Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η έρευνά της σχετικά με την καταγγελία 1321/2011/(PMC)(EIS)LP κατά της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών
Απόφαση
Υπόθεση 1321/2011/LP - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 19 Ιουλίου 2011 - Απόφαση στις Πέμπτη | 19 Δεκεμβρίου 2013 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών ( Επικριτική παρατήρηση )
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά την απόφαση που έλαβε το 2011 η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) σχετικά με τη σύνθεση της 30μελούς ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων (BSG). Η απόφαση αυτή ελήφθη σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 («κανονισμός») του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (ΕΑΤ)[1]. Στις 23 Οκτωβρίου 2013, μετά τη διεξαγωγή νέας διαδικασίας επιλογής (η οποία δρομολογήθηκε τον Μάιο του 2013), η ΕΑΤ ανακοίνωσε ότι η ΟΕΥΕ θα αρχίσει τη δεύτερη θητεία της με αναθεωρημένη σύνθεση. Η έρευνα σχετικά με την παρούσα καταγγελία περιλάμβανε εποικοδομητικές συζητήσεις μεταξύ του προσωπικού της ΕΑΤ και των υπηρεσιών του Διαμεσολαβητή. Από τις συζητήσεις αυτές, ο Διαμεσολαβητής προέβλεψε ότι η ΕΑΤ θα διενεργούσε τη νέα διαδικασία επιλογής με κατάλληλο τρόπο και σύμφωνα με την ανάλυση της αρχικής διαδικασίας από τον Διαμεσολαβητή. Ωστόσο, η παρούσα απόφαση δεν αξιολογεί τη δεύτερη διαδικασία επιλογής ούτε το αποτέλεσμά της.
2. Η καταγγέλλουσα είναι ιταλική ένωση καταναλωτών (Consumatori Associati) της οποίας ο πρόεδρος υπέβαλε αίτηση στην προαναφερθείσα πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος.
3. Η αιτιολογική σκέψη 48 του κανονισμού έχει ως εξής:
«Η Αρχή θα πρέπει να διαβουλεύεται με τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με ρυθμιστικά ή εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα, κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις και να τους παρέχει εύλογη δυνατότητα να διατυπώνουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τα προτεινόμενα μέτρα. Πριν από την έγκριση σχεδίων ρυθμιστικών ή εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων, η Αρχή θα πρέπει να διενεργεί μελέτη επιπτώσεων. Για λόγους αποτελεσματικότητας, θα πρέπει να χρησιμοποιείται ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων για τον σκοπό αυτό, η οποία θα πρέπει να εκπροσωπεί, σε ισόρροπη αναλογία, τα πιστωτικά και επενδυτικά ιδρύματα της Ένωσης, εκπροσωπώντας τα διαφορετικά μοντέλα και μεγέθη των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των θεσμικών επενδυτών και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που χρησιμοποιούν τα ίδια χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες· μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ)· συνδικαλιστικές οργανώσεις· ακαδημαϊκοί· καταναλωτές· και άλλων ιδιωτών χρηστών τραπεζικών υπηρεσιών. Η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων θα πρέπει να λειτουργεί ως διεπαφή με άλλες ομάδες χρηστών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που έχουν συσταθεί από την Επιτροπή ή από τη νομοθεσία της Ένωσης».
4. Το άρθρο 37, παράγραφος 2, του κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων απαρτίζεται από 30 μέλη, τα οποία εκπροσωπούν αναλογικά τα πιστωτικά και επενδυτικά ιδρύματα που δραστηριοποιούνται στην Ένωση, τους εκπροσώπους των εργαζομένων τους, καθώς και τους καταναλωτές, τους χρήστες τραπεζικών υπηρεσιών και τους εκπροσώπους των ΜΜΕ. Τουλάχιστον πέντε από τα μέλη του είναι ανεξάρτητοι κορυφαίοι ακαδημαϊκοί. Δέκα από τα μέλη του εκπροσωπούν χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τρία εκ των οποίων εκπροσωπούν συνεταιριστικά και ταμιευτήρια».
5. Το άρθρο 37, παράγραφος 3, του κανονισμού έχει ως εξής:
«Τα μέλη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων διορίζονται από το συμβούλιο εποπτών, κατόπιν προτάσεων των σχετικών συμφεροντούχων. Κατά τη λήψη της απόφασής του, το συμβούλιο εποπτών διασφαλίζει, στο μέτρο του δυνατού, την κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία και την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων και την εκπροσώπηση των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση».
6. Στις 26 Νοεμβρίου 2010 δημοσιεύθηκε πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος σχετικά με τη σύσταση της ΟΕΥΕ της ΕΑΤ [2], με προθεσμία υποβολής αιτήσεων την 26η Δεκεμβρίου 2010. Στις 18 Μαρτίου 2011, η ΕΑΤ εξέδωσε ανακοινωθέν Τύπου σχετικά με την απόφασή της για τη σύνθεση της BSG της [3]. Το δελτίο Τύπου περιείχε πληροφορίες σχετικά με τα ονόματα των νεοδιορισθέντων μελών της BSG, τα θεσμικά όργανα που εκπροσωπούσε έκαστο εξ αυτών, την ιθαγένειά τους και την υποκατηγορία στην οποία είχαν επιλεγεί.
7. Στις 18 Μαρτίου 2011 και στις 11 Απριλίου 2011, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην ΕΑΤ για να καταγγείλει τη διαδικασία επιλογής και το γεγονός ότι κανένας εκπρόσωπος από την «παλιά Ευρώπη» (δηλαδή από κράτη μέλη άλλα από εκείνα που προσχώρησαν στην ΕΕ το 2004 ή μετά το 2004) δεν είχε επιλεγεί ως εκπρόσωπος των καταναλωτών.
8. Στην απάντησή της της 26ης Απριλίου 2011, η ΕΑΤ επισήμανε ότι είχε δημοσιεύσει στον ιστότοπό της πληροφορίες σχετικά με όλους τους επιτυχόντες υποψηφίους. Διευκρίνισε επίσης ότι δεν δόθηκαν περισσότερες από μία θέσεις σε υποψηφίους που εκπροσωπούν το ίδιο θεσμικό όργανο και τόνισε ότι η διαδικασία επιλογής ήταν το αποτέλεσμα μιας «δυναμικής» αλληλεπίδρασης πολλών κριτηρίων.
9. Την ίδια ημέρα, ο καταγγέλλων απάντησε στην ΕΑΤ εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά του για την ανωτέρω απάντηση. Στις 17 Ιουνίου 2011, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
10. Η Διαμεσολαβήτρια αποφάσισε να κινήσει έρευνα σχετικά με τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
Ισχυρισμοί:
1. Η ΕΑΤ δεν διασφάλισε επαρκή διαφάνεια κατά την επιλογή των μελών της στις κατηγορίες ενδιαφερόμενων μερών που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
2. Η ΕΑΤ εσφαλμένα θεώρησε ότι οι οργανισμοί αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και οι ελεγκτικές εταιρείες εμπίπτουν στην κατηγορία των ενδιαφερόμενων μερών «χρήστες χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών».
3. Η ΕΑΤ δεν ανταποκρίθηκε επαρκώς στην προσφυγή του καταγγέλλοντος κατά των αποφάσεων που έλαβε το συμβούλιο εποπτών της σχετικά με την επιλογή των μελών της BSG.
Αιτήσεις:
1. Η ΕΑΤ θα πρέπει να αποσαφηνίσει τη βάση για την επιλογή των μελών της ΟΣΕ, παρέχοντας στον καταγγέλλοντα όλες τις σχετικές πληροφορίες που ζήτησε.
2. Η ΕΑΤ θα πρέπει να ακυρώσει την επιλογή των εκπροσώπων των οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και των ελεγκτικών εταιρειών ως μελών της BSG.
3. Η ΕΑΤ θα πρέπει να ακυρώσει την επιλογή ενός προσώπου από μια δεξαμενή σκέψης ως εκπροσώπου των καταναλωτών και θα πρέπει να διορίσει τον πρόεδρο του καταγγέλλοντος ως εκπρόσωπο των καταναλωτών στην BSG.
Η έρευνα
11. Στις 19 Ιουλίου 2011, η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με τις προαναφερθείσες καταγγελίες και ισχυρισμούς, καλώντας την ΕΑΤ να αποσαφηνίσει ιδίως i) τον όρο «χρήστες χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών» και ii) τους λόγους για τους οποίους η ομάδα προβληματισμού «επαναπροσδιορίζει» διορίστηκε στην κατηγορία «καταναλωτές».
12. Στις 28 Οκτωβρίου 2011, η ΕΑΤ απέστειλε τη γνώμη της, η οποία, ωστόσο, δεν εξέτασε πλήρως όλους τους ισχυρισμούς και τις αιτιάσεις. Κατόπιν νέας πρόσκλησης του Διαμεσολαβητή, στις 22 Δεκεμβρίου 2011, η ΕΑΤ υπέβαλε συμπληρωματική γνώμη. Ο καταγγέλλων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του στις 10 Φεβρουαρίου 2012.
13. Αφού εξέτασε την αρχική και συμπληρωματική γνώμη της ΕΑΤ και τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν αναγκαίο να προβεί σε επιθεώρηση του φακέλου της ΕΑΤ σχετικά με την εν λόγω υπόθεση. Ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε στις 19 Μαρτίου 2013. Η έκθεση ελέγχου εστάλη στον καταγγέλλοντα στις 30 Μαΐου 2013 για ενδεχόμενες παρατηρήσεις του. Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις εντός της καθορισμένης προθεσμίας.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
Α. Ισχυρισμός ότι η ΕΑΤ δεν διασφάλισε επαρκή διαφάνεια κατά την επιλογή των μελών της ομάδας εποπτείας της
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
14. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΕΑΤ δεν διασφάλισε την αναγκαία διαφάνεια κατά την επιλογή των μελών της ΟΕΥΕ.
Στη γνώμη της, η ΕΑΤ υποστήριξε ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό, προσπάθησε να επιτύχει κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία και ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων και «εκπροσώπηση των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση». Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 2 του κανονισμού, επικεντρώθηκε κυρίως στα προσόντα των υποψηφίων, διασφαλίζοντας την ισόρροπη εκπροσώπηση της εμπειρογνωμοσύνης και της πείρας από διάφορες κατηγορίες ενδιαφερόμενων μερών. Η ΕΑΤ πρόσθεσε ότι είχε περιγράψει λεπτομερώς τους επιχειρησιακούς κανόνες της διαδικασίας επιλογής και τα κριτήρια που εφάρμοζε σε επιστολή που είχε απευθύνει στην EuroInvestors στις 26 Απριλίου 2011, αντίγραφο της οποίας ο καταγγέλλων είχε επισυνάψει στην καταγγελία του.
15. Στη συμπληρωματική γνώμη της, η ΕΑΤ παρείχε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας επιλογής. Συναφώς, διευκρίνισε ότι, κατόπιν προκαταρκτικής αξιολόγησης όλων των αιτήσεων που ελήφθησαν, οι αιτήσεις αυτές ομαδοποιήθηκαν ανά κατηγορία ενδιαφερομένων και παρουσιάστηκαν στη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου τον Φεβρουάριο του 2011 για περαιτέρω συζήτηση. Στις παρατηρήσεις που υπέβαλε στον Διαμεσολαβητή, η ΕΑΤ παρείχε επίσης λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα «γενικά» και τα «ειδικά ανά κατηγορία» κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν για την αξιολόγηση των αιτήσεων που ελήφθησαν, καθώς και ορισμένους πίνακες που δείχνουν i) την κατανομή των επιλέξιμων αιτούντων στις διάφορες κατηγορίες, ii) το φύλο και την ιθαγένειά τους και iii) τις οντότητες που εκπροσωπούσαν. Η ΕΑΤ πρόσθεσε επίσης ότι ένα αρχικό σχέδιο για την παροχή της ιδιότητας του «παρατηρητή» σε επιλεγμένες οργανώσεις καταναλωτών που δεν είχαν διοριστεί στη BSG δεν υλοποιήθηκε τελικά, καθώς δεν συγκέντρωσε τη σύμφωνη γνώμη της πλειοψηφίας των μελών της BSG που απαιτείται από τον εσωτερικό κανονισμό της τελευταίας.
16. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι το γεγονός ότι η BSG είχε αποκλείσει τους «παρατηρητές» από τις δραστηριότητές της αποτελούσε περαιτέρω απόδειξη ότι η διαδικασία επιλογής διεξήχθη κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται η διαφάνεια.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
17. Είναι η πρώτη φορά που η ΕΑΤ διορίζει BSG σύμφωνα με τον κανονισμό. Συναφώς, ο Διαμεσολαβητής κρίνει σκόπιμο να διατυπώσει δύο προκαταρκτικές παρατηρήσεις. Πρώτον, δεν είναι καθήκον της Διαμεσολαβήτριας να υποκαταστήσει την επιλογή των μελών της ΟΣΕ με την επιλογή της ΕΑΤ. Εξετάζοντας αν υπήρξε κακοδιοίκηση, ο Διαμεσολαβητής ελέγχει αν, κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας επιλογής, η ΕΑΤ ενήργησε νόμιμα και σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Δεύτερον, ο Διαμεσολαβητής έχει επίγνωση των δυσκολιών που είναι εγγενείς στον συνδυασμό των γεωγραφικών κριτηρίων, των κριτηρίων εκπροσώπησης των φύλων και των συμφερόντων με την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι τα επιλεγμένα μέλη είναι αρμόδια, ιδίως δεδομένου ότι η ΕΑΤ δεν είχε προηγούμενη εμπειρία στην εκτέλεση αυτού του καθήκοντος. Τέλος, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι ήταν εύλογο η ΕΑΤ να έχει περιορίσει την επιλογή των μελών της ΟΣΕ μεταξύ εκείνων που είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον για διορισμό κατόπιν πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος από δυνητικούς ενδιαφερόμενους φορείς. Η προσέγγιση αυτή είναι σύμφωνη με το άρθρο 37 παράγραφος 3 του κανονισμού και την απαίτηση που ορίζεται σε αυτό, σύμφωνα με την οποία «τα μέλη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων διορίζονται από το συμβούλιο εποπτών, κατόπιν προτάσεων των σχετικών συμφεροντούχων»(βλ. ανωτέρω παράγραφο 5).
18. Στη συνέχεια, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι έχει ήδη εξετάσει λεπτομερώς τη διαδικασία επιλογής που διενήργησε η ΕΑΤ στην απόφαση με την οποία περατώθηκε η έρευνά της σχετικά με την καταγγελία 1966/2011/(EIS)LP (στο εξής: απόφαση UNI). [4] Έτσι, κατά περίπτωση, ο Διαμεσολαβητής θα παραπέμπει στις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματά του.
19. Όσον αφορά την εικαζόμενη έλλειψη διαφάνειας της διαδικασίας επιλογής, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο καταγγέλλων δεν προέβαλε συγκεκριμένα επιχειρήματα προς στήριξη του ισχυρισμού του, αλλά περιορίστηκε απλώς στον ισχυρισμό περί έλλειψης διαφάνειας, εν γένει. Τούτου λεχθέντος, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι, στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας, η ΕΑΤ παρέσχε λεπτομερείς πληροφορίες και περαιτέρω διευκρινίσεις σχετικά με τον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας επιλογής. Πράγματι, τα κύρια διαδικαστικά στάδια της διαδικασίας επιλογής περιγράφηκαν επίσης λεπτομερώς σε επιστολή που υπέβαλε ο ίδιος ο καταγγέλλων (βλ. σκέψη 14 ανωτέρω), η οποία εστάλη από τον πρόεδρο της ΕΑΤ σε έναν από τους απορριφθέντες υποψηφίους, οργανισμό με τον οποίο ο καταγγέλλων φαίνεται επίσης να συνδέεται. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα υποστήριξε, ωστόσο, ότι το γεγονός ότι η BSG αποφάσισε να μην επιτρέψει τη συμμετοχή «παρατηρητών» στις συνεδριάσεις της αποτελούσε περαιτέρω απόδειξη της έλλειψης διαφάνειας όσον αφορά τη σύνθεση της BSG. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι το ζήτημα του κατά πόσον οι «παρατηρητές» θα μπορούσαν να παρίστανται στις συνεδριάσεις της ΟΕΥΕ δεν σχετίζεται με την ίδια τη διαδικασία επιλογής. Επιπλέον, και όπως επισήμανε η ΕΑΤ, η απόφαση της BSG να μην επιτρέψει σε «παρατηρητές» να παρίστανται στις συνεδριάσεις της ελήφθη, σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό της BSG.
20. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος περί έλλειψης διαφάνειας όσον αφορά την εν λόγω διαδικασία επιλογής δεν έχει τεκμηριωθεί. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να διαπιστωθεί περίπτωση κακοδιοίκησης εν προκειμένω.
Β. Ισχυρισμός ότι η ΕΑΤ εσφαλμένα θεώρησε ότι οι οργανισμοί αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και οι ελεγκτικές εταιρείες εμπίπτουν στην κατηγορία των ενδιαφερόμενων μερών «χρήστες χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών»
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
21. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΕΑΤ υιοθέτησε εσφαλμένο ορισμό της κατηγορίας των «χρηστών», δεδομένου ότι οι εκπρόσωποι που επελέγησαν για την κατηγορία αυτή ήταν στην πραγματικότητα «πάροχοι» και όχι «χρήστες» τραπεζικών υπηρεσιών. Στην πραγματικότητα, ήταν σημαντικοί οργανισμοί αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και ελεγκτικές εταιρείες που παρείχαν υπηρεσίες στον τραπεζικό τομέα.
22. Η ΕΑΤ υποστήριξε ότι οι οργανισμοί αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας αποτελούν σημαντικό μέρος της διαδικασίας εκτίμησης κινδύνου και του υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων από τα ιδρύματα. Επισήμανε ότι, ελλείψει ορισμού του όρου «χρήστες» στον κανονισμό, είχε υιοθετήσει ευρεία ερμηνεία του όρου αυτού, συμπεριλαμβανομένων όλων των πιθανών μερών, εκτός των εκπροσώπων του κλάδου, που επιτρέπουν στους τελικούς χρήστες να λαμβάνουν τις αποφάσεις τους σχετικά με τις χρηματοπιστωτικές/τραπεζικές υπηρεσίες, όπως οι οργανισμοί αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και οι ελεγκτικές εταιρείες.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
23. Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε λεπτομερώς τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα που προαναφέρθηκαν στην απόφαση UNI (βλέπε σημεία 53-54). Στην εν λόγω απόφαση, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ΕΑΤ, παραλείποντας να εξαιρέσει από την κατηγορία των «χρηστών» τις αιτήσεις από οντότητες που είναι σαφώς πάροχοι αμειβόμενων υπηρεσιών στον χρηματοπιστωτικό τομέα και όχι χρήστες των υπηρεσιών του τελευταίου, διέπραξε περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει στην παρούσα υπόθεση την ίδια επικριτική παρατήρηση όπως στην απόφαση UNI.
Γ. Ισχυρισμός ότι η ΕΑΤ δεν ανταποκρίθηκε επαρκώς στην προσφυγή του καταγγέλλοντος κατά των αποφάσεων που έλαβε το συμβούλιο εποπτών της σχετικά με την επιλογή των μελών της BSG
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
24. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι διαθέτει σημαντική εμπειρία σε θέματα προστασίας των καταναλωτών, ενώ το επιλεγμένο ενδιαφερόμενο μέρος από τη δεξαμενή σκέψης «Re-define» δεν σχετίζεται με καμία οργάνωση καταναλωτών. Υποστήριξε επίσης ότι η απαίτηση γεωγραφικής ισορροπίας που προβλέπεται στον κανονισμό δεν πληρούται, δεδομένου ότι μόνο οι αιτούντες από τα «νέα κράτη μέλη» (εκείνα που προσχώρησαν στην Ένωση το 2004 ή αργότερα) επιλέχθηκαν για την κατηγορία των καταναλωτών.
25. Η ΕΑΤ απάντησε ότι προσπάθησε να διασφαλίσει ότι η συνολική σύνθεση της δημοσιονομικής ομάδας θα αντικατοπτρίζει τη «γεωγραφική ισορροπία και την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων και την εκπροσώπηση των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση». Δήλωσε επίσης ότι διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την επιλογή των μελών της BSG. Η ΕΑΤ υπερασπίστηκε την επιλογή εκπροσώπου των καταναλωτών από τον «επαναπροσδιορισμό» υπό την έννοια ότι ο τελευταίος είναι μη κερδοσκοπικός φορέας που έχει υπογράψει συμφωνία-πλαίσιο με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για θέματα που αφορούν τη ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και την οικονομική πολιτική και συνεργάζεται με ευρεία ομάδα διαφόρων ενδιαφερόμενων μερών. Σύμφωνα με την ΕΑΤ, ο «επαναπροσδιορισμός» έχει αποδεδειγμένο ιστορικό επιδόσεων σε θέματα που σχετίζονται με τους καταναλωτές, ενώ ο εκπρόσωπός της διαθέτει σημαντική πείρα, εμπειρογνωσία και συμμετοχή σε θέματα προστασίας των καταναλωτών, γεγονός που αποτέλεσε επίσης τον λόγο για τον οποίο εξελέγη στη συνέχεια πρόεδρος της ΟΟΣ.
26. Όσον αφορά το κριτήριο της «γεωγραφικής ισορροπίας», η ΕΑΤ εξήγησε ότι επέλεξε και τα 5 μέλη της κατηγορίας των καταναλωτών μεταξύ των αιτούντων από «νέα κράτη μέλη» ως μέσο αντιστάθμισης της δυσανάλογης εκπροσώπησης των «παλαιών» κρατών μελών στην κατηγορία του κλάδου (ενδιαφερόμενοι φορείς στον τομέα των πιστώσεων και των επενδύσεων).
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
27. Με τον τρίτο ισχυρισμό του, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε, πρώτον, τον τρόπο με τον οποίο η ΕΑΤ συμμορφώθηκε με την απαίτηση διασφάλισης κατάλληλης γεωγραφικής ισορροπίας κατά τον διορισμό των μελών της κατηγορίας «καταναλωτές» και, δεύτερον, το γεγονός ότι η ομάδα προβληματισμού «Re-define» δεν είχε προφανή συμμετοχή ή πείρα σε ζητήματα προστασίας των καταναλωτών.
28. Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε τα ίδια ακριβώς προαναφερθέντα δύο επιχειρήματα στην απόφαση UNI. Ειδικότερα, με την εν λόγω απόφαση, ο Διαμεσολαβητής απέρριψε ως αβάσιμο το επιχείρημα που προέβαλε επίσης εν προκειμένω η ΕΑΤ, κατά το οποίο, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει συνολική ισορροπία, η ΕΑΤ είναι ελεύθερη να αγνοήσει τη γεωγραφική ισορροπία στη σύνθεση των διαφόρων κατηγοριών που απαρτίζουν τη BSG. Όπως ανέφερε ο Διαμεσολαβητής στην απόφαση UNI (βλέπε σημείο 25), ο σκοπός της απαίτησης κατάλληλης γεωγραφικής ισορροπίας θα διακυβευόταν, εκτός εάν εφαρμοζόταν επίσης, στο μέτρο του δυνατού, σε καθεμία από τις διάφορες κατηγορίες του τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που απαρτίζουν τη BSG («συμμετέχοντες στον κλάδο», «εκπρόσωποι εργαζομένων/συνδικαλιστικών οργανώσεων», «καταναλωτές», «χρήστες», «ΜΜΕ» και «κορυφαίοι πανεπιστημιακοί»). Με βάση την παραδοχή αυτή, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι η απόφαση της ΕΑΤ να επιλέξει και τα 5 μέλη της κατηγορίας «καταναλωτές» μεταξύ των αιτούντων από «νέα» κράτη μέλη ως μέσο αντιστάθμισης της απόφασής της να διορίσει 9 από τα 10 μέλη της κατηγορίας «βιομηχανία» από αιτούντες που προέρχονται από «παλαιά» κράτη μέλη είναι εσφαλμένη και έχει προκαλέσει κρούσμα κακοδιοίκησης (βλέπε σημεία 32-34 της απόφασης UNI). Για τους λόγους αυτούς, ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει κατωτέρω την ίδια επικριτική παρατήρηση με εκείνη που διατυπώνεται στην απόφαση UNI.
29. Όσον αφορά το γεγονός ότι ένα από τα επιλεγμένα μέλη στην κατηγορία «καταναλωτές» εργάστηκε για μια δεξαμενή σκέψης («επαναπροσδιορισμός»), όπως επισήμανε ο Διαμεσολαβητής στην απόφαση του UNI, η εργασία για μια δεξαμενή σκέψης δεν συνεπάγεται, από μόνη της, ότι κάποιος δεν είναι σε θέση να εκπροσωπεί τους καταναλωτές ή να υπερασπίζεται τα δικαιώματά τους, και αυτό που πρέπει να εξετάζεται σε κάθε περίπτωση είναι αν ένα επιλεγμένο μέλος είναι πράγματι σε θέση να ενεργεί ως αντικειμενικός και αφοσιωμένος εκπρόσωπος των καταναλωτών. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε επίσης στην απόφαση UNI ότι, καταρχήν, θα πρέπει να υπάρχει ισχυρό τεκμήριο ότι οι υποψήφιοι που εκπροσωπούν οργανώσεις καταναλωτών και/ή σαφή συμφέροντα των καταναλωτών είναι καταλληλότεροι για να διοριστούν στην κατηγορία «καταναλωτές» από εκείνους των οποίων η κύρια εμπειρογνωσία και/ή επαγγελματική πείρα αφορά άλλους τομείς (βλέπε σημείο 51 της απόφασης UNI). Ωστόσο, στην απόφαση UNI, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι, όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, η ΕΑΤ εξήγησε πειστικά τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι ο εκπρόσωπος της σχετικής ομάδας προβληματισμού, δεδομένης της επαγγελματικής του πείρας στον τομέα αυτό, θεωρήθηκε ότι διαθέτει την απαιτούμενη ικανότητα και πείρα για να εκπροσωπεί τα συμφέροντα των καταναλωτών. Όπως και στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση UNI, ο καταγγέλλων στην παρούσα υπόθεση δεν προέβαλε συγκεκριμένα επιχειρήματα που να υποδηλώνουν ότι ο εν λόγω εκπρόσωπος δεν μπορούσε να εκπροσωπήσει τα συμφέροντα των καταναλωτών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών ή ότι επηρεάστηκε ή θα μπορούσε να επηρεαστεί από άλλα συγκρουόμενα συμφέροντα. Επομένως, όπως και στην απόφαση UNI, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει εν προκειμένω κακοδιοίκηση. Τούτου λεχθέντος, και με σκοπό την περαιτέρω βελτίωση της διαδικασίας επιλογής, ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει κατωτέρω την ίδια περαιτέρω παρατήρηση όπως στην απόφαση UNI.
Δ. Οι ισχυρισμοί της καταγγέλλουσας´s
Οι ισχυρισμοί της καταγγέλλουσας´s
30. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι i) η ΕΑΤ θα πρέπει να της παράσχει όλες τις πληροφορίες που ζητούνται όσον αφορά τη διαδικασία επιλογής, ii) ότι η επιλογή εκπροσώπων από τον «επαναπροσδιορισμό» και από τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας θα πρέπει να ακυρωθεί και iii) ο πρόεδρός της θα πρέπει να διοριστεί ως εκπρόσωπος των καταναλωτών.
31. Στη γνώμη της, η ΕΑΤ εξέτασε τους δύο πρώτους ισχυρισμούς στο πλαίσιο των απαντήσεών της στον πρώτο και στον τρίτο ισχυρισμό, αντίστοιχα. Όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό, η ΕΑΤ δήλωσε ότι, μολονότι η πρόταση να επιτραπεί στις οργανώσεις καταναλωτών που δεν έχουν διοριστεί στην ΟΕΥΕ, όπως η καταγγέλλουσα, να συμμετέχουν στις εργασίες της ΟΕΥΕ ως «παρατηρητές» δεν συγκέντρωσε την απαιτούμενη πλειοψηφία των μελών της ΟΕΥΕ, η ΕΑΤ προτίθεται να λάβει περαιτέρω μέτρα στο μέλλον για να διασφαλίσει τακτικό διάλογο με τους καταναλωτές και τις οργανώσεις τους.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
32. Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι, κατά την εξέταση του πρώτου ισχυρισμού, η ΕΑΤ παρείχε όλες τις σχετικές πληροφορίες και απαντήσεις όσον αφορά τον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας επιλογής. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να ευδοκιμήσει. Τούτου λεχθέντος, όπως αναφέρεται επίσης στην απόφαση UNI (βλέπε σημείο 59), θα βελτίωνε περαιτέρω τη συνολική διαφάνεια της διαδικασίας επιλογής εάν η ΕΑΤ δημοσίευε, μετά τον διορισμό των μελών της ΟΣΕ, ουσιαστικές πληροφορίες που θα μπορούσαν να καταδείξουν τον τρόπο με τον οποίο, υπό το πρίσμα των διαφόρων αιτήσεων που ελήφθησαν, η ΕΑΤ συμμορφώθηκε με την απαίτηση διασφάλισης ισόρροπης εκπροσώπησης όλων των διαφόρων κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών και τον τρόπο με τον οποίο, με τον τρόπο αυτό, εξασφάλισε επίσης «στο μέτρο του δυνατού (...) κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία και ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων και εκπροσώπηση των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση». Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε περαιτέρω παρατήρηση κατωτέρω.
32. Όσον αφορά τους άλλους δύο σχετικούς ισχυρισμούς, στον βαθμό που αμφότεροι στηρίζονται στην παραδοχή ότι η διαδικασία επιλογής θα μπορούσε να ακυρωθεί και να διεξαχθεί εκ νέου, ο Διαμεσολαβητής εξήγησε ήδη στην απόφαση UNI τους λόγους για τους οποίους μια τέτοια προσέγγιση δεν είναι πλέον εφικτή (βλέπε σημείο 58 της απόφασης UNI). Επομένως, ούτε τα δύο αυτά αιτήματα μπορούν να ευδοκιμήσουν.
Ε. Συμπεράσματα
33. Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση με τα ακόλουθα συμπεράσματα:
1. Με τη συμπερίληψη στην κατηγορία «χρήστες» εφαρμογών από εκπροσώπους οντοτήτων που σαφώς δεν είναι χρήστες λιανικής των υπηρεσιών που παρέχονται από τον χρηματοπιστωτικό/τραπεζικό τομέα, αλλά πάροχοι αμειβόμενων υπηρεσιών στον τελευταίο, η ΕΑΤ διέπραξε περίπτωση κακοδιοίκησης.
2. Εφαρμόζοντας την απαίτηση που ορίζεται στο άρθρο 37 παράγραφος 3 του κανονισμού για τη διασφάλιση, στο μέτρο του δυνατού, της «κατάλληλης γεωγραφικής ισορροπίας και ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων και της εκπροσώπησης των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση» μόνο όσον αφορά τη σύνθεση της ΟΣΕ στο σύνολό της και όχι επίσης στο πλαίσιο κάθε κατηγορίας μελών, η ΕΑΤ διέπραξε άλλη μια περίπτωση κακοδιοίκησης.
Δεν διαπιστώθηκε κακοδιοίκηση όσον αφορά τις άλλες πτυχές των ισχυρισμών και ισχυρισμών του καταγγέλλοντος.
Περαιτέρω παρατηρήσεις
1. Θα διευκόλυνε και θα βελτίωνε περαιτέρω τη διαδικασία επιλογής εάν η ΕΑΤ απαιτούσε από τους μελλοντικούς αιτούντες να αναφέρουν μόνο μία από τις έξι κατηγορίες για τις οποίες θα ήθελαν να ληφθούν υπόψη.
2. Θα βελτίωνε περαιτέρω τη συνολική διαφάνεια της διαδικασίας επιλογής εάν η ΕΑΤ δημοσίευε, μετά τον διορισμό των μελών της ΟΣΕ, ουσιαστικές πληροφορίες που θα μπορούσαν να καταδείξουν τον τρόπο με τον οποίο, υπό το πρίσμα των διαφόρων αιτήσεων που ελήφθησαν, η ΕΑΤ συμμορφώθηκε με την απαίτηση διασφάλισης ισόρροπης εκπροσώπησης όλων των διαφόρων κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών και τον τρόπο με τον οποίο, με τον τρόπο αυτό, εξασφάλισε επίσης «στο μέτρο του δυνατού (...) κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία και ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων και εκπροσώπηση των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση».
Κατά τη διάρκεια της έρευνας, και ιδίως με την ευκαιρία της επιθεώρησης εγγράφων, πραγματοποιήθηκαν άτυπες και εποικοδομητικές συζητήσεις μεταξύ της ΕΑΤ και των υπηρεσιών του Διαμεσολαβητή. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων αυτών, η ΕΑΤ εξέφρασε την προθυμία της να αναθεωρήσει την προσέγγισή της για τον δεύτερο γύρο επιλογής. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, η ΕΑΤ ανακοίνωσε τη νέα σύνθεση της δημοσιονομικής ομάδας στις 23 Οκτωβρίου 2013. Μολονότι η παρούσα απόφαση αφορά μόνο την πρώτη διαδικασία επιλογής που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2011, η Διαμεσολαβήτρια καλεί την ΕΑΤ, στη συνέχεια που θα δώσει στις επικριτικές και περαιτέρω παρατηρήσεις ανωτέρω, να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο αναθεώρησε την προσέγγισή της κατά τη δεύτερη διαδικασία επιλογής, ώστε να ληφθούν υπόψη τυχόν διδάγματα που αντλήθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας της Διαμεσολαβήτριας.
η Έμιλι Ο'Ράιλι
Στρασβούργο, 19 Δεκεμβρίου 2013
[1] ΕΕ 2010, L 331, σ. 12.
[2] http://www.eba.europa.eu/cebs/media/Publications/Other%20Publications/Others/2010/BSG%20call%20for%20expression%20of%20interest/Complete-call-text.pdf
[3] http://www.eba.europa.eu/-/the-eba-establishes-its-banking-stakeholder-group
[4] Απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2013, http://www.ombudsman.europa.eu/en/cases/decision.faces/en/52432/html.bookmark