# Σχέδιο σύστασης του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή στην έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 2573/2007/VIK κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
- Φωτογράφος: Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής
- Hμερομηνία : 2012-01-25T00:00+01:00[Europe/Paris]
- [URL](https://www.ombudsman.europa.eu/el/recommendation/el/11220)
---
Καταρτίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή[\[1\]](#_ftn1){#_ftnref1}

Το ιστορικό της καταγγελίας
---------------------------

**1.** Η υπό κρίση αιτίαση αφορά αμφισβητούμενη διαδικασία διαγωνισμού. Η καταγγέλλουσα, εταιρεία που δραστηριοποιείται στον τομέα της ΤΠ, διαφώνησε με την αξιολόγηση της προσφοράς της και ισχυρίστηκε ότι η επιτροπή αξιολόγησης δέχθηκε εσφαλμένα προσφορά με εναλλακτικές προσφορές, ενώ οι εναλλακτικές προσφορές δεν επιτρέπονταν στο πλαίσιο της πρόσκλησης υποβολής προσφορών.

**2.** Στις 19 Αυγούστου 2006, η τότε Γενική Διεύθυνση (ΓΔ) \<\<Δικαιοσύνη, Ελευθερία και Ασφάλεια\>\> (\<\<ΓΔ Δικαιοσύνης\>\>) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προκήρυξε πρόσκληση υποβολής προσφορών για τη δημιουργία \<\<Ιστοτόπου*για την Ένταξη\>\>* [\[2\].](#_ftn2){#_ftnref2} Στις 27 Σεπτεμβρίου 2006, ο καταγγέλλων υπέβαλε την προσφορά του.

**3.** Στις 23 Νοεμβρίου 2006, η Επιτροπή ανέθεσε τη σύμβαση σε άλλη εταιρεία. Την ίδια ημέρα απέστειλε επιστολές σε όλους τους προσφέροντες ενημερώνοντάς τους για το αποτέλεσμα της αξιολόγησης. Η επιτροπή αξιολόγησης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προσφορά του καταγγέλλοντος δεν πληρούσε τα ποιοτικά κριτήρια ανάθεσης. Έλαβε 53,5 μονάδες, ενώ το όριο ήταν 60 μονάδες και η καλύτερη προσφορά έλαβε 83,5 μονάδες.

**4.** Στις 29 Νοεμβρίου 2006, ο καταγγέλλων άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης ανάθεσης και ζήτησε αντίγραφο της έκθεσης αξιολόγησης, καθώς και πληροφορίες σχετικά με το όνομα του αναδόχου, των εταίρων και των υπεργολάβων του, τη βαθμολογία που δόθηκε στη δική του προσφορά και στην επιλεγείσα προσφορά και την οικονομική προσφορά του αναδόχου.

**5.** Με επιστολές της 5ης και 13ης Δεκεμβρίου 2006, η Επιτροπή διαβίβασε τις ζητούμενες πληροφορίες. Ωστόσο, όσον αφορά την έκθεση αξιολόγησης, κοινοποίησε μόνο τα μέρη εκείνα που αφορούσαν την αξιολόγηση της προσφοράς του καταγγέλλοντος.

**6.** Στις 8 Δεκεμβρίου 2006, ο καταγγέλλων διαβίβασε στην Επιτροπή λεπτομερή ανάλυση κάθε παρατήρησης της επιτροπής αξιολόγησης σχετικά με την προσφορά του, ιδίως όσον αφορά τα ποιοτικά κριτήρια. Υποστήριξε, κατ' ουσίαν, ότι η αξιολόγηση της προσφοράς της ήταν ανακριβής. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ζήτησε από το θεσμικό όργανο να μην προχωρήσει στην ανάθεση της σύμβασης και να επαναξιολογήσει την προσφορά του.

**7.** Στις 14 Δεκεμβρίου 2006, η Επιτροπή υπέγραψε την επίμαχη σύμβαση παροχής υπηρεσιών με τον προσφέροντα που είχε επιλέξει. Έκρινε ότι η αξιολόγηση των κριτηρίων αναθέσεως είχε διενεργηθεί για όλους τους προσφέροντες κατά τρόπο μη εισάγοντα διακρίσεις και ότι είχε τηρήσει πλήρως τη συγγραφή υποχρεώσεων. Διαπίστωσε επίσης ότι είχε ήδη αιτιολογήσει επαρκώς την απόρριψη της προσφοράς του καταγγέλλοντος.

**8.** Αρκετούς μήνες αργότερα, στις 4 Ιουνίου 2007, ο καταγγέλλων απέστειλε νέα επιστολή στην Επιτροπή, στην οποία υποστήριξε ότι, παρά τις πολυάριθμες επιστολές που αντηλλάγησαν σχετικά με την εν λόγω διαδικασία διαγωνισμού, η Επιτροπή δεν είχε ακόμη αιτιολογήσει επαρκώς την απόρριψη της προσφοράς της. Ο καταγγέλλων προσέθεσε ότι η Επιτροπή δεν είχε απαντήσει δεόντως στα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν στην επιστολή της 8ης Δεκεμβρίου 2006. Τέλος, ο καταγγέλλων ζήτησε να του δοθεί αντίγραφο της πλήρους έκθεσης αξιολόγησης.

**9.** Στην απάντησή της της 18ης Ιουνίου 2007, η Επιτροπή διαβίβασε αντίγραφο της πλήρους έκθεσης από την οποία είχαν απαλειφθεί ορισμένα στοιχεία, όπως τα ονόματα των μελών της επιτροπής αξιολόγησης και πληροφορίες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα εμπορικά συμφέροντα άλλων προσφερόντων. Η Επιτροπή επανέλαβε την άποψή της ότι είχε διαβιβάσει στον καταγγέλλοντα όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με την εν λόγω διαδικασία υποβολής προσφορών και ότι, εάν ο καταγγέλλων δεν ικανοποιηθεί, θα μπορούσε να απευθυνθεί στο Δικαστήριο ή στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.

**10.** Αφού εξέτασε το αντίγραφο της έκθεσης αξιολόγησης που έλαβε από την Επιτροπή, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι ο ανάδοχος είχε πράγματι υποβάλει δύο οικονομικές προσφορές για τη φάση Ι του έργου. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η δεύτερη προσφορά αποτελούσε παραλλαγή και ότι οι παραλλαγές απαγορεύονταν σαφώς. Επισήμανε ότι η συγγραφή υποχρεώσεων προέβλεπε τα εξής: *\<\<Οι προσφέροντες δεν μπορούν να υποβάλουν προσφορές για μέρος μόνο των απαιτούμενων υπηρεσιών. Δεν επιτρέπονται παραλλαγές"* [\[3\]](#_ftn3){#_ftnref3}.

**11.** Στις 11 Ιουλίου 2007, η Επιτροπή εξήγησε ότι η επιλεγείσα προσφορά περιλάμβανε προσφορά σύμφωνη με τη συγγραφή υποχρεώσεων. Ως εκ τούτου, η προσφορά δεν μπορούσε να απορριφθεί.

**12.** Στις 9 Οκτωβρίου 2007, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.

Επί του αντικειμένου της έρευνας
--------------------------------

**13.** Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με τον ακόλουθο ισχυρισμό και τους ακόλουθους ισχυρισμούς:

#### Ισχυρισμός:

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η επιτροπή αξιολόγησης της Επιτροπής είχε παραβιάσει, στο πλαίσιο της πρόσκλησης υποβολής προσφορών JLS/B4/2006/002, τη νομοθεσία για τις δημόσιες συμβάσεις και το άρθρο 4 του ευρωπαϊκού κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς[\[4\]](#_ftn4){#_ftnref4} (\<\<ECGAB\>\>). Ειδικότερα, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η επιτροπή είχε αποδεχθεί προσφορά με εναλλακτικές προσφορές, ενώ οι εναλλακτικές προσφορές δεν επιτρέπονταν βάσει της συγγραφής υποχρεώσεων.

#### Αξιώσεις:

(1) Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι έπρεπε να αναγνωριστεί ότι στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή είχε παραβιάσει τον ECGAB.

(2) Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να αναγνωρίσει τις παρατυπίες που είχαν διαπραχθεί στο πλαίσιο του εν λόγω διαγωνισμού και να προσφέρει στον καταγγέλλοντα κατάλληλη αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί στο μέλλον.

**14.** Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 17 του ECGAB[\[5\],](#_ftn5){#_ftnref5} δεδομένου ότι δεν παρέσχε έγκαιρη πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν την εν λόγω προσφορά. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, αυτό τον εμπόδισε να ασκήσει δεόντως τα δικαιώματά του.

**15.** Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι, μετά το αρχικό αίτημα του καταγγέλλοντος να λάβει αντίγραφο της έκθεσης αξιολόγησης, η Επιτροπή του διαβίβασε ορισμένα αποσπάσματα της έκθεσης. Ωστόσο, από κανένα στοιχείο των αποδεικτικών στοιχείων που επισυνάπτονται στην καταγγελία δεν προέκυπτε ότι ο καταγγέλλων είχε καταστήσει σαφές στην Επιτροπή ότι δεν θεωρούσε ικανοποιητική την πρόσβαση που χορηγήθηκε κατ' αυτόν τον τρόπο, προτού επαναλάβει το αίτημά του για πρόσβαση τον Ιούνιο του 2007. Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε επίσης ότι η Επιτροπή εξέτασε ταχέως αυτό το περαιτέρω αίτημα και χορήγησε πρόσβαση στην έκθεση αξιολόγησης στο σύνολό της, με εξαίρεση ορισμένα δεδομένα που θεωρούσε εμπιστευτικά. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν επαρκείς λόγοι για να διερευνήσει την εικαζόμενη μη έγκαιρη πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες.

**16.** Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει επίσης ότι στην παρούσα καταγγελία, ο καταγγέλλων υποστήριξε, όπως και σε άλλες υποθέσεις που υποβλήθηκαν στη Διαμεσολαβήτρια, ότι στοχοποιήθηκε σκόπιμα από την Επιτροπή και ότι τέθηκε σε μαύρη λίστα, κακοποιήθηκε ή παρενοχλήθηκε από το θεσμικό όργανο. Ο καταγγέλλων ζήτησε από τη Διαμεσολαβήτρια να κινήσει αυτεπάγγελτη έρευνα σχετικά με τα ζητήματα αυτά. Ο Διαμεσολαβητής έχει ήδη ενημερώσει τον καταγγέλλοντα ότι θεωρεί ότι μέχρι στιγμής δεν του έχουν παρασχεθεί σχετικά και πειστικά στοιχεία που θα δικαιολογούσαν έρευνα σχετικά με τα εν λόγω ζητήματα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα συνεχίσει να αναλύει και να εξετάζει τις σχετικές καταγγελίες κατά περίπτωση[\[6\].](#_ftn6){#_ftnref6}

Η έρευνα
--------

**17.** Με επιστολή της 4ης Δεκεμβρίου 2007, ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τον ισχυρισμό και τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στο σημείο 13 ανωτέρω και ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει γνώμη. Το θεσμικό όργανο απηύθυνε τη γνώμη του στις 29 Απριλίου 2008. Η γνώμη διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση για την υποβολή παρατηρήσεων, την οποία υπέβαλε στις 27 Ιουνίου 2008.

**18.** Στις 2 Δεκεμβρίου 2008, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να διευκρινίσει την αντίστοιχη έννοια των όρων \<\<παραλλαγή\>\> και \<\<επιλογή\>\> και τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να διακριθούν μεταξύ τους. Ζήτησε επίσης από το θεσμικό όργανο να διευκρινίσει τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι μία από τις προτάσεις του επιλεγέντος προσφέροντος δεν ήταν σύμφωνη με τη συγγραφή υποχρεώσεων. Τέλος, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να απαντήσει στις παρατηρήσεις που είχε υποβάλει ο καταγγέλλων στην επιστολή του προς την Επιτροπή της 8ης Δεκεμβρίου 2006 σχετικά με την αξιολόγηση της προσφοράς του.

**19.** Η Επιτροπή απάντησε στις 30 Μαρτίου 2009. Η απάντηση αυτή διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα, ο οποίος απέστειλε παρατηρήσεις στις 26 Ιουνίου 2009.

**20.** Στις 31 Μαρτίου 2010, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους θεωρούσε ότι είχε το δικαίωμα να αναθέσει τη σύμβαση σε προσφέροντα, μολονότι ο τελευταίος είχε υποβάλει δύο προσφορές, οι οποίες αναφέρονταν ως επιλογές. Ο Διαμεσολαβητής επανέλαβε επίσης το αίτημά του προς το θεσμικό όργανο - το οποίο υποβλήθηκε στο πλαίσιο της αρχικής του σειράς περαιτέρω ερευνών - να εξετάσει τα επιχειρήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων στην επιστολή του της 8ης Δεκεμβρίου 2006.

**21.** Η απάντηση του θεσμικού οργάνου ελήφθη στις 13 Ιουλίου 2010 και οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος στις 25 Αυγούστου 2010.

**22.** Στις 12 Ιανουαρίου 2011, οι εκπρόσωποι του Διαμεσολαβητή έλεγξαν τον φάκελο της Επιτροπής. Στις 17 Φεβρουαρίου 2011, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε αντίγραφο της έκθεσης ελέγχου στα μέρη και κάλεσε τον καταγγέλλοντα να υποβάλει παρατηρήσεις, πράγμα που έπραξε στις 30 Μαρτίου 2011.

Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
------------------------------------------

### Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

**23.** Η υπό κρίση αιτίαση περιλαμβάνει δύο κύρια επιχειρήματα: i) το ζήτημα της φερόμενης εσφαλμένης αποδοχής προσφοράς που περιέχει εναλλακτική προσφορά, ενώ δεν επιτράπηκαν εναλλακτικές προσφορές· και ii) την εικαζόμενη εσφαλμένη εκτίμηση της προσφοράς του καταγγέλλοντος. Η Διαμεσολαβήτρια θα εξετάσει τα δύο αυτά ζητήματα κατωτέρω.

### Α. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος και τον σχετικό πρώτο ισχυρισμό του

#### Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

##### Σχετικά με την αποδοχή προσφοράς που περιέχει εναλλακτική προσφορά (σημείο i) ανωτέρω)

**24.** Ο καταγγέλλων υπέβαλε αντίγραφο της έκθεσης της επιτροπής αξιολόγησης, στην οποία αναφερόταν ότι ο ανάδοχος είχε προτείνει \<\<επιλογή\>\> σχετικά με την υλοποίηση της φάσης Ι του έργου. Σύμφωνα με την έκθεση, η επιτροπή αξιολόγησης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μόνο η προτεινόμενη \<\<επιλογή\>\> θα μπορούσε να εγγυηθεί τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις ΤΠ που ορίζονται στη συγγραφή υποχρεώσεων. Σημείωσε επίσης ότι ζητήθηκε η γνώμη της ΓΔ Προϋπολογισμού της Επιτροπής σχετικά με το κατά πόσον η επιλογή θα μπορούσε να διατηρηθεί ως η μόνη αποδεκτή προσφορά από τον εν λόγω προσφέροντα.

**25.** Η έκθεση της επιτροπής αξιολόγησης αντικατοπτρίζει τη συζήτηση, η οποία πραγματοποιήθηκε μεταξύ των μελών της σχετικά με το κατά πόσον η προτεινόμενη \<\<επιλογή\>\> αποτελεί παραλλαγή. Το σχετικό τμήμα της εκθέσεως έχει ως εξής:

\<\<... εάν δεν επιτρέπονται εναλλακτικές προσφορές και ο προσφέρων υποβάλει μόνο εναλλακτική προσφορά, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως μη σύμφωνη με τη συγγραφή υποχρεώσεων. Αντιθέτως, αν ο προσφέρων υποβάλει δύο προσφορές, εκ των οποίων η μία είναι σύμφωνη και η άλλη όχι, τότε μόνον η μία από τις προσφορές που δεν είναι σύμφωνη πρέπει να απορριφθεί. Η προσφορά δεν θα πρέπει να απορρίπτεται αυτομάτως απλώς και μόνο επειδή ο προσφέρων έχει υποβάλει βασική προσφορά (σύμφωνα με τη συγγραφή υποχρεώσεων) μαζί με χωριστή εναλλακτική προσφορά (\<\<παραλλαγή λύσης\>\>) σε σχέση με την εν λόγω βασική προσφορά. Η παράβλεψη μιας από τις προσφορές (\<\<παραλλαγή λύσης\>\>) και η αξιολόγηση της άλλης προσφοράς (\<\<βασική προσφορά\>\>) είναι δυνατή, υπό την προϋπόθεση ότι η βασική προσφορά είναι εντελώς ανεξάρτητη από την παραλλαγή λύσης και απολύτως αναγνωρίσιμη. Αντιθέτως, εάν δεν είναι σαφές και αδιαμφισβήτητο ποια από τις δύο λύσεις θα αξιολογηθεί από την επιτροπή αξιολόγησης ως βασική προσφορά, προχωρώντας στην αξιολόγηση μιας από τις προσφορές, ο διατάκτης θα λάβει απόφαση η οποία δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά του\>\>.

**26.** Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι, προτείνοντας δύο οικονομικές εναλλακτικές λύσεις, ο ανάδοχος είχε πράγματι υποβάλει εναλλακτική λύση. Θεωρώντας ότι οι εναλλακτικές προσφορές απαγορεύονταν σαφώς βάσει της συγγραφής υποχρεώσεων, υποστήριξε ότι η προσέγγιση της επιτροπής αξιολόγησης ήταν εσφαλμένη και δεν ήταν σύμφωνη με την ισχύουσα νομοθεσία για τις δημόσιες συμβάσεις.

**27.** Στη γνώμη της, η Επιτροπή δήλωσε ότι \<\<η*απόφασή της σχετικά με τις επιλογές που παρείχε ένας από τους προσφέροντες* \[ήταν\]*σαφώς αιτιολογημένη στην έκθεση της επιτροπής αξιολόγησης. Η εν λόγω προσφορά περιλάμβανε προσφορά σύμφωνη με τη συγγραφή υποχρεώσεων και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να απορριφθεί σε αυτή τη βάση\>\>.*

**28.** Προς στήριξη της θέσης του, το θεσμικό όργανο εξήγησε ότι η επιλεγείσα προσφορά περιείχε δύο \<\<επιλογές\>\>, οι οποίες αφορούσαν μόνο ένα πολύ συγκεκριμένο μέρος της προσφοράς, δηλαδή το προτεινόμενο λογισμικό. Η επιλογή 1 ήταν το διάλυμα ανοικτού κώδικα και η επιλογή 2 βασίστηκε στην Oracle/Coldfusion. Η επιτροπή αξιολόγησης εξέτασε κατά πόσον η επιλογή 1 θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως \<\<παραλλαγή\>\> κατά την έννοια της συγγραφής υποχρεώσεων, οπότε δεν θα μπορούσε να είχε γίνει δεκτή. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επιλογή 1 δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη, διότι δεν συμμορφωνόταν πλήρως με τις απαιτήσεις ΤΠ που ορίζονται στη συγγραφή υποχρεώσεων. Ωστόσο, η επιλογή 2 ήταν σύμφωνη με τη συγγραφή υποχρεώσεων και έπρεπε να εξεταστεί περαιτέρω. Κατά την Επιτροπή, τηρήθηκαν πλήρως οι κανόνες περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων. Η απόρριψη του εν λόγω διαγωνισμού θα συνιστούσε παραβίαση των αρχών που διέπουν την ανάθεση δημόσιων συμβάσεων.

**29.** Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων διαφώνησε έντονα με την ανωτέρω άποψη. Ανέφερε ότι, στις διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων στις οποίες δεν επιτρέπονται εναλλακτικές προσφορές, οι προσφέροντες που αγνοούν αυτόν τον κανόνα απορρίπτονται αυτομάτως. Αυτή η προσέγγιση εφαρμόζεται σε όλο τον κόσμο και δεν επιτρέπονται εξαιρέσεις. Οι προσφέροντες τείνουν να προσφέρουν μια εναλλακτική λύση ή μια επιλογή ακριβώς για να είναι σε θέση να υποβάλουν δύο χωριστές οικονομικές προτάσεις. Εάν ορισμένα μέλη της επιτροπής αξιολόγησης προτιμούν τον προσφέροντα που υποβάλλει εναλλακτικές επιλογές, θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν μία από τις δύο επιλογές για να διασφαλίσουν ότι η σύμβαση θα ανατεθεί στον εν λόγω προσφέροντα. Η παραλλαγή ή η διαθεσιμότητα δύο επιλογών αποτελεί την ισοδυναμία μιας δεύτερης προσφοράς. Αυτό είναι γνωστό στην ορολογία των δημόσιων συμβάσεων ως \<\<δίχτυ*ασφαλείας\>\>.*

**30.** Ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι όλοι οι προσφέροντες θα επιθυμούσαν να τους επιτραπεί να υποβάλουν δύο ή τρεις προσφορές με διαφορετικά οικονομικά στοιχεία, διότι με τον τρόπο αυτό θα αύξαναν τις πιθανότητές τους να κερδίσουν, ιδίως εάν η εταιρεία μπορούσε να βασιστεί στην υποστήριξη της επιτροπής αξιολόγησης. Εν προκειμένω, ο επιλεγείς προσφέρων υπέβαλε δύο οικονομικές προσφορές με διαφορά τιμής 20 %.

**31.** Ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι ο ανάδοχος ήταν ένας από τους παραδοσιακούς παρόχους υπηρεσιών για τη ΓΔ Δικαιοσύνης. Διαπίστωσε επίσης ότι ήταν περίεργο το γεγονός ότι όλοι οι άλλοι προσφέροντες είχαν κριθεί ανεπαρκείς για την εκτέλεση των εν λόγω εργασιών.

**32.** Ο καταγγέλλων προβληματίστηκε επίσης ως προς τους λόγους για τους οποίους διαπιστώθηκε ότι μία από τις δύο επιλογές δεν ήταν σύμφωνη με τη συγγραφή υποχρεώσεων. Επισήμανε εν προκειμένω ότι οι μόνες πληροφορίες που παρέσχε η Επιτροπή ήταν ότι η προσφορά αυτή βασιζόταν σε λογισμικό ανοικτού κώδικα. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη ότι μια τέτοια προσφορά αντιβαίνει στις σχετικές τεχνικές προδιαγραφές. Ο καταγγέλλων υπέθεσε ότι, στην πραγματικότητα, και οι δύο επιλογές που παρείχε ο ανάδοχος ήταν έγκυρες και ότι η επιτροπή αξιολόγησης απέκλεισε εσκεμμένα τη φθηνότερη, ώστε να διασφαλιστεί ότι ο προτιμώμενος προσφέρων θα λάβει το μέγιστο προσφερόμενο ποσό.

**33.** Τέλος, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, ακόμη και αν μία από τις δύο \<\<παραλλαγές\>\> δεν ήταν έγκυρη, η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε απορρίψει ολόκληρη την προσφορά με την αιτιολογία ότι ορισμένα από τα μέρη της δεν συμμορφώνονταν με τη συγγραφή υποχρεώσεων.

##### Η αρχική δέσμη περαιτέρω ερευνών της Διαμεσολαβήτριας

**34.** Αφού ανέλυσε τη γνώμη της Επιτροπής και τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν αναγκαίες περαιτέρω έρευνες σχετικά με αυτή την πτυχή της καταγγελίας. Ως εκ τούτου, ζήτησε από την Επιτροπή να απαντήσει στα ακόλουθα περαιτέρω ερωτήματα:

* \<\<Θα*μπορούσε η Επιτροπή να διευκρινίσει την αντίστοιχη έννοια των όρων \<\<παραλλαγή\>\> και \<\<επιλογή\>\> και πώς θα μπορούσε να διακριθεί ο ένας από τον άλλο; Θα μπορούσε επίσης η Επιτροπή να διευκρινίσει τους λόγους για τους οποίους στην παρούσα υπόθεση οι δύο εναλλακτικές προτάσεις (διάλυμα ανοικτού κώδικα και διάλυμα Oracle/Coldfusion) θεωρήθηκαν επιλογές και όχι παραλλαγές; Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή μπορεί να επιθυμεί να λάβει υπόψη το \<\<Επεξηγηματικό σημείωμα για τις παραλλαγές\>\>, που εξέδωσε η ΓΔ Προϋπολογισμού (κεντρική οικονομική υπηρεσία, δημόσιες συμβάσεις, συμβάσεις και επιχορηγήσεις) στις 27 Φεβρουαρίου 2007, το οποίο είναι διαθέσιμο στο Διαδίκτυο.*
* *Θα μπορούσε επίσης η Επιτροπή να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τους λόγους για τους οποίους θεώρησε ότι ήταν σε θέση να αγνοήσει μία από τις επιλογές και να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι η επιλογή αυτή δεν ήταν σύμφωνη με τη συγγραφή υποχρεώσεων;\>\>*

**35.** Στην απάντησή της, η Επιτροπή επισήμανε ότι η εναλλακτική λύση αποτελεί \<\<τεχνική*λύση που προτείνει ο προσφέρων, η οποία διαφέρει από τη συγκεκριμένη περιγραφή του παραδοτέου αγαθού ή της παρεχόμενης υπηρεσίας που περιλαμβάνεται στα έγγραφα της σύμβασης, όπως περιγράφεται στις τεχνικές προδιαγραφές του\>\>.*

**36.** Όπως εξηγείται στα πρακτικά της επιτροπής αξιολόγησης, εάν δεν επιτρέπονται οι εναλλακτικές προσφορές και εάν ένας προσφέρων υποβάλει παρ' όλα αυτά εναλλακτική λύση, η εναλλακτική λύση πρέπει να απορριφθεί ως μη σύμφωνη με τους όρους της προσφοράς. Εάν, ωστόσο, ο προσφέρων υποβάλει δύο προσφορές - εκ των οποίων η μία είναι σύμφωνη με τις τεχνικές προδιαγραφές ενώ η άλλη όχι - τότε θα πρέπει να απορριφθεί μόνο η προσφορά που δεν είναι σύμφωνη με τις τεχνικές προδιαγραφές. Η Επιτροπή επανέλαβε την άποψή της ότι μια προσφορά δεν πρέπει να απορρίπτεται αυτομάτως απλώς και μόνο επειδή είχε υποβάλει βασική προσφορά (σύμφωνα με τη συγγραφή υποχρεώσεων) μαζί με χωριστή εναλλακτική προσφορά αντί της βασικής προσφοράς. Η παράβλεψη μιας από τις προσφορές και η αξιολόγηση της άλλης ήταν δυνατή, υπό την προϋπόθεση ότι η βασική προσφορά ήταν \<\<εξ*ολοκλήρου ανεξάρτητη από την εναλλακτική προσφορά και απολύτως αναγνωρίσιμη\>\>.*

**37.** Στην προκειμένη περίπτωση, η επιλεγείσα προσφορά περιείχε δύο προσφορές, οι οποίες εσφαλμένα χαρακτηρίζονταν ως \<\<επιλογές\>\> από τον προσφέροντα. Το ίδρυμα αναγνώρισε ότι \<\<η*προσφορά που ονομάζεται επιλογή 1 θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παραλλαγή\>\>.* Δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη, δεδομένου ότι δεν συμμορφωνόταν πλήρως με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο παράρτημα 7 (\<\<Υπηρεσίες φιλοξενίας συστήματος πληροφοριών του κέντρου δεδομένων\>\>), που αναφέρεται στο σημείο 4.5.2[\[7\]](#_ftn7){#_ftnref7} της συγγραφής υποχρεώσεων. Η προσφορά με τίτλο \<\<Επιλογή*2\>\>* δεν ήταν εναλλακτική, δεδομένου ότι συμμορφωνόταν πλήρως με τη συγγραφή υποχρεώσεων και, κατά συνέπεια, μπορούσε να ληφθεί υπόψη για την ανάθεση.

**38.** Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή επανέλαβε την άποψή της ότι η απόρριψη του εν λόγω διαγωνισμού θα συνιστούσε παραβίαση των κανόνων για την ανάθεση δημόσιων συμβάσεων.

**39.** Όσον αφορά το επεξηγηματικό σημείωμα για τις παραλλαγές, η Επιτροπή εξήγησε ότι το σημείωμα αυτό δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη στην παρούσα υπόθεση, διότι η αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε το 2006, ενώ το σημείωμα εκδόθηκε το 2007. Ωστόσο, τα συμπεράσματα της επιτροπής αξιολόγησης ήταν απολύτως σύμφωνα με το εν λόγω σημείωμα. Επιπλέον, η ερμηνεία ήταν σύμφωνη με τις διευκρινίσεις που παρέσχε το Δικαστήριο στην υπόθεση C-421/01[\[8\]](#_ftn8){#_ftnref8} σχετικά με τις εναλλακτικές λύσεις στις δημόσιες συμβάσεις.

**40.** Στις περαιτέρω παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα θεώρησε ότι η ερμηνεία της παραλλαγής του όρου που πρότεινε η Επιτροπή ήταν \<\<απόλυτα*αυθαίρετη\>\>,* δεδομένου ότι δεν βασιζόταν σε καμία νομοθετική διάταξη ή απόφαση. Ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι, ανεξάρτητα από τον τρόπο ερμηνείας των όρων \<\<παραλλαγή\>\> ή \<\<επιλογή\>\>, απαγορεύονταν τόσο οι παραλλαγές όσο και οι επιλογές σύμφωνα με το άρθρο II.1.9[\[9\]](#_ftn9){#_ftnref9} και το άρθρο II.2.2[\[10\]](#_ftn10){#_ftnref10} της προκήρυξης του διαγωνισμού. Ο καταγγέλλων παρατήρησε επίσης ότι, στην απόφασή του στην υπόθεση C-421/01 *Traunfellner GmbH,* το Δικαστήριο δεν έδωσε στην πραγματικότητα ορισμό της παραλλαγής του όρου.

**41.** Λαμβάνοντας υπόψη ότι ήταν αναμφισβήτητο ότι ο επιλεγείς προσφέρων είχε παράσχει δύο επιλογές στην προσφορά του και ότι οι επιλογές απαγορεύονταν βάσει του άρθρου II.2.2 της προκήρυξης του διαγωνισμού, ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η θέση της Επιτροπής ήταν σαφώς εσφαλμένη.

**42.** Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι, όταν ένας προσφέρων παρουσιάζει δύο επιλογές, οι οποίες έχουν αντίκτυπο στην τιμή, αυτό επιτρέπει στην επιτροπή αξιολόγησης να εξετάσει δύο διαφορετικές τιμές, παραπέμποντας σε δύο διαφορετικές τεχνικές λύσεις. Η κατάσταση αυτή θα μπορούσε να επιτρέψει στους αξιολογητές να χειραγωγήσουν τη διαδικασία και, χρησιμοποιώντας διάφορα επιχειρήματα, να επιλέξουν την επιλογή που έχει ως αποτέλεσμα να καταταγεί πρώτος ο σχετικός προσφέρων. Κατά συνέπεια, η παρουσίαση των δύο επιλογών συνεπαγόταν, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, την αυτόματη ύπαρξη παραλλαγής.

**43.** Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η Επιτροπή είχε προτείνει ότι παραλλαγή υπήρχε μόνο όταν ο προτεινόμενος διαγωνισμός συνιστούσε απόκλιση από ό,τι είχε ζητηθεί από τη συγγραφή υποχρεώσεων. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, ακόμη και αν μπορούσε να υποτεθεί ότι μια τέτοια ερμηνεία ήταν ορθή, η Επιτροπή δεν τη δημοσίευσε στη συγγραφή υποχρεώσεων ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, ώστε να διασφαλίσει ότι ήταν διαθέσιμη σε όλους τους προσφέροντες εγκαίρως. Επιπλέον, η Επιτροπή υποστήριξε στην παρούσα υπόθεση ότι μία από τις δύο επιλογές δεν ήταν σύμφωνη με τη συγγραφή υποχρεώσεων. Ως εκ τούτου, η επιλογή αυτή αποτελούσε ασφαλώς παραλλαγή.

##### Η δεύτερη σειρά περαιτέρω ερευνών της Διαμεσολαβήτριας

**44.** Βάσει των ανωτέρω νέων επιχειρημάτων που προέβαλε ο καταγγέλλων, ο Διαμεσολαβητής έκρινε αναγκαίο να ζητήσει από την Επιτροπή να απαντήσει στην ακόλουθη περαιτέρω ερώτηση:

\<\<Στις*περαιτέρω παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα αναφέρθηκε στην προκήρυξη του διαγωνισμού, η οποία προβλέπει ότι δεν επιτρέπονται ούτε εναλλακτικές λύσεις ούτε επιλογές (σημείο II.1.9 και σημείο II.2.2). Εκ πρώτης όψεως, αυτό φαίνεται να σημαίνει ότι οι προσφέροντες έπρεπε να υποβάλουν μία μόνο προσφορά. Θα μπορούσε, ως εκ τούτου, η Επιτροπή να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους θεώρησε ότι είχε το δικαίωμα να αναθέσει τη σύμβαση σε προσφέροντα, παρόλο που ο τελευταίος είχε υποβάλει δύο προσφορές και παρόλο που οι προσφορές αυτές αναφέρονταν ως \<\<επιλογές\>\>;*

**45.** Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι ο αποκλεισμός επιλογών ή εναλλακτικών επιλογών δεν σημαίνει ότι ο προσφέρων δεν μπορεί να υποβάλει περισσότερες από μία προσφορές. Η συγγραφή υποχρεώσεων και η προκήρυξη του διαγωνισμού δεν απέκλειαν τη δυνατότητα υποβολής πολλαπλών προσφορών. Τόσο ο δημοσιονομικός κανονισμός[\[11\]](#_ftn11){#_ftnref11} όσο και η οδηγία 2004/18/ΕΚ[\[12\]](#_ftn12){#_ftnref12} παρέχουν κλειστό κατάλογο αποκλεισμών από την προσφορά, ενώ η κατάσταση που προέκυψε στην παρούσα υπόθεση, στην οποία ο προσφέρων υπέβαλε περισσότερες από μία προσφορές, δεν περιλαμβανόταν μεταξύ αυτών. Η Επιτροπή έκρινε ότι οι οικονομικοί φορείς είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν ορισμένες προσφορές ή να συμμετάσχουν σε ορισμένες ομάδες που υπέβαλαν κοινές προσφορές και ότι οι αναθέτουσες αρχές δεν είχαν λόγους ούτε μέσα να περιορίσουν την πρακτική αυτή.

**46.** Η Επιτροπή παρέσχε τις ακόλουθες περαιτέρω εξηγήσεις:

\<\<Η*προκήρυξη της σύμβασης απέκλειε παραλλαγές ή επιλογές στην υπηρεσία που πρόκειται να παρασχεθεί. Ως εκ τούτου, μόνο οι προσφορές για τη συγκεκριμένη υπηρεσία (στην περίπτωση αυτή η δημιουργία ενός δικτυακού τόπου για την ενσωμάτωση) θεωρήθηκαν επιλέξιμες.*

*Στην πραγματικότητα, μια παραλλαγή, όπως ο όρος χρησιμοποιείται στις δημόσιες συμβάσεις, αναφέρεται σε μια διαφορά, από τεχνική ή οικονομική άποψη, μεταξύ της λύσης που προτείνεται στην προσφορά και αυτής που προβλέπεται στις τεχνικές προδιαγραφές, όχι μεταξύ ή εντός των προσφορών που υποβάλλονται από έναν προσφέροντα (π.χ. εάν* \[το\] *αντικείμενο της προσφοράς ορίστηκε μόνο από τα αποτελέσματα). Χωρίς απαιτήσεις όσον αφορά τη μέθοδο εφαρμογής, οι διάφορες λύσεις που προτείνονται δεν είναι παραλλαγές, διότι δεν έχουν καμία διαφορά. Έτσι, η παραλλαγή αναφέρεται στην ουσία της προσφοράς και όχι στη μορφή ή τον αριθμό της*".

**47.** Η Επιτροπή επισήμανε ότι η συμφωνία αυτή επιβεβαιώθηκε επίσης από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-421/01. Η Επιτροπή παρέπεμψε στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο ανέφερε τα εξής:

\<\<Το*άρθρο 19 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, έχει την έννοια ότι η υποχρέωση καθορισμού των ελαχίστων προδιαγραφών που απαιτούνται από την αναθέτουσα αρχή προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι εναλλακτικές προσφορές δεν πληρούται όταν η συγγραφή υποχρεώσεων παραπέμπει απλώς σε διάταξη της εθνικής νομοθεσίας η οποία επιβάλλει σε εναλλακτική προσφορά να εξασφαλίζει την εκτέλεση έργου ποιοτικά ισοδύναμου με εκείνο για το οποίο προκηρύσσονται οι προσφορές\>\>.*

**48.** Η Επιτροπή ενέμεινε στην άποψή της ότι, όταν ένας προσφέρων υποβάλλει δύο προσφορές, εκ των οποίων η μία είναι σύμφωνη με τις τεχνικές προδιαγραφές, ενώ η άλλη όχι, τότε μόνον η προσφορά που είναι σύμφωνη με τις τεχνικές προδιαγραφές μπορεί και πρέπει να γίνει δεκτή. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να αξιολογηθούν και οι δύο προσφορές. Ένας προσφέρων δεν μπορεί να απορριφθεί αυτομάτως απλώς και μόνο επειδή υπέβαλε προσφορά σύμφωνη με τη συγγραφή υποχρεώσεων μαζί με άλλη προσφορά. Επιπλέον, η απόρριψη έγκυρης προσφοράς λόγω της ύπαρξης δεύτερης προσφοράς από τον ίδιο προσφέροντα - είτε είναι έγκυρη είτε άκυρη - θα παραβίαζε την ίση μεταχείριση μεταξύ των προσφερόντων, καθώς κάθε έγκυρη προσφορά πρέπει να αξιολογείται.

**49.** Τέλος, η Επιτροπή επισήμανε ότι η αποδοχή μιας τέτοιας προσφοράς ήταν απολύτως σύμφωνη με τη νομολογία σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις και την αρχή ότι οι αναθέτουσες αρχές πρέπει να διασφαλίζουν την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή και τον ευρύτερο δυνατό ανταγωνισμό στις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων.

**50.** Όσον αφορά τον όρο \<\<επιλογή\>\>, η Επιτροπή εξήγησε ότι \<\<οι*επιλογές είναι ποιοτικά (ή ποσοτικά) πρόσθετα στοιχεία παρεπόμενα της υπηρεσίας που αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης (κάτι επιπλέον του κύριου αντικειμένου της σύμβασης το οποίο ωστόσο τιμολογείται και η αναθέτουσα αρχή μπορεί, κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της σύμβασης, να αποφασίσει να το αγοράσει)\>\>.* Το θεσμικό όργανο επισήμανε ότι ο επιλεγείς προσφέρων κακώς χρησιμοποίησε τον όρο \<\<επιλογή\>\>, δεδομένου ότι δεν είχε εφαρμογή εν προκειμένω.

**51.** Στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας σύναψης σύμβασης, ο επιλεγείς προσφέρων είχε υποβάλει δύο χωριστές προσφορές, εκ των οποίων η μία ήταν έγκυρη και αντιστοιχούσε στις σχετικές προδιαγραφές, ενώ η άλλη ήταν άκυρη, καθώς δεν πληρούσε τις εν λόγω προδιαγραφές. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η απόρριψη έγκυρης προσφοράς και, ως εκ τούτου, του προσφέροντος που την υπέβαλε θα συνιστούσε παράβαση των κανόνων περί ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων. Ως εκ τούτου, το θεσμικό όργανο υποστήριξε ότι ενήργησε πλήρως σύμφωνα με τους εν λόγω κανόνες.

**52.** Στις περαιτέρω παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων απέρριψε τα επιχειρήματα της Επιτροπής και ενέμεινε σθεναρά στη θέση του.

**53.** Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η δήλωση της Επιτροπής ότι \<\<ο*αποκλεισμός επιλογών και παραλλαγών* *δεν σημαίνει ότι ένας προσφέρων δεν μπορεί να υποβάλει περισσότερες από μία προσφορές\>\>* αντιβαίνει στη βασική κοινή λογική και, κυρίως, στον ακρογωνιαίο λίθο των δημόσιων συμβάσεων, όπως είναι γνωστός στην ΕΕ και διεθνώς. Επανέλαβε τη θέση της ότι τα δικαιώματα προαίρεσης και οι εναλλακτικές προσφορές προσφέρονταν μέσω της υποβολής εναλλακτικών (περισσότερες από μία) προσφορών και ότι οι εναλλακτικές προσφορές αποτελούσαν αναπόφευκτα είτε δικαιώματα προαίρεσης είτε εναλλακτικές προσφορές.

**54.** Κατά γενικό κανόνα, τα δικαιώματα προαίρεσης και οι εναλλακτικές επιλογές ακύρωσαν τον ελεύθερο και θεμιτό ανταγωνισμό, δεδομένου ότι επέτρεψαν σε ορισμένους προσφέροντες να υποβάλουν πολλαπλές προσφορές και να λάβουν διαφορετικές βαθμολογίες ποιότητας/τιμής, αυξάνοντας έτσι τις πιθανότητές τους να κερδίσουν. Αυτό συνέβη ιδίως όταν - όπως στην προκειμένη περίπτωση - μόνο ένας προσφέρων μπορούσε να υποβάλει περισσότερες από μία προσφορές.

**55.** Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, οι αναθέτουσες αρχές έχουν συμφέρον να επιτρέπουν επιλογές μόνο σε περιπτώσεις: α) περίπλοκες προσκλήσεις υποβολής προσφορών, όταν πρέπει να ληφθούν ορισμένες αποφάσεις κατά την εκτέλεση της σύμβασης· β) όταν ο διαθέσιμος προϋπολογισμός της αναθέτουσας αρχής είναι άγνωστος κατά τον χρόνο της πρόσκλησης υποβολής προσφορών· γ) όταν η παροχή των υπηρεσιών εξαρτάται από περιβαλλοντικούς παράγοντες που εκφεύγουν του ελέγχου της αναθέτουσας αρχής. Ωστόσο, η παρούσα πρόσκληση υποβολής προσφορών δεν ενέπιπτε σε καμία από τις προαναφερθείσες κατηγορίες.

**56.** Εξ όσων γνωρίζει ο καταγγέλλων, η Επιτροπή \<\<δεν*επέτρεψε ποτέ* επιλογές, παραλλαγές ή εναλλακτικές προσφορές, όχι μόνο σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, που αφορούν την ανάπτυξη ενός δικτυακού τόπου, αλλά σε όλες τις προσκλήσεις υποβολής προσφορών. Όταν η Επιτροπή παρεκκλίνει από αυτόν τον κανόνα, προσδιορίζεται σαφώς στη συγγραφή υποχρεώσεων. Αυτό προφανώς δεν έγινε στο πλαίσιο της επίδικης διαδικασίας.

**57.** Ο καταγγέλλων κατέδειξε τις επιπτώσεις της δήλωσης της Επιτροπής ότι οι προσφέροντες μπορούσαν να υποβάλουν περισσότερες από μία προσφορές χρησιμοποιώντας το ακόλουθο υποθετικό παράδειγμα. Στο πλαίσιο μιας εξέτασης, ένας μαθητής κλήθηκε από τον δάσκαλό του να δώσει την αξία του pi (p ). Υποθέτοντας ότι επιτρέπονταν πολλαπλές προσφορές, ο μαθητής θα μπορούσε να γράψει έως και 300 αριθμούς, ελπίζοντας ότι ένας από αυτούς θα ήταν κοντά στο 3,14 και έτσι θα περίμενε να περάσει τις εξετάσεις. Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε κανείς να αξιολογήσει έναν τέτοιο μαθητή μέσω μιας τέτοιας προσέγγισης, ιδίως λόγω του γεγονότος ότι όλοι οι άλλοι μαθητές είχαν τη δυνατότητα να δώσουν μία μόνο απάντηση.

**58.** Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε περαιτέρω το σκεπτικό της Επιτροπής ότι, εάν ένας προσφέρων είχε υποβάλει δύο ή περισσότερες προσφορές και μία από αυτές ήταν σύμφωνη με τη συγγραφή υποχρεώσεων, το θεσμικό όργανο έπρεπε να αγνοήσει τη μη σύμφωνη προσφορά και να αξιολογήσει την έγκυρη προσφορά. Χρησιμοποιώντας το ίδιο παράδειγμα, ο καταγγέλλων προτείνει ότι εάν ο μαθητής δώσει 300 απαντήσεις στην παραπάνω ερώτηση, μπορεί ακόμα να περάσει την εξέταση, υπό την προϋπόθεση ότι μία από τις απαντήσεις του είναι 3,14 ή μια τιμή κοντά σε αυτήν, ενώ άλλοι που έδωσαν μόνο μία απάντηση θα μπορούσαν να αποτύχουν.

**59.** Ο καταγγέλλων αντιλαμβάνεται ότι η ερμηνεία της Επιτροπής όσον αφορά τους όρους \<\<επιλογή\>\>*και \<\<παραλλαγή\>\>* είναι ότι οι προσφέροντες δεν θα επιτρέπεται να προσφέρουν, στο πλαίσιο ειδικής πρόσκλησης υποβολής προσφορών, υπηρεσίες άλλες από εκείνες που προσδιορίζονται στη συγγραφή υποχρεώσεων, όπως η παροχή υπηρεσιών εστίασης στην καφετέρια της Επιτροπής αντί της ανάπτυξης ιστοτόπου. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν εξήγησε πώς αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να καλυφθεί με αναφορά σε επιλογές και παραλλαγές, όταν είναι σαφές ότι, σε περίπτωση που ο προσφέρων επιχειρήσει να προσφέρει κάτι που δεν συμμορφώνεται με τη συγγραφή υποχρεώσεων, η προσφορά του απορρίπτεται αυτόματα λόγω της εν λόγω μη συμμόρφωσης.

**60.** Ο καταγγέλλων υπογράμμισε το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε στους προσφέροντες ότι τους επιτρεπόταν να υποβάλουν πολλαπλές προσφορές. Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι οι πολλαπλές προσφορές δεν περιλαμβάνονταν στον κατάλογο των \<\<περιπτώσεων*αποκλεισμού\>\>* και, ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρηθεί ότι επιτρέπονται, η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι οι πολλαπλές προσφορές ήταν παράνομες. Τέτοιες προσφορές θα μπορούσαν πράγματι να γίνουν δεκτές, εκτός εάν υπάρχει ειδική αναφορά στη συγγραφή υποχρεώσεων που αναφέρει ότι δεν επιτρέπονται επιλογές και εναλλακτικές λύσεις. Η παρατήρηση της Επιτροπής ότι επιθυμούσε να εξασφαλίσει την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή ήταν εντελώς ανειλικρινής, δεδομένου ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή απέρριψε όλους τους άλλους διαγωνιζομένους και εξέτασε μόνο έναν διαγωνιζόμενο κατά το στάδιο της αναθέσεως.

**61.** Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το θεσμικό όργανο αποφάσισε με δική του πρωτοβουλία να τροποποιήσει το περιεχόμενο της προσφοράς και να λάβει μια αυθαίρετη απόφαση ότι οι επιλογές που προσέφερε ο εν λόγω προσφέρων δεν ήταν επιλογές, αλλά μάλλον \<\<διαφορετικές*προσφορές\>\>,* οι οποίες, κατά την άποψη της Επιτροπής, ήταν αποδεκτές, παρόλο που επρόκειτο για προνόμιο που προσφέρθηκε μόνο στον επιλεγέντα προσφέροντα.

**62.** Ο καταγγέλλων επανέλαβε την αντίληψή του ότι ο επιλεγείς προσφέρων είχε υποβάλει μόνο μία προσφορά και ότι η προσφορά αυτή περιείχε δύο διαφορετικές τεχνικές λύσεις, οι οποίες αποτελούσαν δύο επιλογές μιας ενιαίας προσφοράς. Δεδομένου ότι οι επιλογές απαγορεύονταν σαφώς από τη συγγραφή υποχρεώσεων, αυτό θα έπρεπε να είχε οδηγήσει την Επιτροπή να αποκλείσει αμέσως τον εν λόγω προσφέροντα.

**63.** Ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο επιλεγείς προσφέρων υπέβαλε δύο διαφορετικές προσφορές, τούτο δεν επιτρέπεται από τη συγγραφή υποχρεώσεων. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή δεν συνειδητοποίησε ότι δημιούργησε ένα πολύ επικίνδυνο προηγούμενο, μετά το οποίο όλοι οι προσφέροντες θα είναι πλέον σε θέση να υποβάλλουν διαφορετικές \<\<προσφορές\>\> και όσες επιθυμούν, προκειμένου να αυξήσουν τις πιθανότητές τους να κερδίσουν. Αυτό θα είχε αλυσιδωτές επιπτώσεις στις δημόσιες συμβάσεις της ΕΕ, με τεράστιες επιπτώσεις.

##### Επί του ελέγχου του φακέλου της Επιτροπής

**64.** Αφού ανέλυσε τη θέση των μερών, ο Διαμεσολαβητής έκρινε αναγκαίο να εξετάσει τον φάκελο της Επιτροπής. Μετά τον έλεγχο και μετά από ερώτηση που τέθηκε κατά τον εν λόγω έλεγχο, η Επιτροπή διαβίβασε στον Διαμεσολαβητή αντίγραφα δύο εσωτερικών ηλεκτρονικών μηνυμάτων της 26ης Οκτωβρίου 2006, στα οποία συζητήθηκε η επιλεξιμότητα της πρότασης του επιλεγέντος προσφέροντος να χρησιμοποιήσει λογισμικό ανοικτού κώδικα. Τα εν λόγω μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου επιβεβαίωσαν ότι, εάν το σύστημα επρόκειτο να φιλοξενηθεί στο κέντρο δεδομένων της Επιτροπής, έπρεπε να τηρεί τις κατευθυντήριες γραμμές για τη φιλοξενία του κέντρου δεδομένων, ανεξάρτητα από το αν το προϊόν βασιζόταν σε λογισμικό ανοικτού κώδικα ή όχι. Ωστόσο, ορισμένες λύσεις ανοικτού κώδικα - συμπεριλαμβανομένης αυτής που καλυπτόταν από την πρώτη πρόταση του επιλεγέντος προσφέροντος - δεν είχαν εξεταστεί από τις κατευθυντήριες γραμμές για τη φιλοξενία του κέντρου δεδομένων εκείνη την εποχή. Τα αποτελέσματα του ελέγχου και το περιεχόμενο των ανωτέρω ηλεκτρονικών μηνυμάτων περιλήφθηκαν σε έκθεση που συνέταξαν οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή.

**65.** Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την έκθεση ελέγχου, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι το κέντρο δεδομένων της Επιτροπής εγκαθιστά και υποστηρίζει όλο το λογισμικό που είναι απαραίτητο για τις ΓΔ του. Εάν μια συγκεκριμένη ΓΔ επιλέξει συγκεκριμένη λύση ΤΠ, η οποία περιλαμβάνει λογισμικό ανοικτού κώδικα που συμμορφώνεται με τη συγγραφή υποχρεώσεων, τότε το κέντρο δεδομένων πρέπει να την εγκαταστήσει. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, θα ήταν πολύ ανειλικρινές για την Επιτροπή να ισχυριστεί ότι το κέντρο δεδομένων θα μπορούσε να αρνηθεί να το πράξει. Μια τέτοια προσέγγιση θα συνεπαγόταν δυσμενή διάκριση εις βάρος ορισμένων προϊόντων και θα συνιστούσε, αφ' εαυτής, σοβαρή παραβίαση του δικαίου της Ένωσης. Η καταγγέλλουσα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει ηλεκτρονικό μήνυμα από το κέντρο δεδομένων (το οποίο ανέφερε ότι, σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, δεν διέθετε συγκεκριμένο προϊόν) ως επιχείρημα ότι μία από τις δύο προσφερόμενες επιλογές δεν ήταν έγκυρη.

**66.** Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι μια προσφορά θα πρέπει να θεωρείται άκυρη μόνο όταν παραβιάζει διάταξη του νόμου ή διάταξη της συγγραφής υποχρεώσεων. Αυτό δεν συνέβη με την εν λόγω επιλογή που πρότεινε ο επιλεγείς προσφέρων. Επιπλέον, ο καταγγέλλων επανέλαβε την αντίληψή του ότι, ακόμη και αν μία από τις επιλογές ήταν άκυρη, αυτό δεν θα μπορούσε ενδεχομένως να επιτρέψει στην επιτροπή αξιολόγησης να θεωρήσει ότι υπήρχε \<\<μία*μόνο έγκυρη προσφορά\>\>* και να τη χρησιμοποιήσει για να υποβαθμίσει μια κατάφωρη παραβίαση της συγγραφής υποχρεώσεων και του δημοσιονομικού κανονισμού.

##### Σχετικά με την αξιολόγηση της προσφοράς του καταγγέλλοντος (σημείο ii) ανωτέρω)

**67.** Στην επιστολή του προς την Επιτροπή της 8ης Δεκεμβρίου 2006, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε τις περισσότερες από τις παρατηρήσεις της επιτροπής αξιολόγησης σχετικά με την ποιοτική αξιολόγηση της προσφοράς του και ισχυρίστηκε ότι οι παρατηρήσεις αυτές υποβλήθηκαν με τηλεγραφική μορφή και ότι ήταν \<\<ασαφείς*και μη τεκμηριωμένες και, κατά συνέπεια, αυθαίρετες, εσφαλμένες και αθέμιτες\>\>.*

**68.** Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η χαμηλή βαθμολογία που δόθηκε στην προσφορά του οφειλόταν σε ορισμένα πρόδηλα σφάλματα εκτίμησης εκ μέρους της επιτροπής αξιολόγησης. Αναφέρθηκε, για παράδειγμα, στη δήλωση που περιλαμβάνεται στην έκθεση ότι υπήρχε \<\<...ένας*συγκεχυμένος συνδυασμός διαφορετικών εννοιών: ενδιαφερόμενα μέρη, χρήστες, ομάδες-στόχοι, πελάτης, πελάτης...\>\>* στην πρόταση υποβολής προσφορών. Ο καταγγέλλων διαφώνησε έντονα με το συμπέρασμα αυτό και επισήμανε ότι, σε διάφορα τμήματα της έκθεσης, είχε προσδιορίσει τους βασικούς παράγοντες και τις ομάδες-στόχους, τα εθνικά σημεία επαφής, τον συντονιστή και τον υπεργολάβο και μάλιστα παρείχε κατάλογο 255 σελίδων των οργανισμών που ασχολούνται με τη μετανάστευση και την ένταξη σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν μπορούσε να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να προκύψει σύγχυση ως προς το ποιος ήταν ενδιαφερόμενο μέρος, χρήστης ή ομάδα-στόχος. Ο καταγγέλλων εξήγησε στο πλαίσιο αυτό ότι οι εκφράσεις \<\<πελάτης\>\> και \<\<πελάτης\>\> χρησιμοποιούνταν συνήθως όταν αναφερόταν στην αναθέτουσα αρχή.

**69.** Ο καταγγέλλων διαφώνησε περαιτέρω με τη δήλωση της επιτροπής αξιολόγησης ότι \<\<ο*ίδιος ο πηγαίος κώδικας* *\[δεν\] περιγράφηκε ως τεχνούργημα εξόδου ολόκληρης της διαδικασίας\>\>.* Διαπίστωσε ότι το σχόλιο ήταν προδήλως εσφαλμένο, καθώς είχε εξηγήσει λεπτομερώς όλα τα πρότυπα και τις διαδικασίες για τη σύνταξη του κώδικα.

**70.** Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η παρατήρηση της επιτροπής αξιολόγησης ότι \<\<το*μέρος σχετικά με τη διαχείριση του έργου στο κεφάλαιο που αναφέρεται στην οργάνωση του έργου* *\[ήταν\] άσχετο εκεί\>\>* συνιστούσε επίσης πρόδηλο σφάλμα εκτίμησης, δεδομένου ότι ήταν δύσκολο να κατανοηθεί ο τρόπος με τον οποίο η επιτροπή μπορούσε να υποστηρίξει ότι η διαχείριση του έργου δεν ήταν σχετική με την οργάνωση του έργου.

**71.** Στη γνώμη της, η Επιτροπή επισήμανε ότι, μετά την αξιολόγηση της προσφοράς του καταγγέλλοντος βάσει των κριτηρίων ανάθεσης, η επιτροπή αξιολόγησης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπερέβη το όριο των 60 βαθμών για τα κριτήρια ανάθεσης ποιότητας, όπως απαιτείται βάσει της συγγραφής υποχρεώσεων. Δεν έλαβε τα ελάχιστα σημεία όσον αφορά την ποιότητα και τη σαφήνεια της προσέγγισης, της μεθοδολογίας και των μεθόδων εργασίας που προτάθηκαν για την ανάθεση, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών συλλογής, ανάλυσης και επεξεργασίας πληροφοριών. Ειδικότερα, όσον αφορά το μέρος της προσφοράς που αφορούσε τα συστήματα πληροφοριών, η επιτροπή αξιολόγησης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στερούνταν σαφήνειας, συνοπτικότητας, δομής και συνέπειας.

**72.** Λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων επιχειρημάτων που προέβαλε ο καταγγέλλων στο πλαίσιο αυτό, τόσο στην καταγγελία όσο και στις παρατηρήσεις του, ο Διαμεσολαβητής έκρινε σκόπιμο και αναγκαίο να ζητήσει από την Επιτροπή να εξετάσει το ακόλουθο ερώτημα:

\<\<Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η αξιολόγηση της προσφοράς του από την Επιτροπή ήταν άδικη, αυθαίρετη και ενείχε πρόδηλα σφάλματα εκτίμησης. Θα μπορούσε η Επιτροπή να εξετάσει τα επιχειρήματα που προέβαλε σχετικά ο καταγγέλλων στην καταγγελία και στην επιστολή της προς την Επιτροπή της 8ης Δεκεμβρίου 2006;\>\>

**73.** Στην απάντησή της, η Επιτροπή επανέλαβε ότι μόνο ο επιλεγείς προσφέρων έφθασε στην ελάχιστη \<\<ποιοτική\>\> βαθμολογία που απαιτείται από τη συγγραφή υποχρεώσεων και ότι είχαν ήδη παρασχεθεί επαρκείς λόγοι στον καταγγέλλοντα για τους οποίους η προσφορά του δεν είχε γίνει δεκτή. Οι σχετικές πληροφορίες παρασχέθηκαν σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν για κάθε στάδιο της διαδικασίας υποβολής προσφορών. Η πρόσκληση υποβολής προσφορών ακολούθησε τον δημοσιονομικό κανονισμό και τους κανόνες εφαρμογής του. Η Επιτροπή παρατήρησε ότι ο Διαμεσολαβητής είχε ήδη απορρίψει τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος σχετικά με την έλλειψη πρόσβασης στις σχετικές πληροφορίες από την πλευρά της Επιτροπής.

**74.** Στις περαιτέρω παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα ενέμεινε στην άποψή της ότι η Επιτροπή δεν είχε εξετάσει τα ουσιαστικά επιχειρήματα που προέβαλε στην επιστολή της 8ης Δεκεμβρίου 2006 και ότι, ως εκ τούτου, δεν είχε παράσχει επαρκείς εξηγήσεις για την απόφασή της. Επισήμανε ότι η απλή επιβεβαίωση ότι η διαδικασία του διαγωνισμού ήταν σύμφωνη με τους σχετικούς κανόνες δεν μπορούσε να αποτελέσει έγκυρη αιτιολόγηση ή επαρκή εξήγηση. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στο άρθρο 100 παράγραφος 2 του δημοσιονομικού κανονισμού και σε άλλες διατάξεις, επαναλαμβάνοντας ότι έπρεπε να ενημερωθεί σχετικά με τους λόγους για τη λήψη της απόφασης και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς. Θεώρησε ότι η Επιτροπή δεν παρείχε λεπτομερείς εξηγήσεις και αιτιολογήσεις και αυτό παραβίαζε την ισχύουσα νομοθεσία για τις δημόσιες συμβάσεις.

**75.** Με βάση τα ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν αναγκαίο να απευθύνει δεύτερο αίτημα για περαιτέρω πληροφορίες στην Επιτροπή. Στην επιστολή του, ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι ο καταγγέλλων είχε υποστηρίξει ότι η αξιολόγηση της προσφοράς του ήταν άδικη, αυθαίρετη και ενείχε πρόδηλα σφάλματα εκτίμησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής επανέλαβε το αίτημά του προς την Επιτροπή να εξετάσει τα επιχειρήματα που προέβαλε σχετικά ο καταγγέλλων, τόσο στην καταγγελία όσο και στην επιστολή του προς την Επιτροπή της 8ης Δεκεμβρίου 2006.

**76.** Στην απάντησή της, η Επιτροπή επισήμανε ότι είχε εξηγήσει επανειλημμένα τους λόγους για τους οποίους η προσφορά του καταγγέλλοντος είχε απορριφθεί. Στις 23 Νοεμβρίου 2006, ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η προσφορά του δεν επελέγη, διότι δεν έλαβε την ελάχιστη βαθμολογία για τα ποιοτικά κριτήρια ανάθεσης (κατώτατο όριο των 60 βαθμών, όπως απαιτείται στη συγγραφή υποχρεώσεων). Η Επιτροπή διαβίβασε επίσης αμέσως στον καταγγέλλοντα απόσπασμα της έκθεσης αξιολόγησης, το οποίο περιείχε τους λόγους για τους οποίους η προσφορά του δεν είχε γίνει δεκτή. Στις 17 Ιουνίου 2007, η Επιτροπή απέστειλε στον καταγγέλλοντα την πλήρη έκθεση αξιολόγησης.

**77.** Η Επιτροπή υπενθύμισε ότι για δύο από τα τρία κριτήρια, η προσφορά του καταγγέλλοντος έφθασε τους ελάχιστους απαιτούμενους βαθμούς. Μόνο σε σχέση με ένα από τα κριτήρια η προσφορά της δεν συγκέντρωσε τους ελάχιστους βαθμούς. Αυτό ήταν το κριτήριο σχετικά με την ποιότητα και τη σαφήνεια της προσέγγισης, τη μεθοδολογία και τις μεθόδους εργασίας που προτάθηκαν για την ανάθεση, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών συλλογής, ανάλυσης και επεξεργασίας πληροφοριών. Η επιτροπή αξιολόγησης κατέληξε ιδίως στο συμπέρασμα ότι μέρος της προσφοράς του καταγγέλλοντος σχετικά με τα συστήματα πληροφοριών στερούνταν σαφήνειας, συνοπτικότητας, δομής και συνέπειας.

**78.** Η Επιτροπή επισήμανε ότι η αμφισβητούμενη αξιολόγηση αναγνώρισε πράγματι τα ισχυρά σημεία της πρότασης του καταγγέλλοντος. Συγκριτικά, άλλοι προσφέροντες που αξιολογήθηκαν στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας σύναψης σύμβασης δεν έφθασαν καν τους ελάχιστους βαθμούς που απαιτούνται για κανένα από τα τρία κριτήρια.

**79.** Η Επιτροπή επισήμανε ότι, κατά την ανάλυση κάθε προσφοράς, η επιτροπή αξιολόγησης διενήργησε εμπεριστατωμένη αξιολόγηση, η οποία αντικατοπτρίζεται στην έκθεση. Ενδεικτικά, η Επιτροπή αναφέρθηκε στην αξιολόγηση σχετικά με το κριτήριο α), το οποίο ανέφερε ότι \<\<ο*τρόπος με τον οποίο ο προσφέρων επρόκειτο* *να αντιμετωπίσει τα γλωσσικά, μεταφραστικά και διεθνή ζητήματα* *\[δεν περιγράφηκε\] καλά (και* \[ήταν\]*ένας από τους κινδύνους και τους κρίσιμους παράγοντες επιτυχίας του έργου)\>\>.* Όσον αφορά το κριτήριο β), επισημάνθηκε, για παράδειγμα, ότι ο καταγγέλλων δεν παρουσίασε στοιχεία που να αποδεικνύουν σαφή, αποτελεσματική και εφαρμόσιμη ενσωμάτωση των δύο μεθοδολογιών (RUP και μεθοδολογία ανάπτυξης ιστοτόπων από το σπίτι του καταγγέλλοντος). Μολονότι ο καταγγέλλων είχε περιγράψει τη μεθοδολογία RUP, η ενσωμάτωση των δύο μεθόδων δεν εξετάστηκε και δεν περιγράφηκε με επαρκή σαφήνεια, ώστε να δικαιολογείται υψηλότερος βαθμός αξιολόγησης.

**80.** Κατά την άποψη της Επιτροπής, η έκθεση της επιτροπής αξιολόγησης εξηγούσε λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους απορρίφθηκε η προσφορά του καταγγέλλοντος. Κατά τη σύγκριση των σημείων που δόθηκαν και των παρατηρήσεων που διατυπώθηκαν σχετικά με τους διάφορους προσφέροντες, θα μπορούσε κανείς εύκολα να κατανοήσει τη διαφορά. Δεδομένου ότι τα ίδια κριτήρια ανάθεσης εφαρμόστηκαν σε όλες τις έγκυρες προσφορές κατόπιν ομόφωνης συμφωνίας τεσσάρων εμπειρογνωμόνων στον τομέα, η αξιολόγηση σαφώς δεν μπορούσε να θεωρηθεί άδικη ή αυθαίρετη.

**81.** Τέλος, η Επιτροπή παρατήρησε ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία[\[13\]](#_ftn13){#_ftnref13}, η αναθέτουσα αρχή δεν ήταν υποχρεωμένη να απαντήσει σε κάθε ερώτηση που υπέβαλε ένας αποκλεισθείς προσφέρων σχετικά με τις βασικές έννοιες της αξιολόγησης.

**82.** Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα ενέμεινε στην άποψή της ότι οι πληροφορίες που παρείχε η Επιτροπή δεν ήταν επαρκείς για να κατανοήσει τη χαμηλή βαθμολογία που δόθηκε στην προσφορά της. Εν πάση περιπτώσει, οι παρασχεθείσες πληροφορίες δεν δικαιολογούσαν τον αποκλεισμό της και δεν αποδείκνυαν από ποια άποψη ο επιλεγείς προσφέρων προσέφερε κάτι περισσότερο ή καλύτερο από τον εαυτό του. Ο καταγγέλλων ενέμεινε στην άποψή του ότι οι αξιολογητές δεν ανέλυσαν ορθά την πρότασή του και είχαν διαπράξει σοβαρά και πρόδηλα σφάλματα εκτίμησης κατά την αξιολόγηση.

**83.** Ο καταγγέλλων επισήμανε, για παράδειγμα, ότι, σύμφωνα με τη συγγραφή υποχρεώσεων, ο επιλεγείς προσφέρων έπρεπε να προσφέρει ένα μείγμα εμπειρογνωσίας και δεξιοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της κάλυψης όσο το δυνατόν περισσότερων ευρωπαϊκών γλωσσών. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι οι αξιολογητές της Επιτροπής δεν έλαβαν υπόψη αυτή τη σαφή απαίτηση.

**84.** Όσον αφορά το κριτήριο α), ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι αξιολογητές της Επιτροπής δεν έλαβαν υπόψη τις πληροφορίες που παρείχε ο καταγγέλλων σχετικά με διεθνή ζητήματα (\<\<Σύνδεσμοι*με άλλες δραστηριότητες της ΕΕ και αποφυγή πιθανών επικαλύψεων\>\>)* στην προσφορά του. Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι οι λειτουργικές και τεχνικές απαιτήσεις της προσφοράς του παρουσιάστηκαν στο τμήμα του διαγωνισμού με τίτλο \<\<Προσέγγιση,*μεθοδολογία και μέθοδοι εργασίας που προτάθηκαν\>\>.* Αυτό το μέρος της προσφοράς του περιείχε λεπτομερή περιγραφή του τρόπου με τον οποίο ο καταγγέλλων πρότεινε να αντιμετωπιστούν τα γλωσσικά, μεταφραστικά και διεθνή ζητήματα.

**85.** Όσον αφορά το κριτήριο β), ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι δεν υπήρχαν δύο διαφορετικές μεθοδολογίες που έπρεπε να ενσωματωθούν και ότι υπήρχε μία συνολική μεθοδολογία που κάλυπτε ολόκληρο το έργο και μία κάθετη που αφορούσε τα καθήκοντα ανάπτυξης λογισμικού. Η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι, στο κεφάλαιο 2.1 της πρότασής της, περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκαν οι αρχές RUP για τις εργασίες ανάπτυξης του ιστότοπου και, στο κεφάλαιο 2.2, περιέγραψε τη συνολική μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε για την ανάπτυξη έργων λογισμικού που βασίζονται στο διαδίκτυο.

**86.** Τέλος, η νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου στην οποία αναφέρθηκε η Επιτροπή αφορούσε περιπτώσεις στις οποίες η αναθέτουσα αρχή είχε εκπληρώσει την υποχρέωσή της να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους έλαβε την απόφασή της και παρείχε πλήρη διαφάνεια στους απορριφθέντες προσφέροντες, παρουσιάζοντας, μέσω σύγκρισης, τους τρόπους με τους οποίους η προσφορά του επιλεγέντος προσφέροντος ήταν ανώτερη από τις προσφορές που υπέβαλαν οι άλλοι προσφέροντες. Στις περιπτώσεις αυτές, η αναθέτουσα αρχή δεν έπρεπε να συνεχίσει έναν μόνιμο διάλογο. Ωστόσο, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η παρούσα υπόθεση ήταν διαφορετική.

#### Αξιολόγηση της Διαμεσολαβήτριας

##### Όσον αφορά την εικαζόμενη εσφαλμένη αποδοχή προσφοράς με εναλλακτική προσφορά

**87.** Προκειμένου να αξιολογήσει κατά πόσον η Επιτροπή ορθώς αποδέχθηκε και ανέλυσε μια προσφορά που πρότεινε δύο εναλλακτικές λύσεις, ενώ δεν επιτρεπόταν καμία εναλλακτική λύση και καμία εναλλακτική λύση βάσει της συγγραφής υποχρεώσεων, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί σημαντικό να προσδιορίσει πρώτα απ' όλα τι υπέβαλε πράγματι ο επιλεγείς προσφέρων στην παρούσα υπόθεση. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει επίσης το ζήτημα της συμβατότητας της εναλλακτικής πρότασης με τη συγγραφή υποχρεώσεων.

**88.** Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι ορισμένοι διαφορετικοί όροι χρησιμοποιήθηκαν και εφαρμόστηκαν, όχι πάντοτε με συνέπεια, από τους σχετικούς εμπλεκόμενους φορείς. Στην έκθεση της επιτροπής αξιολόγησης χρησιμοποιήθηκαν λέξεις όπως \<\<επιλογή\>\>,\<\<βασική*πρόταση\>\>,* \<\<παραλλαγή*λύσης/προσφοράς\>\>* ή \<\<εναλλακτική*προσφορά\>\>.* Στην πρότασή του για την υποβολή προσφορών, ο επιλεγείς προσφέρων είχε προτείνει \<\<Επιλογή*1\>\>* και \<\<Επιλογή*2\>\>.* Στις γνώμες της, η Επιτροπή συζήτησε τους όρους \<\<επιλογές\>\>,*\<\<παραλλαγές\>\>* και χωριστές \<\<προσφορές\>\>*ή \<\<προσφορές\>\>* και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εν λόγω προσφέρων είχε πράγματι υποβάλει δύο διαφορετικές προσφορές. Ο καταγγέλλων έκρινε κατ' ουσίαν ότι, ανεξάρτητα από το αν η επιλεγείσα προσφορά περιείχε επιλογή ή εναλλακτική επιλογή, αμφότερες απαγορεύονταν σαφώς βάσει των τευχών δημοπράτησης.

**89.** Απέναντι σε αυτή την ποικιλία ορολογικών αναφορών, ο Διαμεσολαβητής κατανοεί ότι αυτό που υπέβαλε ο επιλεγείς προσφέρων ήταν δύο εναλλακτικές τεχνικές λύσεις (μια λύση ανοικτού κώδικα και μια λύση ιδιοκτησιακού λογισμικού) για την ανάπτυξη της εν λόγω διαδικτυακής πύλης.

**90.** Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η Επιτροπή όρισε τις επιλογές ως \<\<*ποιοτικά (ή ποσοτικά) πρόσθετα βοηθητικά της υπηρεσίας που αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης\>\>* [\[14\].](#_ftn14){#_ftnref14} Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων δεν προέβαλε πειστικά επιχειρήματα για να αποδείξει ότι ο ορισμός αυτός πρέπει να θεωρηθεί εσφαλμένος. Δεδομένου ότι οι δύο τεχνικές λύσεις που προτάθηκαν ήταν εναλλακτικές και δεν αποσκοπούσαν στη συμπλήρωση μεταξύ τους με την προσθήκη ποιοτικών ή ποσοτικών πρόσθετων, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι καμία από αυτές τις προτάσεις δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως επιλογή. Αυτή φαίνεται επίσης να είναι η άποψη της Επιτροπής, η οποία ανέφερε ότι ο ανάδοχος κακώς χαρακτήρισε τις δύο εναλλακτικές λύσεις ως \<\<επιλογές\>\>.

**91.** Η Επιτροπή εξήγησε περαιτέρω ότι μια παραλλαγή είναι μια \<\<τεχνική*λύση που προτείνει ο προσφέρων, η οποία διαφέρει από τη συγκεκριμένη περιγραφή της ... υπηρεσίας που πρόκειται να παρασχεθεί\>\>.* Ο οδηγός της Επιτροπής για τις δημόσιες συμβάσεις προβλέπει τα εξής: Ως \<\<παραλλαγή\>\>*νοείται μια λύση τεχνικά ή οικονομικά ισοδύναμη με μια πρότυπη λύση που είναι γνωστή στην αναθέτουσα αρχή. Οι παραλλαγές μπορεί να αφορούν ολόκληρη τη σύμβαση ή ορισμένα μέρη ή πτυχές της. Οι παραλλαγές πρέπει να υποβάλλονται χωριστά και να προσδιορίζονται ως παραλλαγές.* " Κατά τη διάρκεια της έρευνας της Διαμεσολαβήτριας, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι μία από τις προτεινόμενες εναλλακτικές λύσεις (η λύση ανοικτού κώδικα) "*θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παραλλαγή* "[\[15\]](#_ftn15){#_ftnref15}, δεδομένου ότι δεν συμμορφωνόταν πλήρως με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο παράρτημα 7 της συγγραφής υποχρεώσεων.

**92.** Ο καταγγέλλων υποψιάστηκε ότι η προτεινόμενη εναλλακτική λύση πράγματι συμμορφωνόταν με τις απαιτήσεις του διαγωνισμού. Προς επίρρωση της άποψής της, η Επιτροπή παρέπεμψε στο σημείο 4.5.2 των τεχνικών προδιαγραφών, σύμφωνα*με το οποίο η \<\<αρχιτεκτονική του συστήματος ΤΠ πρέπει να είναι σύμφωνη με όσα υποστηρίζονται από τις υπηρεσίες φιλοξενίας του συστήματος πληροφοριών του κέντρου δεδομένων\>\>.* Ως εκ τούτου, για να είναι επιλέξιμη η πρόταση, έπρεπε να συμμορφώνεται με τις κατευθυντήριες γραμμές για τη φιλοξενία του κέντρου δεδομένων, ανεξάρτητα από το αν το προϊόν βασίζεται σε λογισμικό ανοικτού κώδικα ή όχι.

**93.** Μετά την εξέταση του φακέλου της Επιτροπής, διαπιστώθηκε ότι η λύση ανοικτού κώδικα που προτάθηκε από τον επιλεγέντα προσφέροντα δεν είχε εξεταστεί κατά τον χρόνο εκείνο από τις κατευθυντήριες γραμμές για την υποδοχή του κέντρου δεδομένων. Επομένως, η άποψη της Επιτροπής ότι δεν ήταν σύμφωνη με το σημείο 4.5.2 των τεχνικών προδιαγραφών φαίνεται εύλογη.

**94.** Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι το κέντρο δεδομένων πρέπει να εγκαταστήσει και να υποστηρίξει όλα τα είδη λογισμικού, εάν χρειαστεί. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι τίποτα στα έγγραφα που εξετάστηκαν και στο υλικό που παρασχέθηκε στο πλαίσιο της παρούσας καταγγελίας δεν τεκμηριώνει μια τέτοια άποψη. Πράγματι, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, το σημείο 4.5.2 των τεχνικών προδιαγραφών δεν θα είχε νόημα και δεν θα χρειαζόταν να περιληφθεί στα τεύχη δημοπράτησης.

**95.** Με βάση τα ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια δεν εντόπισε στοιχεία που θα έθεταν υπό αμφισβήτηση το συμπέρασμα της επιτροπής αξιολόγησης ότι η λύση ανοικτού κώδικα που πρότεινε ο ανάδοχος δεν ήταν σύμφωνη με τις κατευθυντήριες γραμμές για τη φιλοξενία του κέντρου δεδομένων και, ως εκ τούτου, με τη συγγραφή υποχρεώσεων.

**96.** Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω στοιχεία, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η λύση ανοικτού κώδικα ήταν μια \<\<τεχνική*λύση ....διαφορετική από τη συγκεκριμένη περιγραφή της ... υπηρεσίας που πρέπει να παρασχεθεί\>\>.* Κατά συνέπεια, η εν λόγω λύση ανοικτού κώδικα ήταν παραλλαγή και θα έπρεπε να είχε προσδιοριστεί ως τέτοια από την επιτροπή αξιολόγησης.

**97.** Η Διαμεσολαβήτρια υπενθυμίζει στο πλαίσιο αυτό ότι το σημείο 18 της συγγραφής υποχρεώσεων προέβλεπε τα εξής: *\<\<Οι προσφέροντες δεν μπορούν να υποβάλουν προσφορές για μέρος μόνο των απαιτούμενων υπηρεσιών. Δεδομένου* ότι τα τεύχη δημοπράτησης (τόσο οι τεχνικές προδιαγραφές όσο και η προκήρυξη του διαγωνισμού) ανέφεραν σαφώς ότι δεν επιτρεπόταν καμία εναλλακτική λύση, η Επιτροπή έπρεπε να αγνοήσει κάθε εναλλακτική λύση που περιλαμβανόταν στην προσφορά. Δεδομένου ότι η λύση ανοικτού κώδικα έπρεπε να θεωρηθεί παραλλαγή ή παραλλαγή, η Επιτροπή έπρεπε σαφώς να την αγνοήσει. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι αυτό έπραξε η Επιτροπή στην παρούσα υπόθεση.

**98.** Ωστόσο, το ζήτημα που απομένει να εξεταστεί είναι αν η Επιτροπή είχε, υπό τις συνθήκες αυτές, το δικαίωμα να διατηρήσει την υπόλοιπη προσφορά, δηλαδή τη λύση ιδιοκτησιακού λογισμικού που υπέβαλε ο επιλεγείς προσφέρων και αν ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μόνο ένα μέρος της προσφοράς, δηλαδή η λύση ανοικτού κώδικα, ήταν απαράδεκτη και όχι ολόκληρη η προσφορά.

**99.** Ο Διαμεσολαβητής δεν γνωρίζει κανέναν κανόνα που να υποχρεώνει ειδικά τη διοίκηση, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, να αγνοήσει το σύνολο της προσφοράς λόγω του γεγονότος ότι προτάθηκε εναλλακτική λύση, ενώ οι εναλλακτικές λύσεις δεν επιτρέπονταν βάσει των τευχών δημοπράτησης.

**100.** Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η προσέγγιση της Επιτροπής ήταν συνεπώς δυνατή. Από τα τεύχη δημοπράτησης δεν προέκυπτε ότι, σε περίπτωση υποβολής εναλλακτικής προσφοράς μαζί με έγκυρη προσφορά, το σύνολο της προσφοράς πρέπει κατ' ανάγκη να απορριφθεί. Το σημείο 14.2 της συγγραφής υποχρεώσεων προέβλεπε δύο προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό του προσφέροντος κατά τη διάρκεια της διαδικασίας σύναψης της σύμβασης. Ωστόσο, καμία από αυτές δεν κάλυπτε την παρούσα κατάσταση[\[16\].](#_ftn16){#_ftnref16} Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι, προκειμένου να αμφισβητήσει την προσέγγιση της Επιτροπής, ο καταγγέλλων παρουσίασε το παράδειγμα ενός σπουδαστή που πρέπει να δώσει την αξία του π (p ). Είναι προφανές ότι το παράδειγμα αυτό αφορά ένα εντελώς διαφορετικό αντικείμενο. Επομένως, είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό πώς θα μπορούσε να είναι λυσιτελής στο παρόν πλαίσιο.

**101.** Ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι η παραπομπή στην υπόθεση C-421/01 Traunfellner GmbH είναι λυσιτελής ούτε για την υπό κρίση διαφορά, δεδομένου ότι η παρούσα απόφαση αφορά υπόθεση στην οποία έγιναν δεκτές εναλλακτικές προσφορές στο πλαίσιο της προσφοράς, αλλά δεν καθορίστηκαν ελάχιστες τεχνικές απαιτήσεις που πρέπει να πληροί η εναλλακτική προσφορά προκειμένου να γίνει δεκτή. Η περίπτωση του καταγγέλλοντος αναφέρεται σε μια κατάσταση στην οποία δεν επιτρεπόταν η χρήση παραλλαγών, επομένως δεν υπήρχε κανένας τρόπος να γίνει αποδεκτή μια παραλλαγή.

**102.** Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι σε θέση να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επιτροπή αξιολόγησης, αποδεχόμενη μια προσφορά, αφού αγνόησε την παραλλαγή που περιείχε, παραβίασε τη νομοθεσία για τις δημόσιες συμβάσεις και την αρχή της νομιμότητας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 του ECGAB. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

##### Όσον αφορά την αξιολόγηση της προσφοράς του καταγγέλλοντος

**103.** Ο Διαμεσολαβητής έχει επανειλημμένα την άποψη ότι εναπόκειται στη διοίκηση που διοργανώνει πρόσκληση υποβολής προσφορών να αξιολογήσει κατά πόσον οι αιτούντες πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παρούσα πρόσκληση. Ο Διαμεσολαβητής δεν πρέπει να υποκαθιστά την εκτίμηση του θεσμικού οργάνου με τη δική του και πρέπει να ελέγχει μόνο κατά πόσον τηρήθηκαν οι σχετικές διαδικασίες και εάν η εκτίμηση που πραγματοποιήθηκε δεν ενέχει πρόδηλο σφάλμα. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, στην παρούσα υπόθεση, εκτός από τα εικαζόμενα πρόδηλα σφάλματα εκτίμησης, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η αξιολόγηση της πρότασής του ήταν επίσης \<\<άδικη\>\> και \<\<αυθαίρετη\>\>. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει τις πτυχές αυτές κατωτέρω.

**104.** Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει εκ προοιμίου ότι, κατά πάγια νομολογία, τα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τη λήψη απόφασης σχετικά με την ανάθεση σύμβασης κατόπιν πρόσκλησης υποβολής προσφορών.

**105.** Παρά την ευρεία διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στην αρμόδια διοίκηση, ο αποκλεισθείς προσφέρων έχει το δικαίωμα να λάβει πληροφορίες σχετικά με τους λόγους απόρριψης της προσφοράς του. Το δικαίωμα αυτό αποτελεί έκφραση της υποχρέωσης της διοίκησης να αιτιολογεί τις αποφάσεις της σε κάθε διοικητική διαδικασία που θα μπορούσε να βλάψει ένα άτομο[\[17\]](#_ftn17){#_ftnref17}.

**106.** Το άρθρο 100 παράγραφος 2 του δημοσιονομικού κανονισμού προβλέπει ότι \<\<η αναθέτουσα αρχή κοινοποιεί σε όλους τους υποψηφίους ή προσφέροντες των οποίων οι υποψηφιότητες ή οι προσφορές απορρίφθηκαν τους λόγους για τους οποίους ελήφθη η απόφαση, καθώς και σε όλους τους προσφέροντες των οποίων οι προσφορές είναι παραδεκτές και οι οποίοι υποβάλλουν γραπτή αίτηση, τα χαρακτηριστικά και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς και το όνομα του προσφέροντος στον οποίο ανατίθεται η σύμβαση\>\>.

**107.** Στην παρούσα υπόθεση, κατόπιν αιτήματος του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή κοινοποίησε αμέσως στον καταγγέλλοντα τα μέρη της έκθεσης αξιολόγησης που αφορούσαν την προσφορά του. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, τα σχετικά μέρη της έκθεσης περιείχαν συγκεκριμένα και συναφή σχόλια σχετικά με την αξιολόγηση που πραγματοποιήθηκε. Με βάση τις πληροφορίες αυτές, ο καταγγέλλων ήταν σε θέση να προσδιορίσει ποια μέρη της πρότασής του εκτιμήθηκαν από τους αξιολογητές και ποια θεωρήθηκαν λιγότερο ικανοποιητικά. Επιπλέον, το θεσμικό όργανο ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για τα χαρακτηριστικά και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς, καθώς και για το όνομα του προσφέροντος στον οποίο ανατέθηκε η σύμβαση.

**108.** Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή συμμορφώθηκε με την υποχρέωση αιτιολόγησης που υπέχει και με τις τυπικές απαιτήσεις σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης του απορριφθέντος προσφέροντος, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 100 παράγραφος 2 του δημοσιονομικού κανονισμού και στο άρθρο 149 των κανόνων εφαρμογής του.

**109.** Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, ωστόσο, ότι ο καταγγέλλων αμφισβήτησε το σκεπτικό της Επιτροπής. Στην επιστολή του της 8ης Δεκεμβρίου 2006, ο καταγγέλλων υπέβαλε ορισμένες παρατηρήσεις προς στήριξη της άποψής του και υποστήριξε κατ' ουσίαν ότι η ουσιαστική αξιολόγηση της προσφοράς του από την Επιτροπή ήταν \<\<αδικαιολόγητη\>\>,\<\<αυθαίρετη\>\> και επηρεάστηκε από \<\<πρόδηλα*σφάλματα εκτίμησης\>\>.*

**110.** Κατά την έναρξη της παρούσας έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε τη γνώμη της Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία. Στο πλαίσιο αυτό, ανέμενε από την Επιτροπή να απαντήσει στις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 8ης Δεκεμβρίου 2006. Στην πραγματικότητα, οι παρατηρήσεις αυτές περιέχουν συγκεκριμένα επιχειρήματα για να υποστηρίξουν την άποψη του καταγγέλλοντος ότι η εκτίμηση της Επιτροπής σχετικά με την προσφορά του ήταν εσφαλμένη. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές στη γνώμη της. Ως εκ τούτου, κατά τη διάρκεια της παρούσας έρευνας, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε ρητά από την Επιτροπή να εξετάσει τις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 8ης Δεκεμβρίου 2006. Το έπραξε δύο φορές, στις περαιτέρω έρευνές του στις 2 Δεκεμβρίου 2008 και στις 31 Μαρτίου 2010. Παρά τα αιτήματα αυτά, η Επιτροπή δεν απάντησε στα προαναφερθέντα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος, αλλά ουσιαστικά υποστήριξε ότι δεν ήταν υποχρεωμένη από τον νόμο να παράσχει εξηγήσεις στον καταγγέλλοντα που υπερέβαιναν εκείνες που είχε ήδη δώσει σε αυτόν. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή παρέπεμψε στη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου και ιδίως στην υπόθεση T-211/07 *AWWW κατά Eurofound,* στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η αναθέτουσα αρχή δεν υποχρεούται, βάσει της υποχρέωσής της να αιτιολογεί απόφαση απόρριψης προσφοράς, να διεξάγει συζήτηση με τον καταγγέλλοντα σχετικά με το βάσιμο της προσφοράς της σε σύγκριση με την επιλεγείσα προσφορά.

**111.** Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί σημαντικό να υπογραμμίσει ότι δεν ζήτησε από την Επιτροπή να απαντήσει στις παρατηρήσεις που είχε διατυπώσει ο καταγγέλλων στην επιστολή του της 8ης Δεκεμβρίου 2006 βάσει των νομικών υποχρεώσεων που απορρέουν από τους κανόνες για τις δημόσιες συμβάσεις. Αντ' αυτού, τα αιτήματα του Διαμεσολαβητή της 8ης Δεκεμβρίου 2006 και της 31ης Μαρτίου 2010 υποβλήθηκαν με βάση την έννοια της χρηστής διοίκησης. Η Διαμεσολαβήτρια έχει επανειλημμένα την άποψη ότι μια φιλική προς τον πολίτη διοίκηση είναι έτοιμη να εξηγήσει τη θέση της. Τα ανωτέρω αιτήματα του Διαμεσολαβητή υποβλήθηκαν επίσης με σκοπό να του δοθεί η δυνατότητα να προβεί στην αξιολόγηση της καταγγελίας που του είχε υποβληθεί από τον καταγγέλλοντα, στον βαθμό που η εν λόγω καταγγελία αφορούσε την αξιολόγηση της προσφοράς του καταγγέλλοντος από την Επιτροπή. Η απόφαση της Επιτροπής να μην απαντήσει στα αιτήματα του Διαμεσολαβητή δεν έλαβε υπόψη αυτές τις εκτιμήσεις. Ως εκ τούτου, η προσέγγιση της Επιτροπής δεν είναι μόνο εξαιρετικά λυπηρή, αλλά εμπόδισε επίσης τον Διαμεσολαβητή να ολοκληρώσει την εν λόγω αξιολόγηση. Η προσέγγιση αυτή συνιστά παράλειψη της Επιτροπής να τηρήσει το καθήκον της καλόπιστης συνεργασίας με τον Διαμεσολαβητή. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης και, ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διατυπώνει κατωτέρω το σχέδιο σύστασης.

### Β. Επί του αιτήματος αποζημιώσεως

**112.** Η Επιτροπή δεν υπέβαλε συγκεκριμένες παρατηρήσεις σχετικά με το αίτημα αποζημίωσης του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, αρνήθηκε ότι διέπραξε παρατυπίες στο πλαίσιο της επίμαχης διαδικασίας συνάψεως συμβάσεως. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή, στις περαιτέρω έρευνές του, να σχολιάσει και το αίτημα αποζημίωσης.

**113.** Απαντώντας, η Επιτροπή επανέλαβε ότι είχε τηρήσει πλήρως τους κανόνες περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και προσβάσεως σε όλες τις σχετικές πληροφορίες. Ως εκ τούτου, το θεσμικό όργανο έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος αποζημίωσης στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι δεν είχε σημειωθεί παραβίαση του εφαρμοστέου δικαίου.

**114.** Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα ενέμεινε στο αίτημά της και έκρινε ότι η Επιτροπή έπρεπε να της καταβάλει αποζημίωση, δεδομένου ότι, εάν η Επιτροπή είχε χειριστεί σωστά το ζήτημα, θα ήταν ο επιλεγείς προσφέρων στην εν λόγω διαδικασία σύναψης σύμβασης.

**115.** Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι αντιμετώπιζε συστημικό σχέδιο αποκλεισμού του από όλες τις συμβάσεις της Επιτροπής και ότι αναγκάστηκε να βασιστεί στον Διαμεσολαβητή και το Γενικό Δικαστήριο για να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή ήταν μακρά, επώδυνη, χρονοβόρα και επίπονη και πολύ δαπανηρή για τον καταγγέλλοντα. Προς το παρόν, η Επιτροπή καταδικάστηκε μόνο να καταβάλει τις νομικές αμοιβές του καταγγέλλοντος. Υπό αυτές τις συνθήκες, η μόνη λύση για τον καταγγέλλοντα ήταν να του καταβληθεί αποζημίωση για τη ζημία που είχε υποστεί στο παρελθόν και που θα υφίστατο στο μέλλον. Η καταγγέλλουσα ανέμενε ότι η Επιτροπή θα έπρεπε, ως εκ τούτου, να παραδεχτεί ότι ήταν εσφαλμένη και να αρχίσει αμέσως να συζητά μέτρα για την αντίστοιχη αντιστάθμισή της.

#### Αξιολόγηση της Διαμεσολαβήτριας

**116.** Ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε περίπτωση κακοδιοίκησης εκ μέρους της Επιτροπής επειδή αποδέχθηκε την έγκυρη πρόταση του επιλεγέντος προσφέροντος[\[18\]](#_ftn18){#_ftnref18}. Στον βαθμό που η αξίωση αποζημίωσης του καταγγέλλοντος βασίζεται σε αυτή την πτυχή της καταγγελίας, πρέπει να απορριφθεί.

**117.** Όπως προαναφέρθηκε, λόγω της αδυναμίας της Επιτροπής να απαντήσει στα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος σχετικά με την αξιολόγηση της προσφοράς του, ο Διαμεσολαβητής δεν ήταν μέχρι στιγμής σε θέση να εξακριβώσει εάν η Επιτροπή διέπραξε κακοδιοίκηση όσον αφορά την εν λόγω αξιολόγηση. Κατά συνέπεια, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι, επί του παρόντος, σε θέση να αποφασίσει εάν ο καταγγέλλων δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση στο πλαίσιο αυτό.

### Γ. Το σχέδιο σύστασης

Βάσει των ερευνών του σχετικά με την παρούσα καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στην Επιτροπή το ακόλουθο σχέδιο σύστασης:

**Η Επιτροπή θα πρέπει να απαντήσει στα επανειλημμένα αιτήματα του Διαμεσολαβητή για την εξέταση των επιχειρημάτων του καταγγέλλοντος, όπως εκτίθενται στην επιστολή του της 8ης Δεκεμβρίου 2006, σύμφωνα με τα οποία η αμφισβητούμενη αξιολόγηση ήταν άδικη, αυθαιρεσία και πρόδηλα σφάλματα αξιολόγησης. Η απάντηση της Επιτροπής θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να επιτρέπει στον Διαμεσολαβητή να ολοκληρώσει την αξιολόγηση του σχετικού ισχυρισμού και ισχυρισμού που προβάλλει ο καταγγέλλων.**

Η Επιτροπή και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για το παρόν σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 30 Απριλίου 2012. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή του σχεδίου σύστασης και στην περιγραφή του τρόπου εφαρμογής του.

Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος

Στρασβούργο, 25 Ιανουαρίου 2012

*** ** * ** ***

[\[1\]](#_ftnref1){#_ftn1} Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του (94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ) (ΕΕ L 113, σ. 15).

[\[2\]](#_ftnref2){#_ftn2} Αριθμός αναφοράς: JLB/B4/2006/02. Τίτλος:

[\[3\]](#_ftnref3){#_ftn3} Σημείο 18 της συγγραφής υποχρεώσεων.

[\[4\] Αιτιολογία](#_ftnref4){#_ftn4} Το άρθρο 4 (Νομιμότητα) του ECGAB έχει ως εξής: "*Ο υπάλληλος ενεργεί σύμφωνα με το νόμο και εφαρμόζει τους κανόνες και τις διαδικασίες που προβλέπονται από την κοινοτική νομοθεσία. Ο υπάλληλος μεριμνά ιδίως ώστε οι αποφάσεις που θίγουν τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα των ατόμων να έχουν νομική βάση και το περιεχόμενό τους να είναι σύμφωνο με τον νόμο\>\>.*

[\[5\]](#_ftnref5){#_ftn5} Το άρθρο 17 (Εύλογη προθεσμία για τη λήψη αποφάσεων) του ECGAB έχει ως εξής: \<\<Ο*υπάλληλος μεριμνά ώστε η απόφαση σχετικά με κάθε αίτηση ή ένσταση προς το θεσμικό όργανο να λαμβάνεται εντός εύλογης προθεσμίας, χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής. (...)*"

[\[6\]](#_ftnref6){#_ftn6} Επιστολές του Διαμεσολαβητή προς τον καταγγέλλοντα της 30ής Ιουνίου 2011 και της 27ης Οκτωβρίου 2011.

[\[7\]](#_ftnref7){#_ftn7} Το σημείο 4.5.2 της συγγραφής υποχρεώσεων φέρει τον τίτλο \<\<Συμμόρφωση με την πολιτική ΤΠ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής\>\>.

[\[8\] Αιτιολογία](#_ftnref8){#_ftn8} Υπόθεση C-421/01 *Traunfellner GmbH* \[2003\] Συλλογή I-11941.

[\[9\] Αιτιολογία](#_ftnref9){#_ftn9} Το άρθρο II.1.9 της προκηρύξεως του διαγωνισμού έχει ως εξής: \<\<Οι διαφοροποιήσεις θα γίνονται δεκτές: Όχι\>\>.

[\[10\]](#_ftnref10){#_ftn10} Το άρθρο II.2.2 της προκήρυξης του διαγωνισμού έχει ως εξής: \<\<Επιλογές:*Όχι*".

[\[11\]](#_ftnref11){#_ftn11} Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, L 248, σ. 1).

[\[12\]](#_ftnref12){#_ftn12} Οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ 2004, L 134, σ. 114).

[\[13\]](#_ftnref13){#_ftn13} Η Επιτροπή παρέπεμψε στην υπόθεση T-50/05 *Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, Συλλογή 2010, σ.* II-1071 και στην υπόθεση T-211/07 *AWWW κατά Eurofound,* Συλλογή 2008, σ. II-106.

[\[14\]](#_ftnref14){#_ftn14} Βλ. παράγραφο 50 ανωτέρω.

[\[15\]](#_ftnref15){#_ftn15} Βλ. σκέψη 37 ανωτέρω.

[\[16\]](#_ftnref16){#_ftn16} Η διάταξη της συγγραφής υποχρεώσεων (σημείο 14.2) σχετικά με τους αποκλεισμούς κατά τη διάρκεια της διαδικασίας σύναψης σύμβασης έχει ως εξής:


\<\<Οι*συμβάσεις δεν ανατίθενται σε προσφέροντες οι οποίοι, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας σύναψης σύμβασης: α) υπόκεινται σε σύγκρουση συμφερόντων· β) είναι ένοχοι ψευδών δηλώσεων κατά την παροχή των πληροφοριών που απαιτούνται από την αναθέτουσα αρχή ως προϋπόθεση για τη συμμετοχή στη διαδικασία σύναψης σύμβασης ή δεν παρέχουν τις πληροφορίες αυτές\>\>.*

[\[17\]](#_ftnref17){#_ftn17} Άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και άρθρο 18 του ECGAB.

[\[18\]](#_ftnref18){#_ftn18} Βλ. σκέψη 102 ανωτέρω.