Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 2161/2011/ER κατά της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας
Απόφαση
Υπόθεση 2161/2011/ER - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 30 Νοεμβρίου 2011 - Απόφαση στις Τετάρτη | 19 Δεκεμβρίου 2012 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ( Δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες )
Ο καταγγέλλων, Ιταλός πολίτης, ζήτησε πρόσβαση σε επιστολή που απέστειλε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα («ΕΚΤ») το καλοκαίρι του 2011 στην ιταλική κυβέρνηση στο πλαίσιο της κρίσης δημόσιου χρέους που έπληξε ορισμένες χώρες της ζώνης του ευρώ. Η ΕΚΤ απέρριψε την αίτηση του καταγγέλλοντος και υποστήριξε ουσιαστικά ότι η γνωστοποίηση της επιστολής θα υπονόμευε την άσκηση της νομισματικής και οικονομικής πολιτικής, η οποία απαιτεί να είναι δυνατή για την ΕΚΤ η ανταλλαγή εμπιστευτικών επικοινωνιών με τα κράτη μέλη. Η ΕΚΤ ενέμεινε στη θέση της, παρόλο που μια μεγάλη ιταλική εφημερίδα είχε δημοσιεύσει την επιστολή εν τω μεταξύ.
Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΕΚΤ παρανόμως του αρνήθηκε την πρόσβαση στο ζητηθέν έγγραφο και ζήτησε από την ΕΚΤ να του χορηγήσει πρόσβαση στην επιστολή ή να αιτιολογήσει επαρκώς την απόφασή της.
Στη γνώμη της, η ΕΚΤ περιέγραψε το περιεχόμενο της επιστολής. Η ΕΚΤ διευκρίνισε περαιτέρω ότι το γεγονός ότι η επιστολή δημοσιεύθηκε σε μεγάλη ιταλική εφημερίδα δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι η ίδια η Τράπεζα δεν είχε δημοσιοποιήσει την επιστολή ούτε είχε επιτρέψει τη δημοσίευσή της.
Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι, κατά τη γνώμη της, η ΕΚΤ παρείχε στον καταγγέλλοντα κατάλληλη αιτιολόγηση. Κατόπιν ελέγχου της επιστολής, έκρινε ότι η γνωστοποίησή της θα έθετε πράγματι σε κίνδυνο το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά την άσκηση της νομισματικής και οικονομικής πολιτικής. Όσον αφορά το γεγονός ότι η επιστολή είχε δημοσιευθεί σε μεγάλη ιταλική εφημερίδα, ο Διαμεσολαβητής έκρινε εύλογη τη θέση της ΕΚΤ. Λαμβανομένων υπόψη των λόγων που προέβαλε η ΕΚΤ προς στήριξη της απόφασής της, η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν συνέτρεχαν λόγοι για περαιτέρω έρευνες. Ωστόσο, έκανε επίσης μια περαιτέρω παρατήρηση στην ΕΚΤ για να την ενθαρρύνει να συνεχίσει να θεωρεί τη διαφάνεια όχι μόνο ως νομική υποχρέωση, αλλά και ως ευκαιρία για την ενίσχυση της νομιμότητάς της στα μάτια των πολιτών.
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Στις 12 Αυγούστου 2011 ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα («ΕΚΤ»). Ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση σε επιστολή, την οποία η ΕΚΤ απέστειλε στις αρχές Αυγούστου 2011 στην ιταλική κυβέρνηση στο πλαίσιο της κρίσης δημόσιου χρέους που έπληξε ορισμένες χώρες της ζώνης του ευρώ (η «επιστολή»).
2. Στις 7 Σεπτεμβρίου 2011 η ΕΚΤ απέρριψε την αίτηση του καταγγέλλοντος. Δήλωσε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) δεύτερη περίπτωση της απόφασης της ΕΚΤ σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα [1], η πρόσβαση στην επιστολή έπρεπε να απορριφθεί, δεδομένου ότι η γνωστοποίηση θα έθιγε την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη νομισματική και οικονομική πολιτική της ΕΕ ή ενός κράτους μέλους. Ειδικότερα, η γνωστοποίηση της επιστολής θα υπονόμευε την αποτελεσματικότητα των μηνυμάτων της ΕΚΤ προς τα κράτη μέλη ως εργαλείου για την προώθηση ενός περιβάλλοντος που ευνοεί την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μεταξύ των επενδυτών στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Η ΕΚΤ επισήμανε ότι το ζήτημα αυτό είναι υψίστης σημασίας για την ομαλή άσκηση της νομισματικής πολιτικής. Ενημέρωσε επίσης τον καταγγέλλοντα ότι μπορούσε να υποβάλει επιβεβαιωτική αίτηση στην εκτελεστική επιτροπή της.
3. Στις 28 Σεπτεμβρίου 2011 ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση στην Εκτελεστική Επιτροπή της ΕΚΤ. Την επόμενη ημέρα επικοινώνησε εκ νέου με την ΕΚΤ, παρατηρώντας ότι η επιστολή είχε δημοσιευθεί σε μεγάλη ιταλική εφημερίδα.
4. Στις 20 Οκτωβρίου 2011 η ΕΚΤ απέρριψε την επιβεβαιωτική αίτηση, κρίνοντας ότι είχε εφαρμογή η προηγουμένως προβληθείσα εξαίρεση. Η ΕΚΤ έκρινε ότι η γνωστοποίηση της επιστολής "θα μπορούσε να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα των μηνυμάτων που η ΕΚΤ μπορεί να απευθύνει" στα κράτη μέλη προκειμένου να προωθήσει ευνοϊκές συνθήκες για την ομαλή άσκηση της νομισματικής πολιτικής. Η ΕΚΤ τόνισε επίσης ότι πρέπει να είναι σε θέση να μεταδίδει σχετικά και ειλικρινή μηνύματα στις εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές με τον τρόπο που θεωρεί πιο αποτελεσματικό, προκειμένου να εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τη νομισματική πολιτική. Ειδικότερα, οι περιστάσεις ενδέχεται να απαιτούν ανεπίσημες και εμπιστευτικές επικοινωνίες. Εν προκειμένω, η εμπιστευτική ανακοίνωση αποσκοπούσε στη δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επενδυτών στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Η ΕΚΤ ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για τα ένδικα μέσα που έχει στη διάθεσή του, σύμφωνα με τα άρθρα 228 και 263 της ΣΛΕΕ [2].
5. Ο ενδιαφερόμενος απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή στις 26 Οκτωβρίου 2011.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
6. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τον ακόλουθο ισχυρισμό και ισχυρισμό.
Ισχυρισμός:
Η ΕΚΤ αρνήθηκε παρανόμως στον καταγγέλλοντα την πρόσβαση στο ζητηθέν έγγραφο.
Αίτημα:
Η ΕΚΤ θα πρέπει να παρέχει πρόσβαση στο ζητούμενο έγγραφο και/ή να αιτιολογεί επαρκώς την απόφασή της στον καταγγέλλοντα.
Η έρευνα
7. Στις 30 Νοεμβρίου 2011, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την καταγγελία στον Πρόεδρο της ΕΚΤ, καλώντας τον να γνωμοδοτήσει επί του ανωτέρω ισχυρισμού και ισχυρισμού. Με την ευκαιρία αυτή, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε επίσης τον Πρόεδρο της ΕΚΤ ότι επιθυμούσε να εξετάσει τον φάκελο της Τράπεζας σχετικά με την καταγγελία.
8. Την 1η Φεβρουαρίου 2012, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή επιθεώρησαν τους φακέλους της ΕΚΤ σχετικά με την καταγγελία. Η έκθεση ελέγχου διαβιβάστηκε στην καταγγελία για πιθανές παρατηρήσεις. Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με την έκθεση.
9. Η ΕΚΤ υπέβαλε τη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία στις 28 Φεβρουαρίου 2012. Ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε τη γνώμη στον καταγγέλλοντα για ενδεχόμενες παρατηρήσεις, τις οποίες απέστειλε στις 10 Μαΐου 2012.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
Α. Ισχυρισμός ότι η ΕΚΤ παρανόμως αρνήθηκε στον καταγγέλλοντα την πρόσβαση στο ζητηθέν έγγραφο και στη σχετική αξίωση
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
10. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων παρέπεμψε στη νομολογία του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την πρόσβαση σε έγγραφα για να υποστηρίξει ότι η ΕΚΤ δεν αιτιολόγησε εγκύρως την απόφασή της να αρνηθεί την πρόσβαση στην επιστολή. Ο καταγγέλλων τόνισε επίσης ότι, μετά τη δημοσίευση της επιστολής από εφημερίδα, οι λόγοι που επικαλέστηκε η ΕΚΤ για να αρνηθεί την πρόσβαση και, ειδικότερα, η προστασία της αποτελεσματικότητας των μηνυμάτων της προς τα κράτη μέλη, δεν ισχύουν πλέον.
11. Στη γνώμη της, η ΕΚΤ εξήγησε ότι η επιστολή εστάλη στην ιταλική κυβέρνηση τον Αύγουστο του 2011. Πρόκειται για αυστηρά εμπιστευτική ανακοίνωση του Προέδρου της ΕΚΤ προς τον Ιταλό Πρωθυπουργό, με την οποία εκφράζει «τις ανησυχίες της ΕΚΤ για την τότε εξαιρετικά σοβαρή και δύσκολη κατάσταση της ιταλικής οικονομίας και τις επιπτώσεις στη σταθερότητα της ζώνης του ευρώ και καλεί την ιταλική κυβέρνηση να λάβει αποφασιστικά και γρήγορα τα αναγκαία μέτρα για την ενίσχυση του αναπτυξιακού δυναμικού και τη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης». Τα μέτρα αυτά αναμένεται να ενισχύσουν τη δυνητική ανάπτυξη, να διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών και να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα της διοίκησης. Στόχος της ΕΚΤ ήταν να προστατεύσει «την ακεραιότητα και την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής της προς το συμφέρον των πολιτών της ζώνης του ευρώ».
12. Η ΕΚΤ έκρινε ότι η γνωστοποίηση της επιστολής θα υπονόμευε την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη νομισματική πολιτική της Ένωσης. Επιπλέον, η ΕΚΤ δήλωσε ότι, από μόνη της, «είναι ζωτικής σημασίας να είναι σε θέση να μεταδίδει συναφή και ειλικρινή μηνύματα στις ευρωπαϊκές και εθνικές αρχές της ζώνης του ευρώ με τον τρόπο που κρίνεται αποτελεσματικότερος για την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά την εκπλήρωση της εντολής της». Αυτό περιλαμβάνει, εάν είναι απαραίτητο, τη δυνατότητα αποστολής ανεπίσημων ή εμπιστευτικών μηνυμάτων.
13. Η ΕΚΤ δήλωσε επίσης ότι το γεγονός ότι η επιστολή δημοσιεύθηκε σε μεγάλη ιταλική εφημερίδα ήταν άνευ σημασίας, δεδομένου ότι η ίδια η Τράπεζα ούτε είχε δημοσιοποιήσει ούτε είχε εγκρίνει τη δημοσίευση της επιστολής, η οποία είχε ληφθεί χωρίς την άδεια της ΕΚΤ. Η ΕΚΤ επισήμανε ότι, εάν ήταν υποχρεωμένη να παράσχει στο κοινό πρόσβαση σε εμπιστευτικό έγγραφο το οποίο δημοσιοποιήθηκε παρανόμως από τρίτο, θα ήταν υποχρεωμένη να εγκρίνει εκ των υστέρων την παράνομη δημοσιοποίηση του εγγράφου· αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να ενθαρρυνθούν τα τρίτα μέρη να δημοσιεύουν εμπιστευτικά έγγραφα χωρίς άδεια και στη συνέχεια να ζητούν έγκριση μέσω των κανόνων για την πρόσβαση στα έγγραφα. Η ΕΚΤ υπενθύμισε επίσης ότι η θέση της επί του σημείου αυτού είναι σύμφωνη με τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου [3].
14. Όσον αφορά τους λόγους που εκτίθενται στη δήλωσή της με την οποία απορρίπτει τις αρχικές και επιβεβαιωτικές αιτήσεις του καταγγέλλοντος, η ΕΚΤ έκρινε ότι ήταν επαρκείς. Παραπέμπει στη νομολογία του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία η αιτιολογία πρέπει να αξιολογείται κατά περίπτωση «με αναφορά όχι μόνο στο γράμμα της, αλλά και στο πλαίσιό της και στο σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το σχετικό θέμα»[4]. Η συλλογιστική δεν χρειάζεται να εμβαθύνει σε όλα τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία. Στις επιστολές της προς τον καταγγέλλοντα, η ΕΚΤ δεν θα μπορούσε να εκθέσει περισσότερους λόγους για τους οποίους η γνωστοποίηση θα έθιγε το προστατευόμενο συμφέρον, δεδομένου ότι αυτό θα συνεπαγόταν «μερική γνωστοποίηση» του περιεχομένου της επιστολής.
15. Τέλος, η ΕΚΤ αναφέρθηκε στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν τα θεσμικά όργανα της ΕΕ κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον η δημοσιοποίηση εγγράφων θα έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντα που προστατεύονται από το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού 1049/2001 [5]. Το ίδιο θα πρέπει να ισχύει και για την ΕΚΤ κατά την αξιολόγηση των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) της απόφασης ΕΚΤ/2004/3. Η ΕΚΤ έκρινε ότι «συμμορφώθηκε με τους εφαρμοστέους διαδικαστικούς κανόνες, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης αιτιολόγησης, και ότι η εκτίμησή της σχετικά με το δημόσιο συμφέρον δεν πάσχει ούτε από πρόδηλη πλάνη εκτίμησης ούτε από κατάχρηση εξουσίας».
16. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι είχε ήδη προβάλει τα επιχειρήματά του και είχε εμπιστοσύνη στην απόφαση του Διαμεσολαβητή.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
17. Το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) δεύτερη περίπτωση της απόφασης σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα της ΕΚΤ ορίζει τα εξής: «Η ΕΚΤ αρνείται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η γνωστοποίηση θα έθιγε την προστασία: α) το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά: ... τη δημοσιονομική, νομισματική ή οικονομική πολιτική της Κοινότητας ή ενός κράτους μέλους». Αυτή η εξαίρεση από τον γενικό κανόνα της πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα είναι πανομοιότυπη με εκείνη που κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) τέταρτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.
18. Επομένως, πρέπει να εκτιμηθεί αν, κατά τον χρόνο απορρίψεως της επιβεβαιωτικής αιτήσεως, η ΕΚΤ i) ορθώς έκρινε ότι είχε εφαρμογή η εξαίρεση σχετικά με την προστασία της οικονομικής και νομισματικής πολιτικής που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α ́, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεώς της· και ii) γνωστοποίησε δεόντως την άποψή του στον καταγγέλλοντα μέσω κατάλληλης αιτιολόγησης.
19. Όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής της εξαίρεσης που επικαλείται η ΕΚΤ, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την εφαρμογή των ουσιαστικών εξαιρέσεων που αφορούν το δημόσιο συμφέρον, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού 1049/2001: «πρέπει να αναγνωριστεί στο θεσμικό όργανο ευρεία διακριτική ευχέρεια προκειμένου να καθορίσει κατά πόσον η δημοσιοποίηση εγγράφων που αφορούν τους τομείς που καλύπτονται από τις εν λόγω εξαιρέσεις θα μπορούσε να θίξει το δημόσιο συμφέρον», δεδομένου ότι «μια τέτοια απόφαση άρνησης είναι πολύπλοκη και λεπτή και απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και ότι τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού αριθ. 1049/2001 είναι πολύ γενικά»[6].
20. Αφού επιθεωρήσει την επιστολή, ο Διαμεσολαβητής μπορεί να επιβεβαιώσει ότι η ΕΚΤ περιέγραψε με ακρίβεια το περιεχόμενό της στη γνώμη της. Επιπλέον, είναι της άποψης ότι η επιστολή περιείχε πληροφορίες που φαινόταν να είναι εξαιρετικά ευαίσθητες, επισημαίνοντας διάφορες σοβαρές αδυναμίες της ιταλικής οικονομίας και τις πιθανές συνέπειές τους· προσδιορισμός των πλέον ευάλωτων περιοχών της· και να προτείνει μέτρα που θα μπορούσαν να προβλεφθούν για την εξάλειψη αυτών των αδυναμιών.
21. Η δύσκολη οικονομική κατάσταση και η κατάσταση της αγοράς που επικρατούσε στην Ιταλία κατά τον κρίσιμο χρόνο (δηλαδή την ημερομηνία απόρριψης της επιβεβαιωτικής αίτησης) είναι θέμα που έχει δημοσιοποιηθεί. Με βάση την επιθεώρηση της επιστολής, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η δημοσιοποίηση της λεπτομερούς ανάλυσης της ΕΚΤ σχετικά με τις δυσκολίες στην ιταλική οικονομία κατά τον κρίσιμο χρόνο θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα της εν λόγω χώρας (και των πολιτών της), εκθέτοντάς την σε κερδοσκοπικές απειλές για τις χρηματοπιστωτικές αγορές, υπονομεύοντας έτσι την οικονομική πολιτική της.
22. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει τη σημασία της ειλικρινούς επικοινωνίας μεταξύ της ΕΚΤ και της κυβέρνησης ενός κράτους μέλους, την οποία η ίδια η Τράπεζα έχει τονίσει. Μολονότι το συμφέρον αυτό δεν αρκεί από μόνο του για να αποκλείσει, σε γενική βάση και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, τέτοιες ανακοινώσεις από τη δημόσια γνώση, αποτελεί, ωστόσο, παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη διενέργεια της συγκεκριμένης αξιολόγησης μιας ανακοίνωσης προκειμένου να εξακριβωθεί αν η δημοσιοποίησή της θα έθετε πράγματι σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντα που προστατεύονται από την απόφαση της ΕΚΤ σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα [7].
23. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής δέχεται ότι δεν ήταν παράλογο να θεωρηθεί, όπως έπραξε η ΕΚΤ όταν απέρριψε την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος, ότι η δημοσιοποίηση της επιστολής, έστω και εν μέρει, θα μπορούσε να βλάψει σοβαρά τα συμφέροντα που προστατεύονται από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) της απόφασης της ΕΚΤ σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα.
24. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να επηρεαστεί από το γεγονός ότι η επιστολή δημοσιεύθηκε σε μεγάλη ιταλική εφημερίδα λίγο μετά την υποβολή της αίτησης πρόσβασης από τον καταγγέλλοντα. Θεωρεί ότι η νομολογία που παραθέτει η ΕΚΤ στη γνωμοδότησή της (σκέψη 13 ανωτέρω) δεν φαίνεται να ασκεί άμεση επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι αφορά το συμφέρον των ιδιωτών να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως κατά αποφάσεως περί αρνήσεως προσβάσεως σε έγγραφα και, ειδικότερα, αποκλείει το ενδεχόμενο η δημοσίευση του ζητηθέντος εγγράφου από τρίτον να μπορεί να θίξει το συμφέρον αυτό. Ωστόσο, η ΕΚΤ υποστήριξε επίσης ότι, αν ήταν υποχρεωμένη να παράσχει στο κοινό πρόσβαση σε εμπιστευτικό έγγραφο το οποίο γνωστοποιήθηκε παρανόμως από τρίτον, θα ήταν υποχρεωμένη να επικυρώσει εκ των υστέρων την παράνομη γνωστοποίηση . Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να ενθαρρυνθούν τα τρίτα μέρη να δημοσιεύουν εμπιστευτικά έγγραφα χωρίς άδεια. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η θέση αυτή είναι εύλογη.
25. Σε αντίθεση με το άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, το άρθρο 4 παράγραφος 1 δεν προβλέπει τη δυνατότητα ύπαρξης υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος για τη γνωστοποίηση. Κατά το Δικαστήριο [8], «από το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α ́, του κανονισμού 1049/2001 προκύπτει ότι [...] η άρνηση προσβάσεως του θεσμικού οργάνου είναι υποχρεωτική όταν η γνωστοποίηση ενός εγγράφου στο κοινό θα έθιγε τα συμφέροντα που προστατεύει η διάταξη αυτή, χωρίς να είναι αναγκαίο, σε μια τέτοια περίπτωση, [...] να σταθμιστούν οι απαιτήσεις που συνδέονται με την προστασία των συμφερόντων αυτών με εκείνες που απορρέουν από άλλα συμφέροντα»(η υπογράμμιση δική μου). Η νομολογία αυτή εφαρμόζεται πλήρως, κατ’ αναλογία, στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α ́, της αποφάσεως της ΕΚΤ σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα, το περιεχόμενο του οποίου είναι πανομοιότυπο με εκείνο του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α ́, του κανονισμού. Ως εκ τούτου, ούτε ο κανονισμός 1049/2001 ούτε η απόφαση της ΕΚΤ σχετικά με την πρόσβαση στα έγγραφα προβλέπουν το έννομο δημοκρατικό συμφέρον των πολιτών να ενημερώνονται για τα μέτρα που πρότεινε η ΕΚΤ στην Ιταλία, προκειμένου να υπερκεραστεί η ανάγκη προστασίας των συμφερόντων που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) δεύτερη περίπτωση της εν λόγω απόφασης.
26. Όσον αφορά την αιτιολογία που παρέσχε η ΕΚΤ στον καταγγέλλοντα κατά την απόρριψη τόσο των αρχικών όσο και των επιβεβαιωτικών αιτήσεών του, ορθώς η ΕΚΤ αναφέρει ότι «η υποχρέωση αιτιολογήσεως εξαρτάται από τις περιστάσεις κάθε περιπτώσεως» και ότι η αιτιολογία δεν πρέπει να θίγει τα ευαίσθητα συμφέροντα που προστατεύει η ίδια η εφαρμοζόμενη εξαίρεση. Ωστόσο, εν προκειμένω, ο Διαμεσολαβητής εκτιμά ότι η απλή αναφορά στα συμφέροντα που θα μπορούσαν να τεθούν σε κίνδυνο, χωρίς καμία εξήγηση που να συνδέει την ενδεχόμενη προσβολή των συμφερόντων αυτών με το συγκεκριμένο περιεχόμενο του εγγράφου, δεν αρκούσε για να ικανοποιήσει τον απαιτούμενο βαθμό αιτιολογίας.
27. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, κατά τη διάρκεια της έρευνάς του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, η ΕΚΤ επανεξέτασε τη θέση που είχε λάβει ως απάντηση στις αρχικές και επιβεβαιωτικές αιτήσεις και ευθυγράμμισε την αρχική αιτιολογία της με το απαιτούμενο πρότυπο. Πράγματι, στη γνώμη της, η ΕΚΤ προέβη σε συγκεκριμένη αξιολόγηση του περιεχομένου της επιστολής και την περιέγραψε με επαρκείς λεπτομέρειες, ώστε να σχηματίσει μια ιδέα για τον ευαίσθητο χαρακτήρα του περιεχομένου αυτού. Η ΕΚΤ εξήγησε επίσης τόσο τους λόγους αποστολής της επιστολής στις ιταλικές αρχές όσο και τις προθέσεις στις οποίες αυτή βασίζεται. Η ΕΚΤ εξήγησε επίσης γιατί το γεγονός ότι ένα υποτιθέμενο αντίγραφο της επιστολής είχε ήδη δημοσιευθεί δεν σήμαινε ότι η Τράπεζα ήταν υποχρεωμένη να δημοσιοποιήσει το σχετικό έγγραφο. Οι πληροφορίες αυτές, σε συνδυασμό με την εκτίμηση των κινδύνων που θα προκαλούσε η γνωστοποίηση για τα προστατευόμενα συμφέροντα, που περιέχονται στις αρχικές απαντήσεις της Τράπεζας στον καταγγέλλοντα, επιτρέπουν αντικειμενικά στον καταγγέλλοντα να εξακριβώσει τους λόγους για τους οποίους η γνωστοποίηση απορρίφθηκε στην παρούσα υπόθεση.
28. Στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας κατά αποφάσεως περί αρνήσεως προσβάσεως σε έγγραφο, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της ακυρώσεως ή μη της επίμαχης αποφάσεως. Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι «[εάν] μια απόφαση περιέχει κάποιου είδους αιτιολογία [...] η αιτιολογία αυτή δεν μπορεί να αναπτυχθεί και να εξηγηθεί για πρώτη φορά ex post facto» ενώπιον του Δικαστηρίου, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις.[9] Δεδομένου ότι ο Διαμεσολαβητής δεν έχει την εξουσία να ακυρώσει μια απόφαση, οι διαδικασίες του Διαμεσολαβητή πληρούν διαφορετικά κριτήρια και δεν έχουν κατ’ ανάγκη τον ίδιο στόχο με τις δικαστικές διαδικασίες. Εν προκειμένω, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι θα ήταν χρήσιμο να επικριθεί η αρχική αιτιολογία της ΕΚΤ για την απόφασή της να απορρίψει την επιβεβαιωτική αίτηση. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε περαιτέρω παρατήρηση κατωτέρω, ενθαρρύνοντας την ΕΚΤ να επικεντρωθεί στην ποιότητα του σκεπτικού της όταν απαντά σε αιτήσεις πρόσβασης.
29. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες στην υπόθεση.
Β. Συμπεράσματα
Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Δεν υπάρχουν λόγοι για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης.
Ο καταγγέλλων και η ΕΚΤ θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Περαιτέρω παρατήρηση
Ο Διαμεσολαβητής ενθαρρύνει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να συνεχίσει να θεωρεί τη δημοσιοποίηση εγγράφων και το σκεπτικό των αποφάσεων άρνησης δημοσιοποίησης, όχι μόνο ως νομικές υποχρεώσεις, αλλά και ως ευκαιρίες για να αποδείξει την προσήλωσή της στην αρχή της διαφάνειας και, ως εκ τούτου, να ενισχύσει τη νομιμότητά της στα μάτια των πολιτών.
Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος
Στρασβούργο, 19 Δεκεμβρίου 2012
[1] Απόφαση 2004/258/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 4ης Μαρτίου 2004, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ΕΕ L 80, σ. 42.
[2] Το άρθρο 228 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξουσιοδοτεί τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή να λαμβάνει καταγγελίες από ευρωπαίους πολίτες σχετικά με περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ. Το άρθρο 263 της ΣΛΕΕ προβλέπει το δικαίωμα των ιδιωτών να ασκούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, προσφυγή ακυρώσεως κατά πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης οι οποίες θεωρείται ότι παραβιάζουν το δίκαιο της Ένωσης.
[3] Η ΕΚΤ παρέπεμψε στις υποθέσεις T-233/09, Access Info Europe κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2011, σ. II-1073, σκέψη 36), και T-174/95, Svenska Journalistförbundet κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1998, σ. II-2289, σκέψη 69), επιβεβαιώνοντας αμφότερες ότι αίτηση προσβάσεως του κοινού δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι το έγγραφο δημοσιεύθηκε από τρίτον.
[4] Η ΕΚΤ επικαλέστηκε τις ακόλουθες περιπτώσεις: Υπόθεση C-122/94, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. I-881, σκέψη 29· υπόθεση C-41/00 P Interporc κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I-2125, σκέψη 55· υπόθεση T-188/98, Kuijer κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. II-1959, σκέψη 36· και συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-355/04 και T-466/04 Co-Frutta κατά Επιτροπής, Συλλογή 2010, σ. II-1, σκέψη 100.
[5] Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).
[6] Υποθέσεις C‑266/05 P, Sison κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2007, σ. I‑1233, σκέψεις 34 έως 36· και T‑362/08 IFAW Internationaler Tierschutz-Fonds GmbH κατά Επιτροπής, απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2011, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 104, μεταξύ άλλων.
[7] Πράγματι, το Δικαστήριο της ΕΕ έχει αποφανθεί σαφώς ότι, κατά την επεξεργασία αίτησης πρόσβασης σε έγγραφα, τα θεσμικά όργανα πρέπει να προβαίνουν σε ειδική εξέταση κάθε σχετικού εγγράφου. Το γεγονός και μόνον ότι ένα έγγραφο αφορά συμφέρον προστατευόμενο από εξαίρεση δεν αρκεί, αυτό καθεαυτό, για να δικαιολογήσει την εφαρμογή της εξαιρέσεως αυτής. Αντιθέτως, το οικείο θεσμικό όργανο οφείλει, κατ’ αρχήν, να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο η δημοσιοποίηση του εγγράφου θα μπορούσε να θίξει συγκεκριμένα και αποτελεσματικά το συμφέρον που προστατεύεται από την προβαλλόμενη εξαίρεση. Επιπλέον, ο κίνδυνος προσβολής των προστατευόμενων συμφερόντων πρέπει να είναι ευλόγως προβλέψιμος και όχι αμιγώς υποθετικός. Υπόθεση C-506/08 P Σουηδία κατά MyTravel και Επιτροπής, απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 76· Υπόθεση T‑250/08, Bachelor κατά Επιτροπής, απόφαση της 24ης Μαΐου 2011, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 78· Υπόθεση T-166/05 Borax Europe κατά Επιτροπής, απόφαση της 11ης Μαρτίου 2009, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 88· Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑514/07 P, C‑528/07 P και C‑532/07 P Σουηδία και λοιποί κατά API και Επιτροπής, Συλλογή 2010, σ. I-8533, σκέψη 72· συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑39/05 P και C‑52/05 P Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2008, σ. I-4723, σκέψη 43· Υπόθεση T-2/03 Verein für Konsumenteninformation κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-1121, σκέψη 69· Απόφαση Sison κατά Συμβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 75).
[8] Απόφαση Sison κατά Συμβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 46)· Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-3/00 και T-337/04 Πιτσιόρλας κατά Συμβουλίου και ΕΚΤ, Συλλογή 2007, σ. II-4779, σκέψη 227.
[9] Βλ. απόφαση Πιτσιόρλας κατά Συμβουλίου και ΕΚΤ (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 278).