Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Σχέδιο σύστασης προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην καταγγελία 1128/2001/IJH
Σύσταση
Υπόθεση 1128/2001/IJH - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 04 Σεπτεμβρίου 2001 - Σύσταση σχετικά με Πέμπτη | 27 Ιουνίου 2002 - Απόφαση στις Δευτέρα | 09 Δεκεμβρίου 2002
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 2001, ο H. κατήγγειλε την Επιτροπή εξ ονόματος της Corporate Observatory Europe, μιας ΜΚΟ με έδρα τις Κάτω Χώρες. Η αιτίαση στρέφεται κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να παράσχει πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα σχετικά με τις σχέσεις της Επιτροπής με τον Διατλαντικό Επιχειρηματικό Διάλογο (TABD). Ο καταγγέλλων ζήτησε τα έγγραφα βάσει της απόφασης 94/90 της Επιτροπής.
Τα εν λόγω έγγραφα αποτελούν ενημερωτικά σημειώματα των αντιπροσωπειών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην ενδιάμεση συνεδρίαση της TABD που πραγματοποιήθηκε στην Ουάσιγκτον στις 10 Μαΐου 1999 και στη διάσκεψη της TABD που πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο στις 28-29 Οκτωβρίου 1999.
Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν έδωσε επαρκή βαρύτητα στο δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των εγγράφων. Προς επίρρωση του ισχυρισμού, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η ΟΤΑ και ιδίως η ετήσια διάσκεψή της είναι ένα φόρουμ στο οποίο προτείνονται και συζητούνται πολιτικές της ΕΕ που αργότερα θα έχουν εκτεταμένο αντίκτυπο σε όλους τους ευρωπαίους πολίτες. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή δεν θα πρέπει να τηρεί απόρρητα τα βασικά έγγραφα που σχετίζονται με τη συμμετοχή της στο φόρουμ. Οι προτάσεις της κυβέρνησης των ΗΠΑ και του ιδιωτικού τομέα και οι απαντήσεις της Επιτροπής αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της Επιτροπής. Οι προτάσεις αυτές συζητούνται εκτενώς με εκπροσώπους του επιχειρηματικού τομέα και, ως εκ τούτου, δεν είναι θεμιτό να στερούνται διαφάνειας τα μέλη της κοινωνίας των πολιτών.
Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι έχει πρόσβαση στα έγγραφα και αναφέρει επίσης ότι η νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων απαιτεί από τα θεσμικά όργανα να παρέχουν μερική πρόσβαση όταν ένα έγγραφο περιέχει τόσο εμπιστευτικές όσο και μη εμπιστευτικές πληροφορίες.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την καταγγελία στην Επιτροπή για γνωμοδότηση. Η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε η γνώμη της Επιτροπής να λαμβάνει υπόψη το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τις σχετικές συνεδριάσεις της ΟΤΑ.
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣυνοπτικά, η Επιτροπή διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη.
Οι εν λόγω ενημερώσεις αποτελούνται από δύο βιβλιάρια που περιέχουν ορισμένα στοιχεία, όπως καθοδηγητικά σημειώματα, προτεινόμενα σημεία ομιλίας, προτεινόμενα σχέδια ανακοινώσεων, ενημερωτικά σημειώματα για παράλληλες συναντήσεις με υπουργούς της κυβέρνησης των ΗΠΑ, καθώς και συστάσεις της ΟΤΑ προς την Επιτροπή και τις παρατηρήσεις και απαντήσεις των υπηρεσιών της Επιτροπής στις εν λόγω συστάσεις.
Η Επιτροπή έδωσε στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στις παρατηρήσεις και τις απαντήσεις της Επιτροπής στις συστάσεις της ΟΤΑ. Ωστόσο, τα καθοδηγητικά σημειώματα, οι ενημερώσεις για συναντήσεις με εκπροσώπους της κυβέρνησης των ΗΠΑ, άλλα σχόλια του προσωπικού της Επιτροπής και οι συστάσεις προς τον Επίτροπο καλύπτονται από την εξαίρεση για την προστασία του εμπιστευτικού χαρακτήρα των διαδικασιών της Επιτροπής.
Έχοντας σταθμίσει το συμφέρον του καταγγέλλοντος να λάβει τα εν λόγω έγγραφα με το συμφέρον της Επιτροπής να διαφυλάξει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των διαδικασιών της, θεωρήθηκε ότι οι τελευταίες υπερτερούν των πρώτων. Ανάλογα με το γενικό πλαίσιο των συζητήσεων και την κατάλληλη πολιτική διακριτική ευχέρεια, η θέση που λαμβάνει ο Επίτροπος ενδέχεται να μην αντιστοιχεί πάντα πλήρως στις συμβουλές και τα προτεινόμενα σημεία ομιλίας. Ως εκ τούτου, η παροχή πρόσβασης στα εν λόγω έγγραφα θα ήταν ακατάλληλη και παραπλανητική για το κοινό. Επιπλέον, η αποκάλυψη θα έθετε σε κίνδυνο ή θα περιέπλεκε τις σχέσεις με τις ΗΠΑ.
Το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι τα βασικά έγγραφα που σχετίζονται με τη συμμετοχή της Επιτροπής στην ΟΤΑ παραμένουν απόρρητα είναι εσφαλμένο. Πράγματι, δόθηκε στον καταγγέλλοντα πρόσβαση σε όλες τις συστάσεις της ΟΤΑ προς την Επιτροπή, καθώς και σε όλες τις γνώμες και τις απαντήσεις της Επιτροπής στις εν λόγω συστάσεις.
Οι προτάσεις της κυβέρνησης των ΗΠΑ δεν υποβάλλονται γραπτώς και η Επιτροπή δεν διαθέτει έγγραφα σχετικά με τις προτάσεις αυτές.
Τα θέματα που συζητήθηκαν μεταξύ της Επιτροπής και του επιχειρηματικού τομέα καλύπτονται από τα έγγραφα απάντησης της Επιτροπής στις συστάσεις της ΟΤΑ, στα οποία έχει πρόσβαση ο καταγγέλλων. Δεδομένου ότι τα έγγραφα αυτά αποτελούσαν μέρος των ενημερώσεων, δόθηκε στην καταγγέλλουσα, στην πραγματικότητα, μερική πρόσβαση.
Το γεγονός ότι έχουν παρέλθει δύο έτη δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να δημοσιοποιήσει τα έγγραφα, δεδομένου ότι τα ζητήματα και οι γνώμες που περιέχονται σε αυτά εξακολουθούν να ισχύουν.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣυνοπτικά, ο καταγγέλλων διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
Ο καταγγέλλων δεν επιδιώκει πρόσβαση σε προτάσεις της κυβέρνησης των ΗΠΑ, αλλά σε όλα τα έγγραφα που αντικατοπτρίζουν τις αντιδράσεις της Επιτροπής στις συστάσεις της ΟΤΑ.
Η γνώμη της Επιτροπής συνεπάγεται ότι οι ενημερώσεις που προετοιμάστηκαν για τη συνάντηση του Βερολίνου έχουν διαφορετικό περιεχόμενο από τις επίσημες γραπτές απαντήσεις της Επιτροπής στην TABD, αντίγραφα των οποίων εστάλησαν στον καταγγέλλοντα. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η δημοσίευση των επίσημων εγγράφων απάντησης έδωσε στην πραγματικότητα στον καταγγέλλοντα μερική πρόσβαση.
Οι ενημερώσεις είναι απαραίτητες για την κατανόηση της σχέσης της Επιτροπής με την ΟΤΑ και του ρόλου αυτού του οργάνου στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΚ. Προετοιμάστηκαν για παρουσίαση σε διάσκεψη του ιδιωτικού τομέα και θα πρέπει να διατεθούν και σε άλλα μέρη της κοινωνίας των πολιτών.
Το επιχείρημα της Επιτροπής ότι τα έγγραφα δεν αποτελούν κατ’ ανάγκην την τελική θέση της Επιτροπής είναι αλυσιτελές. Οι ενημερώσεις αποτελούν το υπόβαθρο των αποφάσεων της Επιτροπής που επηρεάζουν όλους τους πολίτες. Ο χαρακτηρισμός της δημοσιοποίησης αυτών των εγγράφων ως ακατάλληλης ή παραπλανητικής για το κοινό είναι απλώς πατροναριστικός.
Περαιτέρω έρευνεςΜετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης της Επιτροπής και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να απαντήσει στις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος.
Η δεύτερη γνώμη της ΕπιτροπήςΗ δεύτερη γνώμη της Επιτροπής περιελάμβανε, συνοπτικά, τα ακόλουθα σημεία.
Η Επιτροπή δημοσιοποίησε όλα τα έγγραφα που ζητήθηκαν από τον καταγγέλλοντα, εκτός από καθοδηγητικά σημειώματα, συμβουλές, γνώμες και άλλα σχόλια από μέλη του προσωπικού της Επιτροπής.
Τα έγγραφα στα οποία δεν επετράπη η πρόσβαση περιέχουν μόνο γνώμες και συστάσεις από μέλη του προσωπικού, τα οποία δεν θα αισθάνονταν ελεύθερα να προβούν σε προσωπικές εκτιμήσεις για θέματα πολιτικής εάν οι απόψεις τους δημοσιοποιούνταν. Μια τέτοια κατάσταση θα υπονόμευε σοβαρά την ικανότητα λήψης αποφάσεων της Επιτροπής. Επιπλέον, τα έγγραφα αυτά δεν αποσαφηνίζουν περαιτέρω τις θέσεις που έλαβε η Επιτροπή όσον αφορά τις προτάσεις ΟΤΑ. Δεν υπάρχει πραγματικό δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση και υπερισχύει το συμφέρον της διατήρησης των εν λόγω εγγράφων στο εσωτερικό.
Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τα γεγονότα για τα οποία προετοιμάστηκαν οι ενημερώσεις δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να δημοσιοποιήσει τα έγγραφα, καθώς οι γνώμες και οι συστάσεις που περιέχονται σε αυτά θα μπορούσαν να εξακολουθήσουν να ισχύουν σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις.
Εάν τα έγγραφα δημοσιοποιηθούν, οι προσωπικές απόψεις των μελών του προσωπικού θα μπορούσαν εσφαλμένα να θεωρηθούν ότι αντικατοπτρίζουν τις απόψεις της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, η δημοσιοποίηση των εγγράφων θα έβλαπτε τις σχέσεις με τις ΗΠΑ. Η πρόσβαση του κοινού πρέπει να απαγορεύεται όταν η δημοσιοποίηση του σχετικού εγγράφου θα έθιγε την προστασία των διεθνών σχέσεων.
Τα έγγραφα στα οποία δεν επετράπη η πρόσβαση στον καταγγέλλοντα δεν κοινοποιήθηκαν σε εκπροσώπους του επιχειρηματικού τομέα. Προορίζονται αποκλειστικά για εσωτερική χρήση στην Επιτροπή και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει λόγος να ζητηθεί η διάθεσή τους σε άλλα μέρη της κοινωνίας των πολιτών.
Δεν υπάρχει απόρρητο όσον αφορά τις επιχειρηματικές συστάσεις και τη θέση της Επιτροπής σχετικά με τις εν λόγω συστάσεις. Ο καταγγέλλων έχει πρόσβαση στις προτάσεις της TABD προς τις κυβερνήσεις, οι οποίες είναι δημόσια διαθέσιμες στο διαδίκτυο, και οι απαντήσεις της Επιτροπής έχουν γνωστοποιηθεί στον καταγγέλλοντα.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣυνοπτικά, οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος είχαν ως εξής.
Τα ενημερωτικά σημειώματα είναι ο μόνος τρόπος για να αποσαφηνιστεί αποτελεσματικά η φύση της σχέσης μεταξύ της Επιτροπής και της ΟΤΑ. Εάν αποκαλύψουν ότι η οδηγία TABD ασκεί αδικαιολόγητη εξουσία επί της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, είναι σημαντικό να τεθούν στη διάθεση του κοινού.
Τα ενημερωτικά σημειώματα δεν αποτελούν απλώς προσωπικές απόψεις του προσωπικού της Επιτροπής. Ο καταγγέλλων έχει λάβει στο παρελθόν ενημερωτικά σημειώματα της Επιτροπής από την πολυμερή συμφωνία για τις επενδυτικές διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ. Αυτές περιέχουν επίσημες θέσεις της Επιτροπής και ρίχνουν πολύ περισσότερο φως στον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας από ό,τι τα έγγραφα που είναι διαθέσιμα στο ευρύ κοινό.
Προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η Επιτροπή φαίνεται να θεωρεί τις διασκέψεις της ΟΤΑ ως διαπραγματεύσεις, δεδομένου ότι διοργανώνονται από ομάδα συμφερόντων του ιδιωτικού τομέα και δεν διαδραματίζουν κανέναν ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΕ βάσει των Συνθηκών. Αυτό καθιστά πιο επείγουσα την ανάγκη για διαφάνεια και ενισχύει το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα.
Τα ενημερωτικά σημειώματα είναι απαραίτητα έγγραφα για την κατανόηση της διαδικασίας χάραξης πολιτικής. Η άποψη της Επιτροπής ότι δεν υπάρχει πραγματικό δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίησή τους δείχνει έλλειψη κατανόησης του δημοκρατικού χάσματος που αισθάνονται τόσο έντονα οι πολίτες της ΕΕ.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Το νομικό πλαίσιο1.1 Η καταγγελία βάλλει κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να επιτρέψει την πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα. Η αίτηση πρόσβασης υποβλήθηκε τον Δεκέμβριο του 1999 και η επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος απορρίφθηκε τον Μάιο του 2000. Ως εκ τούτου, η εξέταση από τον Διαμεσολαβητή του κατά πόσον η άρνηση πρόσβασης της Επιτροπής συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης θα βασιστεί στην απόφαση 94/90 (2), η οποία ήταν το ισχύον τότε νομικό πλαίσιο.
1.2 Από τις 3 Δεκεμβρίου 2001, η πρόσβαση στα έγγραφα της Επιτροπής διέπεται από τον κανονισμό 1049/2001 (3) και από τους λεπτομερείς κανόνες που επισυνάπτονται στον εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής με την απόφασή της της 5ης Δεκεμβρίου 2001 (4), με την οποία καταργήθηκε η απόφαση 94/90 της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η επανεξέταση της αίτησης του καταγγέλλοντος από την Επιτροπή πρέπει να βασίζεται στον κανονισμό 1049/2001.
2 Τα επιχειρήματα που προέβαλαν ο καταγγέλλων και η Επιτροπή2.1 Ο καταγγέλλων αμφισβητεί την άρνηση της Επιτροπής να παράσχει πρόσβαση σε όλα τα ενημερωτικά σημειώματα των αντιπροσωπειών της Επιτροπής στην ενδιάμεση συνάντηση του διατλαντικού επιχειρηματικού διαλόγου (TABD) που πραγματοποιήθηκε στην Ουάσιγκτον στις 10 Μαΐου 1999 και στη διάσκεψη TABD που πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο στις 28-29 Οκτωβρίου 1999.
2.2 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η άρνηση της Επιτροπής δεν δίνει επαρκή βαρύτητα στο δημόσιο συμφέρον για δημοσιοποίηση. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η ΟΤΑΑ, και ιδίως η ετήσια διάσκεψή της, είναι ένα φόρουμ στο οποίο προτείνονται και συζητούνται πολιτικές της ΕΕ που αργότερα θα έχουν εκτεταμένο αντίκτυπο σε όλους τους ευρωπαίους πολίτες. Τα ενημερωτικά σημειώματα είναι απαραίτητα για την κατανόηση της σχέσης της Επιτροπής με την ΟΤΑ και του ρόλου του εν λόγω οργάνου στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΕ. Τα σημειώματα προετοιμάστηκαν για παρουσίαση σε διάσκεψη του ιδιωτικού τομέα και θα πρέπει επίσης να τεθούν στη διάθεση και άλλων τμημάτων της κοινωνίας των πολιτών.
2.3 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι έχει πρόσβαση στα έγγραφα και αναφέρει ότι η νομολογία απαιτεί από τα θεσμικά όργανα να χορηγούν μερική πρόσβαση όταν ένα έγγραφο περιέχει τόσο εμπιστευτικές όσο και μη εμπιστευτικές πληροφορίες.
2.4 Κατά την Επιτροπή, τα επίμαχα έγγραφα αποτελούνται από δύο βιβλιάρια που περιέχουν καθοδηγητικά σημειώματα, προτεινόμενα σημεία ομιλίας, προτεινόμενα σχέδια ανακοινώσεων, ενημερωτικά σημειώματα για παράλληλες συναντήσεις με υπουργούς της κυβέρνησης των ΗΠΑ, καθώς και συστάσεις της ΟΤΑ προς την Επιτροπή και τις παρατηρήσεις και απαντήσεις των υπηρεσιών της Επιτροπής στις εν λόγω συστάσεις. Η Επιτροπή δημοσιοποίησε όλα τα ζητηθέντα έγγραφα, εκτός από τα καθοδηγητικά σημειώματα, τις συμβουλές, τις γνώμες και άλλες παρατηρήσεις των μελών του προσωπικού της Επιτροπής.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα έγγραφα στα οποία δεν επετράπη η πρόσβαση περιέχουν μόνον γνώμες και συστάσεις μελών του προσωπικού, τα οποία δεν θα αισθάνονταν ελεύθερα να διατυπώσουν προσωπικές εκτιμήσεις επί ζητημάτων πολιτικής σε περίπτωση δημοσιοποιήσεως των απόψεών τους. Αυτό θα υπονόμευε σοβαρά την ικανότητα λήψης αποφάσεων της Επιτροπής. Επιπλέον, τα έγγραφα αυτά δεν αποσαφηνίζουν περαιτέρω τις θέσεις που έλαβε η Επιτροπή όσον αφορά τις προτάσεις ΟΤΑ. Δεν υπάρχει πραγματικό δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση και υπερισχύει το συμφέρον για τη διατήρηση των εν λόγω εγγράφων στο εσωτερικό.
Επιπλέον, εάν τα έγγραφα δημοσιοποιηθούν, οι προσωπικές απόψεις των μελών του προσωπικού θα μπορούσαν εσφαλμένα να θεωρηθούν ότι αντικατοπτρίζουν τις απόψεις της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, η δημοσιοποίηση των εγγράφων θα έβλαπτε τις σχέσεις με τις ΗΠΑ. Η πρόσβαση του κοινού πρέπει να απαγορεύεται όταν η δημοσιοποίηση του σχετικού εγγράφου θα έθιγε την προστασία των διεθνών σχέσεων.
Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι οι προτάσεις της TABD προς τις κυβερνήσεις είναι διαθέσιμες στο κοινό μέσω του διαδικτύου και οι απαντήσεις της Επιτροπής έχουν γνωστοποιηθεί στον καταγγέλλοντα. Τα έγγραφα στα οποία δεν επετράπη η πρόσβαση στον καταγγέλλοντα δεν κοινοποιήθηκαν ούτε στους εκπροσώπους του επιχειρηματικού τομέα. Προορίζονται αποκλειστικά για εσωτερική χρήση στην Επιτροπή και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει λόγος να ζητηθεί η διάθεσή τους σε άλλα μέρη της κοινωνίας των πολιτών.
Όσον αφορά τη μερική πρόσβαση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα θέματα που συζητήθηκαν μεταξύ της Επιτροπής και του επιχειρηματικού τομέα καλύπτονται από τα έγγραφα απάντησης της Επιτροπής στις συστάσεις της ΟΤΑ, στα οποία έχει πρόσβαση ο καταγγέλλων. Δεδομένου ότι τα έγγραφα αυτά αποτελούσαν μέρος των ενημερώσεων, δόθηκε στην καταγγέλλουσα, στην πραγματικότητα, μερική πρόσβαση.
Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τα γεγονότα για τα οποία προετοιμάστηκαν οι ενημερώσεις δεν της παρέχει τη δυνατότητα να δημοσιοποιήσει τα έγγραφα, δεδομένου ότι οι γνώμες και οι συστάσεις που περιέχονται σε αυτά θα μπορούσαν να εξακολουθήσουν να ισχύουν στις μελλοντικές διαπραγματεύσεις.
2.5 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι τα ενημερωτικά σημειώματα δεν αποτελούν απλώς προσωπικές απόψεις των υπαλλήλων της Επιτροπής. Άλλες ενημερώσεις αυτού του είδους περιέχουν επίσημες θέσεις της Επιτροπής και αποσαφηνίζουν περισσότερο τον τρόπο διεξαγωγής της σχετικής διαδικασίας απ’ ό,τι τα έγγραφα που είναι διαθέσιμα στο ευρύ κοινό.
Ο καταγγέλλων εξέφρασε την έκπληξή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή φαίνεται να θεωρεί τις διασκέψεις της ΟΤΑ ως διαπραγματεύσεις, δεδομένου ότι διοργανώνονται από ομάδα συμφερόντων του ιδιωτικού τομέα και δεν διαδραματίζουν κανέναν ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΕ βάσει των Συνθηκών. Αυτό καθιστά πιο επείγουσα την ανάγκη για διαφάνεια και ενισχύει το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα.
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η άποψη της Επιτροπής ότι δεν υπάρχει πραγματικό δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των ενημερωτικών σημειωμάτων δείχνει έλλειψη κατανόησης του δημοκρατικού χάσματος που αισθάνονται τόσο έντονα οι πολίτες της ΕΕ.
3 Διαπιστώσεις του Διαμεσολαβητή3.1 Η απόφαση 94/90 της Επιτροπής προβλέπει δύο κατηγορίες εξαιρέσεων από το δικαίωμα πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα της Επιτροπής. Η πρώτη κατηγορία είναι υποχρεωτική και αφορά την προστασία του δημόσιου συμφέροντος. Η Επιτροπή επικαλέστηκε την εξαίρεση αυτή υποστηρίζοντας ότι η δημοσιοποίηση των σχετικών εγγράφων θα έθιγε το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η γνωστοποίηση θα έβλαπτε τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, διότι οι προσωπικές απόψεις μελών του προσωπικού της Επιτροπής θα μπορούσαν εσφαλμένα να θεωρηθούν ότι αντικατοπτρίζουν τις απόψεις της Επιτροπής.
3.2 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι δεν είναι προφανής ο λόγος για τον οποίο οι αρχές των ΗΠΑ θα διέπρατταν ένα τέτοιο σφάλμα και η Επιτροπή δεν παρέχει στοιχεία που να αποδεικνύουν την πιθανότητα να το πράξουν.
3.3 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι ο λόγος που προβάλλει η Επιτροπή δεν αποδεικνύει ότι η Επιτροπή εξέτασε πράγματι αν, υπό το πρίσμα των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή της, η γνωστοποίηση είναι πράγματι ικανή να θίξει το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
3.4 Η Επιτροπή επικαλέστηκε επίσης τη δεύτερη κατηγορία εξαιρέσεων που προβλέπει η απόφαση 94/90, η οποία συνίσταται στην προστασία των συμφερόντων της όσον αφορά τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των διαδικασιών της. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, κατά την εφαρμογή της εξαίρεσης αυτής, το θεσμικό όργανο πρέπει να επιτυγχάνει πραγματική ισορροπία μεταξύ του συμφέροντος του πολίτη να αποκτήσει πρόσβαση στα έγγραφα και κάθε δικού του συμφέροντος να διατηρήσει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των διασκέψεών του.
3.5 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί βάσιμο το επιχείρημα της Επιτροπής ότι τα έγγραφα στα οποία δεν επετράπη η πρόσβαση περιέχουν γνώμες και συστάσεις μελών του προσωπικού, τα οποία δεν θα αισθάνονταν ελεύθερα να προβούν σε προσωπικές εκτιμήσεις για θέματα πολιτικής εάν οι απόψεις τους δημοσιοποιούνταν και ότι αυτό θα υπονόμευε σοβαρά την ικανότητα λήψης αποφάσεων της Επιτροπής.
3.6 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Επιτροπής ότι δεν υπάρχει πραγματικό δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει καταρχάς ότι η αρχή της διαφάνειας αποσκοπεί στην εξασφάλιση σημαντικότερου ρόλου για τους πολίτες στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και στη διασφάλιση ότι η διοίκηση ενεργεί με μεγαλύτερη ευπρέπεια, αποτελεσματικότητα και ευθύνη έναντι των πολιτών σε ένα δημοκρατικό σύστημα (5). Επιπλέον, η ευρύτερη δυνατή πρόσβαση στα έγγραφα, την οποία επιδιώκει να εξασφαλίσει η απόφαση 94/90 της Επιτροπής, επιτρέπει στους πολίτες να ασκούν πραγματικό και αποτελεσματικό έλεγχο της άσκησης των αρμοδιοτήτων που έχουν ανατεθεί στα κοινοτικά όργανα (6).
3.7 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, σύμφωνα με πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο της Επιτροπής, το TABD χρονολογείται από το 1995, όταν ο τότε υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ και οι επίτροποι BRITTAN και BANGEMANN διοργάνωσαν διάσκεψη για διευθύνοντες συμβούλους εταιρειών και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού στη Σεβίλλη. Ο δικτυακός τόπος της TABD περιγράφει την TABD ως «άτυπη διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας ευρωπαϊκές και αμερικανικές εταιρείες και επιχειρηματικές ενώσεις αναπτύσσουν κοινές συστάσεις εμπορικής πολιτικής ΕΕ-ΗΠΑ, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την κυβέρνηση των ΗΠΑ».
3.8 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων δικαιούται να επικαλεστεί δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση εγγράφων που αφορούν τη σχέση της Επιτροπής με την ΟΤΑ. Ούτε απόκειται στην Επιτροπή να αναφέρει ποια έγγραφα θα μπορούσαν ή δεν θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα για τους πολίτες κατά την παρακολούθηση της άσκησης των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής.
3.9 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι η Επιτροπή, εφαρμόζοντας την κατά διακριτική ευχέρεια εξαίρεση της αποφάσεως 94/90, δεν απέδειξε ότι πέτυχε πραγματική ισορροπία μεταξύ του συμφέροντος του πολίτη για πρόσβαση στα έγγραφα και του δικού της βάσιμου συμφέροντος για εμπιστευτικότητα. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
3.10 Όσον αφορά το ζήτημα της μερικής πρόσβασης, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο μερικής πρόσβασης σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 του κανονισμού 1049/2001 κατά την επανεξέταση της αίτησης του καταγγέλλοντος.
4 Συμπέρασμα4.1 Για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το σκεπτικό της απόρριψης από την Επιτροπή της αίτησης του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε ενημερωτικά σημειώματα των αντιπροσωπειών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην ενδιάμεση συνεδρίαση της TABD που πραγματοποιήθηκε στην Ουάσιγκτον στις 10 Μαΐου 1999 και στη διάσκεψη της TABD που πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο στις 28-29 Οκτωβρίου 1999 είναι ανεπαρκές. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
4.2 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στην Επιτροπή το ακόλουθο σχέδιο σύστασης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή:
Το σχέδιο σύστασηςΗ Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την αίτηση του καταγγέλλοντος και να παράσχει πρόσβαση στα ζητούμενα έγγραφα, εκτός εάν ισχύουν μία ή περισσότερες από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001. Η επανεξέταση θα πρέπει να περιλαμβάνει τη δυνατότητα μερικής πρόσβασης, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 του κανονισμού 1049/2001.
Η Επιτροπή και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για το παρόν σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή, το Συμβούλιο αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη πριν από τις 31 Οκτωβρίου 2002. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή του σχεδίου σύστασης του Διαμεσολαβητή και στην περιγραφή του τρόπου εφαρμογής του.
Στρασβούργο, 27 Ιουνίου 2002
Jacob SÖDERMAN
(1) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με τους κανονισμούς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).
(2) Απόφαση 94/90 της Επιτροπής, της 8ης Φεβρουαρίου 1994, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα της Επιτροπής (ΕΕ L 46/58).
(3) Κανονισμός 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, ΕΕ L 145/43.
(4) ΕΕ L 345/94 του 2001.
(5) Υπόθεση T-211/00, Aldo Kuijer κατά Συμβουλίου, απόφαση του Πρωτοδικείου (τέταρτο τμήμα) της 7ης Φεβρουαρίου 2002, σκέψη 52.
(6) Υπόθεση T-92/98, Interporc Im- und Export GmbH κατά Επιτροπής («Interporc II»), Συλλογή 1999, σ. II-3521, σκέψη 39.