Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Σύσταση σχετικά με την άρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να παράσχει στο κοινό πρόσβαση στην έκθεση εκτίμησης κινδύνου που συνέταξε μεγάλη εταιρεία μέσων κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με τη συμμόρφωσή της με την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες (υπόθεση 1746/2024/MIG)
Σύσταση
Υπόθεση 1746/2024/MIG - Εκκίνηση έρευνας στις Παρασκευή | 27 Σεπτεμβρίου 2024 - Σύσταση σχετικά με Δευτέρα | 03 Νοεμβρίου 2025 - Απόφαση στις Πέμπτη | 07 Μαΐου 2026 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Επιτροπή ( Υποθέσεις στις οποίες διαπιστώθηκε κρούσμα κακοδιοίκησης ) - Χώρα Αυστρία
Υποβληθείσα αναφορά
19/09/2024Ανάλυση της αναφοράς
20/09/2024Η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη
27/09/2024Προκαταρκτικό αποτέλεσμα
03/11/2025Αποτέλεσμα της έρευνας
19/02/2026
Ο καταγγέλλων ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρόσβαση του κοινού στην έκθεση εκτίμησης κινδύνου για το 2023 μιας μεγάλης πλατφόρμας μέσων κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με τη συμμόρφωσή της με τις διατάξεις της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Η ετήσια υποβολή εκθέσεων αποτελεί μέρος των υποχρεώσεων των «πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών» στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση στην έκθεση, επικαλούμενη εξαίρεση βάσει της νομοθεσίας της ΕΕ για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα (κανονισμός 1049/2001). Συγκεκριμένα, η Επιτροπή υποστήριξε ότι θα μπορούσε να τεκμαίρεται ότι η δημοσιοποίηση της έκθεσης θα υπονόμευε τα εμπορικά συμφέροντα της πλατφόρμας, καθώς και την εν εξελίξει έρευνά της σχετικά με τη συμμόρφωση της πλατφόρμας με τις υποχρεώσεις της βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν αξιολόγησε μεμονωμένα την έκθεση ενόψει της πιθανής κοινοποίησής της.
Η ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας επιθεώρησε την επίμαχη έκθεση. Βάσει της επιθεώρησης, η Διαμεσολαβήτρια συμμερίστηκε την προκαταρκτική της άποψη με την Επιτροπή ότι είναι παράλογο να εφαρμόζεται γενικό τεκμήριο μη δημοσιοποίησης σε έκθεση αξιολόγησης κινδύνου που καταρτίζεται στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι οι περιστάσεις υπό τις οποίες τα δικαστήρια της ΕΕ έχουν αναγνωρίσει τη δυνατότητα χρήσης ενός γενικού τεκμηρίου διαφέρουν πολύ από τους κανόνες που ισχύουν για τις εκθέσεις εκτίμησης κινδύνου. Υπό το πρίσμα αυτό, η προκαταρκτική άποψη της Διαμεσολαβήτριας ήταν ότι η επίκληση από την Επιτροπή ενός γενικού τεκμηρίου συνιστούσε κακοδιοίκηση.
Απαντώντας στη Διαμεσολαβήτρια, η Επιτροπή ενέμεινε στην άποψή της, προσθέτοντας ότι η χρήση γενικού τεκμηρίου ήταν δικαιολογημένη και υπό το πρίσμα της ανάγκης προστασίας του σκοπού του ανεξάρτητου ελέγχου σχετικά με τη συμμόρφωση της πλατφόρμας με τις υποχρεώσεις της βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, ο οποίος βρισκόταν σε εξέλιξη κατά τον χρόνο λήψης της απόφασής της σχετικά με το αίτημα πρόσβασης.
Ο Διαμεσολαβητής δεν ήταν πεπεισμένος ότι η ανάγκη προστασίας του σκοπού του ελέγχου ήταν τέτοια ώστε να δικαιολογεί την εφαρμογή από την Επιτροπή ενός γενικού τεκμηρίου μη δημοσιοποίησης. Μολονότι ο νομοθέτης συνέδεσε το χρονοδιάγραμμα για την προορατική δημοσίευση της έκθεσης εκτίμησης κινδύνου με την ολοκλήρωση του ανεξάρτητου ελέγχου, αυτό δεν συνεπάγεται ότι οι αιτήσεις πρόσβασης του κοινού δυνάμει του κανονισμού 1049/2001 πρέπει να απορρίπτονται πριν από την εν λόγω ημερομηνία. Αντιθέτως, εάν η οικεία πλατφόρμα δεν έχει ακόμη δημοσιεύσει προορατικά την έκθεση εκτίμησης κινδύνου όταν υπάρχει αίτημα πρόσβασης του κοινού για τη δημοσιοποίησή της, η Επιτροπή θα πρέπει να το λάβει αυτό υπόψη στην αξιολόγησή της βάσει του κανονισμού 1049/2001. Εάν δεν είναι σαφές αν μπορεί να χορηγηθεί πρόσβαση στο κοινό, η Επιτροπή θα πρέπει να συμβουλευτεί την πλατφόρμα για να λάβει τις απόψεις της σχετικά με το αν μπορεί να εφαρμοστεί οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η εφαρμογή από την Επιτροπή γενικού τεκμηρίου μη γνωστοποιήσεως στην επίμαχη έκθεση αξιολογήσεως κινδύνων συνιστούσε κακοδιοίκηση. Συνέστησε στην Επιτροπή να διενεργήσει ατομική αξιολόγηση του εγγράφου με σκοπό τη χορήγηση της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης, σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001.
σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 του καταστατικού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή [1]
Ιστορικό της καταγγελίας
1. Σύμφωνα με την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες [2], οι πάροχοι «πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών» και «πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης»[3] θα πρέπει, μία φορά ετησίως, να εντοπίζουν και να αξιολογούν επιμελώς τους συστημικούς κινδύνους που απορρέουν από τις υπηρεσίες τους. Η αξιολόγηση αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει κινδύνους όπως η διάδοση παράνομου περιεχομένου και παραπληροφόρησης, καθώς και αρνητικές επιπτώσεις για την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, στις εκλογικές διαδικασίες ή σε σχέση με την έμφυλη βία και την προστασία των ανηλίκων [4].
2. Επιπλέον, τουλάχιστον μία φορά ετησίως, πρέπει να διενεργείται ανεξάρτητος έλεγχος για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης των παρόχων καθορισμένων επιγραμμικών πλατφορμών και μηχανών αναζήτησης με τις υποχρεώσεις τους βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες [5].
3. Η έκθεση εκτίμησης κινδύνου της ορισθείσας πλατφόρμας και η έκθεση ελέγχου του ανεξάρτητου ελεγκτή πρέπει να δημοσιοποιούνται [6].
4. Όταν εντοπίζονται κίνδυνοι, ο οικείος πάροχος της ορισθείσας πλατφόρμας (και/ή μηχανής αναζήτησης) πρέπει να εφαρμόζει μέτρα μετριασμού για την αντιμετώπιση των εν λόγω κινδύνων.
5. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρακολουθεί και επιβάλλει τη συμμόρφωση των πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών με τις υποχρεώσεις τους βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
6. Τον Απρίλιο του 2023 η Επιτροπή χαρακτήρισε το «X» (πρώην «Twitter») ως «πολύ μεγάλη επιγραμμική πλατφόρμα». Ως εκ τούτου, ο πάροχος της πλατφόρμας έπρεπε να διασφαλίσει, εντός τεσσάρων μηνών, ότι συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες [7]. Αυτό περιλάμβανε την υποχρέωση διενέργειας ετήσιας εκτίμησης κινδύνου και υποβολής σχετικής έκθεσης στην Επιτροπή.
7. Στις 14 Σεπτεμβρίου 2023 η Επιτροπή έλαβε την έκθεση σχετικά με την πρώτη ετήσια εκτίμηση κινδύνου του X στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
8. Στις 26 Σεπτεμβρίου 2023 ο καταγγέλλων, δημοσιογράφος, υπέβαλε στην Επιτροπή αίτημα [8] για πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα, ζητώντας την κοινοποίηση της έκθεσης εκτίμησης κινδύνου του Χ.
9. Στις 8 Νοεμβρίου 2023 η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση του κοινού, επικαλούμενη την ανάγκη προστασίας των εμπορικών συμφερόντων της οικείας πλατφόρμας [9].
10. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να επανεξετάσει την απόφασή της να αρνηθεί την πρόσβαση του κοινού (υποέβαλε «επιβεβαιωτική αίτηση»).
11. Τον Δεκέμβριο του 2023, με βάση την αξιολόγηση της έκθεσης εκτίμησης κινδύνου της πλατφόρμας (και άλλων στοιχείων), η Επιτροπή κίνησε επίσημη έρευνα [10] σχετικά με τη συμμόρφωση της πλατφόρμας με τις υποχρεώσεις της βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή έκρινε ότι η πλατφόρμα δεν είχε αξιολογήσει επιμελώς ορισμένους συστημικούς κινδύνους στην ΕΕ που απορρέουν από τον σχεδιασμό και τη λειτουργία των συστημάτων της και τη χρήση των υπηρεσιών της.
12. Τον Ιούνιο του 2024 η Επιτροπή εξέδωσε επιβεβαιωτική απόφαση σχετικά με το αίτημα πρόσβασης του καταγγέλλοντος, υποστηρίζοντας ότι η έκθεση εκτίμησης κινδύνου δεν μπορούσε να γνωστοποιηθεί. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επικαλέστηκε επίσης την ανάγκη προστασίας της εν εξελίξει έρευνάς της βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, υποστηρίζοντας ότι εφαρμοζόταν γενικό τεκμήριο μη δημοσιοποίησης και ότι οι δύο εξαιρέσεις για την προστασία των εμπορικών συμφερόντων και για την προστασία του σκοπού των ερευνών ήταν στενά συνδεδεμένες.
13. Τον Ιούλιο του 2024 η Επιτροπή εξέδωσε προκαταρκτικά πορίσματα μη συμμόρφωσης στο πλαίσιο της έρευνάς της για την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες, στα οποία εντόπισε τρεις αιτιάσεις [11].
14. Τον Σεπτέμβριο του 2024, δυσαρεστημένος από την άρνηση της Επιτροπής να παράσχει πρόσβαση στο κοινό, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στη Διαμεσολαβήτρια.
Η έρευνα
15. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με την απόφαση της Επιτροπής να αρνηθεί την πρόσβαση του κοινού στην επίμαχη έκθεση εκτίμησης κινδύνου βάσει της νομοθεσίας της ΕΕ για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα (κανονισμός 1049/2001 [12]).
16. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια έλαβε την απάντηση της Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία. Η ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας επιθεώρησε επίσης την επίμαχη έκθεση εκτίμησης κινδύνου.
Επιχειρήματα που προβλήθηκαν
17. Στην επιβεβαιωτική της απόφαση, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η γνωστοποίηση της έκθεσης εκτίμησης κινδύνου θα υπονόμευε τον σκοπό της έρευνάς της στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, δηλαδή τη διασφάλιση διεκδικήσιμων και δίκαιων αγορών στον ψηφιακό τομέα σε ολόκληρη την ΕΕ, όπου οι ρυθμιστές της πρόσβασης προσφέρουν καθορισμένες υπηρεσίες, προς όφελος των επιχειρηματικών χρηστών και των τελικών χρηστών.
18. Ειδικότερα, η Επιτροπή ανέφερε ότι ο πάροχος της οικείας πλατφόρμας δεν είχε ακόμη δημοσιεύσει την έκθεση εκτίμησης κινδύνου και ότι η πλατφόρμα είχε έννομο συμφέρον να χρησιμοποιήσει η Επιτροπή τις πληροφορίες που ανταλλάσσει μαζί της μόνο για τον σκοπό που επιδιώκει η πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
19. Η Επιτροπή επισήμανε ότι η έρευνά της στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη. Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η παρούσα υπόθεση «περιλαμβάνει το είδος της κατάστασης» βάσει της οποίας τα δικαστήρια της ΕΕ έχουν αναγνωρίσει τη δυνατότητα εφαρμογής γενικού τεκμηρίου μη γνωστοποίησης [13].
20. Πρώτον, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η επίμαχη έκθεση εκτίμησης κινδύνου αποτελεί μέρος μιας κατηγορίας παρόμοιων εγγράφων (του φακέλου έρευνας της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες) στα οποία εφαρμόζονται προδήλως οι εξαιρέσεις για την προστασία των σκοπών των ερευνών και των εμπορικών συμφερόντων.
21. Δεύτερον, αυτή η κατηγορία εγγράφων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ενός τομεακού νομικού πλαισίου που περιέχει ειδικούς κανόνες προσβασιμότητας (παρόμοιους με τους κανόνες για την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία, τις κρατικές ενισχύσεις και τον έλεγχο των συγκεντρώσεων). Ειδικότερα, στις έρευνες σχετικά με την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες, η απόφαση της Επιτροπής πρέπει να βασίζεται σε σύνθετη αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας. Προς τούτο, η Επιτροπή διαθέτει εξουσίες έρευνας παρεμφερείς με εκείνες στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού και οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις έχουν παρεμφερή εμπορικά συμφέροντα τα οποία προστατεύονται στο πλαίσιο των διαδικασιών αυτών. Συναφώς, η Επιτροπή παρέπεμψε στις ακόλουθες διατάξεις:
· το άρθρο 79 παράγραφος 4 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, το οποίο προβλέπει το δικαίωμα των «ενδιαφερόμενων μερών» να έχουν πρόσβαση στον φάκελο της Επιτροπής, πράγμα που σημαίνει ότι οι μη εμπλεκόμενοι τρίτοι δεν έχουν δικαίωμα πρόσβασης, και
Άρθρο 84 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, το οποίο απαιτεί το επαγγελματικό απόρρητο των πληροφοριών που λαμβάνονται στο πλαίσιο έρευνας, πράγμα που σημαίνει ότι οι ενδιαφερόμενες πλατφόρμες έχουν νόμιμο δικαίωμα να αναμένουν ότι οι πληροφορίες που παρέχουν στην Επιτροπή δεν θα διαδοθούν περαιτέρω.
22. Η κοινοποίηση, κατέληξε η Επιτροπή, θα υπονόμευε αυτούς τους κανόνες προνομιακής πρόσβασης [14].
23. Τρίτον, η Επιτροπή έκρινε ότι η κοινοποίηση θα υπονόμευε την ορθή λειτουργία της έρευνας σχετικά με την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες και, ως εκ τούτου, τον στόχο της, υπονοώντας ότι θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητες παρεμβάσεις τρίτων μερών [15].
24. Τέταρτον, η Επιτροπή δήλωσε ότι είναι πιθανό να συλλέξει εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες στο πλαίσιο έρευνας βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Αυτό μπορεί να συνεπάγεται πληροφορίες σχετικά με την εσωτερική οργάνωση, τη λειτουργία, τις επιχειρηματικές πρακτικές και συμπεριφορές μιας πλατφόρμας, καθώς και τις δραστηριότητες και τις στρατηγικές σε σχέση με δυνητικούς κινδύνους. Το γεγονός ότι η πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες υποχρεώνει τις επιχειρήσεις να δημοσιεύουν τις εκθέσεις τους για την εκτίμηση κινδύνου, ενώ τους επιτρέπει να αποκρύπτουν «εμπιστευτικές πληροφορίες» στη δημόσια έκδοση της έκθεσης, καταδεικνύει το σημείο αυτό.
25. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δημοσιοποίηση της έκθεσης εκτίμησης κινδύνου θα υπονόμευε την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ της Επιτροπής και των οικείων καθορισμένων πλατφορμών, καθώς και δυνητικών πληροφοριοδοτών, καθώς τα εν λόγω μέρη θα ήταν απρόθυμα να συνεργαστούν. Τελικά, αυτή η απώλεια εμπιστοσύνης θα υπονόμευε την ικανότητα της Επιτροπής να επιβάλει αποτελεσματικά την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Επομένως, οι δύο εξαιρέσεις που αφορούν την προστασία των εμπορικών συμφερόντων και τον σκοπό της έρευνας συνδέονται στενά εν προκειμένω.
26. Τέλος, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση και ότι το δημόσιο συμφέρον εξυπηρετείται καλύτερα με τη διασφάλιση του συμπεράσματος, με κάθε ηρεμία, της έρευνάς της σχετικά με την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
27. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η χρήση γενικού τεκμηρίου από την Επιτροπή δεν τεκμηριώνεται και αντιβαίνει στις αρχές του ανοικτού χαρακτήρα και της διαφάνειας. Ισχυρίστηκε ότι υπάρχει θεμελιώδης διαφορά μεταξύ του είδους των πληροφοριών που συλλέγονται σε υποθέσεις ανταγωνισμού και σε έρευνες στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, και ότι ο μοναδικός χαρακτήρας των ερευνών της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, οι οποίες αφορούν τη δημόσια ασφάλεια, τη δημοκρατική συμμετοχή και την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, απαιτεί αυξημένο επίπεδο διαφάνειας και δημόσιου ελέγχου.
28. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή κίνησε έρευνα ενισχύει την ανάγκη διαφάνειας, καθώς η μη δημοσιοποίηση εμποδίζει το κοινό να λαμβάνει τεκμηριωμένες αποφάσεις σχετικά με την ασφάλεια της χρήσης των υπηρεσιών της πλατφόρμας.
29. Ως γενικό σημείο, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η Επιτροπή φαίνεται να εφαρμόζει το γενικό τεκμήριο και σε περιπτώσεις στις οποίες δεν είχε κινήσει επίσημη έρευνα για την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες, παραπέμποντας σε δύο άλλες παρόμοιες αιτήσεις πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα τις οποίες η Επιτροπή είχε αρνηθεί.
30. Ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η χρήση γενικού τεκμηρίου θα σήμαινε «ότι σχεδόν κάθε αλληλεπίδραση που είχε η Επιτροπή με τις μεγαλύτερες εταιρείες τεχνολογίας κατά τα τελευταία έτη θα μπορούσε να εξαφανιστεί πίσω από το πέπλο της μη γνωστοποίησης». Αυτό θα καθιστούσε δυσκολότερο το έργο των δημοσιογράφων, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο του ρόλου τους ως «κοινωνικών φυλάκων», όπως αναγνωρίζεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
31. Όσον αφορά την ανάγκη προστασίας των εμπορικών συμφερόντων της οικείας πλατφόρμας, ο καταγγέλλων έκρινε ότι τα επιχειρήματα της Επιτροπής δεν ήταν επαρκώς συγκεκριμένα. Υποστήριξε επίσης ότι οι κανόνες σχετικά με τη δημοσίευση των εκθέσεων εκτίμησης κινδύνου δεν κατοχυρώνουν την άνευ όρων εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που ανταλλάσσουν οι επιχειρήσεις με την Επιτροπή στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
32. Τέλος, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση, δεδομένου ότι θα βοηθούσε το κοινό να περιηγηθεί στους κινδύνους που σχετίζονται με τη χρήση των υπηρεσιών της οικείας πλατφόρμας. Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνει ότι οι δημόσιοι οργανισμοί σε ολόκληρη την Ευρώπη έχουν εξετάσει το ενδεχόμενο διακοπής της χρήσης των υπηρεσιών της πλατφόρμας λόγω ανησυχιών για παραπληροφόρηση, και ότι ορισμένοι το έχουν πράξει. Η αποκάλυψη, είπε, θα βοηθήσει επίσης τις δημόσιες αρχές να αποφασίσουν εάν η πλατφόρμα είναι κατάλληλο μέρος για δημόσιες ανακοινώσεις.
33. Όταν απάντησε στην καταγγελία τον Οκτώβριο του 2024, η Επιτροπή παρείχε ενημέρωση σχετικά με την πορεία της έρευνάς της για την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Ανέφερε ότι είχε αρκετές επαφές με τον πάροχο της εν λόγω πλατφόρμας και ότι είχε εκδώσει προκαταρκτικά πορίσματα. Ωστόσο, τα εν λόγω προκαταρκτικά πορίσματα αφορούσαν μόνο ορισμένα από τα ζητήματα που εντοπίστηκαν, με αποτέλεσμα η έρευνα για την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες να βρίσκεται ακόμη σε πλήρη εξέλιξη.
34. Η Επιτροπή ενημέρωσε επίσης τη Διαμεσολαβήτρια ότι η έκθεση ανεξάρτητου ελέγχου εγκρίθηκε τον Αύγουστο του 2024 και ότι η πλατφόρμα θα πρέπει να δημοσιεύσει την έκθεση εκτίμησης κινδύνου έως τις 27 Νοεμβρίου 2024. Η Επιτροπή έκρινε ότι η δημοσιοποίηση της έκθεσης αξιολόγησης κινδύνου της πλατφόρμας βάσει του κανονισμού 1049/2001, πριν από τη λήξη του εν λόγω χρονοδιαγράμματος, θα υπονόμευε τα εμπορικά συμφέροντα της πλατφόρμας.
Προκαταρκτικές απόψεις του Διαμεσολαβητή
35. Στις 15 Νοεμβρίου 2024 η Διαμεσολαβήτρια συμμερίστηκε την προκαταρκτική της άποψη [16] με την Επιτροπή ότι είναι παράλογο να εφαρμόζεται γενικό τεκμήριο μη γνωστοποίησης σε έκθεση εκτίμησης κινδύνου στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, με βάση την ανάγκη προστασίας του σκοπού έρευνας σχετικά με τη συμμόρφωση της πλατφόρμας με την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες και την ανάγκη προστασίας των εμπορικών συμφερόντων.
36. Συγκεκριμένα, η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι οι κανόνες που ισχύουν για τις εκθέσεις εκτίμησης κινδύνου αποκλίνουν σημαντικά από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τα δικαστήρια της ΕΕ έχουν θεσπίσει τη δυνατότητα χρήσης γενικού τεκμηρίου. Ειδικότερα, η πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες δεν προβλέπει κανόνες προνομιακής πρόσβασης στις εκθέσεις εκτίμησης κινδύνου, αλλά απαιτεί από τις πλατφόρμες να δημοσιεύουν τις εν λόγω εκθέσεις, ανεξάρτητα από το αν βρίσκεται σε εξέλιξη έρευνα για την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες από την Επιτροπή.
37. Επιπλέον, η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι, ενώ η πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες επιτρέπει πράγματι [17] την απόκρυψη ορισμένων πληροφοριών όταν μια πλατφόρμα δημοσιεύει την έκθεση εκτίμησης κινδύνου, δεν είναι εύλογο να συναχθεί από τη διάταξη αυτή —και δεδομένης της υποχρέωσης δημοσίευσης της έκθεσης— το συμπέρασμα ότι οι εκθέσεις εκτίμησης κινδύνου περιέχουν ευαίσθητες εμπορικές πληροφορίες σε ολόκληρο τον .
38. Η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε επίσης από την Επιτροπή να απαντήσει σε σειρά ερωτήσεων που εγείρει το νομικό πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
39. Στις 27 Νοεμβρίου 2024, ήτοι κατά την ημερομηνία λήξης της ταχθείσας προθεσμίας, η οικεία πλατφόρμα δημοσίευσε αναδιατυπωμένη έκδοση της επίμαχης έκθεσης εκτίμησης κινδύνων [18].
40. Ο καταγγέλλων σχολίασε τη δημοσίευση της έκθεσης εκτίμησης κινδύνου, θεωρώντας ότι τα «βασικά μέρη» της έκθεσης είχαν απαλειφθεί.
41. Τον Μάρτιο του 2025 η Επιτροπή απάντησε [19] στις προκαταρκτικές απόψεις της Διαμεσολαβήτριας, επαναλαμβάνοντας τη θέση της ότι η επίμαχη έκθεση εκτίμησης κινδύνου αποτελεί μέρος του φακέλου έρευνας της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες και, ως εκ τούτου, εφαρμόζεται γενικό τεκμήριο μη δημοσιοποίησης, με βάση την ανάγκη προστασίας των εμπορικών συμφερόντων της οικείας πλατφόρμας, καθώς και τον σκοπό της εν εξελίξει έρευνας της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
42. Επιπλέον, η Επιτροπή δήλωσε ότι η πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες και ο κανονισμός 1049/2001 έχουν συνεπείς στόχους. Ειδικότερα, η πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες διαθέτει διάφορες διατάξεις διαφάνειας που είναι ζωτικής σημασίας για τη διευκόλυνση του αυξημένου δημόσιου ελέγχου και της λογοδοσίας, οι οποίες, με τη σειρά τους, είναι καθοριστικής σημασίας για τον ευρύτερο στόχο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, δηλαδή τη διασφάλιση ενός ασφαλούς, προβλέψιμου και αξιόπιστου επιγραμμικού περιβάλλοντος, στο οποίο προστατεύονται τα θεμελιώδη δικαιώματα. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή δήλωσε ότι η δημοσίευση της έκθεσης εκτίμησης κινδύνου και της έκθεσης ελέγχου είναι καίριας σημασίας για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών εντοπίζουν, αναλύουν και μετριάζουν τους συστημικούς κινδύνους που απορρέουν από τις υπηρεσίες τους.
43. Μολονότι αναγνωρίζει το «εξέχον δημόσιο συμφέρον» που αντικατοπτρίζουν οι διατάξεις της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, η Επιτροπή επισήμανε ότι οι κανόνες αυτοί προστατεύουν επίσης ορισμένες πληροφορίες τις οποίες οι καθορισμένες πλατφόρμες μπορούν να απαλείψουν από τη δημόσια έκδοση των οικείων εκθέσεων εκτίμησης κινδύνου. Αυτό καταδεικνύει ότι οι εκθέσεις εκτίμησης κινδύνου ενδέχεται να περιέχουν εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες.
44. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι η εμπιστευτικότητα των εκθέσεων εκτίμησης κινδύνου έπρεπε να διασφαλίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας: μετά την παραλαβή της έκθεσης από την Επιτροπή για την προστασία της λήψης αποφάσεων σχετικά με το κατά πόσον δικαιολογείται η έναρξη έρευνας και μετά την έναρξη έρευνας στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, ώστε να διασφαλιστεί αμερόληπτη και αποτελεσματική διαδικασία και κατάλληλη συνεργασία με την πλατφόρμα. Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι αυτό περιλαμβάνει τον χρόνο μετά τη δημοσίευση της έκθεσης εκτίμησης κινδύνου από την οικεία πλατφόρμα.
45. Συνολικά, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η δημοσιοποίηση της έκθεσης, σε οποιοδήποτε στάδιο, i) θα καταστρατηγούσε το σύστημα υποβολής εκθέσεων διαφάνειας που προβλέπεται στην πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες, ii) θα έθετε σε κίνδυνο τον σκοπό των ερευνών της σχετικά με την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες και iii) θα απέφευγε την ειδική πρόσβαση στον φάκελο και τους κανόνες εμπιστευτικότητας που προβλέπονται στην πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 85 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, «οι μεταγενέστερες εκτιμήσεις κινδύνου [αναμένεται να] βασίζονται η μία στην άλλη και να καταδεικνύουν την εξέλιξη των κινδύνων που εντοπίστηκαν».
46. Επιπλέον, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η δημοσιοποίηση της έκθεσης εκτίμησης κινδύνου θα υπονόμευε τον σκοπό του ελέγχου βάσει του άρθρου 37 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησής του. Υποστήριξε ότι «οι αντιδράσεις του κοινού στις εκθέσεις εκτίμησης κινδύνου μπορεί να προκαλέσουν παρεμβολές στο έργο των ελεγκτών που πρέπει να τις αναλύσουν στο πλαίσιο της ελεγκτικής τους διαδικασίας, καθώς και στη δυνατότητα των παρόχων να εφαρμόσουν συστάσεις ελέγχου ή εναλλακτικά μέτρα για την αντιμετώπιση πιθανής μη συμμόρφωσης», όπως επισημαίνεται στην έκθεση ελέγχου.
47. Τέλος, η Επιτροπή δήλωσε ότι οι κανόνες της [20] σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής του κανονισμού 1049/2001 «αναγνωρίζουν» ότι ισχύει γενικό τεκμήριο μη δημοσιοποίησης για τα έγγραφα που αποτελούν μέρος των διαδικασιών της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
48. Όσον αφορά το σύνολο των ερωτήσεων που αντάλλαξε η Διαμεσολαβήτρια, η Επιτροπή δήλωσε ότι, γενικά, παρακολουθεί την έγκαιρη δημοσίευση των εκθέσεων εκτίμησης κινδύνου από τους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και αξιολογεί τις διαγραφές που πραγματοποιούν και την «αιτιολογική έκθεση» στην οποία πρέπει να αιτιολογούν τυχόν διαγραφές. Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι οι διαγραφές που μπορούν να κάνουν οι πλατφόρμες στη δημόσια έκδοση των εκθέσεων εκτίμησης κινδύνου στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα αντικατόπτριζαν τις εξαιρέσεις από τη διαφάνεια που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001.
49. Μετά την απάντηση της Επιτροπής, η Διαμεσολαβήτρια έδωσε στην καταγγέλλουσα την ευκαιρία να υποβάλει παρατηρήσεις, μεταξύ άλλων σχετικά με τις προκαταρκτικές απόψεις της.
50. Σε απάντηση, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η Επιτροπή είχε αναγνωρίσει ρητά ένα ιδιαίτερα σημαντικό δημόσιο συμφέρον να γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο οι πάροχοι εντοπίζουν και μετριάζουν τους συστημικούς κινδύνους και ότι αυτό θα πρέπει να θεωρείται υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση.
51. Ο καταγγέλλων επανέλαβε επίσης τη θέση του ότι η πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες διαφέρει από τους κανόνες ανταγωνισμού της ΕΕ και δήλωσε ότι η εφαρμογή ενός γενικού τεκμηρίου μη δημοσιοποίησης θα σήμαινε ότι οι εκθέσεις εκτίμησης κινδύνου θα καθίστανται διαθέσιμες στο κοινό μόνο με σημαντική καθυστέρηση.
52. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή φαινόταν να εφαρμόζει την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες χωρίς να υλοποιεί το δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα της ΕΕ βάσει του κανονισμού 1049/2001.
53. Τέλος, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η Επιτροπή φαινόταν πρόθυμη να αξιολογήσει τις διαγραφές που πραγματοποιούν οι πάροχοι μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών μόνο αφού δημοσιεύσουν την έκθεση εκτίμησης κινδύνου. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, αυτό θα ήταν ανεπαρκές για λόγους διαφάνειας.
Αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά την απάντηση της Επιτροπής στις προκαταρκτικές απόψεις
54. Η πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες θεσπίζει ειδικό καθεστώς διαφάνειας για τις εκτιμήσεις κινδύνου που πρέπει να διενεργούνται ετησίως από πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες.
55. Συγκεκριμένα, η πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες απαιτεί από τις καθορισμένες πλατφόρμες να δημοσιεύουν την οικεία έκθεση εκτίμησης κινδύνου το αργότερο τρεις μήνες μετά την ολοκλήρωση του ετήσιου ανεξάρτητου ελέγχου σχετικά με τη συμμόρφωση της αντίστοιχης πλατφόρμας με τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.[21] Οι εν λόγω διατάξεις σχετικά με την προορατική διαφάνεια στην πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες πρέπει να συμβιβάζονται με το καθεστώς διαφάνειας αντίδρασης που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 1049/2001, το οποίο εφαρμόζεται όταν η Επιτροπή λαμβάνει αίτημα για πρόσβαση του κοινού σε εκθέσεις εκτίμησης κινδύνου που καταρτίζονται στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Κανένα από τα δύο νομικά πλαίσια δεν υπερισχύει του άλλου.
56. Σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ πρέπει, κατ’ αρχήν, να προβαίνουν σε συγκεκριμένη και εξατομικευμένη αξιολόγηση του περιεχομένου κάθε ζητούμενου εγγράφου, προκειμένου να αποφασίζουν αν μπορεί να χορηγηθεί πρόσβαση στο κοινό, εν όλω ή εν μέρει [22].
57. Κατ’ εξαίρεση από τον κανόνα αυτό, τα δικαστήρια της ΕΕ έχουν αναγνωρίσει ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ μπορούν να εφαρμόζουν γενικό τεκμήριο μη δημοσιοποίησης σε ορισμένες κατηγορίες εγγράφων για τις οποίες ισχύουν προδήλως παρόμοιες εκτιμήσεις όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούν να δημοσιοποιηθούν. Στην περίπτωση αυτή, το οικείο θεσμικό όργανο δεν υποχρεούται να εξετάσει το συγκεκριμένο περιεχόμενο των ζητηθέντων εγγράφων.
58. Η νομολογία αυτή περιλαμβάνει, για παράδειγμα, έγγραφα του διοικητικού φακέλου της Επιτροπής σχετικά με τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων [23], έγγραφα που ανταλλάσσονται μεταξύ της Επιτροπής και των κοινοποιούντων μερών ή τρίτων μερών στο πλαίσιο των διαδικασιών ελέγχου των συγκεντρώσεων [24], έγγραφα που σχετίζονται με το εν εξελίξει προ της ασκήσεως προσφυγής στάδιο μιας διαδικασίας επί παραβάσει [25] και έγγραφα που σχετίζονται με εν εξελίξει έρευνες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)[26].
59. Το κοινό στοιχείο αυτών των διαδικασιών είναι ότι οι τομεακοί κανόνες από τους οποίους διέπονται δεν προβλέπουν δικαίωμα πρόσβασης τρίτων στον αντίστοιχο διοικητικό φάκελο της Επιτροπής. Επιπλέον, η Επιτροπή δεσμεύεται από την εμπιστευτικότητα. Ως εκ τούτου, τα σχετικά τομεακά νομικά πλαίσια αποσκοπούν πρωτίστως στη διασφάλιση της τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου στις σχετικές διαδικασίες. Ως εκ τούτου, ο στόχος τους είναι πολύ διαφορετικός από τον στόχο του κανονισμού 1049/2001, ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση της μεγαλύτερης δυνατής διαφάνειας, μεταξύ άλλων, της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της διοίκησης της ΕΕ. Ως εκ τούτου, τα δικαστήρια έκριναν ότι η πρόσβαση του κοινού στον διοικητικό φάκελο της Επιτροπής στις εν λόγω υποθέσεις (βάσει του κανονισμού 1049/2001), θα έθετε υπό αμφισβήτηση το σύστημα που θεσπίζουν οι εν λόγω κανόνες και, ως εκ τούτου, θα υπονόμευε τον ίδιο τον σκοπό των εν λόγω ερευνών (και, σε ορισμένες περιπτώσεις, και τα εμπορικά συμφέροντα).
60. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι το καθεστώς διαφάνειας που θεσπίστηκε με την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες έχει εξίσου περιοριστικό χαρακτήρα και ότι, ως εκ τούτου, η νομολογία σχετικά με τα γενικά τεκμήρια μη δημοσιοποίησης εφαρμόζεται, κατ’ αναλογία, στις εκθέσεις εκτίμησης κινδύνου που καταρτίζονται στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή υποστήριξε ότι το γεγονός ότι, βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, τα «ενδιαφερόμενα μέρη» έχουν δικαίωμα [27] πρόσβασης στον φάκελο έρευνάς της σημαίνει ότι το ευρύτερο κοινό αποκλείεται από την εν λόγω πρόσβαση. Επιπλέον, με βάση την απαίτηση επαγγελματικού απορρήτου [28], οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών δικαιολογημένα προσδοκούν ότι η Επιτροπή δεν αποκαλύπτει καμία πληροφορία που ανταλλάσσουν μαζί της. Η Επιτροπή αναφέρθηκε επίσης στη δυνατότητα των πλατφορμών να απαλείφουν [29] ορισμένες πληροφορίες πριν από τη δημοσίευση των οικείων εκθέσεων εκτίμησης κινδύνου.
61. Η Διαμεσολαβήτρια εμμένει στη θέση της ότι οι κανόνες που ισχύουν για τις εκθέσεις εκτίμησης κινδύνου που καταρτίζονται στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες από πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες αποκλίνουν σημαντικά από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τα δικαστήρια της ΕΕ έχουν αναγνωρίσει τη δυνατότητα χρήσης ενός γενικού τεκμηρίου μη δημοσιοποίησης.
62. Γενικά, σε αντίθεση με τα τομεακά νομικά πλαίσια σε σχέση με τα οποία τα δικαστήρια της ΕΕ έχουν αναγνωρίσει ότι μπορεί να εφαρμοστεί γενικό τεκμήριο, η πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες τονίζει τη σημασία της διαφάνειας και της λογοδοσίας των επιγραμμικών υπηρεσιών. Όσον αφορά τις πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες, η πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες αναγνωρίζει ότι, λόγω του ειδικού ρόλου και της εμβέλειάς τους, υπάρχει ανάγκη για αυξημένο επίπεδο διαφάνειας και δημόσιου ελέγχου.[30] Για την επίτευξη των στόχων αυτών, οι ειδικές πλατφόρμες πρέπει να δημοσιοποιούν σημαντικό όγκο πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών που θα μπορούσαν να θεωρηθούν εμπορικά ευαίσθητες, όπως ο αριθμός των μηνιαίων αποδεκτών τους σε κάθε κράτος μέλος [31].
63. Στο ίδιο πνεύμα, οι καθορισμένες επιγραμμικές πλατφόρμες πρέπει να δημοσιεύουν την ετήσια έκθεση εκτίμησης κινδύνου και πρέπει να το πράττουν το αργότερο τρεις μήνες μετά την ολοκλήρωση του ανεξάρτητου ελέγχου.[32] Ειδικότερα, η δημοσίευση πρέπει να πραγματοποιείται ανεξάρτητα από το αν η Επιτροπή έχει κινήσει έρευνα σχετικά με τη συμμόρφωση της οικείας πλατφόρμας με τις υποχρεώσεις της βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, αν η εν λόγω έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη ή αν η Επιτροπή δεν έχει ακόμη λάβει απόφαση σχετικά με την πιθανή κίνηση έρευνας.
64. Όπως προκύπτει από την παρούσα υπόθεση, δεν είναι απίθανο να λήξει η προβλεπόμενη προθεσμία για τη δημοσίευση της έκθεσης εκτίμησης κινδύνου προτού η Επιτροπή ολοκληρώσει την έρευνά της. Πράγματι, φαίνεται ότι, στην πλειονότητα των περιπτώσεων στις οποίες η Επιτροπή αποφασίζει να κινήσει έρευνα, η έκθεση εκτίμησης κινδύνου (με απαλοιφή της) θα δημοσιοποιείται πριν από την έναρξη έρευνας ή ενόσω η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Με άλλα λόγια, ο νομοθέτης φαίνεται να έχει θεωρήσει ότι η προστασία των προσπαθειών επιβολής της Επιτροπής δεν θίγει τη διαφάνεια και τον δημόσιο έλεγχο των εκθέσεων εκτίμησης κινδύνου.
65. Ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει ότι η πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες επιτρέπει την απόκρυψη ορισμένων πληροφοριών όταν μια καθορισμένη πλατφόρμα δημοσιεύει την έκθεση εκτίμησης κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών. Ωστόσο, δεδομένου ότι η έκθεση πρέπει να δημοσιοποιείται κάποια στιγμή, είναι παράλογο να θεωρείται ότι οι εκθέσεις εκτίμησης κινδύνου θα περιέχουν ευαίσθητες εμπορικές πληροφορίες καθ’ όλη τη διάρκεια της . Κανένα στοιχείο του γράμματος των σχετικών διατάξεων της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες δεν θα μπορούσε να στηρίξει μια τέτοια ερμηνεία. Για τον ίδιο λόγο, οι πλατφόρμες δεν μπορούν βασίμως να αναμένουν ότι οι εκθέσεις τους εκτίμησης κινδύνων θα καλύπτονται στο σύνολό τους από την αρχή του επαγγελματικού απορρήτου.
66. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια εμμένει στην άποψή της ότι είναι παράλογο να εφαρμόζεται ένα γενικό τεκμήριο μη δημοσιοποίησης στις εκθέσεις αξιολόγησης κινδύνου που καταρτίζονται στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, με βάση την ανάγκη προστασίας του σκοπού έρευνας της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες και/ή την ανάγκη προστασίας των εμπορικών συμφερόντων.
67. Απαντώντας στις προκαταρκτικές απόψεις της Διαμεσολαβήτριας, η Επιτροπή υποστήριξε επιπλέον ότι η δημοσιοποίηση της επίμαχης έκθεσης εκτίμησης κινδύνου, κατά τον χρόνο έκδοσης της επιβεβαιωτικής απόφασης, θα υπονόμευε τον τότε εν εξελίξει ανεξάρτητο έλεγχο όσον αφορά τη συμμόρφωση της πλατφόρμας με τις υποχρεώσεις της βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
68. Η έκθεση ελέγχου στην παρούσα υπόθεση οριστικοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2024. Ως εκ τούτου, όταν η Επιτροπή εξέδωσε την επιβεβαιωτική απόφασή της σχετικά με το αίτημα πρόσβασης του καταγγέλλοντος τον Ιούνιο του 2024, ο έλεγχος βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη.
69. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 4 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, οι πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες μπορούν να αποφασίσουν να δημοσιεύσουν την έκθεση εκτίμησης κινδύνου τους πριν από την ολοκλήρωση του ανεξάρτητου ελέγχου. Η σχετική διάταξη απαιτεί η δημοσίευση της έκθεσης εκτίμησης κινδύνου να πραγματοποιείται το αργότερο τρεις μήνες μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου. Δεν απαγορεύει την προηγούμενη δημοσίευση της έκθεσης.
70. Μολονότι ο νομοθέτης συνέδεσε έτσι το χρονοδιάγραμμα για την προορατική δημοσίευση της έκθεσης εκτίμησης κινδύνου με την ολοκλήρωση του ανεξάρτητου ελέγχου, αυτό δεν συνεπάγεται ότι οι αιτήσεις πρόσβασης του κοινού δυνάμει του κανονισμού 1049/2001 πρέπει απαραιτήτως να απορρίπτονται πριν από την εν λόγω ημερομηνία, γεγονός που οδηγεί στην εφαρμογή γενικού τεκμηρίου μη δημοσιοποίησης. Αντιθέτως, εάν η οικεία πλατφόρμα δεν έχει ακόμη δημοσιεύσει προορατικά την έκθεση εκτίμησης κινδύνου, η Επιτροπή θα πρέπει να το λάβει αυτό υπόψη κατά την αξιολόγηση του εγγράφου βάσει του κανονισμού 1049/2001 και, εάν δεν είναι σαφές αν μπορεί να χορηγηθεί πρόσβαση στο κοινό, η Επιτροπή θα πρέπει να συμβουλευτεί την πλατφόρμα για να λάβει τις απόψεις της σχετικά με το αν μπορεί να εφαρμοστεί οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001. Αυτό θα δώσει επίσης στην πλατφόρμα τη δυνατότητα να αντιδράσει στο αίτημα πρόσβασης και, εάν το επιθυμεί, να δημοσιεύσει την έκθεση εκτίμησης κινδύνου νωρίτερα από ό,τι θα μπορούσε να είχε προβλέψει.
71. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορούν οι ακόλουθες παρατηρήσεις.
72. Πρώτον, όπως προαναφέρθηκε, κανένα στοιχείο του άρθρου 42 παράγραφος 4 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες δεν εμποδίζει τις πλατφόρμες να δημοσιεύουν τις εκθέσεις εκτίμησης κινδύνου πριν από την ολοκλήρωση του ανεξάρτητου ελέγχου. Πράγματι, φαίνεται ότι, για την πλέον πρόσφατη περίοδο, αρκετές καθορισμένες πλατφόρμες/μηχανές αναζήτησης έχουν ήδη δημοσιεύσει τις εκθέσεις εκτίμησης κινδύνου τους, μολονότι ο δεύτερος ανεξάρτητος έλεγχος δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
73. Δεύτερον, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή δημοσίευσε [33] λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την έρευνά της όσον αφορά τη συμμόρφωση της πλατφόρμας με τις υποχρεώσεις της βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των συγκεκριμένων ζητημάτων που αξιολογεί και των προκαταρκτικών διαπιστώσεων μη συμμόρφωσης, πριν από την ολοκλήρωση του ελέγχου. Στο πλαίσιο αυτό, είναι δύσκολο να διαπιστωθεί με ποιον τρόπο η (μερική) δημοσιοποίηση της έκθεσης εκτίμησης κινδύνου της πλατφόρμας θα μπορούσε να υπονομεύσει τον τότε εν εξελίξει ανεξάρτητο έλεγχο.
74. Τέλος, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι, στο εξής, οι καθορισμένες πλατφόρμες θα πρέπει να διενεργούν εκτίμηση κινδύνου σε ετήσια βάση. Λαμβανομένου υπόψη του χρόνου που μπορεί να απαιτηθεί για τη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής και τον ανεξάρτητο έλεγχο, οι εκθέσεις εκτίμησης κινδύνου μιας πλατφόρμας ενδέχεται να καλύπτουν παρόμοια θέματα κάθε χρόνο. Ως εκ τούτου, η χρήση γενικού τεκμηρίου θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια κατάσταση κατά την οποία η Επιτροπή δεν αξιολογεί έκθεση εκτίμησης κινδύνου βάσει του κανονισμού 1049/2001 για σημαντικό χρονικό διάστημα, παρά το γεγονός ότι το πεδίο εφαρμογής της έρευνας σχετικά με την πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες, τον σκοπό της οποίας προτίθεται να προστατεύσει η Επιτροπή, είναι πολύ πιο περιορισμένο από το πεδίο εφαρμογής μιας έκθεσης εκτίμησης κινδύνου. Ως εκ τούτου, η εφαρμογή γενικού τεκμηρίου μη δημοσιοποίησης θα μπορούσε να αποτρέψει τη διαφάνεια και τον δημόσιο έλεγχο των πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών που ο νομοθέτης έκρινε ουσιώδεις. Με άλλα λόγια, η χρήση γενικού τεκμηρίου ενέχει τον κίνδυνο υπονόμευσης ενός από τους βασικούς στόχους της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, της διαφάνειας.
75. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι δεν είναι εύλογο να εφαρμόζεται γενικό τεκμήριο μη γνωστοποίησης στις εκθέσεις αξιολόγησης κινδύνου βάσει της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες και ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε διενεργήσει ατομική αξιολόγηση της επίμαχης έκθεσης κατά τον χρόνο εξέτασης της επιβεβαιωτικής αίτησης του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια επιβεβαιώνει την προκαταρκτική της άποψη ότι η χρήση από την Επιτροπή γενικού τεκμηρίου μη δημοσιοποίησης συνιστούσε κακοδιοίκηση.
76. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η εν λόγω πλατφόρμα γνωστοποίησε εν τω μεταξύ μια αναδιατυπωμένη έκδοση της έκθεσης εκτίμησης κινδύνου που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας έρευνας, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις της βάσει του άρθρου 42 παράγραφος 4 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Ως εκ τούτου, μπορεί να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή έχει ήδη αξιολογήσει τις διαγραφές που πραγματοποιήθηκαν από την πλατφόρμα, υπό το πρίσμα των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 42 παράγραφος 5 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια ενθαρρύνεται να ενημερωθεί σχετικά με την άποψη της Επιτροπής ότι οι διαγραφές που ενδέχεται να κάνουν οι καθορισμένες πλατφόρμες στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν τις εξαιρέσεις από την πρόσβαση του κοινού στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001. Αυτό φαίνεται να σημαίνει ότι η εν λόγω έκθεση εκτίμησης κινδύνου έχει εν τω μεταξύ δημοσιοποιηθεί στον βαθμό που η Επιτροπή θεωρεί ότι η πρόσβαση θα μπορούσε να παρασχεθεί βάσει του κανονισμού 1049/2001. Ωστόσο, η σχετική εκτίμηση της Επιτροπής δεν κοινοποιήθηκε και, ως εκ τούτου, δεν κατέστη δυνατό να επανεξεταστεί.
77. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι ο καταγγέλλων αμφισβήτησε τις διαγραφές που έγιναν από την οικεία πλατφόρμα και ισχυρίστηκε ότι φαίνονται υπερβολικές. Ως εκ τούτου, η προδραστική δημοσίευση, από την οικεία πλατφόρμα, αναδιατυπωμένης εκδοχής της επίμαχης έκθεσης εκτίμησης κινδύνων δεν έχει επιλύσει την καταγγελία. Υπό το πρίσμα αυτό, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί αναγκαίο να συνεχιστεί η έρευνα και να διατυπωθεί η ακόλουθη σύσταση προς την Επιτροπή: Η Επιτροπή θα πρέπει να διενεργήσει συγκεκριμένη και εξατομικευμένη αξιολόγηση της επίμαχης έκθεσης εκτίμησης κινδύνου με σκοπό τη χορήγηση της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης του κοινού, συμπεριλαμβανομένων των τμημάτων της έκθεσης που έχουν απαλειφθεί στην έκδοση που δημοσιεύθηκε από την οικεία πλατφόρμα. Εάν η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να χορηγηθεί πρόσβαση σε ορισμένα τμήματα της έκθεσης, θα πρέπει να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους, συγκεκριμένα και ουσιαστικά, εμποδίζεται η δημοσιοποίησή τους υπό το πρίσμα των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001.
78. Τέλος, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι οι νέοι λεπτομερείς κανόνες της Επιτροπής [34] για την εφαρμογή του κανονισμού 1049/2001, οι οποίοι εκδόθηκαν μετά την επιβεβαιωτική απόφαση στην παρούσα υπόθεση, αμφισβητούνται επί του παρόντος ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου [35]. Οι λεπτομερείς κανόνες προβλέπουν τη δυνατότητα εφαρμογής γενικού τεκμηρίου μη δημοσιοποίησης σε «έγγραφα που αποτελούν μέρος διαδικασιών στο πλαίσιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες». Εκτός εάν και έως ότου το Δικαστήριο εκδώσει την απόφασή του σχετικά με τη νομιμότητα των εν λόγω κανόνων, ο Διαμεσολαβητής δεν θα λάβει θέση σχετικά με τους λεπτομερείς κανόνες αυτούς καθαυτούς. Δεδομένου ότι οι λεπτομερείς κανόνες πρέπει σε κάθε περίπτωση να παραμείνουν σύμφωνοι με τον κανονισμό 1049/2001 [36], η Διαμεσολαβήτρια θα συνεχίσει να αξιολογεί τη συμμόρφωση των επιμέρους επιβεβαιωτικών αποφάσεων που εκδίδει η Επιτροπή, οι οποίες της γνωστοποιούνται, με τον κανονισμό 1049/2001, όπως ερμηνεύεται από τα δικαστήρια της ΕΕ, και με τις αρχές της χρηστής διοίκησης.
Σύσταση
Με βάση την έρευνα σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, η Διαμεσολαβήτρια διατυπώνει την ακόλουθη σύσταση προς την Επιτροπή:
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να προβεί σε συγκεκριμένη και εξατομικευμένη αξιολόγηση της επίμαχης έκθεσης εκτίμησης κινδύνου με σκοπό τη χορήγηση της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης του κοινού, συμπεριλαμβανομένων των τμημάτων της έκθεσης που έχουν απαλειφθεί στην έκδοση που δημοσιεύθηκε από την οικεία πλατφόρμα. Εάν η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να χορηγηθεί πρόσβαση σε ορισμένα τμήματα της έκθεσης, θα πρέπει να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους, συγκεκριμένα και ουσιαστικά, εμποδίζεται η δημοσιοποίησή τους υπό το πρίσμα των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001.
Η Επιτροπή και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για την παρούσα σύσταση. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 του καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 3 Φεβρουαρίου 2026.
Teresa Anjinho
Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής
Στρασβούργο, 03/11/2025
[1] Διατίθεται στη διεύθυνση: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=uriserv%3AOJ.L_.2021.253.01.0001.01.ENG&toc=OJ%3AL%3A2021%3A253%3ATOC.
[2] Κανονισμός 2022/2065 σχετικά με την ενιαία αγορά ψηφιακών υπηρεσιών (πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες): http://data.europa.eu/eli/reg/2022/2065/oj.
[3] Οι επιγραμμικές πλατφόρμες και οι επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης θεωρούνται «πολύ μεγάλες» εάν ο μέσος μηνιαίος αριθμός ενεργών χρηστών της υπηρεσίας τους εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι τουλάχιστον 45 εκατομμύρια, σύμφωνα με το άρθρο 33 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
[4] Βλ. άρθρο 34 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
[5] Βλ. άρθρο 37 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
[6] Βλ. άρθρο 42 παράγραφοι 4 και 5 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
[7] Σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 1 και το άρθρο 33 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
[8] Σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Επιτροπής και του Συμβουλίου: http://data.europa.eu/eli/reg/2001/1049/oj.
[9] Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.
[10] Σύμφωνα με το άρθρο 66 παράγραφος 1 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Ο αριθμός αρχείου είναι DSA.100.100.
[11] https://digital-strategy.ec.europa.eu/en/news/commission-sends-preliminary-findings-x-breach-digital-services-act.
[12] Βλ. υποσημείωση 8 ανωτέρω.
[13] Η Επιτροπή παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, στην απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 29ης Ιουνίου 2010, Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau, C-139/07 P, σκέψη 54: https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=84749&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=1621734.
[14] Η Επιτροπή παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, στην απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Επιτροπή κατά EnBW, C-365/12 P, σκέψεις 81 επ.: https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=148392&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=1621734.
[15] Η Επιτροπή παρέπεμψε, μεταξύ άλλων νομολογίας, στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 26ης Μαΐου 2016, International Management Group κατά Επιτροπής, T-110/15, σκέψη 32: https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=178781&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=1645716.
[16] Το πλήρες κείμενο των προκαταρκτικών απόψεων του Διαμεσολαβητή διατίθεται στη διεύθυνση: https://www.ombudsman.europa.eu/en/doc/correspondence/en/199731.
[17] Άρθρο 42 παράγραφος 5 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
[18] Βλέπε: https://transparency.x.com/en/reports/dsa-risk-assessment-report.
[19] Το πλήρες κείμενο της απάντησης της Επιτροπής στις προκαταρκτικές απόψεις του Διαμεσολαβητή διατίθεται στη διεύθυνση:
https://www.ombudsman.europa.eu/doc/correspondence/214482.
[20] Βλ. τους λεπτομερείς κανόνες της Επιτροπής για την εφαρμογή του κανονισμού 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/HTML/?uri=OJ:L_202403080#anx_1:~:text=p.%C2%A060).-,ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ,Συμβούλιο%20regarding%20public%20access%20to%20European%20Parliament%2C%20Council%20and%20Commission%20documents,-Whereas%3A
[21] Άρθρο 42 παράγραφος 4 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
[22] Βλ., για παράδειγμα, απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Απριλίου 2005, Verein für Konsumenteninformation κατά Επιτροπής, T-2/03, σκέψεις 69 επ.: https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=60314&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=59073.
[23] Απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2010, Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau, C‑139/07 P: https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=84749&pageIndex=0&doclang=en&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=267909.
[24] Απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά Agrofert, C-477/10 P: https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=124461&pageIndex=0&doclang=en&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=267626.
[25] Απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Νοεμβρίου 2013, LPN κατά Επιτροπής, C-514/11 P και C-605/11 P: https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=144492&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=8482072.
[26] Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 1ης Σεπτεμβρίου 2021, Homoki κατά Επιτροπής, T-517/19: https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=245503&pageIndex=0&doclang=FR&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=6145602.
[27] Άρθρο 79 παράγραφος 4 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
[28] Άρθρο 84 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
[29] Άρθρο 42 παράγραφος 5 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
[30] Βλ., για παράδειγμα, αιτιολογικές σκέψεις 65 και 100 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
[31] Βλ. άρθρο 42 παράγραφος 3 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
[32] Άρθρο 42 παράγραφος 4 της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.
[33] Στις 18 Δεκεμβρίου 2023 η Επιτροπή ενημέρωσε το κοινό σχετικά με την έναρξη έρευνας, βλ.: https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/en/ip_23_6709. Στις 12 Ιουλίου 2024 η Επιτροπή δημοσιοποίησε τα πρώτα προκαταρκτικά της πορίσματα, βλ.: https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/en/ip_24_3761.
[34] Βλ. υποσημείωση 20 ανωτέρω.
[35] Υπόθεση T-146/25, De Capitani κ.λπ. κατά Επιτροπής: https://curia.europa.eu/juris/liste.jsf?lgrec=fr&td=;ALL&language=en&num=T-146/25&jur=T και υπόθεση T-641/25, ClientEarth κατά Επιτροπής: https://curia.europa.eu/juris/liste.jsf?lgrec=fr&td=;ALL&language=en&num=T-641/25&jur=T.
[36] Σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο απαιτεί από κάθε θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό να «διατυπώνει στον εσωτερικό κανονισμό του ειδικές διατάξεις σχετικά με την πρόσβαση στα έγγραφά του, σύμφωνα με τους κανονισμούς που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο». Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο εσωτερικός κανονισμός που ενέκρινε η Επιτροπή (στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-371/20 και T-554/20, Pollinis κατά Επιτροπής, σκέψη 93) ή τα συμπεράσματα που ενέκρινε το Συμβούλιο (στην υπόθεση T-255/24, Nouwen κατά Συμβουλίου, σκέψη 103) πρέπει να παραμείνουν σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το Δικαστήριο έκρινε ότι «[τ]ο περιεχόμενο των υποχρεώσεων που υπέχει θεσμικό όργανο της Ένωσης δυνάμει του κανονισμού 1049/2001, όπως ερμηνεύονται από τον δικαστή της Ένωσης, δεν μπορεί να εξαρτάται από το περιεχόμενο πράξεων, όπως τα συμπεράσματα του Συμβουλίου, που εκδίδει το ίδιο το οικείο θεσμικό όργανο».