FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η αυτεπάγγελτη έρευνά του OI/2/2008/(WP)VIK σχετικά με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή

ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Καταγγελία 2166/2008/WP:

1. Η παρούσα αυτεπάγγελτη έρευνα βασίζεται σε καταγγελία που υποβλήθηκε από τον καθηγητή Β., επιστήμονα τουρκικής ιθαγένειας (καταγγελία 2166/2008/WP). Στις 28 Μαΐου 2008, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (EPSO) δημοσίευσε στον ιστότοπό της προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος για θέσεις έκτακτων υπαλλήλων στον νεοσυσταθέντα Εκτελεστικό Οργανισμό του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας (ERCEA) και στον Εκτελεστικό Οργανισμό Έρευνας (REA). Ο καθηγητής B. αποφάσισε να συμμετάσχει στη διαδικασία επιλογής έκτακτων υπαλλήλων που θα προσληφθούν από τον ERCEA. Η προθεσμία υποβολής υποψηφιοτήτων έληξε στις 18 Ιουνίου 2008.

2. Η διαδικασία επιλογής περιοριζόταν αρχικά σε υπηκόους των κρατών μελών της ΕΕ. Ωστόσο, στη συνέχεια επεκτάθηκε στους υπηκόους των «χώρων εταίρων του 7ου ΠΠ», δηλαδή των κρατών εταίρων στο πλαίσιο του έβδομου προγράμματος-πλαισίου της ΕΕ για την έρευνα και την ανάπτυξη [1]. Η Τουρκία ανήκει σε αυτή την ομάδα χωρών.

3. Κατά την προετοιμασία της αίτησής του, ο καθηγητής B. σημείωσε ότι οι υποψήφιοι δεν απαιτείται μόνο να μιλούν άπταιστα αγγλικά, αλλά και σε μια δεύτερη επίσημη γλώσσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Ο καθηγητής B. έκρινε ότι η απαίτηση αυτή εισάγει έμμεση διάκριση, δεδομένου ότι φαίνεται να ευνοεί τους υπηκόους των κρατών μελών της ΕΕ. Προσέθεσε αντίστοιχη σημείωση στην αίτησή του.

4. Λίγο καιρό μετά την υποβολή της υποψηφιότητάς του, ο καθηγητής B. πληροφορήθηκε ότι δεν ήταν επιλέξιμος για τον διαγωνισμό. Η απαίτηση ιθαγένειας είχε εν τω μεταξύ αλλάξει και μόνο οι υπήκοοι των κρατών μελών της ΕΕ είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν αίτηση. Ο καθηγητής B. απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή υποστηρίζοντας ότι η απόφαση αυτή ήταν εσφαλμένη και εισήγαγε διακρίσεις.

Έρευνα ιδίας πρωτοβουλίας OI/2/2008/(WP)VIK:

5. Κατά την εξέταση της ανωτέρω καταγγελίας, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι ο καθηγητής Β. δεν ήταν πολίτης της ΕΕ ούτε διέμενε σε κράτος μέλος της ΕΕ. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 228 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο καθηγητής Β. δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να υποβάλει καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορούσε να κινήσει έρευνα σχετικά με την καταγγελία του αυτή καθαυτή. Ωστόσο, έκρινε ότι η καταγγελία έθετε σοβαρό ζήτημα, το οποίο φαινόταν επίσης να αφορά τη διαδικασία επιλογής εκτάκτων υπαλλήλων για τον REA. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια αποφάσισε να κινήσει την παρούσα αυτεπάγγελτη έρευνα σχετικά με τα ζητήματα που εγείρει η καταγγελία.

ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΤΗΣ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ

6. Ο Διαμεσολαβητής εντόπισε τα ακόλουθα ζητήματα:

  1. Η απόφαση να ανακληθεί η δυνατότητα των υπηκόων των χωρών εταίρων του 7ου ΠΠ να υποβάλουν αίτηση για θέσεις έκτακτων υπαλλήλων στον ERCEA και στον REA ήταν ενδεχομένως εσφαλμένη και εισήγαγε διακρίσεις.
  2. Φάνηκε ότι στους υποψηφίους τους οποίους αφορούσε η απόφαση αυτή δεν δόθηκαν εξηγήσεις για την απόφαση και ότι δεν τους προσφέρθηκε συγγνώμη.
  3. Η απαίτηση σύμφωνα με την οποία οι υποψήφιοι πρέπει να είναι σε θέση να ομιλούν μια δεύτερη επίσημη γλώσσα της ΕΕ ενδέχεται να εισάγει διακρίσεις, διότι ευνοεί τους υπηκόους των κρατών μελών της ΕΕ.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

7. Στις 12 Σεπτεμβρίου 2008, ο Διαμεσολαβητής κίνησε αυτεπάγγελτη έρευνα. Ζήτησε από την EPSO να γνωμοδοτήσει σχετικά με τα προαναφερθέντα ζητήματα.

8. Με επιστολή της 24ης Σεπτεμβρίου 2008, η EPSO ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι οι εν λόγω διαδικασίες επιλογής ενέπιπταν στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ότι η EPSO είχε παράσχει μόνο υλικοτεχνική υποστήριξη. Η EPSO δήλωσε ότι, ως εκ τούτου, διαβίβασε την επιστολή του Διαμεσολαβητή στην Επιτροπή.

9. Στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, η Επιτροπή ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι ήταν πράγματι αρμόδια να επιληφθεί του θέματος.

10. Η Επιτροπή διατύπωσε τη γνώμη της στις 20 Ιανουαρίου 2009. Η γνωμοδότηση διαβιβάστηκε στον καθηγητή Β για τις παρατηρήσεις του. Δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις από αυτόν.

11. Στις 20 Οκτωβρίου 2009, ο Διαμεσολαβητής κίνησε περαιτέρω έρευνες. Ζήτησε από την Επιτροπή να αποσαφηνίσει ορισμένες πτυχές της υπόθεσης. Στις 11 Μαρτίου 2010, η Επιτροπή απέστειλε την απάντησή της. Η απάντηση αυτή διαβιβάστηκε στον καθηγητή Β., ο οποίος δεν υπέβαλε παρατηρήσεις.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ

Α. Επί του πρώτου ζητήματος

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

12. Ο καθηγητής B. υποστήριξε ότι η απόφαση της Επιτροπής να αποκλείσει υποψηφίους από τις χώρες εταίρους του 7ου ΠΠ, και ιδίως από την Τουρκία, ήταν εσφαλμένη και εισήγαγε διακρίσεις. Υποστήριξε ότι η προσέγγιση αυτή παρεμποδίζει την πρόοδο της επιστήμης στην Ευρώπη. Ο καθηγητής Β. επισήμανε ότι η Τουρκία συνεισφέρει 1,5 εκατ. ευρώ ετησίως στο πρόγραμμα ΠΠ7 και ότι, ως εκ τούτου, είναι ακατανόητος ο λόγος για τον οποίο οι Τούρκοι επιστήμονες θα μπορούσαν να αποκλειστούν από τη διαδικασία επιλογής. Κατά την άποψή του, οι Τούρκοι επιστήμονες είχαν ένα «εγγενές δικαίωμα» να υποβάλουν αίτηση για θέσεις σχετικές με την αξιολόγηση των σχεδίων που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο του 7ου ΠΠ.

13. Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε ότι ο ERCEA και ο REA δημιουργήθηκαν με την απόφασή της της 14ης Δεκεμβρίου 2007 [2]. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2008, τέθηκαν σε εφαρμογή οι αναγκαίες διαδικασίες για την έναρξη της πρόσληψης προσωπικού για τους εν λόγω οργανισμούς, σύμφωνα με τους πίνακες προσωπικού που ενέκρινε η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή. Όταν οι προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος για θέσεις έκτακτων υπαλλήλων στον ERCEA και στον REA δημοσιεύθηκαν στον ιστότοπο της EPSO, οι διαδικασίες επιλογής περιορίζονταν μόνο σε υπηκόους των κρατών μελών της ΕΕ.

14. Στις 5 Ιουνίου 2008, κατόπιν πρότασης της αποστολής της Νορβηγίας, οι εν λόγω προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος επεκτάθηκαν ώστε να καλύπτουν αιτούντες από χώρες εταίρους του 7ου ΠΠ (Ισλανδία, Λιχτενστάιν, Νορβηγία, Ισραήλ, Ελβετία, Αλβανία, Κροατία, πΓΔΜ, Μαυροβούνιο, Σερβία και Τουρκία). Η προθεσμία υποβολής αιτήσεων παρατάθηκε έως τις 25 Ιουνίου 2008.

15. Ωστόσο, μετά από περαιτέρω εσωτερικές συζητήσεις σχετικά με τις επιχειρησιακές συνέπειες που επέφερε η παράταση της πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος στην οποία είχε απαντήσει ο καθηγητής Β., η εν λόγω πρόσκληση ακυρώθηκε στις 24 Ιουνίου 2008. Στους αιτούντες εστάλη ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο τους ενημέρωναν σχετικά με την ακύρωση. Η πρόσκληση που αφορούσε τον ΕΟΕ ακυρώθηκε επίσης.

16. Στις 15 Ιουλίου 2008, οι προσκλήσεις αναδημοσιεύτηκαν μόνο για τους υπηκόους των κρατών μελών της ΕΕ, με προθεσμία υποβολής αιτήσεων την 14η Αυγούστου 2008. Ακόμη και στις 15 Ιουλίου 2008, οι προηγούμενοι προσφεύγοντες και τα πρόσωπα που είχαν αποστείλει επιστολή στις γενικές ταχυδρομικές θυρίδες ενημερώθηκαν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για τη νέα δημοσίευση.

17. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι οι προσκλήσεις για θέσεις έκτακτων υπαλλήλων, είτε στην Επιτροπή είτε στους εκτελεστικούς οργανισμούς της, υπόκεινται στο καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΛΠ). Σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 2 του ΚΛΠ, οι προσκλήσεις αυτές είναι ανοικτές μόνο σε υπηκόους των κρατών μελών της ΕΕ. Η Επιτροπή σημείωσε ότι, κατά παρέκκλιση, οι προσκλήσεις μπορούν, ωστόσο, να είναι ανοικτές σε υπηκόους άλλων κρατών κατά τη διακριτική ευχέρεια της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής.

18. Η Επιτροπή επισήμανε ότι, σε γενικές γραμμές, υπήρχαν βάσιμοι λόγοι για το άνοιγμα των προσκλήσεων σε κράτη που συνεισφέρουν στον προϋπολογισμό των υπό διαχείριση προγραμμάτων. Ωστόσο, το σκεπτικό αυτό δεν θα πρέπει να αποκρύπτει το γεγονός ότι οι χώρες εταίροι του 7ου ΠΠ δεν βρίσκονται σε ισότιμη βάση με τα κράτη μέλη της ΕΕ. Τα οφέλη για τις χώρες αυτές επικεντρώνονται στα αποτελέσματα του 7ου ΠΠ και όχι στη διαχείρισή τους. Προς επίρρωση της δήλωσης αυτής, η Επιτροπή επισήμανε, για παράδειγμα, ότι η συμμετοχή των χωρών εταίρων του 7ου ΠΠ στις επιτροπές του 7ου ΠΠ ήταν χωρίς δικαίωμα ψήφου.

19. Η Επιτροπή πρόσθεσε επίσης ότι, παρά τα επιχειρήματα υπέρ της διεύρυνσης των εν λόγω προσκλήσεων, η ανάθεση ορισμένων από τις εξουσίες της στους εκτελεστικούς οργανισμούς για την εφαρμογή του προγράμματος ΠΠ7 συνεπαγόταν σειρά επιχειρησιακών συνεπειών. Αυτές προέκυψαν από τις νομικές και διοικητικές συνθήκες, οι οποίες καθιστούσαν δύσκολη τη συμμετοχή υπηκόων τρίτων χωρών. Ειδικότερα, θεωρήθηκε πιθανό ότι οι υποψήφιοι από τρίτες χώρες θα έπρεπε να υποβληθούν σε ειδικούς ελέγχους ασφαλείας οι οποίοι, προκειμένου να συμμορφωθούν δεόντως με τη νομοθεσία της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων, θα συνεπάγονταν αναγκαστικά καθυστέρηση στη διαδικασία επιλογής. Ενώ οι αρμόδιες υπηρεσίες προσπάθησαν να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια, αποδείχτηκε αδύνατο να αντιμετωπιστούν εγκαίρως όλα τα σχετικά ζητήματα και να διατηρηθεί η δυνατότητα ολοκλήρωσης των διαδικασιών πρόσληψης ικανοποιητικά και εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή υπογράμμισε την επιτακτική ανάγκη σύστασης και λειτουργίας των οργανισμών. Προσέθεσε ότι, για τον λόγο αυτό, αποφάσισε να ακυρώσει τις προσκλήσεις και να δημοσιεύσει νέες που περιορίζονταν στους υπηκόους των κρατών μελών της ΕΕ.

20. Αφού ανέλυσε προσεκτικά τα ανωτέρω επιχειρήματα, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ήταν αναγκαίες περαιτέρω έρευνες. Ως εκ τούτου, υπέβαλε στην Επιτροπή το ακόλουθο ερώτημα:

«Η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο αποκλεισμός υποψηφίων χωρών εκτός ΕΕ ήταν αναγκαίος προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι σχετικοί οργανισμοί θα μπορούσαν να αρχίσουν να λειτουργούν το συντομότερο δυνατόν. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι η προθεσμία για την υποβολή των αιτήσεων των αρχικών προσκλήσεων ήταν η 25η Ιουνίου 2008, ενώ οι αιτήσεις στο πλαίσιο των νέων προσκλήσεων έπρεπε να υποβληθούν έως τις 14 Αυγούστου 2008, δηλαδή σχεδόν δύο μήνες αργότερα. Δεδομένου ότι η προσέγγιση που υιοθέτησε η Επιτροπή καθυστέρησε από μόνη της τις διαδικασίες πρόσληψης, θα μπορούσε η Επιτροπή να διευκρινίσει τους λόγους για τους οποίους έκρινε, ωστόσο, ότι ο αποκλεισμός υποψηφίων από τρίτες χώρες ήταν αναγκαίος προκειμένου να διασφαλιστεί η έγκαιρη πρόσληψη όσον αφορά τις σχετικές θέσεις; Θα μπορούσε η Επιτροπή να αναφέρει επίσης πόσοι υποψήφιοι από τρίτες χώρες υπέβαλαν αίτηση στο πλαίσιο των αρχικών προσκλήσεων υποβολής προτάσεων;»

21. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η νέα δημοσίευση καθυστέρησε πράγματι τις διαδικασίες προσλήψεως κατά σχεδόν δύο μήνες. Επανέλαβε, στο πλαίσιο αυτό, ότι η οικεία Διεύθυνση Ασφαλείας θεωρεί ότι θα ήταν απαραίτητο να ελέγχονται οι υποψήφιοι τρίτων χωρών που έχουν εγγραφεί στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων προτού προσφερθούν θέσεις εργασίας. Το γεγονός της διενέργειας πρόσθετου ελέγχου ασφαλείας των εν λόγω υποψηφίων θα έπρεπε να αναφέρεται στις προσκλήσεις, οι οποίες, ωστόσο, είχαν ήδη δημοσιευθεί κατά τον χρόνο εκείνο. Επιπλέον, θα έπρεπε επίσης να ζητηθεί η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ) σχετικά με την επακόλουθη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η διαβούλευση αυτή θα διαρκούσε αρκετούς μήνες και θα έθετε σε κίνδυνο το χρονοδιάγραμμα των προσλήψεων. Η Επιτροπή επισήμανε ότι η καθυστέρηση που προκλήθηκε από την ακύρωση και την αναδημοσίευση των προσκλήσεων «θεωρήθηκε συντομότερη».

22. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι, κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή, είχαν πραγματοποιηθεί λεπτομερείς εσωτερικές συζητήσεις μεταξύ διαφόρων υπηρεσιών της Επιτροπής. Εκφράστηκε ιδιαίτερη ανησυχία, ιδίως για το γεγονός ότι το άνοιγμα των προσκλήσεων σε υπηκόους τρίτων χωρών ενείχε τον κίνδυνο δημιουργίας προηγούμενου σε έναν τομέα πολιτικής της ΕΕ στον οποίο συνεχίζονταν οι συζητήσεις σχετικά με τη σύνδεση περαιτέρω χωρών με τα προγράμματα της ΕΕ.

23. Με βάση τα ανωτέρω, και προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ανάγκη για ταχείες προσλήψεις, η Επιτροπή αποφάσισε να ακυρώσει και να αναδημοσιεύσει τις εν λόγω προσκλήσεις.

24. Απαντώντας στην ερώτηση του Διαμεσολαβητή σχετικά με τον αριθμό των ενδιαφερομένων, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, κατά τη στιγμή της ακύρωσης των αρχικών προσκλήσεων, είχαν υποβληθεί 5328 αιτήσεις, 46 από τις οποίες προέρχονταν από υπηκόους τρίτων χωρών. Οι εν λόγω 46 αιτήσεις υποβλήθηκαν από συνολικά 27 υποψηφίους. Ωστόσο, το μέτρο της περάτωσης των προσκλήσεων προς υπηκόους τρίτων χωρών επηρέασε μόνο 21 υποψηφίους, δεδομένου ότι οι υπόλοιπες αιτήσεις δεν ήταν σε καμία περίπτωση επιλέξιμες.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

25. Ο καθηγητής B. υποστήριξε ότι η απόφαση της Επιτροπής να αποσύρει τη δυνατότητα των υπηκόων των χωρών εταίρων του 7ου ΠΠ να υποβάλουν αίτηση για τις σχετικές θέσεις έκτακτων υπαλλήλων ήταν τόσο i) εσφαλμένη όσο και ii) μεροληπτική. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα αναλύσει τις δύο αυτές πτυχές κατωτέρω.

Όσον αφορά το σημείο i) ανωτέρω:

26. Το άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο α) του ΚΛΠ προβλέπει ότι «ο έκτακτος υπάλληλος μπορεί να προσληφθεί μόνον υπό την προϋπόθεση ότι είναι υπήκοος ενός από τα κράτη μέλη των Κοινοτήτων, εκτός εάν επιτρέπεται εξαίρεση».

27. Εν προκειμένω, η Επιτροπή περιόρισε αρχικώς τις προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος για θέσεις έκτακτων υπαλλήλων στον ERCEA και στον REA στους υπηκόους των κρατών μελών της Ένωσης. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, το άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο α) του ΚΛΠ παρείχε στην Επιτροπή το δικαίωμα να ενεργεί κατ’ αυτόν τον τρόπο.

28. Ο καθηγητής Β. υποστήριξε ότι η Τουρκία συνεισφέρει σημαντικό χρηματικό ποσό στον προϋπολογισμό του 7ου ΠΠ. Κατά την άποψή του, οι Τούρκοι υπήκοοι είχαν, ως εκ τούτου, εγγενές δικαίωμα να υποβάλουν υποψηφιότητα για θέσεις σχετικές με την αξιολόγηση σχεδίων στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος. Ωστόσο, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, το άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο α ́, του ΚΛΠ προβλέπει ότι, κατά κανόνα, οι προσκλήσεις αυτές είναι ανοικτές μόνο στους υπηκόους των κρατών μελών της Ένωσης . Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να επεκτείνει τις προσκλήσεις αυτές στους υπηκόους των χωρών εταίρων του 7ου ΠΠ.

29. Ωστόσο, το άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο α) του ΚΛΠ προβλέπει εξαιρέσεις από τον προαναφερθέντα γενικό κανόνα επιλεξιμότητας. Οι συνεισφορές που παρέχονται από τις χώρες εταίρους του 7ου ΠΠ αποτελούν σαφώς παράγοντα που μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο αυτό. Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι υπήρχαν βάσιμοι λόγοι για το άνοιγμα των προσκλήσεων σε κράτη που συνεισφέρουν στον προϋπολογισμό των υπό διαχείριση προγραμμάτων. Ως εκ τούτου, η απόφαση της Επιτροπής να προκηρύξει τις προσκλήσεις —οι οποίες αρχικά περιορίζονταν σε υπηκόους της ΕΕ— σε υπηκόους των χωρών εταίρων του 7ου ΠΠ, συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας, ήταν κατανοητή.

30. Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι ο Διαμεσολαβητής δεν χρειάζεται να εξετάσει την αρχική απόφαση να περιορίσει τις εν λόγω κλήσεις σε υπηκόους της ΕΕ ή την επακόλουθη επέκτασή τους σε υπηκόους των χωρών εταίρων του 7ου ΠΠ. Αυτό που πρέπει να εξετάσει είναι κατά πόσον η απόφαση της Επιτροπής να ανακαλέσει τη δυνατότητα των υπηκόων των χωρών εταίρων του 7ου ΠΠ να υποβάλουν αίτηση, δηλαδή η απόφασή της να ανακαλέσει την προηγούμενη απόφασή της να ανοίξει τις σχετικές προσκλήσεις σε υπηκόους των χωρών εταίρων του 7ου ΠΠ, ήταν δικαιολογημένη και σύμφωνη με τις αρχές της χρηστής διοίκησης.

31. Προς στήριξη της προσέγγισής της, η Επιτροπή επικαλέστηκε διοικητικούς και χρονικούς περιορισμούς σχετικά με τη διαδικασία πρόσληψης. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι έπρεπε να διασφαλίσει ότι ο ERCEA και ο REA θα άρχιζαν να λειτουργούν το συντομότερο δυνατόν. Οι υπήκοοι τρίτων χωρών θα πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο ασφαλείας, γεγονός που θα απαιτούσε διαβουλεύσεις με τον ΕΕΠΔ σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή φοβόταν ότι η συνέχιση των τροποποιημένων προσκλήσεων υποβολής προτάσεων –και, ως εκ τούτου, η δυνατότητα συμμετοχής υποψηφίων από χώρες εταίρους του 7ου ΠΠ– θα καθυστερούσε και θα έθετε σε κίνδυνο την έγκαιρη ολοκλήρωση των διαδικασιών επιλογής. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι για τον λόγο αυτό αποφάσισε να ακυρώσει τις προσκλήσεις και να δημοσιεύσει νέες προσκλήσεις που περιορίζονταν στους υπηκόους της ΕΕ.

32. Ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί πειστικό το επιχείρημα αυτό.

33. Όπως προαναφέρθηκε, η απόφαση της Επιτροπής να ακυρώσει τις τροποποιημένες προσκλήσεις και να δημοσιεύσει νέες καθαυτή οδήγησε σε καθυστέρηση σχεδόν δύο μηνών. Η Επιτροπή υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι η καθυστέρηση που θα προκαλούσε η αποδοχή υποψηφίων από τις χώρες εταίρους του 7ου ΠΠ θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Είναι σαφές ότι ο Διαμεσολαβητής δεν είναι σε θέση να επαληθεύσει τη δήλωση αυτή. Ωστόσο, στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να διατυπωθούν τρεις παρατηρήσεις. Πρώτον, στην απάντησή της σε συγκεκριμένη ερώτηση σχετικά με το ζήτημα που της έθεσε ο Διαμεσολαβητής, η Επιτροπή δήλωσε ότι η καθυστέρηση που προκλήθηκε από την ακύρωση και την αναδημοσίευση των προσκλήσεων «θεωρήθηκε συντομότερη». Αυτό φαίνεται να υποδηλώνει ότι η Επιτροπή δεν προέβη σε συγκεκριμένους ελέγχους σχετικά με τη διάρκεια της καθυστέρησης. Δεύτερον, από τις πληροφορίες που παρέσχε η Επιτροπή προκύπτει ότι ο αριθμός των υποψηφίων που ήταν υπήκοοι των χωρών εταίρων του 7ου ΠΠ ήταν ελάχιστος σε σύγκριση με τους υποψηφίους που ήταν υπήκοοι της ΕΕ. Είναι επίσης εύλογο να υποτεθεί ότι δεν θα είχαν τελικά επιλεγεί και οι 21 υποψήφιοι από τις χώρες εταίρους του 7ου ΠΠ, των οποίων οι αιτήσεις έγιναν δεκτές. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι ο έλεγχος ασφαλείας και οι διαβουλεύσεις με τον ΕΕΠΔ σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα μπορούσαν να έχουν ολοκληρωθεί αρκετά γρήγορα. Τρίτον, ο καθηγητής Β. επισήμανε, χωρίς να αντικρουστεί από την Επιτροπή, ότι είχε ήδη εργαστεί ως επιστημονικός εμπειρογνώμονας για την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διερωτάται γιατί ο καταγγέλλων θα έπρεπε να υποβληθεί σε έλεγχο ασφαλείας.

34. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι η αποδοχή αιτούντων από τις χώρες του 7ου ΠΠ θα μπορούσε να δημιουργήσει προηγούμενο σε έναν τομέα πολιτικής της ΕΕ στον οποίο συνεχίζονται οι συζητήσεις σχετικά με τη σύνδεση περαιτέρω χωρών με τα προγράμματα της ΕΕ. Ο Διαμεσολαβητής διατηρεί ορισμένες αμφιβολίες για το κατά πόσον το επιχείρημα αυτό είναι βάσιμο, δεδομένου ότι η ίδια η Επιτροπή δέχεται ότι υπήρχαν γενικά βάσιμοι λόγοι για το άνοιγμα των προσκλήσεων σε κράτη που συνεισφέρουν στον προϋπολογισμό των υπό διαχείριση προγραμμάτων.

35. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί, ωστόσο, ότι δεν χρειάζεται να εξακριβώσει αν οι λόγοι που προέβαλε η Επιτροπή θα μπορούσαν πράγματι να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό υποψηφίων από τις χώρες εταίρους του 7ου ΠΠ. Στην πραγματικότητα, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι όλοι αυτοί οι λόγοι θα έπρεπε να είχαν εξεταστεί προτού η Επιτροπή αποφασίσει, στις 5 Ιουνίου 2008, να προκηρύξει τις σχετικές προσκλήσεις υποβολής προτάσεων για υπηκόους από χώρες εταίρους του 7ου ΠΠ. Είναι σαφές ότι δεν αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική να λαμβάνεται πρώτα μια απόφαση και μόνο στη συνέχεια να εξετάζονται οι δυνητικώς αρνητικές συνέπειες που θα μπορούσε να έχει. Εάν, αφού εξέτασε δεόντως όλες τις σχετικές εκτιμήσεις, η Επιτροπή είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επέκταση των σχετικών κλήσεων σε υπηκόους χωρών εταίρων του 7ου ΠΠ θα είχε τις αρνητικές συνέπειες που ανέφερε στη γνώμη της, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα είχε ανοίξει τις κλήσεις στα εν λόγω πρόσωπα. Ως εκ τούτου, θα μπορούσε εύκολα να αποφύγει τα προβλήματα που συνεπαγόταν η απόφασή της της 5ης Ιουνίου 2008. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, οι πολίτες δεν πρέπει να πέφτουν θύματα υπερβολικά απερίσκεπτων αποφάσεων που λαμβάνονται από τις διοικήσεις.

36. Με βάση τα ανωτέρω, η απόφαση της Επιτροπής να αποσύρει τη δυνατότητα υποβολής αίτησης για υπηκόους χωρών εταίρων του 7ου ΠΠ, η οποία είχε δημιουργηθεί με την απόφασή της της 5ης Ιουνίου 2008, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο εάν υπήρχαν επιτακτικοί λόγοι που απαιτούσαν τη λήψη αυτού του μέτρου. Εάν η Επιτροπή είχε αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι θα ήταν αδύνατο να επιτραπεί στους υποψηφίους από τις χώρες εταίρους του 7ου ΠΠ να λάβουν μέρος στις προσκλήσεις και να δρομολογήσουν ταχέως τους οργανισμούς, ο Διαμεσολαβητής θα ήταν σε θέση να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω απόφαση ήταν δικαιολογημένη. Ωστόσο, και όπως εξηγείται ανωτέρω, η Επιτροπή δεν προσκόμισε σαφή και πειστικά αποδεικτικά στοιχεία ή επιχειρήματα που να αποδεικνύουν ότι όντως συνέβη κάτι τέτοιο.

37. Υπό τις συνθήκες αυτές, και ελλείψει πειστικής αιτιολόγησης, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση της Επιτροπής να αποσύρει τη δυνατότητα των υπηκόων των χωρών εταίρων του 7ου ΠΠ να υποβάλουν αίτηση, δηλαδή η απόφασή της να ανακαλέσει την προηγούμενη απόφασή της να ανοίξει τις σχετικές προσκλήσεις σε υπηκόους των χωρών εταίρων του 7ου ΠΠ, συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης. Επικριτική παρατήρηση θα γίνει παρακάτω.

Όσον αφορά το σημείο ii) ανωτέρω:

38. Όσον αφορά τον εικαζόμενο μεροληπτικό χαρακτήρα της απόφασης της Επιτροπής να αποσύρει τη δυνατότητα των υπηκόων των χωρών εταίρων του 7ου ΠΠ να υποβάλουν αίτηση για θέσεις έκτακτων υπαλλήλων στον ERCEA και στον REA, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία, διάκριση υφίσταται όταν πανομοιότυπες ή συγκρίσιμες καταστάσεις αντιμετωπίζονται με άνισο τρόπο και όταν αυτή η άνιση μεταχείριση δεν δικαιολογείται αντικειμενικά.

39. Ωστόσο, το άρθρο 12 παράγραφος 2 του ΚΛΠ επιτρέπει σαφώς στους υπηκόους τρίτων χωρών να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης από τους υπηκόους της ΕΕ όσον αφορά την πρόσβαση σε θέσεις έκτακτων υπαλλήλων. Υπό τις συνθήκες αυτές, καμία δυσμενής διάκριση δεν μπορεί να διαπιστωθεί εν προκειμένω.

Β. Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

40. Ο καθηγητής Β. ισχυρίστηκε ότι οι αιτούντες που επηρεάστηκαν από την απόφαση της Επιτροπής δεν έλαβαν εξηγήσεις και δεν έλαβαν συγγνώμη.

41. Η Επιτροπή επισήμανε ότι, στις 24 Ιουνίου 2008, όταν ακυρώθηκαν οι αρχικές προσκλήσεις για τον ERCEA και τον REA, αναρτήθηκε ανακοίνωση στον δικτυακό τόπο της EPSO. Στην εν λόγω ανακοίνωση, η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη για την αναστάτωση που προκλήθηκε. Στους υποψηφίους που είχαν υποβάλει αίτηση για θέση στον ΕΟΕ απεστάλη επίσης ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο επαναλάμβαναν τη συγγνώμη, ενώ ο ERCEA προτίμησε να περιμένει πριν από την αποστολή ηλεκτρονικών μηνυμάτων προκειμένου να αποφασίσει σχετικά με τις πρακτικές λεπτομέρειες της επανέναρξης της πρόσκλησης.

42. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι, όταν πραγματοποιήθηκε η νέα δημοσίευση στις 15 Ιουλίου 2008, κάθε υποψήφιος (συμπεριλαμβανομένων εκείνων από τις χώρες εταίρους του 7ου ΠΠ) που υπέβαλε αίτηση στο πλαίσιο των τροποποιημένων προσκλήσεων έλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα. Στα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που εστάλησαν σε υποψηφίους που ήταν εγγεγραμμένοι ως υπήκοοι τρίτων χωρών, διευκρινίστηκε ότι θα πρέπει να ελέγξουν τους όρους της πρόσκλησης. Τέλος, η Επιτροπή εξήγησε ότι σε κάθε δημοσιευμένο προφίλ προστέθηκε μια πρόσθετη διευκρίνιση.

43. Στη γνώμη της, η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη για την αναστάτωση που προκλήθηκε στους υποψηφίους τους οποίους αφορούσε η απόφαση ανάκλησης της δυνατότητας των υπηκόων των χωρών εταίρων του 7ου ΠΠ να υποβάλουν αίτηση για θέσεις έκτακτων υπαλλήλων στον ERCEA και στον REA. Εξέφρασε επίσης τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν δόθηκε προηγούμενη συγγνώμη στους υποψηφίους τους οποίους αφορά η απόφαση αυτή.

44. Στο πλαίσιο των περαιτέρω ερευνών του, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε επίσης από την Επιτροπή να απαντήσει στο ακόλουθο ερώτημα:

Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να αιτιολογήσει την αρχική της απόφαση να περιορίσει τις σχετικές κλήσεις σε υπηκόους της ΕΕ. Ωστόσο, η υπό κρίση υπόθεση αφορά μια κατάσταση στην οποία υπήκοοι τρίτων χωρών έγιναν στη συνέχεια δεκτοί, στην οποία υπέβαλε αίτηση τουλάχιστον ένας τέτοιος υπήκοος τρίτης χώρας και στην οποία η Επιτροπή αποφάσισε στη συνέχεια να αλλάξει εκ νέου τη θέση της και να περιορίσει τις σχετικές θέσεις σε υπηκόους της ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, θα μπορούσε η Επιτροπή να εξηγήσει γιατί δεν ενημέρωσε τους υποψηφίους για τους λόγους της απόφασής της και γιατί, εκτός από τη γενική συγγνώμη για την ταλαιπωρία που προκλήθηκε, δεν δόθηκε συγκεκριμένη συγγνώμη σε υποψηφίους από τρίτες χώρες που είχαν υποβάλει αίτηση αλλά δεν ήταν πλέον επιλέξιμοι ως αποτέλεσμα της απόφασης που έλαβε η Επιτροπή;

45. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή επισήμανε ότι θα είχε παράσχει ευκόλως συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τους λόγους της αποφάσεώς της σε όποιον τις είχε ζητήσει. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, κανείς δεν είχε ζητήσει τέτοιες πληροφορίες από την Επιτροπή ή την EPSO πριν από την προσέγγιση του Διαμεσολαβητή.

46. Όσον αφορά την ερώτηση του Διαμεσολαβητή σχετικά με τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή δεν ζήτησε ειδική συγγνώμη από υποψηφίους από τρίτες χώρες, το θεσμικό όργανο εξέφρασε τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν δόθηκε τέτοια ειδική συγγνώμη σε υποψηφίους των οποίων οι αιτήσεις ήταν πιθανό να έχουν καταστεί μη επιλέξιμες λόγω της απόφασης αναδημοσίευσης της πρόσκλησης. Η Επιτροπή επισήμανε ότι την εποχή εκείνη ήταν αναγκαία η ταχεία επίλυση του ζητήματος. Δυστυχώς, σε μια προσπάθεια ταχείας αναδημοσίευσης της κλήσης, δεν αντιμετωπίστηκε το ζήτημα της αποστολής συγκεκριμένης συγγνώμης με τους λόγους ακύρωσης της κλήσης.

47. Η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη από τον καθηγητή Β. για το γεγονός ότι δεν εξήγησε τότε τους λόγους της αποφάσεώς της. Επισημαίνει ότι θα προσπαθήσει να αποφύγει παρόμοιες καταστάσεις στο μέλλον.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

48. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Επιτροπή παρέσχε αντίγραφα των πληροφοριών που εστάλησαν στους αιτούντες όταν ακύρωσε τις αρχικές κλήσεις και όταν στη συνέχεια δρομολόγησε εκ νέου τις νέες κλήσεις. Κατά τη δημοσίευση των νέων προσκλήσεων υποβολής προτάσεων για τον ERCEA και τον REA, η Επιτροπή ενημέρωσε σαφώς τους υποψηφίους ότι, προκειμένου «να είναι επιλέξιμοι για την παρούσα πρόσκληση, [ο αιτών] πρέπει να είναι υπήκοοι κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Ωστόσο, η Επιτροπή δεν παρέσχε εξηγήσεις σχετικά με τους λόγους για τους οποίους ακυρώθηκαν οι προηγούμενες προσκλήσεις και για τους οποίους τροποποιήθηκαν οι απαιτήσεις επιλεξιμότητας σχετικά με την ιθαγένεια των αιτούντων.

49. Σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης, η διοίκηση οφείλει να αιτιολογεί επακριβώς στους πολίτες κάθε απόφαση που λαμβάνει και η οποία ενδέχεται να τους επηρεάσει [3]. Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε την απόφασή της να τροποποιήσει τις απαιτήσεις επιλεξιμότητας. Το θεσμικό όργανο απλώς ενημέρωσε τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα σχετικά με τη σχετική αλλαγή. Ειδικότερα, ο Διαμεσολαβητής δεν κατανοεί τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή δεν συμπεριέλαβε καμία τέτοια εξήγηση στα ηλεκτρονικά μηνύματα που απέστειλε σε αιτούντες εκτός ΕΕ, δεδομένου ότι αυτοί ήταν τα πρόσωπα που επηρεάστηκαν άμεσα από την αλλαγή. Θα ήταν επίσης ευγενικό εκ μέρους της Επιτροπής να ζητήσει σαφή συγγνώμη σε αυτό το πλαίσιο.

50. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της έρευνας της Διαμεσολαβήτριας, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι είχε παραλείψει να αποστείλει ειδική συγγνώμη σε αιτούντες εκτός ΕΕ με τους λόγους για την ακύρωση των κλήσεων. Ζήτησε συγγνώμη για την παράλειψη αυτή και ζήτησε ειδική συγγνώμη από τον καθηγητή Β. στο πλαίσιο αυτό. Επιπλέον, το θεσμικό όργανο εξήγησε τους λόγους της προσέγγισής του και δεσμεύτηκε να αποφύγει παρόμοιες καταστάσεις στο μέλλον. Με βάση τα ανωτέρω, και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχουν πλέον παρέλθει δύο έτη από τα σχετικά γεγονότα, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν απαιτούνται περαιτέρω έρευνες σχετικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

Γ. Επί του τρίτου ζητήματος

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

51. Ο καθηγητής B. αμφισβήτησε την απαίτηση σύμφωνα με την οποία οι υποψήφιοι πρέπει να είναι σε θέση να ομιλούν μια δεύτερη επίσημη γλώσσα της ΕΕ και υποστήριξε ότι η απαίτηση αυτή εισάγει διακρίσεις, δεδομένου ότι ευνοεί τους υπηκόους των κρατών μελών της ΕΕ.

52. Η Επιτροπή επισήμανε ότι η απαίτηση να ομιλούνται δύο από τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ αποτελεί απαίτηση που προβλέπεται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και στο ΚΛΠ και ότι δεν υπάρχει δυνατότητα παρέκκλισης από την απαίτηση αυτή.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

53. Το άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο ε) του ΚΛΠ προβλέπει ότι ο έκτακτος υπάλληλος μπορεί να προσληφθεί μόνο υπό τον όρο ότι «προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία ότι κατέχει σε βάθος μία από τις γλώσσες των Κοινοτήτων και ικανοποιητική γνώση μιας άλλης γλώσσας των Κοινοτήτων, στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την άσκηση των καθηκόντων του».

54. Όπως επισήμανε η Επιτροπή, η απαίτηση πλήρους ή ικανοποιητικής γνώσης τουλάχιστον δύο από τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ αποτελεί νομική απαίτηση, η οποία δεν υπόκειται σε παρεκκλίσεις. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν μπορεί να διαπιστωθεί κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

Δ. Συμπεράσματα

Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με την ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:

Η ορθή διοικητική πρακτική απαιτεί, πριν από τη λήψη απόφασης, ένα θεσμικό όργανο να εξετάζει δεόντως τις αρνητικές συνέπειες στις οποίες θα μπορούσε να οδηγήσει. Εν προκειμένω, η Επιτροπή, αφού περιόρισε αρχικά τις προσκλήσεις για έκτακτους υπαλλήλους στον ERCEA και στον REA στους υπηκόους της Ένωσης, δέχθηκε αιτούντες από χώρες εταίρους του 7ου ΠΠ χωρίς να εξετάσει δεόντως τις συνέπειες. Ως εκ τούτου, η επακόλουθη απόφασή της να αποκλείσει εκ νέου υποψηφίους από χώρες εταίρους του 7ου ΠΠ από τις εν λόγω προσκλήσεις συνιστά κακοδιοίκηση, δεδομένης της απουσίας σαφών και πειστικών αποδεικτικών στοιχείων ή επιχειρημάτων που να αποδεικνύουν ότι η απόφαση αυτή έπρεπε να ληφθεί για επιτακτικούς λόγους.

Ο καθηγητής Β. και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ

Στρασβούργο, 10 Αυγούστου 2010


[1] Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το έβδομο πρόγραμμα-πλαίσιο (7ο ΠΠ) της ΕΕ για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη διατίθενται στη διεύθυνση: http://cordis.europa.eu/fp7

[2] Απόφαση 2008/46/ΕΚ της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 2007, σχετικά με την ίδρυση του Εκτελεστικού Οργανισμού του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας για τη διαχείριση του ειδικού προγράμματος «Ιδέες» στον τομέα της έρευνας αιχμής κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 58/2003 του Συμβουλίου (ΕΕ 2008, L 11, σ. 9).

[3] Άρθρο 18 (Υποχρέωση αιτιολόγησης των αποφάσεων), Ευρωπαϊκός Κώδικας Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, διατίθεται στη διεύθυνση: www.ombudsman.europa.eu

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!