Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 2411/2011/OV κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 2411/2011/OV - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 23 Ιανουαρίου 2012 - Απόφαση στις Τρίτη | 12 Νοεμβρίου 2013 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Επιτροπή ( Mη διαπίστωση κακοδιοίκησης )
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Η παρούσα καταγγελία, την οποία υπέβαλε ο Χ, αφορούσε εικαζόμενες ασυνέπειες μεταξύ των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσον αφορά την αξιολόγηση των επιλέξιμων δαπανών έρευνας βάσει, αφενός, του έκτου και του έβδομου προγράμματος-πλαισίου για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη (ΠΠ6 και ΠΠ7)[1] και, αφετέρου, του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ)[2][3]. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι αυτές οι ασυνέπειες βλάπτουν τα συμφέροντα των φλαμανδικών πανεπιστημίων και παρόμοιων ιδρυμάτων που λαμβάνουν χρηματοδότηση από την ΕΕ για ερευνητικά έργα.
2. Η βελγική φορολογική νομοθεσία προβλέπει παρακράτηση επαγγελματικού φόρου στην πηγή («bedrijfsvoorheffing» ή «precompte professionnel»). Οι εταιρείες παρακρατούν αυτόν τον φόρο από τους μισθούς που καταβάλλονται στους υπαλλήλους τους και καταβάλλουν το ποσό απευθείας στο βελγικό δημόσιο ταμείο. Ωστόσο, βάσει του άρθρου 275/3 του βελγικού κώδικα φορολογίας εισοδήματος (BITC), τα πανεπιστήμια και τα παρεμφερή ιδρύματα απαλλάσσονται από την καταβολή του 75 % της παρακράτησης φόρου στην πηγή επί των μισθών που καταβάλλονται στους μεταδιδακτορικούς ερευνητές. Η παρούσα καταγγελία αφορά το κατά πόσον η απαλλασσόμενη παρακράτηση φόρου στην πηγή θα μπορούσε να θεωρηθεί επιλέξιμη ερευνητική δαπάνη στο πλαίσιο των προγραμμάτων-πλαισίων και του ΕΤΠΑ.
3. Τα φλαμανδικά πανεπιστήμια λαμβάνουν χρηματοδότηση τόσο στο πλαίσιο των προγραμμάτων-πλαισίων έρευνας όσο και στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ. Στις σχέσεις τους με τις βελγικές περιφερειακές αρχές - οι οποίες είναι αρμόδιες για την εκπαίδευση - τόσο η ΓΔ REGIO όσο και η ΓΔ RTD αμφισβήτησαν κατά πόσον η απαλλασσόμενη παρακράτηση φόρου στην πηγή αποτελούσε πραγματικό κόστος έρευνας (εάν επρόκειτο για πραγματικό κόστος έρευνας, θα ήταν επιλέξιμο κόστος). Ειδικότερα, η ΓΔ REGIO έκρινε [4] ότι το απαλλασσόμενο μέρος της παρακράτησης φόρου στην πηγή δεν εμπίπτει στον ορισμό των «επιλέξιμων δαπανών». Υποστήριξε ότι, για να είναι επιλέξιμες, οι δαπάνες πρέπει να βαρύνουν πραγματικά και οριστικά τον δικαιούχο και να καταβάλλονται πραγματικά, πράγμα που δεν ισχύει για την απαλλασσόμενη παρακράτηση φόρου στην πηγή (κατά την άποψη της ΓΔ REGIO, η απαλλασσόμενη παρακράτηση φόρου στην πηγή ήταν απλώς ένα «κίνητρο» για την έρευνα [5], το οποίο διατηρεί ο εργοδότης για τη χρηματοδότηση ερευνητικών δραστηριοτήτων άλλων από εκείνες που υποστηρίζονται στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ).
4. Αντιθέτως, η ΓΔ Έρευνας και Καινοτομίας έκρινε ότι η απαλλασσόμενη παρακράτηση φόρου στην πηγή αποτελούσε «επιλέξιμη δαπάνη» βάσει των προγραμμάτων-πλαισίων έρευνας [6].
5. Στις 30 Σεπτεμβρίου 2011, το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον καταγγέλλοντα απέστειλε επιστολή στον Γενικό Διευθυντή της ΓΔ REGIO για να ρωτήσει γιατί οι θέσεις της ΓΔ RTD και της ΓΔ REGIO ήταν διαφορετικές όσον αφορά την επιλεξιμότητα των δαπανών έρευνας. Αναφέρθηκε στον ερμηνευτικό νόμο της 21ης Δεκεμβρίου 2009 (βλ. υποσημείωση 5) και στη ΓΔ RTD, η οποία στη συνέχεια δέχθηκε τα απαλλασσόμενα ποσά ως επιλέξιμες δαπάνες. Στο πλαίσιο αυτό, ζήτησε επίσης να ενημερωθεί για τη νομική βάση αυτής της διαφορετικής μεταχείρισης των εξόδων.
6. Στις 11 Νοεμβρίου 2011, η ΓΔ REGIO απάντησε επιβεβαιώνοντας την προηγούμενη θέση της. Όσον αφορά τη νομική βάση, η ΓΔ REGIO εξήγησε ότι, για να είναι επιλέξιμες οι δαπάνες, το άρθρο 56 παράγραφος 2 του γενικού κανονισμού ΕΤΠΑ 1083/2006 [7] ορίζει ότι: i) πρέπει να είναι σύμφωνη με τους εθνικούς κανόνες επιλεξιμότητας· ii) πρέπει να αιτιολογείται δεόντως με τιμολόγια ή ισοδύναμα δικαιολογητικά έγγραφα· και iii) στην περίπτωση συνεισφορών σε είδος, η συγχρηματοδότηση από τα ταμεία της ΕΕ δεν πρέπει να υπερβαίνει το σύνολο των επιλέξιμων δαπανών χωρίς τις συνεισφορές σε είδος. Επιπλέον, το άρθρο 60 στοιχείο β) του κανονισμού προβλέπει ότι η διαχειριστική αρχή θα πρέπει να επαληθεύει ότι οι δαπάνες που δηλώθηκαν από τους δικαιούχους έχουν όντως πραγματοποιηθεί. Η ΓΔ REGIO κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από τους ανωτέρω κανόνες προκύπτει ότι οι δαπάνες πρέπει να είναι επαληθεύσιμες, δηλαδή να έχουν πραγματοποιηθεί και πράγματι καταβληθεί και το ποσό πρέπει να αιτιολογείται με τιμολόγια ή άλλα δικαιολογητικά έγγραφα. Υποστήριξε ότι, δεδομένου ότι η απαλλαγή των ερευνητών από την παρακράτηση επαγγελματικού φόρου στην πηγή αποτελεί ουσιαστικά μείωση του κόστους του εργοδότη, οι δαπάνες δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πραγματοποιήθηκαν και/ή καταβλήθηκαν στο πλαίσιο της υλοποίησης του έργου. Ως εκ τούτου, δεν είναι επιλέξιμη για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ. Όσον αφορά τη διαφορά θέσης μεταξύ αυτής και της ΓΔ RTD, η ΓΔ REGIO εξήγησε ότι τα μέσα υλοποίησης των έργων των προγραμμάτων-πλαισίων έρευνας ακολουθούν τους δικούς τους κανόνες επιλεξιμότητας, ενώ η χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ διέπεται από τον κανονισμό 1083/2006.
7. Παραμένοντας ανικανοποίητος από την ανωτέρω απάντηση, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
Επί του ισχυρισμού
8. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή παραβίασε τις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της συνέπειας όταν θεώρησε ότι οι δαπάνες έρευνας που απαλλάσσονταν από τη βελγική παρακράτηση επαγγελματικού φόρου στην πηγή δεν ήταν επιλέξιμες για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ, αντιμετωπίζοντας έτσι τις δαπάνες αυτές διαφορετικά σε σύγκριση με τη μεταχείρισή τους στο πλαίσιο του έκτου και του έβδομου προγράμματος-πλαισίου για την έρευνα.
Η έρευνα
9. Η καταγγελία υποβλήθηκε την 1η Δεκεμβρίου 2011. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 22 Μαΐου 2012. Ο καταγγέλλων απέστειλε τις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής στις 25 Ιουνίου 2012.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
Α. Επί της προβαλλόμενης παραβιάσεως των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της συνοχής
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
10. Προς επίρρωση του ισχυρισμού της, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι είχε αρχικά λάβει πληροφορίες από τους αρμόδιους φορείς, ιδίως μέσω του δικτυακού τόπου της διαχειριστικής αρχής του φλαμανδικού προγράμματος ΕΤΠΑ (EFRO), ότι το απαλλασσόμενο μέρος της παρακράτησης επαγγελματικού φόρου αποτελούσε επιλέξιμη δαπάνη στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ. Σημείωσε ότι στη συνέχεια ενημερώθηκε ότι οι δαπάνες αυτές δεν ήταν επιλέξιμες. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι οι όροι επιλεξιμότητας στο πλαίσιο του έκτου και του έβδομου προγράμματος-πλαισίου για την έρευνα και του ΕΤΠΑ είναι σχεδόν πανομοιότυποι και ότι, ως εκ τούτου, η επιλεξιμότητα των σχετικών δαπανών θα πρέπει να είναι η ίδια και στα δύο καθεστώτα.
11. Όσον αφορά την εικαζόμενη παραβίαση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή επισήμανε καταρχάς ότι ο καταγγέλλων είχε αναφερθεί σε αλλαγή θέσης, όχι από την Επιτροπή, αλλά από τους «αρμόδιους φορείς», οι οποίοι θεωρούσαν ότι ήταν η διαχειριστική αρχή του φλαμανδικού προγράμματος ΕΤΠΑ. Δήλωσε ότι η ΓΔ REGIO δεν είχε αλλάξει τη θέση της σχετικά με τη μη επιλεξιμότητα. Η Επιτροπή επισήμανε ότι επανέλαβε και αιτιολόγησε επανειλημμένα τη θέση της σε διάφορα μέρη, τέλος με την επιστολή της 11ης Νοεμβρίου 2011. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν κατανόησε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που μπορεί να έχει ο καταγγέλλων όσον αφορά τις ενέργειες της Επιτροπής.
12. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι κάθε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που μπορεί να έχει ο καταγγέλλων αφορά τις ενέργειες των αρμόδιων εθνικών αρχών, δεδομένου ότι η διαχείριση του προγράμματος ΕΤΠΑ γίνεται από κοινού από την Επιτροπή και τις αρχές των κρατών μελών. Τυχόν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που θα προέκυπτε από τις ενέργειες της διαχειριστικής αρχής του φλαμανδικού προγράμματος ΕΤΠΑ δεν θα ενέπιπτε στην αρμοδιότητα της Επιτροπής. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή έχει σχέσεις με το κράτος μέλος και όχι με τις περιφέρειές του. Σύμφωνα με την αρχή της επιμερισμένης διαχείρισης, οι δικαιούχοι των συγχρηματοδοτούμενων από το ΕΤΠΑ έργων, όπως τα πανεπιστήμια, έχουν επαφές και νομικές σχέσεις με τις αρχές των κρατών μελών που είναι αρμόδιες για την υλοποίηση του προγράμματος και όχι απευθείας με την Επιτροπή.
13. Η Επιτροπή ολοκλήρωσε αυτή την πτυχή της γνωμοδότησής της επισημαίνοντας ότι οι απαιτήσεις για τη θεμιτή προσδοκία είναι τριπλές. Πρώτον, οι ακριβείς, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις πρέπει να προέρχονται από εγκεκριμένες και αξιόπιστες πηγές και να παρέχονται από τις αρχές της Ένωσης στον ενδιαφερόμενο. Αφετέρου, οι διαβεβαιώσεις αυτές πρέπει να είναι ικανές να δημιουργήσουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στον αποδέκτη τους. Τρίτον, οι παρεχόμενες διαβεβαιώσεις πρέπει να είναι σύμφωνες με τους ισχύοντες κανόνες [8]. Η Επιτροπή έκρινε ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνταν στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η ΓΔ REGIO είχε διατηρήσει κοινή και σταθερή θέση επί του θέματος. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν δημιούργησε καμία δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στον καταγγέλλοντα. Αντ’ αυτού, ο καταγγέλλων θα έπρεπε να είχε θέσει το ζήτημα στο κράτος μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 4 του κανονισμού 1083/2006 [9].
14. Στη συνέχεια, η Επιτροπή απάντησε στο επιχείρημα του καταγγέλλοντος σχετικά με την εικαζόμενη ασυνέπεια μεταξύ της ΓΔ REGIO και της ΓΔ RTD όσον αφορά την επιλεξιμότητα της απαλλασσόμενης παρακράτησης επαγγελματικού φόρου στην πηγή.
15. Πρώτον, η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν υπάρχει υποχρέωση εφαρμογής των ίδιων κανόνων επιλεξιμότητας σε διαφορετικούς τομείς πολιτικής. Σημείωσε ότι εναπόκειται στον νομοθέτη της ΕΕ να θεσπίσει κανόνες επιλεξιμότητας για κάθε πρόγραμμα δαπανών σύμφωνα με τους επιδιωκόμενους στόχους πολιτικής.
16. Δεύτερον, η Επιτροπή επισήμανε ότι, ακόμη και αν οι γενικές αρχές επιλεξιμότητας των δαπανών είναι σε μεγάλο βαθμό συγκρίσιμες, υπάρχουν διαφορές στους λεπτομερείς κανόνες για την υλοποίηση των προγραμμάτων-πλαισίων έρευνας και του ΕΤΠΑ.
17. Αφενός, τα έργα που είναι επιλέξιμα για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ διέπονται από τους κανονισμούς 448/2004 [10] και 1083/2006 για τις περιόδους προγραμματισμού 2000-2006 και 2007-2013 αντίστοιχα. Οι απαιτήσεις για τις δύο περιόδους προγραμματισμού δεν άλλαξαν: οι φόροι και οι επιβαρύνσεις (ιδίως οι άμεσοι φόροι και οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης επί των μισθών και ημερομισθίων) που προκύπτουν από τη συγχρηματοδότηση από τα διαρθρωτικά ταμεία δεν συνιστούν επιλέξιμες δαπάνες, εκτός εάν βαρύνουν πραγματικά και οριστικά τον τελικό δικαιούχο ή τον μεμονωμένο δικαιούχο [11]. Το άρθρο 56 παράγραφος 1 του κανονισμού 1083/2006 ορίζει ότι οι επιλέξιμες δαπάνες πρέπει να καταβάλλονται πραγματικά. Ως εκ τούτου, και για τις δύο περιόδους προγραμματισμού, το απαλλασσόμενο μέρος της βελγικής παρακράτησης επαγγελματικού φόρου είναι επιλέξιμο για συγχρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ μόνο εάν στη συνέχεια επιβαρύνει οριστικά τον δικαιούχο για τους σκοπούς του ίδιου συγχρηματοδοτούμενου έργου του ΕΤΠΑ.
18. Αντιθέτως, ο προϋπολογισμός της ΕΕ που διατίθεται βάσει των προγραμμάτων-πλαισίων έρευνας υπόκειται σε κεντρική διαχείριση, σύμφωνα με το άρθρο 53 στοιχείο α) του δημοσιονομικού κανονισμού [12]. Η Επιτροπή εκτελεί τις δραστηριότητες εκτέλεσης του προϋπολογισμού της χωρίς τη συμμετοχή ή τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στα κράτη μέλη ή στις δημόσιες αρχές τρίτων χωρών στις οποίες είναι εγκατεστημένοι οι αποδέκτες ενωσιακής χρηματοδότησης («άμεση κεντρική διαχείριση»). Τα εκτελεστικά μέσα των εν λόγω σχεδίων του προγράμματος πλαισίου έχουν τους δικούς τους κανόνες επιλεξιμότητας: τα ερευνητικά έργα στο πλαίσιο του 6ου ΠΠ διέπονται από τον κανονισμό 2321/2002 [13], ενώ τα έργα στο πλαίσιο του 7ου ΠΠ διέπονται από τον κανονισμό 1906/2006 [14].
19. Ειδικοί κανόνες επιλεξιμότητας καθορίζονται στο άρθρο II.19 της συμφωνίας επιχορήγησης του 6ου ΠΠ και στο άρθρο II.14 της συμφωνίας επιχορήγησης του 7ου ΠΠ. Σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς, οι δαπάνες πρέπει να πραγματοποιούνται πραγματικά. Ως εκ τούτου, για τα έργα του 6ου και του 7ου ΠΠ, η ΓΔ RTD της Επιτροπής δέχεται ως επιλέξιμο το απαλλασσόμενο μέρος της βελγικής παρακράτησης φόρου στην πηγή λόγω της υποχρέωσης επανεπένδυσης του ποσού σε πρόσθετα ερευνητικά έργα.
20. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος περί ασυνεπούς προσέγγισης στο πλαίσιο του 6ου και του 7ου ΠΠ, αφενός, και του ΕΤΠΑ, αφετέρου, ήταν αβάσιμος.
21. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δεν διατύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με την εικαζόμενη παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αλλά μόνο σχετικά με την εικαζόμενη παραβίαση της αρχής της συνέπειας.
22. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η θέση της Επιτροπής φαίνεται να υποδηλώνει ότι η χορήγηση ενίσχυσης στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων πραγματοποιείται σε εντελώς διαφορετικό νομικό πλαίσιο από τη χορήγηση ενίσχυσης βάσει των προγραμμάτων-πλαισίων έρευνας. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι αυτό ήταν εσφαλμένο. Επισημαίνει ότι οι βασικοί κανόνες που εφαρμόζονται στις επιδοτήσεις των διαρθρωτικών ταμείων είναι ο δημοσιονομικός κανονισμός και οι κανόνες εφαρμογής. Ο καταγγέλλων επικαλέστηκε το άρθρο 155 παράγραφος 1 του (παλαιού) δημοσιονομικού κανονισμού 1605/2002 (που ίσχυε έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012): «Το πρώτο και το τρίτο μέρος του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται στις δαπάνες που πραγματοποιούνται από τις αρχές και τους οργανισμούς που αναφέρονται στους κανονισμούς που διέπουν τα διαρθρωτικά ταμεία ..., εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα τίτλο.» Δήλωσε ότι οι βασικοί κανόνες σχετικά με τις επιδοτήσεις στα μέρη ένα και τρία του κανονισμού εφαρμόζονται επίσης στα προγράμματα-πλαίσια. Έτσι, η επιλεξιμότητα των δαπανών στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων καθορίζεται καταρχάς από τον δημοσιονομικό κανονισμό. Ως εκ τούτου, δεν ήταν σαφές για ποιον λόγο η Επιτροπή έδωσε την εντύπωση ότι μόνο το άρθρο 56 του κανονισμού 1083/2006 έχει σημασία για τη ΓΔ REGIO. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω άρθρο περιείχε μόνο πρόσθετους κανόνες, οι οποίοι δεν άλλαξαν τους εφαρμοστέους κανόνες του δημοσιονομικού κανονισμού και των κανόνων εφαρμογής.
23. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η ΓΔ REGIO συνήγαγε από το άρθρο 56 παράγραφος 1 του κανονισμού 1083/2006 ότι οι δαπάνες θα μπορούσαν να είναι επιλέξιμες μόνον εάν είχαν πράγματι καταβληθεί από τους δικαιούχους. Η ερμηνεία αυτή, η οποία υποδηλώνει ότι πρέπει να πραγματοποιηθεί συναλλαγή σε μετρητά, είναι εσφαλμένη. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το άρθρο 56 παράγραφος 1 αφορούσε μόνο την περίοδο κατά την οποία πρέπει να πραγματοποιηθούν οι δαπάνες, αλλά δεν προέβλεπε πρόσθετο κριτήριο επιλεξιμότητας: «Οι δαπάνες, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών για μεγάλα έργα, είναι επιλέξιμες για συνεισφορά από τα Ταμεία εάν έχουν πράγματι καταβληθεί μεταξύ της ημερομηνίας υποβολής των επιχειρησιακών προγραμμάτων στην Επιτροπή ή από την 1η Ιανουαρίου 2007, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι προγενέστερη, και της 31ης Δεκεμβρίου 2015». Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η διατύπωση «πραγματικά πληρώθηκαν» σε αυτό το άρθρο δεν σημαίνει ότι πρέπει να υπήρξε συναλλαγή σε μετρητά. Αυτό επιβεβαιώθηκε από την επόμενη παράγραφο (άρθρο 56 παράγραφος 2), η οποία προβλέπει ότι «οι εισφορές σε είδος, οι δαπάνες απόσβεσης και τα γενικά έξοδα μπορούν να αντιμετωπίζονται ως δαπάνες που καταβάλλονται από τους δικαιούχους ...»(έμφαση του καταγγέλλοντος). Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, παρόλο που ήταν σαφές ότι οι δαπάνες απόσβεσης και τα γενικά έξοδα δεν καταβάλλονται κατά τη διάρκεια ενός έργου, θα μπορούσαν να εξακολουθήσουν να είναι επιλέξιμες δαπάνες.
24. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ενέμεινε στη θέση του ότι, ως δικαιούχοι ευρωπαϊκής ενίσχυσης, τα πανεπιστήμια θα πρέπει να μπορούν να βασίζονται σε συνεπή ερμηνεία των βασικών κανόνων από το ίδιο θεσμικό όργανο. Υποστήριξε ότι η εφαρμογή των βασικών κανόνων για τις επιλέξιμες δαπάνες του δημοσιονομικού κανονισμού και των κανόνων εφαρμογής δεν μπορεί να γίνει δεκτή λόγω μεταβολής της λειτουργίας της Γενικής Διεύθυνσης που τους εφαρμόζει.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
25. Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δεν επικαλέστηκε πλέον αυτό το μέρος του ισχυρισμού. Πράγματι, φαίνεται ότι στην αλληλογραφία της με τις βελγικές περιφερειακές αρχές (δηλαδή στις 21 Αυγούστου 2009, στις 15 Οκτωβρίου 2010, στις 24 Ιανουαρίου, στις 12 Μαΐου και στις 11 Νοεμβρίου 2011), η ΓΔ REGIO διατήρησε την ίδια θέση, δηλαδή ότι το απαλλασσόμενο μέρος της παρακράτησης επαγγελματικού φόρου στην πηγή δεν αποτελούσε επιλέξιμη δαπάνη στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν δημιούργησε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι θα αντιμετώπιζε τις εν λόγω δαπάνες ως επιλέξιμες δαπάνες στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει περίπτωση κακοδιοίκησης εκ μέρους της Επιτροπής σε σχέση με την πρώτη πτυχή του ισχυρισμού.
26. Όσον αφορά την πτυχή του ισχυρισμού σχετικά με την παραβίαση της αρχής της συνέπειας, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι είναι απολύτως δυνατό και αποδεκτό για την Επιτροπή να θεσπίσει διαφορετικούς κανόνες για την υλοποίηση των προγραμμάτων-πλαισίων έρευνας και την υλοποίηση του ΕΤΠΑ.
27. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει σχετικά ότι το άρθρο 156 παράγραφος 1 του (παλαιού) δημοσιονομικού κανονισμού προβλέπει ότι η καταβολή από την Επιτροπή των χρηματοδοτικών συνεισφορών από τα διαρθρωτικά ταμεία πραγματοποιείται σύμφωνα με τους κανονισμούς που διέπουν τα διαρθρωτικά ταμεία. Ως εκ τούτου, ο ίδιος ο δημοσιονομικός κανονισμός επιτρέπει τη θέσπιση ειδικότερων κανόνων (μεταξύ άλλων σχετικά με την επιλεξιμότητα των δαπανών) στους κανονισμούς που διέπουν τα διαρθρωτικά ταμεία. Ομοίως, το άρθρο 160 του δημοσιονομικού κανονισμού αναφέρεται στα προγράμματα-πλαίσια έρευνας που πρόκειται να εγκριθούν από το Συμβούλιο.
28. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι τα έργα που είναι επιλέξιμα για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ διέπονται από τον κανονισμό 1083/2006 (για την περίοδο προγραμματισμού 2007-2013), ο οποίος περιέχει ειδικό κεφάλαιο με τίτλο: «Επιλεξιμότητα δαπανών». Πρώτον, το άρθρο 56, παράγραφος 1, ορίζει ότι οι δαπάνες είναι επιλέξιμες για χρηματοδότηση εφόσον έχουν πράγματι καταβληθεί (μεταξύ ορισμένων ημερομηνιών). Στη συνέχεια, το άρθρο 56 παράγραφος 2 προσθέτει ότι «[κ]ατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι συνεισφορές σε είδος, οι δαπάνες απόσβεσης και τα γενικά έξοδα μπορούν να αντιμετωπίζονται ως δαπάνες που καταβάλλονται από τους δικαιούχους [...] υπό τους ακόλουθους [τρεις] όρους». Οι τρεις αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής: 1) οι δαπάνες πρέπει να είναι επιλέξιμες βάσει των εθνικών κανόνων επιλεξιμότητας· 2) πρέπει να αιτιολογείται με τιμολόγια ή ισοδύναμα λογιστικά έγγραφα· και 3) στην περίπτωση συνεισφορών σε είδος, η συγχρηματοδότηση από τα Ταμεία δεν πρέπει να υπερβαίνει τις συνολικές επιλέξιμες δαπάνες, εξαιρουμένης της αξίας των εν λόγω συνεισφορών. Όπως ορθώς επισήμανε η ΓΔ REGIO στην επιστολή της με ημερομηνία 11 Νοεμβρίου 2011 προς τον καταγγέλλοντα, το απαλλασσόμενο μέρος της παρακράτησης επαγγελματικού φόρου στην πηγή για τους ερευνητές συνιστά, στην πραγματικότητα, μείωση του κόστους του εργοδότη (δηλαδή μείωση των άμεσων φόρων) και οι δαπάνες δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πραγματοποιήθηκαν και/ή καταβλήθηκαν στο πλαίσιο της υλοποίησης του έργου. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί με την Επιτροπή ότι το απαλλασσόμενο μέρος της βελγικής παρακράτησης επαγγελματικού φόρου θα είναι επιλέξιμο για συγχρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ μόνο εάν στη συνέχεια πραγματοποιηθεί οριστικά από τον δικαιούχο για τους σκοπούς του ίδιου συγχρηματοδοτούμενου έργου του ΕΤΠΑ. Κατανοεί ότι θα μπορούσε κάλλιστα τα χρήματα που εξοικονομήθηκαν μέσω της βελγικής απαλλαγής από την παρακράτηση φόρου στην πηγή να επαναχρησιμοποιηθούν για το ίδιο έργο. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι νέες δαπάνες θα μπορούσαν να καλυφθούν από τη χρηματοδότηση του ΕΤΠΑ. Ωστόσο, εάν τα χρήματα που εξοικονομήθηκαν μέσω της βελγικής απαλλαγής από την παρακράτηση φόρου στην πηγή δεν επαναχρησιμοποιούνταν για το ίδιο έργο, ορθώς δεν θα θεωρούνταν επιλέξιμη δαπάνη στο πλαίσιο του εν λόγω έργου του ΕΤΠΑ.
29. Από την άλλη πλευρά, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι τα σχέδια του προγράμματος-πλαισίου για την έρευνα διέπονται από διαφορετική νομοθεσία με δικούς της κανόνες επιλεξιμότητας, και συγκεκριμένα από τον κανονισμό 2321/2002 (ΠΠ6) και τον κανονισμό 1906/2006 (ΠΠ7). Οι ειδικοί κανόνες επιλεξιμότητας καθορίζονται στους εν λόγω κανονισμούς [15] και στους γενικούς όρους των συμφωνιών επιχορήγησης του 6ου και του 7ου ΠΠ (υπόδειγμα)[16]. Σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς, οι δαπάνες στο πλαίσιο των έργων του 6ου και του 7ου ΠΠ πρέπει επίσης να ήταν «πραγματικές» και να πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της δράσης. Ωστόσο, η Επιτροπή (ΓΔ RTD) δέχεται ως επιλέξιμο το απαλλασσόμενο μέρος της βελγικής παρακράτησης επαγγελματικού φόρου λόγω της υποχρέωσης, που προβλέπεται στη βελγική νομοθεσία, επανεπένδυσης σε πρόσθετα ερευνητικά έργα. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι αυτή η διαφορετική μεταχείριση είναι απολύτως εύλογη και λογική, δεδομένου ότι σκοπός των προγραμμάτων-πλαισίων έρευνας είναι η προώθηση της έρευνας εν γένει.
30. Βάσει των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, ενώ υπάρχει σαφώς διαφορετική μεταχείριση όσον αφορά την αξιολόγηση των επιλέξιμων δαπανών στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ και των προγραμμάτων-πλαισίων έρευνας, αυτή η έλλειψη συνέπειας είναι απολύτως δικαιολογημένη και νόμιμη.
31. Επομένως, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε κακοδιοίκηση όσον αφορά τη δεύτερη πτυχή του ισχυρισμού.
Β. Συμπέρασμα
Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή.
Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
η Έμιλι Ο' Ράιλι
Στρασβούργο, 12 Νοεμβρίου 2013
[1] Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εφαρμόζει προγράμματα-πλαίσια για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη. Το τρέχον πρόγραμμα, το 7ο ΠΠ, καλύπτει την περίοδο 2007-2013. Παρέχει επιχορηγήσεις σε ερευνητικούς φορείς για τη συγχρηματοδότηση έργων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης.
[2] Η Επιτροπή χρηματοδοτεί επίσης έργα έρευνας και καινοτομίας στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ, το οποίο αποσκοπεί στην ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τη διόρθωση των ανισορροπιών μεταξύ των περιφερειών της.
[3] Η Γενική Διεύθυνση Έρευνας και Καινοτομίας (ΓΔ RTD) της Επιτροπής είναι αρμόδια για τα προγράμματα-πλαίσια έρευνας, ενώ οι ενισχύσεις που λαμβάνονται από το ΕΤΠΑ εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Γενικής Διεύθυνσης Περιφερειακής Πολιτικής (ΓΔ REGIO).
[4] Επιστολή του Ευρωπαίου Επιτρόπου Περιφερειακής Πολιτικής προς την περιφέρεια της Βαλλονίας με ημερομηνία 10 Απριλίου 2009· επιστολές του Γενικού Διευθυντή της ΓΔ REGIO προς το Πρυτανικό Συμβούλιο των γαλλόφωνων βελγικών πανεπιστημίων της 21ης Αυγούστου 2009, της 15ης Οκτωβρίου 2010 και της 24ης Ιανουαρίου 2011.
[5] Στις 21 Δεκεμβρίου 2009, ο Βέλγος νομοθέτης εξέδωσε ερμηνευτικό νόμο (που τροποποιεί το άρθρο 275/3 του BITC), σύμφωνα με τον οποίο τα ιδρύματα που απαλλάσσονται από την καταβολή του παρακρατούμενου φόρου στην πηγή δεν μπορούν να χρησιμοποιούν τα σχετικά ποσά για τη χρηματοδότηση της εν εξελίξει έρευνας που πληροί τις προϋποθέσεις για την απαλλαγή του ιδρύματος, αλλά πρέπει, αντ’ αυτού, να επενδύουν τα ποσά σε περαιτέρω ερευνητικά έργα.
[6] Με επιστολή της 22ας Νοεμβρίου 2010 προς τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία του Βελγίου, ο Γενικός Διευθυντής της ΓΔ RTD δήλωσε τα εξής: «Με βάση τις διευκρινίσεις που ελήφθησαν και δεδομένου του ερμηνευτικού νόμου ..., έχω την ευχαρίστηση να σας ενημερώσω ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το απαλλασσόμενο μέρος της παρακράτησης φόρου στην πηγή πραγματοποιείται πράγματι κατά τη διάρκεια της υλοποίησης του έργου και, ως εκ τούτου, είναι επιλέξιμο»(η υπογράμμιση του καταγγέλλοντος).
[7] Κανονισμός (ΕΚ) 1083/2006 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2006, περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 (ΕΕ 2006, L 210, σ. 25).
[8] Υπόθεση T-347/03 Branco κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-2555, σκέψη 102.
[9] Το άρθρο 56, παράγραφος 4, ορίζει τα εξής: «Οι κανόνες επιλεξιμότητας των δαπανών καθορίζονται σε εθνικό επίπεδο με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στους ειδικούς κανονισμούς για κάθε Ταμείο. Καλύπτουν το σύνολο των δαπανών που δηλώνονται στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος.»
[10] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 448/2004, της 10ης Μαρτίου 2004, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1685/2000 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 του Συμβουλίου όσον αφορά την επιλεξιμότητα των δαπανών των ενεργειών που συγχρηματοδοτούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1145/2003, ΕΕ L 72, σ. 66.
[11] Πιο συγκεκριμένα, για την περίοδο προγραμματισμού 2000-2006, η παράγραφος 5 του κανόνα επιλεξιμότητας αριθ. 7 στο παράρτημα του κανονισμού 1685/2000 ορίζει ότι οι φόροι και οι επιβαρύνσεις είναι επιλέξιμοι μόνον εφόσον βαρύνουν πραγματικά και οριστικά τον τελικό δικαιούχο ή τον μεμονωμένο αποδέκτη. Για την περίοδο 2007-2013, κατά την οποία τα κράτη μέλη έχουν την κύρια ευθύνη για τη θέσπιση απαιτήσεων επιλεξιμότητας, το άρθρο 56 παράγραφος 1 του κανονισμού 1083/2006 ορίζει ότι οι επιλέξιμες δαπάνες πρέπει να καταβάλλονται πραγματικά.
[12] Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, ο εφαρμοστέος δημοσιονομικός κανονισμός ήταν ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, L 248, σ. 1). Ωστόσο, από την 1η Ιανουαρίου 2013, εφαρμόζεται ο νέος δημοσιονομικός κανονισμός: Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ 2012, L 298, σ. 1).
[13] Κανονισμός (ΕΚ) 2321/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τους κανόνες συμμετοχής επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων και τους κανόνες διάδοσης των ερευνητικών αποτελεσμάτων για την υλοποίηση του έκτου προγράμματος-πλαισίου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (2002-2006) (ΕΕ 2002, L 355, σ. 23).
[14] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1906/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, με τον οποίο καθορίζονται οι κανόνες συμμετοχής επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων στις δράσεις που αναλαμβάνονται βάσει του έβδομου προγράμματος-πλαισίου και οι κανόνες διάδοσης των ερευνητικών αποτελεσμάτων (2007-2013), ΕΕ 2006, L 391, σ. 1.
[15] Για παράδειγμα, το άρθρο 31 («Επιστροφή επιλέξιμων δαπανών») και το άρθρο 32 («Άμεσες επιλέξιμες δαπάνες και έμμεσες επιλέξιμες δαπάνες») του κανονισμού 1906/2006.
[16] Για παράδειγμα, το άρθρο II.14 («Επιλέξιμες δαπάνες του έργου») και το άρθρο II.15 («Προσδιορισμός των άμεσων και έμμεσων δαπανών») των γενικών όρων της συμφωνίας επιχορήγησης του 7ου ΠΠ.