FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η έρευνα σχετικά με την καταγγελία 1348/2013/EIS κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Η υπόθεση αφορούσε τη μέθοδο υπολογισμού ενός δείκτη ποιότητας σκληρού σίτου βάσει του οποίου καταβαλλόταν πριμοδότηση στους γεωργούς της ΕΕ έως το 2009 στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής. Η πριμοδότηση καταβαλλόταν μόνο για τον σκληρό σίτο που ήταν κατάλληλος για την παρασκευή σιμιγδαλιού και ζυμαρικών. Ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή και ισχυρίστηκε ότι η επίμαχη μέθοδος ήταν εσφαλμένη και είχε στρεβλωτικό αποτέλεσμα, αλλά η Επιτροπή δεν την τροποποίησε. Κατήγγειλε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή ότι η Επιτροπή δεν του έδωσε επαρκή απάντηση. Η Διαμεσολαβήτρια διερεύνησε το ζήτημα και δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή.

Το ιστορικό της καταγγελίας

1. Ο καταγγέλλων είναι Ιταλός πολίτης που συμμετέχει σε εταιρεία στην οποία ανήκουν τα εμπορικά δικαιώματα διαφόρων ποικιλιών σκληρού σίτου.

2. Το 2003, ο καταγγέλλων επικοινώνησε με την Επιτροπή για να καταγγείλει μια στατιστική μέθοδο που είχε προτείνει τότε η Επιτροπή για τον υπολογισμό του δείκτη ποιότητας για τις ποικιλίες σκληρού σίτου. Η πρόταση της Επιτροπής βασιζόταν κυρίως σε πρόταση των ιταλικών αρχών. Σύμφωνα με τη μέθοδο, ο δείκτης ποιότητας προέκυψε από το άθροισμα τεσσάρων διαφορετικών σταθμισμένων διαφορετικών παραμέτρων: i) βάρος ανά εκατόλιτρο (10 % της τιμής του δείκτη)· ii) περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες (40 % της τιμής του δείκτη)· iii) δείκτης γλουτένης (30 % της τιμής του δείκτη)· και iv) κίτρινος δείκτης (20 % της τιμής του δείκτη). Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η μέθοδος ήταν εσφαλμένη και είχε στρεβλωτικό αποτέλεσμα, δεδομένου ότι δεν τυποποίησε τις σχετικές παραμέτρους, καθώς καθεμία από αυτές είχε διαφορετικό φάσμα διακύμανσης και ουσιαστικές αλλαγές σε μία παράμετρο θα μπορούσαν να έχουν πολύ περιορισμένο αντίκτυπο στον τελικό δείκτη, ενώ μικρές αλλαγές σε μια άλλη θα μπορούσαν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο.

3. Τελικά, η μέθοδος εγκρίθηκε χωρίς τροποποιήσεις στον κανονισμό 2237/2003 της Επιτροπής [1] και στη συνέχεια επιβεβαιώθηκε με τον κανονισμό 1973/2004 της Επιτροπής [2], ο οποίος κατήργησε τον πρώτο.

4. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων επικοινώνησε εκ νέου με την Επιτροπή επανειλημμένα μεταξύ Ιουλίου 2003 και Νοεμβρίου 2006, επισυνάπτοντας διάφορες εκθέσεις και τεχνικές μελέτες («τεχνικές μελέτες») από ερευνητή στατιστικής σε ιταλικό πανεπιστήμιο, με σκοπό να καταδείξει τις εικαζόμενες στρεβλωτικές επιπτώσεις της εγκεκριμένης μεθοδολογίας. Εντός της ίδιας προθεσμίας, το γαλλικό Υπουργείο Γεωργίας απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή με την οποία επέστησε την προσοχή της Επιτροπής στις εικαζόμενες στρεβλωτικές επιπτώσεις που βασίζονται στη διαφορά του πιθανού εύρους διακύμανσης των σχετικών παραμέτρων. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν έκρινε σκόπιμο να αλλάξει τη μέθοδο χωρίς καμία πρακτική εμπειρία από την εφαρμογή της.

5. Την 1η Ιανουαρίου 2009, με την έναρξη ισχύος του κανονισμού 73/2009 [3], η επίμαχη στατιστική μέθοδος καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από ένα ενιαίο καθεστώς εισοδηματικής στήριξης για τους γεωργούς. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων επιθυμούσε να δηλώσει η Επιτροπή ότι δεν θα υιοθετούσε εκ νέου την επίμαχη μέθοδο στο μέλλον, απέστειλε αρκετές επιστολές στην Επιτροπή δηλώνοντας σαφώς το ενδιαφέρον του να λάβει απάντηση.

6. Ειδικότερα, στις 24 Οκτωβρίου 2012, ο καταγγέλλων υπέβαλε οκτώ συγκεκριμένες ερωτήσεις στην Επιτροπή, ζητώντας της να λάβει θέση σχετικά με τη μέθοδο και να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή δεν προέβη σε καμία ενέργεια για την τροποποίηση ή τη διόρθωσή της παρά τις πληροφορίες που είχε λάβει από αυτόν με την πάροδο των ετών. Τα ερωτήματα που έθεσε ο καταγγέλλων ήταν τα εξής:

(1) Ήταν ορθή ή όχι η μέθοδος υπολογισμού του δείκτη ποιότητας για τις ποικιλίες σκληρού σίτου που υιοθέτησε η Επιτροπή με τον κανονισμό 2237/2003 και τον κανονισμό 1973/2004;

(2) Θεωρεί η Επιτροπή ότι η μέθοδος ήταν ορθή παρόλο που δεν τυποποίησε τα σχετικά στοιχεία; Γιατί;

(3) Προτείνοντας την έκδοση του κανονισμού 73/2009, σκόπευε η Επιτροπή να καταργήσει την υφιστάμενη μέθοδο επειδή την θεωρούσε εσφαλμένη ή στρεβλωτική;

(4) Γιατί η Επιτροπή αγνόησε και δεν απάντησε στις επανειλημμένες και συγκεκριμένες επικρίσεις του καταγγέλλοντος για τη μέθοδο;

(5) Γιατί η Επιτροπή δεν αξιολόγησε την ορθότητα της μεθόδου όταν προτάθηκε από τις ιταλικές αρχές, παρόλο που είχε επικριθεί από το 1995;

(6) Γιατί η Επιτροπή δεν απάντησε ποτέ στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 18ης Αυγούστου 2006 με την οποία του ζητούσε να επανεξετάσει τη μέθοδο ή να απαντήσει στους ισχυρισμούς του ότι ήταν εσφαλμένη;

(7) Γιατί η Επιτροπή δεν απάντησε ποτέ στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 16ης Νοεμβρίου 2006 με την οποία παρότρυνε την Επιτροπή να λάβει θέση σχετικά με την ορθότητα της μεθόδου;

(8) Γιατί η Επιτροπή δεν επανεξέτασε, δεν τροποποίησε ή δεν διόρθωσε τη μέθοδο, παρά το σημείωμα του γαλλικού Υπουργείου Γεωργίας που επεσήμανε τον κίνδυνο στρεβλώσεων, ήταν η μέθοδος που έπρεπε να χρησιμοποιηθεί και πρότεινε την τυποποίηση των σχετικών στοιχείων;

7. Αφού δεν έλαβε απάντηση, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Η καταγγελία αυτή πρωτοκολλήθηκε με αριθμό αναφοράς 456/2013/ER. Ο Διαμεσολαβητής επικοινώνησε με την Επιτροπή και, αφού ο καταγγέλλων έλαβε απάντηση στις 14 Ιουνίου 2013, περάτωσε την υπόθεση.

8. Στην απάντησή της, η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση στην απάντηση και για το γεγονός ότι δεν εξέτασε ρητά το ζήτημα της ορθότητας της μεθόδου στις προηγούμενες απαντήσεις της. Δεδομένου ότι οι ερωτήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με τους κανονισμούς 2237/2003 και 1973/2004 αποσκοπούσαν στη διαπίστωση ότι η μέθοδος ήταν εσφαλμένη και ότι, ως εκ τούτου, οι εν λόγω κανονισμοί ήταν παράνομοι, επισήμανε ότι δεν εναπόκειται στην Επιτροπή αλλά αποκλειστικά στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΔΕΕ») να ελέγχει τη νομιμότητα των νομοθετικών πράξεων. Εάν η Επιτροπή είχε αποφασίσει να αξιολογήσει την εγκυρότητα της μεθόδου, θα είχε καταπατήσει την αρμοδιότητα του ΔΕΕ. Επιπλέον, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων είχε εγείρει το ζήτημα της νομιμότητας των εν λόγω κανονισμών στο πλαίσιο εθνικών δικαστικών διαδικασιών ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου, ήταν σκόπιμο η Επιτροπή να μην ασχοληθεί με το ζήτημα της ορθότητας της μεθόδου.

9. Όσον αφορά τις τεχνικές μελέτες που ανέφερε ο καταγγέλλων, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι δεν επέκρινε το γεγονός ότι ο δείκτης ποιότητας ορίστηκε ως το σταθμισμένο άθροισμα των τεσσάρων κριτηρίων, αλλά ότι τα διάφορα κριτήρια δεν ήταν τυποποιημένα. Πρόσθεσε ότι τα επιχειρήματα και η κριτική που περιέχονται στις μελέτες δεν ήταν «απόλυτα» και «αφορούσαν συνήθως μια επιστημονική ανάλυση», οι λύσεις που προβλέπονταν ήταν «αυστηρά μαθηματικής ή στατιστικής φύσης» και παρουσιάστηκαν «με υποθετικούς ή εναλλακτικούς όρους». Σε αυτή τη βάση, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε σχέση μεταξύ των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν στις μελέτες και των «ριζικών δηλώσεων» του καταγγέλλοντος. Ούτε οι γαλλικές αρχές αναφέρθηκαν εκ νέου στο ζήτημα αυτό. Δεδομένου ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι οι νέες εξηγήσεις «δικαιολόγησαν τη συμπεριφορά της όσον αφορά τις ερωτήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με τους κανονισμούς 2237/2003 και 1973/2004», η ερώτησή του σχετικά με την κατάργηση των εν λόγω κανονισμών είχε καταστεί παρωχημένη. Ωστόσο, ζήτησε συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα για την αρχική παράλειψη απάντησης, η οποία οφειλόταν σε παράλειψη.

10. Δυσαρεστημένος από τις απαντήσεις που έλαβε από την Επιτροπή, ο καταγγέλλων υπέβαλε την εν λόγω καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή στις 10 Ιουλίου 2013.

Η έρευνα

11. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με την καταγγελία και εντόπισε τον ακόλουθο ισχυρισμό και ισχυρισμό:

1) Η Επιτροπή δεν έδωσε πλήρη και εύλογη απάντηση στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 24ης Οκτωβρίου 2012. Ειδικότερα, η Επιτροπή i) δεν εξέτασε τα επιχειρήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων ότι η μέθοδος υπολογισμού του δείκτη ποιότητας των ποικιλιών σκληρού σίτου ήταν εσφαλμένη και ii) δεν παρείχε βάσιμους λόγους για τους οποίους δεν τροποποίησε την εν λόγω μέθοδο.

2) Η Επιτροπή θα πρέπει να παράσχει πλήρη και εύλογη απάντηση στην επιστολή του καταγγέλλοντος και, ειδικότερα, να αναγνωρίσει ότι: i) η μέθοδος υπολογισμού του δείκτη ποιότητας των ποικιλιών σκληρού σίτου που εφαρμόστηκε σύμφωνα με τον κανονισμό 2237/2003 και τον κανονισμό 1973/2004 ήταν εσφαλμένη και στρεβλωτική· και ii) η Επιτροπή δεν τροποποίησε τη μέθοδο αυτή.

12. Στην εναρκτήρια επιστολή, η Διαμεσολαβήτρια κάλεσε επίσης την Επιτροπή να εξετάσει τα ακόλουθα συγκεκριμένα σημεία:

1) Πρώτον, η Επιτροπή υποστήριξε, με την από 14 Ιουνίου 2013 απάντησή της, ότι δεν έκρινε σκόπιμο να λάβει υπόψη τις τεχνικές μελέτες στις οποίες αναφέρεται ο καταγγέλλων λόγω του απλού μαθηματικού ή στατιστικού χαρακτήρα τους ή της υποθετικής ή τεχνικής γλώσσας που χρησιμοποιήθηκε για τη σύνταξή τους. Αρχικά, ο Διαμεσολαβητής δυσκολεύτηκε να κατανοήσει γιατί τα μαθηματικά ή στατιστικά επιχειρήματα δεν θα πρέπει να είναι συναφή κατά την αξιολόγηση της εγκυρότητας της στατιστικής μεθόδου.

2) Δεύτερον, η Επιτροπή υποστήριξε ότι μόνο το ΔΕΕ μπορεί να ελέγχει τη νομιμότητα των νομοθετικών πράξεων της ΕΕ. Ωστόσο, ο καταγγέλλων κατέστησε σαφές ότι το αίτημά του είχε ως στόχο να εξακριβώσει αν η μέθοδος ήταν εσφαλμένη και όχι αν οι σχετικοί κανονισμοί είναι άκυροι. Επιπλέον, η αρμοδιότητα του ΔΕΕ να ελέγχει τη νομιμότητα των νομοθετικών πράξεων της ΕΕ δεν φαίνεται να εμποδίζει την Επιτροπή να προτείνει τροποποιήσεις στην ισχύουσα νομοθεσία.

13. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε τη γνώμη της Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία και, στη συνέχεια, τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σε απάντηση της γνώμης της Επιτροπής. Κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα και τις γνώμες που προέβαλαν τα μέρη.

Ισχυρισμός ότι η Επιτροπή δεν έδωσε πλήρη και εύλογη απάντηση στον καταγγέλλοντα και σχετικός ισχυρισμός

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

14. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι επιθυμούσε η Επιτροπή να κηρύξει τη μέθοδο εσφαλμένη, ώστε να μην θεωρηθεί ορθή και να μην υιοθετηθεί εκ νέου από την Επιτροπή στο μέλλον. Διευκρίνισε ότι ουδέποτε ζήτησε από την Επιτροπή να κηρύξει ανίσχυρους τους κανονισμούς 2237/2003 και 1973/2004, αλλά μόνο να επιβεβαιώσει ότι η μέθοδος ήταν εσφαλμένη προκειμένου να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα. Κατά την άποψή του, το γεγονός ότι το ΔΕΕ έχει την εκ του νόμου αρμοδιότητα να ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων της ΕΕ δεν εμποδίζει το θεσμικό όργανο που εξέδωσε την πράξη να την τροποποιήσει, να τη διορθώσει ή να την ανακαλέσει. Υποστήριξε επίσης ότι το γεγονός ότι έθεσε το ζήτημα στο πλαίσιο εθνικών δικαστικών διαδικασιών δεν εμπόδισε την Επιτροπή να αναλάβει δράση σε επίπεδο ΕΕ. Επιπλέον, η επίμαχη ένδικη διαδικασία κινήθηκε στην Ιταλία μόλις το 2007, δηλαδή πολύ μετά την ενημέρωση της Επιτροπής σχετικά με τις ελλείψεις της μεθόδου.

15. Όσον αφορά το βάσιμο της κριτικής της μεθόδου, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι τα αιτήματά του βασίζονταν στα αποτελέσματα τεχνικών μελετών που συντάχθηκαν σε επιστημονική γλώσσα και έκανε αναφορά σε υποθετικά παραδείγματα και πραγματικά δεδομένα. Κατά την άποψή του, η κριτική του ήταν σαφής και ακριβής, αλλά η Επιτροπή παρέλειψε να την αντιμετωπίσει.

16. Στη γνώμη της, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου βάσει του άρθρου 228 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο πρώτη περίοδος της ΣΛΕΕ [4] και του άρθρου 2 παράγραφος 7 του καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή [5]. Δεδομένου ότι, το 2007, ο καταγγέλλων είχε κινήσει νομικές διαδικασίες ενώπιον ιταλικού δικαστηρίου σε υπόθεση της οποίας το αντικείμενο ήταν κατ’ ουσίαν πανομοιότυπο με την καταγγελία του, η Επιτροπή έκρινε ότι ο Διαμεσολαβητής θα έπρεπε να περατώσει την εξέταση της εν λόγω καταγγελίας. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή παρέπεμψε στην απόφαση του Διαμεσολαβητή στην υπόθεση 1047/2013/BEH [6], στην οποία ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν υπήρχαν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με την καταγγελία, καθώς οι κύριες πτυχές της αποτελούσαν αντικείμενο εν εξελίξει νομικών διαδικασιών. Επιπλέον, η Επιτροπή επισήμανε ότι ο καταγγέλλων και ένα μέλος της οικογένειάς του είχαν υποβάλει αναφορά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με το ίδιο θέμα το 2004, γεγονός που θα καθιστούσε επίσης απαράδεκτη την εν λόγω καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Προς επίρρωση της άποψης αυτής, η Επιτροπή παρέπεμψε στην απόφαση του Διαμεσολαβητή στην υπόθεση 1821/2012/ANA [7].

17. Ωστόσο, η Επιτροπή προσέθεσε ότι, σε περίπτωση που ο Διαμεσολαβητής δεν δεχόταν την ένσταση απαραδέκτου της Επιτροπής, είχε την πρόθεση να αντικρούσει τις ουσιαστικές παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος ως εξής. Η Επιτροπή είχε ήδη παράσχει στον καταγγέλλοντα ορισμένες ουσιαστικές απαντήσεις στα ερωτήματά του. Στον τομέα της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής (ΚΓΠ), η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια. Αυτό επιβεβαιώθηκε από το ΔΕΕ. Κατά τη νομολογία, πρέπει να αποδειχθεί η ύπαρξη πρόδηλης πλάνης κατά την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας, προκειμένου να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή διέπραξε περίπτωση κακοδιοίκησης. Στη συνέχεια, η Επιτροπή ανέφερε ότι η διακριτική της ευχέρεια αναγνωρίστηκε επίσης από τον Διαμεσολαβητή στις αποφάσεις της [8]. Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιου πρόδηλου σφάλματος.

18. Όσον αφορά το επίμαχο καθεστώς στηρίξεως, η Επιτροπή επισήμανε ότι η καλλιέργεια σκληρού σίτου κατάλληλου για την παρασκευή μόνο σιμιγδαλιού και ζυμαρικών ήταν επιλέξιμη για την ενίσχυση αυτή. Αυτή η πολιτική επιλογή, σε συνδυασμό με τα σταθμισμένα κριτήρια ποιότητας, θεωρήθηκε η καταλληλότερη προκειμένου να ληφθούν υπόψη διάφορα συμφέροντα, όπως η ανταγωνιστικότητα, η αποτελεσματικότητα, η διατήρηση των ζωνών παραγωγής και οι οικονομικές απαιτήσεις. Τα διάφορα έγγραφα που υπέβαλε η Επιτροπή στον καταγγέλλοντα κατέδειξαν τα διαφορετικά συμφέροντα που εξέφρασαν οι διάφοροι παράγοντες και ενδιαφερόμενοι φορείς κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση του κανονισμού 1973/2004. Οι τεχνικές πτυχές του κανονισμού, από τις αποδόσεις των φυτών και τη διακύμανσή τους έως τις ποιοτικές, εμπορικές και τεχνολογικές πτυχές των προϊόντων, αναλύθηκαν διεξοδικά από την Επιτροπή. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε ανταλλαγή επιστολών μεταξύ του διοικητικού και του πολιτικού επιπέδου των υπευθύνων λήψης αποφάσεων. Από την άποψη αυτή, η Επιτροπή έκρινε ότι η επίμαχη μέθοδος ήταν απολύτως θεμιτή και σύμφωνη με τους σκοπούς και τις απαιτήσεις του νομικού πλαισίου. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν συμμερίστηκε την ερμηνεία του καταγγέλλοντος όσον αφορά την επιστολή της γαλλικής κυβέρνησης προς την Επιτροπή σχετικά με τις εικαζόμενες στρεβλωτικές επιπτώσεις της επίμαχης μεθόδου με βάση τη διαφορά στο πιθανό εύρος διακύμανσης των σχετικών παραμέτρων, καθώς η επιστολή απλώς επισήμανε έναν «δυνητικό» κίνδυνο στο μέλλον ή έναν κίνδυνο με βάση τα πρώτα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν από τους εθνικούς εμπειρογνώμονες μετά την εφαρμογή της μεθόδου.

19. Όσον αφορά τα τεχνικά επιχειρήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων, η Επιτροπή απέρριψε την άποψη ότι δεν έκρινε σκόπιμο να τα εξετάσει. Αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της επιστολής της 14ης Ιουνίου 2013 προς τον καταγγέλλοντα, στην οποία εξηγούσε ότι τα γενικά επιχειρήματα του καταγγέλλοντος που προβλήθηκαν κατά του επίμαχου καθεστώτος και οι ισχυρισμοί περί εγκυρότητας δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο αυτό, καθώς αφορούσαν την αρμοδιότητα του ΔΕΕ και όχι την αρμοδιότητα της Επιτροπής. Επιπλέον, η Επιτροπή επισήμανε ότι ο καταγγέλλων επιχειρηματολογούσε από τη δική του σκοπιά, ενώ η Επιτροπή είχε υιοθετήσει μια γενικότερη άποψη: για παράδειγμα, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στην παραγωγή άρτου, την οποία ο νομοθέτης απέκλεισε ρητά από το πεδίο εφαρμογής του καθεστώτος σε αυτό το συγκεκριμένο πλαίσιο. Όσον αφορά τους εμπειρογνώμονες που ανέφερε ο καταγγέλλων, η Επιτροπή εξήγησε ότι ήταν σαφές ότι οι λύσεις ή τα συμπεράσματα που πρότειναν συχνά παρουσιάζονταν ως εναλλακτικές λύσεις, υποθέσεις ή δυνατότητες, και ο καθηγητής στον οποίο αναφέρθηκε ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε τις τέσσερις παραμέτρους που χρησιμοποιήθηκαν στη μέθοδο αυτή καθαυτή. Συνολικά, οι τεχνικές εξηγήσεις που παρείχε ο καταγγέλλων δεν υποστήριζαν τα νομικά επιχειρήματά του. Ενώ η Επιτροπή αναγνώρισε ότι τα τεχνικά επιχειρήματα του καταγγέλλοντος δεν μπορούσαν να απορριφθούν συνοπτικά, οποιαδήποτε κριτική της μεθόδου θα έπρεπε να είναι ακριβής, σαφής και πειστική. Η κριτική του καταγγέλλοντος δεν ήταν, δεδομένου ότι δεν συνδεόταν ειδικά με τα κριτήρια ή τους στόχους της μεθόδου, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 του καταργηθέντος κανονισμού 1973/2004.

20. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επανέλαβε την άποψή του ότι η Επιτροπή ερμήνευσε εσκεμμένα τις παρατηρήσεις του σχετικά με την «ισχύ» κατά τη νομική έννοια του όρου, μολονότι είχε καταστήσει εξαρχής σαφές ότι αναφερόταν στον όρο σε μαθηματικό/στατιστικό πλαίσιο. Ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν έχει ακόμη αιτιολογήσει τη μαθηματική εγκυρότητα της μεθόδου υπολογισμού που υιοθέτησε, παρόλο που η γαλλική κυβέρνηση είχε επίσης εκφράσει ανησυχίες. Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι δεν είχε ποτέ την πρόθεση να αμφισβητήσει τη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής ως προς το θέμα αυτό, αλλά απλώς αναφέρθηκε στους εσφαλμένους και στρεβλωτικούς μαθηματικούς υπολογισμούς λόγω της έλλειψης τυποποίησης των δεδομένων, οι οποίοι, κατά την άποψή του, σε αντίθεση με την επιλογή διαφορετικών σταθμισμένων διαφορετικών παραμέτρων, δεν αποτελούν ζήτημα διακριτικής ευχέρειας.

21. Όσον αφορά τις ενστάσεις απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η καταγγελία του στον Διαμεσολαβητή αφορούσε την κακή διοικητική συμπεριφορά της Επιτροπής. Όσον αφορά την πρώτη ένσταση απαραδέκτου που βασίζεται σε εκκρεμείς νομικές διαδικασίες ενώπιον ιταλικού δικαστηρίου, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι το αντικείμενο της εν λόγω υπόθεσης αφορούσε τη νομιμότητα των διαδικασιών του ιταλικού υπουργείου, ενώ η έρευνα στην υπόθεση αυτή αφορούσε το ζήτημα του κατά πόσον η Επιτροπή είχε παράσχει πλήρη και εύλογη απάντηση στην επιστολή του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, στην εκκρεμούσα ιταλική υπόθεση δεν είχε υποβληθεί αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο ΔΕΕ.

22. Όσον αφορά τη δεύτερη ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή σχετικά με την αναφορά που είχε υποβάλει ο καταγγέλλων και ένα μέλος της οικογένειάς του στην Επιτροπή Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι το αντικείμενο της αναφοράς δεν αφορούσε τη συμπεριφορά της Επιτροπής. Στην αναφορά του, προέβαλε ουσιαστικά επιχειρήματα σχετικά με την εικαζόμενη στρέβλωση του ανταγωνισμού στην αγορά σπόρων σκληρού σίτου. Στην πραγματικότητα, η Επιτροπή δεν εξέτασε καν το ζήτημα της μεθόδου υπολογισμού και της μαθηματικής ορθότητας των υπολογισμών στην απάντησή της της 30ής Νοεμβρίου 2005 στην Επιτροπή Αναφορών.

23. Εν κατακλείδι, ο καταγγέλλων έκρινε ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή ήταν αβάσιμα και παραπλανητικά, δεδομένου ότι η Επιτροπή, εστιάζοντας στις σταθμισμένες χωριστές παραμέτρους αντί της μεθόδου υπολογισμού, έθεσε τη συζήτηση σε λάθος τροχιά. Κατηγόρησε επίσης την Επιτροπή ότι δεν είναι επαρκώς εξοικειωμένη με τις ιδιαιτερότητες του θέματος, καθώς αγνόησε το γεγονός ότι τόσο τα ζυμαρικά όσο και το ψωμί παράγονται από σιμιγδάλι.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

Επί των ενστάσεων απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή

24. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων αποσαφήνισε επαρκώς το αντικείμενο της διαδικασίας ενώπιον του ιταλικού δικαστηρίου και την αναφορά του στο Κοινοβούλιο. Υπό το πρίσμα αυτών των διευκρινίσεων, οι αντιρρήσεις δεν είναι βάσιμες.

Επί της ουσίας της καταγγελίας

25. Όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια στον τομέα της γεωργίας [9]. Η Διαμεσολαβήτρια έχει επανειλημμένως κρίνει ότι, οσάκις ένα θεσμικό όργανο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, διαπιστώνει κακοδιοίκηση μόνον εφόσον αποδεικνύεται η ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως κατά την άσκηση της εν λόγω διακριτικής ευχέρειας. Η Διαμεσολαβήτρια δεν θα υποκαταστήσει την Επιτροπή με τη δική της εκτίμηση, αλλά σε περίπτωση που διαπιστώσει κακοδιοίκηση, μπορεί να ζητήσει την επανεξέταση του θέματος από το θεσμικό όργανο προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα επίμαχα ζητήματα.

26. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η άσκηση διακριτικής ευχέρειας δεν μπορεί να οδηγήσει σε αυθαιρεσία [10]. Αυτό σημαίνει ότι μια δημόσια αρχή πρέπει πάντα να είναι σε θέση να εξηγήσει γιατί έχει επιλεγεί μια συγκεκριμένη πορεία δράσης και πρέπει να υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για την επιλογή μιας πορείας δράσης έναντι μιας άλλης. Στην προκειμένη περίπτωση, το ζήτημα είναι κατά πόσον η Επιτροπή έδωσε επαρκή απάντηση για να τεκμηριώσει την άποψή της ότι, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, η μέθοδος ήταν ορθή και δεν υπήρχε ανάγκη τροποποίησής της πριν από την έκδοση του νέου κανονισμού.

27. Προς στήριξη της θέσης του, ο καταγγέλλων επικαλέστηκε ουσιαστικά i) τις εικαζόμενες στρεβλωτικές επιπτώσεις της εγκεκριμένης μεθοδολογίας και ii) τις εσφαλμένες μεθόδους μαθηματικού υπολογισμού. Υποστήριξε επίσης ότι οι υποτιθέμενοι εσφαλμένοι και στρεβλωτικοί μαθηματικοί υπολογισμοί που βασίζονται στην έλλειψη τυποποίησης των δεδομένων δεν ήταν ζήτημα διακριτικής ευχέρειας. Ο Διαμεσολαβητής δεν συμμερίζεται την άποψη αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή συμφώνησε ότι καθεμία από τις παραμέτρους είχε διαφορετικό εύρος διακύμανσης. Ως εκ τούτου, συμφώνησε επίσης ότι ήταν πιθανό οι ουσιαστικές αλλαγές σε μια παράμετρο να έχουν περιορισμένο αντίκτυπο στον τελικό δείκτη, ενώ οι μικρές αλλαγές σε μια άλλη παράμετρο θα μπορούσαν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο. Ο Διαμεσολαβητής δεν αντιλαμβάνεται γιατί η επιλογή αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί παράλογη και, σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή ενήργησε στο πλαίσιο της διακριτικής της ευχέρειας όταν έλαβε την απόφασή της.

28. Όσον αφορά τους λόγους που προέβαλε η Επιτροπή για τη θέση της, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή αναγνώρισε ότι τα τεχνικά επιχειρήματα του καταγγέλλοντος δεν μπορούσαν να απορριφθούν συνοπτικά, αλλά έκρινε ότι η κριτική που άσκησε στη μέθοδο δεν ήταν ακριβής, σαφής και πειστική, διότι δεν συνδεόταν ειδικά με τα κριτήρια ή τους στόχους της μεθόδου, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 του καταργηθέντος κανονισμού 1973/2004. Ο καταγγέλλων φάνηκε να υποστηρίζει, με τη σειρά του, ότι τα μαθηματικά επιχειρήματα είναι ανεξάρτητα από νομικά ή πολιτικά κριτήρια και στόχους και ότι η μέθοδος υπολογισμού ήταν εσφαλμένη από μαθηματική άποψη στην προκειμένη περίπτωση.

29. Ενώ ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το άρθρο 18 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς υποχρεώνει τα θεσμικά όργανα να αναφέρουν τους λόγους των αποφάσεων, αναφέροντας σαφώς τα σχετικά πραγματικά περιστατικά και τη νομική βάση της απόφασης, το καθήκον αυτό δεν είναι απεριόριστο. Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή εξήγησε i) τον σκοπό του επίμαχου καθεστώτος και τους λόγους για τους οποίους δεν έκρινε σκόπιμο να αλλάξει τη θέση της με βάση τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος και ii) ότι πράγματι έλαβε υπόψη τα τεχνικά επιχειρήματα του καταγγέλλοντος, αλλά ο τρόπος με τον οποίο προβλήθηκαν δεν στήριξε τα νομικά επιχειρήματά του. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή αιτιολόγησε τη θέση της σχετικά με τα μαθηματικά επιχειρήματα του καταγγέλλοντος και απάντησε επαρκώς στην ερώτηση του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εγκυρότητα των μαθηματικών ή στατιστικών επιχειρημάτων.

30. Τέλος, όσον αφορά τις επικρίσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με την έλλειψη εξοικείωσης της Επιτροπής με τον εν λόγω τομέα, η Επιτροπή εξήγησε ρητά ότι ο σκληρός σίτος που προορίζεται για την παραγωγή άρτου δεν ήταν επιλέξιμος για την ενίσχυση. Η παρατήρηση του καταγγέλλοντος ότι τόσο τα ζυμαρικά όσο και το ψωμί παράγονται από σιμιγδάλι δεν θέτει υπό αμφισβήτηση αυτή την εξήγηση, καθώς, για να είναι επιλέξιμο, το προϊόν έπρεπε να είναι κατάλληλο για χρήση στην παρασκευή σιμιγδαλιού και προϊόντων ζυμαρικών.

31. Υπό το πρίσμα των σκέψεων αυτών, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι οι ενέργειες της Επιτροπής δεν ενέπιπταν στα όρια της νόμιμης εξουσίας της. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπήρξε πρόδηλο σφάλμα στην παρούσα υπόθεση και η Επιτροπή έχει παράσχει στον καταγγέλλοντα εύλογη απάντηση. Ως εκ τούτου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση στη συμπεριφορά της Επιτροπής στην παρούσα υπόθεση.

Συμπέρασμα

Με βάση την έρευνα σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:

Δεν υπήρξε κακοδιοίκηση στη συμπεριφορά της Επιτροπής.

 

η Έμιλι Ο' Ράιλι

Στρασβούργο, 25/03/2015

 

[1] Κανονισμός (ΕΚ) 2237/2003 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων καθεστώτων στήριξης που προβλέπονται στον τίτλο IV του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς (ΕΕ L 339, σ. 52).

[2] Κανονισμός (ΕΚ) 1973/2004 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 2004, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου όσον αφορά τα καθεστώτα στήριξης που προβλέπονται στους τίτλους IV και IVα του εν λόγω κανονισμού και τη χρήση των εκτάσεων γης που προκύπτουν από την παύση καλλιέργειας για την παραγωγή πρώτων υλών (ΕΕ L 345, σ. 1).

[3] Κανονισμός (ΕΚ) 73/2009 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης για τους γεωργούς στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) 1290/2005, (ΕΚ) 247/2006, (ΕΚ) 378/2007 και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003 (ΕΕ 2009, L 30, σ. 16).

[4] "Σύμφωνα με τα καθήκοντά του, ο Διαμεσολαβητής διεξάγει έρευνες για τις οποίες κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε βάσει καταγγελιών που του υποβάλλονται απευθείας ή μέσω βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκτός εάν τα καταγγελλόμενα γεγονότα αποτελούν ή έχουν αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας"(η υπογράμμιση δική μου).

[5] «Όταν ο Διαμεσολαβητής, λόγω δικαστικών διαδικασιών που βρίσκονται σε εξέλιξη ή έχουν περατωθεί σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν, πρέπει να κηρύξει μια καταγγελία απαράδεκτη ή να τερματίσει την εξέτασή της, το αποτέλεσμα τυχόν ερευνών που έχει διεξαγάγει μέχρι εκείνο το σημείο θα αρχειοθετείται οριστικά»(η υπογράμμιση δική μου).

[6] Διατίθεται στη διεύθυνση: http://www.ombudsman.europa.eu/cases/decision.faces/en/51888/html.bookmark

[7] Διατίθεται στη διεύθυνση: http://www.ombudsman.europa.eu/cases/decision.faces/en/50793/html.bookmark

[8] Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή παρέπεμψε στην απόφαση της Διαμεσολαβήτριας για την περάτωση της έρευνας σχετικά με την καταγγελία 526/2011/(ELB)RA, η οποία είναι διαθέσιμη στη διεύθυνση: http://www.ombudsman.europa.eu/cases/decision.faces/en/50802/html.bookmark

[9] Βλ. υπόθεση C-295/03 P Alessandrini Srl κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I-5673, σκέψη 75.

[10] Βλ. τις αποφάσεις του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 3307/2006/(PB)JMA (http://www.ombudsman.europa.eu/cases/decision.faces/en/4653/html.bookmark)· σχετικά με την καταγγελία 995/98/OV (http://www.ombudsman.europa.eu/decision/en/980995.htm)· σχετικά με την καταγγελία 1999/2007/FOR (http://www.ombudsman.europa.eu/decision/en/071999.htm)· και στην καταγγελία 526/2011/RA (http://www.ombudsman.europa.eu/cases/decision.faces/en/50802/html.bookmark).

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!