Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Η άρνηση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) να παράσχει στο κοινό πρόσβαση στις δηλώσεις σύγκρουσης συμφερόντων των δικαστών και των γενικών εισαγγελέων του
Εκκρεμής υπόθεση
Υπόθεση 1150/2026/MIK - Εκκίνηση έρευνας στις Πέμπτη | 25 Ιουνίου 2026 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης - Χώρα Βέλγιο
Υποβληθείσα αναφορά
11/05/2026Ανάλυση της αναφοράς
13/05/2026Η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη
25/06/2026Προκαταρκτικό αποτέλεσμα
Αποτέλεσμα της έρευνας
|
Δικαστήριο |
Αξιότιμε κύριε Πρόεδρε,
Έλαβα καταγγελία κατά του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την απόφασή του επί της ανωτέρω αίτησης για πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα.
Ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση του κοινού στις δηλώσεις συμφερόντων που υπέβαλαν όλοι οι δικαστές και γενικοί εισαγγελείς του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου από την 1η Ιανουαρίου 2018, συμπεριλαμβανομένων των προηγούμενων εκδόσεων των δηλώσεων που ενδέχεται να επικαιροποιήθηκαν στη συνέχεια.
Απαντώντας στην επιβεβαιωτική αίτηση, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι δημοσιεύει στον ιστότοπό του τις πλέον πρόσφατες δηλώσεις συμφερόντων που υπέβαλαν οι εν ενεργεία δικαστές και γενικοί εισαγγελείς, εξαιρουμένων των εμπιστευτικών παραρτημάτων. Ταυτόχρονα, το Συνέδριο επισήμανε ότι η απόφασή του σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα ισχύει μόνο για τα έγγραφα που συντάσσονται ή παραλαμβάνονται «στο πλαίσιο της άσκησης των διοικητικών καθηκόντων του»,[1] ενώ οι αιτούμενες δηλώσεις αποτελούν έγγραφα που σχετίζονται με τα δικαστικά του καθήκοντα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 του κώδικα δεοντολογίας για τα μέλη και τα πρώην μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι δηλώσεις συμφερόντων αποσκοπούν στην πρόληψη κάθε δυνητικής ή εικαζόμενης σύγκρουσης συμφερόντων όταν τα μέλη ασχολούνται με δικαστική υπόθεση [2]. Ως εκ τούτου, κατά την άποψη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι δηλώσεις αυτές συμβάλλουν στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και της αντίληψής του από το κοινό, η οποία είναι συμφυής με την άσκηση των δικαιοδοτικών καθηκόντων του.
Λόγω του δικαστικού χαρακτήρα των ζητηθέντων εγγράφων, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορεί να παράσχει στο κοινό πρόσβαση στις επί του παρόντος αδημοσίευτες δηλώσεις που υποβλήθηκαν από πρώην μέλη και στις προηγούμενες εκδόσεις των δηλώσεων που υποβλήθηκαν από τα τρέχοντα μέλη.
Το Δικαστήριο αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι, σε κάθε περίπτωση, τα ζητηθέντα έγγραφα περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, ενώ ο καταγγέλλων δεν προέβαλε την ανάγκη να του διαβιβαστούν τα δεδομένα αυτά για συγκεκριμένο σκοπό δημοσίου συμφέροντος [3].
Βασιζόμενος στις πληροφορίες που παρέσχε το Δικαστήριο στην επιβεβαιωτική απόφασή του [4], ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την απόφαση αυτή υποβάλλοντας καταγγελία στον Διαμεσολαβητή σύμφωνα με το άρθρο 228 της ΣΛΕΕ.
Αποφάσισα να κινήσω έρευνα προκειμένου να ζητήσω διευκρινίσεις από το Δικαστήριο σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο διακρίνει μεταξύ των εγγράφων που αφορούν τις δικαστικές και διοικητικές δραστηριότητές του. Τα μέλη του κοινού που ενδιαφέρονται να αποκτήσουν πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενδέχεται να μην διαθέτουν πάντοτε επαρκείς πληροφορίες για να κάνουν τη διάκριση αυτή.
Φρονώ ότι η αιτίαση αυτή θα μπορούσε να συμβάλει στην αποσαφήνιση των ακόλουθων σημείων.
(1) Επί του δικαστικού χαρακτήρα των επίδικων εγγράφων
Το Δικαστήριο επισήμανε στην επιβεβαιωτική απόφασή του ότι η υποχρέωση δήλωσης συμφερόντων που επιβάλλεται στα μέλη του διασφαλίζει την αμεροληψία και την ανεξαρτησία τους, οι οποίες αποτελούν κρίσιμα χαρακτηριστικά για την άσκηση δικαστικών καθηκόντων. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, τα ζητούμενα έγγραφα συνδέονται στενά με τα δικαστικά καθήκοντα [5].
Η προστασία των δικαστικών πράξεων από τη δημοσιοποίηση, δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 3, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, αποτελεί λειτουργική εγγύηση για την ορθή εκπλήρωση της εντολής του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, «οι περιορισμοί που τίθενται στην εφαρμογή της αρχής της διαφάνειας σε σχέση με τις δικαστικές δραστηριότητες επιδιώκουν τον ίδιο στόχο: δηλαδή, επιδιώκουν να διασφαλίσουν ότι η άσκηση του δικαιώματος προσβάσεως στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων δεν θίγει την προστασία των δικαστικών διαδικασιών. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η προστασία των δικαστικών διαδικασιών συνεπάγεται, ιδίως, ότι πρέπει να διασφαλίζεται ο σεβασμός των αρχών της ισότητας των όπλων και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης».[6]
Σημειώνω ότι το ίδιο το Ελεγκτικό Συνέδριο δημοσίευσε ορισμένα από τα ζητηθέντα έγγραφα στον ιστότοπό του, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 8 του κώδικα δεοντολογίας για τα μέλη και τα πρώην μέλη του.[7] Ωστόσο, το Ελεγκτικό Συνέδριο στη συνέχεια τα αφαίρεσε μόλις τα ενδιαφερόμενα μέλη ολοκλήρωσαν τη δικαστική εντολή τους. Σε κάθε περίπτωση, τα προηγουμένως δημοσιευμένα έγγραφα έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί. Εάν τα έγγραφα αυτά αφορούσαν πράγματι τα δικαιοδοτικά καθήκοντα του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 3 τέταρτο εδάφιο της ΣΛΕΕ, τα οποία το Δικαστήριο φαίνεται να ερμηνεύει εν προκειμένω υπό την έννοια ότι εμποδίζουν τη δημοσιοποίηση δικαστικών εγγράφων, γεγονός παραμένει ότι το Δικαστήριο έχει δημοσιεύσει προορατικά στον ιστότοπό του τα εν λόγω έγγραφα.
Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλει ο κώδικας δεοντολογίας στα μέλη του Δικαστηρίου δεν αφορούν αποκλειστικά τη δικαιοδοτική τους δραστηριότητα, αλλά και τη γενική συμπεριφορά τους εκτός της αίθουσας του δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, ο κώδικας αποσκοπεί στη διασφάλιση της ευρύτερης θεσμικής αυτονομίας του Δικαστηρίου και στην προστασία της εμπιστοσύνης του κοινού σε αυτόν. Σε αυτή τη βάση, το Γενικό Δικαστήριο χαρακτήρισε ορισμένα έγγραφα που σχετίζονται με τον κώδικα δεοντολογίας ως εμπίπτοντα στο πεδίο εφαρμογής της απόφασης του Δικαστηρίου σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα διοικητικά έγγραφά του [8].
Επιπλέον, επισημαίνω ότι τα μέλη άλλων θεσμικών οργάνων της ΕΕ [9], καθώς και το προσωπικό των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ [10], υποχρεούνται επίσης να υποβάλλουν δηλώσεις συμφερόντων, δεδομένης της ανάγκης να διασφαλίζεται η αυτονομία των θεσμικών οργάνων τους και η εμπιστοσύνη του κοινού στην τήρηση των υψηλότερων δεοντολογικών προτύπων. Οι αιτήσεις πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα των εν λόγω θεσμικών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ υπόκεινται σε ατομική αξιολόγηση βάσει της νομοθεσίας της ΕΕ για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα (κανονισμός 1049/2001 [11]). Στο πλαίσιο αυτό και συγκριτικά, θα ήταν χρήσιμο να διευκρινιστούν οι λόγοι για τους οποίους οι δηλώσεις συμφερόντων που υποβάλλονται από τα μέλη του Δικαστηρίου και έχουν ήδη δημοσιευθεί στον ιστότοπο του Δικαστηρίου θα πρέπει να χαρακτηρίζονται ως δικαστικά έγγραφα και, ως εκ τούτου, να εξαιρούνται από κάθε γνωστοποίηση κατόπιν αιτήσεων πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα.
(2) Ορισμένα από τα ζητούμενα έγγραφα έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί
Μολονότι το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν μπορεί να δημοσιοποιήσει τα ζητηθέντα έγγραφα, δεδομένου ότι αποτελούν δικαστικά έγγραφα, αναγνωρίζει ότι ορισμένα από αυτά -δηλαδή οι δηλώσεις που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο του ισχύοντος κώδικα δεοντολογίας- έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί.
Σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 8 του κώδικα δεοντολογίας, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 7 Οκτωβρίου 2021 [12], το Δικαστήριο πρέπει να δημοσιεύει στον ιστότοπό του τις δηλώσεις συμφερόντων των δικαστών και των γενικών εισαγγελέων. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο αφαίρεσε στη συνέχεια τις δηλώσεις των πρώην μελών δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι τα εν λόγω έγγραφα —συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται σε αυτά— είχαν, σε μια ορισμένη χρονική στιγμή, καταστεί κοινό κτήμα [13]. Οι τρίτοι είχαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν νομίμως τα εν λόγω έγγραφα κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου τηλεφορτώνοντάς τα από τον ιστότοπο του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, θα ήταν χρήσιμο να διευκρινιστούν οι λόγοι για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν μπορεί πλέον να δημοσιοποιεί έγγραφα που είχαν δημοσιευθεί προηγουμένως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι σχετίζονται με τα δικαιοδοτικά του καθήκοντα.
(3) Ανάγκη απόδειξης της αναγκαιότητας της διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
Αναγνωρίζω ότι, ανεξάρτητα από τη φύση των ζητηθέντων εγγράφων, το Δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ότι τα εμπιστευτικά παραρτήματα των δηλώσεων συμφερόντων και των δηλώσεων ή οι προηγούμενες εκδόσεις τους που υποβλήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ισχύοντος κώδικα δεοντολογίας, τα οποία το Δικαστήριο ουδέποτε δημοσίευσε στον ιστότοπό του, δεν μπορούν να δημοσιοποιηθούν λόγω της ανάγκης προστασίας της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας των ατόμων σύμφωνα με τη σχετική εξαίρεση για την πρόσβαση του κοινού βάσει της απόφασης του Δικαστηρίου σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα [14].
Ταυτόχρονα, επισημαίνω ότι το Δικαστήριο στηρίχθηκε στο επιχείρημα αυτό μόνο στο επιβεβαιωτικό στάδιο. Ως εκ τούτου, ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα σχετικά με την ανάγκη αιτιολόγησης της αναγκαιότητας διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε αυτόν μόνο στην απάντησή της στην επιβεβαιωτική αίτησή του, ενώ δεν είχε παράσχει τις πληροφορίες αυτές στην αρχική απόφαση.
Στο πλαίσιο αυτό, θα ήταν χρήσιμο να συζητηθεί κατά πόσον ο καταγγέλλων είχε πράγματι την ευκαιρία να προβάλει τα επιχειρήματά του σχετικά με το θέμα αυτό.
Ως εκ τούτου, αποφάσισα ότι είναι αναγκαίο η ερευνητική μου ομάδα να συναντηθεί με τους αρμόδιους εκπροσώπους του Δικαστηρίου για να λάβει περαιτέρω διευκρινίσεις σχετικά με τα ανωτέρω ζητήματα. Θα σας ήμουν ευγνώμων εάν το γραφείο σας μπορούσε να επικοινωνήσει με τον κ. Michał Krajewski, αρμόδιο για τις έρευνες υπάλληλο, προκειμένου να συμφωνηθούν οι ρυθμίσεις για τη συνεδρίαση που θα πραγματοποιηθεί έως τις 18 Σεπτεμβρίου 2026.
Οι πληροφορίες που το Συνέδριο θεωρεί εμπιστευτικές δεν κοινοποιούνται στον καταγγέλλοντα ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο χωρίς την προηγούμενη συμφωνία του Συνεδρίου [15].
Με εκτίμηση,
Teresa Anjinho
Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής
Στρασβούργο, 25/06/2026
[1] Άρθρο 1 παράγραφος 1 της απόφασης σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα που έχει στην κατοχή του το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την άσκηση των διοικητικών καθηκόντων του, C 45/2, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/PDF/?uri=CELEX:32020D0210(01).
[2] Κώδικας δεοντολογίας για τα μέλη και τα πρώην μέλη του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ΕΕ C 397/1, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/PDF/?uri=oj:JOC_2021_397_R_0001.
[3] Σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (…), ΕΕ L 295/39, https://eur-lex.europa.eu/eli/reg/2018/1725/oj/eng.
[4] Σημείο 31 της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση 0002/2026C.
[5] Σημείο 17 της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση 0002/2026C.
[6] Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 2010, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑514/07 P, C‑528/07 P και C‑532/07 P, Σουηδία κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:2010:541, σκέψεις 84-85, https://juris.curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=84028&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=253005. Βλ. επίσης απόφαση της 18ης Ιουλίου 2017, C-213/15 P, Επιτροπή κατά Patrick Breyer, ECLI:EU:C:2017:563, σκέψη 53, https://juris.curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=192887&pageIndex=0&doclang=en&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=198487.
[7] Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2.
[8] Γενικό Δικαστήριο, απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2019, Franklin Dehousse κατά Δικαστηρίου, T‑433/17, ECLI:EU:T:2019:632, σκέψεις 88-92 και 96.
[9] Για παράδειγμα, βλ. άρθρο 3 της απόφασης της Επιτροπής, της 31ης Ιανουαρίου 2018, σχετικά με κώδικα δεοντολογίας για τα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ΕΕ C 65/7, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX:32018D0221(02)· βλ. επίσης άρθρο 14 του κώδικα δεοντολογίας για τα μέλη και τα πρώην μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου [Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο], ΕΕ L 128/102, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/en/TXT/?uri=CELEX:32022Q0502%2801%29.
[10] Άρθρα 11 και 11α του κανονισμού αριθ. 31 (ΕΟΚ), 11 (ΕΚΑΕ), περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, ΕΕ P 45/1385, https://eur-lex.europa.eu/eli/reg/1962/31(1)/2014-05-01/eng.
[11] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής: https://eur-lex.europa.eu/eli/reg/2001/1049/oj/eng.
[12] Άρθρο 11 παράγραφος 1 του κώδικα δεοντολογίας.
[13] Γενικό Δικαστήριο, απόφαση της 26ης Απριλίου 2018, Espírito Santo Financial κατά ΕΚΤ, T‑251/15, ECLI:EU:T:2018:234, σκέψεις 146, 149-150· Απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2008, υπόθεση T‑380/04, Ιωάννης Τερεζάκης κατά Επιτροπής, ECLI:EU:T:2008:19, σκέψεις 100-101.
[14] Άρθρο 3 παράγραφος 1 της προαναφερθείσας απόφασης σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την άσκηση των διοικητικών καθηκόντων του.
[15] Σημειώστε ευκρινώς το εν λόγω υλικό ως «εμπιστευτικό». Τα κρυπτογραφημένα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μπορούν να σταλούν στο ειδικό γραμματοκιβώτιό μας. Οι πληροφορίες και τα έγγραφα αυτού του είδους θα διαγραφούν από τους φακέλους του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή λίγο μετά το πέρας της έρευνας.