του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) όσο και του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, παρά το γεγονός ότι μόνο η πρώτη από αυτές τις εξαιρέσεις είχε αναφερθεί στην επιστολή της Επιτροπής της 2ας Δεκεμβρίου 2004.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΑντίγραφο της έκθεσης σχετικά με τον έλεγχο απεστάλη στον καταγγέλλοντα για να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.
Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η θέση του παρέμεινε αμετάβλητη. Δεδομένου ότι ο Διαμεσολαβητής είχε πλέον λάβει γνώση των σχετικών εγγράφων, ο καταγγέλλων τον ρώτησε (1) αν τα έγγραφα αυτά περιείχαν επαρκή στοιχεία που δικαιολογούσαν την καταγγελία της σύμβασης, (2) αν οι ισχυρισμοί που ενδεχομένως περιέχονταν στα εν λόγω έγγραφα θα μπορούσαν να απαντηθούν και να αντικρουστούν εάν η Επιτροπή είχε χορηγήσει εγκαίρως πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα, (3) αν τα έγγραφα περιείχαν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με τρίτους και αν η Επιτροπή είχε θεωρήσει επαρκώς ότι ο κ. W. είχε ενεργήσει ως υπάλληλός της (του καταγγέλλοντος), (4) αν υπήρχαν λόγοι ή αιτιολογήσεις για τον χαρακτηρισμό των εγγράφων ως εμπιστευτικών, (5) αν η Επιτροπή είχε λάβει υπόψη ότι ο χαρακτηρισμός των εγγράφων ως εμπιστευτικών απλώς εμπόδιζε τη χορήγηση πρόσβασης, σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού 1049/2001, όταν τα έγγραφα αυτά αφορούσαν θέματα δημόσιας ασφάλειας, άμυνας ή στρατιωτικά θέματα και (6) αν υπήρχαν ενδείξεις που υποδήλωναν ότι η Επιτροπή προσπαθούσε να καλύψει περιπτώσεις κακοδιοίκησης ή δόλιας επιρροής από ανταγωνιστές.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Εισαγωγικές παρατηρήσεις1.1 Η παρούσα καταγγελία υποβλήθηκε από γερμανική εταιρεία. Το 1999, η Επιτροπή συνήψε σύμβαση παροχής υπηρεσιών με την RRI (Rhein-Ruhr Ingenieur-Gesellschaft mbH, γερμανική εταιρεία) ως επικεφαλής κοινοπραξίας στην οποία συμμετείχε ο καταγγέλλων. Η σύμβαση αφορούσε την παροχή δύο εμπειρογνωμόνων της ΕΕ, ενός συνδιευθυντή και ενός οικονομικού/διοικητικού διαχειριστή για ένα έργο στην Κίνα. Ο W., εμπειρογνώμονας απασχολούμενος από τον καταγγέλλοντα, διορίστηκε οικονομικός/διοικητικός διευθυντής τον Σεπτέμβριο του 2000. Κατόπιν προσθήκης (προσθήκη αριθ. 2) στη σύμβαση που υπεγράφη τον Σεπτέμβριο του 2001, ο W. έγινε πράγματι αναπληρωτής συνδιευθυντής. Στις 15 Σεπτεμβρίου 2003, η αντιπροσωπεία της Επιτροπής στο Πεκίνο ενημέρωσε την RRI ότι είχε αποφασίσει να καταγγείλει τη σύμβαση με την αιτιολογία ότι ο αναπληρωτής συνδιευθυντής δεν είχε εκπληρώσει τα καθήκοντά του, όπως τροποποιήθηκαν στην προσθήκη αριθ. 2. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή πρόσβαση στα έγγραφα στα οποία βασίστηκε η εν λόγω καταγγελία. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από την Επιτροπή.
1.2 Στην καταγγελία που υπέβαλε στον Διαμεσολαβητή τον Μάιο του 2004, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε, κατ' ουσίαν, ότι η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (5), αρνούμενη την πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα.
1.3 Στις παρατηρήσεις της επί της γνώμης της Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία αυτή, η καταγγέλλουσα υπέβαλε έναν πρόσθετο ισχυρισμό σύμφωνα με τον οποίο η καταγγελία της σχετικής σύμβασης λόγω της συμπεριφοράς του W. δεν ήταν σύμφωνη με το νόμο. Ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να συμπεριλάβει αυτόν τον ισχυρισμό στην έρευνά του και ζήτησε από την Επιτροπή συμπληρωματική γνώμη.
1.4 Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής προέβη σε εξέταση του φακέλου της Επιτροπής. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την έκθεση για τον εν λόγω έλεγχο, ο καταγγέλλων ρώτησε τον Διαμεσολαβητή (1) αν τα έγγραφα αυτά περιείχαν επαρκή στοιχεία που δικαιολογούσαν την καταγγελία της σύμβασης, (2) αν οι ισχυρισμοί που ενδεχομένως περιέχονταν στα εν λόγω έγγραφα θα μπορούσαν να απαντηθούν και να αντικρουστούν εάν η Επιτροπή είχε χορηγήσει εγκαίρως πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα, (3) αν τα έγγραφα περιείχαν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με τρίτα πρόσωπα και αν η Επιτροπή είχε θεωρήσει επαρκώς ότι ο κ. W. είχε ενεργήσει ως υπάλληλός της (του καταγγέλλοντος), (4) αν υπήρχαν λόγοι ή αιτιολογήσεις για τον χαρακτηρισμό των εγγράφων ως εμπιστευτικών, (5) αν η Επιτροπή είχε λάβει υπόψη ότι ο χαρακτηρισμός των εγγράφων ως εμπιστευτικών απλώς εμπόδιζε τη χορήγηση πρόσβασης, σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού 1049/2001, όταν τα έγγραφα αυτά αφορούσαν θέματα δημόσιας ασφάλειας, άμυνας ή στρατιωτικά θέματα και (6) αν υπήρχαν ενδείξεις που υποδήλωναν ότι η Επιτροπή προσπαθούσε να καλύψει περιπτώσεις κακοδιοίκησης ή δόλιας επιρροής από ανταγωνιστές.
1.5 Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ρόλος του Διαμεσολαβητή είναι να εξετάζει τους ισχυρισμούς περί κακοδιοίκησης, όχι όμως να απαντά σε συγκεκριμένες ερωτήσεις που του θέτουν οι καταγγέλλοντες. Σε κάθε περίπτωση, ο Διαμεσολαβητής δεν θα ήταν σε θέση να απαντήσει σε υποθετικές ερωτήσεις όπως η δεύτερη από τις ερωτήσεις που υπέβαλε ο καταγγέλλων. Φαίνεται, ωστόσο, ότι τα περισσότερα από τα άλλα ερωτήματα συνδέονται με τους ισχυρισμούς που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας έρευνας. Ως εκ τούτου, η εξέταση των ισχυρισμών αυτών από τον Διαμεσολαβητή θα δώσει επίσης απάντηση στα ερωτήματα αυτά.
1.6 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί σκόπιμο να προσθέσει μια διευκρίνιση σχετικά με τα γεγονότα στα οποία φαίνεται να βασίζονται η τέταρτη και η πέμπτη από τις ερωτήσεις του καταγγέλλοντος. Η αναφορά στον «εμπιστευτικό» χαρακτήρα των σχετικών εγγράφων στην έκθεση της επιθεώρησης του φακέλου είχε ως στόχο να δείξει ότι ο Διαμεσολαβητής είχε λάβει υπόψη τη θέση της Επιτροπής ότι τα σχετικά έγγραφα δεν έπρεπε να κοινοποιηθούν στον καταγγέλλοντα. Η χρήση αυτής της έκφρασης από τον Διαμεσολαβητή δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή είχε υποβάλει περαιτέρω επιχειρήματα για να υποστηρίξει την άποψή της ότι τα έγγραφα δεν πρέπει να δημοσιοποιηθούν. Όσον αφορά την αναφορά του καταγγέλλοντος στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού 1049/2001, πρέπει να σημειωθεί ότι η διάταξη αυτή καλύπτει τα «ευαίσθητα» έγγραφα (και όχι τα «εμπιστευτικά» έγγραφα).
2 Εικαζόμενη παράνομη καταγγελία της σύμβασης2.1 Στις παρατηρήσεις της επί της γνώμης της Επιτροπής, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η απόφαση της Επιτροπής να καταγγείλει τη σύμβαση λόγω της συμπεριφοράς του W. δεν ήταν σύμφωνη με το νόμο.
2.2 Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η σύμβαση παροχής υπηρεσιών προέβλεπε την παροχή δύο εμπειρογνωμόνων της Ένωσης, ενός συνδιευθυντή και ενός οικονομικού/διοικητικού διαχειριστή, και ότι το 2000 ο W. είχε διοριστεί οικονομικός/διοικητικός διαχειριστής. Μια προσθήκη στη σύμβαση είχε υπογραφεί τον Σεπτέμβριο του 2001. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η προσθήκη αυτή είχε αυξήσει σημαντικά τις αρμοδιότητες του οικονομικού/διοικητικού διαχειριστή, συμπεριλαμβανομένης της πρόβλεψης (στο άρθρο 1.2.2 των όρων εντολής) ότι «θα μοιράζεται την ευθύνη υπογραφής (όσον αφορά π.χ. τις πτυχές των δημόσιων συμβάσεων, τις αιτήσεις μεταφοράς, τη διαχείριση των λογαριασμών και των συμβάσεων) με τον κινέζο διευθυντή». Η Επιτροπή υποστήριξε ότι μεταξύ των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον κ. W. ήταν η «ευθύνη για τις δημόσιες συμβάσεις και τη σύναψη συμβάσεων» και το καθήκον «αντικατάστασης, προσωρινά, του συνδιευθυντή της ΕΚ, του επικεφαλής της ομάδας» (άρθρο 4 παράγραφος 1 της εντολής).
Στις 2 Απριλίου 2002, η Επιτροπή απηύθυνε επιστολή στην RRI με την οποία της προσήψε ότι ο W. δεν ασκούσε τις νέες του αρμοδιότητες και καθήκοντα. Στις 6 Ιουνίου 2002, οι ανησυχίες αυτές είχαν εκ νέου διατυπωθεί. Ωστόσο, κατά την Επιτροπή, η κατάσταση δεν είχε μεταβληθεί.
Στις 30 Ιανουαρίου 2003, η Επιτροπή είχε προειδοποιήσει εκ νέου την RRI ότι θα παραβίαζε τη σύμβαση εάν η κατάσταση αυτή δεν μεταβαλλόταν. Με την από 5 Φεβρουαρίου 2003 απάντησή της, η RRI είχε υποσχεθεί να διευκρινίσει το ζήτημα μόλις ο W. επέστρεφε από τις διακοπές του. Ωστόσο, κατά την Επιτροπή, η κατάσταση δεν είχε μεταβληθεί και ο W. συνέχισε να αναβάλλει την ανάληψη όλων των νέων ευθυνών. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι καταγγελίες σχετικά με αυτό εξακολουθούσαν να απευθύνονται στην αντιπροσωπεία από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (κινέζος συνδιευθυντής και συνδιευθυντής της ΕΕ), τα οποία αναγκάστηκαν να αναλάβουν αυτόν τον πρόσθετο φόρτο εργασίας.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η απόφασή της να καταγγείλει τη σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 15 της τελευταίας ήταν ορθή.
2.3 Πριν εξετάσει τον υπό κρίση ισχυρισμό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να τονίσει ότι δεν έχει εντολή να εξετάσει τη συμπεριφορά του W. Επομένως, η έρευνά του περιορίζεται στο να εξακριβώσει αν η απόφαση της Επιτροπής να καταγγείλει τη σύμβαση λόγω της συμπεριφοράς του W. ήταν ή δεν ήταν σύμφωνη με τον νόμο.
2.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων δεν αμφισβητεί ότι οι αρμοδιότητες του κ. αυξήθηκαν με την προαναφερθείσα προσθήκη στη σύμβαση και ότι τα καθήκοντα αυτά περιελάμβαναν ευθύνη στον τομέα των «προμήθειων και συμβάσεων».
2.5 Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε τον φάκελο της Επιτροπής στην υπόθεση αυτή. Τα έγγραφα που ελέγχθηκαν με την ευκαιρία αυτή κατέδειξαν ότι ο W. φαινόταν πράγματι να υποθέτει ότι δεν είχε καμία ευθύνη στον τομέα των «προμηθειών και συμβάσεων» και ότι, ως εκ τούτου, διάφορα θέματα που εμπίπτουν στον εν λόγω τομέα έπρεπε να εξεταστούν από άλλα πρόσωπα που συμμετείχαν στην υλοποίηση του σχεδίου. Είναι αλήθεια ότι ο καταγγέλλων τόνισε ότι ορισμένα από τα σχετικά έγγραφα προέρχονταν από τον συνδιευθυντή της ΕΕ, υπάλληλο ανταγωνιστικής εταιρείας. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι τα σχετικά έγγραφα περιλαμβάνουν επίσης μηνύματα από τον ίδιο τον W. και ότι το περιεχόμενο αυτών των μηνυμάτων υποστηρίζει επίσης τη θέση της Επιτροπής.
2.6 Υπό τις συνθήκες αυτές, και λαμβάνοντας υπόψη τις προσπάθειες της Επιτροπής για την επίλυση του προβλήματος, η θέση της Επιτροπής φαίνεται εύλογη. Επομένως, δεν μπορεί να διαπιστωθεί κακοδιοίκηση όσον αφορά την απόφαση της Επιτροπής να καταγγείλει τη σύμβαση.
3 Εικαζόμενη μη παροχή πρόσβασης σε έγγραφα3.1 Τον Φεβρουάριο του 2004, ο καταγγέλλων είχε ζητήσει από την Επιτροπή πρόσβαση στα έγγραφα σχετικά με την καταγγελία της σύμβασης. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από την Επιτροπή. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι με τον τρόπο αυτό η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε με τον κανονισμό 1049/2001. Ο καταγγέλλων κατέστησε σαφές ότι η καταγγελία του αφορούσε μόνο την τρίτη από τις τρεις κατηγορίες εγγράφων που προσδιόρισε η Επιτροπή στο πλαίσιο αυτό. Η κατηγορία αυτή περιγράφηκε από την Επιτροπή ως περιλαμβάνουσα «διάφορη αλληλογραφία, κυρίως μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μεταξύ διαφόρων προσώπων σε σχέση με την εκτέλεση της σύμβασης».
3.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή έκρινε ότι η δημοσιοποίηση των μηνυμάτων αυτών θα ήταν επιζήμια για τον W. ως ιδιώτη, δεδομένου ότι θα έθιγε τόσο την προσωπική του ακεραιότητα όσο και τα εμπορικά του συμφέροντα όσον αφορά τη θέση του στην αγορά εργασίας. Η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να θεωρηθεί ότι ο W. ήταν προσωπικά υπεύθυνος για τη μη τήρηση των νέων όρων εντολής. Η άρνησή του να αναλάβει τις νέες ευθύνες μπορεί να οφειλόταν στη συμβατική του θέση με την RRI ή τον καταγγέλλοντα.
3.3 Στην απάντησή της στο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες, η Επιτροπή επισήμανε ότι η σχετική κατηγορία εγγράφων περιλάμβανε 16 έγγραφα. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων θα υπονόμευε την προστασία «της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου, ιδίως σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001). Υποστήριξε επίσης ότι η αποκάλυψη τέτοιων δεδομένων θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνον εάν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπονται στον κανονισμό 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (6). Η Επιτροπή επισήμανε ότι το άρθρο 8 στοιχείο β) του εν λόγω κανονισμού απαιτεί από τον αιτούντα να αποδείξει την αναγκαιότητα της διαβίβασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε αυτόν και απαιτεί από το θεσμικό όργανο να βεβαιωθεί ότι η διαβίβαση δεν θίγει τα έννομα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων. Με την ευκαιρία της εξέτασης του φακέλου, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι εξακολουθούσε να πιστεύει ότι η απόφασή της ήταν επίσης δικαιολογημένη βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001.
3.4 Ο Διαμεσολαβητής δεν είναι σε θέση να συμφωνήσει με τη θέση που έλαβε η Επιτροπή όσον αφορά το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001. Θα πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι τα σχετικά έγγραφα αφορούν την υλοποίηση ενός έργου που χρηματοδοτείται από την ΕΕ. Ο W. ήταν ένα από τα πρόσωπα που είχαν προσληφθεί για τον σκοπό αυτό. Ως εκ τούτου, είναι δύσκολο να διαπιστωθεί με ποιον τρόπο η δημοσιοποίηση εγγράφων που αφορούν την υλοποίηση του εν λόγω έργου θα μπορούσε να υπονομεύσει την προστασία της «ιδιωτικής ζωής» ή της «ακεραιότητας» του κ. W. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επιπλέον ότι - όπως διαπιστώθηκε ανωτέρω (βλ. σημείο 2.4) - τα σχετικά έγγραφα απλώς επιβεβαιώνουν το επιχείρημα της Επιτροπής ότι ο κ. W. δεν εκπλήρωσε όλες τις υποχρεώσεις που του είχαν ανατεθεί βάσει της σύμβασης. Δεδομένου ότι η Επιτροπή προέβαλε το επιχείρημά της στη γνωμοδότησή της, ένα έγγραφο προσβάσιμο στο κοινό, είναι δύσκολο να διαπιστωθεί τι περαιτέρω ζημία θα μπορούσε να προκαλέσει η δημοσιοποίηση των σχετικών εγγράφων στο δικαίωμα του W. στην ιδιωτική ζωή και την ακεραιότητα. Ωστόσο, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων θα μπορούσε να θίξει την ιδιωτική ζωή ή την ακεραιότητα του W., ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε επαρκώς τη δυνατότητα παροχής μερικής πρόσβασης, για παράδειγμα παρέχοντας πρόσβαση στις εκδοχές των εγγράφων στα οποία έχει διαγραφεί το όνομα του W.
3.5 Γενικότερα, η θέση που έλαβε η Επιτροπή στην παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν το όνομα ενός προσώπου (το οποίο συνιστά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα) αναφέρεται σε έγγραφο που βρίσκεται στην κατοχή της Επιτροπής, το έγγραφο αυτό μπορεί να δημοσιοποιηθεί μόνον εάν το πρόσωπο που ζητεί πρόσβαση αποδείξει την ανάγκη διαβίβασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 8 στοιχείο β) του κανονισμού 45/2001. Δεδομένου ότι τα περισσότερα έγγραφα περιέχουν ονόματα, η ερμηνεία αυτή θα στερούσε από το δικαίωμα πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα - ένα θεμελιώδες δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το άρθρο 42 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης - το μεγαλύτερο μέρος της σημασίας του. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει ιδίως να σημειωθεί ότι το άρθρο 6 παράγραφος 1 του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ότι ο αιτών που ζητεί πρόσβαση σε έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή κοινοτικού θεσμικού οργάνου δεν χρειάζεται να αιτιολογήσει την αίτησή του. Η άποψη της Επιτροπής ότι ένα πρόσωπο που ζητεί πρόσβαση σε ένα έγγραφο πρέπει να αποδείξει την ανάγκη να του δοθεί ένα όνομα, όταν το σχετικό έγγραφο περιέχει ένα τέτοιο όνομα, είναι δύσκολο να συμβιβαστεί με τη διάταξη αυτή.
3.6 Προς αποφυγή κάθε αμφιβολίας, ο Διαμεσολαβητής επιθυμεί να τονίσει ότι συμφωνεί ότι η ανάγκη προστασίας της ιδιωτικής ζωής ενός προσώπου μπορεί να καταστήσει αναγκαίο για ένα κοινοτικό όργανο να μην αποκαλύπτει το όνομα του προσώπου αυτού όταν του ζητείται πρόσβαση σε έγγραφο που περιέχει το όνομα του εν λόγω προσώπου. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί, ωστόσο, ότι μια τέτοια απόφαση πρέπει να βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και ότι πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη το γεγονός ότι οι εξαιρέσεις από το δικαίωμα πρόσβασης πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Θεωρεί επίσης ότι η δυνατότητα χορήγησης μερικής πρόσβασης πρέπει να εξετάζεται ιδιαίτερα προσεκτικά σε τέτοιες περιπτώσεις.
3.7 Η Επιτροπή επικαλέστηκε επίσης το άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001, σύμφωνα με το οποίο η πρόσβαση μπορεί να απορριφθεί εάν η γνωστοποίηση θα έθιγε τα εμπορικά συμφέροντα φυσικού ή νομικού προσώπου. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή τόνισε ότι αυτό που είχε κατά νου ήταν το εμπορικό συμφέρον του W. και κανενός άλλου προσώπου. Ωστόσο, είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό ποια θα μπορούσαν να είναι τα εμπορικά συμφέροντα του W., τα οποία η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι υπερασπίζεται. Όπως προαναφέρθηκε, τα σχετικά έγγραφα στηρίζουν απλώς το επιχείρημα της Επιτροπής ότι ο W. δεν εκπλήρωσε όλες τις υποχρεώσεις που του είχε αναθέσει η σύμβαση. Δεδομένου ότι η Επιτροπή προέβαλε το επιχείρημά της στη γνωμοδότησή της, η οποία αποτελεί έγγραφο προσβάσιμο στο κοινό, είναι δύσκολο να διαπιστωθεί ποια περαιτέρω ζημία θα μπορούσε να προκαλέσει η δημοσιοποίηση των σχετικών εγγράφων στα εικαζόμενα εμπορικά συμφέροντα του W. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η Επιτροπή τόνισε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να υποτεθεί ότι ο W. ήταν προσωπικά υπεύθυνος για το γεγονός ότι δεν τηρήθηκαν οι νέοι όροι εντολής. Υπό το πρίσμα αυτό, είναι ακόμη δυσκολότερο να γίνει αντιληπτό πώς η γνωστοποίηση των εγγράφων θα μπορούσε να θίξει τα εμπορικά συμφέροντα του W.
3.8 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν παρέσχε εύλογη εξήγηση για την άρνησή της να επιτρέψει την πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
4 ΣυμπέρασμαΜε βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στην Επιτροπή το ακόλουθο σχέδιο σύστασης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή:
Το σχέδιο σύστασηςΗ Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα.
Η Επιτροπή και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για το παρόν σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 31 Ιουλίου 2005. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή της απόφασης του Διαμεσολαβητή και στην περιγραφή των μέτρων που ελήφθησαν για την εφαρμογή του σχεδίου σύστασης.
Στρασβούργο, 29 Απριλίου 2005
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με τους κανονισμούς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).
(2) Διατίθεται στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).
(3) Η Επιτροπή υπέβαλε κατάλογο των εν λόγω εγγράφων.
(4) ΕΕ L 8, σ. 1.
(5) ΕΕ L 145, σ. 43.
(6) ΕΕ L 8, σ. 1.