Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η έρευνά της σχετικά με την καταγγελία 1875/2011/(EIS)LP κατά της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών
Απόφαση
Υπόθεση 1875/2011/LP - Εκκίνηση έρευνας στις Παρασκευή | 14 Οκτωβρίου 2011 - Απόφαση στις Πέμπτη | 19 Δεκεμβρίου 2013 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών ( Επικριτική παρατήρηση )
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά την απόφαση που έλαβε το 2011 η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) σχετικά με τη σύνθεση της 30μελούς ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων (BSG). Η απόφαση αυτή ελήφθη σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 («κανονισμός») του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (ΕΑΤ)[1]. Στις 23 Οκτωβρίου 2013, μετά τη διεξαγωγή νέας διαδικασίας επιλογής (η οποία δρομολογήθηκε τον Μάιο του 2013), η ΕΑΤ ανακοίνωσε ότι η ΟΕΥΕ θα αρχίσει τη δεύτερη θητεία της με αναθεωρημένη σύνθεση. Η έρευνα σχετικά με την παρούσα καταγγελία περιλάμβανε εποικοδομητικές συζητήσεις μεταξύ του προσωπικού της ΕΑΤ και των υπηρεσιών του Διαμεσολαβητή. Από τις συζητήσεις αυτές, ο Διαμεσολαβητής προέβλεψε ότι η ΕΑΤ θα διενεργούσε τη νέα διαδικασία επιλογής με κατάλληλο τρόπο και σύμφωνα με την ανάλυση της αρχικής διαδικασίας από τον Διαμεσολαβητή. Ωστόσο, η παρούσα απόφαση δεν αξιολογεί τη δεύτερη διαδικασία επιλογής ούτε το αποτέλεσμά της.
2. Ο καταγγέλλων, EuroFinuse (πρώην EuroInvestors), είναι μια Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Χρηστών Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών, η οποία αποτελείται από αποταμιευτές, επενδυτές, μετόχους, κατόχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής, δανειολήπτες και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη που είναι ανεξάρτητα από τον χρηματοπιστωτικό κλάδο [2].
3. Η αιτιολογική σκέψη 48 του κανονισμού έχει ως εξής:
«Η Αρχή θα πρέπει να διαβουλεύεται με τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με ρυθμιστικά ή εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα, κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις και να τους παρέχει εύλογη δυνατότητα να διατυπώνουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τα προτεινόμενα μέτρα. Πριν από την έγκριση σχεδίων ρυθμιστικών ή εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων, η Αρχή θα πρέπει να διενεργεί μελέτη επιπτώσεων. Για λόγους αποτελεσματικότητας, θα πρέπει να χρησιμοποιείται ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων για τον σκοπό αυτό, η οποία θα πρέπει να εκπροσωπεί, σε ισόρροπη αναλογία, τα πιστωτικά και επενδυτικά ιδρύματα της Ένωσης, εκπροσωπώντας τα διαφορετικά μοντέλα και μεγέθη των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των θεσμικών επενδυτών και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που χρησιμοποιούν τα ίδια χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες· μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ)· συνδικαλιστικές οργανώσεις· ακαδημαϊκοί· καταναλωτές· και άλλων ιδιωτών χρηστών τραπεζικών υπηρεσιών. Η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων θα πρέπει να λειτουργεί ως διεπαφή με άλλες ομάδες χρηστών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που έχουν συσταθεί από την Επιτροπή ή από τη νομοθεσία της Ένωσης».
4. Το άρθρο 37, παράγραφος 2, του κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων απαρτίζεται από 30 μέλη, τα οποία εκπροσωπούν αναλογικά τα πιστωτικά και επενδυτικά ιδρύματα που δραστηριοποιούνται στην Ένωση, τους εκπροσώπους των εργαζομένων τους, καθώς και τους καταναλωτές, τους χρήστες τραπεζικών υπηρεσιών και τους εκπροσώπους των ΜΜΕ. Τουλάχιστον πέντε από τα μέλη του είναι ανεξάρτητοι κορυφαίοι ακαδημαϊκοί. Δέκα από τα μέλη του εκπροσωπούν χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τρία εκ των οποίων εκπροσωπούν συνεταιριστικά και ταμιευτήρια».
5. Το άρθρο 37, παράγραφος 3, του κανονισμού έχει ως εξής:
«Τα μέλη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων διορίζονται από το συμβούλιο εποπτών, κατόπιν προτάσεων των σχετικών συμφεροντούχων. Κατά τη λήψη της απόφασής του, το συμβούλιο εποπτών διασφαλίζει, στο μέτρο του δυνατού, την κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία και την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων και την εκπροσώπηση των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση».
6. Στις 26 Νοεμβρίου 2010 δημοσιεύθηκε πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος σχετικά με τη σύσταση της ΟΕΥΕ της ΕΑΤ [3], με προθεσμία υποβολής αιτήσεων την 26η Δεκεμβρίου 2010. Στις 18 Μαρτίου 2011, η ΕΑΤ εξέδωσε δελτίο Τύπου σχετικά με την απόφασή της για τη σύνθεση της ΟΟΣ [4]. Το δελτίο Τύπου περιείχε πληροφορίες σχετικά με τα ονόματα των νεοδιορισθέντων μελών της BSG, τα θεσμικά όργανα που εκπροσωπούσε έκαστο εξ αυτών, την ιθαγένειά τους και την υποκατηγορία στην οποία είχαν επιλεγεί.
7. Στις 4 Απριλίου 2011, ο καταγγέλλων απηύθυνε επιστολή στην ΕΑΤ εκφράζοντας την απογοήτευσή του για τη σύνθεση της BSG και για το γεγονός ότι δεν εκπροσωπούνταν αποταμιευτές, ενώσεις επενδυτών και ενώσεις χρηστών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Ο καταγγέλλων ζήτησε από την ΕΑΤ να λάβει «άμεσα μέτρα» προκειμένου να διασφαλίσει την ισόρροπη εκπροσώπηση όλων των τραπεζικών χρηστών σύμφωνα με τον κανονισμό.
8. Με επιστολή της 26ης Απριλίου 2011, η ΕΑΤ απάντησε στον καταγγέλλοντα. Εξηγεί ότι ο αριθμός και η ποιότητα των αιτήσεων συγκαταλέγονται στα κριτήρια που ελήφθησαν υπόψη για τους διορισμούς που πραγματοποιήθηκαν για τις διάφορες κατηγορίες και τονίζει ότι έχει καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για τη διασφάλιση της αναγκαίας πολυμορφίας όχι μόνο μεταξύ των προβλεπόμενων κατηγοριών, αλλά και εντός αυτών, γεγονός που εξηγεί γιατί δεν δόθηκαν περισσότερες από μία θέσεις σε αιτούντες που εκπροσωπούν τα συμφέροντα του ίδιου θεσμικού οργάνου ή της ίδιας ομοσπονδίας. Σύμφωνα με την ΕΑΤ, στην περίπτωση των χρηστών τραπεζικών υπηρεσιών, προτιμήθηκαν οι αιτήσεις που προέρχονται από οντότητες με ευρωπαϊκή ή διεθνή παρουσία.
9. Στις 14 Σεπτεμβρίου 2011, μη ικανοποιημένος από την ανωτέρω απάντηση, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
10. Ο καταγγέλλων υπέβαλε τους ακόλουθους ισχυρισμούς και τους ακόλουθους ισχυρισμούς, οι οποίοι συμπεριλήφθηκαν στην έρευνα του Διαμεσολαβητή:
Ισχυρισμοί:
1. Η ΕΑΤ δεν διασφάλισε i) τη γεωγραφική ισορροπία και ii) την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων εντός και μεταξύ των κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
2. Η ΕΑΤ δεν εξασφάλισε επαρκή ισορροπία μεταξύ της εκπροσώπησης των χρηστών και των παρόχων κατά την επιλογή των μελών της ΟΣΕ, παραβιάζοντας έτσι τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
3. Η ΕΑΤ υιοθέτησε εσφαλμένο ορισμό των διαφόρων κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Αιτήσεις:
1. Η ΕΑΤ θα πρέπει να επανεξετάσει τη σύνθεση της ΟΣΕ το συντομότερο δυνατόν και, σε κάθε περίπτωση, χωρίς να περιμένει τον εκ νέου διορισμό της ΟΣΕ, ο οποίος θα πραγματοποιηθεί το 2013.
2. Η ΕΑΤ θα πρέπει να δημοσιεύει στον ιστότοπό της τα βιογραφικά σημειώματα των επιλεγέντων μελών, καθώς και τα κριτήρια επιλογής.
Η έρευνα
11. Στις 14 Οκτωβρίου 2011, ο Διαμεσολαβητής κάλεσε την ΕΑΤ να υποβάλει γνώμη σχετικά με τους ανωτέρω ισχυρισμούς.
12. Στις 31 Ιανουαρίου 2012, η ΕΑΤ υπέβαλε τη γνώμη της στον Διαμεσολαβητή, η οποία διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα προς υποβολή παρατηρήσεων. Στις 27 Φεβρουαρίου 2012, ο καταγγέλλων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του.
13. Αφού εξέτασε τη γνώμη της ΕΑΤ και τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν αναγκαίο να προβεί σε επιθεώρηση του φακέλου της ΕΑΤ σχετικά με την εν λόγω υπόθεση. Ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε στις 19 Μαρτίου 2013. Η έκθεση ελέγχου εστάλη στον καταγγέλλοντα στις 30 Μαΐου 2013 για ενδεχόμενες παρατηρήσεις του. Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις εντός της καθορισμένης προθεσμίας.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
Α. Ισχυρισμός ότι η ΕΑΤ δεν διασφάλισε γεωγραφική ισορροπία και ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων εντός και μεταξύ των κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
14. Ο καταγγέλλων αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο η ΕΑΤ συμμορφώθηκε με τις απαιτήσεις του άρθρου 37 παράγραφος 3 του κανονισμού. Ειδικότερα, επέκρινε το γεγονός ότι: (i) εννέα στους δέκα εκπροσώπους του τραπεζικού κλάδου προέρχονταν από κορυφαίες πολυεθνικές τράπεζες από «παλαιά» κράτη μέλη (δηλαδή κράτη μέλη της ΕΕ πριν από τη διεύρυνση του 2004), ενώ μόνο ένας από αυτούς προερχόταν από τα «νέα» κράτη μέλη (δηλαδή τα κράτη μέλη που προσχώρησαν στην ΕΕ το 2004 ή μετά το 2004)· ii) η ΕΑΤ δεν επέλεξε εκπροσώπους από τα «παλαιά» κράτη μέλη στην κατηγορία των καταναλωτών της BSG, iii) τουλάχιστον οκτώ μέλη της BSG προέρχονταν από το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο, ως εκ τούτου, υπερεκπροσωπούνταν στην BSG· και iv) η ΕΑΤ επέλεξε μόνο 10 γυναίκες μεταξύ των τριάντα μελών της BSG.
15. Στη γνώμη της, η ΕΑΤ υποστήριξε ότι ο κανονισμός προβλέπει «κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία» και «εκπροσώπηση των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση». Ως εκ τούτου, υπάρχει μόνο μια γενική απαίτηση γεωγραφικής ισορροπίας και καμία ειδική απαίτηση για τη διασφάλιση γεωγραφικής ισορροπίας εντός των διαφόρων κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών. Σύμφωνα με την ΕΑΤ, όπως απαιτείται από το άρθρο 37 παράγραφος 2 του κανονισμού, είχε επικεντρωθεί πρωτίστως στα προσόντα των υποψηφίων, διασφαλίζοντας την ισόρροπη εκπροσώπηση της εμπειρογνωσίας και της πείρας από διάφορες κατηγορίες ενδιαφερόμενων μερών.
16. Όσον αφορά τη σύνθεση της κατηγορίας «βιομηχανία», η ΕΑΤ εξήγησε ότι οι περισσότερες αιτήσεις για την εν λόγω κατηγορία προέρχονταν από «παλαιά» κράτη μέλη. Το γεγονός αυτό και η απόφασή της να διορίσει εκπροσώπους από διασυνοριακούς τραπεζικούς ομίλους με σημαντική παρουσία σε ολόκληρη την Ευρώπη οδήγησαν, με τη σειρά τους, στον διορισμό εκπροσώπων των καταναλωτών κυρίως από τα «νέα» κράτη μέλη.
17. Η ΕΑΤ εξήγησε ότι ο κατάλογος των εγκεκριμένων ενδιαφερόμενων μερών ανά κατηγορία είχε ως εξής:
|
Κατηγορία |
Αριθμός |
|
Βιομηχανία |
10 |
|
Εκπρόσωποι εργαζομένων/συνδικαλιστικές οργανώσεις |
1 |
|
Καταναλωτές |
5 |
|
Χρήστες τραπεζικών υπηρεσιών |
5 |
|
ΜΜΕ |
3 |
|
Κορυφαίοι ακαδημαϊκοί |
6 |
|
Σύνολο |
30 |
18. Όσον αφορά τον εικαζόμενο υψηλό αριθμό εκπροσώπων βρετανικής ιθαγένειας, η ΕΑΤ επισήμανε ότι, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, υπήρχαν 5 και όχι 8 εκπρόσωποι προερχόμενοι από το Ηνωμένο Βασίλειο που εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα i) χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ii) ΜΜΕ, iii) καταναλωτών, iv) χρηστών τραπεζικών υπηρεσιών και v) κορυφαίων ακαδημαϊκών. Επανέλαβε ότι οι προσωπικές ικανότητες των υποψηφίων και ο αριθμός των αιτήσεων που ελήφθησαν από κάθε χώρα ήταν σημαντικοί παράγοντες που ελήφθησαν υπόψη. Δεδομένου ότι οι περισσότερες αιτήσεις που ελήφθησαν προέρχονταν από τη Γερμανία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, το διοικητικό συμβούλιο της ΕΑΤ αποφάσισε να περιορίσει τον αριθμό των διορισμένων μελών ανά χώρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ωστόσο, η επιθυμία να διασφαλιστεί η κατάλληλη εκπροσώπηση για μια δεδομένη κατηγορία ενδιαφερόμενων μερών σήμαινε ότι η απαίτηση ιθαγένειας θα ερχόταν σε δεύτερη μοίρα. Ως εκ τούτου, ο αριθμός-στόχος για τα μέλη που εκπροσωπούν τις ΜΜΕ ορίστηκε σε τρεις, δηλαδή στον ίδιο αριθμό αιτήσεων που ελήφθησαν. Κατά συνέπεια, η απόφαση διορισμού τριών εκπροσώπων ΜΜΕ υπερίσχυσε της προϋποθέσεως ιθαγένειας, δεδομένου ότι ένας από τους τρεις προσφεύγοντες ήταν Βρετανός.
19. Τέλος, όσον αφορά την επιλογή των φύλων, η ΕΑΤ επισήμανε ότι οι γυναίκες υποψήφιες αντιπροσώπευαν το 21 % του συνόλου των αιτήσεων που ελήφθησαν. Παρά το χαμηλό αυτό ποσοστό, η ΕΑΤ όρισε τον αριθμό-στόχο των γυναικών ενδιαφερόμενων μερών σε 10, δηλαδή στο 33 % του συνόλου των αιτήσεων που ελήφθησαν.
20. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα επέμεινε ότι η ΕΑΤ δεν είχε συστήσει μια ΟΣΕΠ που να είναι αρκετά ισορροπημένη.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
21. Είναι η πρώτη φορά που η ΕΑΤ διορίζει BSG σύμφωνα με τον κανονισμό. Συναφώς, ο Διαμεσολαβητής κρίνει σκόπιμο να διατυπώσει δύο προκαταρκτικές παρατηρήσεις. Πρώτον, δεν είναι καθήκον της Διαμεσολαβήτριας να υποκαταστήσει την επιλογή των μελών της ΟΣΕ με την επιλογή της ΕΑΤ. Εξετάζοντας αν υπήρξε κακοδιοίκηση, ο Διαμεσολαβητής ελέγχει αν, κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας επιλογής, η ΕΑΤ ενήργησε νόμιμα και σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Δεύτερον, ο Διαμεσολαβητής έχει επίγνωση των δυσκολιών που είναι εγγενείς στον συνδυασμό των γεωγραφικών κριτηρίων, των κριτηρίων εκπροσώπησης των φύλων και των συμφερόντων με την ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας των επιλεγέντων μελών, ιδίως λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, όπως προαναφέρθηκε, η ΕΑΤ δεν είχε προηγούμενη εμπειρία στην εκτέλεση αυτού του καθήκοντος. Τέλος, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι ήταν εύλογο η ΕΑΤ να έχει περιορίσει την επιλογή των μελών της BSG σε υποψηφίους μεταξύ εκείνων που είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον για διορισμό κατόπιν πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος απευθυνόμενης σε δυνητικούς ενδιαφερόμενους φορείς. Η προσέγγιση αυτή είναι σύμφωνη με το άρθρο 37 παράγραφος 3 του κανονισμού και την απαίτηση που ορίζεται σε αυτό, σύμφωνα με την οποία «τα μέλη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων διορίζονται από το συμβούλιο εποπτών, κατόπιν προτάσεων των σχετικών συμφεροντούχων»(βλ. ανωτέρω παράγραφο 5).
22. Με τον πρώτο ισχυρισμό, η καταγγέλλουσα επέκρινε το γεγονός ότι η ΕΑΤ i) επέλεξε να διορίσει 9 από τα 10 μέλη της κατηγορίας «βιομηχανία» από «παλαιά» κράτη μέλη, ii) διόρισε όλα τα μέλη της κατηγορίας «καταναλωτές» μόνο από «νέα» κράτη μέλη, iii) διόρισε τουλάχιστον οκτώ μέλη της BSG από το Ηνωμένο Βασίλειο και iv) επέλεξε μόνο 10 γυναίκες μεταξύ των τριάντα μελών της BSG.
23. Εν προκειμένω, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι τα ίδια ακριβώς προαναφερθέντα επιχειρήματα εξετάστηκαν πρόσφατα και εξετάστηκαν λεπτομερώς στην πρόσφατη απόφασή της με την οποία περατώθηκε η έρευνά της σχετικά με την καταγγελία 1966/2011/(EIS)LP κατά της ΕΑΤ (εφεξής «απόφαση UNI»)[5].
24. Στην απόφαση UNI, αφού επισήμανε καταρχάς ότι ο σκοπός της απαίτησης κατάλληλης γεωγραφικής ισορροπίας θα ματαιωνόταν εάν δεν εφαρμοζόταν επίσης, στο μέτρο του δυνατού, σε καθεμία από τις διάφορες κατηγορίες μελών που απαρτίζουν τη ΓΓΒ («συμμετέχοντες στη βιομηχανία», «εκπρόσωποι εργαζομένων/συνδικαλιστικών οργανώσεων», «καταναλωτές», «χρήστες», «ΜΜΕ» και «κορυφαίοι ακαδημαϊκοί»), ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα.
25. Πρώτον, όσον αφορά τη σύνθεση της κατηγορίας «βιομηχανία», η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι, ελλείψει πειστικών εξηγήσεων, αποφασίζοντας να διορίσει 9 από τα 10 μέλη της κατηγορίας «βιομηχανία» επιλέγοντας εκπροσώπους από «παλαιά» κράτη μέλη, η ΕΑΤ δεν συμμορφώθηκε με την απαίτηση να διασφαλίσει, «στο μέτρο του δυνατού», «κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία και εκπροσώπηση των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση». Ως εκ τούτου, διέπραξε περίπτωση κακοδιοίκησης (βλέπε σημεία 26-29 της απόφασης UNI). Για τους λόγους αυτούς, ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει κατωτέρω την ίδια επικριτική παρατήρηση όπως και στην απόφαση UNI.
26. Δεύτερον, όσον αφορά τη σύνθεση της κατηγορίας «καταναλωτές», η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε επίσης ότι η ΕΑΤ δεν συμμορφώθηκε με την απαίτηση διασφάλισης, «στο μέτρο του δυνατού», «κατάλληλης γεωγραφικής ισορροπίας και εκπροσώπησης των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση». Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΑΤ διέπραξε κρούσμα κακοδιοίκησης (βλέπε σημεία 30-32 της απόφασης UNI). Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει κατωτέρω την ίδια επικριτική παρατήρηση όπως και στην απόφαση UNI.
27. Τρίτον, όσον αφορά τον αριθμό των εκπροσώπων βρετανικής ιθαγένειας, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση. Ωστόσο, και για τους λόγους που εκτίθενται στην παράγραφο 33 της απόφασης UNI, ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει στην παρούσα υπόθεση την ίδια περαιτέρω παρατήρηση όπως και στην απόφαση UNI.
28. Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι μόνο 10 από τους 30 διορισμένους εκπροσώπους ήταν γυναίκες, ο Διαμεσολαβητής δεν θεώρησε ότι η ΕΑΤ διέπραξε περίπτωση κακοδιοίκησης (βλέπε σημείο 34 της απόφασης UNI). Ωστόσο, για τους λόγους που εκτίθενται στην εν λόγω απόφαση, ο Διαμεσολαβητής θα προβεί στην ίδια περαιτέρω παρατήρηση όπως και στην απόφαση UNI.
Β. Ισχυρισμός ότι η ΕΑΤ δεν εξασφάλισε επαρκή ισορροπία μεταξύ της εκπροσώπησης των χρηστών και των παρόχων κατά την επιλογή των μελών της ΟΣΕ, παραβιάζοντας έτσι τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
29. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΕΑΤ δεν εξασφάλισε επαρκή ισορροπία μεταξύ των κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών που προβλέπονται στον κανονισμό. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων προέβαλε τα ακόλουθα δύο κύρια επιχειρήματα: Πρώτον, 10 από τον συνολικό αριθμό των 30 μελών της BSG ήταν επαγγελματίες ανώτερου επιπέδου που απασχολούνταν και αμείβονταν απευθείας από τον τραπεζικό κλάδο. Δεύτερον, ένας από τους τρεις επιλεγμένους εκπροσώπους των ΜΜΕ προερχόταν από μία από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές ομοσπονδίες («BUSINESSEUROPE»), η οποία, εκτός από τις ΜΜΕ, εκπροσωπούσε επίσης τα συμφέροντα όλων των μεγάλων τραπεζικών ομοσπονδιών. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω αντιπρόσωπος θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί αντιπρόσωπος της «βιομηχανίας».
30. Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα που προέβαλε ο καταγγέλλων, η ΕΑΤ εξήγησε ότι, επιλέγοντας 10 από τα 30 μέλη της BSG μεταξύ των ανώτερων επαγγελματιών που απασχολούνται και αμείβονται απευθείας από τον τραπεζικό κλάδο, συμμορφώθηκε πλήρως με τον κανονισμό, ο οποίος προβλέπει ακριβώς ότι 10 από τα μέλη της BSG θα πρέπει να εκπροσωπούν χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Όσον αφορά την εκπροσώπηση των ΜΜΕ, η ΕΑΤ εξήγησε ότι είχε λάβει μόνο τέσσερις αιτήσεις, μία εκ των οποίων θεωρήθηκε «ακατάλληλη». Αφού όρισε τον αριθμό-στόχο για τους εκπροσώπους των ΜΜΕ στη ΟΣΕΠ σε τρεις, επέλεξε και τις τρεις αιτήσεις και υπενθύμισε ότι ένα από τα επιλεγμένα μέλη προερχόταν από μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία, η οποία ήταν μέλος της συμβουλευτικής ομάδας της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας (CEBS).
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
31. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι τα ίδια ακριβώς προαναφερθέντα επιχειρήματα έχουν ήδη εξεταστεί λεπτομερώς στην πρόσφατη απόφασή της UNI.
32. Ειδικότερα, στην απόφαση UNI, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι η επιλογή 10 από τον συνολικό αριθμό των 30 μελών της BSG μεταξύ των επαγγελματιών που απασχολούνται και αμείβονται από τον τραπεζικό κλάδο, η ΕΑΤ, σε αντίθεση με όσα υποστήριξε επίσης ο καταγγέλλων στην παρούσα υπόθεση, δεν αποκλίνει από τις απαιτήσεις του άρθρου 37 παράγραφος 2 του κανονισμού, ο οποίος ορίζει τον αριθμό των εκπροσώπων του κλάδου ακριβώς σε δέκα μέλη (βλέπε σημεία 39-39 της απόφασης UNI). Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο αυτό, η ΕΑΤ δεν διέπραξε καμία περίπτωση κακοδιοίκησης.
33. Όσον αφορά την εκπροσώπηση των ΜΜΕ και το γεγονός ότι, όπως υποστήριξε και ο καταγγέλλων στην παρούσα υπόθεση, ένας από τους εκπροσώπους που επελέγησαν για την κατηγορία αυτή εργάστηκε για έναν μεγάλο οργανισμό που εκπροσωπούσε όχι μόνο τα συμφέροντα των ΜΜΕ, αλλά και τα συμφέροντα των τραπεζικών ομοσπονδιών, ο Διαμεσολαβητής, για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 43-44 της απόφασης UNI, δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση ούτε ως προς το σημείο αυτό.
Γ. Ισχυρισμός ότι η ΕΑΤ υιοθέτησε εσφαλμένο ορισμό των διαφόρων κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
34. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΕΑΤ υιοθέτησε εσφαλμένο ορισμό των διαφόρων κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών που προβλέπονται στον κανονισμό. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων προέβαλε δύο κύρια επιχειρήματα. Πρώτον, όσον αφορά την κατηγορία των «καταναλωτών», υποστήριξε ότι ένα από τα επιλεγμένα μέλη ήταν στην πραγματικότητα ακαδημαϊκό, ενώ ένα άλλο εργάστηκε για μια δεξαμενή σκέψης («Re-Define»). Επομένως, κανένας από τους δύο αυτούς εκπροσώπους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εκπροσωπεί τα συμφέροντα των καταναλωτών.
35. Δεύτερον, όσον αφορά την κατηγορία των «χρηστών», οι πέντε εκπρόσωποι που επελέγησαν για την κατηγορία αυτή ήταν στην πραγματικότητα «πάροχοι» και όχι «χρήστες» τραπεζικών υπηρεσιών, οι οποίοι εκπροσωπούσαν σημαντικούς οργανισμούς (δηλαδή μεγάλους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και ελεγκτικές εταιρείες) που παρείχαν υπηρεσίες στον τραπεζικό τομέα. Ο ευρύς τρόπος με τον οποίο η ΕΑΤ ερμήνευσε τον όρο «χρήστες» κατέστησε έτσι δυνατό τον διορισμό περισσότερων μελών στη ΣΟΕ που ανήκαν στον κλάδο, ενώ δεν επελέγησαν εκπρόσωποι αποταμιευτών και ενώσεων επενδυτών. Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης την απουσία οποιουδήποτε εκπροσώπου εταιρειών που είναι πελάτες τραπεζών, όπως οι μεγάλοι λιανοπωλητές ή οι ενώσεις τους.
36. Στην απάντησή της, η ΕΑΤ υποστήριξε ότι οι αιτούντες ήταν ελεύθεροι να δηλώσουν στην αίτησή τους το ενδιαφέρον τους για περισσότερες από μία από τις έξι κατηγορίες ενδιαφερόμενων μερών και εναπόκειται στην ΕΑΤ να αποφασίσει, κατά περίπτωση, σε ποια κατηγορία θα πρέπει να καταταγεί κάθε αίτηση. Όσον αφορά τον εκπρόσωπο των καταναλωτών που είναι ακαδημαϊκός, η ΕΑΤ εξήγησε ότι ήταν επίσης μέλος της ομάδας χρηστών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (FSUG)[6], η οποία ασχολήθηκε επίσης με θέματα που σχετίζονται με την προστασία των καταναλωτών και τη διαφάνεια των τιμών. Σύμφωνα με την ΕΑΤ, το εν λόγω πρόσωπο είχε σημαντική εμπειρία στην εκπροσώπηση, τη σύνταξη γνωμοδοτήσεων και συστάσεων σχετικά με πρωτοβουλίες που επηρεάζουν τους «χρήστες» χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και ήταν επίσης στο παρελθόν μέλος του φόρουμ εμπειρογνωμόνων χρηστών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών («FIN-USE»), προσδιορίζοντας βασικά ζητήματα που επηρέασαν τους χρήστες χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Διορίστηκε επίσης στο παρελθόν για να εκπροσωπεί τα συμφέροντα των χρηματοοικονομικών χρηστών στην προηγούμενη "Συμβουλευτική Επιτροπή CEBS"[7]. Δεδομένης της πολύτιμης συμβολής του στο προηγούμενο έργο της CEBS, εξετάστηκε θετικά από την ΕΑΤ και, ως εκ τούτου, διορίστηκε μέλος της κατηγορίας «καταναλωτές».
37. Όσον αφορά το μέλος που εκπροσώπησε τη δεξαμενή σκέψης «Re-define», η ΕΑΤ εξήγησε ότι ο «Re-define» είναι ένας ανεξάρτητος και μη κερδοσκοπικός διεθνής οργανισμός, ο οποίος είχε πρόσφατα υπογράψει τετραετή συμφωνία-πλαίσιο με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την παροχή συμβουλών στην επιτροπή ECON σχετικά με θέματα που αφορούν τη ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και την οικονομική πολιτική, και ότι ο εν λόγω εκπρόσωπος είχε δημοσιεύσει εκτενώς άρθρα και προτάσεις σχετικά με θέματα που αφορούν τους καταναλωτές.
38. Όσον αφορά τον ορισμό της έννοιας του «χρήστη», η ΕΑΤ υποστήριξε ότι, δεδομένου ότι ο κανονισμός δεν προβλέπει ορισμό του «χρήστη», αποφάσισε να υιοθετήσει ευρεία ερμηνεία του όρου αυτού προκειμένου να υπάρχει συνεκτική και ισορροπημένη συνολική εκπροσώπηση στην ΟΚΕ. Ως εκ τούτου, ο όρος «χρήστες» ερμηνεύθηκε ότι περιλαμβάνει όλες τις πιθανές οντότητες, εκτός από τους εκπροσώπους του κλάδου, που επιτρέπουν στους τελικούς χρήστες να λαμβάνουν τις αποφάσεις τους σχετικά με τις χρηματοπιστωτικές/τραπεζικές υπηρεσίες. Εξήγησε επίσης ότι ελήφθησαν μόνο δεκαπέντε αιτήσεις που εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή και ότι μόνο επτά από αυτές ανέφεραν σαφώς την εκπροσώπηση των συμφερόντων των χρηστών τραπεζικών υπηρεσιών.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
39. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι δύο από τους εκπροσώπους που διορίστηκαν από την ΕΑΤ στην κατηγορία «καταναλωτές» φαίνεται να στερούνται της αναγκαίας εμπειρογνωμοσύνης ή σύνδεσης με το κίνημα των καταναλωτών έχει ήδη εξεταστεί στην απόφαση UNI. Ως εκ τούτου, για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στην απόφαση UNI (βλέπε σημεία 51-52), ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν σημειώθηκε περίπτωση κακοδιοίκησης εν προκειμένω. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει εν προκειμένω την ίδια περαιτέρω παρατήρηση με εκείνη που διατυπώνεται στην απόφαση UNI (βλ. παράγραφο 52 της εν λόγω απόφασης).
40. Ομοίως, στην απόφαση UNI, ο Διαμεσολαβητής εξέτασε λεπτομερώς τα ίδια επιχειρήματα με εκείνα που προέβαλε στην παρούσα υπόθεση ο καταγγέλλων σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η ΕΑΤ όρισε τον όρο «χρήστες τραπεζικών υπηρεσιών». Στην απόφαση UNI, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ΕΑΤ, παραλείποντας να εξαιρέσει από την κατηγορία των «χρηστών» τις αιτήσεις από οντότητες που είναι σαφώς πάροχοι αμειβόμενων υπηρεσιών στον χρηματοπιστωτικό τομέα και όχι χρήστες των υπηρεσιών του τελευταίου, διέπραξε περίπτωση κακοδιοίκησης (βλέπε σημεία 53-54 της απόφασης UNI). Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει στην παρούσα υπόθεση την ίδια επικριτική παρατήρηση όπως στην απόφαση UNI.
Δ. Οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος
Οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος
41. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι i) η ΕΑΤ θα πρέπει να επανεξετάσει τη σύνθεση της BSG το συντομότερο δυνατόν και, σε κάθε περίπτωση, χωρίς να περιμένει την ανανέωση των μελών της το 2013. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ii) η ΕΑΤ θα πρέπει να δημοσιεύει στον ιστότοπό της τα βιογραφικά σημειώματα των επιλεγέντων μελών, καθώς και λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα κριτήρια επιλογής και τη διαδικασία επιλογής με την οποία επιλέχθηκε κάθε υποψήφιος.
42. Στη γνώμη της, η ΕΑΤ επισήμανε ότι η διαδικασία επιλογής διεξήχθη καλή τη πίστει και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Οποιαδήποτε πιθανή επανεξέταση της σύνθεσης της ΟΕΥΕ θα ήταν μια πολύ χρονοβόρα διαδικασία και θα επηρέαζε την αναμενόμενη συμβολή των ενδιαφερόμενων μερών στους προγραμματισμένους στόχους της ΕΑΤ για το 2012. Ωστόσο, η ΕΑΤ θα ήταν περισσότερο από πρόθυμη να δεχθεί τις προτάσεις και τις συστάσεις της Διαμεσολαβήτριας όσον αφορά τον επόμενο επαναδιορισμό των μελών της ΟΣΕ το 2013.
43. Η ΕΑΤ επιβεβαίωσε επίσης ότι έχει ήδη δημοσιεύσει τα βιογραφικά σημειώματα των επιλεγμένων μελών της BSG και ότι είναι διαθέσιμα στο διαδίκτυο στον ιστότοπό της. Όσον αφορά τα κριτήρια επιλογής, τόσο τα γενικά όσο και τα ειδικά ανά κατηγορία, η ΕΑΤ δήλωσε ότι βασίστηκε στις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 37 του κανονισμού και στις αντίστοιχες αιτιολογικές σκέψεις του. Διευκρίνισε επίσης ότι κατά τη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της ΕΑΤ τον Φεβρουάριο του 2011 εγκρίθηκαν γενικά και ειδικά ανά κατηγορία κριτήρια, τα οποία στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν για την κατάρτιση προτεινόμενου καταλόγου ενδιαφερόμενων μερών που υποβλήθηκε στη συνεδρίαση του συμβουλίου εποπτών της ΕΑΤ τον Μάρτιο του 2011.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
44. Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε τους ίδιους ακριβώς ισχυρισμούς στην απόφαση UNI. Έτσι, στην αιτιολογική σκέψη 58 της εν λόγω αποφάσεως, εξέθεσε ήδη τους λόγους για τους οποίους το πρώτο αίτημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε στην απόφαση της UNI ότι όλα τα βιογραφικά σημειώματα των μελών της BSG είχαν πλέον δημοσιευθεί στον ιστότοπο της ΕΑΤ. Στην απόφαση UNI, η Διαμεσολαβήτρια εξήγησε επίσης τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν πεπεισμένη ότι η ΕΑΤ θα έπρεπε να υποχρεούται να δημοσιεύει λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα κριτήρια επιλογής που χρησιμοποιήθηκαν και τη διαδικασία με την οποία επελέγη κάθε υποψήφιος (βλέπε σημείο 59 της απόφασης UNI). Ωστόσο, όπως αναφέρεται επίσης στην απόφαση UNI (βλέπε σημείο 59), θα βελτίωνε περαιτέρω τη συνολική διαφάνεια της διαδικασίας επιλογής εάν η ΕΑΤ δημοσίευε, μετά τον διορισμό των μελών της ΟΣΕ, ουσιαστικές πληροφορίες που θα μπορούσαν να καταδείξουν τον τρόπο με τον οποίο, υπό το πρίσμα των διαφόρων αιτήσεων που ελήφθησαν, η ΕΑΤ συμμορφώθηκε με την απαίτηση διασφάλισης ισόρροπης εκπροσώπησης όλων των διαφόρων κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών και τον τρόπο με τον οποίο, με τον τρόπο αυτό, εξασφάλισε επίσης «στο μέτρο του δυνατού (...) κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία και ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων και εκπροσώπηση των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση». Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε περαιτέρω παρατήρηση κατωτέρω.
Ε. Συμπεράσματα
45. Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση με τις ακόλουθες επικριτικές παρατηρήσεις:
1. Εφαρμόζοντας την απαίτηση που ορίζεται στο άρθρο 37 παράγραφος 3 του κανονισμού για τη διασφάλιση, στο μέτρο του δυνατού, της «κατάλληλης γεωγραφικής ισορροπίας και ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων και της εκπροσώπησης των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση» μόνο όσον αφορά τη σύνθεση της ΟΣΕ στο σύνολό της και όχι επίσης στο πλαίσιο κάθε κατηγορίας μελών, η ΕΑΤ διέπραξε περίπτωση κακοδιοίκησης.
2. Με τη συμπερίληψη στην κατηγορία «χρήστες» εφαρμογών από εκπροσώπους οντοτήτων που σαφώς δεν είναι χρήστες λιανικής των υπηρεσιών που παρέχονται από τον χρηματοπιστωτικό/τραπεζικό τομέα, αλλά πάροχοι αμειβόμενων υπηρεσιών στον τελευταίο, η ΕΑΤ διέπραξε άλλη μια περίπτωση κακοδιοίκησης.
Δεν διαπιστώθηκε κακοδιοίκηση όσον αφορά τις άλλες πτυχές των ισχυρισμών και ισχυρισμών του καταγγέλλοντος.
Περαιτέρω παρατηρήσεις
1. Σε μελλοντικές επιλογές μελών της ΟΣΕ, θα ήταν σκόπιμο η ΕΑΤ να αποφεύγει τον κίνδυνο να φαίνεται ότι ένα ή περισσότερα κράτη μέλη υπερεκπροσωπούνται.
2. Η ΕΑΤ θα μπορούσε να δημοσιεύει μελλοντικές προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος για να γίνει μέλος της BSG, όχι μόνο στον δικό της ιστότοπο, αλλά και στον εξειδικευμένο οικονομικό Τύπο, και να χρησιμοποιεί, γενικά, οποιονδήποτε άλλο δίαυλο επικοινωνίας που θα μπορούσε να αυξήσει την ευαισθητοποίηση και το ενδιαφέρον των γυναικών υποψηφίων.
3. Θα διευκόλυνε και θα βελτίωνε περαιτέρω τη διαδικασία επιλογής εάν η ΕΑΤ απαιτούσε από τους μελλοντικούς αιτούντες να αναφέρουν μόνο μία από τις έξι κατηγορίες για τις οποίες θα ήθελαν να ληφθούν υπόψη.
4. Θα βελτίωνε περαιτέρω τη συνολική διαφάνεια της διαδικασίας επιλογής εάν η ΕΑΤ δημοσίευε, μετά τον διορισμό των μελών της ΟΣΕ, ουσιαστικές πληροφορίες που θα μπορούσαν να καταδείξουν τον τρόπο με τον οποίο, υπό το πρίσμα των διαφόρων αιτήσεων που ελήφθησαν, η ΕΑΤ συμμορφώθηκε με την απαίτηση διασφάλισης ισόρροπης εκπροσώπησης όλων των διαφόρων κατηγοριών ενδιαφερόμενων μερών και τον τρόπο με τον οποίο, με τον τρόπο αυτό, εξασφάλισε επίσης «στο μέτρο του δυνατού (...) κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία και ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων και εκπροσώπηση των ενδιαφερόμενων μερών σε ολόκληρη την Ένωση».
Κατά τη διάρκεια της έρευνας, και ιδίως με την ευκαιρία της επιθεώρησης εγγράφων, πραγματοποιήθηκαν άτυπες και εποικοδομητικές συζητήσεις μεταξύ της ΕΑΤ και των υπηρεσιών του Διαμεσολαβητή. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων αυτών, η ΕΑΤ εξέφρασε την προθυμία της να αναθεωρήσει την προσέγγισή της για τον δεύτερο γύρο επιλογής. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, η ΕΑΤ ανακοίνωσε τη νέα σύνθεση της δημοσιονομικής ομάδας στις 23 Οκτωβρίου 2013. Μολονότι η παρούσα απόφαση αφορά μόνο την πρώτη διαδικασία επιλογής που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2011, η Διαμεσολαβήτρια καλεί την ΕΑΤ, στη συνέχεια που θα δώσει στις επικριτικές και περαιτέρω παρατηρήσεις ανωτέρω, να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο αναθεώρησε την προσέγγισή της κατά τη δεύτερη διαδικασία επιλογής, ώστε να ληφθούν υπόψη τυχόν διδάγματα που αντλήθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας της Διαμεσολαβήτριας.
η Έμιλι Ο' Ράιλι
Στρασβούργο, 19 Δεκεμβρίου 2013
[1] ΕΕ 2010, L 331, σ. 12.
[2] http://www.eurofinuse.org/index.php?id=72
[3] http://www.eba.europa.eu/cebs/media/Publications/Other%20Publications/Others/2010/BSG%20call%20for%20expression%20of%20interest/Complete-call-text.pdf
[4] http://www.eba.europa.eu/-/the-eba-establishes-its-banking-stakeholder-group
[5] Απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2013, http://www.ombudsman.europa.eu/en/cases/decision.faces/en/52432/html.bookmark
[6] Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημιούργησε το 2010 μια ομάδα χρηστών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (FSUG). Η ομάδα ανέλαβε τα καθήκοντα δύο προηγούμενων ομάδων, του φόρουμ εμπειρογνωμόνων χρηστών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (FIN-USE) και της ομάδας καταναλωτών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (FSCG).
[7] Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας (CEBS). Την 1η Ιανουαρίου 2011 συστάθηκε η ΕΑΤ, η οποία ανέλαβε τα τρέχοντα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες της CEBS.