Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση στην υπόθεση 1438/2008/DK - Καθυστέρηση στην επεξεργασία αίτησης για πρόσβαση σε έγγραφα
Απόφαση
Υπόθεση 1438/2008/DK - Εκκίνηση έρευνας στις Πέμπτη | 17 Ιουλίου 2008 - Απόφαση στις Παρασκευή | 28 Μαΐου 2010
Τον Δεκέμβριο του 2007, ο ενδιαφερόμενος, Βρετανός πολίτης, ζήτησε, βάσει του κανονισμού 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα, πρόσβαση σε έγγραφα της Επιτροπής. Η Επιτροπή ωστόσο δεν απάντησε στο αίτημά του παρά στα μέσα Μαΐου 2008.
Ως εκ τούτου, ο ενδιαφερόμενος προσέφυγε στον Διαμεσολαβητή καταγγέλλοντας ότι η Επιτροπή, πρώτον, δεν τήρησε τις διατάξεις του κανονισμού όσον αφορά την έγκαιρη επεξεργασία αιτημάτων για πρόσβαση σε έγγραφα και, δεύτερον, δεν αιτιολόγησε ικανοποιητικά και επαρκώς την άρνηση παροχής πλήρους πρόσβασης στα έγγραφα που ζητήθηκαν. Η Επιτροπή παραχώρησε μερική πρόσβαση στα έγγραφα στις 27 Μαΐου 2008.
Στην απόφασή του, ο Διαμεσολαβητής εντόπισε ορισμένες αδυναμίες στον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή χειρίστηκε το αίτημα του ενδιαφερόμενου για πρόσβαση στα έγγραφα. Ειδικότερα, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι η Επιτροπή κακώς παράτεινε περαιτέρω την ήδη παρατεταμένη προθεσμία απάντησης στο αίτημα του ενδιαφερόμενου, καθώς επίσης ότι το έπραξε χωρίς να δώσει κατάλληλες ή επαρκείς εξηγήσεις. Συνεπώς, υπήρξε σοβαρή καθυστέρηση απόκρισης στο αίτημα του ενδιαφερόμενου, δεδομένου ότι η Επιτροπή χρειάστηκε πέντε μήνες για να αποφασίσει. Ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε επικριτική παρατήρηση.
Όσον αφορά την εικαζόμενη έλλειψη κατάλληλης και επαρκούς αιτιολόγησης σχετικά με τη μη παροχή πλήρους πρόσβασης στα έγγραφα που ζητήθηκαν, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε η Επιτροπή για τη μερική άρνηση ήταν βάσιμοι και επαρκείς. Σημείωσε επιπλέον ότι κατά τη διάρκεια της έρευνάς του η Επιτροπή εξασφάλισε πλήρη πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα.
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ
1. Στις 14 Δεκεμβρίου 2007, ο καταγγέλλων, βρετανός πολίτης, υπέβαλε αίτηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 [1] («ο κανονισμός»). Ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση σε ορισμένες εκθέσεις σχετικά με τη μεταρρύθμιση των κοινών κανόνων στην εσωτερική αγορά ενέργειας, οι οποίες είχαν εκπονηθεί για λογαριασμό της Επιτροπής από εταιρεία συμβούλων.
2. Στις 5 Φεβρουαρίου 2008, η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3 του κανονισμού, το οποίο αφορά την προστασία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου.
3. Στις 12 Φεβρουαρίου 2008, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση.
4. Στις 5 Μαρτίου 2008, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα με επιστολή ότι έπρεπε να παρατείνει την προθεσμία απάντησης κατά 15 επιπλέον εργάσιμες ημέρες. Στις 31 Μαρτίου 2008, με νέα επιστολή, η Επιτροπή παρέτεινε την προθεσμία για την εξέταση της αίτησης κατά 15 επιπλέον εργάσιμες ημέρες.
5. Στις 17 Μαΐου 2008, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή για να καταγγείλει την παράλειψη της Επιτροπής να εξετάσει εγκαίρως το αίτημά του για πρόσβαση σε έγγραφα.
6. Στις 27 Μαΐου 2008, η Επιτροπή χορήγησε στον καταγγέλλοντα μερική πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα.
ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
7. Στις 17 Ιουλίου 2008, ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τους ακόλουθους ισχυρισμούς και ισχυρισμούς:
- Η Επιτροπή δεν τήρησε τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού όσον αφορά την έγκαιρη διεκπεραίωση των αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα.
- Η Επιτροπή δεν παρέσχε βάσιμους και επαρκείς λόγους για τη μη χορήγηση πλήρους πρόσβασης στα ζητηθέντα έγγραφα.
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να του χορηγήσει πλήρη πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
8. Στις 17 Ιουλίου 2008, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει γνώμη σχετικά με τους ανωτέρω ισχυρισμούς και ισχυρισμούς έως τις 31 Οκτωβρίου 2008.
9. Με επιστολές της 29ης Οκτωβρίου 2008 και της 30ής Ιανουαρίου 2009, η Επιτροπή ζήτησε παράταση της προθεσμίας για την υποβολή της γνώμης της. Η Επιτροπή διαβίβασε τελικά τη γνώμη της στις 25 Φεβρουαρίου 2009. Η γνώμη της Επιτροπής διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση να υποβάλει παρατηρήσεις. Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις.
ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ
Α. Ισχυρισμός ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού όσον αφορά την έγκαιρη διεκπεραίωση των αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
10. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 [2] («ο κανονισμός») όσον αφορά την έγκαιρη διεκπεραίωση των αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα. Ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή χρειάστηκε σχεδόν πέντε μήνες για να εξετάσει την αίτησή του, ενώ ο κανονισμός επιτρέπει κατ’ ανώτατο όριο τέσσερις φορές 15 εργάσιμες ημέρες [3], συμπεριλαμβανομένων των παρατάσεων που πρέπει να εξηγηθούν δεόντως.
11. Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε καταρχάς το ιστορικό της υπόθεσης. Υπενθύμισε ότι, με επιστολή της 14ης Δεκεμβρίου 2007, ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση σε μελέτη της ECORTS και της Moffatt Associates σχετικά με τη μεταρρύθμιση των κοινών κανόνων στην εσωτερική αγορά ενέργειας, όπως αναφέρεται στην εκτίμηση επιπτώσεων της πρότασης για την τρίτη δέσμη μέτρων για την εσωτερική αγορά. Με επιστολή της 5ης Φεβρουαρίου 2008, η Γενική Διεύθυνση Ενέργειας και Μεταφορών της Επιτροπής αρνήθηκε την πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα. Στις 12 Φεβρουαρίου 2008, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση. Με επιστολή της 5ης Μαρτίου 2008, η Επιτροπή παρέτεινε την προθεσμία διεκπεραίωσης της αίτησης κατά 15 εργάσιμες ημέρες βάσει του άρθρου 8 παράγραφος 2 [4] του κανονισμού. Με επιστολή της 31ης Μαρτίου 2008, η Επιτροπή παρέπεμψε στο άρθρο 6 παράγραφος 3 [5] του κανονισμού και, επισημαίνοντας τον όγκο του ζητηθέντος εγγράφου, πρότεινε, ως δίκαιη λύση, περαιτέρω παράταση της προθεσμίας κατά 15 εργάσιμες ημέρες, έως τις 21 Απριλίου 2008. Στις 27 Μαΐου 2008, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι τα ζητηθέντα έγγραφα ενέπιπταν στην εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 [6] πρώτο εδάφιο και ότι, ως εκ τούτου, μπορούσε να χορηγηθεί μερική μόνο πρόσβαση.
12. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος στην παρούσα υπόθεση σχετικά με την έγκαιρη διεκπεραίωση του αιτήματός του από την Επιτροπή, το θεσμικό όργανο δήλωσε ότι, με επιστολή της 31ης Μαρτίου 2008, ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, δυστυχώς, δεν ήταν σε θέση να παράσχει την τελική απάντηση εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 8 παράγραφος 2 του κανονισμού. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι η αίτηση του καταγγέλλοντος αφορούσε πολύ ογκώδη έγγραφα τα οποία έπρεπε να αξιολογηθούν προσεκτικά προκειμένου να διαπιστωθεί εάν εφαρμοζόταν οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3, πρότεινε, ως δίκαιη λύση, την παράταση της προθεσμίας για τη διεκπεραίωση του αιτήματος κατά 15 επιπλέον εργάσιμες ημέρες. Στις 27 Μαΐου 2008, η Επιτροπή υπέβαλε την τελική απάντησή της στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος. Αναγνώρισε ότι, λόγω εκτεταμένων εσωτερικών συζητήσεων, δεν ήταν σε θέση να τηρήσει την προθεσμία και ζήτησε συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
13. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού όσον αφορά την έγκαιρη διεκπεραίωση των αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα. Στις 14 Δεκεμβρίου 2007 υπέβαλε την αίτησή του, η οποία περιήλθε στην Επιτροπή στις 17 Δεκεμβρίου 2007. Η πρώτη απάντηση της Επιτροπής στην αίτηση ήταν η αποστολή επιστολής στον καταγγέλλοντα στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την οποία απέρριπτε την αίτηση βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3 του κανονισμού.
14. Όσον αφορά τη διεκπεραίωση των αρχικών αιτήσεων, το άρθρο 7 του κανονισμού ορίζει ότι:
«…Εντός 15 εργάσιμων ημερών από την καταχώριση της αίτησης, το θεσμικό όργανο είτε χορηγεί πρόσβαση στο ζητούμενο έγγραφο και παρέχει πρόσβαση σύμφωνα με το άρθρο 10 εντός της εν λόγω προθεσμίας είτε, με γραπτή απάντηση, εκθέτει τους λόγους της ολικής ή μερικής άρνησης … Η μη απάντηση του θεσμικού οργάνου εντός της ταχθείσας προθεσμίας παρέχει στον αιτούντα το δικαίωμα να υποβάλει επιβεβαιωτική αίτηση.»
15. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι δεν έχει καταγραφεί το γεγονός ότι η Επιτροπή επιβεβαίωσε την παραλαβή της αρχικής αίτησης του καταγγέλλοντος. Η πρώτη απάντηση της Επιτροπής στον καταγγέλλοντα είχε ημερομηνία 5 Φεβρουαρίου 2008. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 7 του κανονισμού ορίζει σαφώς ότι η παράλειψη του θεσμικού οργάνου να απαντήσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας παρέχει στον αιτούντα το δικαίωμα να υποβάλει επιβεβαιωτική αίτηση.
16. Στις 12 Φεβρουαρίου 2008, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση.
17. Στις 5 Μαρτίου 2008, η Επιτροπή απέστειλε επιστολή στον καταγγέλλοντα:
«Αναφέρομαι στην αίτησή σας της 12ης Φεβρουαρίου 2008, που πρωτοκολλήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 2008, στην οποία, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, υποβάλλετε επιβεβαιωτική αίτηση για πρόσβαση σε μελέτη του ECORTS και της Moffatt Associates σχετικά με τη μεταρρύθμιση των κοινών κανόνων στην εσωτερική αγορά ενέργειας, όπως αναφέρεται στην εκτίμηση επιπτώσεων της πρότασης για την τρίτη δέσμη μέτρων για την εσωτερική αγορά. Η αίτησή σας διεκπεραιώνεται επί του παρόντος. Ωστόσο, δεδομένου ότι δεν έχουμε ακόμη συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την ορθή ανάλυση του αιτήματός σας προκειμένου να λάβουμε τελική απόφαση, δεν θα μπορέσουμε να απαντήσουμε στο επιβεβαιωτικό αίτημά σας εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Ως εκ τούτου, πρέπει να παρατείνουμε την περίοδο αυτή κατά 15 επιπλέον εργάσιμες ημέρες σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001. Η νέα προθεσμία λήγει στις 31 Μαρτίου 2008. Ζητώ συγγνώμη για την ταλαιπωρία που μπορεί να προκαλέσει αυτή η καθυστέρηση».
18. Όσον αφορά τις επιβεβαιωτικές αιτήσεις, το άρθρο 8 του κανονισμού ορίζει ότι:
"1. Η επιβεβαιωτική αίτηση διεκπεραιώνεται αμέσως. Εντός 15 εργάσιμων ημερών από την καταχώριση της εν λόγω αίτησης, το θεσμικό όργανο είτε παρέχει πρόσβαση στο ζητούμενο έγγραφο και παρέχει πρόσβαση…
2. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για παράδειγμα σε περίπτωση αίτησης που αφορά πολύ ογκώδη έγγραφα ή πολύ μεγάλο αριθμό εγγράφων, η προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 μπορεί να παραταθεί κατά 15 εργάσιμες ημέρες, υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών έχει ενημερωθεί εκ των προτέρων και έχει αιτιολογηθεί λεπτομερώς.»
19. Σκοπός των αυστηρών προθεσμιών που προβλέπονται στον κανονισμό είναι να διασφαλιστεί ο πλήρης σεβασμός του δικαιώματος πρόσβασης. Επομένως, η μη τήρηση των προθεσμιών συνιστά παράβαση των κανόνων. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων υπέβαλε την επιβεβαιωτική αίτηση στις 12 Φεβρουαρίου 2008, η Επιτροπή θα έπρεπε είτε να είχε επιτρέψει την πρόσβαση στο ζητούμενο έγγραφο είτε να είχε δηλώσει γραπτώς, το αργότερο έως τις 5 Μαρτίου 2008, τους λόγους της ολικής ή μερικής άρνησής της.
20. Στις 5 Μαρτίου 2008, η Επιτροπή ενημέρωσε απλώς τον καταγγέλλοντα ότι είχε αποφασίσει να παρατείνει την προθεσμία απάντησης στην επιβεβαιωτική αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2 του κανονισμού. Ως εκ τούτου, η νέα προθεσμία για τη χορήγηση ή την άρνηση πρόσβασης στο ζητούμενο έγγραφο θα έπρεπε να είναι η 27η Μαρτίου 2008. Ωστόσο, στην απόφασή της της 5ης Μαρτίου 2008, η Επιτροπή ανέφερε εσφαλμένα ότι η νέα προθεσμία ήταν η 31η Μαρτίου 2008.
21. Επιπλέον, στις 31 Μαρτίου 2008, η Επιτροπή απέστειλε επιστολή στον καταγγέλλοντα ως εξής:
«Αναφέρομαι στην επιστολή σας της 12ης Φεβρουαρίου 2008, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 2008, με την οποία, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, υποβάλετε επιβεβαιωτική αίτηση για πρόσβαση σε μελέτη της ECORTS και της Moffatt Associates σχετικά με τη μεταρρύθμιση των κοινών κανόνων στην εσωτερική αγορά ενέργειας, όπως αναφέρεται στην εκτίμηση επιπτώσεων της πρότασης για την τρίτη δέσμη μέτρων για την εσωτερική αγορά. Αναφέρομαι επίσης στην επιστολή μου της 5ης Μαρτίου 2008, στην οποία ανήγγειλα ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, έπρεπε να παρατείνουμε την προθεσμία για τη διεκπεραίωση του αιτήματός σας, δεδομένου ότι δεν είχαμε ακόμη συλλέξει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τη διενέργεια ορθής ανάλυσης του αιτήματός σας. Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή, δεν είμαστε σε θέση να σας δώσουμε τελική απάντηση εντός της παραταθείσας προθεσμίας, η οποία λήγει σήμερα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το αίτημά σας αφορά ένα πολύ ογκώδες έγγραφο, το οποίο πρέπει να αξιολογήσουμε σχολαστικά προκειμένου να διαπιστώσουμε εάν εφαρμόζεται οποιαδήποτε εξαίρεση του άρθρου 4 του κανονισμού 1049/2001 και, ως εκ τούτου, μπορεί να χορηγηθεί μόνο μερική πρόσβαση. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο προβλέπει ότι «[σ]ε περίπτωση αίτησης που αφορά πολύ ογκώδη έγγραφα ή πολύ μεγάλο αριθμό εγγράφων, το οικείο θεσμικό όργανο μπορεί να συνεννοηθεί ανεπίσημα με τον αιτούντα, με σκοπό την εξεύρεση δίκαιης λύσης», θα ήθελα να προτείνω ως δίκαιη λύση την παράταση της προθεσμίας για τη διεκπεραίωση της αίτησής σας κατά 15 επιπλέον εργάσιμες ημέρες έως τις 21 Απριλίου 2008. Ελπίζω να αποδεχθείτε την πρόταση αυτή και θα σας ήμουν ευγνώμων εάν είχατε την καλοσύνη να την επιβεβαιώσετε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη διεύθυνση: sg-acc-doc@cec.eu.int. Σας ευχαριστώ για την κατανόησή σας.»
22. Όπως και στα άρθρα 7 και 8 του κανονισμού, το άρθρο 2 της απόφασης C(2001) 3714 της Επιτροπής [7] προβλέπει ότι «η Επιτροπή απαντά στις αρχικές και επιβεβαιωτικές αιτήσεις πρόσβασης εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης. Σε περίπτωση πολύπλοκων ή ογκωδών αιτήσεων, η προθεσμία μπορεί να παραταθεί κατά δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες.»
23. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ούτε ο κανονισμός ούτε η απόφαση C(2001) 3714 της Επιτροπής προβλέπουν περαιτέρω παράταση της ήδη παραταθείσας προθεσμίας για τη λήψη απόφασης σχετικά με (αρχική ή επιβεβαιωτική) αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή παρέτεινε δύο φορές την προθεσμία απάντησης στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τόσο τον κανονισμό όσο και την προαναφερθείσα απόφαση της Επιτροπής.
24. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι, στην επιστολή της με ημερομηνία 31 Μαρτίου 2008, η Επιτροπή υποστήριξε ότι έπρεπε να παρατείνει περαιτέρω την προθεσμία για τη διεκπεραίωση της επιβεβαιωτικής αίτησης του καταγγέλλοντος «σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού».
25. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης [8], το δικαίωμα του θεσμικού οργάνου να αναζητήσει δίκαιη λύση από κοινού με τον αιτούντα, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 3 του κανονισμού, αντικατοπτρίζει τη δυνατότητα να ληφθεί υπόψη, αν και με ιδιαίτερα περιορισμένο τρόπο, η ανάγκη συμβιβασμού των συμφερόντων του αιτούντος με τα συμφέροντα της χρηστής διοίκησης.
26. Όσον αφορά τη δυνατότητα ενός θεσμικού οργάνου να επικαλεστεί το άρθρο 6 παράγραφος 3 του κανονισμού προκειμένου να καθυστερήσει περαιτέρω την απάντησή του προτείνοντας μια «δίκαιη λύση» στον αιτούντα, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι ο κανονισμός προβλέπει ρητά ότι η προθεσμία των 15 εργάσιμων ημερών για τη διεκπεραίωση των αρχικών και των επιβεβαιωτικών αιτήσεων μπορεί να παραταθεί σε εξαιρετικές περιστάσεις. Επομένως, οι περιστάσεις θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα εξαιρετικές για να μπορεί η Επιτροπή να επικαλεστεί το άρθρο 6, παράγραφος 3, για να δικαιολογήσει την περαιτέρω καθυστέρηση που σημειώθηκε.
27. Επιπλέον, το άρθρο 6 παράγραφος 3 προβλέπει ότι «το οικείο θεσμικό όργανο μπορεί να συνεννοείται ανεπίσημα με τον αιτούντα, με σκοπό την εξεύρεση δίκαιης λύσης». Επομένως, το άρθρο 6, παράγραφος 3, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει στο θεσμικό όργανο τη δυνατότητα να επιβάλει μονομερώς αυτό που θεωρεί ως «δίκαιη λύση».
28. Τέλος, το άρθρο 6 παράγραφος 3 εφαρμόζεται στις αρχικές αιτήσεις και όχι στις επιβεβαιωτικές αιτήσεις. Η δυνατότητα εξεύρεσης δίκαιης λύσης προβλέπεται σε περιπτώσεις «πολύ μακροσκελούς εγγράφου» ή «πολύ μεγάλου αριθμού εγγράφων». Όταν ένα θεσμικό όργανο δέχεται μια αίτηση εγγράφου ως επίσημη αίτηση για έγγραφα βάσει του κανονισμού, θα πρέπει κανονικά να γνωρίζει, όπως έπραξε στην προκειμένη περίπτωση, αν το αντικείμενο της αίτησης είναι ένα «μεγάλο» έγγραφο ή ένας «μεγάλος αριθμός» εγγράφων. Αυτή είναι η χρονική στιγμή κατά την οποία θα πρέπει να κάνει χρήση, εάν είναι απαραίτητο, της δυνατότητας εξεύρεσης δίκαιης λύσης. Η ανωτέρω λογική δεν αποκλείει, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, ότι μπορούν να αναζητηθούν «δίκαιες λύσεις» εάν το θεσμικό όργανο βρεθεί στη συνέχεια αντιμέτωπο με νέες και απρόβλεπτες περιστάσεις όσον αφορά την έκταση ή τον αριθμό των ζητούμενων εγγράφων ή, για παράδειγμα, το ανεπανόρθωτο μεγάλου αριθμού παλαιών εγγράφων.
29. Στην παρούσα υπόθεση, ωστόσο, η επίκληση του άρθρου 6 παράγραφος 3 από την Επιτροπή πρέπει να θεωρηθεί παράνομη από όλες τις προαναφερθείσες απόψεις. Δεν αναφέρθηκε σε ιδιαίτερα εξαιρετικές περιστάσεις για να δικαιολογήσει την πρόσθετη καθυστέρηση και, κατ’ ουσίαν, επέβαλε την πρόσθετη καθυστέρηση μονομερώς, διότι ήταν απολύτως σαφές ότι, ακόμη και αν ο καταγγέλλων αρνούνταν να συμφωνήσει με την προτεινόμενη δίκαιη λύση, θα υπήρχε παρ’ όλα αυτά καθυστέρηση.
30. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει με λύπη ότι παρόμοια σφάλματα σημειώθηκαν σε σχέση με την επίκληση του άρθρου 8 παράγραφος 2 του κανονισμού από την Επιτροπή. Το άρθρο 8 παράγραφος 2 του κανονισμού απαιτεί από την Επιτροπή να παρέχει στον αιτούντα «αναλυτικούς λόγους» για την παράταση της προθεσμίας. Το τι συνιστά επαρκώς «λεπτομερές» σκεπτικό κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης μπορεί να διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση, ανάλογα με τις σχετικές περιστάσεις. Ωστόσο, μια απλή αναφορά, διατυπωμένη με γενικούς όρους, στο γεγονός ότι η Επιτροπή δεν έχει «συγκεντρώσει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη διενέργεια ορθής ανάλυσης του αιτήματος [της καταγγέλλουσας]» δεν μπορεί να ικανοποιήσει την ανωτέρω απαίτηση. Η δήλωση αυτή δεν περιέχει επαρκείς πληροφορίες ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος του κατά πόσον δικαιολογείται παράταση στη συγκεκριμένη περίπτωση. Θα ήταν σκόπιμο να δοθούν εξηγήσεις σχετικά με τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει τις απαραίτητες πληροφορίες για την ανάλυση της αίτησης. Επομένως, στην παρούσα υπόθεση, η δήλωση της Επιτροπής δεν παρέχει «λεπτομερείς λόγους» κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 2 του κανονισμού.
31. Τέλος, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Επιτροπή χορήγησε μερική πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα μόλις στις 27 Μαΐου 2008. Αυτό συνέβη πέντε και πλέον μήνες μετά τις 14 Δεκεμβρίου 2007, ημερομηνία της αρχικής αίτησης.
32. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, η Διαμεσολαβήτρια διαπιστώνει ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τις διατάξεις του κανονισμού σχετικά με την έγκαιρη διεκπεραίωση των αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα ως προς τα ακόλουθα τρία σημεία: i) παρέτεινε περαιτέρω την ήδη παραταθείσα προθεσμία για την εξέταση της επιβεβαιωτικής αίτησης του καταγγέλλοντος, επικαλούμενη το άρθρο 6 παράγραφος 3 του κανονισμού, αλλά χωρίς να παράσχει έγκυρες ή επαρκείς εξηγήσεις· ii) σκόπευε να εφαρμόσει τη δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2 του κανονισμού, αλλά το έπραξε χωρίς να παράσχει έγκυρες και επαρκείς εξηγήσεις· και iii) καθυστέρησε κατάφωρα την απάντησή της στον καταγγέλλοντα, καθώς χρειάστηκε πέντε μήνες για να καταλήξει σε απόφαση σχετικά με την αίτηση του τελευταίου. Οι ενέργειες της Επιτροπής συνιστούν περιπτώσεις κακοδιοίκησης και ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει σχετική επικριτική παρατήρηση κατωτέρω.
Β. Ισχυρισμός ότι η Επιτροπή δεν παρείχε βάσιμους και επαρκείς λόγους για τη μη χορήγηση πλήρους πρόσβασης στα ζητηθέντα έγγραφα και σχετικός ισχυρισμός
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
33. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν παρείχε βάσιμους και επαρκείς λόγους για τη μη χορήγηση πλήρους πρόσβασης στα ζητηθέντα έγγραφα. Υποστήριξε ότι σχεδόν όλοι οι πολίτες της Ένωσης είναι αγοραστές ή χρήστες ενέργειας και, ως εκ τούτου, επηρεάζονται από τη μεταρρύθμιση της αγοράς ενέργειας. Ως εκ τούτου, υπήρχε υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για την πρόσβαση του κοινού στην ανάλυση στην οποία βασίζονται οι προτάσεις της Επιτροπής. Ζήτησε από την Επιτροπή να του παράσχει πλήρη πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα.
34. Στη γνώμη της, η Επιτροπή εξήγησε ότι, δεδομένου ότι οι διαπραγματεύσεις βρίσκονταν σε εξέλιξη κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος, φοβόταν ότι η γνωστοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων θα υπονόμευε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με τις θέσεις που θα μπορούσε να έχει υιοθετήσει κατά τη διάρκεια των εν λόγω διαπραγματεύσεων. Συνέχισε λέγοντας ότι η τρίτη δέσμη μέτρων για την ενέργεια αποτέλεσε αντικείμενο ζωηρών συζητήσεων και δύσκολων διαπραγματεύσεων μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, η κοινοποίηση θα περιόριζε το περιθώριο ελιγμών της Επιτροπής, θα έθετε σε κίνδυνο την ευελιξία της και την ικανότητά της να συμβάλει αποτελεσματικά στα τελικά στάδια των διαπραγματεύσεων. Το γεγονός ότι σχεδόν όλοι οι πολίτες της Ένωσης, ως αγοραστές ή χρήστες ενέργειας, επηρεάζονται από τη μεταρρύθμιση της αγοράς ενέργειας δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως επιτακτικό δημόσιο συμφέρον που δικαιολογεί τη δημοσιοποίηση των ζητούμενων εγγράφων. Δεδομένου ότι όλες οι πολιτικές της ΕΕ επηρεάζουν τη ζωή των πολιτών της, η απλή σύνδεση με μια πολιτική δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τη δημοσιοποίηση. Λόγω των αντικρουόμενων συμφερόντων στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή έκρινε ότι το δημόσιο συμφέρον θα εξυπηρετηθεί καλύτερα με επιτυχείς διοργανικές διαπραγματεύσεις και ταχεία έγκριση της τρίτης δέσμης μέτρων για την ενέργεια. Η γνωστοποίηση των ζητούμενων εγγράφων θα έθετε σε κίνδυνο αυτόν τον στόχο. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη την πρόοδο των διοργανικών διαπραγματεύσεων, τις συζητήσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 2008 και τις πολιτικές συμφωνίες που επετεύχθησαν στο Συμβούλιο στις 10 Οκτωβρίου 2008, η Επιτροπή θεωρεί πλέον ότι τα ζητούμενα έγγραφα δεν καλύπτονται πλέον από την εξαίρεση στην οποία στηριζόταν προηγουμένως. Ως εκ τούτου, αποφάσισε να χορηγήσει πλήρη πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα και επισύναψε αντίγραφά τους στη γνωμοδότησή της.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
35. Το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Η πρόσβαση σε έγγραφο που έχει συνταχθεί από θεσμικό όργανο για εσωτερική χρήση ή έχει παραληφθεί από θεσμικό όργανο, το οποίο αφορά θέμα για το οποίο δεν έχει ληφθεί απόφαση από το θεσμικό όργανο, απορρίπτεται εάν η δημοσιοποίηση του εγγράφου θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου, εκτός εάν για τη δημοσιοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον.»
36. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης, οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στον κανονισμό πρέπει να διαμορφώνονται και να εφαρμόζονται περιοριστικά, ώστε να μην παραβιάζεται η γενική αρχή που κατοχυρώνεται στον κανονισμό, η οποία παρέχει στο κοινό την ευρύτερη δυνατή πρόσβαση στα έγγραφα [9].
37. Επιπλέον, το ανωτέρω άρθρο προβλέπει ρητά την υποχρέωση και όχι μόνο τη δυνατότητα δημοσιοποίησης των ζητούμενων εγγράφων, εκτός εάν η Επιτροπή αποδείξει ότι κάτι τέτοιο θα «υπονόμευε σοβαρά» τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
38. Επομένως, εν προκειμένω, το πρώτο βασικό ζήτημα είναι αν η Επιτροπή συμμετείχε πράγματι σε διαδικασία λήψεως αποφάσεων στο πλαίσιο της οποίας είχε πραγματική και ουσιαστική δυνατότητα να λάβει συγκεκριμένη απόφαση. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει τη δήλωση της Επιτροπής, η οποία διατυπώθηκε στην απάντησή της της 27ης Μαΐου 2008, ότι, ακόμη και αν είχε ήδη «εγκρίνει τις προτάσεις της, εντούτοις συμμετέχει ενεργά στις διοργανικές διαπραγματεύσεις» και ότι θα μπορούσε «να τροποποιήσει τις προτάσεις της μέχρι το τέλος των διαπραγματεύσεων αυτών».
39. Ο Διαμεσολαβητής αποδέχεται την άποψη της Επιτροπής ότι, όταν συμμετέχει σε τέτοιες διοργανικές διαπραγματεύσεις, εμπλέκονται οι εσωτερικές διαδικασίες της. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει πραγματική και πραγματική δυνατότητα για την Επιτροπή να λάβει συγκεκριμένη απόφαση. Επομένως, το άρθρο 4, παράγραφος 3, μπορεί, κατ’ αρχήν, να εφαρμοστεί στην παρούσα κατάσταση.
40. Όσον αφορά την καταλληλότητα του επιχειρήματος της Επιτροπής ότι η δημοσιοποίηση θα «υπονόμευε σοβαρά» τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει την εξήγηση της Επιτροπής ότι εξακολουθούσε να συμμετέχει ενεργά στις διοργανικές διαπραγματεύσεις όταν ο καταγγέλλων υπέβαλε την επιβεβαιωτική αίτησή του και ότι, ως εκ τούτου, υπήρχε πιθανότητα να αποφασίσει να τροποποιήσει την πρότασή της μέχρι την ολοκλήρωση των εν λόγω διαπραγματεύσεων. Επιπλέον, «η τρίτη δέσμη μέτρων για την ενέργεια [ήταν] στη δεύτερη ανάγνωση της νομοθετικής διαδικασίας και [ήταν] το αντικείμενο ζωηρών συζητήσεων και δύσκολων διαπραγματεύσεων μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής».
41. Υπό το πρίσμα αυτών των εξηγήσεων, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι λόγοι της Επιτροπής για τη μη δημοσιοποίηση των εγγράφων είναι εύλογοι και ότι συμμορφώνονται με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την παροχή επαρκών εξηγήσεων για τη μη δημοσιοποίηση. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι τα ζητούμενα έγγραφα χρησιμοποιήθηκαν σε εν εξελίξει διαπραγματεύσεις μεταξύ της Επιτροπής και εξωτερικών παραγόντων.
42. Όσον αφορά την απαίτηση ότι η εξαίρεση αυτή μπορεί να εφαρμοστεί μόνο όταν δεν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση του σχετικού εγγράφου, ο Διαμεσολαβητής έχει αποφανθεί σε προηγούμενες αποφάσεις [10] ότι από τη δομή και τη διατύπωση της σχετικής διάταξης προκύπτει ότι, κατά κανόνα, το πρόσωπο που ζητεί πρόσβαση είναι εκείνο που πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη υπερισχύοντος δημόσιου συμφέροντος για τη δημοσιοποίηση. Στην παρούσα υπόθεση, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι σχεδόν όλοι οι πολίτες της Ένωσης είναι αγοραστές ή χρήστες ενέργειας και, ως εκ τούτου, επηρεάζονται από τη μεταρρύθμιση της αγοράς ενέργειας. Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί με την παρατήρηση της Επιτροπής ότι η δήλωση αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως υπερισχύον δημόσιο συμφέρον που θα δικαιολογούσε τη γνωστοποίηση. Ελλείψει οποιουδήποτε περαιτέρω συγκεκριμένου επιχειρήματος από τον καταγγέλλοντα, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων δεν απέδειξε ότι υπήρχε υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των εγγράφων.
43. Τέλος, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει και επικροτεί το γεγονός ότι, κατά τη γνώμη του, η Επιτροπή αποφάσισε να χορηγήσει πλήρη πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα και ότι παρασχέθηκαν αντίγραφα.
44. Βάσει των ανωτέρω διαπιστώσεών του, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κρούσμα κακοδιοίκησης που να αντιστοιχεί στον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.
Γ. Συμπεράσματα
Με βάση τις έρευνές του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση με την ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, η Διαμεσολαβήτρια διαπιστώνει ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τις διατάξεις του κανονισμού σχετικά με την έγκαιρη διεκπεραίωση των αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα ως προς τα ακόλουθα τρία σημεία: i) παρέτεινε περαιτέρω την ήδη παραταθείσα προθεσμία για την εξέταση της επιβεβαιωτικής αίτησης του καταγγέλλοντος, επικαλούμενη το άρθρο 6 παράγραφος 3 του κανονισμού, αλλά χωρίς να παράσχει έγκυρες ή επαρκείς εξηγήσεις· ii) σκόπευε να εφαρμόσει τη δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2 του κανονισμού, αλλά το έπραξε χωρίς να παράσχει έγκυρες και επαρκείς εξηγήσεις· και iii) καθυστέρησε κατάφωρα την απάντησή της στον καταγγέλλοντα, καθώς χρειάστηκε πέντε μήνες για να καταλήξει σε απόφαση σχετικά με την αίτηση του τελευταίου. Οι ενέργειες αυτές της Επιτροπής συνιστούσαν περιπτώσεις κακοδιοίκησης.
Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
Στρασβούργο, 28 Μαΐου 2010
[1] Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).
[2] Βλ. ό.π.
[3] Π.χ. 15 + 15 εργάσιμες ημέρες για την αρχική αίτηση και 15 + 15 εργάσιμες ημέρες για την επιβεβαιωτική αίτηση.
[4] Το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού ορίζει τα εξής: «Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, π.χ. σε περίπτωση αίτησης που αφορά πολύ ογκώδη έγγραφα ή πολύ μεγάλο αριθμό εγγράφων, η προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 μπορεί να παραταθεί κατά 15 εργάσιμες ημέρες, υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών έχει ενημερωθεί εκ των προτέρων και έχει αιτιολογηθεί λεπτομερώς.»
[5] Το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού ορίζει τα εξής: «Σε περίπτωση αίτησης που αφορά πολύ ογκώδη έγγραφα ή πολύ μεγάλο αριθμό εγγράφων, το οικείο θεσμικό όργανο μπορεί να συνεννοηθεί ανεπίσημα με τον αιτούντα, με σκοπό την εξεύρεση δίκαιης λύσης.»
[6] Το άρθρο 4, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού ορίζει τα εξής: «Η πρόσβαση σε έγγραφο που έχει συνταχθεί από θεσμικό όργανο για εσωτερική χρήση ή έχει παραληφθεί από θεσμικό όργανο, το οποίο αφορά θέμα για το οποίο δεν έχει ληφθεί απόφαση από το θεσμικό όργανο, απορρίπτεται εάν η δημοσιοποίηση του εγγράφου θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου, εκτός εάν για τη δημοσιοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον.»
[7] 2001/937/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ: Απόφαση της Επιτροπής, της 5ης Δεκεμβρίου 2001, για την τροποποίηση του εσωτερικού κανονισμού της [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2001) 3714] (ΕΕ L 345, σ. 94), σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής.
[8] Υπόθεση T-2/03 Verein für Konsumenteninformation κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-01121, σκέψη 101.
[9] Βλ. υπόθεση C-189/98 P Κάτω Χώρες και van der Wal κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-1, σκέψη 27, και υπόθεση T-211/00 Kuijer κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. II-485, σκέψη 55, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία. Και υπόθεση T-36/04, API κατά Επιτροπής, απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2007 [δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή], σκέψη 54 (παραπομπή σε υποθέσεις), που αναφέρεται στην απόφαση επί της καταγγελίας 3402/2004/PB, σημείο 1.7.
[10] Βλ. αποφάσεις του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή 2821/2004/OV και 2403/2003/MF, διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).