FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Περιεχόμενα

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση στην υπόθεση 393/2015/MDC σχετικά με την άρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να χορηγήσει πλήρη πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα αξιολόγησης που αφορούν διαδικασία σύναψης δημόσιων συμβάσεων

Η καταγγελία, που υποβλήθηκε από τη ΜΚΟ Access Info Europe, αφορά την εικαζόμενη παράνομη άρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να χορηγήσει πλήρη πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα αξιολόγησης σχετικά με διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης για την «Αποκατάσταση και επέκταση της μονάδας επεξεργασίας λυμάτων της Subotica» (Σερβία). Η γνωστοποίηση των εγγράφων απορρίφθηκε βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) (προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα), του άρθρου 4 παράγραφος 2 (προστασία των εμπορικών συμφερόντων) και του άρθρου 4 παράγραφος 3 (προστασία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων) του κανονισμού 1049/2001. Ο καταγγέλλων έκρινε ότι θα πρέπει να του χορηγηθεί πλήρης πρόσβαση στα έγγραφα αξιολόγησης.

Η Διαμεσολαβήτρια διερεύνησε το θέμα και διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση στη συμπεριφορά της Επιτροπής.  Ωστόσο, προτείνει η Επιτροπή να λαμβάνει συστηματικά, πριν από τον διορισμό τους, τη συγκατάθεση των μελών της επιτροπής αξιολόγησης στις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων για τη δημοσιοποίηση των ονομάτων τους. Η δημοσιοποίηση των ονομάτων τους κατά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αξιολόγησης θα πρέπει να θεωρείται προϋπόθεση διορισμού σε μια τέτοια επιτροπή.

▪ Το ιστορικό της καταγγελίας

1. Ο καταγγέλλων, η ΜΚΟ Access Info Europe [1], επικοινώνησε με την αντιπροσωπεία της ΕΕ στη Σερβία («η αντιπροσωπεία») στις 16 Οκτωβρίου 2013 και ζήτησε, δυνάμει του κανονισμού 1049/2001 [2], πρόσβαση στα πλήρη τεύχη δημοπράτησης σχετικά με το έργο με τίτλο «Αποκατάσταση και επέκταση της μονάδας επεξεργασίας λυμάτων Subotica [στη Σερβία] - η γραμμή ιλύος». Η διαδικασία του διαγωνισμού ξεκίνησε το 2006. Η αντιπροσωπεία απάντησε ότι ο «φάκελος της πρόσκλησης υποβολής προσφορών»[3] είχε ήδη διαβιβαστεί στον καταγγέλλοντα. Ωστόσο, αρνήθηκε να επιτρέψει την πρόσβαση στα έγγραφα που συνδέονται με τη διαδικασία αξιολόγησης (την εναρκτήρια έκθεση, τις εκθέσεις αξιολόγησης και τη λεπτομερή αξιολόγηση των προσφορών που ελήφθησαν) με την αιτιολογία ότι η δημοσιοποίηση θα έθιγε την προστασία των εμπορικών συμφερόντων [4]. Σε προηγούμενη αλληλογραφία, η αντιπροσωπεία ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα τόσο για το όνομα του επιλεγέντος προσφέροντος όσο και για τη συνολική συμβατική αξία της σύμβασης.

2. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων ζήτησε επανεξέταση της μερικής άρνησης, μέσω «επιβεβαιωτικής αίτησης». Υποστήριξε ότι η αντιπροσωπεία δεν απέδειξε i) ότι υπήρχε ευλόγως προβλέψιμος κίνδυνος υπονόμευσης του προστατευόμενου συμφέροντος, ii) εξέτασε το ενδεχόμενο μερικής γνωστοποίησης και iii) διενήργησε έλεγχο δημόσιου συμφέροντος.

3. Η αντιπροσωπεία απάντησε δηλώνοντας ότι, δεδομένου ότι τα έγγραφα αξιολόγησης «περιέχουν τεχνικές και οικονομικές πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις αντίστοιχες προσφορές», η δημοσιοποίησή τους θα υπονόμευε την προστασία των εμπορικών συμφερόντων. Δήλωσε επίσης ότι η δημοσιοποίηση της έκθεσης αξιολόγησης θα υπονόμευε τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου [5], δεδομένου ότι η έκθεση αξιολόγησης περιείχε γνώμες που προορίζονταν για εσωτερική χρήση, όπως «σχόλια των μελών με δικαίωμα ψήφου, πληροφορίες σχετικά με τους προσφέροντες και πληροφορίες που στηρίζουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων και τη σχετική απόφαση ανάθεσης από την ΑΑ».

4. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε περαιτέρω την εφαρμογή και των δύο εξαιρέσεων στις οποίες αναφέρεται η αντιπροσωπεία. Όσον αφορά τη νέα εξαίρεση, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι θα πρέπει να διενεργηθεί έλεγχος δημόσιου συμφέροντος. Επιπλέον, η αντιπροσωπεία δεν είχε εξηγήσει επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο η δημοσιοποίηση των εγγράφων θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων (και ότι ο κίνδυνος υπονόμευσης της διαδικασίας λήψης αποφάσεων ήταν ευλόγως προβλέψιμος).

5. Στη συνέχεια, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης («ΕΥΕΔ») ανέλαβε την αλληλογραφία και απάντησε στον καταγγέλλοντα. Προσδιόρισε τα ακόλουθα δύο έγγραφα ως εμπίπτοντα στο αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στα έγγραφα αξιολόγησης: i) την έκθεση αποσφράγισης των προσφορών· και ii) την έγκριση της έκθεσης αξιολόγησης, της επιστολής ανάθεσης και των αρνητικών επιστολών. Η ΕΥΕΔ αποφάσισε να χορηγήσει μερική πρόσβαση στα έγγραφα αυτά. Δήλωσε ότι η πλήρης πρόσβαση θα υπονόμευε την προστασία των εμπορικών συμφερόντων των ενδιαφερόμενων μερών. Επιπλέον, «η γνωστοποίηση ορισμένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν τα μέλη της επιτροπής αξιολόγησης θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τις μελλοντικές τους εργασίες στο πλαίσιο πιθανών άλλων διαδικασιών υποβολής προσφορών. Επομένως, οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) και στο άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο σε συνδυασμό εφαρμόζονται"[6].

6. Οι ακόλουθες πληροφορίες αποκρύφθηκαν από την έκθεση αξιολόγησης: (i) λεπτομέρειες των ανταλλαγών μεταξύ των προσφερόντων και της Επιτροπής Αξιολόγησης και (ii) τις οικονομικές προσφορές των διαφόρων προσφερόντων, καθώς και την ανάλυση και αιτιολόγηση των διορθώσεων υπολογισμού που εφαρμόστηκαν από την Επιτροπή. Η ΕΥΕΔ εξήγησε ότι οι πληροφορίες αυτές θα μπορούσαν να αποκαλύψουν τις εμπορικές στρατηγικές και τις στρατηγικές υποβολής προσφορών των προσφερουσών εταιρειών και ότι η δημοσιοποίησή τους θα μπορούσε να υπονομεύσει την προστασία των εμπορικών συμφερόντων τους. Η ΕΥΕΔ δεν θεώρησε ότι η γνωστοποίηση των πληροφοριών αυτών μπορούσε να δικαιολογηθεί από υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Επιπλέον, η ΕΥΕΔ δήλωσε ότι είχε αποκρύψει και από τα δύο έγγραφα τυχόν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούσαν τα ενδιαφερόμενα μέρη που συμμετείχαν στη διαδικασία αξιολόγησης. Εξήγησε ότι «τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν τα μέλη της επιτροπής αξιολόγησης πρέπει να προστατεύονται στο πλαίσιο των δικαιωμάτων του ατόμου σύμφωνα με τον κανονισμό 45/2001 [...], ελλείψει σαφούς συγκατάθεσης του υποκειμένου των δεδομένων και σαφούς ένδειξης ότι η γνωστοποίηση των εν λόγω δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι επαρκής, συναφής και όχι υπερβολική σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους συλλέχθηκαν, δηλαδή τη διαδικασία αξιολόγησης των προσφορών». Η ΕΥΕΔ έκρινε ότι η απόφασή της επιτυγχάνει δίκαιη ισορροπία μεταξύ των διαφόρων διακυβευόμενων συμφερόντων.

7. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν ήταν ικανοποιημένος με την απάντηση της ΕΥΕΔ, υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή στις 3 Μαρτίου 2015.

▪ Η έρευνα

8. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με την καταγγελία και ζήτησε από την ΕΥΕΔ να γνωμοδοτήσει. Η ΕΥΕΔ ενημέρωσε τη Διαμεσολαβήτρια ότι θεωρούσε ότι το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης ενέπιπτε στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ότι η τελευταία είχε συμφωνήσει να της παραπεμφθεί η υπόθεση. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει γνώμη σχετικά με τον ακόλουθο ισχυρισμό και ισχυρισμό:

1) Η Επιτροπή κακώς αρνήθηκε την πρόσβαση (i) στα ονόματα των εταιρειών που είχαν υποβάλει προσφορές σε απάντηση στην προκήρυξη του διαγωνισμού, (ii) στα ονόματα των μελών της επιτροπής που είχαν αποφασίσει για την επιλεγείσα προσφορά και (iii) στις λεπτομέρειες των εταιρειών και στην αξιολόγησή τους.

2) Η Επιτροπή θα πρέπει να παρέχει πλήρη πρόσβαση στα έγγραφα που έχουν απαλειφθεί.

9. Προς στήριξη του ισχυρισμού του, ο καταγγέλλων προέβαλε τα ακόλουθα επιχειρήματα:

1. Η Επιτροπή παρέλειψε να διευκρινίσει ποια θα ήταν η βλάβη των εμπορικών συμφερόντων και να αποδείξει έναν ευλόγως προβλέψιμο κίνδυνο για τα εμπορικά συμφέροντα σε περίπτωση γνωστοποίησης των επωνυμιών, των λεπτομερειών και της αξιολόγησης των εταιρειών.

2. Ένα έγγραφο αξιολόγησης δεν είναι εγγενώς έγγραφο που περιέχει γνώμες για εσωτερική χρήση στο πλαίσιο συζητήσεων ή προκαταρκτικών διαβουλεύσεων, διότι καταρτίζεται μετά τη λήψη της απόφασης. Η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι υπήρχε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής υπονόμευσης της διαδικασίας λήψης αποφάσεων.

3. Η Επιτροπή δεν εφάρμοσε το κριτήριο του δημοσίου συμφέροντος. Η επαλήθευση ότι οι δημόσιοι πόροι δαπανώνται σωστά είναι προς το δημόσιο συμφέρον και, κατά συνέπεια, υπάρχει έντονο δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση. Υπάρχει επίσης έντονο δημόσιο ενδιαφέρον όσον αφορά την πρόσβαση στο νερό.

4. Η δημοσίευση των ονομάτων των μελών της επιτροπής αξιολόγησης είναι ουσιαστικής σημασίας, καθώς επιτρέπει την πλήρη λογοδοσία της διαδικασίας, ιδίως όταν υπάρχουν σαφείς ανησυχίες σχετικά με τη διαφθορά και την απάτη σε υποψήφιες προς ένταξη στην ΕΕ χώρες, όπως η Σερβία.

5. Δεν είναι σαφές εάν το θεσμικό όργανο προσπάθησε να ζητήσει τη συγκατάθεση των μελών της Επιτροπής Αξιολόγησης για τη δημοσιοποίηση των ονομάτων τους. Η γνωστοποίηση δεν είναι μόνο δικαιολογημένη, συναφής και αναλογική προς τους σκοπούς για τους οποίους συλλέχθηκαν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, αλλά και αναγκαία για τη διαφάνεια και τη νομιμότητα της διαδικασίας αξιολόγησης.

10. Στην επιστολή της με την οποία ζητούσε από την Επιτροπή να υποβάλει γνώμη σχετικά με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό και ισχυρισμό, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε επίσης από την Επιτροπή να εξετάσει τα ακόλουθα σημεία:

1. Θα μπορούσε η Επιτροπή να επιβεβαιώσει ότι η Επιτροπή ή η ΕΥΕΔ δεν διαθέτουν άλλα έγγραφα αξιολόγησης;

2. Θα μπορούσε η Επιτροπή να προσδιορίσει τα μέρη των εγγράφων αξιολόγησης που καλύπτονται από την εξαίρεση σχετικά με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων; Θα μπορούσε η Επιτροπή να εξηγήσει γιατί θεωρεί ότι η δημοσιοποίηση αυτών των μερών θα υπονόμευε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου;

3. Θα μπορούσε η Επιτροπή να διευκρινίσει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι οι προϋποθέσεις που ορίζονται στον κανονισμό 45/2001 [7] δεν της επιτρέπουν να δημοσιοποιεί δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στα έγγραφα αξιολόγησης; Θα μπορούσε η Επιτροπή να εξετάσει την αίτηση πρόσβασης σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού 45/2001;[8]

4. Θα μπορούσε η Επιτροπή να διευκρινίσει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι τα μέρη των εγγράφων αξιολόγησης που προσδιορίζουν τις προσφερόμενες τιμές και τις τροποποιήσεις τους (μειώσεις, διορθώσεις) δεν μπορούν να γνωστοποιηθούν; Θεωρεί η Επιτροπή ότι η μη δημοσιοποίηση δικαιολογείται και στην περίπτωση που οι επωνυμίες των εν λόγω εταιρειών παραμένουν εμπιστευτικές; Θα μπορούσε η Επιτροπή να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η μη δημοσιοποίηση αυτών των πληροφοριών σημαίνει ότι το κοινό εμποδίζεται εντελώς να επαληθεύσει ότι η χαμηλότερη προσφερόμενη τιμή έγινε δεκτή στο πλαίσιο της διαδικασίας υποβολής προσφορών;

11. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε τη γνώμη της Επιτροπής και, στη συνέχεια, τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος ως απάντηση στη γνώμη της Επιτροπής. Οι υπηρεσίες της διενήργησαν επίσης έλεγχο της μη αναθεωρημένης έκδοσης των εγγράφων αξιολόγησης. Κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα και τις γνώμες που προέβαλαν τα μέρη.

▪ Εικαζόμενη εσφαλμένη άρνηση πρόσβασης σε (i) τα ονόματα των εταιρειών που υπέβαλαν προσφορές σε απάντηση της προκήρυξης του διαγωνισμού, (ii) τα ονόματα των μελών της επιτροπής που αποφάσισαν την επιλεγείσα προσφορά και (iii) τα στοιχεία των εταιρειών και την αξιολόγησή τους και τη σχετική αξίωση

▪ Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

12. Προκειμένου να αποφευχθεί η επανάληψη, στο μέτρο που οι απαντήσεις της Επιτροπής στις ερωτήσεις του Διαμεσολαβητή μπορεί να θεωρηθεί ότι συμπληρώνουν την απάντησή της στα επιχειρήματα υποστήριξης, οι απαντήσεις θα αναφέρονται στον τίτλο που αφορά το σχετικό επιχείρημα υποστήριξης. Επιπλέον, η εκτίμηση του Διαμεσολαβητή σχετικά με κάθε υποστηρικτικό επιχείρημα θα παρουσιαστεί αμέσως μετά την παραπομπή στα επιχειρήματα των διαδίκων σχετικά με κάθε υποστηρικτικό επιχείρημα.

13. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι, απαντώντας στην πρώτη της ερώτηση, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι δεν έχει στην κατοχή της άλλα έγγραφα αξιολόγησης.

▪ Η βλάβη των εμπορικών συμφερόντων

▪ Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

14. Η Επιτροπή εξήγησε ότι γνωστοποιήθηκε το όνομα του επιλεγέντος προσφέροντος. Ωστόσο, η γνωστοποίηση των ονομάτων των ηττηθέντων προσφερόντων και των λόγων αποκλεισμού τους θα μπορούσε να βλάψει τα εμπορικά τους συμφέροντα. Η γνωστοποίηση ορισμένων από τους λόγους αποκλεισμού τους, όπως η έλλειψη πείρας, θα μπορούσε να έχει αρνητικό αντίκτυπο στην αντίληψη του κοινού τους, καθώς και στην ικανότητά τους να συμμετέχουν σε μεταγενέστερες προσφορές. Επιπλέον, ορισμένες από τις πληροφορίες που περιέχονται στις προσφορές των προσφερόντων, και σε κάποιο βαθμό αναφέρονται στην έκθεση αξιολόγησης, αφορούν τις επιχειρηματικές και βιομηχανικές διαδικασίες και το κόστος των προσφερόντων. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι αυτό το είδος πληροφοριών προστατεύεται ειδικά από το άρθρο 339 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), το οποίο προβλέπει ότι η υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου ισχύει ιδίως για «πληροφορίες σχετικά με επιχειρήσεις, τις επιχειρηματικές τους σχέσεις ή τις συνιστώσες κόστους τους»[9]. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η γνωστοποίηση των πληροφοριών αυτών θα μπορούσε να βλάψει εμπορικά τους ενδιαφερόμενους προσφέροντες και να τους θέσει σε μειονεκτική θέση έναντι των ανταγωνιστών τους. Δήλωσε ότι «αυτό ισχύει ιδιαίτερα στον τομέα των αποβλήτων ή του πόσιμου νερού, όπου η τεχνολογική διαδικασία επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την τιμή της μονάδας και το σχετικό κόστος λειτουργίας και συντήρησης».

15. Απαντώντας στο τέταρτο ερώτημα, η Επιτροπή επανέλαβε ότι οι πληροφορίες σχετικά με τις τιμές είναι εμπορικά ευαίσθητες, καθώς αντικατοπτρίζουν τις πολιτικές κόστους και τιμών των προσφερόντων. Επιπλέον, όσον αφορά τη δυνατότητα του κοινού να επαληθεύσει ότι η χαμηλότερη προσφερόμενη τιμή έγινε δεκτή στο πλαίσιο της διαδικασίας υποβολής προσφορών, η Επιτροπή δήλωσε ότι, «αν και η οικονομική πτυχή είναι πράγματι πολύ σημαντική, δεν είναι σε καμία περίπτωση η μόνη σημαντική: σε διαγωνισμούς για υπηρεσίες στο πλαίσιο δημόσιων συμβάσεων εξωτερικής βοήθειας της ΕΕ, για παράδειγμα, η τιμή σταθμίζει μόνο το 20 % της βαθμολογίας, ενώ η τεχνική ποιότητα παρέχει το 80 %. Στις προμήθειες και τα έργα, πριν από την ανάλυση της οικονομικής πρότασης, όλες οι προσφορές υπόκεινται σε λεπτομερή ανάλυση της συμμόρφωσής τους με τις τεχνικές απαιτήσεις της προσφοράς, οι οποίες, στις περισσότερες περιπτώσεις, έχουν θεμελιώδη σημασία. Ως εκ τούτου, η δημοσιοποίηση των διαφόρων προσφορών τιμών, ακόμη και χωρίς αναφορά των ονομάτων των αντίστοιχων προσφερόντων, θα επέτρεπε μόνο έναν πολύ επιφανειακό έλεγχο της διαδικασίας υποβολής προσφορών.»

16. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι η Επιτροπή δεν διέκρινε μεταξύ των διαφόρων στοιχείων των πληροφοριών που απαλείφθηκαν, τα οποία περιλαμβάνουν το όνομα του επιλεγέντος προσφέροντος και τα ονόματα των ηττηθέντων προσφερόντων, καθώς και άλλες πληροφορίες, όπως οι προσφορές που υπέβαλαν και η αξιολόγησή τους.

17. Όσον αφορά τα ονόματα των προσφερόντων, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε πώς η δημοσίευσή τους θα είχε αναγκαστικά «αρνητικό αντίκτυπο στην αντίληψη του κοινού τους καθώς και στην ικανότητά τους να συμμετέχουν σε μεταγενέστερους διαγωνισμούς» και, ως εκ τούτου, θα έβλαπτε τα εμπορικά τους συμφέροντα. Υποστήριξε ότι «η υποβολή προσφορών και η απώλεια συμβάσεων αποτελεί μέρος της περικοπής και της ώθησης της επιχειρηματικής ζωής και είναι συχνά κοινή γνώση μεταξύ εκείνων που εργάζονται στον ίδιο τομέα και ευρύτερα, και ως εκ τούτου θα είναι γνωστό ποιος κέρδισε και ποιος έχασε». Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το γεγονός ότι μια εταιρεία είναι έτοιμη να συμμετάσχει σε τέτοιες διαδικασίες μπορεί ακόμη και να θεωρηθεί θετικό. Ως εκ τούτου, η απώλεια μιας προσφοράς δεν θα πρέπει να την εμποδίζει να συμμετάσχει σε άλλη διαδικασία υποβολής προσφορών. Πρόσθεσε ότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, τα ονόματα όλων όσων συμμετέχουν σε διαδικασίες δημόσιων συμβάσεων δημοσιοποιούνται τακτικά, συχνά πριν αποφασιστεί τελικά ο διαγωνισμός. Υποστήριξε ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η δημοσίευση των ονομάτων και μόνο έχει αρνητικές συνέπειες ή ότι αποτρέπει τη συμμετοχή των εταιριών. Από την άλλη πλευρά, «υπάρχει αντισταθμιστικό δημόσιο συμφέρον για τη λογοδοσία των εν λόγω διαδικασιών». Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι όταν μια εταιρεία υποβάλλει προσφορά για πρόσβαση σε δημόσιους πόρους, πρέπει να υποθέτει ότι αυτό θα συνεπάγεται ένα ορισμένο επίπεδο δημόσιου ελέγχου.

18. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι σε επίπεδο ΕΕ υπάρχουν πολλοί τομείς (όπως αυτός των αντιμονοπωλιακών ερευνών) στους οποίους οι επωνυμίες των εταιρειών δημοσιοποιούνται απλώς και μόνο επειδή αποτελούν μέρος διαφόρων νομικών διαδικασιών. Σύμφωνα με τη λογική των επιχειρημάτων της Επιτροπής στην παρούσα υπόθεση, εάν η απλή δημοσίευση της επωνυμίας της εταιρείας θα μπορούσε επίσης να έχει αρνητικό αντίκτυπο στη δημόσια αντίληψή της, τότε κάθε ενέργεια της Επιτροπής κατά μιας εταιρείας θα πρέπει επίσης να τηρείται μυστική. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι δεν είναι σαφές σε ποια αποδεικτικά στοιχεία η Επιτροπή στήριξε την υπόθεσή της ότι το κοινό θα αντιληφθεί μια εταιρεία αρνητικά απλώς και μόνο επειδή απώλεσε έναν διαγωνισμό. Δήλωσε ότι το κοινό θα γνωρίζει γενικά ότι οι προσφορές κερδίζονται ή χάνονται βάσει μιας σειράς τεχνικών και οικονομικών κριτηρίων και ότι πρόκειται για ανταγωνιστικές διαδικασίες.

19. Όσον αφορά την υποχρέωση εμπιστευτικότητας σχετικά με τις λεπτομέρειες της προσφοράς, ο καταγγέλλων έκρινε ότι η Επιτροπή κακώς επικαλέστηκε το άρθρο 339 ΣΛΕΕ, διότι το εν λόγω άρθρο εφαρμόζεται σε όσους εργάζονται για την ΕΕ κατά τη διάρκεια και μετά την επαγγελματική τους δέσμευση. Δήλωσε ότι «στον βαθμό που παρέχονται στον υπάλληλο εμπιστευτικές πληροφορίες, πρέπει να τηρείται η εν λόγω εμπιστευτικότητα. Ενδεχομένως η Επιτροπή να διαθέτει κανόνες περί εμπιστευτικότητας όσον αφορά τις διαδικασίες υποβολής προσφορών... Στην περίπτωση αυτή, ωστόσο, ο ρόλος των υπαλλήλων της Επιτροπής που χειρίζονται το συγκεκριμένο αίτημα για έγγραφα είναι να προσδιορίσουν κατά πόσον οι πληροφορίες που κατέχουν μπορούν ή όχι να δημοσιοποιηθούν σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη ΣΛΕΕ για την προάσπιση του δικαιώματος πρόσβασης στα έγγραφα (ΣΛΕΕ 15) με όλες τις εξαιρέσεις πλην των περιορισμένων, οι οποίες θα πρέπει να σταθμίζονται με κριτήριο δημόσιου συμφέροντος κατά περίπτωση.»

20. Όσον αφορά το ζήτημα του κατά πόσον η δημοσίευση των λεπτομερειών των προσφορών θα πρέπει να αποκλειστεί για λόγους προστασίας των εμπορικών συμφερόντων των προσφερόντων, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η Επιτροπή φαίνεται να υπονοεί ότι οι πληροφορίες σχετικά με την τιμολόγηση θα αποκάλυπταν με τη σειρά τους πληροφορίες σχετικά με τις τεχνολογικές διαδικασίες. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η δημοσίευση δεδομένων σχετικά με τις τιμές και τις τεχνικές λύσεις δεν μπορεί να βλάψει τα εμπορικά συμφέροντα των προσφερόντων εάν τα ονόματά τους δεν δημοσιοποιούνται επίσης. Ως εκ τούτου, παρόλο που ο καταγγέλλων πιστεύει ότι τα ονόματα των προσφερόντων θα πρέπει να γνωστοποιηθούν, δήλωσε ότι η Επιτροπή θα πρέπει τουλάχιστον να έχει τη δυνατότητα να παρέχει τις πληροφορίες σχετικά με τις τιμές και τις τεχνικές λύσεις χωρίς να δημοσιοποιεί τα ονόματα των προσφερόντων. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι «[τ]ο επόμενο ερώτημα, λοιπόν, είναι αν η δημοσίευση τόσο των ονομάτων όσο και των λεπτομερειών του διαγωνισμού θα προκαλούσε πράγματι ζημία και αν υπάρχει αντισταθμιστικό δημόσιο συμφέρον».

21. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε με ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο η δημοσίευση πληροφοριών σχετικά με τεχνικές διαδικασίες θα είχε ως αποτέλεσμα την εν λόγω ζημία. Δέχθηκε ότι η γνωστοποίηση τέτοιων πληροφοριών θα μπορούσε να σημαίνει ότι οι ανταγωνιστές θα ενημερώνονταν για τις τεχνικές ικανότητες άλλων εταιρειών. Ωστόσο, πρόσθεσε ότι θα προκαλούσε έκπληξη το γεγονός ότι τέτοιες πληροφορίες δεν θα ήταν ήδη διαθέσιμες σε έναν συγκεκριμένο επιχειρηματικό τομέα. Επιπλέον, μπορεί να υποτεθεί ότι τυχόν εργασίες που θα πραγματοποιηθούν από αυτές τις εταιρείες στον ιδιωτικό τομέα θα αξιολογηθούν με βάση την πραγματική τους ικανότητα. Ως εκ τούτου, εάν οι πληροφορίες αυτές ήταν κοινό κτήμα, αυτό θα είχε μικρή σημασία, διότι κατά πάσα πιθανότητα άλλοι πελάτες θα επέμεναν να τους δοθούν τέτοιες πληροφορίες.

22. Όσον αφορά την τιμολόγηση, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι είναι αλήθεια ότι εάν οι ανταγωνιστές γνώριζαν τις οικονομικές προσφορές και τον τρόπο με τον οποίο οι προσφέροντες τιμολογούσαν τα προϊόντα τους, αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει τις στρατηγικές τιμολόγησης των ανταγωνιστών. Ωστόσο, είναι ευρέως γνωστό στον επιχειρηματικό κόσμο ότι οι τιμές που αναφέρονται σε μια διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού δεν αντικατοπτρίζουν απαραιτήτως τις τιμές που θα χρεώνονταν σε άλλους πελάτες, δεδομένου ότι κάθε προσφορά είναι προσαρμοσμένη σε κάθε πελάτη. Προσέθεσε ότι οι προσφορές σφραγίζονται έτσι ώστε οι πληροφορίες αυτές να μην δημοσιοποιούνται πριν από το κλείσιμο του διαγωνισμού. Ωστόσο, μόλις λήξει η περίοδος υποβολής προσφορών, πρόκειται για διαφορετικό ζήτημα.

23. Ο καταγγέλλων δήλωσε στη συνέχεια ότι υπάρχει επίσης δημόσιο συμφέρον να γνωρίζουμε ποιες ήταν οι οικονομικές προσφορές, αν η οικονομική αξιολόγηση των προσφορών πραγματοποιήθηκε σωστά και αν το κοινό έχει καλύτερη σχέση ποιότητας/τιμής. Αυτό μπορεί να αξιολογηθεί μόνο εάν δημοσιοποιηθούν τα οικονομικά στοιχεία που σχετίζονται με τις προσφορές. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι οι πληροφορίες αυτές δημοσιοποιούνται συχνά σε εθνικό επίπεδο σε ολόκληρη την Ευρώπη [10]. Η ίδια η Επιτροπή δήλωσε ότι τόσο οι τεχνικές λεπτομέρειες όσο και η τιμολόγηση αποτελούν μέρος της αξιολόγησης της προσφοράς. Ως εκ τούτου, όλες αυτές οι πληροφορίες θα πρέπει να διατίθενται ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης λογοδοσία προς το κοινό.

24. Όσον αφορά την αξιολόγηση των προσφορών, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η δημοσίευση των εκθέσεων αξιολόγησης δεν θα αποθάρρυνε τους προσφέροντες από τη συμμετοχή σε μεταγενέστερες διαδικασίες υποβολής προσφορών. Δήλωσε ότι «[α]σφαλώς, ο μόνος περιορισμός της συμμετοχής μιας εταιρείας θα ήταν η δική της ικανότητα να διαθέσει πόρους για τη δημιουργία και την υποβολή προσφοράς. Εάν, για κάθε προσφορά, οι υποβολές αξιολογούνται κατά περίπτωση με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια για κάθε προσφορά, η δημοσίευση της αξιολόγησης των προσφορών για μία προσφορά δεν θα πρέπει να επηρεάζει άλλες προσφορές.»

25. Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η δημοσίευση των εκθέσεων αξιολόγησης θα επηρέαζε αρνητικά την αντίληψη του κοινού για τους προσφέροντες, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι εάν, για παράδειγμα, η αξιολόγηση αποκαλύψει ότι μια εταιρεία δεν διαθέτει εμπειρία σε συγκεκριμένο τομέα, αυτό είναι απλώς γεγονός για την εταιρεία. Υποστήριξε ότι υπάρχουν και άλλα γεγονότα σχετικά με μια εταιρεία που είναι πολύ πιθανότερο να βλάψουν την αντίληψη του κοινού, όπως ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τους πελάτες της, αν έχει παραβεί τον νόμο ή αν έχει βλάψει το περιβάλλον. Ωστόσο, είναι ευρέως κατανοητό ότι οι πληροφορίες αυτές ανήκουν στο δημόσιο τομέα.

26. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι «εάν η επίμαχη προσφορά πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με επαγγελματικά, τεχνικά, αμερόληπτα κριτήρια και εάν τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων από τους εμπειρογνώμονες είναι αντίθετα προς τα κριτήρια αυτά, τότε δεν θα πρέπει να υπάρχει ιδιαίτερη δυσκολία στη δημοσιοποίηση του εν λόγω διαγωνισμού. Εάν φυσικά η αξιολόγηση δεν διενεργήθηκε με βάση αυτά τα αυστηρά ανεξάρτητα κριτήρια, τότε ενδέχεται να υπάρξουν συνέπειες για τη δημοσιοποίηση αυτή, αλλά αυτό είναι κάτι που το κοινό θα πρέπει επίσης να έχει το δικαίωμα να γνωρίζει." Ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι ο κίνδυνος υπονόμευσης των εμπορικών συμφερόντων ήταν ευλόγως προβλέψιμος και όχι αμιγώς υποθετικός, όπως απαιτείται από τη νομολογία [11].

▪ Αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

27. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, «[τ]α θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο η γνωστοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία:

- εμπορικά συμφέροντα φυσικού ή νομικού προσώπου, συμπεριλαμβανομένης της πνευματικής ιδιοκτησίας, ...

εκτός εάν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση.»

28. Λαμβανομένων υπόψη των στόχων που επιδιώκει ο κανονισμός 1049/2001, και ιδίως του στόχου της εξασφάλισης της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του Συμβουλίου, του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής [12], τυχόν εξαιρέσεις από την αρχή αυτή πρέπει να ερμηνεύονται στενά [13]. Επιπλέον, η αρχή της αναλογικότητας απαιτεί οι εξαιρέσεις από τον γενικό κανόνα, δηλαδή ότι η πρόσβαση πρέπει να παρέχεται, να παραμένουν εντός των ορίων του κατάλληλου και αναγκαίου μέτρου για την προστασία των καθορισμένων αντικειμενικών δημόσιων και ιδιωτικών συμφερόντων που προβλέπονται στις εν λόγω εξαιρέσεις [14].

29. Όπως επισημάνθηκε από τον καταγγέλλοντα, το Δικαστήριο έκρινε ότι «το γεγονός και μόνον ότι ένα έγγραφο αφορά συμφέρον προστατευόμενο από εξαίρεση από τη γνωστοποίηση δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την εφαρμογή της εξαίρεσης αυτής: η αίτηση αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον εάν η πρόσβαση στο εν λόγω έγγραφο θα μπορούσε να θίξει συγκεκριμένα και αποτελεσματικά το προστατευόμενο συμφέρον. Επιπλέον, ο κίνδυνος προσβολής του προστατευόμενου συμφέροντος δεν πρέπει να είναι αμιγώς υποθετικός και ευλόγως προβλέψιμος. Εναπόκειται στο οικείο θεσμικό όργανο να σταθμίσει το ειδικό συμφέρον που πρέπει να προστατευθεί μέσω της μη δημοσιοποίησης μέρους του ζητούμενου εγγράφου [...] έναντι του γενικού συμφέροντος να καταστεί προσβάσιμο ολόκληρο το έγγραφο»[15].

30. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε με ποιον τρόπο η δημοσίευση των ονομάτων των ηττηθέντων προσφερόντων θα είχε αναγκαστικά «αρνητικό αντίκτυπο στη δημόσια αντίληψή τους, καθώς και στην ικανότητά τους να συμμετάσχουν σε μεταγενέστερες προσφορές».

31. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι είναι εύλογο να υποτεθεί ότι, εάν μια εταιρεία περιγράφεται ότι, για παράδειγμα, στερείται εμπειρίας, η εμπιστοσύνη του κοινού σε αυτήν θα μειωνόταν. Ακόμη και το απλό γεγονός της απώλειας μιας προσφοράς μπορεί να αμαυρώσει τη φήμη ενός προσφέροντος, διότι οι δυνητικοί πελάτες μπορεί να υποθέσουν ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες του απολεσθέντος προσφέροντος δεν αποτελούν την καλύτερη επιλογή από άποψη ποιότητας και τιμής. Επιπλέον, ο ίδιος ο καταγγέλλων παραδέχθηκε ότι η δημοσίευση πληροφοριών σχετικά με τις τεχνικές διαδικασίες θα μπορούσε να σημαίνει ότι οι ανταγωνιστές θα ενημερώνονταν για τις τεχνικές ικανότητες των προσφερόντων και ότι εάν οι ανταγωνιστές αποκτούσαν πληροφορίες σχετικά με την τιμολόγηση των προϊόντων από τους προσφέροντες, αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει τις στρατηγικές τιμολόγησης των ανταγωνιστών. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001 δεν απαιτεί η δημοσιοποίηση να θίγει σοβαρά την προστασία των εμπορικών συμφερόντων. Αρκεί να αποδειχθεί ότι η γνωστοποίηση θα έθιγε τα εμπορικά συμφέροντα των ενδιαφερομένων μερών.

32. Στην απόφασή του στην υπόθεση Cosepuri κατά EFSA [16], το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η EFSA μπορούσε να στηριχθεί σε γενικό τεκμήριο σύμφωνα με το οποίο η παροχή πρόσβασης «στις προσφορές που υπέβαλαν οι άλλοι προσφέροντες θα έθιγε, κατ’ αρχήν, το προστατευόμενο συμφέρον». Στη συνέχεια, το Δικαστήριο δήλωσε ότι «ο προσφεύγων δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι, στην παρούσα υπόθεση, το τεκμήριο αυτό δεν ίσχυε για τα έγγραφα των οποίων ζητήθηκε η γνωστοποίηση». Ο καταγγέλλων στην παρούσα υπόθεση δεν προσκόμισε ούτε τέτοια αποδεικτικά στοιχεία.

33. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή έχει αποδείξει ότι η παροχή πρόσβασης τόσο στα ονόματα των προσφερόντων, αφενός, όσο και σε πληροφορίες σχετικά με τις προσφορές (δηλαδή την τιμολόγηση, τις τεχνικές διαδικασίες κ.λπ.) και την αξιολόγησή τους, αφετέρου, θα μπορούσε να υπονομεύσει συγκεκριμένα και αποτελεσματικά την προστασία των εμπορικών συμφερόντων των προσφερόντων και ότι ένας τέτοιος κίνδυνος είναι ευλόγως προβλέψιμος. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η προστασία των εμπορικών συμφερόντων των προσφερόντων θα υπονομευόταν από την αποκάλυψη πληροφοριών σχετικά με τις προσφορές (τιμολόγηση, τεχνική διαδικασία κ.λπ.) και την αξιολόγησή τους, ακόμη και αν δεν αποκαλύπτονταν τα ονόματα των προσφερόντων. Οι ανταγωνιστές θα ωφελούνταν από τη γνωστοποίηση πληροφοριών σχετικά με τις προσφορές εις βάρος των προσφερόντων, ανεξάρτητα από το αν η ταυτότητά τους είναι γνωστή, όπως εξηγείται στη σκέψη 31 ανωτέρω. Επιπλέον, εάν οι ανταγωνιστές γνωρίζουν τις ακριβείς τιμές και τα προϊόντα που προσέφεραν οι προσφέροντες, αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια de facto σύμπραξη σε μια μελλοντική παρόμοια διαδικασία υποβολής προσφορών. Για τον λόγο αυτό, συνήθως απαγορεύεται ρητά στους προσφέροντες να ανταλλάσσουν τέτοιες πληροφορίες. Όσον αφορά τη δημοσιοποίηση της αξιολόγησης των προσφορών, αυτό θα μπορούσε να βλάψει τα εμπορικά συμφέροντα των προσφερόντων, ακόμη και αν δεν αποκαλυφθεί η ταυτότητά τους, διότι δεν μπορεί ποτέ να είναι βέβαιο ότι οι παράγοντες του κλάδου και τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν θα ήταν σε θέση να προσδιορίσουν ποιοι ήταν οι προσφέροντες και ποια αξιολόγηση αντιστοιχεί σε ποιον προσφέροντα, ιδίως σε μια διαδικασία σύναψης σύμβασης στην οποία εμπλέκεται τόσο μικρός αριθμός προσφερόντων όπως η επίμαχη. Είναι επίσης ευλόγως προβλέψιμο ότι οι ανταγωνιστικές εταιρείες θα χρησιμοποιούσαν κάθε αρνητική αξιολόγηση ενός προσφέροντος εις βάρος του και, ως εκ τούτου, εις βάρος του.

34. Δεδομένου ότι έχει αποδειχθεί ότι η πλήρης δημοσιοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων θα έβλαπτε τα εμπορικά συμφέροντα των προσφερόντων, μένει να διαπιστωθεί αν υπάρχει υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για την πλήρη δημοσιοποίησή τους. Το ζήτημα του κατά πόσον τα ονόματα των μελών της Επιτροπής Αξιολόγησης θα πρέπει να παραμείνουν εμπιστευτικά θα αξιολογηθεί χωριστά.

▪ Το κριτήριο του δημόσιου συμφέροντος

▪ Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

35. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 πρέπει να αίρονται εάν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση. Το συμφέρον αυτό πρέπει, αφενός, να είναι δημόσιο και, αφετέρου, να αντισταθμίζει τη ζημία που προκαλείται από τη δημοσιοποίηση. Επισήμανε ότι ο σκοπός της διασφάλισης της ορθής διάθεσης των δημόσιων πόρων διασφαλίζεται αποτελεσματικά και δίκαια από τη διαδικασία διοικητικού και δικαστικού ελέγχου των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων. Είναι επίσης δυνατό για τρίτους και το κοινό εν γένει να επιβλέπουν επαρκώς τις διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων, χωρίς να χρειάζεται να δημοσιοποιούνται τα ονόματα και το σκεπτικό των μελών της ΕΟΚΕ και τα ονόματα των ηττηθέντων προσφερόντων. Μπορούν να το πράττουν, για παράδειγμα, ελέγχοντας τις γνωστοποιήσεις ανάθεσης συμβάσεων σχετικά με τους δημόσιους διαγωνισμούς της ΕΕ, συμβουλευόμενοι τις ετήσιες εκθέσεις της Επιτροπής και της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής σχετικά με τις συμβάσεις ή συμβουλευόμενοι τις εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η Επιτροπή έκρινε ότι οι εν λόγω διαδικασίες και διασφαλίσεις διασφαλίζουν επαρκώς την επίτευξη των στόχων της διαφάνειας και της εξασφάλισης της ορθής διάθεσης των δημόσιων πόρων στις διαδικασίες υποβολής προσφορών. Διευκρίνισε ότι, μολονότι κατανοεί ότι μπορεί να υπάρχει δημόσιο συμφέρον για τη διαφάνεια της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής, το δημόσιο αυτό συμφέρον δεν αντισταθμίζει τον αρνητικό αντίκτυπο που θα μπορούσε να έχει η δημοσιοποίηση των ζητούμενων στοιχείων στα εμπορικά συμφέροντα των προσφερόντων και στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων.

36. Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι το γεγονός ότι υπάρχει έντονο δημόσιο συμφέρον όσον αφορά την πρόσβαση στο νερό δεν σημαίνει ότι η διαδικασία αξιολόγησης των διαδικασιών υποβολής προσφορών σχετικά με τα έργα ύδρευσης θα πρέπει να δημοσιοποιείται πλήρως. Δήλωσε ότι «[τ]η σχέση αιτίου-αποτελέσματος μεταξύ των δύο στόχων είναι, στην καλύτερη περίπτωση, πολύ μακρινή».

37. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι στην απάντηση της Επιτροπής στην επιβεβαιωτική αίτησή του, το θεσμικό όργανο δεν εφάρμοσε το κριτήριο του δημόσιου συμφέροντος. Δήλωσε ότι, προβάλλοντας αυτά τα δύο νέα επιχειρήματα, «η Επιτροπή δεν λαμβάνει υπόψη τη φύση του κριτηρίου του δημόσιου συμφέροντος και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εφαρμοστεί. Είναι βεβαίως αξιέπαινο το γεγονός ότι υπάρχουν σειρά μέτρων εποπτείας, ελέγχου και προορατικής διαφάνειας, και [ο καταγγέλλων] επισημαίνει ότι οι εν λόγω εσωτερικοί έλεγχοι και η εν λόγω προορατική δημοσίευση αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης δημοκρατικής κοινωνίας. Ωστόσο, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των μέτρων αυτών και της εφαρμογής του κριτηρίου του δημόσιου συμφέροντος σε συγκεκριμένο έγγραφο σε συγκεκριμένη περίπτωση.»

38. Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε επίσης τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι το έντονο δημόσιο συμφέρον για πρόσβαση σε νερό δεν συνεπάγεται ότι θα πρέπει να δημοσιοποιηθεί πλήρως η διαδικασία αξιολόγησης. Δήλωσε ότι υπάρχει δημόσιο συμφέρον για τη διασφάλιση της ορθής διεξαγωγής όλων των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων και ότι η διαφάνεια επιτρέπει στο κοινό να το επαληθεύσει. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στον κανονισμό 1306/2013 [17], στον οποίο, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ο νομοθέτης τάσσεται ρητά υπέρ της διαφάνειας, δεδομένου ότι επισημαίνει στην αιτιολογική σκέψη 76 ότι «ο ρόλος που διαδραματίζει η κοινωνία των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων των μέσων ενημέρωσης και των μη κυβερνητικών οργανώσεων, και η συμβολή τους στην ενίσχυση του πλαισίου ελέγχου των διοικήσεων κατά της απάτης και της κατάχρησης δημόσιων πόρων, θα πρέπει να αναγνωριστούν δεόντως».

39. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η διαφάνεια συμπληρώνει τους ελέγχους της ΕΕ και επιτρέπει στο κοινό τόσο να είναι βέβαιο ότι οι έλεγχοι της ίδιας της ΕΕ λειτουργούν καλά όσο και να εντοπίζει τυχόν τομείς στους οποίους ενδέχεται να έχουν χαθεί προβλήματα. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι υπάρχει έντονο δημόσιο ενδιαφέρον για ζητήματα που σχετίζονται με την ποιότητα των υδάτων και την αντιστροφή της υποβάθμισης του περιβάλλοντος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο υπάρχουν πολλοί ειδικοί κανόνες σχετικά με την πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες.

40. Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι «υπάρχουν ιδιαίτερες ανησυχίες σχετικά με το έργο Subotica, οι οποίες το καθιστούν ζήτημα δημόσιου συμφέροντος. Υπήρξαν ανησυχίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκε το έργο, σχετικά με το κλιμακούμενο κόστος και σχετικά με τη διαφάνεια και την ακεραιότητα των διαφόρων διαδικασιών σύναψης συμβάσεων γύρω από αυτό». Αναφέρθηκε στις ανησυχίες που εξέφρασε η οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών BankWatch σε έκθεση [18].

▪ Αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

41. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, η γενική αναφορά στη «διαφάνεια» δεν αρκεί για να τεκμηριώσει υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφασή του στην υπόθεση Σουηδία κ.λπ. κατά API και Επιτροπής [19], «μόνον όταν οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης τεκμηριώνουν τη διαπίστωση ότι η αρχή της διαφάνειας είναι ιδιαίτερα επιτακτική, η αρχή αυτή μπορεί να συνιστά υπέρτερο δημόσιο συμφέρον ικανό να υπερισχύσει της ανάγκης προστασίας των επίμαχων εγγράφων και, ως εκ τούτου, ικανό να δικαιολογήσει τη δημοσιοποίησή τους σύμφωνα με την τελευταία γραμμή του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού αριθ. 1049/2001».

42. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι ανησυχίες που εξέφρασε ο καταγγέλλων και αναφέρονται στην παράγραφο 40 ανωτέρω δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένες. Η έκθεση της Bankwatch στην οποία αναφέρθηκε ο καταγγέλλων καταρτίστηκε το 2005, ενώ η επίμαχη διαδικασία σύναψης συμβάσεων ξεκίνησε το 2006 και η αξιολόγηση ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο του 2007. Ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε δημοσιεύματα των μέσων ενημέρωσης ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σοβαρές υπόνοιες ότι η συγκεκριμένη διαδικασία σύναψης σύμβασης στην οποία αναφέρονται τα ζητούμενα έγγραφα επηρεάστηκε, για παράδειγμα, από διαφθορά, απάτη ή σύγκρουση συμφερόντων. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν απέδειξε ότι «η αρχή της διαφάνειας ήταν κατά κάποιο τρόπο ιδιαίτερα επιτακτική και ικανή, ως εκ τούτου, να υπερισχύσει των λόγων που δικαιολογούσαν την άρνηση γνωστοποίησης» των ονομάτων των προσφερόντων, των πληροφοριών σχετικά με τις προσφορές και της αξιολόγησης των προσφορών [20].

43. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι οι εταιρείες που δεν κερδίζουν τις συμβάσεις δεν λαμβάνουν δημόσιο χρήμα. Ως εκ τούτου, η δημοσιοποίηση των εμπορικών τους πληροφοριών δεν συμβάλλει άμεσα στη λογοδοσία αποκαλύπτοντας τον τρόπο με τον οποίο δαπανώνται τα δημόσια χρήματα.

44. Όσον αφορά το ζήτημα αν το δημόσιο συμφέρον για την πρόσβαση στο νερό υπερισχύει του συμφέροντος για την προστασία των εμπορικών συμφερόντων των προσφερόντων, δεν υπάρχει λόγος να θεωρηθεί ότι η πρόσβαση στις ζητούμενες πληροφορίες είναι αναγκαία για τη διασφάλιση ή την ενίσχυση της πρόσβασης του κοινού στα δικαιώματα ύδρευσης.

45. Ως εκ τούτου, δεν έχει διαπιστωθεί υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για την πλήρη δημοσιοποίηση (σε αντίθεση με τη μερική δημοσιοποίηση που έχει ήδη εξασφαλιστεί). Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι η ισορροπία των πληροφοριών που αποκρύπτονται και οι οποίες θα μπορούσαν θεωρητικά να αποτελέσουν αντικείμενο δημοσιοποίησης για λόγους δημόσιου συμφέροντος είναι ελάχιστη στην προκειμένη περίπτωση. 

46. Δεδομένου ότι έχει αποδειχθεί ότι η παροχή πλήρους πρόσβασης στα έγγραφα αξιολόγησης θα έθιγε την προστασία των εμπορικών συμφερόντων των προσφερόντων και ότι, ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα μπορούσε να αρνηθεί την πλήρη πρόσβαση στα έγγραφα αυτά βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, δεν είναι αναγκαίο ο Διαμεσολαβητής να αξιολογήσει κατά πόσον η Επιτροπή ορθώς επικαλέστηκε επίσης το άρθρο 4 παράγραφος 3 (σχετικά με την προστασία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων) του κανονισμού 1049/2001.

▪ Η δημοσίευση των ονομάτων των μελών της Επιτροπής Αξιολόγησης

▪ Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

47. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι «η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι ιδιαίτερα σημαντική στην περίπτωση των μελών μιας επιτροπής αξιολόγησης, όταν υπάρχει πραγματικός και μη υποθετικός κίνδυνος να υποστούν αυτόκλητες επαφές και/ή πιέσεις από ανεπιτυχείς, νυν ή μελλοντικούς προσφέροντες. Επιπλέον, η αποκάλυψη της ταυτότητας των μελών της επιτροπής αξιολόγησης θα μπορούσε να παρεμποδίσει την ικανότητά τους να παρέχουν ανεξάρτητες επαγγελματικές αξιολογήσεις και την προθυμία τους να συμμετέχουν σε επιτροπές». Πρόσθεσε ότι δεν είναι απαραίτητο να αποκαλυφθεί η ταυτότητα των μελών της Επιτροπής Αξιολόγησης προκειμένου να διασφαλιστεί η λογοδοσία της διαδικασίας. Η Επιτροπή και το προσωπικό της σε όλα τα επίπεδα είναι πλήρως υπόλογα για τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση των επιχειρησιακών και χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων της. Οι δηλώσεις εμπιστευτικότητας και απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων των μελών της επιτροπής αξιολόγησης και των περιλήψεών τους εξετάζονται διεξοδικά.

48. Αφού παρέπεμψε στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001 [21] και στο άρθρο 2 στοιχείο α) του κανονισμού 45/2001 [22], η Επιτροπή παρέπεμψε στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Österreichischer Rundfunk κ.λπ.[23], στην οποία το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι «δεν υπάρχει κανένας λόγος αρχής που να δικαιολογεί τον αποκλεισμό δραστηριοτήτων επαγγελματικού... χαρακτήρα από την έννοια της ιδιωτικής ζωής».

49. Απαντώντας στο τρίτο ερώτημα, η Επιτροπή δήλωσε ότι τα ονόματα και οι υπογραφές των μελών της επιτροπής αξιολόγησης συνιστούν σαφώς δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο α) του κανονισμού 45/2001 (στο εξής: κανονισμός για την προστασία των δεδομένων). Προσέθεσε ότι στην απόφασή του στην υπόθεση Bavarian Lager [24], το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, όταν υποβάλλεται αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, ο κανονισμός για την προστασία των δεδομένων καθίσταται πλήρως εφαρμοστέος. Η Επιτροπή εξήγησε ότι το άρθρο 8 του κανονισμού 45/2001 προβλέπει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διαβιβάζονται σε αποδέκτες που υπόκεινται στην εθνική νομοθεσία που θεσπίστηκε για την εφαρμογή της οδηγίας 95/46 μόνον εάν α) ο αποδέκτης αποδεικνύει ότι τα δεδομένα είναι αναγκαία για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή υπόκειται στην άσκηση δημόσιας εξουσίας ή β) ο αποδέκτης αποδεικνύει την αναγκαιότητα διαβίβασης των δεδομένων και εάν δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ότι ενδέχεται να θιγούν τα έννομα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων.

50. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο καταγγέλλων δεν απέδειξε ότι είναι αποδέκτης βάσει της εθνικής νομοθεσίας που θεσπίστηκε για την εφαρμογή της οδηγίας 95/46. Επιπλέον, όσον αφορά το στοιχείο α), η Επιτροπή δήλωσε ότι «[γ]ια την εκτέλεση καθήκοντος δημοσίου συμφέροντος, ο καταγγέλλων θα πρέπει είτε να ενεργεί ως δημόσια αρχή είτε να είναι εξουσιοδοτημένος από δημόσια αρχή για την εκτέλεση του καθήκοντος. Ο καταγγέλλων είναι ΜΚΟ που έχει συσταθεί στην Ισπανία και δεν εκτελεί κανένα καθήκον δημόσιου συμφέροντος ούτε ασκεί δημόσια αρχή.« Όσον αφορά το στοιχείο β), η Επιτροπή δήλωσε ότι στόχος του καταγγέλλοντος όσον αφορά τη δημοσιοποίηση των εν λόγω δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι να διασφαλιστεί η λογοδοσία της διαδικασίας υποβολής προσφορών και η αποφυγή πιθανών κινδύνων, όπως η απάτη ή η σύγκρουση συμφερόντων. Ωστόσο, εκτός από το γεγονός ότι η δημοσιοποίηση αυτή θα μπορούσε να θίξει τα έννομα συμφέροντα των μελών της επιτροπής αξιολόγησης (όπως εξηγείται ανωτέρω), η δημοσιοποίηση των ονομάτων των μελών της επιτροπής δεν μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω στόχου, λαμβανομένων υπόψη των εσωτερικών κανόνων της Επιτροπής και των ελέγχων των δηλώσεων σύγκρουσης συμφερόντων των μελών της επιτροπής.

51. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στο ζητούμενο έγγραφο έπρεπε να απορριφθεί, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν απέδειξε την ανάγκη δημοσιοποίησης των εν λόγω δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και δεν μπορούσε να υποτεθεί ότι η κοινοποίησή τους δεν θα έθιγε τα νόμιμα δικαιώματα των ενδιαφερόμενων προσώπων.

52. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, δεδομένου ότι επιδίωξε να αποκτήσει μόνο τα ονόματα "και ίσως τις επαγγελματικές σχέσεις των μελών της επιτροπής", η απόφαση στην υπόθεση Österreichischer Rundfunk και άλλοι που επικαλείται η Επιτροπή ήταν άνευ σημασίας. Η υπόθεση αυτή αφορούσε την πιθανή ζημία που θα μπορούσε να υποστεί ένα πρόσωπο από τη δημοσιοποίηση χρηματοοικονομικών πληροφοριών σχετικών με τον ρόλο του προσώπου σε δημόσια αρχή. Από την άλλη πλευρά, το αίτημα του καταγγέλλοντος είχε ως στόχο να διαπιστωθεί ποιος είναι υπεύθυνος για τη λήψη συγκεκριμένης απόφασης (στην οποία υπάρχει έντονο δημόσιο συμφέρον) εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

53. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι τα μέλη της επιτροπής, τα οποία είναι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες, αναμένεται να είναι αμερόληπτα ανεξάρτητα από το αν τα ονόματά τους δημοσιοποιούνται ή όχι. Προσέθεσε ότι «δεν είναι σαφές πώς, δεδομένου του ισχυρισμού της ίδιας της Επιτροπής ότι εξέτασε διεξοδικά τις δηλώσεις σύγκρουσης συμφερόντων, η διαφάνεια της διαδικασίας θα σήμαινε ότι τα μέλη της ειδικής ομάδας δεν θα ήταν σε θέση να προβούν σε ανεξάρτητες επαγγελματικές αξιολογήσεις. Αν μη τι άλλο, η διαφάνεια γύρω από τη διαδικασία θα διασφάλιζε ότι οι απόψεις και οι αξιολογήσεις εκφράζονται επαγγελματικά με αιτιολογημένη επιχειρηματολογία, αντί για πιο άτυπες απόψεις που θα μπορούσαν να είναι αμφισβητήσιμες και να επηρεάσουν αρνητικά τους πιθανούς προσφέροντες με τρόπο που θα έβλαπτε άδικα την υποβολή προσφορών τους.

54. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι είναι δυνατές οι αυτόκλητες επαφές και πρόσθεσε ότι ένας τέτοιος κίνδυνος υπάρχει ανεξάρτητα από το αν τα ονόματα των μελών της επιτροπής δημοσιοποιούνται. «Γι'αυτό είναι σημαντικό – όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή – να επιλέγει άτομα με τα υψηλότερα επίπεδα προσωπικής ακεραιότητας.« Ωστόσο, όσον αφορά το συγκεκριμένο αίτημα, ο κίνδυνος αυτός δεν προκύπτει από τη λήξη της διαδικασίας υποβολής προσφορών. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι η δημοσίευση των ονομάτων των μελών της επιτροπής είναι απαραίτητη «προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον η αξιολόγηση των προσφορών τους ενδέχεται να έχει επηρεαστεί από τρίτους και/ή αντικατοπτρίζει μια μη ανεξάρτητη γνώμη που θα είχε οδηγήσει τον διατάκτη να λάβει τελική απόφαση η οποία δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί πλήρως».

55. Ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ανάγκη για ανεξάρτητες επαγγελματικές αξιολογήσεις σε μια διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού είναι ζωτικής σημασίας για την επιτυχή εκτέλεση της διαδικασίας και για την ορθή απόφαση σχετικά με την ανάθεση του διαγωνισμού. Δήλωσε ότι η θέση της υποστηρίζεται από πρόσφατη νομολογία [25] η οποία ορίζει ότι «η διαφάνεια γύρω από μια διαδικασία είναι απαραίτητη, όταν οι πληροφορίες (που αφορούν πρόσωπα που έλαβαν μέρος σε διαδικασία λήψης αποφάσεων) πρέπει να γνωστοποιούνται προκειμένου να διασφαλίζεται η διαφάνεια μιας διαδικασίας λήψης αποφάσεων που ενδέχεται να έχει αντίκτυπο στις δραστηριότητες των οικονομικών φορέων». Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαφάνεια είναι αναγκαία προκειμένου να εκτιμηθεί ο τρόπος με τον οποίο η μορφή συμμετοχής κάθε πραγματογνώμονα στη διαδικασία αυτή θα μπορούσε, μέσω της γνώμης του ίδιου του πραγματογνώμονα, να επηρεάσει την απόφαση.

▪ Αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

56. Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί με την Επιτροπή ότι τα ονόματα και οι υπογραφές των μελών της επιτροπής αξιολόγησης συνιστούν σαφώς δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο α) του κανονισμού 45/2001 και ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, ο κανονισμός για την προστασία των δεδομένων εφαρμόζεται πλήρως.

57. Το άρθρο 8 στοιχείο β)[26] του κανονισμού 45/2001 προβλέπει δύο σωρευτικές προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειται η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα [27]. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να διαβιβάζονται μόνο α) εάν ο αποδέκτης αποδεικνύει την αναγκαιότητα διαβίβασης των δεδομένων και β) εάν δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ότι η εν λόγω διαβίβαση θα μπορούσε να βλάψει τα έννομα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων. Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο [28], όποιος ζητεί μια τέτοια μεταφορά πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι είναι αναγκαία. Αν αποδειχθεί αναγκαίο, εναπόκειται στο οικείο θεσμικό όργανο να διαπιστώσει ότι δεν συντρέχει λόγος να υποτεθεί ότι η διαβίβαση αυτή θα μπορούσε να θίξει τα έννομα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων. Αν δεν υπάρχει τέτοιος λόγος, η αιτούμενη μεταφορά πρέπει να πραγματοποιηθεί, ενώ, αν υπάρχει τέτοιος λόγος, το οικείο θεσμικό όργανο πρέπει να σταθμίσει τα διάφορα αντικρουόμενα συμφέροντα προκειμένου να αποφανθεί επί της αιτήσεως προσβάσεως.

▪ Η αναγκαιότητα μεταφοράς των δεδομένων

58. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η δημοσιοποίηση των ονομάτων των μελών της επιτροπής αξιολόγησης είναι απαραίτητη προκειμένου να αρθούν οι ανησυχίες σχετικά με τη διαφθορά και την απάτη και να διασφαλιστεί η διαφάνεια στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Ήθελε να μάθει ποιος ήταν υπεύθυνος για μια απόφαση στην οποία υπάρχει έντονο δημόσιο συμφέρον. Επιθυμεί επίσης να διασφαλίσει ότι τα μέλη της επιτροπής είναι αμερόληπτα και ότι η αξιολόγηση δεν επηρεάζεται από αθέμιτη επιρροή.

59. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι δεν έχει αποδειχθεί η ανάγκη δημοσιοποίησης των εν λόγω δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ότι η δημοσιοποίηση των ονομάτων των μελών της επιτροπής δεν μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία για την επίτευξη του στόχου της διασφάλισης της λογοδοσίας, λαμβανομένων υπόψη των εσωτερικών κανόνων της Επιτροπής και των ελέγχων των δηλώσεων σύγκρουσης συμφερόντων των μελών της επιτροπής.

60. Ο Διαμεσολαβητής κατανοεί ότι η δυσκολία που παρουσιάζουν καταστάσεις όπως η επίμαχη είναι ότι οι αιτούντες δύσκολα μπορούν ποτέ να είναι σε θέση να παράσχουν αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία διαφθοράς, απάτης, έλλειψης αμεροληψίας ή αθέμιτης επιρροής προτού τους παρασχεθούν οι πληροφορίες που αναζητούν. Ως εκ τούτου, τα αιτήματά τους βασίζονται αναγκαστικά σε περισσότερο ή λιγότερο εξειδικευμένες υποψίες που μπορεί να βασίζονται, για παράδειγμα, σε πληροφορίες, ακριβείς ή μη, που κοινοποιούνται από τα μέσα ενημέρωσης. Ωστόσο, όπως αναφέρει το Δικαστήριο στην υπόθεση Επιτροπή κατά Bavarian Lager, οι αιτούντες πρέπει να παρέχουν «ρητή και θεμιτή αιτιολόγηση [s] ή [...] πειστικά επιχειρήματα [s] προκειμένου να αποδείξουν την αναγκαιότητα διαβίβασης των εν λόγω δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» [29].

61. Στην απόφασή του στην υπόθεση ClientEarth και PAN Europe κατά EFSA [30], το Δικαστήριο έκρινε ότι μια γενική αναφορά στη «διαφάνεια» δεν αρκεί για να τεκμηριώσει την ανάγκη απόκτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Από την άλλη πλευρά, το Δικαστήριο δήλωσε επίσης ότι δεν υπάρχει ανάγκη οι αιτούντες να εκφράσουν συγκεκριμένες υποψίες σχετικά με σαφώς προσδιορισμένα άτομα (στην περίπτωση αυτή εμπειρογνώμονες). Ωστόσο, το Δικαστήριο υπαινίχθηκε επίσης ότι οι υπόνοιες αμεροληψίας ή ύπαρξης σύγκρουσης συμφερόντων πρέπει να αιτιολογούνται ευλόγως.

62. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής πρέπει να εξετάσει κατά πόσον ο καταγγέλλων έχει αποδείξει τουλάχιστον ότι υπάρχουν ευλόγως τεκμηριωμένες υπόνοιες διαφθοράς, απάτης, έλλειψης αμεροληψίας ή αθέμιτης επιρροής εκ μέρους των μελών της επιτροπής αξιολόγησης. Με βάση την αξιολόγησή της στη σκέψη 42 ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η καταγγέλλουσα δεν το έπραξε με κανέναν τρόπο. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν απέδειξε την αναγκαιότητα διαβίβασης των δεδομένων σε αυτόν.

63. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν απέδειξε την ανάγκη διαβίβασης των δεδομένων, ο Διαμεσολαβητής δεν χρειάζεται να εξετάσει το ζήτημα της απουσίας βλάβης στα έννομα συμφέροντα των υποκειμένων των δεδομένων.

64. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η άρνηση της Επιτροπής να γνωστοποιήσει τα ονόματα των μελών της επιτροπής αξιολόγησης δεν συνιστά κακοδιοίκηση.

▪ Συγκατάθεση για την αποκάλυψη προσωπικών δεδομένων

▪ Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

65. Η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν ζητήθηκε η συγκατάθεση των μελών της επιτροπής για τη γνωστοποίηση των ονομάτων τους. Υποστήριξε ότι δεν υφίσταται τέτοια υποχρέωση και εξήγησε ότι η Επιτροπή θεωρεί γενικώς ότι τα μέλη των επιτροπών αξιολόγησης έχουν δικαίωμα να προστατεύουν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν, για τους λόγους που εξέθεσε στις παρατηρήσεις της επί του προηγούμενου επιχειρήματος. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μερική πρόσβαση που χορήγησε η ΕΥΕΔ στα έγγραφα αξιολόγησης δικαιολογείται βάσει των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001.

▪ Αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

66. Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί με την Επιτροπή ότι δεν είχε νομική υποχρέωση να ζητήσει τη συγκατάθεση των μελών της επιτροπής για τη δημοσιοποίηση των ονομάτων τους. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί αποτελεσματικά η διαφάνεια και να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη του κοινού στη διοίκηση της ΕΕ, θα συνιστούσε ορθή διοικητική πρακτική εάν, πριν από τον διορισμό προσώπων σε επιτροπή αξιολόγησης δημόσιων συμβάσεων, η Επιτροπή λάμβανε συστηματικά τη συγκατάθεσή τους για τη δημοσιοποίηση των ονομάτων τους. Η γνωστοποίηση των ονομάτων τους κατά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αξιολόγησης θα πρέπει να θεωρείται προϋπόθεση διορισμού. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την οικοδόμηση εμπιστοσύνης του κοινού, τηρώντας παράλληλα πλήρως το εφαρμοστέο δίκαιο. Η Διαμεσολαβήτρια θα υποβάλει σχετική πρόταση κατωτέρω.

Συμπέρασμα

Βάσει της έρευνας σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, η Διαμεσολαβήτρια την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:

Δεν υπήρξε κακοδιοίκηση στη συμπεριφορά της Επιτροπής.

Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

Πρόταση βελτίωσης

Προκειμένου να διασφαλιστεί αποτελεσματικά η διαφάνεια και να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη του κοινού στη διοίκηση της ΕΕ, θα συνιστούσε ορθή διοικητική πρακτική εάν, πριν από τον διορισμό προσώπων σε επιτροπή αξιολόγησης δημόσιων συμβάσεων, η Επιτροπή λάμβανε συστηματικά τη συγκατάθεσή τους για τη δημοσιοποίηση των ονομάτων τους. Η γνωστοποίηση αυτή κατά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αξιολόγησης θα πρέπει να θεωρείται προϋπόθεση διορισμού.

η Έμιλι Ο'Ράιλι

Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής

Στρασβούργο, 19/12/2016

 

[1] Η Access Info Europe είναι οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων με έδρα τη Μαδρίτη. Είναι αφιερωμένη στην προώθηση και την προστασία του δικαιώματος πρόσβασης σε πληροφορίες.

[2] Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).

[3] Δηλαδή, τους γενικούς όρους αναφοράς, τα έγγραφα του διαγωνισμού που περιέχουν τις οδηγίες προς τους προσφέροντες και τους κανόνες σύναψης συμβάσεων.

[4] Αιτιολογία Το άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001 ορίζει ότι «[τ]α θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο η γνωστοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία:

- τα εμπορικά συμφέροντα φυσικού ή νομικού προσώπου, συμπεριλαμβανομένης της πνευματικής ιδιοκτησίας,

...

εκτός εάν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση.»

[5] Η αντιπροσωπεία παρέπεμψε στο άρθρο 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1049/2001, το οποίο ορίζει τα εξής: «Η πρόσβαση σε έγγραφο που περιέχει γνώμες για εσωτερική χρήση στο πλαίσιο συζητήσεων και προκαταρκτικών διαβουλεύσεων εντός του οικείου θεσμικού οργάνου απορρίπτεται ακόμη και μετά τη λήψη της απόφασης, εάν η δημοσιοποίηση του εγγράφου θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου, εκτός εάν για τη δημοσιοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον.»

[6] Το άρθρο 4, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής: «[τ]α θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο η γνωστοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία:

...

β) της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου, ιδίως σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.»

[7] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.

[8] Αιτιολογία Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2010, Επιτροπή κατά Bavarian Lager, C-28/08 P, ECLI:EU:C:2010:378, σκέψεις 63-65.

[9] Αιτιολογία Το άρθρο 339 της ΣΛΕΕ ορίζει ότι «[τ]α μέλη των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, τα μέλη των επιτροπών, καθώς και οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό της Ένωσης υποχρεούνται, ακόμη και μετά τη λήξη των καθηκόντων τους, να μην αποκαλύπτουν πληροφορίες που καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο, ιδίως πληροφορίες σχετικές με επιχειρήσεις, τις επιχειρηματικές τους σχέσεις ή τα κοστολογικά τους στοιχεία».

[10] Για παράδειγμα, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το 2003 ο Ιρλανδός Επίτροπος για την Ελευθερία της Πληροφόρησης αποφάνθηκε ότι οι πληροφορίες σε συμβάσεις μεταξύ της κυβέρνησης και ιδιωτικών εταιρειών θα μπορούσαν να δημοσιοποιηθούν, ακόμη και αν είχαν τη δυνατότητα να βλάψουν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της εν λόγω εταιρείας, ακριβώς λόγω του δημόσιου συμφέροντος να παρέχονται τέτοιες πληροφορίες και να γνωρίζουν πώς δαπανώνται οι δημόσιοι πόροι.

[11] Απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Οκτωβρίου 2013, Συμβούλιο κατά Access Info Europe, C-280/11 P, ECLI:EU:C:2013:671.

[12] Άρθρο 1 στοιχείο α) του κανονισμού 1049/2001.

[13] Απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Δεκεμβρίου 2007, Σουηδία κατά Επιτροπής, C-64/05 P, ECLI:EU:C:2007:802, σκέψη 66 και απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Φεβρουαρίου 2007, Sison κατά Συμβουλίου, C-266/05 P, ECLI:EU:C:2007:75, σκέψη 63.

[14] Απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Δεκεμβρίου 2001, Συμβούλιο κατά Hautala, C-353/99 P, ECLI:EU:C:2001:661, σκέψη 28.

[15] Απόφαση Συμβούλιο κατά Access Info Europe, όπ.π., ECLI:EU:C:2013:671, σκέψη 11 (η υπογράμμιση δική μου).

[16] Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 29ης Ιανουαρίου 2013, Cosepuri κατά EFSA, T-339/10 και T-532/10, ECLI:EU:T:2013:38.

[17] Κανονισμός (ΕΕ) 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της κοινής γεωργικής πολιτικής και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 352/78, (ΕΚ) αριθ. 165/94, (ΕΚ) αριθ. 2799/98, (ΕΚ) αριθ. 814/2000, (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 και (ΕΚ) αριθ. 485/2008 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 549).

[18] http://bankwatch.org/documents/bridging_gap_05_05.pdf (σελίδες 13-15).

[19] Απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 2010, Σουηδία και λοιποί κατά API και Επιτροπής, C-514/07 P, C-528/07 P και C-532/07 P, ECLI:EU:C:2010:541, σκέψη 156.

[20] Προαναφερθείσα απόφαση Σουηδία κ.λπ. κατά API και Επιτροπής, ECLI:EU:C:2010:541, σκέψη 158.

[21] Το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ότι «[τ]α θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο η γνωστοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία: ... της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου, ιδίως σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.»

[22] Το άρθρο 2 στοιχείο α) του κανονισμού 45/2001 ορίζει ότι ως «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» νοούνται οι πληροφορίες που αφορούν φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί.»

[23] Απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Μαΐου 2003, Österreichischer Rundfunk κ.λπ., C-465/00, C-138/01 και C-139/01, ECLI:EU:C:2003:294, σκέψη 73.

[24] Απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2010, Επιτροπή κατά Bavarian Lager, C-28/08 P, ECLI:EU:C:2010:378.

[25] Απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Ιουλίου 2015, ClientEarth και PAN Europe κατά EFSA, C-615/13 P, ECLI:EU:C:2015:489.

[26] Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή θα επικεντρωθεί στο άρθρο 8 στοιχείο β) της οδηγίας 45/2001.

[27] Βλ. την προαναφερθείσα απόφαση ClientEarth και PAN Europe κατά EFSA, ECLI:EU:C:2015:489, σκέψη 46.

[28] Βλ. την προαναφερθείσα απόφαση ClientEarth και PAN Europe κατά EFSA, ECLI:EU:C:2015:489, σκέψη 47 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.

[29] Προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Bavarian Lager, ECLI:EU:C:2010:378, σκέψη 78.

[30] Απόφαση ClientEarth και PAN Europe κατά EFSA, όπ.π., ECLI:EU:C:2015:489. Βλ., ιδίως, σκέψεις 50-53 και 57.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!