Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνα σχετικά με την καταγγελία 1922/2010/(VIK)ER κατά της Υπηρεσίας Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Απόφαση
Υπόθεση 1922/2010/ER - Εκκίνηση έρευνας στις Πέμπτη | 07 Οκτωβρίου 2010 - Απόφαση στις Πέμπτη | 19 Δεκεμβρίου 2013 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Υπηρεσία Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( Mη διαπίστωση κακοδιοίκησης )
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά την απόφαση της Υπηρεσίας Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Υπηρεσία Εκδόσεων) να μην ανανεώσει σύμβαση παροχής υπηρεσιών που είχε συνάψει με τον καταγγέλλοντα.
2. Η καταγγέλλουσα είναι εταιρεία τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών. Το 2007, κέρδισε πρόσκληση υποβολής προσφορών που προκήρυξε η Υπηρεσία Εκδόσεων για την ανάπτυξη, τη συντήρηση και την υποστήριξη πληροφοριακών συστημάτων βασισμένων στη διαδικτυακή τεχνολογία (η «σύμβαση»). Η σύμβαση υπεγράφη τον Σεπτέμβριο του 2007. Ορίζει ότι θα διαρκέσει για περίοδο δύο ετών με τη δυνατότητα, εκτός εάν η Υπηρεσία Εκδόσεων αποφασίσει διαφορετικά, δύο αυτόματων ανανεώσεων, εκάστη για ένα έτος. Τον Σεπτέμβριο του 2009, η σύμβαση ανανεώθηκε αυτομάτως για ένα έτος.
3. Στις 23 Απριλίου 2010, υπάλληλος του καταγγέλλοντος ζήτησε συνάντηση με τον υπάλληλο της Υπηρεσίας Εκδόσεων που είναι αρμόδιος για τη διαχείριση της σύμβασης. Αυτό έγινε προκειμένου να επανεξεταστούν μαζί του τα σχέδια και οι μελλοντικές δραστηριότητες της Υπηρεσίας Εκδόσεων που σχετίζονται με τη σύμβαση, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας προσθήκης νέων δραστηριοτήτων. Η συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε στις 26 Απριλίου 2010. Στις 4 Μαΐου 2010, ο επιχειρηματικός διευθυντής του καταγγέλλοντος απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον υπάλληλο, στο οποίο ευχαριστούσε τον υπάλληλο για τη συνάντηση, παρείχε ορισμένες τεχνικές πληροφορίες και ανέφερε ότι είχε ενημερώσει τους συναδέλφους του σχετικά με τα «σχέδια της Υπηρεσίας Εκδόσεων για την κανονική συνέχιση της σύμβασης, καθώς και την προγραμματισμένη κανονική παράτασή της το 2011 (σύμφωνα με το κανονικό προβλεπόμενο σύστημα παρατάσεων της σύμβασης)».
4. Στις 3 Ιουνίου 2010, η Υπηρεσία Εκδόσεων ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, σύμφωνα με το άρθρο I.2.5 της σύμβασης, δεν επιθυμούσε να ανανεώσει τη σύμβαση για άλλο ένα έτος.
5. Στην αλληλογραφία που ακολούθησε, ο καταγγέλλων εξέφρασε την έκπληξή του για την απόφαση της Υπηρεσίας Εκδόσεων και της ζήτησε να διευκρινίσει τους λόγους που την αιτιολογούν. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η απόφαση έρχεται σε αντίθεση με τις πληροφορίες που ελήφθησαν κατά τη συνεδρίαση της 26ης Απριλίου 2010. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε επίσης στη συνήθη πρακτική της Υπηρεσίας Εκδόσεων να ανανεώνει όλες τις συμβάσεις-πλαίσια για όλη την πιθανή διάρκειά τους.
6. Στις 25 Ιουνίου 2010, η Υπηρεσία Εκδόσεων επιβεβαίωσε την απόφασή της και υπογράμμισε ότι δεν εφαρμόζει πάγια πρακτική όσον αφορά την ανανέωση των συμβάσεων-πλαισίων. Η Υπηρεσία Εκδόσεων επισήμανε ότι η απόφαση να μην ανανεωθεί η σύμβαση ελήφθη με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης και τις ανάγκες του θεσμικού οργάνου. Ειδικότερα, η απόφαση ελήφθη λόγω εξάντλησης του προϋπολογισμού.
7. Στις 26 Αυγούστου 2010, ο ενδιαφερόμενος απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
8. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με τον ακόλουθο ισχυρισμό:
Ισχυρισμός
Παραλείποντας να συμμορφωθεί με τις διαβεβαιώσεις της προς τον καταγγέλλοντα ότι η σύμβαση θα παραταθεί και μη τηρώντας τη συνήθη πρακτική της στον τομέα αυτό, η Υπηρεσία Εκδόσεων παραβίασε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, όπως ορίζεται στο άρθρο 10 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς.
Η έρευνα
9. Στις 7 Οκτωβρίου 2010, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Υπηρεσία Εκδόσεων να υποβάλει γνώμη σχετικά με τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος έως τις 31 Ιανουαρίου 2011. Η γνώμη της Υπηρεσίας Εκδόσεων διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία ο καταγγέλλων απέστειλε στις 31 Μαΐου 2011.
10. Μετά από προσεκτική ανάλυση της γνώμης της Υπηρεσίας Εκδόσεων και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν σκόπιμο να εξεταστεί ο φάκελος της Υπηρεσίας Εκδόσεων στο θέμα αυτό. Ο έλεγχος διενεργήθηκε από τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή στις 9 Ιουλίου 2013. Αντίγραφο της έκθεσης ελέγχου εστάλη στην Υπηρεσία Εκδόσεων και αντίγραφο εστάλη στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων. Ο καταγγέλλων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του σχετικά με την έκθεση επιθεώρησης στις 7 Οκτωβρίου 2013.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
11. Στις παρατηρήσεις της σχετικά με την έκθεση ελέγχου, η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι η Υπηρεσία Εκδόσεων είχε διαθέσει αδικαιολόγητα πολύ χαμηλό προϋπολογισμό στη σύμβαση. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ο προϋπολογισμός ήταν ανεπαρκής όσον αφορά τις υπηρεσίες που απαιτούνταν σύμφωνα με τη συγγραφή υποχρεώσεων.
12. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια υπενθυμίζει ότι το αντικείμενο της έρευνάς της στην παρούσα υπόθεση περιορίζεται στην αξιολόγηση του κατά πόσον η Υπηρεσία Εκδόσεων παραβίασε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του καταγγέλλοντος. Το ζήτημα που θίγει ο καταγγέλλων στο σημείο 11 είναι ένας νέος ισχυρισμός για τον οποίο δεν ζητήθηκε η γνώμη της Υπηρεσίας Εκδόσεων. Μολονότι η Διαμεσολαβήτρια δεν θεωρεί ότι η παρούσα έρευνα θα πρέπει να παραταθεί ζητώντας πρόσθετη γνώμη, υπενθυμίζει ότι η καταγγέλλουσα παραμένει ελεύθερη να της αποστείλει νέα καταγγελία σχετικά με το συγκεκριμένο σημείο.
13. Σε επιστολή που επισυνάφθηκε στις παρατηρήσεις της σχετικά με τη γνώμη της Υπηρεσίας Εκδόσεων, η καταγγέλλουσα ζήτησε επίσης από τον Διαμεσολαβητή να κινήσει νέα έρευνα σχετικά με τη γενική συμπεριφορά της Υπηρεσίας Εκδόσεων. Στην επιστολή του, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε σε ορισμένα παραδείγματα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Υπηρεσία Εκδόσεων είχε συνάψει ή διαχειριστεί συμβάσεις με τον καταγγέλλοντα και με άλλους αναδόχους. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα παραδείγματα αυτά, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις είτε διερευνήθηκαν από τον Διαμεσολαβητή, όπως στην παρούσα υπόθεση, είτε παραπέμφθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, πιστοποιούν τη συστηματική εχθρική συμπεριφορά της Υπηρεσίας Εκδόσεων έναντι του καταγγέλλοντος, η οποία αποσκοπεί εσκεμμένα στην καταγγελία συμβάσεων που εκτελούνται από τον καταγγέλλοντα και στον αποκλεισμό του από νέους διαγωνισμούς.
14. Τα παραδείγματα που ανέφερε ο καταγγέλλων περιλάμβαναν: i) την άρνηση ανανέωσης έγκυρων συμβάσεων (όπως εν προκειμένω)· ii) την απόφαση να μην χρησιμοποιηθεί σύμβαση-πλαίσιο ούτε να αναχρηματοδοτηθεί ο προϋπολογισμός της· iii) τη μεταβίβαση συμβάσεων που έχουν συναφθεί με τον καταγγέλλοντα σε άλλους αναδόχους· iv) την υπερβολική χρήση συμβάσεων που έχουν συναφθεί με άλλους αναδόχους· και v) την εικαζόμενη ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε επίσης σε ανώνυμη επιστολή που εστάλη στις 2 Ιουνίου 2010 με την οποία τον ενημέρωνε ότι η Υπηρεσία Εκδόσεων έλαβε απόφαση να αποκλείσει τον καταγγέλλοντα από όλες τις συμβάσεις και τα έργα που εκτελούνταν και να μεταβιβάσει τις εν λόγω συμβάσεις σε άλλους αναδόχους. Ο καταγγέλλων επανέλαβε τη θέση του στις παρατηρήσεις του σχετικά με την έκθεση επιθεώρησης.
15. Στην επιστολή της 20ής Ιουνίου 2013 με την οποία ανακοινώθηκε η απόφαση για τη διενέργεια ελέγχου του φακέλου της Υπηρεσίας Εκδόσεων, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι επρόκειτο να ληφθεί απόφαση σχετικά με το αν θα συμπεριληφθεί ο ισχυρισμός που αναφέρεται στο σημείο 14. Αυτό θα συνέβαινε στην περίπτωση που η αξιολόγηση της παρούσας υπόθεσης οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Υπηρεσίας Εκδόσεων και ότι αυτή η κακοδιοίκηση θα μπορούσε να αποτελεί μέρος ενός γενικού προτύπου κακοδιοίκησης από την εν λόγω υπηρεσία. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια θα εξετάσει το ζήτημα μετά την αξιολόγηση του ισχυρισμού που διατυπώνεται στο σημείο 8.
16. Στις παρατηρήσεις της σχετικά με την έκθεση ελέγχου του Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα αμφισβήτησε την απόφαση της Υπηρεσίας Εκδόσεων να χαρακτηρίσει ως εμπιστευτικά πολλά από τα έγγραφα που ελέγχθηκαν από τον Διαμεσολαβητή.
17. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 13.3 και 14.2 των διατάξεων εφαρμογής του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, ούτε ο καταγγέλλων ούτε το κοινό μπορούν να έχουν πρόσβαση σε έγγραφα ή πληροφορίες που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια επιθεώρησης και τα οποία έχουν χαρακτηριστεί από το εν λόγω θεσμικό όργανο ως εμπιστευτικά. Επομένως, τα θεσμικά όργανα μπορούν να ζητήσουν εμπιστευτική μεταχείριση των εγγράφων που έλαβαν κατά τη διάρκεια ελέγχου από τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν προέβαλε συγκεκριμένα επιχειρήματα που να υποδηλώνουν ότι η Υπηρεσία Εκδόσεων δεν θα είχε το δικαίωμα να ζητήσει εμπιστευτικότητα στην παρούσα υπόθεση, η άποψη του καταγγέλλοντος δεν ευσταθεί.
Α. Ισχυρισμός περί μη συμμόρφωσης με τις διαβεβαιώσεις που δόθηκαν στον καταγγέλλοντα και συνήθης πρακτική
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
18. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Υπηρεσία Εκδόσεων παραβίασε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Υπηρεσία Εκδόσεων παρέσχε ακριβείς διαβεβαιώσεις σχετικά με την ανανέωση της σύμβασης κατά τη συνεδρίαση της 26ης Απριλίου 2010. Κατά τη συνεδρίαση αυτή, ζήτησε επίσης από τον καταγγέλλοντα να προβεί εκ των προτέρων σε «σημαντικές και μη αναστρέψιμες επενδύσεις». Κατά συνέπεια, ο καταγγέλλων ήταν πεπεισμένος ότι η σύμβαση θα ανανεωνόταν και θα πραγματοποιούσε τις απαιτούμενες επενδύσεις, οι οποίες ήταν σημαντικές, προκειμένου να διαθέτει τους σχετικούς πόρους για την εκτέλεση των εργασιών. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι οι διαβεβαιώσεις που παρασχέθηκαν κατά τη συνεδρίαση της 26ης Απριλίου 2010 επιβεβαιώθηκαν στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε στην Υπηρεσία Εκδόσεων στις 4 Μαΐου 2010. Το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελεί τα πρακτικά της συνεδρίασης και ανέφερε σαφώς τις προθέσεις της Υπηρεσίας Εκδόσεων να ανανεώσει τη σύμβαση. Ο καταγγέλλων τόνισε ότι η Υπηρεσία Εκδόσεων ουδέποτε αντέδρασε στο ηλεκτρονικό μήνυμα της 4ης Μαΐου 2010 ούτε αμφισβήτησε το περιεχόμενό του.
19. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η εύλογη προσδοκία ανανέωσης της σύμβασης απορρέει από τη συνήθη συμβατική πρακτική των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και συγκεκριμένα της Υπηρεσίας Εκδόσεων, η οποία ανανεώνει πάντα τις συμβάσεις-πλαίσια για ολόκληρη την πιθανή διάρκειά τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η προσδοκία του καταγγέλλοντος ενισχύθηκε από το γεγονός ότι η σύμβαση χρησιμοποιήθηκε ενεργά για την παροχή υπηρεσιών συντήρησης για ορισμένες κρίσιμες εφαρμογές ΤΠ που χρησιμοποιούνται στην Υπηρεσία Εκδόσεων.
20. Κατά τη γνώμη της, η Υπηρεσία Εκδόσεων αρνήθηκε ότι παρέσχε στον καταγγέλλοντα οποιαδήποτε διαβεβαίωση σχετικά με την ανανέωση της σύμβασης κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης της 26ης Απριλίου 2010 ή σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση. Η Υπηρεσία Εκδόσεων τόνισε ότι κατά τη διάρκεια της εν λόγω συνεδρίασης δεν συζητήθηκε καθόλου η ανανέωση της σύμβασης και το μόνο σχόλιο που διατυπώθηκε σε σχέση με τη σύμβαση ήταν ότι ήταν «υπό κανονική εφαρμογή». Η Υπηρεσία Εκδόσεων ανέφερε επίσης ότι διέθετε σημείωμα φακέλου με ημερομηνία 22 Ιουλίου 2010 στο οποίο συνοψιζόταν το περιεχόμενο της συνεδρίασης.
21. Η Υπηρεσία Εκδόσεων υπογράμμισε περαιτέρω ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 4ης Μαΐου 2010 δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελεί τα πρακτικά της συνεδρίασης, δεδομένου ότι δεν είχαν την τυπική μορφή που λαμβάνουν τα πρακτικά και αντικατόπτριζαν μόνο την αντίληψη του καταγγέλλοντος για το τι είχε συμβεί και τι είχε ειπωθεί. Επιπλέον, η Υπηρεσία Εκδόσεων δεν είχε εγκρίνει το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος και η σιωπή της δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως απόδειξη της εν λόγω έγκρισης. Η Υπηρεσία Εκδόσεων υπενθύμισε επίσης ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Δικαστήριο»), η «έλλειψη αντίδρασης από την Επιτροπή για σημαντικό χρονικό διάστημα δεν μπορεί να συνιστά διαβεβαίωση που δημιουργεί στον αιτούντα δικαιολογημένη εμπιστοσύνη»[1].
22. Όσον αφορά τις επενδύσεις που φέρεται να πραγματοποίησε ο καταγγέλλων, η Υπηρεσία Εκδόσεων αρνήθηκε ότι ενθάρρυνε ποτέ τον καταγγέλλοντα να τις πραγματοποιήσει και τόνισε ότι ο καταγγέλλων ήταν υποχρεωμένος να διαθέτει τους αναγκαίους πόρους έως τη λήξη της σύμβασης.
23. Η Υπηρεσία Εκδόσεων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο καταγγέλλων δεν απέδειξε ότι είχε λάβει ακριβείς, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις. Ωστόσο, ακόμη και αν υποτεθεί ότι δόθηκαν συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις, η Υπηρεσία Εκδόσεων τόνισε ότι οι διαβεβαιώσεις αυτές δεν μπορούν να δημιουργήσουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι θα βρίσκονταν σε σαφή αντίθεση με τη διατύπωση της σύμβασης, η οποία αναγνώριζε ρητά το δικαίωμα της Υπηρεσίας Εκδόσεων να μην την ανανεώσει και απαιτούσε κάθε τροποποίηση να γίνεται γραπτώς.
24. Η Υπηρεσία Εκδόσεων αρνήθηκε επίσης ότι ανανεώνει πάντοτε τις συμβάσεις-πλαίσια ως πάγια πρακτική. Το γεγονός ότι η Υπηρεσία Εκδόσεων περιλαμβάνει συστηματικά ρήτρα ανανέωσης στις συμβάσεις της δεν σημαίνει ότι οι ανανεώσεις είναι αυτόματες. Αντιθέτως, εξαρτώνται από ορισμένες περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένης, για παράδειγμα, της ύπαρξης προϋπολογισμού ή της ανάγκης για τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Εν πάση περιπτώσει, η Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων τόνισε ότι ο καταγγέλλων δεν απέδειξε την ύπαρξη μιας τέτοιας πρακτικής και ότι τα αριθμητικά στοιχεία που είχε στη διάθεσή της η Υπηρεσία έδειξαν στην πραγματικότητα το αντίθετο.
25. Επιπλέον, το γεγονός ότι έγινε ενεργός χρήση της σύμβασης αντανακλούσε μόνο τη συνήθη συμβατική συμπεριφορά κατά τη διάρκεια ισχύος της και σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να προβληθεί για να δημιουργήσει προσδοκίες ως προς την ανανέωσή της.
26. Τέλος, όσον αφορά την εξάντληση του σχετικού προϋπολογισμού, η Υπηρεσία Εκδόσεων τόνισε ότι δεν είναι ελεύθερη να αυξήσει κατά τη διακριτική της ευχέρεια τον προϋπολογισμό που διατίθεται για μια δημόσια σύμβαση, αλλά μπορεί να το πράξει μόνο όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τους ισχύοντες κανόνες.
27. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επέμεινε ότι, κατά τη συνεδρίαση της 26ης Απριλίου 2010, συζητήθηκε λεπτομερώς η ανανέωση της σύμβασης. Υποστήριξε ότι η Υπηρεσία Εκδόσεων παρείχε ακριβείς, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις ότι η σύμβαση θα ανανεωνόταν για ένα ακόμη έτος. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, εάν το θέμα δεν είχε συζητηθεί καθόλου, όπως πρότεινε η Υπηρεσία Εκδόσεων, ήταν δύσκολο να γίνει κατανοητός ο λόγος για τον οποίο η Υπηρεσία Εκδόσεων δεν αντέδρασε στο ηλεκτρονικό μήνυμα της 4ης Μαΐου 2010. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι το σημείωμα φακέλου της 22ας Ιουλίου 2010 που ανέφερε η Υπηρεσία Εκδόσεων συντάχθηκε λίγους μόνο μήνες μετά τη συνεδρίαση και μετά το αίτημα του καταγγέλλοντος για διευκρινίσεις. Ο καταγγέλλων υποπτευόταν ότι το σημείωμα είχε συνταχθεί λίγο αργότερα σε μια προσπάθεια να δικαιολογήσει τη θέση της Υπηρεσίας Εκδόσεων και, ως εκ τούτου, ήταν αναξιόπιστο.
28. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε επίσης ότι οι διαβεβαιώσεις που παρασχέθηκαν κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης ήταν οι τελευταίες μιας μακράς σειράς παρόμοιων διαβεβαιώσεων που ελήφθησαν. Λόγω της σημασίας του ζητήματος της ανανέωσης, ο καταγγέλλων συνέχισε να το θέτει από το 2008 και η Υπηρεσία Εκδόσεων διαβεβαίωνε συνεχώς τον καταγγέλλοντα ότι δεν θα υπήρχε πρόβλημα στην ανανέωση της σύμβασης.
29. Ο καταγγέλλων τόνισε επίσης ότι η νομολογία που παραθέτει η Υπηρεσία Εκδόσεων σχετικά με τη νομική σημασία της απουσίας αντίδρασης από ένα θεσμικό όργανο αναφέρεται σε διαφορετικές περιστάσεις (για παράδειγμα, αίτηση χορήγησης άδειας) και, ως εκ τούτου, δεν είναι συναφής στην παρούσα υπόθεση. Δεδομένου ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 4ης Μαΐου 2010 απλώς κατέγραψε τα όσα ειπώθηκαν κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, η σιωπή της Υπηρεσίας Εκδόσεων έπρεπε να θεωρηθεί σιωπηρή αποδοχή της έκθεσης.
30. Ο καταγγέλλων επέμεινε ότι η ανανέωση των συμβάσεων-πλαισίων αποτελεί συνήθη πρακτική των θεσμικών οργάνων και τόνισε ότι η Υπηρεσία Εκδόσεων δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία περί του αντιθέτου. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, είναι εύλογο να αναμένεται από τις αναθέτουσες αρχές να ανανεώνουν τις συμβάσεις-πλαίσια ελλείψει εξαιρετικών περιστάσεων. Ο καταγγέλλων συμφώνησε ότι η εξάντληση του προϋπολογισμού, ή η μη απαίτηση για τις υπηρεσίες που παρέχονται βάσει της σύμβασης, αποτελούν περιστάσεις που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την απόφαση να μην ανανεωθεί μια σύμβαση. Ωστόσο, τόνισε επίσης ότι καμία από τις δύο αυτές περιστάσεις δεν συντρέχει εν προκειμένω.
31. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η σύμβαση χρησιμοποιήθηκε κυρίως για την παροχή υπηρεσιών συντήρησης για δύο διαδικτυακά συστήματα (EU Bookshop και ηλεκτρονικές ειδοποιήσεις), τα οποία ήταν ζωτικής σημασίας για τις δραστηριότητες της Υπηρεσίας Εκδόσεων. Επιπλέον, η Υπηρεσία Εκδόσεων παραδέχθηκε, στο πλαίσιο άλλων ερευνών του Διαμεσολαβητή, ότι ο διαθέσιμος προϋπολογισμός για τη διαχείριση των δύο συστημάτων ήταν σημαντικός.
Τα αποτελέσματα της εξέτασης του φακέλου της Υπηρεσίας Εκδόσεων
32. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου, οι εκπρόσωποι του Διαμεσολαβητή συμβουλεύτηκαν τα έγγραφα που περιλαμβάνονταν στον φάκελο της Υπηρεσίας Εκδόσεων και ιδίως το σημείωμα του φακέλου της 22ας Ιουλίου 2010. Το σημείωμα του φακέλου αφορούσε τη συνάντηση με τον καταγγέλλοντα της 26ης Απριλίου 2010 και όλα τα εσωτερικά έγγραφα σχετικά με την απόφαση να μην ανανεωθεί η σύμβαση.
33. Οι εκπρόσωποι της Υπηρεσίας Εκδόσεων διευκρίνισαν ότι οι προσκλήσεις υποβολής προσφορών προετοιμάζονται πολύ πριν από την ημερομηνία λήξης μιας σύμβασης, προκειμένου να διασφαλιστεί ο συντονισμός και η συνέχεια μεταξύ των δύο συμβάσεων και να καταστεί δυνατή η ομαλή παράδοση. Υπογράμμισαν ότι συμβάσεις-πλαίσια όπως η εν λόγω συνάπτονται συνήθως για διάρκεια ενός/δύο ετών, με δυνατότητα ανανέωσης δύο ή τρεις φορές για ένα έτος έκαστη, με μέγιστη δυνατή διάρκεια τέσσερα έτη. Ένας ορισμένος προϋπολογισμός («φάκελος») διατίθεται στην εν λόγω σύμβαση σύμφωνα με την απόφαση ανάθεσης. Η ανανέωση μιας σύμβασης εντός του τετραετούς πλαισίου εξετάζεται μόνο εάν υπάρχουν αρκετά χρήματα στο κονδύλιο για να το επιτρέψουν. Όσον αφορά την περίπτωση του καταγγέλλοντος, οι δαπάνες ήταν υψηλότερες από ό,τι είχε προβλεφθεί προηγουμένως. Είχε ήδη αποφασιστεί πρόσθετη κατανομή κονδυλίων προκειμένου να ανανεωθεί η σύμβαση μία φορά στο τέλος του δεύτερου έτους. Οι εκπρόσωποι της Υπηρεσίας Εκδόσεων τόνισαν ότι τα χρήματα που απομένουν στο αυξημένο κονδύλιο ήταν ανεπαρκή για την ανανέωση της σύμβασης για ένα ακόμη έτος και ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορούσε να προβλεφθεί δεύτερη πρόσθετη χορήγηση. Οι εκπρόσωποι της Υπηρεσίας Εκδόσεων διευκρίνισαν ότι η πρόσθετη διάθεση πόρων αποτελεί έκτακτο μέτρο. Υπό τις συνθήκες αυτές, ελήφθη η απόφαση να μην ανανεωθεί η σύμβαση και να προκηρυχθεί νέα πρόσκληση υποβολής προσφορών.
34. Οι εκπρόσωποι της Υπηρεσίας Εκδόσεων παρείχαν επίσης διευκρινίσεις σχετικά με το σημείωμα φακέλου της 22ας Ιουλίου 2010, τους λόγους για τους οποίους συντάχθηκε μόλις τρεις μήνες μετά τη συνάντηση με τον καταγγέλλοντα της 26ης Απριλίου 2010, καθώς και τα θέματα που συζητήθηκαν κατά τη διάρκεια της εν λόγω συνάντησης. Ειδικότερα, οι εκπρόσωποι της Υπηρεσίας Εκδόσεων εξήγησαν ότι σπάνια συντάσσονται πρακτικά συνεδριάσεων όπως η εν λόγω. Στην παρούσα υπόθεση, η συνάντηση αφορούσε διάφορα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένης της ανατροφοδότησης σχετικά με την εκτέλεση των υφιστάμενων συμβάσεων με τον καταγγέλλοντα. Ωστόσο, το ζήτημα της ενδεχόμενης ανανέωσης της σύμβασης δεν θίχθηκε καν. Τα συμβατικά ζητήματα δεν συζητήθηκαν κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Οι εκπρόσωποι της Υπηρεσίας Εκδόσεων προσέθεσαν ότι το σημείωμα φακέλου συντάχθηκε σε απάντηση στην τηλεομοιοτυπία του καταγγέλλοντος της 3ης Ιουνίου 2010, στην οποία εξέφρασε τη διαφωνία του με την απόφαση της Υπηρεσίας Εκδόσεων να μην ανανεώσει τη σύμβαση. Σκοπός του σημειώματος φακέλου ήταν να αποσαφηνιστεί τι πραγματικά συζητήθηκε κατά τη συνεδρίαση.
35. Όσον αφορά τον λόγο για τον οποίο η Υπηρεσία Εκδόσεων δεν απάντησε στο ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 4ης Μαΐου 2010, οι εκπρόσωποί της διευκρίνισαν ότι η Υπηρεσία Εκδόσεων δεν έκρινε σκόπιμο να δημοσιοποιήσει την προτεινόμενη απόφαση μη ανανέωσης της σύμβασης, διότι η απόφαση αυτή έπρεπε ακόμη να εγκριθεί οριστικά. Διευκρίνισε επίσης ότι η απόφαση θα είχε σύντομα κοινοποιηθεί επίσημα.
36. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την έκθεση επιθεώρησης του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων τόνισε ότι, σύμφωνα με τη δική του εμπειρία, όλες οι συμβάσεις-πλαίσια συνάπτονται για τουλάχιστον τέσσερα έτη, αν όχι περισσότερο. Επισήμανε ότι η διαδικασία που οδηγεί στην ανάθεση σύμβασης-πλαισίου είναι ιδιαίτερα επαχθής τόσο για τους συμμετέχοντες όσο και για την αναθέτουσα αρχή και, ως εκ τούτου, η τετραετής διάρκεια είναι απολύτως αναγκαία για να δοθεί η δυνατότητα σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να έχουν απόδοση των επενδύσεών τους.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
37. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι οι αρχές της χρηστής διοίκησης είναι επίσης δεσμευτικές για τα θεσμικά όργανα όταν ενεργούν στο πλαίσιο συμβατικών συμφωνιών που συνάπτονται με ιδιώτες. Επομένως, ακόμη και όταν τα θεσμικά όργανα ασκούν τα δικαιώματά τους που απορρέουν από τους όρους μιας συμβάσεως, οφείλουν να το πράττουν σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοικήσεως.
38. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια υπενθυμίζει επίσης ότι το πεδίο εφαρμογής του ελέγχου που μπορεί να διενεργήσει σε συμβατικές υποθέσεις είναι, κατ’ ανάγκη, περιορισμένο. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι δεν θα πρέπει να προσπαθήσει να διαπιστώσει εάν υπήρξε παραβίαση της σύμβασης από οποιοδήποτε από τα μέρη, εάν το θέμα αμφισβητείται. Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνο από αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να ακούσει τα επιχειρήματα των διαδίκων σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο και να αξιολογήσει αντικρουόμενα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τυχόν αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά.
39. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι, σε υποθέσεις που αφορούν συμβατικές διαφορές, δικαιολογημένα περιορίζει την έρευνά της στην εξέταση του κατά πόσον το εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο ή οργανισμός της ΕΕ της έχει παράσχει συνεκτική και εύλογη περιγραφή της νομικής βάσης για τις ενέργειές του και των λόγων για τους οποίους θεωρεί ότι η άποψή της σχετικά με τη συμβατική θέση είναι δικαιολογημένη. Στην περίπτωση αυτή, το συμπέρασμα της Διαμεσολαβήτριας θα ήταν ότι η έρευνά της δεν αποκάλυψε κρούσμα κακοδιοίκησης. Το συμπέρασμα αυτό δεν θίγει το δικαίωμα των μερών να εξεταστεί και να κριθεί η συμβατική διαφορά τους από αρμόδιο δικαστήριο.
40. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι οι αρχές της χρηστής διοίκησης περιλαμβάνουν την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 του Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς (ο «Κώδικας»). Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι υπάλληλοι σέβονται τις θεμιτές και εύλογες προσδοκίες του κοινού όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε το θεσμικό όργανο στο παρελθόν. Πρέπει επίσης να είναι συνεπείς στη διοικητική συμπεριφορά τους, καθώς και με τη διοικητική δράση του οργάνου.
41. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου [2], πρέπει να πληρούνται τρεις προϋποθέσεις για να θεμελιωθεί δικαίωμα προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Πρώτον, οι αρχές της Ένωσης πρέπει να έχουν παράσχει στον ενδιαφερόμενο συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις προερχόμενες από εξουσιοδοτημένες και αξιόπιστες πηγές. Αφετέρου, οι διαβεβαιώσεις αυτές πρέπει να είναι ικανές να δημιουργήσουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στον αποδέκτη τους. Τρίτον, οι παρεχόμενες διαβεβαιώσεις πρέπει να είναι σύμφωνες με τους εφαρμοστέους κανόνες.
42. Στην παρούσα υπόθεση, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι έχει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στην ανανέωση της σύμβασης λόγω: i) τις διαβεβαιώσεις που δόθηκαν στον καταγγέλλοντα από εκπρόσωπο της Υπηρεσίας Εκδόσεων κατά τη συνεδρίαση της 26ης Απριλίου 2010 και σε διάφορες άλλες περιπτώσεις από το 2008· και ii) τη συνήθη συμβατική πρακτική των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και ειδικότερα της Υπηρεσίας Εκδόσεων όσον αφορά την ανανέωση των συμβάσεων-πλαισίων.
43. Όσον αφορά i) τις διαβεβαιώσεις που φέρεται να παρείχε η Υπηρεσία Εκδόσεων, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων δήλωσε ότι έλαβε αρκετές από αυτές σε αρκετές περιπτώσεις από το 2008. Ωστόσο, ο καταγγέλλων παρέσχε λεπτομέρειες μόνο για τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 26 Απριλίου 2010 και δεν υπέβαλε συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία ή πληροφορίες σχετικά με περαιτέρω παραδείγματα διαβεβαιώσεων που έλαβε. Κατά συνέπεια, ο Διαμεσολαβητής θα περιορίσει την αξιολόγησή του στη συμπεριφορά της Υπηρεσίας Εκδόσεων σε σχέση με τη συνεδρίαση της 26ης Απριλίου 2010.
44. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων και η Υπηρεσία Εκδόσεων εξέφρασαν αντίθετες απόψεις σχετικά με τα θέματα που συζητήθηκαν κατά τη συνεδρίαση.
45. Στη γνώμη της, και συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια του ελέγχου, η Υπηρεσία Εκδόσεων δηλώνει ότι συζήτησε διάφορα θέματα σχετικά με την εκτέλεση των υφιστάμενων συμβάσεων με τους εκπροσώπους του καταγγέλλοντος, αλλά δεν έγινε καμία αναφορά στην πιθανή ανανέωση της σύμβασης. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η θέση της Υπηρεσίας Εκδόσεων επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του σημειώματος του φακέλου της 22ας Ιουλίου 2010, το οποίο επιθεώρησαν οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή.
46. Ωστόσο, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την αξιοπιστία του σημειώματος του φακέλου της 22ας Ιουλίου 2010, το οποίο συντάχθηκε από την Υπηρεσία Εκδόσεων αρκετούς μήνες μετά τη συνάντηση. Ο καταγγέλλων υπογράμμισε επίσης ότι η Υπηρεσία Εκδόσεων δεν αντέδρασε στο ηλεκτρονικό μήνυμά της της 4ης Μαΐου 2010, το οποίο θα πρέπει να θεωρηθεί σιωπηρή επιβεβαίωση ότι δόθηκαν διαβεβαιώσεις κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης.
47. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το γεγονός ότι το σημείωμα φακέλου συντάχθηκε περισσότερο από δύο μήνες μετά τη συνάντηση θα μπορούσε πράγματι να εγείρει ορισμένες αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία του. Ωστόσο, κατά τον έλεγχο του φακέλου της Υπηρεσίας Εκδόσεων διαπιστώθηκε ότι η πρόταση μη ανανέωσης της σύμβασης είχε ήδη υποβληθεί πολύ πριν από την ημερομηνία της συνάντησης με τον καταγγέλλοντα και ότι οριστικοποιήθηκε λίγες ημέρες αργότερα. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί απίθανο ο εκπρόσωπος της Υπηρεσίας Εκδόσεων, ο οποίος έλαβε μέρος στη συνεδρίαση και ο οποίος πρέπει να γνώριζε καλά την εν εξελίξει εσωτερική διαδικασία, να παρείχε διαβεβαιώσεις ότι η σύμβαση θα ανανεωνόταν.
48. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι, κατά τη διάρκεια του ελέγχου, η Υπηρεσία Εκδόσεων εξήγησε τους λόγους για τους οποίους δεν αντέδρασε στο ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 4ης Μαΐου 2010. Ειδικότερα, οι εκπρόσωποι της Υπηρεσίας Επισήμων Εκδόσεων διευκρίνισαν ότι, από την ημερομηνία αυτή, η τελική απόφαση δεν είχε ακόμη ληφθεί αλλά επρόκειτο σύντομα να ληφθεί και, ως εκ τούτου, δεν έκριναν σκόπιμο να γνωστοποιήσουν την πρόθεση της Υπηρεσίας. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η διευκρίνιση της Υπηρεσίας Εκδόσεων είναι εύλογη και σύμφωνη με τα αποδεικτικά έγγραφα. Ως εκ τούτου, θεωρεί ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, η έλλειψη αντίδρασης στο ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 4ης Μαΐου 2010 δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί σιωπηρή συμφωνία με το περιεχόμενό του από την Υπηρεσία Εκδόσεων, όπως πρότεινε ο καταγγέλλων.
49. Τούτου λεχθέντος, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι τίποτα δεν θα εμπόδιζε την Υπηρεσία Εκδόσεων να απαντήσει στο ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 4ης Μαΐου 2010. Στην εν λόγω απάντηση θα μπορούσε να είχε ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με το χρονοδιάγραμμα για τη λήψη απόφασης σχετικά με την ανανέωση ή μη της σύμβασης. Αυτό θα μπορούσε να είχε γίνει χωρίς να γνωστοποιηθεί η τότε εν εξελίξει εσωτερική διαδικασία λήψης αποφάσεων. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε περαιτέρω παρατηρήσεις σχετικά με το θέμα αυτό, προκειμένου να παράσχει καθοδήγηση σε περίπτωση που προκύψουν παρόμοιες υποθέσεις στο μέλλον.
50. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η άποψη του καταγγέλλοντος ότι η Υπηρεσία Εκδόσεων παρέσχε τις εικαζόμενες διαβεβαιώσεις κατά τη συνεδρίαση της 26ης Απριλίου 2010 δεν είναι πειστική.
51. Όσον αφορά ii) την αναφορά του καταγγέλλοντος σε αυτό που θεωρεί συνήθη συμβατική πρακτική των θεσμικών οργάνων της ΕΕ για την ανανέωση συμβάσεων-πλαισίων, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Υπηρεσία Εκδόσεων έχει παράσχει εύλογη εξήγηση ότι δεν υπάρχει τέτοια πρακτική. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι η Υπηρεσία Εκδόσεων υποστήριξε ότι η συμπερίληψη ρητρών ανανέωσης στις συμβάσεις αποκλείει τη δυνατότητα ερμηνείας των ανανεώσεων ως αυτόματων. Η Υπηρεσία Εκδόσεων δήλωσε επίσης ότι τα αριθμητικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή της δεν υποδεικνύουν μια γενική πρακτική ανανέωσης των συμβάσεων-πλαισίων.
52. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων δεν προέβαλε κανένα συγκεκριμένο επιχείρημα που θα έθετε υπό αμφισβήτηση τη θέση της Υπηρεσίας Εκδόσεων. Κατ’ αρχάς, η καταγγέλλουσα ανέφερε απλώς ότι υφίσταται η εικαζόμενη πρακτική, αναφέρθηκε στη δική της εμπειρία και ανέφερε τους οικονομικούς λόγους που, κατά την άποψή της, θα καθιστούσαν αναγκαία την αυτόματη ανανέωση των συμβάσεων-πλαισίων. Επιπλέον, στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων αναγνώρισε επίσης ότι υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες οι συμβάσεις-πλαίσια δεν ανανεώνονται, και ειδικότερα συμφώνησε ότι η απόφαση να μην ανανεωθεί μια σύμβαση-πλαίσιο μπορεί να δικαιολογηθεί σε περιπτώσεις στις οποίες δεν υπάρχει πλέον ανάγκη για τις προσφερόμενες υπηρεσίες ή όταν ο σχετικός προϋπολογισμός έχει εξαντληθεί. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η Υπηρεσία Εκδόσεων αποφάσισε να μην ανανεώσει τη σύμβαση λόγω εξάντλησης του διατιθέμενου προϋπολογισμού. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων φαίνεται να επιβεβαιώνουν, αντί να αντικρούουν, το συμπέρασμα της Υπηρεσίας Εκδόσεων ότι δεν υπάρχει πάγια πρακτική όσον αφορά την ανανέωση των συμβάσεων-πλαισίων. Είναι χρήσιμο να προστεθεί ότι η διαπίστωση αυτή δεν επηρεάζεται από τις απόψεις του καταγγέλλοντος ότι: i) η σύμβαση χρησιμοποιήθηκε ενεργά για την παροχή υπηρεσιών που ήταν άκρως αναγκαίες· και ii) χρειάστηκε να πραγματοποιήσει ορισμένες επενδύσεις. Δεδομένου ότι τα σημεία i) και ii) αφορούν τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι η σύμβαση θα ανανεωνόταν.
53. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στην παρούσα υπόθεση δεν στοιχειοθετείται παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Επομένως, ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
Β. Επί του ισχυρισμού περί υπάρξεως γενικού προτύπου κακοδιοικήσεως
54. Όσον αφορά τον περαιτέρω ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, που υποβλήθηκε στις παρατηρήσεις του (βλ. σημείο 15), δηλαδή τη συστηματική εχθρική συμπεριφορά της Υπηρεσίας Εκδόσεων έναντι του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, δεδομένου ότι δεν διαπίστωσε κρούσμα κακοδιοίκησης στην παρούσα υπόθεση, δεν είναι σε θέση να το θεωρήσει ως παράδειγμα της εικαζόμενης συστημικής και εχθρικής συμπεριφοράς κατά του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, θεωρεί ότι, ελλείψει συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων, δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για τη διεξαγωγή έρευνας σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό.
Γ. Συμπεράσματα
Με βάση την έρευνά της σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, η Διαμεσολαβήτρια την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Δεν υπήρξε κακοδιοίκηση στις δραστηριότητες της Υπηρεσίας Εκδόσεων.
Ο καταγγέλλων και η Υπηρεσία Εκδόσεων θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Περαιτέρω παρατήρηση
Με την επιφύλαξη των όρων της σύμβασης, σε μελλοντικές περιπτώσεις στις οποίες οι αντισυμβαλλόμενοι ρωτούν εάν η σύμβασή τους θα ανανεωθεί ή όχι, η Υπηρεσία Εκδόσεων θα μπορούσε τουλάχιστον να αναφέρει το κατά προσέγγιση χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου προτίθεται να λάβει απόφαση.
η Έμιλι Ο' Ράιλι
Στρασβούργο, 19 Δεκεμβρίου 2013
[1] Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-407/06 και T-408/06 Zhejiang Aokang Shoes κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2010, σ.-747, σκέψη 101.
[2] Υπόθεση T-203/97, Forvass κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I-A-129 και II-705, σκέψη 70· Υπόθεση T-199/01 G κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I-A-217 και II-1085, σκέψη 38· Υπόθεση T-347/03 Branco κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-2555, σκέψη 102.