FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 895/97/JMA κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 13 Οκτωβρίου 1999

Αξιότιμε κ. M.,
Στις 3 και 15 Οκτωβρίου 1997, αποστείλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή εξ ονόματος της ιταλικής ένωσης καταναλωτών "Movimento Consumatori". Ο καταγγέλλων αφορούσε τόσο την εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να εξετάσει δεόντως τα προβλήματα που καταγγέλλονται στις καταγγελίες σας προς το θεσμικό όργανο, όσο και την απάντηση σε μία από τις επιστολές της 14ης Ιουνίου 1996 σχετικά με το θέμα αυτό.
Την 1η Δεκεμβρίου 1997, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της στις 9 Μαρτίου 1998, την οποία σας διαβίβασα με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις. Στις 28 Μαΐου 1998, έλαβα τις παρατηρήσεις σας.
Στις 3 Αυγούστου 1998 και στις 26 Νοεμβρίου 1998 μου διαβιβάσατε συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με την υπόθεσή σας. Προκειμένου να διευκρινίσω ορισμένα από τα σημεία που έθεσε το θεσμικό όργανο κατά τη διάρκεια της έρευνας, ζήτησα από την Επιτροπή, στις 17 Μαρτίου 1999, συμπληρωματικές πληροφορίες. Στις 6 Μαΐου 1999, η Επιτροπή με πληροφόρησε ότι οι υπηρεσίες της επρόκειτο να συγκεντρώσουν τις ζητούμενες πληροφορίες και ζήτησε παράταση της προθεσμίας απάντησης.
Το θεσμικό όργανο διαβίβασε τις συμπληρωματικές αυτές πληροφορίες στις 18 Μαΐου 1999. Έλαβα τη νέα απάντηση της Επιτροπής στις 27 Μαΐου 1999 και τις παρατηρήσεις σας την 1η Ιουλίου 1999.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για το αποτέλεσμα των ερευνών που έχουν γίνει.

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ


Η καταγγελία αφορά τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή αντιμετώπισε ένα πρόβλημα που θέτει στους καταναλωτές ένα φερόμενο ως μη ασφαλές προϊόν. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ένας συγκεκριμένος τύπος κηροπήγιου που πωλούνταν στην Ιταλία ήταν η αιτία πολλών πυρκαγιών. Στις 14 Ιουνίου 1996, ο M., εξ ονόματος μιας ιταλικής ένωσης καταναλωτών, υπέβαλε επίσημη καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καταγγέλλοντας ότι σοβαρές ζημίες στους καταναλωτές προκλήθηκαν από ατυχήματα που προκλήθηκαν από αυτό το κηροπήγιο. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι ιταλικές αρχές δεν τηρούσαν τις διατάξεις των άρθρων 6 και 8 της οδηγίας 92/59/ΕΟΚ για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων (1) (εφεξής «η οδηγία»), μη λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα για τον έλεγχο της χρήσης του εν λόγω αγαθού. Αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι οι εν λόγω αρχές δεν είχαν προβεί σε καμία ενέργεια σχετικά με προηγούμενη κοινοποίηση που διαβιβάστηκε σε όλα τα κράτη μέλη από τις ισπανικές αρχές όσον αφορά τους κινδύνους παρόμοιου τύπου προϊόντος.
Ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να κινήσει έρευνα για το θέμα αυτό, δεδομένου ότι, παρά τον κίνδυνο του προϊόντος, οι ιταλικές αρχές δεν είχαν κινήσει διαδικασία επείγοντος, όπως ορίζεται στο άρθρο 8 της οδηγίας. Ζήτησε από την Επιτροπή να αναλάβει διάφορες πρωτοβουλίες για τον έλεγχο των κινδύνων που ενέχουν για τους καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένης της σύστασης επείγουσας επιτροπής για την επανεξέταση της κατάστασης, να ζητήσει περαιτέρω δράση από τις ιταλικές αρχές και να απαγορεύσει άμεσα τον τύπο του κηροπήγιου από την αγορά.
Ο καταγγέλλων έλαβε βεβαίωση παραλαβής από την Επιτροπή στις 10 Οκτωβρίου 1996, στην οποία αναφερόταν ότι η καταγγελία θα διαβιβαζόταν στις ιταλικές αρχές που είναι αρμόδιες για την ασφάλεια των καταναλωτών.
Ο καταγγέλλων απέστειλε εκ νέου επιστολή στην Επιτροπή στις 29 Μαΐου 1997, αλλά δεν έλαβε περαιτέρω απάντηση στην επιστολή του.
Λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στο Διαμεσολαβητή στις 3 Οκτωβρίου 1997, ισχυριζόμενος ότι η Επιτροπή (1) δεν
απάντησε στη δεύτερη επιστολή του της 29ης Μαΐου 1997 και
(2) δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσει ότι το προϊόν που αναφέρεται στην καταγγελία του δεν ενείχε κινδύνους για τους καταναλωτές.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ


Η γνώμη της Επιτροπής
Οι παρατηρήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία είναι συνοπτικά οι ακόλουθες:
Οι υπηρεσίες της Επιτροπής έλαβαν μια πρώτη επιστολή καταγγελίας από τον κ. M. τον Ιούνιο του 1996. Η καταγγελία αφορούσε εικαζόμενη παράλειψη των ιταλικών αρχών να λάβουν τα κατάλληλα έκτακτα μέτρα για τον έλεγχο των κινδύνων που ενέχει ένας συγκεκριμένος τύπος κηροπήγιου, όπως απαιτείται από τις διατάξεις του άρθρου 8 της οδηγίας 92/59/ΕΟΚ (2).
Το θεσμικό όργανο τόνισε ότι στόχος του άρθρου 8 είναι να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική και ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης που προκαλούνται από επικίνδυνα προϊόντα. Κατά την άποψη της Επιτροπής, βάσει της οδηγίας, μόνο τα κράτη μέλη μπορούν να ενεργοποιήσουν την εφαρμογή του άρθρου 8 της οδηγίας.
Στις περιπτώσεις αυτές, η Επιτροπή θα πρέπει να ενημερώνεται για τα μέτρα που λαμβάνονται και, στη συνέχεια, να ενημερώνει τα άλλα κράτη μέλη σχετικά με τα μέτρα αυτά.
Βάσει αυτών των νομικών διατάξεων, η Επιτροπή εξήγησε ότι ο ρόλος της σε αυτού του είδους τις υποθέσεις καταναλωτών είναι πολύ περιορισμένος. Μπορεί μόνο να επαληθεύσει τη συμμόρφωση των πληροφοριών που λαμβάνει με τις διατάξεις της οδηγίας και, στη συνέχεια, να τις διαβιβάσει στα άλλα κράτη μέλη. Το θεσμικό όργανο μπορεί να προβεί σε δική του έρευνα μόνον εάν το προϊόν ενέχει σοβαρό και άμεσο κίνδυνο και εάν τα εθνικά μέτρα δεν είναι επαρκή. Η Επιτροπή έκρινε ότι, δεδομένων αυτών των νομικών περιορισμών, δεν μπορούσε να προβεί σε καμία από τις ενέργειες που ζήτησε ο καταγγέλλων.
Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι είχε διαβιβάσει την καταγγελία στις ιταλικές αρχές, δεδομένου ότι ήταν υπεύθυνες για την παρακολούθηση της ασφάλειας των προϊόντων και μπορούσαν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα. Η Επιτροπή είχε επίσης ζητήσει να τηρείται ενήμερη για το αποτέλεσμα της έρευνας. Στην επιστολή τους προς τις ιταλικές αρχές, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ανέφεραν το γεγονός ότι το 1994 οι ισπανικές αρχές είχαν ενημερώσει τα άλλα κράτη μέλη για τους πιθανούς κινδύνους που εγκυμονεί ένας παρόμοιος τύπος κηροπήγιου, όπως απαιτείται από το άρθρο 7 της οδηγίας. Στην υπόθεση εκείνη, η Επιτροπή επισήμανε ότι οι ιταλικές αρχές δεν την ενημέρωσαν για τα μέτρα που έλαβαν.
Οι ιταλικές αρχές απάντησαν στις 9 Σεπτεμβρίου 1996 στο έγγραφο της Επιτροπής του Ιουνίου 1996 και ανέφεραν ότι δεν θεωρούσαν αναγκαίο να λάβουν κανένα μέτρο σχετικά με το εν λόγω προϊόν, δεδομένου ότι δεν φαινόταν να είναι επικίνδυνο για τους καταναλωτές. Η απόφαση αυτή έλαβε υπόψη το γεγονός ότι μια δικαστική διαδικασία που αφορούσε τη χρήση του προϊόντος ενώπιον των ειρηνοδικών της C. είχε αποσυρθεί και από τους δύο διαδίκους.
Με βάση την απάντηση αυτή, η Επιτροπή θεώρησε ότι ο ισχυρισμός αφορούσε απλώς μια μεμονωμένη περίπτωση, η οποία δεν επηρέασε, αλλά περιορισμένο αριθμό προϊόντων.
Η Επιτροπή διαβίβασε τις πληροφορίες αυτές στον καταγγέλλοντα στις 10 Οκτωβρίου 1996. Στην επιστολή, εξήγησε ότι, λόγω των περιορισμών που επιβάλλονται στο θεσμικό όργανο από τους υφιστάμενους νομικούς κανόνες, δηλαδή την οδηγία 92/59/ΕΟΚ, δεν μπορούσε να αναλάβει καμία πρωτοβουλία.
Στη γνώμη της, η Επιτροπή παρέπεμψε επίσης στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 29ης Μαΐου 1997. Δικαιολόγησε την έλλειψη απαντήσεως στην αλληλογραφία αυτή, δεδομένου ότι επρόκειτο, κατά την άποψή της, για απλή επανάληψη των ίδιων επιχειρημάτων που προέβαλε ο καταγγέλλων με προηγούμενα έγγραφα.
Τέλος, η Επιτροπή κατέδειξε το ενδιαφέρον των υπηρεσιών της για την ορθή εφαρμογή της οδηγίας στην Ιταλία από το γεγονός ότι η τότε αρμόδια Επίτροπος, κα Bonino, είχε απευθύνει επιστολή στις ιταλικές αρχές στις 13 Μαΐου 1997 για να εκφράσει την ανησυχία της για τον τρόπο μεταφοράς της οδηγίας 92/59/ΕΟΚ στην Ιταλία.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος
Ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε τη γνώμη της Επιτροπής στους καταγγέλλοντες καλώντας τους να διατυπώσουν παρατηρήσεις.
Στην επιστολή του της 20ής Μαΐου 1998, ο καταγγέλλων επέμεινε στα επιχειρήματα που είχε ήδη εκθέσει στην καταγγελία του. Ο κ. M. απαντά, ωστόσο, σε ορισμένες παρατηρήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή στη γνωμοδότησή της. Ο καταγγέλλων υπογράμμισε ότι στόχος της καταγγελίας του δεν ήταν να ζητήσει από την Επιτροπή να στηρίξει τις ενέργειες της ένωσής του ή να αναλάβει άμεση δράση σε σχέση με το εικαζόμενο επικίνδυνο προϊόν. Στόχος του καταγγέλλοντος ήταν να διασφαλίσει ότι η Επιτροπή θα λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε οι ιταλικές αρχές να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στην οδηγία 92/59/ΕΟΚ.
Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, μετά την κοινοποίηση από τις ισπανικές αρχές το 1994 των κινδύνων που ενέχει ένα παρόμοιο προϊόν, σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας, οι ιταλικές αρχές ήταν υποχρεωμένες να ενημερώσουν την Επιτροπή για τα μέτρα που έλαβαν στο έδαφός τους ή για τον λόγο για τον οποίο δεν έλαβαν κανένα τέτοιο μέτρο.
Ο καταγγέλλων επεσήμανε το γεγονός ότι οι ιταλικές αρχές δεν είχαν απαντήσει στις εκθέσεις που συνέταξαν οι ισπανικές αρχές το 1994 και οι οποίες είχαν διανεμηθεί σε όλα τα κράτη μέλη. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν είχε λάβει μέτρα για να ζητήσει τις πληροφορίες αυτές από τις ιταλικές αρχές. Οι υπηρεσίες της είχαν ερευνήσει το θέμα δύο χρόνια μετά, και μόνο μετά την επιστολή του καταγγέλλοντος του Ιουνίου 1996.
Μολονότι η Επιτροπή είχε αναφέρει την επιστολή του επιτρόπου Bonino προς τις ιταλικές αρχές στις 13 Μαΐου 1997 ως παράδειγμα των προσπαθειών που κατέβαλαν οι υπηρεσίες της για να εξασφαλίσουν την ορθή εφαρμογή της οδηγίας στην Ιταλία, ο καταγγέλλων επισήμανε το γεγονός ότι η επιστολή αυτή δεν είχε καμία σχέση με τα ιδιαίτερα προβλήματα που αναφέρονταν στην καταγγελία του.

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΡΕΥΝΕΣ


Προκειμένου να αποσαφηνίσει ορισμένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε η Επιτροπή προς στήριξή της, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες από το θεσμικό όργανο με επιστολή της 17ης Μαρτίου 1999. Η Επιτροπή υπερασπίστηκε τη θέση της στην παρούσα υπόθεση με το σκεπτικό ότι οι διατάξεις της οδηγίας 92/59/ΕΟΚ απευθύνονταν σε μεγάλο βαθμό στα κράτη μέλη και, ως εκ τούτου, το θεσμικό όργανο δεν μπορούσε να αναλάβει καμία πρωτοβουλία. Στην επιστολή του προς την Επιτροπή, ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι η οδηγία, στην παράγραφο 8 του παραρτήματός της, φαίνεται να επιτρέπει στην Επιτροπή να ερευνά απευθείας τους κινδύνους ορισμένων καταναλωτικών αγαθών (3).
Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης, ο Διαμεσολαβητής ρώτησε την Επιτροπή αν είχε εξετάσει ή θα έπρεπε να εξετάσει το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσει τις εξουσίες της για να κινήσει αυτεπάγγελτη έρευνα.
Με το από 6 Μαΐου 1999 έγγραφό της, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι, βάσει της οδηγίας, διαθέτει ορισμένες εξουσίες πρωτοβουλίας, όπως η αυτεπάγγελτη διεξαγωγή έρευνας ή/και η σύγκληση της επιτροπής εκτάκτων αναγκών. Ωστόσο, πρόσθεσε ότι οι εξουσίες αυτές χορηγούνται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις που δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η άσκηση των εξουσιών αυτών μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον εάν και όταν ένα κράτος μέλος έχει προβεί σε προηγούμενη κοινοποίηση της ύπαρξης επικίνδυνου προϊόντος.
Δεν είχε γίνει καμία κοινοποίηση σχετικά με την κατάσταση που κατήγγειλε ο καταγγέλλων. Ακόμη και σε περίπτωση τέτοιας κοινοποιήσεως, προσθέτει η Επιτροπή, η δράση της εξαρτάται από την ανάγκη συλλογής συμπληρωματικών πληροφοριών και μόνον αφού εξακριβωθεί η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων. Αυτές οι εξαιρετικές περιστάσεις πρέπει να καθορίζονται με βάση τον επείγοντα χαρακτήρα και τη σημασία του κινδύνου που ενέχει ένα προϊόν, το μέγεθος της αγοράς του και το απρόβλεπτο των ατυχημάτων.
Το θεσμικό όργανο προέβη επίσης σε ορισμένες εκτιμήσεις σχετικά με το πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης. Επισήμανε ότι το προϊόν είχε προκαλέσει μόνο ένα ατύχημα μέχρι εκείνη τη στιγμή.
Η Διαμεσολαβήτρια διαβίβασε την εν λόγω συμπληρωματική γνώμη της Επιτροπής στον καταγγέλλοντα. Στην απάντησή του της 30ής Ιουνίου 1999, ο Μ. επισήμανε ότι η Επιτροπή είχε ήδη λάβει, στις 12 Ιουλίου 1994, κοινοποίηση των ισπανικών αρχών που αναφερόταν σε παρόμοιο τύπο προϊόντος. Κατά την άποψή του, η στάση της Επιτροπής να στηριχθεί κατά γράμμα στους όρους της οδηγίας κατέδειξε έλλειψη προθυμίας εκ μέρους του θεσμικού οργάνου για την προστασία των καταναλωτών.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ


Βάσει των πληροφοριών που παρασχέθηκαν από τον καταγγέλλοντα και των παρατηρήσεων που υπέβαλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα:
1 Απάντηση στις επιστολές του καταγγέλλοντος
1.1. Η καταγγελία απευθύνθηκε αρχικά στην Επιτροπή στις 14 Ιουνίου 1996. Η επιστολή προειδοποιούσε για τους κινδύνους που ενέχει ένας συγκεκριμένος τύπος κηροπήγιου που διατίθεται στην αγορά της Ιταλίας, καθώς και για την ανάγκη να αναλάβει η Επιτροπή περαιτέρω δράση προκειμένου να αποφευχθούν πιθανές ζημίες. Η Επιτροπή απάντησε στο αίτημα αυτό στις 10 Οκτωβρίου 1996.
Επειδή ο καταγγέλλων θεώρησε ότι το πρόβλημα δεν αντιμετωπίστηκε ικανοποιητικά από την Επιτροπή, απέστειλε συμπληρωματική επιστολή στο θεσμικό όργανο στις 29 Μαΐου 1997. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή ουδέποτε απάντησε στην επιστολή αυτή.
1.2. Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η δεύτερη επιστολή του καταγγέλλοντος έμεινε αναπάντητη. Ωστόσο, δικαιολόγησε τη μη απάντησή της με το σκεπτικό ότι η νέα αυτή αλληλογραφία αναφερόταν στους ίδιους ισχυρισμούς με την πρώτη, στην οποία είχε ήδη απαντήσει.
1.3. Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής δήλωσε ότι η Επιτροπή έχει καθήκον να απαντά δεόντως στα ερωτήματα των πολιτών. Ωστόσο, όπως επισήμανε η Επιτροπή, φαίνεται ότι οι ερωτήσεις του καταγγέλλοντος στη δεύτερη επιστολή του είχαν ήδη απαντηθεί. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν απαιτείται περαιτέρω παρατήρηση όσον αφορά την εν λόγω πτυχή της υπόθεσης.
2 Μέτρα που πρέπει να ληφθούν από την Επιτροπή σε περίπτωση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης
2.1. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η Επιτροπή δεν είχε αντιμετωπίσει σωστά το πρόβλημα που καταγγέλθηκε στις επιστολές του, δεδομένου ότι το θεσμικό όργανο δεν έλαβε τα μέτρα που του είχαν ζητηθεί. Προκειμένου να ελεγχθούν οι κίνδυνοι που εγκυμονεί για τους καταναλωτές ένα φερόμενο ως επικίνδυνο κηροπήγιο, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να αναλάβει ορισμένες πρωτοβουλίες, μεταξύ άλλων να συστήσει επείγουσα επιτροπή για την επανεξέταση της κατάστασης, να ζητήσει περαιτέρω δράση από τις ιταλικές αρχές και να απαγορεύσει άμεσα τον τύπο του κηροπήγιου από την αγορά.
2.2. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι, βάσει της εφαρμοστέας κοινοτικής νομοθεσίας, δηλαδή της οδηγίας 92/59/ΕΟΚ, δεν μπορεί να αναλάβει τέτοια δράση. Υπογράμμισε ότι μόνο οι ενδιαφερόμενες εθνικές αρχές μπορούν να προσδιορίσουν το μέγεθος των κινδύνων που ενέχει το προϊόν και να θεσπίσουν τα κατάλληλα μέτρα για τον έλεγχό του. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, η Επιτροπή μπορεί να επαληθεύει μόνο τις πληροφορίες που υποβάλλονται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές και να τις διαβιβάζει στα άλλα κράτη μέλη.
Προσέθεσε, εξάλλου, ότι, ακόμη και σε περίπτωση κοινοποιήσεως εκ μέρους κράτους μέλους, η παρέμβασή του είναι δυνατή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Οι κίνδυνοι αυτοί πρέπει να καθορίζονται με βάση τον επείγοντα χαρακτήρα και τη σημασία του κινδύνου που ενέχει ένα προϊόν, το μέγεθος της αγοράς του και το απρόβλεπτο των ατυχημάτων.
Δεδομένου ότι οι ιταλικές αρχές δεν προέβησαν σε καμία κοινοποίηση, η Επιτροπή θεώρησε ότι δεν ήταν αρμόδια να παρέμβει στο θέμα αυτό. Επιπλέον, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι κίνδυνοι που ενέχει το προϊόν δεν ήταν σημαντικοί και, ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχαν εξαιρετικές περιστάσεις στην περίπτωση αυτή.
2.3. Όπως ορίζεται στην οδηγία 92/59/ΕΟΚ, η Επιτροπή μπορεί να αναλάβει ορισμένες πρωτοβουλίες για τον έλεγχο των σοβαρών και άμεσων κινδύνων από τα προϊόντα για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών. Οι δράσεις αυτές περιλαμβάνουν:
α. Να κινήσει δική της έρευνα και/ή να συγκαλέσει την Επιτροπή Έκτακτης Ανάγκης (άρθρο 8· Παράρτημα, § 8), μετά την κοινοποίηση από κράτος μέλος της ύπαρξης σοβαρού και άμεσου κινδύνου·
β. Να εκδώσει απόφαση με την οποία να απαιτεί από τα κράτη μέλη να λάβουν προσωρινά μέτρα εάν, μετά από κοινοποίηση, το θεσμικό όργανο αντιληφθεί ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο είναι αντιφατικές ή ότι απαιτείται κοινοτική προσέγγιση (άρθρο 9). Και στις δύο περιπτώσεις, η οδηγία απαιτεί από τα κράτη μέλη να ενημερώνουν την Επιτροπή πριν από οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια.
2.4. Επομένως, πρέπει να εκτιμηθεί αν κοινοποιήθηκαν ή όχι τέτοιες πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους του εν λόγω προϊόντος. Όπως επισήμανε η ίδια η Επιτροπή στη γνώμη της, οι ισπανικές αρχές είχαν διαβιβάσει κοινοποίηση σε όλα τα κράτη μέλη και στην Επιτροπή στις 12 Ιουλίου 1994 σχετικά με παρόμοιο προϊόν. Ωστόσο, το θεσμικό όργανο τόνισε ότι, βάσει των άρθρων 8 και 9 της οδηγίας, δεν μπορούσε να αναλάβει δράση εάν δεν είχε διαβιβαστεί κοινοποίηση από τις ιταλικές αρχές σχετικά με το συγκεκριμένο επικίνδυνο προϊόν.
2.5. Από τότε που η Επιτροπή ερμήνευσε τις Τέχνες. 8 και 9 της οδηγίας, φαίνεται να είναι ακριβείς, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή ενήργησε εντός των ορίων της νομικής εξουσίας της στην παρούσα υπόθεση και, ως εκ τούτου, δεν διαπιστώθηκε περίπτωση κακοδιοίκησης.
2.6. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να επισημάνει ότι τα προβλήματα που δημιουργούν τα ελαττωματικά προϊόντα αποτελούν σημαντική πηγή ανησυχίας για όλους τους ευρωπαίους πολίτες. Προκειμένου να εξασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, όπως υπογραμμίζεται στη Συνθήκη του Άμστερνταμ (4), και να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, είναι επομένως σημαντικό τα εν λόγω θεσμικά όργανα να λάβουν όλα τα δυνατά μέτρα για τον έλεγχο των μη ασφαλών προϊόντων.
3 Ο ρόλος της Επιτροπής στην παρακολούθηση των μέτρων έκτακτης ανάγκης που λαμβάνουν τα κράτη μέλη
3.1. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή παρέλειψε επίσης να ελέγξει δεόντως την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στην περίπτωση που είχε καταγγείλει, δεδομένου ότι δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει ότι οι ιταλικές αρχές απάντησαν στην κοινοποίηση των ισπανικών αρχών της 12ης Ιουλίου 1994 . Η κοινοποίηση αυτή αναφερόταν στους κινδύνους που δημιουργεί παρόμοιος τύπος προϊόντος.
3.2. Όπως απαιτείται από το άρθρο 8 παράγραφοι 2 και 3 της οδηγίας:
«Μόλις λάβει τις πληροφορίες αυτές [κοινοποίηση από ένα κράτος μέλος], η Επιτροπή ελέγχει κατά πόσον είναι σύμφωνες με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και τις διαβιβάζει στα άλλα κράτη μέλη, τα οποία με τη σειρά τους ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή
για τα μέτρα που έλαβαν».

Το παράρτημα της οδηγίας στην παράγραφο 9 ορίζει τα εξής: «Τα άλλα κράτη μέλη [δηλαδή όχι εκείνο που προβαίνει στην κοινοποίηση] υποχρεούνται, όποτε είναι δυνατόν, να ενημερώνουν αμελλητί την Επιτροπή σχετικά με τα ακόλουθα:
α) εάν το προϊόν έχει διατεθεί στο εμπόριο στο έδαφός του·
β) συμπληρωματικές πληροφορίες που έχει λάβει σχετικά με τον ενεχόμενο κίνδυνο [ ]· και, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ενημερώνουν την Επιτροπή το συντομότερο δυνατόν σχετικά με τα ακόλουθα:
γ) τα μέτρα που ελήφθησαν ή αποφασίστηκαν [ ]·
δ) όταν το προϊόν που αναφέρεται στις πληροφορίες αυτές έχει βρεθεί στο έδαφός τους αλλά δεν έχουν ληφθεί ή αποφασιστεί μέτρα και τους λόγους για τους οποίους δεν πρέπει να ληφθούν μέτρα».
3.3. Η Επιτροπή ανέφερε ότι δεν έλαβε καμία απάντηση από τις ιταλικές αρχές στην ισπανική κοινοποίηση του Ιουλίου 1994 σχετικά με τους κινδύνους ενός παρόμοιου προϊόντος με εκείνο που κατήγγειλε ο καταγγέλλων. Παρά την έλλειψη απάντησης από τις ιταλικές αρχές, το θεσμικό όργανο δεν προέβη σε καμία ενέργεια.
3.4. Μολονότι η Επιτροπή θα μπορούσε να είχε ενεργήσει αποτελεσματικότερα όσον αφορά την παράλειψη των ιταλικών αρχών να αντιδράσουν στην κοινοποίηση των ισπανικών αρχών το 1994, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, ωστόσο, ότι το θεσμικό όργανο έλαβε μέτρα για να διασφαλίσει την ορθή εφαρμογή της οδηγίας στην Ιταλία. Η επιστολή που απέστειλε στις ιταλικές αρχές η κυρία Bonino, αρμόδια Επίτροπος εκείνη την εποχή, καταδεικνύει αυτή την προσπάθεια.
Ως εκ τούτου, υπό το πρίσμα των προηγούμενων εκτιμήσεων, δεν φαίνεται αναγκαίο να γίνουν περαιτέρω παρατηρήσεις από τον Διαμεσολαβητή. Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Συμπέρασμα
Βάσει των ερευνών του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την παρούσα καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να θέσει την υπόθεση στο αρχείο.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Jacob SÖDERMAN

(1) Οδηγία 92/59/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων, ΕΕ αριθ. L 228/25 της 11.8.92

(2) Άρθρο 8 παράγραφος 1 της οδηγίας 92/59/ΕΟΚ: «Όταν ένα κράτος μέλος θεσπίζει ή αποφασίζει να θεσπίσει μέτρα έκτακτης ανάγκης για την πρόληψη, τον περιορισμό ή την επιβολή ειδικών όρων στην πιθανή εμπορία ή χρήση, στο έδαφός του, ενός προϊόντος ή μιας παρτίδας προϊόντων λόγω σοβαρού και άμεσου κινδύνου [ ] για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών, ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή σχετικά [ ].

(3) Παράγραφος 8, παράρτημα της οδηγίας 92/59/ΕΟΚ: «[...] όταν [η Επιτροπή] το κρίνει αναγκαίο, και προκειμένου να συμπληρώσει τις ληφθείσες πληροφορίες, μπορεί, σε εξαιρετικές περιστάσεις, να κινήσει αυτεπάγγελτη έρευνα και/ή να συγκαλέσει την επιτροπή έκτακτης ανάγκης [...]».

(4) Τίτλος XIV άρθρο 153 ΕΚ

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!