FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση στην υπόθεση 721/2015/OV σχετικά με την άρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να θεωρήσει τις πληρωμές μερισμάτων ως επιλέξιμες δαπάνες προσωπικού ενός έργου

Ο καταγγέλλων είναι ΜΜΕ που συμμετείχε ως δικαιούχος σε έργο της Επιτροπής. Αμοιβάζει το προσωπικό της εν μέρει μέσω της καταβολής μερισμάτων. Όταν το 2014 η Επιτροπή απέρριψε μέρος των δαπανών προσωπικού του καταγγέλλοντος ως μη επιλέξιμο, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή είχε προηγουμένως εγκρίνει το μοντέλο αμοιβής του και ότι, ως εκ τούτου, είχε δικαιολογημένη προσδοκία ότι οι δαπάνες προσωπικού του θα αποδίδονταν αναλόγως. Ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.

Μετά από εξέταση του φακέλου της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι η Επιτροπή δεν είχε εγκρίνει ρητά το μοντέλο αμοιβής του καταγγέλλοντος και ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την ύπαρξη δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι η θέση της Επιτροπής ήταν νομικά ορθή και σύμφωνη με τη συμφωνία επιχορήγησης. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε επίσης ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να επιδείξει μεγαλύτερη επιμέλεια και προειδοποίησε τον καταγγέλλοντα, κατά τη συμμετοχή του στο έργο, ότι το μοντέλο αμοιβής του δεν θα ήταν αποδεκτό. Σε νέα επιστολή προς τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της στον καταγγέλλοντα για την εξέλιξη των γεγονότων, αλλά εξέφρασε επίσης την ελπίδα ότι ο καταγγέλλων θα συνεχίσει να συμμετέχει στο έργο. Ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή κατά τον χειρισμό της εν λόγω υπόθεσης, αν και ήταν ατυχές το γεγονός ότι ο καταγγέλλων κατανόησε ότι το μοντέλο αμοιβής του θα γινόταν αποδεκτό από την Επιτροπή.

Το ιστορικό της καταγγελίας

1. Ο καταγγέλλων είναι ΜΜΕ (απασχολεί 6 άτομα) η οποία συμμετείχε, ως μέλος κοινοπραξίας και δικαιούχος, σε έργο που υλοποιείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο του προγράμματος για την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία (CIP).

2. Η συμφωνία επιχορήγησης υπεγράφη στις 23 Μαΐου 2012 μεταξύ της Επιτροπής και του επικεφαλής της κοινοπραξίας, της εταιρείας Χ που ενεργούσε ως συντονιστής (εφεξής «ο συντονιστής»). Το έργο ξεκίνησε την 1η Σεπτεμβρίου 2012 και είχε προγραμματιστεί να διαρκέσει 3 ½ έτη (42 μήνες).

3. Στις αρχές Σεπτεμβρίου 2012, ο καταγγέλλων ήρθε σε επαφή με τον συντονιστή προκειμένου να συμμετάσχει στο έργο ως αντικαταστάτης του δικαιούχου αριθ. 6. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή είχε ζητήσει από τον συντονιστή να λάβει από τον καταγγέλλοντα τα απαιτούμενα νομοθετικά έγγραφα. Στις 3-5 Σεπτεμβρίου 2012, ο συντονιστής και ο καταγγέλλων αντάλλαξαν ηλεκτρονικά μηνύματα προκειμένου να προετοιμάσουν τα ζητούμενα έγγραφα, συμπεριλαμβανομένου του αναθεωρημένου προϋπολογισμού. Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, ο καταγγέλλων απέστειλε στον συντονιστή την πολιτική αποδοχών του («Αποδοχές και επιστροφές για το προσωπικό του έργου»[1], με ημερομηνία 31 Αυγούστου 2012). Στις 5 Σεπτεμβρίου 2012, ο συντονιστής διαβίβασε στην Επιτροπή τον αναθεωρημένο προϋπολογισμό του έργου. Επισήμανε, ωστόσο, ότι οι υπάλληλοι του καταγγέλλοντος δεν πληρώνονται με κανονικούς μισθούς, αλλά με «επιδόματα επιτυχίας» και ρώτησε αν το κατ' αποκοπή ποσοστό που χρησιμοποιήθηκε στον προϋπολογισμό ήταν αποδεκτό. Ο συντονιστής επισύναψε αντίγραφο της πολιτικής αποδοχών του καταγγέλλοντος. Στις 17 Σεπτεμβρίου 2012, ο συντονιστής απέστειλε στην Επιτροπή υπογεγραμμένο αντίγραφο της τροποποίησης της σύμβασης μαζί με τα «πρωτότυπα έγγραφα που ζητήθηκαν για την ένταξη [του καταγγέλλοντος] στην κοινοπραξία»(έντυπο νομικής οντότητας για τον καταγγέλλοντα, εντολή υπογεγραμμένη από τον καταγγέλλοντα, διάφορα έντυπα και αναθεωρημένος προϋπολογισμός, μη συμπεριλαμβανομένης όμως της πολιτικής αποδοχών).

4. Στις 17 και 26 Σεπτεμβρίου 2012, ο συντονιστής και η Επιτροπή υπέγραψαν τροποποίηση («τροποποίηση σύμβασης αριθ. 1») της συμφωνίας επιχορήγησης με την οποία ο καταγγέλλων συμπεριλήφθηκε ως δικαιούχος στο έργο. Στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, ο συντονιστής ενημέρωσε σχετικά τον καταγγέλλοντα.

5. Ο καταγγέλλων ολοκλήρωσε τις εργασίες και στη συνέχεια υπέβαλε τις δηλώσεις δαπανών του για την πρώτη περίοδο του έργου.

6. Μεταξύ Φεβρουαρίου και Απριλίου 2014, ο καταγγέλλων, ο συντονιστής και ο οικονομικός υπεύθυνος της Επιτροπής αντάλλαξαν ηλεκτρονικά μηνύματα σχετικά με την επιλεξιμότητα των δαπανών προσωπικού του καταγγέλλοντος. Η Επιτροπή επισήμανε στον καταγγέλλοντα ότι μόνο οι πραγματικοί μισθοί που πράγματι καταβλήθηκαν στο προσωπικό της ήταν επιλέξιμοι ως δαπάνες προσωπικού. Ωστόσο, ο καταγγέλλων εξήγησε ότι το προσωπικό του πληρώνεται ως μερίσματα: ο καταγγέλλων λαμβάνει εισόδημα από τους πελάτες του ως αμοιβή για την εργασία που εκτελούν οι υπάλληλοί του και τα κέρδη που προκύπτουν από το εισόδημα αυτό κατανέμονται στη συνέχεια στον/στους εργαζόμενο/-ους που εκτέλεσε/-αν την εργασία.

7. Σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 8ης Απριλίου 2014, ο οικονομικός υπεύθυνος της Επιτροπής ενημέρωσε τον συντονιστή ότι, όσον αφορά τις δαπάνες προσωπικού του καταγγέλλοντος, ήταν επιλέξιμες μόνο 70 952,56 EUR από 128 202,15 EUR.

8. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων είχε μακρά ανταλλαγή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με τον οικονομικό διευθυντή της Επιτροπής, προκειμένου να εξευρεθεί λύση όσον αφορά τις απορριφθείσες δαπάνες προσωπικού. Στις 16 Οκτωβρίου 2014, ο καταγγέλλων και ο συντονιστής είχαν συνάντηση με τον οικονομικό διευθυντή και έναν άλλο υπάλληλο της ΓΔ Επιχειρήσεων. Κατά τη συνεδρίαση αυτή - σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα - ο οικονομικός διευθυντής παραδέχθηκε ότι δεν είχε διαβάσει τα στοιχεία που είχε υποβάλει ο καταγγέλλων τον Σεπτέμβριο του 2012 σχετικά με το μοντέλο αμοιβής του, ενώ ο άλλος υπάλληλος, σύμφωνα πάντα με τον καταγγέλλοντα, εξέφρασε την άποψη ότι ο καταγγέλλων είχε δικαιολογημένη προσδοκία ότι θα ακολουθηθεί το μοντέλο αμοιβής του και ότι οι δαπάνες του έργου του θα πρέπει να επιστραφούν πλήρως, τουλάχιστον έως την ημερομηνία της εν λόγω συνεδρίασης. Σύμφωνα με τα πρακτικά που συνέταξε ο συντονιστής, οι υπάλληλοι της ΓΔ Επιχειρήσεων θα επικοινωνούσαν με τη ΓΔ Προϋπολογισμού για να δώσουν συνέχεια στα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος ότι i) τα μερίσματα που καταβάλλονται στους υπαλλήλους της δεν μπορούν να θεωρηθούν κέρδος επί του κεφαλαίου, αλλά αμοιβή για εργασία και ii) η Επιτροπή τον Σεπτέμβριο του 2012 είχε εγκρίνει το μοντέλο αμοιβής του καταγγέλλοντος όταν προσχώρησε στο έργο.

9. Σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 6ης Νοεμβρίου 2014 προς τον καταγγέλλοντα, ο οικονομικός υπάλληλος απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ότι οι δαπάνες για την πρώτη περίοδο θα γίνονταν δεκτές όπως υποβλήθηκαν αρχικά με βάση την «πτυχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης της μεταξύ μας επικοινωνίας». Δήλωσε ότι «δεν αποδεχόταν σαφώς το σύστημα αμοιβών [του καταγγέλλοντος], ακόμη και αν παραδεχόμουν ότι η διατύπωσή μου ήταν διφορούμενη».

10. Στις 5 Φεβρουαρίου 2015, ο δημοσιονομικός υπάλληλος ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η ΓΔ Προϋπολογισμού εμμένει στη θέση της, η οποία είναι η ακόλουθη: «Επιβεβαιώνουμε ότι τα μερίσματα δεν αποτελούν ποτέ επιλέξιμες δαπάνες, συμπεριλαμβανομένου του τομέα «δαπάνες προσωπικού» όταν διανέμονται στους εργαζομένους. Αυτή η μη επιλεξιμότητα εξακολουθεί να ισχύει ακόμη και αν η διανομή μερισμάτων στους εργαζομένους είναι σύμφωνη με τη συνήθη πολιτική του δικαιούχου. Πράγματι, τα εν λόγω μερίσματα δεν αποτελούν «κόστος» κατά την έννοια του τίτλου VI του δημοσιονομικού κανονισμού ούτε συνδέονται με την υλοποίηση της δράσης (βασίζονται στις συνολικές επιδόσεις της δικαιούχου οντότητας).

Η θέση μας παραμένει η ίδια ακόμη και στη συγκεκριμένη περίπτωσή σας, δηλαδή ακόμη και αν, σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρείας, το ποσό των μερισμάτων που πρέπει να καταβληθεί σε έναν εργαζόμενο μέτοχο εξαρτάται από το εισόδημα της εταιρείας που παράγεται από την εργασία του εν λόγω εργαζόμενου μετόχου. Κατά γενικό κανόνα, οι πράξεις που σχετίζονται με τα κέρδη ή τα κέρδη ενός δικαιούχου (π.χ. διάθεση καθαρού εισοδήματος σε αποθεματικά, διανομή μερισμάτων) δεν συνεπάγονται δαπάνες κατά την έννοια του τίτλου VI του δημοσιονομικού κανονισμού. Τα μερίσματα δεν είναι έξοδα ή δαπάνες (επομένως δεν θα εμφανίζονται στον λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσης), ακόμη και όταν διανέμονται στους εργαζομένους. Ως εκ τούτου, δεν συνεπάγονται καμία επιλέξιμη δαπάνη».

11. Στις 16 Φεβρουαρίου 2015, ο καταγγέλλων δήλωσε απογοητευμένος, αλλά όχι έκπληκτος, από τις απόψεις της ΓΔ Προϋπολογισμού. Ωστόσο, υποστήριξε ότι ανέμενε από την Επιτροπή να ικανοποιήσει τον ισχυρισμό της σχετικά με τις δαπάνες προσωπικού, δεδομένου ότι είχε υποβάλει τις πληροφορίες σχετικά με το μοντέλο αμοιβής της πριν λάβει την έγκριση της Επιτροπής για να συμμετάσχει στο έργο. Ο καταγγέλλων, αναφερόμενος εκ νέου στις θεμιτές προσδοκίες του, ζήτησε από την Επιτροπή να του επιστρέψει τα έξοδα προσωπικού για το πρώτο έτος του έργου.

12. Στις 26 Φεβρουαρίου 2015, ο οικονομικός διευθυντής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η αρμόδια μονάδα εξακολουθούσε να διερευνά τη δυνατότητα τροποποίησης της θέσης της και ότι ο καταγγέλλων μπορούσε να απευθυνθεί είτε στον Διαμεσολαβητή είτε να κινήσει νομικές διαδικασίες. Μη ικανοποιημένος από την απάντηση της Επιτροπής, στις 28 Απριλίου 2015, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.

Η έρευνα

13. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με την καταγγελία και εντόπισε τον ακόλουθο ισχυρισμό και ισχυρισμό:

Ισχυρισμός:

Η Επιτροπή εσφαλμένα απέρριψε ως μη επιλέξιμο μέρος των δαπανών προσωπικού του καταγγέλλοντος για το έργο.

Αίτημα:

Η Επιτροπή θα πρέπει να επιστρέψει τις δαπάνες προσωπικού του καταγγέλλοντος σύμφωνα με το μοντέλο αμοιβής του καταγγέλλοντος, για την περίοδο έως τις 16 Οκτωβρίου 2014, και να επιτρέψει στον καταγγέλλοντα είτε i) να αλλάξει σε νέο μοντέλο λειτουργίας προκειμένου να συνεχίσει το έργο είτε, εναλλακτικά, ii) να αποσυρθεί από το έργο με πλήρη εξόφληση όλων των δαπανών του.

14. Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε τον φάκελο της Επιτροπής στις 7 Σεπτεμβρίου 2015. Στις 9 Σεπτεμβρίου 2015 διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα και στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με τον έλεγχο. Στις 22 Σεπτεμβρίου, στις 8 και στις 9 Οκτωβρίου 2015, ο καταγγέλλων υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με την έκθεση επιθεώρησης. Στις 20 Οκτωβρίου 2015, η Διαμεσολαβήτρια πληροφορήθηκε από τον καταγγέλλοντα ότι είχε συμμετάσχει σε δύο άλλα (ολοκληρωμένα) έργα που εκτελούσαν επιτυχώς με την Επιτροπή. Στις 4 Νοεμβρίου 2015, οι υπηρεσίες της Διαμεσολαβήτριας συναντήθηκαν εκ νέου με τις υπηρεσίες της Επιτροπής (Γενική Διεύθυνση Εσωτερικής Αγοράς, Βιομηχανίας, Επιχειρηματικότητας και ΜΜΕ - ΓΔ GROW) για να διερευνήσουν πιθανές λύσεις στην υπόθεση. Μετά τη συνάντηση αυτή, η Επιτροπή απέστειλε στις 27 Νοεμβρίου 2015 επιστολή στον καταγγέλλοντα εκφράζοντας τη λύπη της για τυχόν παρανοήσεις που ενδέχεται να έχουν προκύψει. Ο καταγγέλλων απέστειλε ορισμένες σύντομες παρατηρήσεις στον Διαμεσολαβητή την 1η και 14η Δεκεμβρίου 2015. Στις 15 Δεκεμβρίου 2015, η Διαμεσολαβήτρια πληροφορήθηκε από τον καταγγέλλοντα ότι το εν λόγω έργο ήταν το πρώτο έργο με χρηματοδότηση της ΕΕ στο οποίο είχε συμμετάσχει. Κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα και τις γνώμες που προέβαλαν τα μέρη.

Εικαζόμενη εσφαλμένη απόρριψη των δαπανών προσωπικού

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

15. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, πριν από την ένταξη στο έργο και την υπογραφή της τροποποίησης της συμφωνίας επιχορήγησης, i) ενημέρωσε την Επιτροπή (μέσω του συντονιστή) σχετικά με το μοντέλο αμοιβής του προσωπικού του, ii) η Επιτροπή ενέκρινε το εν λόγω μοντέλο και iii) ο καταγγέλλων είχε συνεπώς το δικαίωμα να αναμένει ότι η Επιτροπή θα επιστρέψει αναλόγως τις δαπάνες προσωπικού του.

16. Κατά τον έλεγχο, η Επιτροπή δήλωσε ότι τα ποσά που ανέφερε ο καταγγέλλων στην καταγγελία του (δηλαδή ότι η Επιτροπή φέρεται να είχε αποδεχθεί μόνο 85 000 ευρώ από τα 122 459 ευρώ) δεν ήταν ακριβή και ότι, μετά από διόρθωση από τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή είχε συμφωνήσει να καταβάλει 70 952,56 ευρώ από τα 128 202,15 ευρώ [2]. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι η επιλεξιμότητα των ειδικών δαπανών δεν επαληθεύεται κατά τη στιγμή της υπογραφής της συμφωνίας επιχορήγησης, αλλά μόνο αργότερα όταν ο δικαιούχος υποβάλει την ενδιάμεση έκθεση και την αίτηση πληρωμής.

17. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν είχε παράσχει αντίγραφα της σχετικής αλληλογραφίας (επιστολές/ηλεκτρονικά μηνύματα) για να αποδείξει ότι το μοντέλο αμοιβής του είχε εγκριθεί από την Επιτροπή, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή επιθεώρησαν την αλληλογραφία στον φάκελο της Επιτροπής. Ωστόσο, η Επιτροπή παρατήρησε ότι την εποχή εκείνη δεν είχαν καταχωριστεί όλα τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που ανταλλάχθηκαν με τον συντονιστή και τον καταγγέλλοντα, αλλά μόνο εκείνα που είχαν τη μεγαλύτερη σημασία για το εν λόγω έργο.

18. Στην επιστολή της 27ης Νοεμβρίου 2015 προς τον καταγγέλλοντα, η οποία αναφερόταν στις συζητήσεις με τον Διαμεσολαβητή σχετικά με τις δαπάνες προσωπικού του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι ο καταγγέλλων είχε την εντύπωση ότι οι αποδοχές του προσωπικού που καταβάλλονται ως μερίσματα θα μπορούσαν με οποιονδήποτε τρόπο να θεωρηθούν επιλέξιμες. Η Επιτροπή δήλωσε ότι, στο πλαίσιο της αίτησής της, τον Σεπτέμβριο του 2012 η καταγγέλλουσα είχε υποβάλει τα νόμιμα έγγραφά της, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής αποδοχών της. Η Επιτροπή δήλωσε ότι, σύμφωνα με τους κανόνες και τις διαδικασίες που ισχύουν για τις επιχορηγήσεις του ΠΑΚ, υποχρεούται να επαληθεύει το νομικό καθεστώς του δικαιούχου και τη συμμόρφωση με τα κριτήρια επιλογής, εξετάζοντας τα έγγραφα που υποβάλλουν οι δυνητικοί δικαιούχοι. Ωστόσο, η Επιτροπή εξήγησε ότι η επιλεξιμότητα των δαπανών αξιολογείται σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή κατά την παραλαβή των πραγματικών δηλώσεων δαπανών, και σύμφωνα με τους όρους επιλεξιμότητας της συμφωνίας επιχορήγησης. Η Επιτροπή διαβεβαίωσε τον καταγγέλλοντα ότι είχε καταβάλει ειλικρινείς προσπάθειες για να διερευνήσει διεξοδικά τους ισχυρισμούς του. Εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι δεν μπορεί να καταλήξει σε άλλο συμπέρασμα εκτός από το ότι η αμοιβή υπό μορφή μερισμάτων δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως επιλέξιμη δαπάνη βάσει της συμφωνίας επιχορήγησης. Υποστήριξε ότι - δεδομένης της ανάγκης να διασφαλιστεί η ίση μεταχείριση των δικαιούχων χρηματοδότησης από την ΕΕ - δεν θα μπορούσε να αποκλίνει από τους γενικούς όρους. Η Επιτροπή ήλπιζε ότι ο καταγγέλλων θα συνέχιζε παρ' όλα αυτά τη συμμετοχή του στο σχέδιο.

19. Στις προηγούμενες παρατηρήσεις του σχετικά με την έκθεση επιθεώρησης του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι, παρόλο που ούτε ο ίδιος ούτε ο συντονιστής μπορούσαν να βρουν αντίγραφο του σχετικού ηλεκτρονικού μηνύματος, είχε ενημερωθεί από τον συντονιστή ότι η Επιτροπή είχε συμφωνήσει ότι ο συντονιστής θα πρέπει να υποβάλει τροποποίηση της συμφωνίας επιχορήγησης ώστε να μπορέσει ο καταγγέλλων να συμμετάσχει στο έργο. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι η τροποποίηση της συμφωνίας επιχορήγησης υπεγράφη στη συνέχεια από την Επιτροπή αποτελούσε σαφή ένδειξη ότι δόθηκε έγκριση. Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι, δεδομένου ότι δεν ενημερώθηκε ότι το μοντέλο λειτουργίας του δεν ήταν αποδεκτό από την Επιτροπή, ήταν εύλογο να πιστεύει ότι η συμπερίληψή του στη συμφωνία επιχορήγησης είχε γίνει βάσει των πληροφοριών που είχε παράσχει. Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε εύλογη προσδοκία ότι οι δαπάνες προσωπικού που πραγματοποίησε, με βάση το μοντέλο αμοιβής της, θα ήταν επιλέξιμες. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την επιστολή της Επιτροπής της 27ης Νοεμβρίου 2015, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η επιστολή δεν αντιμετώπιζε το ζήτημα ότι η Επιτροπή δεν τον είχε ενημερώσει το 2012 ότι το μοντέλο αμοιβής του δεν θα ήταν αποδεκτό.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

20. Η τελική θέση της Επιτροπής επί του θέματος εκτίθεται στο ηλεκτρονικό μήνυμα του δημοσιονομικού υπαλλήλου της 5ης Φεβρουαρίου 2015, στο οποίο ο καταγγέλλων ενημερώθηκε ότι η ΓΔ Προϋπολογισμού ενέμεινε στη θέση της ότι τα μερίσματα ως αμοιβή των εργαζομένων δεν γίνονται δεκτά ως επιλέξιμες δαπάνες. Αυτό επιβεβαιώθηκε στην τελευταία επιστολή της Επιτροπής προς τον καταγγέλλοντα της 27ης Νοεμβρίου 2015. Σύμφωνα με τη ΓΔ Προϋπολογισμού, οι πράξεις που σχετίζονται με τα κέρδη ή τα κέρδη ενός δικαιούχου (όπως η διανομή μερισμάτων) δεν συνιστούν δαπάνες. Ο Διαμεσολαβητής, πέραν του ότι επισημαίνει ότι τα μερίσματα είναι εξ ορισμού κέρδη και επομένως όχι δαπάνες, θεωρεί ότι η θέση της Επιτροπής είναι ορθή και σύμφωνη με τη συμφωνία επιχορήγησης που προβλέπει (άρθρο II.14.2 των Ειδικών Όρων) ότι οι επιλέξιμες άμεσες δαπάνες περιλαμβάνουν «τις δαπάνες του προσωπικού που απασχολείται στη δράση, οι οποίες περιλαμβάνουν τους πραγματικούς μισθούς συν τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και άλλες νόμιμες δαπάνες που περιλαμβάνονται στις αποδοχές...». Επομένως, η καταβολή μερισμάτων δεν καλύπτεται από τη διάταξη αυτή. Το άρθρο II.14.4 των Ειδικών Όρων προβλέπει επίσης ότι «δεν θεωρούνται επιλέξιμες οι ακόλουθες δαπάνες: απόδοση κεφαλαίου», η οποία φαίνεται να καλύπτει την καταβολή μερισμάτων. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η τροποποίηση της συμφωνίας επιχορήγησης, η οποία επέτρεψε στον καταγγέλλοντα να καταστεί δικαιούχος του έργου, αναφερόταν συγκεκριμένα στους όρους επιλεξιμότητας που προβλέπονται στο άρθρο II.14 (βλ. άρθρο 4 της τροποποίησης).

21. Ωστόσο, ο κύριος ισχυρισμός του καταγγέλλοντος είναι ότι, πριν από την ένταξη στο σχέδιο και την υπογραφή της τροποποίησης της συμφωνίας επιχορήγησης, είχε ήδη ενημερώσει την Επιτροπή (μέσω του συντονιστή) για το μοντέλο αμοιβής του προσωπικού του, ότι η Επιτροπή είχε εγκρίνει το μοντέλο αυτό και ότι, ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων είχε τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι η Επιτροπή θα αποδώσει αναλόγως τις δαπάνες προσωπικού του. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το σφάλμα συνίστατο στο ότι ο οικονομικός διευθυντής δεν διάβασε (αρκετά προσεκτικά) τις πληροφορίες που υπέβαλε τον Σεπτέμβριο του 2012 σχετικά με το μοντέλο αποδοχών του.

22. Συναφώς, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, στο ηλεκτρονικό του μήνυμα της 6ης Νοεμβρίου 2014, ο οικονομικός διευθυντής - μολονότι παραδέχθηκε ότι η διατύπωση που είχε χρησιμοποιήσει προηγουμένως ήταν διφορούμενη - δήλωσε σαφώς στον καταγγέλλοντα ότι δεν είχε αποδεχθεί το μοντέλο αποδοχών του. Παρά το συγκεκριμένο αίτημα του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε στοιχεία, όπως ηλεκτρονικό μήνυμα, που να αποδεικνύουν ότι ο οικονομικός διευθυντής είχε εγκρίνει σε κάποια χρονική στιγμή το μοντέλο αποδοχών του. Το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι η υπογραφή της τροποποίησης της συμφωνίας επιχορήγησης σήμαινε ότι το μοντέλο αμοιβής του είχε εγκριθεί σιωπηρά και ότι, ως εκ τούτου, οι πληρωμές μερισμάτων θα ήταν επιλέξιμες, δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, η τροποποίηση της συμφωνίας επιχορήγησης δεν περιέχει καμία αναφορά στο μοντέλο αμοιβής του καταγγέλλοντος· αντιθέτως, αναφέρεται στους όρους επιλεξιμότητας της συμφωνίας επιχορήγησης που είναι οι σχετικές διατάξεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη [3].  

23. Επιπλέον, όπως εξήγησε η Επιτροπή, η επιλεξιμότητα των δαπανών αξιολογείται μετά την (μερική) ολοκλήρωση του έργου και την υποβολή από τον δικαιούχο των σχετικών εκθέσεων και οικονομικών καταστάσεων και όχι κατά τη στιγμή της υπογραφής της συμφωνίας επιχορήγησης ή των τροποποιήσεών της. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, για να είναι επιλέξιμες, οι δαπάνες πρέπει να έχουν όντως πραγματοποιηθεί. Ως εκ τούτου, η υπογραφή της συμφωνίας επιχορήγησης δεν παρέχει στον δικαιούχο το δικαίωμα εγγυημένης επιστροφής ορισμένων δαπανών. Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και αν το μοντέλο αμοιβής του καταγγέλλοντος είχε εγκριθεί από την Επιτροπή (πράγμα που δεν ίσχυε), ο καταγγέλλων δεν είχε δικαίωμα να αναμένει ότι, καταρχήν, οι πληρωμές μερισμάτων θα ήταν επιλέξιμες.

24. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Για να υπάρχει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη πρέπει να πληρούνται σωρευτικά τρεις προϋποθέσεις. Πρώτον, πρέπει να παρέχονται στον ενδιαφερόμενο συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις προερχόμενες από εξουσιοδοτημένες και αξιόπιστες πηγές. Δεύτερον, οι παρεχόμενες διαβεβαιώσεις πρέπει να είναι σύμφωνες με τους εφαρμοστέους κανόνες. Τρίτον, οι διαβεβαιώσεις αυτές πρέπει να είναι ικανές να δημιουργήσουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στον αποδέκτη τους.

25. Εν προκειμένω, είναι πρόδηλο ότι δεν πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις. Πρώτον, δεν αποδείχθηκε ότι δόθηκαν στον καταγγέλλοντα συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις ότι θα μπορούσε να ζητήσει την επιστροφή των δαπανών προσωπικού του βάσει της καταβολής μερισμάτων. Ακόμη και αν ο καταγγέλλων μπορούσε να αποδείξει ότι είχε λάβει τη σιωπηρή έγκριση από τον οικονομικό διευθυντή του μοντέλου αποδοχών του, η έγκριση αυτή δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις».

26. Δεύτερον, και πιο σημαντικό, ωστόσο, οι διαβεβαιώσεις πρέπει να συμμορφώνονται με τους ισχύοντες κανόνες. Στην προκειμένη περίπτωση, το είδος των διαβεβαιώσεων που ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι έλαβε - δηλαδή ότι θα μπορούσε να επιτύχει την επιστροφή των δαπανών προσωπικού του βάσει της καταβολής μερισμάτων - θα ήταν σαφώς αντίθετο προς τους ισχύοντες κανόνες, δηλαδή το άρθρο II.14 των ειδικών όρων της συμφωνίας επιχορήγησης.

27. Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η θέση της Επιτροπής είναι νομικά ορθή και σύμφωνη με τις διατάξεις της συμφωνίας επιχορήγησης.

28. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή ενήργησε νόμιμα απορρίπτοντας τα μερίσματα ως επιλέξιμες δαπάνες προσωπικού, η Επιτροπή θα μπορούσε να επιδείξει μεγαλύτερη επιμέλεια τον Σεπτέμβριο του 2012, όταν ο καταγγέλλων, μέσω του συντονιστή, υπέβαλε στην Επιτροπή τα νόμιμα έγγραφά του και το μοντέλο αμοιβής του. Αυτό έδωσε την ευκαιρία στην Επιτροπή να εντοπίσει ένα πρόβλημα με το μοντέλο αμοιβής και να ειδοποιήσει τον καταγγέλλοντα για την ύπαρξη αυτού του προβλήματος. Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι, υπό κανονικές συνθήκες, η Επιτροπή δεν θα είχε ελέγξει συγκεκριμένα το μοντέλο αμοιβής σε εκείνο το σημείο. Από την άλλη πλευρά, ο συντονιστής, εξ ονόματος του καταγγέλλοντος, ρώτησε την Επιτροπή αν το μοντέλο αμοιβής θα ήταν αποδεκτό. Αυτό υποδηλώνει ότι υπήρχαν αμφιβολίες ως προς το αν το μοντέλο αμοιβής θα ήταν αποδεκτό. Η Διαμεσολαβήτρια συζήτησε το θέμα αυτό με την Επιτροπή στις 4 Νοεμβρίου 2015, με αποτέλεσμα η Επιτροπή να αποστείλει στον καταγγέλλοντα νέα επιστολή στις 27 Νοεμβρίου 2015. Στην εν λόγω επιστολή, η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι ο καταγγέλλων πίστευε ότι το μοντέλο αποδοχών του προσωπικού του, το οποίο βασίζεται στην καταβολή μερισμάτων, θα ήταν αποδεκτό. Η Επιτροπή εξέφρασε επίσης τη λύπη της για το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να καταλήξει σε άλλο συμπέρασμα εκτός από το ότι τα μερίσματα, ως δαπάνες προσωπικού, δεν ήταν επιλέξιμα.

29. Ο Διαμεσολαβητής δέχεται ότι η απόφαση της Επιτροπής να απορρίψει τις δαπάνες προσωπικού που καταβλήθηκαν ως μερίσματα ήταν νομικώς ορθή. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί εξαιρετικά ατυχές το γεγονός ότι σημειώθηκε παρεξήγηση όσον αφορά το μοντέλο αμοιβής. Μολονότι η Επιτροπή θα μπορούσε να είχε ενεργήσει για να διευκρινίσει ότι το μοντέλο αμοιβής δεν ήταν αποδεκτό, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι η Επιτροπή ήταν άμεσα υπεύθυνη για την εν λόγω παρανόηση. Υπήρχαν τρία εμπλεκόμενα μέρη και ο Διαμεσολαβητής δεν επιδιώκει να προσδιορίσει πού πρέπει να βρίσκεται η πρωταρχική ευθύνη για την παρανόηση. Μολονότι η Επιτροπή συνέβαλε στην παρανόηση, η Διαμεσολαβήτρια δεν θεωρεί ότι πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης εκ μέρους της Επιτροπής. Αντιθέτως, φαίνεται ότι πρόκειται για ατυχές γεγονός για το οποίο τα μέρη φέρουν από κοινού την ευθύνη.

30. Για να είμαστε δίκαιοι με τον καταγγέλλοντα, ο Διαμεσολαβητής κατανοεί ότι αυτή ήταν η πρώτη του συμμετοχή σε ένα τέτοιο έργο που χρηματοδοτήθηκε από την Επιτροπή και είναι εύλογο ότι δεν γνώριζε τις συνήθεις πρακτικές που διέπουν τη διαχείριση τέτοιων έργων. Ταυτόχρονα, ισχύει επίσης ότι η κύρια σχέση του καταγγέλλοντος ήταν με τον συντονιστή και ότι όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με τη συμμετοχή του καταγγέλλοντος στο έργο θα πρέπει, σε πρώτο βαθμό, να αποτελούν ζήτημα μεταξύ του καταγγέλλοντος και του συντονιστή.

31. Το γενικό συμπέρασμα του Διαμεσολαβητή είναι ότι, ενώ προέκυψε μια πολύ ατυχής παρανόηση, δεν υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής κατά τον χειρισμό της υπόθεσης.

Συμπέρασμα

Με βάση την έρευνα σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:

Δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή κατά τον χειρισμό της εν λόγω υπόθεσης.

Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

η Έμιλι Ο' Ράιλι

Στρασβούργο, 18/12/2015

 

[1] Οι εργαζόμενοι του καταγγέλλοντος μπορούν να επιλέξουν να λάβουν την αμοιβή τους με μισθό, μέρισμα ή και τα δύο. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, όταν οι εργαζόμενοι επιλέγουν την επιλογή του μερίσματος, τα εισπραχθέντα μερίσματα αποτελούν αμοιβή για την παρασχεθείσα εργασία και δεν μπορούν να θεωρηθούν κέρδος/αμοιβή επί του κεφαλαίου. Ο καταγγέλλων επισημαίνει ότι δεν διαθέτει κεφάλαιο.

[2] Το ηλεκτρονικό μήνυμα της Επιτροπής της 8ης Απριλίου 2014 προς τον καταγγέλλοντα ανέφερε ότι 70 952,56 ευρώ από τα 128 202,15 ευρώ των δαπανών του καταγγέλλοντος ήταν επιλέξιμα. Ωστόσο, κατά τον έλεγχο, η Επιτροπή αναφέρθηκε στο 95 % των 70 952,56 ευρώ από το 95 % των 128 202,15 ευρώ.

[3] Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι είχε ζητήσει συγκεκριμένα από την Επιτροπή να τον ενημερώσει εάν το μοντέλο αμοιβής του δεν ήταν αποδεκτό, ώστε να μπορεί να αλλάξει. Ο καταγγέλλων παρέπεμψε στο ηλεκτρονικό του μήνυμα της 5ης Σεπτεμβρίου 2012 προς τον συντονιστή. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, ο καταγγέλλων απλώς απέστειλε το μοντέλο αμοιβής του στον συντονιστή δηλώνοντας: «Ελπίζω ότι αυτό θα σας παράσχει τις πληροφορίες που χρειάζεστε. Εάν όχι, θα πρέπει να συνεχίσουμε τις συζητήσεις μας για να βρούμε μια προσέγγιση που θα λειτουργεί και για τους δύο μας». Η δήλωση αυτή δεν είναι απολύτως σαφής και δεν στηρίζει κατηγορηματικά το συμπέρασμα ότι ο καταγγέλλων ζήτησε συγκεκριμένα από την Επιτροπή να τον ενημερώσει εάν το μοντέλο αμοιβής του δεν ήταν αποδεκτό.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!