Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
Τρέχουσα γλώσσα:
- EL Ελληνικά
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1163/97/JMA κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Απόφαση
Υπόθεση 1163/97/jma - Εκκίνηση έρευνας στις Πέμπτη | 05 Φεβρουαρίου 1998 - Απόφαση στις Τρίτη | 23 Νοεμβρίου 1999
Στρασβούργο, 23 Νοεμβρίου 1999
Αγαπητή κυρία M.,
στις 16 Δεκεμβρίου 1997, αποστείλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με ορισμένες παρατυπίες στον γενικό διαγωνισμό A 1/97 (Ισπανοί διοικητικοί υπάλληλοι) που διοργάνωσε η Σοσιαλιστική Ομάδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Οι ισχυρισμοί σας αφορούν τη σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού και τη διαφάνεια των εργασιών της.
Στις 5 Φεβρουαρίου 1998, διαβίβασα την καταγγελία σας στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με αίτημα υποβολής παρατηρήσεων μέχρι τα τέλη Μαΐου 1998. Στις 4 Ιουνίου 1998, ο Γενικός Γραμματέας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ζήτησε παράταση της προθεσμίας κατά ένα μήνα. Αφού έγινε δεκτή η πρώτη αυτή αίτηση, παρελήφθη συμπληρωματική αίτηση για νέα παράταση με ημερομηνία 15 Ιουλίου 1998. Στις 27 Ιουλίου 1998, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διαβίβασε τη γνώμη του, την οποία σας διαβίβασα στις 4 Αυγούστου με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1998, διαβιβάσατε τις παρατηρήσεις σας.
Στις 25 Φεβρουαρίου 1999, μου γράψατε μια πρόταση για μια φιλική λύση του προβλήματος. Διαβίβασα την πρότασή σας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 3 Μαρτίου 1999, με αίτημα υποβολής παρατηρήσεων μέχρι τα τέλη Απριλίου 1999. Η προθεσμία αυτή παρατάθηκε αργότερα μέχρι τις 31 Μαΐου 1999 κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Στις 15 Ιουνίου 1999, έλαβα την απάντηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για το αποτέλεσμα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Το 1997, ο καταγγέλλων συμμετείχε στον γενικό διαγωνισμό A 1/97 (Ισπανοί διοικητικοί υπάλληλοι) που διοργάνωσε η Σοσιαλιστική Ομάδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Μολονότι είχε κληθεί σε συνέντευξη από την εξεταστική επιτροπή, το όνομά της δεν περιλαμβανόταν στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων του διαγωνισμού.
Η καταγγέλλουσα απέστειλε επιστολή στη γραμματεία της εξεταστικής επιτροπής ζητώντας να έχει πρόσβαση στις γραπτές δοκιμασίες της. Η εξεταστική επιτροπή την ενημέρωσε ότι, δεδομένου ότι οι εργασίες της ήταν εμπιστευτικές, όπως ορίζεται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και αναγνωρίζεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν μπορούσε να παράσχει πρόσβαση στη γραπτή δοκιμασία της. Η επιστολή προσέθετε ότι, μολονότι είχε λάβει υψηλή βαθμολογία στις γραπτές δοκιμασίες (83 μονάδες άνω των 100), λαμβανομένων υπόψη των συνεντεύξεων που πραγματοποιήθηκαν από την εξεταστική επιτροπή, το όνομά της δεν μπορούσε να περιληφθεί στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων.
Κατόπιν άλλου αιτήματος της καταγγέλλουσας, η εξεταστική επιτροπή την πληροφόρησε στις 26 Νοεμβρίου 1997 ότι τρεις υποψήφιοι είχαν περιληφθεί στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων για τον παρόντα διαγωνισμό, δύο εκ των οποίων είχαν επιλεγεί για την πλήρωση των διαθέσιμων θέσεων. Η επιστολή αναφερόταν μόνο στα ονόματα αυτών των υποψηφίων. Η απάντηση δεν ανέφερε τα αποτελέσματα των υποψηφίων, λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα των διαβουλεύσεων της εξεταστικής επιτροπής. Η απόφαση αυτή επιβεβαιώθηκε από τον πρόεδρο της πολιτικής ομάδας που είναι αρμόδια για τη διοργάνωση του διαγωνισμού.
Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, προβάλλοντας τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
1. Παραβίαση εσωτερικών διαδικασιών: η καταγγελία ανέφερε ότι δεν τηρήθηκαν ορισμένοι κανόνες από τους κανονισμούς της Σοσιαλιστικής Ομάδας:
- Άρθρο 8.1.5: κανένας εκπρόσωπος της επιτροπής προσωπικού δεν ήταν παρών κατά τις προφορικές δοκιμασίες· επιπλέον, η εξεταστική επιτροπή περιλάμβανε περισσότερα από δύο μέλη της ίδιας ιθαγένειας/γλώσσας της δοκιμασίας (ισπανικά).
- Άρθρο 8.1.6: ο αριθμός των υποψηφίων που περιλαμβάνονταν στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων ήταν μικρότερος από το τριπλάσιο του αριθμού των κενών θέσεων.
- Άρθρα 8.1.5-8.2: η απόφαση που έλαβε η εξεταστική επιτροπή είχε υπογραφεί από ένα από τα μέλη της χωρίς δικαίωμα ψήφου.
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι το γεγονός ότι ορισμένοι υποψήφιοι που περιλαμβάνονταν στον εφεδρικό πίνακα είχαν εργασιακές σχέσεις με ορισμένα μέλη της εξεταστικής επιτροπής, δημιουργούσε αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία της απόφασής της.
2. Μη παροχή πληροφοριών: σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, δεν έλαβε κατάλληλες εξηγήσεις όσον αφορά τα κριτήρια αξιολόγησης που ακολούθησε η εξεταστική επιτροπή για την αξιολόγηση των δοκιμασιών. Όσον αφορά την πτυχή αυτή, η καταγγέλλουσα ανέφερε ότι χρειάστηκε πολύς χρόνος (2 μήνες) για να απαντήσει ο πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Ομάδας στα αιτήματά της και, επιπλέον, ότι η επιστολή της προς το μέλος της εξεταστικής επιτροπής που εκπροσωπεί την επιτροπή προσωπικού παρέμεινε αναπάντητη.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη του Κοινοβουλίου
Στη γνώμη του, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παρέπεμψε στις παρατηρήσεις που είχε διατυπώσει η Σοσιαλιστική Ομάδα. Συνοπτικά, οι παρατηρήσεις αυτές έχουν ως εξής:
- Όσον αφορά την απουσία εκπροσώπου της επιτροπής προσωπικού στην εξεταστική επιτροπή, στη γνώμη επισημαίνεται ότι, για τη σύσταση της εξεταστικής επιτροπής, ο πρόεδρός της έπρεπε απλώς να εξακριβώσει αν ο ελάχιστος αριθμός μελών ήταν παρών ώστε να υπάρχει απαρτία. Επιπλέον, κανένας υποψήφιος δεν είχε προβάλει αντιρρήσεις σχετικά με το θέμα αυτό πριν από την έναρξη των δοκιμασιών.
Η Σοσιαλιστική Ομάδα εξήγησε ότι, αν και δύο μέλη της εξεταστικής επιτροπής είχαν την ίδια ιθαγένεια, το ένα από αυτά ήταν απλώς παρατηρητής, χωρίς δικαίωμα ψήφου. Ως εκ τούτου, υπήρξε μόνο μία ψήφος από τον εκπρόσωπο της ισπανικής αντιπροσωπείας. Η Σοσιαλιστική Ομάδα αναγνώρισε ότι ο παρατηρητής αυτός υπέγραψε επίσης την τελική απόφαση της εξεταστικής επιτροπής. Ωστόσο, ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου, ακόμη και αν είχε απλώς συμβουλευτικό ρόλο, δεν του απαγορεύθηκε να υπογράψει το τελικό έγγραφο.
- Όσον αφορά τον αριθμό των υποψηφίων που περιλαμβάνονται στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων, στη γνώμη επισημαίνεται ότι περιλαμβάνονται μόνο οι υποψήφιοι οι οποίοι, κατά τη γνώμη της εξεταστικής επιτροπής, πληρούν τα κριτήρια επιλογής.
- Η γνώμη αμφισβήτησε τον ισχυρισμό περί μεροληψίας της εξεταστικής επιτροπής λόγω της ύπαρξης εργασιακών σχέσεων μεταξύ ορισμένων μελών της και ορισμένων υποψηφίων που περιλαμβάνονταν στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων. Η Σοσιαλιστική Ομάδα εξηγεί ότι παρόμοιες σχέσεις υπάρχουν και σε σχέση με άλλους υποψηφίους που δεν έχουν επιλεγεί. Επιπλέον, δεδομένου ότι ο διαγωνισμός είχε διοργανωθεί από την πολιτική ομάδα, κρίσιμη θα ήταν μόνον προηγούμενη σχέση εργασίας με την ομάδα αυτή.
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς περί έλλειψης πληροφόρησης και διαφάνειας, η γνώμη ανέφερε ότι, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για εμπιστευτικότητα στις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής, ο καταγγέλλων είχε λάβει επαρκείς πληροφορίες. Ως εκ τούτου, η εξεταστική επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες στον καταγγέλλοντα.
Η Σοσιαλιστική Ομάδα εξηγεί ότι η καθυστέρηση στην απάντηση της Προέδρου της Ομάδας της οφείλεται στα συχνά ταξίδια της. Όσον αφορά την έλλειψη απάντησης από τον εκπρόσωπο της επιτροπής προσωπικού, σημειώθηκε ότι, υπό την ιδιότητά του ως μέλους της εξεταστικής επιτροπής, δεν μπορούσε να προβεί σε δηλώσεις εξ ονόματος της επιτροπής σε απάντηση στον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.
Παρατηρήσεις της καταγγέλλουσας Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα τόνισε τους ισχυρισμούς που είχε ήδη διατυπώσει στην καταγγελία της.
Η καταγγέλλουσα αναφέρθηκε σε καθεμία από τις πτυχές που αφορούν την παραβίαση των εσωτερικών κανόνων της Σοσιαλιστικής Ομάδας, τις οποίες θεώρησε ως βάση για τον ισχυρισμό της:
Πρώτον, όσον αφορά την απουσία εκπροσώπου της επιτροπής προσωπικού, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η ανάγκη επίτευξης απαρτίας αποτελεί ποιοτική και όχι ποσοτική υποχρέωση. Κατά την άποψή της, η παρουσία εκπροσώπου της επιτροπής προσωπικού αποτελεί εγγύηση. Ως εκ τούτου, η απουσία του συνιστά παραβίαση της διαδικασίας που προβλέπεται τόσο στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης όσο και στους εσωτερικούς κανόνες της Σοσιαλιστικής Ομάδας. Επισημαίνει επίσης ότι δεν αμφισβήτησε τη σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής πριν από την έναρξη της δοκιμασίας, διότι τεκμαίρεται ότι τα μέλη της ενήργησαν καλή τη πίστει.
- Ο καταγγέλλων απέρριψε επίσης την εξήγηση του Κοινοβουλίου για την παρουσία ενός τρίτου ισπανού υπηκόου στην εξεταστική επιτροπή. Μολονότι το Κοινοβούλιο είχε επισημάνει ότι το εν λόγω πρόσωπο ενήργησε μόνο με συμβουλευτικό ρόλο, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι ο ρόλος αυτός θα έπρεπε να τον είχε εμποδίσει να υπογράψει την τελική απόφαση της εξεταστικής επιτροπής.
- Η καταγγέλλουσα επανέλαβε τους ισχυρισμούς της όσον αφορά τον υποτιθέμενο χαμηλό αριθμό υποψηφίων που περιλαμβάνονται στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων.
Όσον αφορά την έλλειψη διαφάνειας, τονίζει ότι η ευρεία ερμηνεία που δόθηκε στη γνώμη του Κοινοβουλίου σχετικά με την αρχή της εμπιστευτικότητας των διαβουλεύσεων της εξεταστικής επιτροπής οδήγησε σε έλλειψη διαφάνειας και ενημέρωσης. Κατά την άποψή της, ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των διασκέψεων της επιτροπής δεν θα επηρεαζόταν από τη δημοσίευση των κριτηρίων επιλογής που χρησιμοποιήθηκαν για την τελική βαθμολογία της, όπως είχε ζητήσει. Η καταγγέλλουσα υποστήριξε την άποψή της με αποσπάσματα πρόσφατης απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση 254/95 (Innamorati κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου)(1).
Η καταγγέλλουσα απέρριψε την εξήγηση της Σοσιαλιστικής Ομάδας σχετικά με την καθυστέρηση απάντησης στα αιτήματά της λόγω της μετακίνησης του Προέδρου της. Αναφέρεται στους κανόνες που εφαρμόζουν οι υπηρεσίες του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, οι οποίοι ορίζουν ότι ο καταγγέλλων θα πρέπει να λάβει απάντηση εντός εύλογης προθεσμίας.
ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΡΕΥΝΕΣ
Στις 25 Φεβρουαρίου 1999, ο καταγγέλλων απέστειλε εκ νέου επιστολή στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Μετά από συζήτηση με τον πρόεδρο της ισπανικής σοσιαλιστικής αντιπροσωπείας, πιστεύει ότι είναι δυνατή μια φιλική λύση, σύμφωνα με την οποία το όνομά της θα προστεθεί στον εφεδρικό πίνακα επιτυχόντων του διαγωνισμού. Στις 8 Μαρτίου 1999, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την πρόταση του καταγγέλλοντος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Μετά από αρκετές αιτήσεις για παράταση της προθεσμίας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε τις παρατηρήσεις της Σοσιαλιστικής Ομάδας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 15 Ιουνίου 1999. Στην επιστολή αυτή, η ομάδα ανέφερε ότι δεν μπορούσε να αποδεχθεί την πρόταση του καταγγέλλοντος. Επισήμανε ότι ο εφεδρικός πίνακας προσλήψεων είχε ήδη καταρτιστεί με βάση τους υποψηφίους που κρίθηκαν κατάλληλοι για τη θέση και ότι, την εποχή εκείνη, ο καταγγέλλων δεν συγκαταλεγόταν μεταξύ των επιλεγέντων ονομάτων. Προσέθεσε ότι οποιαδήποτε τροποποίηση του εφεδρικού πίνακα προσλήψεων θα συνεπαγόταν διακρίσεις έναντι των άλλων μη επιλεγέντων υποψηφίων.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
Βάσει των πληροφοριών που παρασχέθηκαν από τον καταγγέλλοντα και των παρατηρήσεων που υπέβαλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα:
1 Πεδίο αρμοδιοτήτων του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή 1.1.
Δεδομένου ότι η υπόθεση στρέφεται κυρίως κατά πολιτικής ομάδας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο Διαμεσολαβητής κρίνει αναγκαίο, πριν εξετάσει την ουσία της υπόθεσης, να προβεί σε ορισμένες εκτιμήσεις σχετικά με την έκταση των εξουσιών του.
1.2. Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως αφορούν τις αποφάσεις που έλαβε εξεταστική επιτροπή διαγωνισμού διοργανωθέντος από πολιτική ομάδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την επιλογή πλειόνων εκτάκτων υπαλλήλων που θα προσληφθούν από την εν λόγω ομάδα.
1.3. Όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του καταστατικού του, «ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής συμβάλλει στην αποκάλυψη περιπτώσεων κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Κοινότητας». Κακοδιοίκηση υφίσταται όταν ένας δημόσιος φορέας παραλείπει να ενεργήσει σύμφωνα με κανόνα ή αρχή που τον δεσμεύει (2). Υπάρχουν όρια σε αυτό που μπορεί να θεωρηθεί κακοδιοίκηση. Επομένως, οι προσφυγές κατά αποφάσεων πολιτικού και όχι διοικητικού χαρακτήρα πρέπει να θεωρούνται απαράδεκτες. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση καταγγελιών κατά του πολιτικού έργου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή των οργάνων του (3), ιδίως των δραστηριοτήτων των πολιτικών του ομάδων.
1.4 Ωστόσο, η οργάνωση από τις πολιτικές ομάδες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μιας διαδικασίας πρόσληψης για την επιλογή έκτακτων υπαλλήλων δεν μπορεί να θεωρηθεί εξ ολοκλήρου πολιτική δραστηριότητα. Σύμφωνα με το άρθρο 14 της απόφασης του Προεδρείου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Ιουνίου 1997 (4), οι πολιτικές ομάδες έχουν την εξουσία να επιλέγουν τους δικούς τους έκτακτους υπαλλήλους και, στο πλαίσιο αυτό, ασκούν κατ' εξουσιοδότηση τις εξουσίες της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής του θεσμικού οργάνου σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.
Υπό το πρίσμα αυτό, η διοργάνωση διαγωνισμών για την επιλογή εκτάκτων υπαλλήλων από τις πολιτικές ομάδες του Κοινοβουλίου συνιστά διοικητική δραστηριότητα υποκείμενη σε ορισμένους κοινοτικούς κανόνες. Στο μέτρο αυτό, αυτού του είδους οι καταστάσεις εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κοινοτικών δικαστηρίων και, ως εκ τούτου, τόσο το Πρωτοδικείο όσο και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχουν την εξουσία να ελέγχουν τη συμβατότητα των εν λόγω διαγωνισμών με το κοινοτικό δίκαιο.
1.5 Ως εκ τούτου, η έρευνα του Διαμεσολαβητή περιορίστηκε στην αξιολόγηση του κατά πόσον, στην προκειμένη περίπτωση, τηρήθηκαν δεόντως οι κοινοτικοί κανόνες και αρχές.
2 Εικαζόμενες παρατυπίες βάσει των εσωτερικών κανόνων της πολιτικής ομάδας
2.1. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια του διαγωνισμού σημειώθηκαν ορισμένες παρατυπίες. Οι παρατυπίες αυτές αφορούσαν:
α. Η σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής: απουσία εκπροσώπου της επιτροπής προσωπικού κατά τις προφορικές δοκιμασίες· παρουσία περισσότερων από δύο μελών της ίδιας ιθαγένειας/γλώσσας στην εξεταστική επιτροπή· την υπογραφή της τελικής πράξης της εξεταστικής επιτροπής από ένα από τα μέλη της χωρίς δικαίωμα ψήφου· και σχέσεις εργασίας μεταξύ ορισμένων μελών της εξεταστικής επιτροπής και διαφόρων υποψηφίων.
β. Ο περιορισμένος αριθμός υποψηφίων που περιλαμβάνονται στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων.
Ο καταγγέλλων είχε τονίσει ότι όλες αυτές οι παρατυπίες παραβίαζαν τους εσωτερικούς κανονισμούς της Σοσιαλιστικής Ομάδας.
2.2. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι φερόμενοι ως μη σεβαστοί κανονισμοί απευθύνονται στα μέλη μιας πολιτικής ομάδας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Λαμβανομένου υπόψη του πολιτικού χαρακτήρα των εργασιών αυτών, η εποπτεία της εφαρμογής των εν λόγω κανόνων δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Διαμεσολαβητή.
2.3. Ωστόσο, οι προβαλλόμενες παρατυπίες έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια διαδικασίας πρόσληψης στο πλαίσιο της οποίας η πολιτική ομάδα ενεργούσε από κοινού με την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και εξ ονόματος της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Υπό το πρίσμα αυτό, η διοργάνωση του διαγωνισμού συνιστά διοικητική δραστηριότητα κατά το κοινοτικό δίκαιο, υποκείμενη στον έλεγχο του κοινοτικού δικαστή. Ως εκ τούτου, προκειμένου να αξιολογήσει τις εικαζόμενες παρατυπίες, ο Διαμεσολαβητής επεδίωξε να διευκρινίσει κατά πόσον η εξεταστική επιτροπή παρέλειψε να ενεργήσει σύμφωνα με κοινοτικό κανόνα ή αρχή που την δεσμεύει.
2.4. Ορισμένοι από τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος αναφέρονταν στην εσφαλμένη σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής.
Όπως έχει διαπιστωθεί από τα κοινοτικά δικαστήρια, η σύνθεση μιας εξεταστικής επιτροπής θεωρείται ακατάλληλη εάν δεν μπορεί να εγγυηθεί την αντικειμενική αξιολόγηση των προσόντων των υποψηφίων (5). Από τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να συμπεράνει ότι κατά την αξιολόγηση των προσόντων των υποψηφίων η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού δεν ήταν αντικειμενική. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι δεν υπάρχουν στοιχεία κακοδιοίκησης σε σχέση με αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
2.5. Όσον αφορά τους υποψηφίους που θα συμπεριληφθούν στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων του διαγωνισμού, ο καταγγέλλων πιστεύει ότι ο αριθμός των επιλεγέντων υποψηφίων θα πρέπει να περιλαμβάνει το τριπλάσιο του αριθμού των προς πλήρωση θέσεων. Κατά τη γνώμη του Κοινοβουλίου, η Σοσιαλιστική Ομάδα είχε επισημάνει ότι η εξεταστική επιτροπή συμπεριέλαβε στον εφεδρικό πίνακα μόνο τους υποψηφίους που κρίθηκαν κατάλληλοι βάσει του διαγωνισμού.
2.6. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το άρθρο 5 παράγραφος 5 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ορίζει ότι «η εξεταστική επιτροπή καταρτίζει τον πίνακα επιτυχόντων [ ]· ο κατάλογος περιέχει, στο μέτρο του δυνατού, τουλάχιστον διπλάσιο αριθμό ονομάτων από τον αριθμό των προς πλήρωση θέσεων».
Λαμβανομένων υπόψη των προηγούμενων διατάξεων, η εξεταστική επιτροπή διαθέτει ορισμένη διακριτική ευχέρεια ως προς τον αριθμό των κατάλληλων υποψηφίων που πρέπει να περιληφθούν στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπάρχουν στοιχεία κακοδιοίκησης σε σχέση με αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
3 Πληροφορίες σχετικά με τα κριτήρια για την αξιολόγηση των δοκιμών
3.1. Η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι, παρά τα πολυάριθμα αιτήματά της προς τον γραμματέα της εξεταστικής επιτροπής, το μέλος της που εκπροσωπεί την επιτροπή προσωπικού και τον πρόεδρο της ομάδας, δεν της δόθηκε καμία εξήγηση όσον αφορά τα κριτήρια για την αξιολόγηση των δοκιμασιών. Στη γνώμη του, το Κοινοβούλιο ανέφερε ότι η καταγγέλλουσα είχε ενημερωθεί για τη βαθμολογία της στις γραπτές και προφορικές δοκιμασίες. Δεν ήταν δυνατόν να της δοθούν περαιτέρω πληροφορίες για λόγους εμπιστευτικότητας των συζητήσεων της εξεταστικής επιτροπής.
Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου δεν υπάρχει νομική βάση για να θεωρηθεί ότι το Κοινοβούλιο υποχρεούται να γνωστοποιεί λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα κριτήρια που ακολουθεί η εξεταστική επιτροπή για την αξιολόγηση των δοκιμασιών. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι δεν υπάρχουν στοιχεία κακοδιοίκησης σε σχέση με αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
3.2. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να επιστήσει την προσοχή του Κοινοβουλίου στο γεγονός ότι, με την κοινοποίηση λεπτομερέστερων πληροφοριών σχετικά με τα κριτήρια αξιολόγησης στους υποψηφίους, το Κοινοβούλιο θα αυξήσει σημαντικά τη διαφάνεια στις προσλήψεις και θα μπορούσε επίσης να μετριάσει το έργο των εξεταστικών επιτροπών όσον αφορά την εξέταση αιτήσεων και καταγγελιών από αιτούντες.
Συμπέρασμα
Βάσει των ερευνών του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Όλοι οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος αφορούσαν ισχυρισμούς για πιθανές παραβιάσεις των εσωτερικών κανονισμών πολιτικής ομάδας. Όπως δήλωσε προηγουμένως ο Διαμεσολαβητής, η διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των κανόνων αυτών δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά του.
Ωστόσο, κατά τη διεξαγωγή διαδικασίας πρόσληψης έκτακτων υπαλλήλων, μια πολιτική ομάδα ενεργεί εξ ονόματος του Κοινοβουλίου ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του θεσμικού οργάνου και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να τηρεί τους σχετικούς κοινοτικούς κανόνες και αρχές χρηστής διοίκησης. Επιπλέον, δεδομένου ότι αυτοί οι τύποι διαδικασιών συχνά εκλαμβάνονται από τους πολίτες ως επίσημοι κοινοτικοί διαγωνισμοί, το ίδιο το θεσμικό όργανο θα πρέπει επίσης να διαδραματίζει εποπτικό ρόλο προκειμένου να διασφαλίζει την ορθή διεξαγωγή των εν λόγω διαδικασιών πρόσληψης, με τον δέοντα σεβασμό των εφαρμοστέων νομικών κανόνων και αρχών. Με τον τρόπο αυτό, το Κοινοβούλιο θα συμβάλει στην ενίσχυση των σχέσεων της Ένωσης με τους πολίτες της.
Με εκτίμηση,
Jacob SÖDERMAN
(1) Υπόθεση C-254/95, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά Angelo Innamorati, Συλλογή [1996] I-3423
(2) Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής, Ετήσια έκθεση 1997, σ. 23.
(3) Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής, Ετήσια έκθεση 1995, σ. 17-18.
(4) PE 259.383/ΠΡΟΕΔΡ.
(5) Βλ. συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-32/89 και T-39/89, Γεώργιος Μαρκόπουλος κατά ΔΕΚ, Συλλογή 1990, σ. II-0281, σκέψεις 37-41.